Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2012

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ



15
Γιορτάζουμε σήμερα 28 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Οσίου Στεφάνου, του Νέου και Ομολογητού, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και οι ευσεβείς γονείς του Ιωάννης και Άννα τον ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Όταν μεγάλωσε, μορφώθηκε αρκετά και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενος στο περίφημο όρος του Αγίου Αυξεντίου.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος εναντίον των αγίων εικόνων, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με τις αυτοκρατορικές διαταγές, αλλά και χαρακτήρισε αιρετικούς τους εικονομάχους βασιλείς. Καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο... ο όποιος ήλπιζε με την προσωπική του επιβολή, όταν τον έφερνε μπροστά του, να δαμάσει το φρόνημα του Στεφάνου. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ο Στέφανος, από τους ανθρώπους με «πολλήν παρρησία εν πίστει τήν εν Χριστώ Ιησού» (Α' προς Τιμόθεον, γ' 13), δηλαδή με πολλή παρρησία και θάρρος στο να διακηρύττει την πίστη που ομολογούν όσοι είναι σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό, ήλεγξε αυστηρά κατά πρόσωπο τον Κοπρώνυμο. Αυτός τότε τον έκλεισε στη φυλακή και μετά από μέρες διέταξε να τον θανατώσουν.

Αφού, λοιπόν, τον έβγαλαν από την φυλακή, άρχισαν να τον λιθοβολούν και να τον κτυπούν με βαρεία ρόπαλα. Ένα ισχυρό κτύπημα στο κεφάλι έδωσε τέλος στη ζωή του Στεφάνου (το 767 μ.Χ.). Κατόπιν το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα, αλλά ευλαβείς χριστιανοί που το βρήκαν όταν τα κύματα το έφεραν στην παραλία, το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ασκητικώς προγυμνασθείς εν τω όρει, τας νοητάς των δυσμενών παρατάξεις, τη πανοπλία ώλεσας παμμάκαρ του Σταυρού. Αύθις δε προς άθλησιν, ανδρικώς απεδύσω, κτείνας τον Κοπρώνυμον, τω της Πίστεως ξίφει· και δι᾽ αμφοίν εστέφθης εκ Θεού, Οσιομάρτυς αοίδιμε Στέφανε.



Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

Συναξαριστής της 28ης Νοεμβρίου


Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Νέος

 


Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του Ἰωάννης καὶ Ἄννα τὸν ἀνέθρεψαν κατὰ τὸν καλύτερο χριστιανικὸ τρόπο. Ὅταν μεγάλωσε, μορφώθηκε ἀρκετὰ καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούμενος στὸ περίφημο ὄρος τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου.

Ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεμος ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὄχι μόνο δὲ συμμορφώθηκε μὲ τὶς αὐτοκρατορικὲς διαταγές, ἀλλὰ καὶ χαρακτήρισε αἱρετικοὺς τοὺς εἰκονομάχους βασιλεῖς. Καταγγέλθηκε στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τὸν Κοπρώνυμο, ὁ ὁποῖος ἤλπιζε μὲ τὴν προσωπική του ἐπιβολή, ὅταν τὸν ἔφερνε μπροστά του, νὰ δαμάσει τὸ φρόνημα τοῦ Στεφάνου. Συνέβη ὅμως τὸ ἀντίθετο.

Ὁ Στέφανος, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», δηλαδὴ μὲ πολλὴ παῤῥησία καὶ θάῤῥος στὸ νὰ διακηρύττει τὴν πίστη ποὺ ὁμολογοῦν ὅσοι εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἤλεγξε αὐστηρὰ κατὰ πρόσωπο τὸν Κοπρώνυμο.

Αὐτὸς τότε τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ καὶ μετὰ ἀπὸ μέρες διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακή, ἄρχισαν νὰ τὸν λιθοβολοῦν καὶ νὰ τὸν κτυποῦν μὲ βαρειὰ ῥόπαλα. Ἕνα ἰσχυρὸ κτύπημα στὸ κεφάλι ἔδωσε τέλος στὴ ζωὴ τοῦ Στεφάνου (τὸ 767 μ.Χ.).

Κατόπιν τὸ σῶμα του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ ποὺ τὸ βρῆκαν ὅταν τὰ κύματα τὸ ἔφεραν στὴν παραλία, τὸ ἔθαψαν μὲ τὴν ἁρμόζουσα τιμή.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν ἐνδεδειγμένος, σκεῦος γέγονας δικαιοσύνης διαπρέπων ταῖς σεπταῖς ἀναβάσεσι· καὶ τοῦ Χριστοῦ τὴν εἰκόνα σεβόμενος, μαρτυρικῆς ἠξιώθης φαιδρότητος. Θεῖε Στέφανε, ἐν ὅπλῳ ἡμᾶς στεφάνωσον τῆς θείας εὐδοκίας τοὺς ὑμνοῦντας σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς προγυμνασθεὶς ἐν τῷ ὄρει, τὰς νοητὰς τῶν δυσμενῶν παρατάξεις, τῇ πανοπλίᾳ ὤλεσας παμμάκαρ τοῦ Σταυροῦ. Αὖθις δὲ πρὸς ἄθλησιν, ἀνδρικῶς ἀπεδύσω, κτείνας τὸν Κοπρώνυμον, τῷ τῆς Πίστεως ξίφει· καὶ δι᾽ ἀμφοῖν ἐστέφθης ἐκ Θεοῦ, Ὁσιομάρτυς ἀοίδιμε Στέφανε.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ Ἐκκλησία, ἑορτὴν εὐφρόσυνον, ἐν τῇ σῇ μνήμη· καὶ πιστῶς, ἀνευφημοῦσα κραυγάζει σοι, Στέφανε θεῖε, ὁσίων τὸ καύχημα.

Ὁ Οἶκος 
Εἰς πᾶσαν γῆν ὡς ἀληθῶς, διέδραμεν ὁ φθόγγος τῶν σῶν κατορθωμάτων, σοφὲ Ὁσιομάρτυς, ὧν περ εἰργάσω θαυμαστῶς· ὅθεν δυσωπῶ σε, παρρησίαν πρὸς Θεὸν ὡς κεκτημένος Ὅσιε, ἱκέτευε τοῦ δοθῆναί μοι λόγον ἐπάξιον, τοῦ ἀνευφημῆσαι τοὺς ἀγῶνας, οὓς ὑπέστης ἐξ ὁρατῶν ἐχθρῶν καὶ νοουμένων· ὃς πρὶν ἀσκητικῶς καθεῖλες, ἀπάσας τὰς κινήσεις τῆς σαρκὸς ἀπονεκρώσας, ἀθλήσει δὲ νῦν τὸν τύραννον ἐτροπώσω, Ὁσίων τὸ καύχημα.

Κάθισμα 
Ἦχος δ’ Ὁ ὑψωθεὶς.
Τῶν Μοναστῶν ὑπογραμμὸς ἀνεδείχθης, τῶν Ἀθλητῶν καλλωπισμὸς ἀνεφάνης, δι' ἀμφοτέρων Στέφανε κοσμούμενος· ὅθεν ἀξιάγαστε, καὶ διπλοῦς τοὺς στεφάνους, ἔλαβες ἀσκήσεως, καὶ ἀθλήσεως Πάτερ. Ἀλλ' ἐκτενῶς Χριστὸν ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν σὲ ὑμνούντων, ἱκέτευε Στέφανε.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας

Ἦταν ἀσκητὴς καὶ διέμενε σὲ κάποιο κελὶ κοντὰ στὶς Βλαχερνές. Ἐπίσης ἦταν συναγωνιστὴς τοῦ ὁσίου Στεφάνου τοῦ ὁμολογητῆ, ποὺ βιογραφικό του σημείωμα ἀναφέραμε πιὸ πάνω. Ὁ Ἀνδρέας μαρτύρησε ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, συρόμενος στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους μέχρι θανάτου.

 
 
Ὁ Ἅγιος Πέτρος

Ἦταν καὶ αὐτὸς ἀσκητὴς στὸν Ὄλυμπο. Φυλακίστηκε ἀπὸ τὸν Κοπρώνυμο μαζὶ μὲ τὸν Στέφανο τὸν νέο, διότι προσκυνοῦσε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Κατόπιν τὸν χτύπησαν μέχρι θανάτου καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

 
Ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Ὁσιομάρτυς

Συμμαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο, γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀφοῦ τὴν χτύπησαν μέχρι θανάτου.

 
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ συμμαρτύρησαν μὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες Βασίλειος, Στέφανος, Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἢ Λεγατοκρίων, δυὸ Γρηγόριοι καὶ ἄλλοι

Ἡ λύσσα τοῦ Κοπρωνύμου καὶ τῶν γύρω του δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ ἕνα θῦμα. Μετὰ τὸν Στέφανο ὑπέστησαν βασανισμοὺς καὶ θανάτους καὶ ἄλλοι ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἔτσι ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Βασίλειος, τυφλώθηκε ἀπὸ τοὺς δήμιους, ἐξακολουθῶντας νὰ διακηρύττει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του, καὶ στὴ συνέχεια τὸν σκότωσαν μὲ κλωτσιές.

Ἄλλος ἔπειτα, ὁ Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἐξορίστηκε στὴ Δαφνούσια, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ συνεχεῖς δαρμούς.

Ἄλλοι δὲ πάλι μὲ ἄλλο βάρβαρο τρόπο θανατώθηκαν ἢ ἐξορίστηκαν καὶ περνοῦσαν συνεχῆ μαρτυρικὴ ζωή.

 
Ὁ Ἅγιος Εἰρήναρχος καὶ οἱ Ἑπτὰ Ἅγιες Γυναῖκες ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Εἰρήναρχο

 


Ἀντιπαθοῦσε τοὺς χριστιανοὺς καὶ βοηθοῦσε τοὺς βασανιστὲς κατὰ τὸν διωγμὸ ποὺ ἔκαναν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Εἰρήναρχος γεννήθηκε εἰδωλολάτρης στὴν πόλη Σεβάστεια, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Διοκλητιανός.

Ἀλλ᾿ ἡ προσέγγιση, ἔστω καὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν μορφή, στοὺς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, φώτιζε σιγὰ-σιγὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Εἴρηναρχου. Ἔβλεπε ἐκεῖ ἥρωες πράους σὰν τ᾿ ἀρνιά, ἀλλὰ πιὸ ἀνδρείους καὶ ἀπὸ τὰ λιοντάρια.

Ἔμενε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστη καλοσύνη τῶν θυμάτων ἀκόμα καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δημίους τους. Θαύμαζε ἐπίσης, ὅτι καὶ τρυφερὲς παρθένες συμμετεῖχαν στὸν μοναδικὸ ἐκεῖνο ἡρωισμὸ καὶ τὴν ὑπέροχη αὐταπάρνηση.

Ἡ βαθμιαία αὐτὴ μεταβολὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Εἰρήναρχου κατάληξε στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ ἑπτὰ χριστιανὲς γυναῖκες ὑπέμεναν καρτερικότατα γιὰ τὴν πίστη τους, ὅλες τὶς τιμωρίες καὶ τὰ μαρτύρια.

Ἡ ὁμολογία ἐκείνη τοῦ Εἰρήναρχου στοίχισε τὸ θάνατό του μὲ ἀποκεφαλισμό. Καὶ τὸν ὑπέστη ὁ Εἰρήναρχος γεμάτος ἀγαλλίαση, διότι ἔλαχε καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸ ἔνδοξο καὶ μακάριο αὐτὸ τέλος (303 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εἰρήνης τὸν πρύτανιν, ὁμολογήσας πιστῶς, τῆς πλάνης τὸν τάραχον, κατέλιπες νουνεχῶς, θεόφρον Εἰρήναρχε, ὅθεν δι’ ὕδατος τέ, καὶ πυρὸς ὡς διῆλθες, ἔβης τροπαιοφόρος, πρὸς οὐράνιον λῆξιν, εἰρήνην καὶ σωτηρίαν, πάσιν αἰτούμενος.

Κάθισμα 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Γῆ καὶ ὑγρὰ τοὺς καρτερούς σου ἀγῶνας, κατεμερίσθη Ἀθλητὰ γενναιόφρον, δι' ὧν τῆς πλάνης ἔλυσας τὸ φρύαγμα, καὶ τὴν ὑπερκόσμιον, μετὰ πάντων Μαρτύρων, δόξαν αἰωνίζουσαν, ἐκληρώσω παμμάκαρ. Ἀλλ' ὑπὲρ πάντων πρέσβευε Χριστῷ, τῶν σὲ τιμώντων, τρισμάκαρ Εἰρήναρχε.

 
Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Θεόδωρος οἱ ἐπίσκοποι, Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος καὶ Νικηφόρος, οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωμᾶς οἱ διάκονοι, Ἰερόθεος, Δανιὴλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος, Εὐσέβιος οἱ μοναχοὶ καὶ Ἐτιμάσιος

Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη καὶ κέρδισαν τὰ μαρτυρικὰ στεφάνια στὴν Τιβεριούπολη τῆς Μακεδονίας. Συνελήφθησαν καὶ διατάχθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ὅλοι μαζὶ μὲ μία φωνή, διακήρυξαν ὅτι θὰ πεθάνουν πιστοὶ στὸν βασιλιὰ καὶ Σωτῆρα τους Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἔτσι ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισαν (363 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον 
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Μέγα καύχημα η Τιβερίων και οχύρωμα τους Ιεράρχας Ιερείς τε και Λευϊτας κατέχουσα, των γαρ ειδώλων την πλάνην ελέγξαντες των ασεβούντων νικηταί ανεδείχθησαν, ούτοι δαιμόνων αποσοβούντες τας φάλαγγας, ρώσιν δωρούνται πιστοίς οι Πεντεκαίδεκα.

 
Ὁ Ἅγιος Ῥωμανὸς ἐπίσκοπος Μακεδονίας

Ἡ μνήμη του δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν τοῦ Delehaye. Βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 σὰν ἐπίσκοπος Μακεδονίας.

ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

Τῌ ΚΗ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Στεφάνου τοῦ Νέου, καὶ τοῦ Ἁγίου

 Μάρτυρος Εἰρηνάρχου.

Τῇ ΚΗ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ 

Στεφάνου τοῦ Νέου.

Πληγεὶς νέε Στέφανε τὴν κάραν ξύλῳ,
Εὗρες πρεπόντως οὐχὶ γηράσκον στέφος.
Εἰκάδι ὀγδοάτῃ Στεφάνου Νέου κράτα θραῦσαν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, συρόμενος κατὰ γῆς, διὰ τὴν τῶν 

ἁγίων Εἰκόνων προσκύνησιν, τελειοῦται.
Ἐκ γῆς ἐπλάσθην, γῆ με δὴ καὶ κτεινάτω.
Πλάστου γὰρ αὐτῆς Ἀνδρέας τιμῶ τύπους.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ἅγιος Πέτρος, τυπτόμενος ὑπὲρ τῶν ἁγίων Εἰκόνων, τελειοῦται.

Ἂν εἰκόνων τύπτωσι τὸν Πέτρον χάριν,
Εὕρωσιν αὐτὸν πέτρινον τῷ σαρκίῳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ἁγία Ἄννα, τυπτομένη πρὸς τὸ κατειπεῖν τοῦ Ἁγίου Στεφάνου,

 τελειοῦται.

Μάστιξιν Ἄνναν εὐτόνως τετυμμένην,
Ἔδειξε Χριστὸς εὐπρεπῶς ἐστεμμένην.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν ἁγίων Μαρτύρων, τῶν συμμαρτυρησάντων τῷ

 Ἁγίῳ Στεφάνῳ, ὑπὲρ τῶν ἁγίων Εἰκόνων.

Τιμῶντες εἰκόνισμα σαρκός σου Λόγε,
θνῄσκουσιν οἱ ἅγιοι βίαιον μόρον.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Εἰρηνάρχου,

 καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἑπτὰ Ἁγίων γυναικῶν.

Τὸν Εἰρήναχον ἡ φονεύτρια σπάθη
Σῷ Σῶτερ εἰρήναρχε συντάττει μέρει.
Ἔδειξε νεκρὰς ἐν Σεβαστείᾳ πόλει
Γυναῖκας ἑπτὰ πανσεβάστους τὸ ξίφος.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος καὶ Θεόδωρος οἱ Ἐπίσκοποι. Πέτρος, 

Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος καὶ Νικηφόρος οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωμᾶς 
οἱ διάκονοι, Ἱερόθεος, Δανιήλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος, Εὐσέβιος 
οἱ μοναχοί, καὶ Ἑτοιμάσιος, ἐν Τιβεριουπόλει τελειοῦνται.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2012

Όσοι παραμελούν τις αρετές ...αυτοί χρησιμοποιούν μάταια την ψυχή τους.




Δεν θα παραλείψω στη διήγηση αυτούς που έχουν ζήσει μέσα στην περιφρόνηση για να επαινέσω έτσι τα κατορθώματά τους και για να ασφαλίσω τους αναγνώστες. Υπήρξε στην Αλεξάνδρεια κάποια μοναχή ταπεινή στην εμφάνιση, σοβαρή στην προαίρεση, πάρα πολύ πλούσια σε υλικά αγαθά, χωρίς να δώσει ποτέ δωρεάν ούτε έναν οβολό σε ξένο, σε μοναχή, στην εκκλησία, σε φτωχό. Αυτή παρ’ όλες τις πολλές, νουθεσίες των πατέρων δεν απάλλασσε τον εαυτό της από την περιουσία της. Είχε και συγγενείς απ’ τους οποίους υιοθετεί τη θυγατέρα της αδελφής της, στην οποία μέρα-νύχτα υποσχόταν την περιουσία της, επειδή είχε χάσει τον πόθο της για τον ουρανό. Γιατί κι αυτό είναι ένας τρόπος για να μας εξαπατά ο διάβολος, δηλαδή με το πρόσχημα της αγάπης για τους συγγενείς, μας προετοιμάζει να υποφέρουμε για την πλεονεξία μας. Είναι απ’ όλους παραδεκτό ότι αυτός δεν ενδιαφέρεται για τους συγγενείς, αφού μας προτρέπει σε αδελφοκτονίες, μητροκτονίες και πατροκτονίες. Αλλά κι αν ακόμη φανεί ότι ενδιαφέρεται για τους συγγενείς, δεν το κάνει αυτό από πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτούς, αλλά για να εξασκήσει την ψυχή τους στο κακό, επειδή γνωρίζει την απόφαση του Θεού που λέει ότι· «Οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν την βασιλεία του Θεού». Μπορεί βέβαια κανείς, όταν παρακινείται από θεϊκή φρόνηση, ούτε την ψυχή του να καταφρονήσει, αλλά και τους συγγενείς του να βοηθήσει, αν βέβαια έχουν ανάγκη. Όταν όμως κάποιος υποτάξει τελείως την ψυχή του στη φροντίδα των συγγενών, παραβιάζει τον νόμο του Θεού, αφού δεν υπολογίζει καθόλου την ψυχή του. Ψάλλει ο ιερός ψαλμωδός γι’ αυτούς που φροντίζουν την ψυχή τους με φόβο Θεού, λέγοντας· «Ποιός θα ανεβεί στο όρος του Κυρίου;» αντί για το πιο σπάνιο· «Ή ποιός θα σταθεί στον άγιο τόπο του Θεού; Αυτός που έχει καθαρά χέρια και ο καθαρός στην καρδιά, αυτός δηλαδή που δεν χρησιμοποίησε μάταια την ψυχή του». Γιατί όσοι παραμελούν τις αρετές, αυτοί χρησιμοποιούν μάταια την ψυχή τους, επειδή νομίζουν ότι διαλύεται μαζί με τη σάρκα τους.
Αυτήν τη μοναχή θέλησε να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, όπως λέμε, με εγχείρηση ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος, που ήταν προϊστάμενος στο πτωχοκομείο των αναπήρων, και σοφίστηκε το εξής τέχνασμα. Ήταν στα νιάτα του τεχνίτης πολύτιμων λίθων, αυτόν που ονομάζουμε Καβιδάριο. Πηγαίνει και της λέει· «Πολύτιμες πέτρες, αληθινά σμαράγδια και υάκινθοι έπεσαν στα χέρια μου, δεν ξέρω αν τις βρήκαν ή αν τις έκλεψαν. Δεν υπάρχει τιμή γι’ αυτές, γιατί είναι ανεκτίμητης αξίας. Αυτός που τις έχει τις πουλάει πεντακόσια νομίσματα. Αν νομίζεις ότι σου συμφέρει να τις πάρεις· από την πώληση μιας πέτρας μπορείς να πάρεις τα πεντακόσια νομίσματα, τις υπόλοιπες μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις για τον στολισμό της ανεψιάς σου». Κρεμασμένη απ’ τα χείλη του η μοναχή δελεάζεται και πέφτει στα πόδια του. «Πέφτω στα πόδια σου», του λέει, «ας μη τις πάρει κανείς άλλος». Την προτρέπει λοιπόν αυτός λέγοντας· «Έλα στο σπίτι μου να τις δεις». Αυτή δεν άντεχε να περιμένει, αλλά του προσφέρει τα πεντακόσια νομίσματα λέγοντας· «Πάρε τις πέτρες όπως θέλεις, γιατί εγώ δεν θέλω να δω αυτόν που τις πουλάει». Αυτός αφού πήρε τα πεντακόσια νομίσματα, τα πρόσφερε για τις ανάγκες του πτωχοκομείου.
Όταν πέρασε ένας χρόνος, επειδή σύμφωνα με τη γνώμη όλων ο γέροντας είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια, σαν φιλόθεος και ελεήμονας που ήταν, – έδρασε μάλιστα μέχρι εκατό ετών και τον πρόλαβα κι εγώ – ντρεπόταν να του θυμίσει την αγορά. Τέλος όταν τον βρήκε στην εκκλησία του λέει· «Σε παρακαλώ, τί έχεις να μου πεις για τις πολύτιμες εκείνες πέτρες για τις οποίες δώσαμε τα πεντακόσια νομίσματα;». Αυτός απάντησε· «Από τότε που μου έδωσες τα χρήματα, τα έδωσα για να αγοράσω τις πολύτιμες πέτρες. Αν θέλεις έλα στο σπίτι μου να τις δεις, γιατί εκεί βρίσκονται, έλα και εξέτασέ τες εάν σου αρέσουν, διαφορετικά πάρε πίσω τα χρήματά σου». Αυτή έσπευσε με μεγάλη ευχαρίστηση. Στέγαζε στο Πτωχοκομείο στον πάνω όροφο τις γυναίκες και στο ισόγειο τους άνδρες. Αφού την πήρε την οδήγησε στην είσοδο και της λέει· «Τί θέλεις πρώτα να δεις; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;». Αυτή του λέει· «Ό,τι νομίζεις εσύ». Την ανεβάζει στον πάνω όροφο και της δείχνει ανάπηρες γυναίκες με κατεστραμμένα πρόσωπα και της λέει· «Να οι υάκινθοι». Την κατεβάζει πάλι κάτω και της λέει δείχνοντας τους άνδρες· «Να τα σμαράγδια, αν σου αρέσουν, διαφορετικά πάρε τα χρήματά σου». Έτσι συγχυσμένη εκείνη βγήκε έξω και έφυγε και από τη μεγάλη λύπη της, επειδή δεν έκανε την ελεημοσύνη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αρρώστησε. Αργότερα ευχαρίστησε τον πρεσβύτερο, όταν η κόρη που κηδεμόνευε πέθανε μετά από έναν άτεκνο γάμο.
Συναντήσαμε τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, που λέγεται και Πυρρός, και μας διηγήθηκε τα εξής· «Άκουσα να λέει ο άββάς Ιωάννης ο Μωαβίτης ότι· Υπήρχε στην αγία πόλη κάποια μοναχή πολύ ευλαβής και με προκοπή βάδιζε τον δρόμο του Θεού. Επειδή τη φθόνησε ο διάβολος, εμπνέει σε κάποιον νεαρό έναν σατανικό έρωτα γι’ αυτήν. Η θαυμάσια εκείνη μοναχή, όταν αντιλήφθηκε την επιβουλή του δαίμονα και την απώλεια του νεαρού, αφού πήρε σ’ ένα καλαθάκι μερικά βρεγμένα όσπρια καταφεύγει στην έρημο. Έτσι προσφέρει στον νεαρό με την αναχώρησή της τη σωτηρία του με την απουσία ενοχλήσεων, και στον εαυτό της την ασφάλεια που παρέχει η έρημος.
Ύστερα από πολύ καιρό λοιπόν, σύμφωνα με την οικονομία του Θεού, για να μη μείνει άγνωστη η ενάρετη διαγωγή της, την βλέπει ένας αναχωρητής στην έρημο του αγίου Ιορδάνη και της λέει· «Αμμά, τί κάνεις σ’ αυτή την έρημο;». Αυτή, επειδή ήθελε να ξεφύγει από τον αναχωρητή, του λέει· «Συγχώρεσέ με, έχασα τον δρόμο, αλλά δείξε αγάπη, πάτερ, για το όνομα του Κυρίου, και οδήγησέ με». Αυτός με τη φώτιση του Θεού πληροφορήθηκε την ιστορία της και της λέει· «Πίστεψέ με, αμμά, ούτε τον δρόμο έχασες, ούτε τον ψάχνεις. Αλλά αφού γνωρίζεις ότι το ψέμμα προέρχεται από τον διάβολο, πες αληθινά την αιτία εξαιτίας της οποίας ήλθες εδώ». Τότε του λέει η μοναχή· «Συγχώρεσε με, αββά, επειδή κάποιος νεαρός σκανδαλίστηκε εξαιτίας μου, γι’ αυτό ήλθα σ’ αυτή την έρημο, επειδή έκρινα πως είναι καλύτερα να πεθάνω εδώ, παρά να γίνω εμπόδιο σε κάποιον σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου». Της λέει πάλι ο γέροντας· «Πόσον καιρό είσαι εδώ;». Του απαντά· «Έχω με τη χάρη του Χριστού δεκαεπτά χρόνια». Πάλι της λέει ο αναχωρητής· «Από πού βρίσκεις τροφή;». Αυτή, αφού παρουσίασε το καλαθάκι της και τα βρεγμένα όσπρια που είχε αυτό μέσα, λέει στον αναχωρητή· «Αυτό το καλαθάκι που βλέπεις, μαζί μου βγήκε από την πόλη έχοντας μέσα του κι αυτά τα λίγα βρεγμένα όσπρια και έτσι οικονόμησε ο Θεός τα πράγματα για μένα την ταπεινή, ώστε τόσον καιρό από αυτά τρώω και δεν λιγόστεψαν. Κι αυτό να ξέρεις πάτερ μου, ότι η αγαθότητα του Θεού έτσι με προφύλαξε, ώστε τα δεκαεπτά αυτά χρόνια δεν με είδε άνθρωπος παρά μόνον εσύ σήμερα. Εγώ όμως όλους τους έβλεπα». Κι αυτά αφού έμαθε ο αναχωρητής δόξασε τον Θεό.
(Δημ. Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», εκδ. Αδελφ. Η Αγία Μακρίνα, Θεσ/νίκη, σ. 109-115)
πηγή

ΕΤΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΤΟ ΠΟΡΝΕΙΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ .... ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ‏


Έρχεται κρύο πολύ. Τόσο πολύ κρύο που θα καίγονται οι ψυχές! Ανοίξανε οι πόρτες της κόλασης και οι φλόγες είναι έτοιμες να καταπιούν την ζωή και να «κεράσουν» με θάνατο εκείνους που με σκυμμένα τα κεφάλια θα διαβούν το κατώφλι του ζωντανού θανάτου.




Παγώνουν το βλέμμα οι ανθρώπινες σκιές και οι ψυχές που ρίχνονται στο αδηφάγο στόμα του θανάτου, για να χορτάσουν το θηρίο. Δαίμονες χορεύουν ολόγυρά μας, πανευτυχείς για το σχέδιο που πέτυχε, για τις ψυχές που ξεγέλασαν και που έσυραν στα καταχθόνια άδυτα της ζώσας κόλασης που χαμογελά βλέποντας την μεγάλη αυτή επιτυχία…

Πιάνω μια χούφτα γης και την ζυγίζω, προσπαθώντας με το νου μου να βρω την πραγματική της αξία. Βάζω από την άλλη όλα τα πλούτη του κόσμου, όλα τα χρυσάφια, όλα τα ρουμπίνια... και σκύβω το κεφάλι κατανοώντας το άδικο, νιώθοντας το λάθος να διαπερνά την ψυχή μου. Όλα ετούτα τα χρυσάφια, όλες ετούτες οι λάμψεις, δεν αξίζουν πιότερο από μια χούφτα γης της αιματοβαμμένης πατρίδας μου. 
Μήτε έναν κόκκο άμμο της πατρίδας μου δεν μπορούνε να αγοράσουν οι πανίσχυροι αυτής της γης. Μήτε με έναν κόκκο άμμου δεν μπορούνε να γίνουνε ισάξιοι οι δαίμονες που χοροπηδούν και αφοδεύουν τώρα επάνω στα τιμημένα ετούτα χώματα…

Κι όμως, κάποιοι διαβουλεύθηκαν ετούτη τη γη και την βρήκανε λειψή σε αξία μπροστά στα πρόσκαιρα γυαλιστερά πλούτη...!!!

Πόσο μικροί βρεθήκαμε όλοι εμείς, πόσο τιποτένιοι σταθήκαμε στο κάλεσμα της ιστορίας, για να μοιάσουμε και να τιμήσουμε τη γη που μας γέννησε, τη γη που μας έθρεψε, τη γη που μας έκανε άνδρες και που μας επέτρεψε να περπατούμε περήφανοι πάνω στα χώματά της…!
Κι αφήσαμε άλλους να διαφεντέψουν την ζωή μας…
Κι επιτρέψαμε σε άλλους να μετρήσουν την αξία μας…
Και ξεχάσαμε το προγονικό μας χρέος, ξεχάσαμε πως ετούτη η γη ανήκει σε εκείνους που έφυγαν και μας την αφήσανε βαριά κληρονομιά, να την παραδώσουμε ολόκληρη κι απάτητη σε εκείνους που έρχονται…
Και βάλαμε στο καντάρι νεκρούς κι αποθαμένους και τους πετάξαμε στον βόθρο της λήθης, στις τρύπες των δαιμόνων που σηκώθηκαν βλέποντας την δειλία μας και γέμισαν τον ουρανό για να μας κρύψουν τα χρώματα, για να μας κρύψουν τον ορίζοντα, για να μην δούμε τον δρόμο του δικού μας χρέους…
Και γίναμε σκιές…
Και γίναμε χειρότεροι κι από τα ζώα…
Κι αφήσαμε να μετρήσουνε τις ζωές μας οι δήμιοι κι αφού τις βρήκανε αδειανές, τις πέταξαν για να γίνουνε τροφή των δαιμόνων, των παθών και της μαλθακότητάς μας.

Σιμώνει η μέρα που θα τρέξουμε να ζητήσουμε έλεος από την γη που προδώσαμε, από τους νεκρούς που επιτρέψαμε να βεβηλώσουν τα πεινασμένα όρνια που κατασπαράζουν τις σάρκες μας. Τροφή στα θηρία δώσανε οι μάνες τις κόρες κι οι πατεράδες τους γιούς…, ελπίζοντας πως η γεύση των αγέννητων θα κορέσει την πείνα του θηρίου και θα γλιτώσουν οι ίδιοι…
Βάλαμε το χρήμα πάνω απ’ όλα και στο τέλος χάσαμε τη λευτεριά μας, πουλώντας την στα σκλαβοπάζαρα των ισχυρών που νοιάστηκαν να μας «φροντίσουν».
Γεμίσαμε τα πορνεία των δαιμόνων με τις ψυχές αθώων παιδιών, ελπίζοντας πως αυτοί δεν θα ξεσπάσουν επάνω μας την βρωμιά της παραδομένης στους δαίμονες ψυχής τους…
Μετρήσαμε την πατρίδα με το χρήμα και μένουμε τώρα χωρίς να βρούμε γη να μας αναπαύσει…
Τ’ αλλοτινά θηρία, γενήκαμε κιοτήδες του κερατά που σέρνονται παρακαλώντας για ένα πιάτο φαγητό, για μια αχτίδα ζέστης… μέσα στην παγωμένη κόλαση που τόσο άσκεφτα μπήκαμε, τάχατες για να σωθούμε.

Και κλείνουν μια – μια οι πόρτες, πέφτουν τα μάνταλα κι είναι βαρύς ο ήχος της σκλαβιάς που φέρνουν.
Κι όμως, αν νωρίς πιάναμε μια χούφτα από ετούτη τη γη, μια χούφτα θάλασσας αν πιάναμε για να κοιταχτούμε, τι άραγε θα γινόταν; Κλαίει η ψυχή και τα δάκρυά της σταλάζουν στην καρδιά για να της δώσουνε το θάρρος που πρέπει, για να στηρίξουνε την μεγαλοσύνη και να διώξουνε τον φόβο μακριά…
Όποιος ακούσει αυτό το κλάμα, όποιος σκύψει να πιάσει ετούτη τη γη, όποιος στα χείλη του φέρει το νερό της θάλασσας και βρει τη δύναμη να κοιτάξει στον απέραντο ουρανό, εκείνος θα νιώσει και την αξία του πραγματικού του χρέους, εκείνους θα στέρξει η ζωή του να γίνει δαυλός μέσ’ το σκοτάδι που σήμερα βαδίζουμε, μέσα στην κόλαση που σήμερα δεχθήκαμε να γίνει σύντροφός μας, μέσα στο μαύρο που σκέπασε τον λογισμό μας.

Προσευχηθείτε αδέρφια. Το σκοτάδι έρχεται να γίνει σύντροφός μας και να μας ταλαιπωρήσει, επειδή δεν σταθήκαμε ικανοί να ευεργετήσουμε τον Θεό μας που απλόχερα έδωσε το σπίτι του για πατρίδα μας. Το σπίτι που εμείς βάλαμε υποθήκη όταν ανοίξαμε δουλειές με τους δαίμονές μας…
Δικό μας, όμως, είναι ετούτο το σπίτι, δικιά μας είναι ετούτη η πατρίδα. Γιατί ό,τι ο Θεός χαρίζει δεν το παίρνει πίσω. Ας στέρξουμε, λοιπόν, στα λάθη μας κι ας του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να πάρουμε το χάρισμά του πίσω… Δικό μας θα ‘ναι αν είμαστε ειλικρινείς απέναντί του. Δικιά μας θα ξαναγίνει η ζωή μας αν την απαιτήσουμε αντρίκια και όχι σαν ζητιάνοι… Και να θυμάστε, την πίστη μας φοβούνται οι δαίμονες, την πίστη μας φοβούνται οι δήμιοί μας, την πίστη μας τρέμουν οι εκπορνευτές των ψυχών μας. Χαίρονται που γέμισαν με μαύρο την ζωή μας, που σκέπασαν με γκρίζο την πατρίδα μας, που κομμάτιασαν τη γη που δόξασε την ελευθερία και που πρώτη τίμησε την ανδρεία...

Σιμώνει, λοιπόν η ώρα εκείνη που θα μετρήσουμε την καρδιά μας, που θα λυγίσουμε κοιτώντας το μαύρο της ψυχής μας, που θα αποφασίσουμε να σηκωθούμε για να πάρουμε στα χέρια μας την ζωή μας και να ρίξουμε ολόγυρά μας το φως για να διώξουμε τους δαίμονες που τώρα κάνουν το δικό τους πανηγύρι. 
Μέχρι όμως να έρθει εκείνη την ώρα –και θά 'ναι γρήγορα- εμείς πρέπει να μάθουμε σαν καλοί πολεμιστές τις αδυναμίες μας για να τις κρύψουμε καλά στην μεγάλη μάχη του ανθρώπου απέναντι στα κτήνη… Θα πρέπει να μάθουμε καλά τα βήματα της καρδιάς, που θα συνοδεύσουν τον χορευτή που ατρόμητος θα χορέψει στην απόκοσμη μουσική του καλέσματος των προγόνων...
Τώρα, πέφτει το μεγάλο σκοτάδι της νύχτας. Μα να θυμάστε όλοι, πως αυτό το σκοτάδι κρατάει λίγο και μετά έρχεται η αυγή...

Η ψυχή σαν κερί ή σαν πυλός;




"Ο Θεός, καθώς λέγει η Γραφή, είναι ήλιος δικαιοσύνης, που με τις ακτίνες της καλοσύνης Του ομορφαίνει το σύμπαν. Η ψυχή πάλι, ανάλογα με την προαίρεσή της, γίνεται ή κερί, σαν φιλόθεη, ή πηλός, σαν φιλόυλη. Όπως λοιπόν ο πηλός, όταν εκτεθεί στον ήλιο, ξεραίνεται και το κερί μαλακώνει, το ίδιο κι η ψυχή. Εκείνη που είναι δοσμένη στα εγκόσμια και υλικά, όταν έλθει σ’ επαφή με τον Θεό, σκληραίνεται. Η φιλόθεη ψυχή όμως, όταν εκτεθεί στις φλογερές ακτίνες της θείας αγάπης, απαλύνεται, αποτυπώνει τους χαρακτήρες των Αγίων και γίνεται κατοικία Θεού."

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Προσευχή στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ


Ο Στάρετς έτρεφε ιδιαίτερη, μπορεί να πει κανείς ,τρυφερή αγάπη και αφοσίωση στη Μητέρα του Θεού και δεν έβρισκε λόγια για να εκφράσει και τη δική Της αγάπη στους ανθρώπους και τη δική του προς Αυτήν.
Κάποιος χριστιανός είδε ένα θαυμαστό όραμα των μονών του παραδείσου που είχαν μια ασυνήθιστη ομορφιά .Ιδιαιτέρως διακρινόταν για την ομορφιά του ένα ανάκτορο. Ρώτησε:
- Ποιός κατοικεί εκεί;
- Η Μητέρα του Θεού, του απάντησαν.
- Και που είναι τώρα; Γιατί δεν είναι εδώ;
- Βρίσκεται στη γη… βοηθάει τους ανθρώπους.
Ο Πατήρ Σάββας συχνά προσέφευγε κατά την προσευχή στη Μητέρα του Θεού και την ονόμαζε «Βροντή κατά των δαιμόνων», γιατί δεν υπάρχει τίποτε φοβερώτερο για τους δαίμονες από την παρουσία της Παναγίας. Αυτοί δεν μπορούν να βλάψουν τον άνθρωπο, αν εκείνος δεν εγκαταλείψει την Υπεραγία Θεοτόκο.
Όλη η ζωή του στάρετς πέρασε κάτω από την προστασία της Παναγίας. Ο στάρετς μέσα στο ιερό πολλές φορές, όταν είχε ελεύθερο χρόνο, συνομιλούσε φωναχτά μ’ αυτήν , ξεχνώντας ότι κοντά του βρίσκονταν άνθρωποι. Διηγόταν πώς προσευχόταν ο ηγούμενος Αλέξιος στη Μητέρα του Θεού. Συχνά μιλούσε μαζί Της σαν με κάποιο κοντινό του άνθρωπο!
- Κι εγώ σας ζητώ αγαπημένα μου τέκνα, έλεγε, με ζήλο να προσεύχεσθε στην Υπεραγία Θεοτόκο, πάντοτε να παίρνετε την ευλογία Της για κάθε έργο σας. Και μην λησμονείτε να την ευχαριστείτε μετά το τέλος του έργου σας για τη βοήθεια που σας έστειλε. Σας ζητώ ιδιαιτέρως να κάμετε τον Θεομητορικό Κανόνα -150 φορές το «Θεοτόκε Παρθένε» – και να διαβάζετε το «ακοίμητο Ψαλτήρι». Το θεόπνευστο βιβλίο του ψαλτηρίου είναι γραμμένο από τον Προφήτη Δαϋίδ με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος. Από την ανάγνωση του Ψαλτηρίου υπάρχει μεγάλη ωφέλεια. Ένας ευσεβής χριστιανός είχε θερμή επιθυμία να διαβάζει το «Ψαλτήριον» αλλά μετά από κάθε αμέλεια ο ζήλος του ψυχράνθηκε . Τότε εμφανίστηκε στον ύπνο του η Παναγία και του είπε τρυφερά: «Πρέπει , τέκνο μου, να διαβάζεις το Ψαλτήρι. Αυτό είναι η ζωή σου».
Κάποτε ο π.Σάββας ,στη βιογραφία του ιερομονάχου Παρθενίου ,βρήκε ένα σημείο όπου λεγόταν ότι είχε δεχθεί ένα λογισμό αμφιβολίας για το αν η Υπεραγία Παρθένος ήταν η πρώτη μοναχή στη γη. Κοιμήθηκε ελαφρά και βλέπει μέσα από την Πύλη της Λαύρας του Κιέβου να έρχεται με τη συνοδεία μεγάλου πλήθους Αγγέλων μια μεγαλόπρεπη Μοναχή με μοναχικό μανδύα και ράβδο στα χέρια. Πλησιάζοντας σ’ αυτόν, του λέει: «Παρθένιε, εγώ είμαι μοναχή». Εκείνος ξύπνησε και από τότε ονόμαζε την Παναγία Ηγουμένη της Λαύρας.
Από το βιβλίο: « ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ
Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Τέλη Νοεμβρίου 1912: Ὁ ποιητὴς Λορέτζος Μαβίλης πέφτει ἡρωικὰ στὸ πεδίο τῆς μάχης στὸ Δρίσκο τῆς Ἠπείρου


Τότε, ποὺ οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι μάτωναν γιὰ τὴν πατρίδα…
Τοῦ Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη
Τέτοιες μέρες, τὸ Νοέμβρη τοῦ 1912, πρὶν ἀπὸ 100 χρόνια, ἔπεφτε πολεμώντας ἡρωικὰ στὸ Δρίσκο τῆς Ἠπείρου, ὁ ποιητὴς Λορέντζος Μαβίλης, γράφοντας μὲ τὸ αἷμα τοῦ τὸ καλύτερο ποίημα τῆς ζωῆς του! Τότε, ποὺ οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, μαζὶ μὲ τὴν πένα, κρατοῦσαν καὶ τὸ ὅπλο…
Γεννήθηκε στὶς 6-9-1860 στὴν Ἰθάκη. Εἶχε ἱσπανικὴ καταγωγή, ἀφοῦ ὁ παππούς του, ἰσπανὸς πρόξενος, νυμφεύθηκε κερκυραία ἀρχοντοπούλα καὶ ὁ πατέρας τοῦ Παῦλος, δικαστής, νυμφεύθηκε τὴν Ἰωάννα Καποδίστρια-Σούφη. Ὁ Λορέντζος εἶχε ζωηρὴ ἑλληνικὴ συνείδηση.
Ὅταν ξέσπασε τὸ 1896 ἡ κρητικὴ ἐπανάσταση μὲ τοὺς τούρκους νὰ σφάζουν τοὺς χριστιανοὺς στὰ Χανιά, ὁ Μαβίλης ἔτρεξε ἐθελοντής, πολέμησε στὰ κρητικὰ βουνὰ καὶ τραυματίστηκε στὸ χέρι. Καὶ ὅταν κηρύχθηκε ὁ ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος συγκρότησε σῶμα ἐθελοντῶν ἀπὸ 70 κερκυραίους, τοὺς ὤπλισε μὲ δικά του χρήματα καὶ τράβηξαν γιὰ τὴν Ἤπειρο νὰ πολεμήσουν… Τὸ 1910 ἐξελέγη βουλευτὴς καὶ μνημειώδεις παρέμειναν οἱ ἀγορεύσεις του στὴ Βουλὴ γιὰ τὸ γλωσσικὸ ζήτημα, ποὺ βρισκόταν τότε σὲ μεγάλη ὀξύτητα. Στὴν ἱστορία ἔχει μείνει καὶ ἡ κοφτερή του φράση: «δὲν ὑπάρχει γλώσσα χυδαία, ὑπάρχουν μόνο χυδαῖοι ἄνθρωποι».
Ἡ ποίηση τοῦ Μαβίλη ἀντιπροσωπεύεται κυρίως ἀπὸ 60 δεκατετράστιχα σονέττα, ποὺ κάλλιστα μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ καλύτερα ἀντίστοιχα ξένων ποιητῶν: «Λήθη», «Μούχρωμα», «Ἐλιά», « Καλλιπάτειρα», «Ἄνθρωπος», συγκίνησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συγκινοῦν…
Τὸ θέρος τοῦ 1912, τὸ ἐθνικὸ προσκλητήριο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων τὸν ξεσήκωσε ἀπὸ τοὺς πρώτους. Βέβαια τώρα ὁ ποιητὴς δὲν εἶχε τὶς οἰκονομικὲς δυνατότητες νὰ συγκροτήσει, ὅπως ἄλλοτε, δικό του ἐθελοντικὸ σῶμα. Κατατάχθηκε στὸ σῶμα τῶν Γαριβαλδινῶν ὡς ἁπλὸς στρατιώτης κι...
 ἂς ἦταν 52 ἐτῶν! Ὅμως ὁ Ἀλέξανδρος Ρώμας, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ σώματος, ἐπέμενε νὰ τὸν κάνουν λοχαγὸ γιὰ νὰ ἀπόφευγε μερικὲς ἀπὸ τὶς κακουχίες τοῦ πολέμου.

Ὁ Μαβίλης τελικὰ δέχτηκε κι ἔγινε λοχαγός, ἀλλὰ συμμερίστηκε ὅλες τὶς κακουχίες καὶ τὶς ταλαιπωρίες τῶν στρατιωτῶν του. Βρέθηκε στὶς ὄχθες τοῦ παραπόταμου τοῦ Ἀράχθου, Μπαλντούμα, καὶ βρῆκε τὸ γεφύρι γκρεμισμένο. Μπῆκε μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες στὸ νερὸ ὡς τὸ στῆθος, ἀρνούμενος νὰ τὸ περάσει καβαλάρης…
Τέλη Νοεμβρίου 1912, οἱ Γαριβαλδινοὶ βρίσκονταν στὰ ὑψώματα τοῦ Δρίσκου ποὺ εἶχαν καταλάβει μετὰ ἀπὸ σκληρὲς μάχες. Μὰ οἱ Τοῦρκοι συγκέντρωσαν ὑπέρτερες δυνάμεις καὶ ἔκαναν ἀντεπίθεση. Οἱ ὀβίδες ἀπὸ τὸ πυροβολικὸ τοῦ ἐχθροῦ ἔσκαγαν στὶς θέσεις τους σὰν καταιγίδα ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη. Τὸ βράδυ τῆς 28ης Νοεμβρίου ἔκαναν πολεμικὸ συμβούλιο, μιλοῦσαν ὅλοι γιὰ δύσκολη κατάσταση καὶ ἔπρεπε νὰ συμπτυχθοῦν. Ὅλοι συμφώνησαν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μαβίλη. « Ἐγὼ θὰ μείνω» εἶπε, κι ἔμεινε.
Ἡ μάχη ποὺ ἀκολούθησε ἦταν μοιραία γιὰ τὸν ποιητή. ΄Ἕνα βόλι τὸν χτύπησε στὸ πρόσωπο. Ζαλισμένος δοκίμασε νὰ πάει δίπλα στὸ ἐκκλησάκι ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ πρόχειρο χειρουργεῖο γιὰ τὶς πρῶτες βοήθειες. Μία δεύτερη σφαίρα τὸν χτύπησε κατάστηθα, τὸ αἷμα ἔτρεχε ποτάμι καὶ ὁ Λορέντζος σωριάστηκε καταγῆς… Τὰ τελευταία του λόγια: «ἐπερίμενα πολλὲς τιμὲς ἀπὸ τοῦτον τὸν πόλεμο, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴν τιμὴ νὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου γιὰ τὴν Ἑλλάδα μου». Μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ πάπα-Φώτης, ὁ ἱερέας τοῦ Σώματος, τούκλεισε τὰ μάτια καὶ οἱ Γαριβαλδινοὶ σὲ στάση προσοχῆς τὸν ἀποχαιρέτησαν στρατιωτικά…

Ἀπὸ τὰ καλύτερα ποιήματα τοῦ «H Λήθη»
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποῦ λησμονᾶνε τὴν πίκρια τῆς ζωῆς.
Ὄντας βυθίσει ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νάναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν
καὶ πᾶνε στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἃ στάξει γὶ  αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
 Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποῦ μέσα τοὺς κοιμοῦνται.
Ἃ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν».

Λόγοι Αγίων Πατέρων για τον πλούτο











Γιατί περιποιείσαι τον πλούτο, τον οποίο ουδέποτε είναι δυνατό
 να συγκρατήσεις; Θέλεις να τον κρατήσεις πράγματι; 
Μην τον κρύψεις, αλλά δώσε τον στα χέρια των φτωχών.

Εκείνος που σκόρπισε τα υπάρχοντα του και τα μοίρασε στους
 φτωχούς, έκανε καλή χρήση των υπαρχόντων του, και έφυγε 
από τον κόσμο αυτό έχοντας πραγματικά την κυριότητα του 
πλούτου του.
Εκείνος που θέλει να πλουτίζει, έχει διαρκώς ανάγκη χρημάτων
. Ενώ εκείνος που δεν θέλει να πλουτίζει, είναι διαρκώς πλούσιος.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Ο πλούτος ούτε σώζει ούτε κολάζει, αλλά η χρήση του πλούτου,
 η μεν καλή σώζει, η δε κακή κολάζει.

Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης, αλλά κακός κύριος.

Τα χρήματα είναι άχρηστο πράγμα σ’ εκείνους που μόνο
 τα έχουν, 
αλλά πολύ χρήσιμο, σ’ εκείνους που ξέρουν να τ
α μεταχειρίζονται καλά.

Όποιος προτιμάει τον πλούτο από την τιμή, δεν είναι άξιος, 
ούτε του πλούτου ούτε της τιμής.

Μην προσπαθείς ν’ αυξήσεις τα κτήματα σου, αλλά να
 λιγοστεύεις την επιθυμία σου.

Ανώνυμων Πατέρων
πηγή

Αιτίες του θυμού.



 Όπως ο πυρετός του σώματος είναι μεν ένας στην ουσία, αλλά έχει πολλές αφορμές που τον δημιουργούν, έτσι και η εμφάνιση και έξαψη του θυμού, καθώς βέβαια και των άλλων παθών μας, οφείλονται σε πολλές και διάφορες αιτίες. Γι’ αυτό και είναι αδύνατον να ορίσουμε τον ίδιο τρόπο για την αντιμετώπισή τους. Η αρχή της θεραπείας θα είναι να γνωρίσει ο ασθενής την αιτία του πόνου και της οδύνης του. Και εφόσον ευρεθεί η αίτια, τότε εμείς που ασθενούμε θα πάρουμε την κατάλληλη αλοιφή από την Πρόνοια του Θεού και τους πνευματικούς ιατρούς μας.

Ας στήσουμε κατά κάποιο τρόπο ένα φανταστικό δικαστήριο. Όσοι θέλουν να μας ακολουθούσουν, με τη Χάρη του Κυρίου, ας εισέλθουν σ’ αυτό το δικαστήριο και ας εξετάσουν κάπως μαζί μας τα προηγούμενα πάθη και τις αιτίες τους. Ας δεθεί λοιπόν ο θυμός, ο τύραννος, με τα δεσμά της πραότητας. Ας κτυπηθεί με τη μακροθυμία, ας συρθεί με την αγία αγάπη, ας παρουσιασθεί στο δικαστικό βήμα του λόγου και ας ανακριθεί καταλλήλως:

Λέγε μας, ω παράφρον και άσεμνε, τα ονόματα του πατέρα σου και της μητέρας που κακώς σε γέννησαν, καθώς και των υιών και των βδελυκτών θυγατέρων σου. Και όχι μόνο αυτά, αλλά να μας εξηγήσεις επιπλέον, ποιοί είναι αυτοί που σε πολεμούν και σε φονεύουν.

Και αυτός, ο θυμός δηλαδή, απαντώντας θα μας πει περίπου τα εξής:

Οι αίτιες που με γεννούν είναι πολλές. Και ο πατέρας μου δεν είναι ένας. Μητέρες μου είναι η κενοδοξία, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία· μερικές φορές και η πορνεία. Εκείνος που με γέννησε ονομάζεται τύφος, δηλαδή έπαρση. Οι θυγατέρες μου ονομάζονται μνησικακία, έχθρα, δικαιολογία, μίσος. Οι εχθροί μου, από τους οποίους τώρα κρατούμαι δεμένος είναι αντίπαλοι των θυγατέρων μου, η αοργησία δηλαδή και η πραότητα. Αυτή που με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...