Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2013

Κυριακή ΙΒ Λουκά Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ (Λουκ. 17, 12-19) Τόσο δρόμο γιά ἕνα «εὐχαριστῶ»; +Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου



Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά, του π. Μελετίου Καλαμαρά
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
(Λουκ. 17, 12-19)
Τόσο δρόμο γιά ἕνα «εὐχαριστῶ»;

            Ἀκούσαμε στό εὐαγγέλιο μιά πολύ διδακτική ἱστορία πού μᾶς ἀφορᾶ ὅλους.
            Ἐνῶ ὁ Χριστός πήγαινε σέ ἕνα χωριό, τόν προαπάντησαν δέκα λεπροί. Δέκα ἄνθρωποι πού εἶχαν προσβληθεῖ ἀπό τήν ἄσχημη καί δύσκολη ἀρρώστεια τῆς λέπρας. Πού διαλύει τό σῶμα καί καταθλίβει τή ζωή.
            Στάθηκαν μακρυά, γιατί τότε θεωροῦσαν τήν λέπρα πολύ κολλητική καί μάλιστα μέ τίς συνθῆκες διαβίωσης ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Καί ἄρχισαν νά φωνάζουν ὅλοι μαζί: «Ἰησοῦ υἱέ τοῦ Δαυΐδ ἐλέησέ μας».
            Ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Πηγαίνετε καί δεῖχτε τόν ἑαυτό σας στούς ἱερεῖς». Γιατί ἐκεῖνοι εἶχαν τήν ἁρμοδιότητα τότε νά βεβαιώνουν γιά τόν Ἰσραήλ, ἄν ἕνας ἄνθρωπος εἶχε θεραπευθεῖ.
            Αὐτοί ὑπάκουσαν στό λόγο τοῦ Χριστοῦ καί ξεκίνησαν. Καθώς προχωροῦσαν κατάλαβαν ὅτι θεραπεύθηκαν ἐντελῶς.
            Δέν θά ἦταν ἄστοχο νά ὑποθέσουμε, ὅτι ἀνάμεσά τους ξέσπασε τότε ἕνας καυγᾶς. Ἐνῶ μέχρι τήν ὥρα πού ἔγιναν καλά, ἡ ἀρρώστεια τούς ἕνωνε καί τούς ἔκανε καί πῆγαν ὅλοι μαζί στόν Χριστό καί τοῦ φώναξαν: «Ἰησοῦ ἐλέησέ μας καί καθάρισέ μας ἀπό τήν ἀρρώστεια μας», τότε ἄρχισαν νά τσακώνονται.
            -Νά πᾶμε νά τόν εὐχαριστήσομε. Ἔλεγε ὁ ἕνας.
            -Σοβαρά μιλᾶς; Δέν βλέπεις πόσο μακρυά εἴμαστε; Θά ξαναγυρίσομε τόσο δρόμο, γιά νά ποῦμε ἕνα «εὐχαριστῶ»;
            -Ἔλα καϋμένε. Τοῦ τό λέμε ὅταν τόν ξανασυναντήσομε. Ἐκεῖνο πού ἔπρεπε, ἔγινε.
            Καί σκορπίστηκαν ὅλοι ἄγνωστο σέ ποιά κατεύθυνση.
            Μά ἕνας ἐπέμενε:
            -Ἐγώ, γυρίζω πίσω...
            Πραγματικά, γύρισε, βρῆκε τόν Χριστό, ἔπεσε κάτω, τόν προσκύνησε καί τοῦ εἶπε ὅτι τόν εὐχαριστεῖ μέ ὅλη του τήν καρδιά.
            Ὁ Χριστός κούνησε τό κεφάλι καί εἶπε: «Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν»; Δέν γίνατε καλά καί οἱ δέκα; Μοναχός σου ἔγινες καλά; «Οἱ δέ ἐννέα ποῦ»;
            Οἱ ἄλλοι ἐννέα γιατί δέν γύρισαν νά μοῦ ποῦν «εὐχαριστῶ»; Γιατί;
Ποιά εἶναι ἡ προτεραιότητά σου;
            Ἴσως ἐκεῖνος πού γύρισε, καί ἦταν Σαμαρείτης, ξένος δηλαδή, θά μποροῦσε νά τοῦ πεῖ «γιατί δέν γύρισαν». Τό Εὐαγγέλιο δέν ἐπεξηγεῖ τά αὐτονόητα.
            Καί ἐμεῖς εὔκολα καταλαβαίνομε τό «γιατί».
            Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἔχουν σέ πρώτη προτεραιότητα τά «ἔξω», ἐνῶ τά «μέσα» τά θεωροῦν δεύτερα καί τρίτα. Αὐτή ἡ προτεραιότητα ἰσοπεδώνει ἐντελῶς τά ἄλλα, τά πνευματικά.          Ὅταν ἔχει ἕνας προτεραιότητα τά «ἔξω», ἄν θά φάει καλά, ἄν θά τήν ἔχει τήν τσέπη του γεμάτη, ἄν θά διασκεδάσει καλά, μέ τά «ἔσω» δέν μπορεῖ νά συμβιβαστεῖ εὔκολα. Γιατί, γιά παράδειγμα, δέν γίνεται διασκέδαση, χωρίς νά διασκεδάσεις εἰς βάρος κάποιου. Τί γίνεται στίς περισσότερες σημερινές διασκεδάσεις; Ἀσχήμιες, ναρκωτικά, κλεψιές, διαπλοκές... καί πολλά παρόμοια. Διαφορετικά δέν βγαίνει διασκέδαση.
            Ἀλλά ὅσο προχωροῦν τέτοια ἔργα, τόσο ἡ καρδιά μαυρίζει πιό πολύ.
            Τί σημαίνει «μαυρίζει»; Σημαίνει ὅτι δέν ἀνοίγουμε ἕνα παραθυράκι νά δεῖ λίγο φῶς. Γιατί δέν τό ἀντέχει τό φῶς.
            Πῶς νά τό ἀντέξει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὅταν ἀκούει ὅτι «οἱ τά τοιαῦτα πράσσοντες, αὐτοί πού κάνουν τέτοια πράγματα, ζωήν αἰώνιον, οὐ κληρονομήσουσι»;
            Δηλαδή, γιά κοίταξε ἄνθρωπε κατά ποῦ πᾶς;
Ποιά εἶναι ἡ προτεραιότητά σου;
            Ἡ αἰώνια ζωή ἤ αὐτή ἐδῶ πού δέν ξέρεις πόσο θά διαρκέσει. Τό ἔχομε σίγουρο ὅτι θά ζοῦμε αὔριο; Μπορεῖ κανείς νά μᾶς τό ἐγγυηθεῖ; Κανένας δέν ἔχει τίποτε σίγουρο.
            Καί ἀφοῦ δέν ἔχεις ἀδελφέ μου τήν ἄλλη μέρα, νά μήν ποῦμε τήν ἄλλη ὥρα στό χέρι σου, τί «χάνεσαι» γι’ αὐτή τήν μάταιη ζωή; Καί ρίχνεις ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου, σ’ αὐτή τήν μάταιη ζωή;
            Ὁ ἄνθρωπος πού προσέχει περισσότερο τήν παροῦσα ζωή ἀπό τήν αἰώνια εἶναι ἀνόητος...
Ἡ γλυκειά λέξη
            «Οὐχ εὑρέθησαν, δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ»...
            Νά τό λάθος πού ἔκαναν οἱ ἐννέα λεπροί, μέ τό νά προσέχουν τά «ἔξω» καί νά μήν νοιάζονται γιά τά «μέσα».
            Τί ἔπρεπε νά ποῦν;
            -Θεραπευθήκαμε!  Δόξα τῷ Θεῷ. Μέ ἕνα λόγο ἐκείνου τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου. Μά καλά. Οἱ γιατροί μόνο μέ εὐχές θεραπεύουν; Ὄχι. Τί εἶναι λοιπόν ἡ θεραπεία μας;
            Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καί ποῦ τό πάει ὁ Θεός; Τί μᾶς ζητᾶ;
            Ἀλλά δέν ἀσχολήθηκαν μέ τέτοιους προβληματισμούς.      Δέν τό συζήτησαν τό γεγονός μέ τόν ἑαυτό τους. Τό παραμέρισαν ἀπό τόν ἑαυτό τους, ἀπό τή ζωή τους. Καί «οὐχ εὑρέθησαν, δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ».
            Γιά ποιό λόγο; Γιατί δέν ἔκαναν τόν κόπο νά συνδέσουν ἐκεῖνο πού ἔγινε, μέ Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Τί λέμε στήν προσευχή μας;
            «Ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων». Ὅλα τά καλά ἔρχονται ἀπό Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ πηγή κάθε ἀγαθοῦ.
            Γράφει στά ἀπομνημονεύματά του ὁ πολιτικός τῶν Ἰνδιῶν Γκάντι.
            «Ἐπισκέφθηκα μιά φτωχή χώρα. Καί μαθημένος νά ζῶ ταπεινά καί φτωχά, πῆγα σέ ἕνα ἑστιατοριάκι Β΄ κατηγορίας γιά νά φάω. Ἦλθε ἕνας ἄνθρωπος καί μέ περιποιήθηκε. Στό τέλος πού τόν πλήρωσα, τοῦ εἶπα: «Σ’ εὐχαριστῶ γιά τήν προθυμία μέ τήν ὁποία μέ περιποιήθηκες, σ’ εὐχαριστῶ πολύ». Ὅταν μέ ἄκουσε, γέμισαν τά μάτια του δάκρυα. Καί μοῦ εἶπε: «25 χρόνια δουλεύω σ’ αὐτό  τό ἑστιατόριο πρώτη φορά ἀκούω αὐτά τά γλυκά λόγια. «Εὐχαριστῶ»».
            Λέει κάποιος σοφός συγγραφέας:
            «Πῆρα τήν ἀπόφαση νά γράψω ἕνα βιβλίο γιά τήν εὐγνωμοσύνη. Γιά τήν εὐχαριστία. Καί λοιπόν ὅταν ἄρχισα νά τό γράφω μέ ἔπιασε κατάθλιψη». Γιατί; Τό ἐξηγεῖ:
            «Τό νά πεῖ κανείς «εὐχαριστῶ» εἶναι κάτι πού πρέπει νά βγαίνει ἀπό τήν καρδιά του. Ἅμα δέν βγαίνει ἀπό τήν καρδιά ἀλλά εἶναι ὅπως τό ἔχουν οἱ Ἐγγλέζοι, «ψωμοτύρι», πού ἀκόμη καί ὅταν θέλουν νά σέ... βρίσουν σοῦ λένε, «εὐχαριστῶ» τί ἀξία ἔχει;
            Δέν εἶναι λόγια τό «εὐχαριστῶ». Εἶναι ἔκταση καρδιᾶς.      Πρέπει νά εἶναι ἔκταση καρδιᾶς. Καί βλέποντας»,  συνεχίζει ὁ συγγραφέας, «πῶς σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, πού τά θέλει ὅλα ἀτομοκεντρικά γιά τόν ἑαυτό του, μίσησα καί σιχάθηκα τό θέμα καί τό ἀπαράτησα γιατί ἡ εὐχαριστία καί ἡ εὐγνωμοσύνη θέλει καρδιά».
Ἡ παράξενη μετάγγιση
            Θέλει νά ἔχεις εὐγνωμοσύνη; Πρῶτα στό Θεό καί μετά στούς ἄλλους ἀνθρώπους;
            Πρέπει νά γυρίζεις τά μάτια σου καί νά κοιτάζεις τόν ἐσωτερικό σου κόσμο. Τήν καρδιά σου.
            Δέν φροντίζεις νά ἔχεις εὐγνωμοσύνη γιά τά καλά πού πῆρες καί ἔχεις; Τότε εἶσαι μακρυά ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα.
            Δέν μᾶς ἀρέσει ἡ ἀλήθεια. Θέλομε νά ἔχομε τίς ἀρετές καί ὅπως τίς φανταζόμαστε ἐμεῖς.
            Μέσα στήν Ἐκκλησία πρῶτα ἀπ'  ὅλα δοξάζομε τόν Θεό καί τόν παρακαλοῦμε νά κυκλοφορεῖ ὁ λόγος του καί νά γίνεται τό θέλημά του.
            Στήν Ἐκκλησία γίνεται μιά μετάγγιση αἵματος. Ὄχι αἵματος σάν αὐτό πού ξέρομε ἀλλά μεταγγίζονται μυαλά καί φρόνημα. Ἐπιθυμία ἁγιότητας μεταγγίζεται. Πόθος θελήματος Θεοῦ μεταγγίζεται. Καρδιά σωστή προσπαθεῖ νά φτειάξει ἡ Ἐκκλησία γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί;
            Χωρίς σωστή καρδιά, πῶς θά τό πεῖς τοῦ Χριστοῦ: «Ἰησοῦ Υἱέ τοῦ Δαυΐδ ἐλέησον ἡμᾶς»; Μιά φωνή ὅλοι ἦραν. Καί οἱ δέκα λεπροί. Μά ἀφοῦ ἐθεραπεύτηκαν τό ποθούμενο ἐπιτεύχθηκε.         -Ἄλλο τίποτε δέν θέλομε.
            Πόσο λάθος!
            Γι’ αὐτό μέσα στήν Ἐκκλησία εὐχαριστοῦμε συνεχῶς τόν Θεό. Ὅταν ἔρχεται ἡ ἐπισημότερη ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, τότε πού εὐλογεῖται ἀπό τόν ἱερέα τό ψωμί καί τό κρασί καί γίνονται σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, πού τό κοινωνοῦμε, γιά νά πάρομε αἰώνια ζωή καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, τί λέμε;
            «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας».
            Δηλαδή ὄχι στή γῆ, ὄχι στό σῶμα μας, ὄχι στό τραπέζι μας, ὄχι στό ροῦχο μας. Ἀλλά στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στό Θεό. Στό θρόνο τοῦ Θεοῦ νά στρέψομε τίς καρδιές μας.
            «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας». «Ἔχομεν», ἀπαντοῦμε.
            Καί λέει πάλι ὁ παπάς: «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ».
            Ἄς εὐχαριστήσομε τόν Κύριο πού σηκώσαμε τά μάτια Κύριε, ἐπάνω στόν οὐρανό καί εἴμαστε τώρα ἕτοιμοι, μέ τά μάτια καί τήν καρδιά δηλαδή στόν οὐρανό, νά προσευχηθοῦμε καί νά παρακαλέσομε νά μᾶς στείλει τήν χάρη του.
            Οἱ δέκα λεπροί, φώναζαν στόν Χριστό καί τήν καρδιά τήν εἶχαν κάτω. Ναί, κάτω τήν εἶχαν· στή γῆ.
Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἐλισσαίου
            Μιά μέρα ὁ Θεός εἶπε στόν προφήτη Ἠλία:
            -Ἦρθε ἡ ὥρα νά φύγεις ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Πρίν ὅμως νά φύγεις νά φροντίσεις νά βρεῖς τρεῖς ἀνθρώπους κατ’ ἐντολήν μου...
            • Τόν ἕνα θά τόν χρίσεις βασιλιά τῆς Συρίας.
            • Τόν ἄλλο βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ
            • καί τόν ἄλλο θά τόν κάνεις προφήτη στή θέση σου. Νά κηρύττει τόν λόγο μου, γιά νά διορθώνεται ὁ κόσμος καί νά βαδίζει τόν δρόμο μου. Καί αὐτός θά εἶναι ὁ Ἐλισσαῖος.
            Ὁ προφήτης Ἠλίας καί βρῆκε τούς δυό ἄλλους καί τέλος βρῆκε τόν Ἐλισσαῖο. Τόν βρῆκε στά χωράφια. Τί ἔκανε; Ὄργωνε. Τί εἶχε μπροστά του; Δώδεκα ζευγάρια βόδια. Δώδεκα ἀλέτρια. Καί ὄργωνε, ἐπιβλέποντας δώδεκα ἀλέτρια νά ὀργώνουν τήν γῆ. Τί ἄξιος ἄνθρωπος πού ἦταν! Τί δυνατός. Μέσα καί ἔξω.
            Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἔβγαλε τό ράσο του, τήν μηλωτή του καί τήν ἔβαλε ἐπάνω του. Τοῦ τήν φόρεσε. Ὁ Ἐλισσαῖος κατάλαβε τί σήμαινε αὐτό. Γύρισε καί λέει στόν προφήτη Ἠλία:
            -Σέ παρακαλῶ, μιά μικρή χάρη θέλω. Ἄφησέ με νά πάω νά φιλήσω τόν πατέρα μου. Νά τόν χαιρετήσω. Καί ἔφτασα ἀμέσως.
            Τοῦ λέει ὁ προφήτης Ἠλίας:
            -Πήγαινε, πήγαινε.
            Φεύγει ὁ Ἐλισσαῖος καί πάει σπίτι του. Σφάζει τά βόδια καί κάνει τραπέζι σ’ ὅλο τό χωριό. Μετά χαιρέτησε τόν πατέρα του λέγοντάς του μέ εὐγνωμοσύνη:
            -Πατέρα σ’ εὐχαριστῶ πού μέ ἔφερες στόν κόσμο καί μέ ἐδίδαξες νά φοβοῦμαι τόν Θεό. Τώρα μέ φωνάζει ὁ Θεός. Γειά σου. Δέν ξέρω ἄν σέ ξαναδῶ στόν κόσμο ποτέ.
            Τόν φίλησε καί ἔφυγε.
            Πῶς θά ἀποχωρίστηκε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος ὅλα ὅσα εἶχε καί φυσικά τήν ἀξιωσύνη πού εἶχε;
            Ποῦ τί προμήνυε;
            Τσέπη γερή, περιουσία μεγάλη, ἐπιτυχία.
            Πῶς τά ἀποχωρίστηκε;
            Τραπέζι ἔκανε. Γλέντι.
            Γιά καλόγερος πῆγε καί ἔκανε γλέντι.
            Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν ξανάφαγε κρέας, ὅπως ὅλοι οἱ μαθητές τοῦ προφήτη Ἠλία πού ἔτρωγαν μόνο λάχανα. Καί ἀπό κεῖ καί πέρα δέν ξαναγύρισε ποτέ στό σπίτι του. Ἀλλά γύριζε μέ τούς ἄλλους προφῆτες, γιά νά κηρύττουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γλέντι γι’ αὐτά; Εὐγνωμοσύνη;
            Ναί. Γιατί πῆρε ἀπό τόν Θεό τά μεγαλύτερα!
            Τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ πῆρε, τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἐκλογή τοῦ Θεοῦ.
            Καί μέ τήν ἐκλογή ἐκείνη, ἀξιώθηκε νά πάρει μετά, τήν χάρη πού εἶχε δώσει ὁ Θεός στόν προφήτη Ἠλία, διπλάσια.
            Αὐτά κέρδισε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, ἐπειδή εἶχε καρδιά γεμάτη εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό γιά τίς δωρεές του.
            Καί φυσικά γεμάτη δυναμισμό καί ἀπόφαση νά ἐργαστεῖ γιά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά τόν εὐχαριστοῦμε γιά ὅλα.
            Καί νά ἔχομε τόν πόθο, νά ἀναζητοῦμε τό θέλημα του καί νά τό ἐφαρμόζομε παντοῦ καί πάντοτε. Ἀμήν.-      
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Πολύδροσο στίς 18/1/2004

Κυριακή ΙΒ΄Λουκά – Η θεραπεία των δέκα λεπρών



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Τοῦ  Ὁσίου: Β΄ Κορ. δ΄ 6-15
 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ιζ΄ 12-19
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
1. Ὅπως θέλει Ἐκεῖνος
Καθὼς ὁ Ἰησοῦς πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα, περνώντας μέσα ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας, Τὸν συνάντησαν στὴν εἴσοδο ἑνὸς χωριοῦ  δέκα λεπροί. Στάθηκαν μακριά, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν ἱκετευτικά: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον  ἡμᾶς»! Κύριε Ἰησοῦ, λυπήσου μας!
Ἀξίζει νὰ προσέξουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ λεπροὶ ζητοῦσαν βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριο. Δὲν φώναζαν «Κύριε, θεράπευσέ μας ἀπὸ τὴ λέπρα», ἀλλὰ «Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς». Σπλαχνίσου μας, Κύριε. Ἐλπίζουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὸ ἔλεός Σου. Κάνε λοιπὸν ὅ,τι Ἐσὺ θέλεις καὶ ὅπως τὸ θέλεις. Αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη τους στὸν Κύριο, ἡ ὁποία ἐκδηλώθηκε στὴ συνέχεια καὶ μὲ τὴν ὁλοπρόθυμη ὑπακοὴ στὴν ὑπόδειξή Του νὰ πᾶνε νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ ἡ θεραπεία τους. Καὶ γιὰ τὴν ὑπακοή τους αὐτὴ ἀνταμείφθηκαν. Βρῆκαν ξανὰ τὴν πολυπόθητη ὑγεία τους!

Πόσα ἔχει νὰ μᾶς διδάξει αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῶν δέκα λεπρῶν...! Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μάθουμε νὰ ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἀπαιτοῦμε αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς περιμένουμε ἢ θεωροῦμε καλύτερο. Ὑπάρχει μία θαυμάσια μικρὴ προσευχὴ ποὺ ἐκφράζει αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ φρόνημα: «Κύριε, ποίησόν με οἷον θέλεις καὶ ὡς θέλεις κἂν θέλω, κἂν μὴ θέλω». Δηλαδή: Κάνε, Κύριε, νὰ γίνω αὐτὸς ποὺ Ἐσὺ θέλεις καὶ ὅπως Ἐσὺ θέλεις, εἴτε τὸ θέλω εἴτε ὄχι. Ἂς ἐμπιστευθοῦμε λοιπὸν τὴ ζωή μας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ κι ἂς ἀφήσουμε νὰ τὴν κατευθύνει ὅπως θέλει Ἐκεῖνος! Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικό μας συμφέρον.
2. Ἡ εὐάρεστη προσευχὴ
Ἐνῶ ὅμως οἱ δέκα λεπροὶ θεραπεύθηκαν καὶ ἀπέκτησαν πάλι τὴν ὑγεία τους, μόνο ἕνας ἐπέστρεψε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο: «Ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν», μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής· δηλαδή, γύρισε πίσω καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ δόξαζε τὸν Θεὸ κι ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο καταγῆς στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ Τὸν εὐχαριστοῦσε.
Τί συγκινητικὴ αὐτὴ ἡ ἐκδήλωση εὐγνωμοσύνης τοῦ πρώην λεπροῦ! Φώναζε καὶ πρίν, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους λεπρούς, γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν ποθητὴ θεραπεία. Τώρα φωνάζει ὄχι γιὰ νὰ ζητήσει κάποια χάρη, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστήσει γιὰ τὴ δωρεά. Πλέον εἶναι ὑγιὴς καὶ πανευτυχής. Καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς  ψυχῆς του, ποὺ πλημμυρίζει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἀπευθύνει «μετὰ φωνῆς μεγάλης» ὕμνο δοξολογίας στὸν Θεὸ καὶ προσκυνεῖ τὸν εὐεργέτη του Κύριο!
Ἂς ὑπογραμμίσουμε κι ἐμεῖς ὅτι ἡ ἄρτια καὶ ὁλοκληρωμένη προσευχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ αἰτήματα ἀλλὰ περιλαμβάνει πρωτίστως λόγια δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας πρὸς τὸν Κύριο. Ἄλλωστε ἔχουμε τόσο πολλὲς ἀφορμὲς γιὰ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο! Αὐτὸς μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, Αὐτὸς συντηρεῖ τὴ ζωή μας, Αὐτὸς μᾶς ἐξασφαλίζει τὴ σωτηρία μας, ἂν ἐμεῖς τὸ θελήσουμε... Γιὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες Του, γνωστὲς καὶ ἄγνωστες, ποὺ ὁ καθένας μας δέχεται στὴν προσωπική του ζωή, ἂς μὴν ξεχνοῦμε νὰ Τὸν δοξάζουμε καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὡραιότερη καὶ ὁπωσδήποτε εὐάρεστη στὸν Θεὸ προσευχή.
3. Ἕνας στοὺς δέκα
Βέβαια εἶναι θλιβερὸ ὅτι μόλις ἕνας ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ἐπέστρεψε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο. Καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ παρατηροῦμε δυστυχῶς ὅτι ἀντίστοιχη εἶναι ἡ ἀναλογία· οἱ περισσότεροι ξεχνοῦν τὸν εὐεργέτη τους καὶ ἀποδει-κνύονται μᾶλλον ἀχάριστοι.
Ἂς μὴ μείνουμε ὅμως στὴν ἀρνητικὴ πλευρὰ τῆς ἀχαριστίας, ποὺ ὁπωσδήποτε δὲν τιμᾶ τοὺς εὐεργετηθέντες. Ἂς θαυμάσουμε τὸ ἄνθος τῆς εὐγνωμοσύνης ποὺ ἔχει τόση χάρη καὶ ὀμορφιά! Ἡ εὐγνωμοσύνη φανερώνει εὐγένεια, ταπείνωση, ἀγά-πη καὶ πολλὲς ἀκόμη ἀρετὲς ποὺ κρύβονται στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὶς καλλιεργεῖ.
Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ καλλιεργοῦμε αὐτὴ τὴν ἐξαίρετη ἀρετή.Ἂς εἴμαστε εὐγνώμονες πρὸς ὅλους ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν. Τὰ παιδιὰ πρὸς τοὺς γονεῖς τους, οἱ μαθητὲς πρὸς τοὺς δασκάλους τους κ.ο.κ. Καὶ τὸ κυριότερο: Ἡ εὐγνωμοσύνη μας ἂς ἐκδηλώνεται ποικιλοτρόπως πρὸς τὸν πανάγαθο Θεὸ καὶ Πατέρα μας, στὸν Ὁποῖο χρωστοῦμε τὰ πάντα!
«Ο ΣΩΤΗΡ» 1-1-2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (10 Λεπρών) (Λουκά, ΙΖ΄, 12 -19) π. Χερουβείμ Βελέτζας



Ο Κύριος μας, ακολουθούμενος από τούς Μαθητές Του, έφθασε σε κάποιο χωριό. Εκεί Τον συνάντησε μια δεκαμελής ομάδα από λεπρούς. Δηλαδή δέκα δυστυχισμένοι άνθρωποι για τα τότε δεδομένα, που έπασχαν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας.            Αυτή η ασθένεια προκαλεί παραμόρφωση και σάπισμα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, είναι από τις πιο φρικτές, αλλά θα πρέπει να ξέρουμε, ότι δεν είναι στις ημέρες μας μεταδοτική.
Οι λεπροί αυτοί ήταν άξιοι κάθε στοργής. Στάθηκαν σε κάποια απόσταση από τον Χριστό, γιατί ο Ιουδαϊκός νόμος δεν επέτρεπε σε λεπρούς να πλησιάσουν άλλους ανθρώπους από κοντά. Θεωρούντο μολυσμένοι και ακάθαρτοι.
Από το σημείο λοιπόν που βρισκόταν, φώναζαν δυνατά: «Κύριε Ἰησοῦ, ἐλέησόν μας!...» Και ο Πανάγαθος Λυτρωτής μας και με μόνο το Θεϊκό Του βλέμμα τούς θεράπευσε! Και θέλοντας να δοκιμάσει την πίστης τους, τούς έστειλε και στους Ιερείς, για να πάρουν τα σχετικά ας πούμε πιστοποιητικά υγείας, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που ίσχυαν τότε. Στα πλαίσια των καθηκόντων των Ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν και η διάγνωση της καθάρσεως της λέπρας.
Από αυτούς τους δέκα, μόνο ο ένας, αφού θεραπεύθηκε, επέστρεψε και με δυνατή φωνή δόξασε και ευχαριστούσε τον Θεό. Μάλιστα, έπεσε στα πανάχραντα πόδια τού Κυρίου και ολόθερμα Τόν ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Και δεν θα περίμενε κανείς ένεκα αυτού να δείξει τόση ευγνωμοσύνη, γιατί οι Σαμαρείτες ήταν χωρισμένοι από τους Ιουδαίους και θεωρούντο σχισματικοί.
Οι υπόλοιποι εννέα, μετά από την θεραπεία τους έφυγαν, πήγαν στα σπίτια τους, χωρίς να θυμηθούν να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη τους. Και ο Κύριος τότε εξέφρασε το δίκαιο παράπονό Του, λέγοντας: «Πού είναι οι άλλοι εννέα που εθεραπεύθηκαν; Δεν εσκέφθηκαν να επιστρέψουν και να δοξάσουν Τον Θεό; Εκτός από αυτόν τον ένα και μόνο που είναι και αλλοεθνής;»
Και αφού στράφηκε στον θεραπευμένο και τον κοίταξε, του είπε: «Πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε». Από το θαύμα αυτό, διδασκόμαστε, εκτός των άλλων και τα εξής:
Πρώτο: Όπως οι δέκα λεπροί προσευχόταν και επίμονα ζητούσαν το έλεος και την βοήθεια του Θεού, και τελικά πέτυχαν το ζητούμενο, έτσι και εμείς χρειάζεται να προσευχόμαστε με πολλή δυνατή πίστη και με επιμονή και δύναμη ψυχής να ζητούμε τα διάφορα ζητήματά μας από τον Θεό. Παρατηρεί σχετικά ο Ιερός Θεοφύλακτος: «Ο Κύριος είναι κοντά σ΄ αυτούς που Τον επικαλούνται». Και εμείς λοιπόν, ας ζητούμε πάντοτε το έλεός του Θεού και ας μη ξεχνούμε την σύντομη και πολύ δραστική ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ζητώντας ο άνθρωπος το Θείο έλεος, λαβαίνει την σωτηρία του και την αιώνια ζωή.
Δεύτερο: Να πιστεύουμε ακράδαντα στον Θεό, να τον υπακούμε απόλυτα και ποτέ μην απελπιζόμαστε, ότι και εάν υποφέρουμε στη ζωή αυτή. Ας εκτελούμε ότι μας λέει και δεν θα χάσουμε ποτέ. Με πλήρη βεβαιότητα να περιμένουμε τις εκδηλώσεις τής θεϊκής στοργής, γιατί ο Θείος Δημιουργός πάντοτε ευεργετεί τα πλάσματα του και μάλιστα τον άνθρωπο. Και οι λεπροί με πίστη και υπακοή έπραξαν ότι τους όρισε ο Κύριος.
Τρίτο: Ο Ιησούς, καίτοι Θεός, καίτοι αιώνιος και μόνος αλάνθαστος Νομοθέτης, Νομοδότης, Διδάσκαλος και Αρχιερέας, εν τούτοις δεν περιφρονεί τον Νόμο, αλλά τον εφαρμόζει. Γι΄ αυτό και στέλνει τους λεπρούς στους Ιερείς, καθώς συνηθιζόταν, χωρίς να διακόψει, ή να καταργήσει την σχετική νομική διάταξη. Και με τον τρόπο αυτό διδάσκει και εμάς, να είμαστε νομοταγείς.
Τέλος, Τέταρτο, κοντά στα διδάγματα που προμνημονεύσαμε, θα πρέπει να θυμηθούμε, ότι όπως υπάρχει λέπρα τού σώματος, έτσι ακριβώς υπάρχει και λέπρα τής ψυχής. Και λέπρα τής ψυχής είναι η κάθε αμαρτία. Και όπως η σωματική λέπρα καθαρίζεται από τον Θεό, έτσι και η ψυχική λέπρα επίσης καθαρίζεται από τον Θεό, μέσω των Ιερών μυστηρίων τής Εκκλησίας μας και μάλιστα με εκείνα τής Ιερής Εξομολογήσεως και της Θείας Ευχαριστίας.
Βέβαια, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε και το αυτονόητο δίδαγμα τής ευαγγελικής αυτής περικοπής, που είναι η ευγνωμοσύνη μας προς τούς συνανθρώπους μας και πολύ περισσότερο προς τον Θεό.
Η χάρη και το έλεος του Θεού ας είναι μαζί μας, Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (10 Λεπρών) (Λουκά, ΙΖ΄, 12 -19) ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ


            Ο Κύριος μας, ακολουθούμενος από τούς Μαθητές Του, έφθασε σε κάποιο χωριό. Εκεί Τον συνάντησε μια δεκαμελής ομάδα από λεπρούς. Δηλαδή δέκα δυστυχισμένοι άνθρωποι για τα τότε δεδομένα, που έπασχαν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας.
            Αυτή η ασθένεια προκαλεί παραμόρφωση και σάπισμα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, είναι από τις πιο φρικτές, αλλά θα πρέπει να ξέρουμε, ότι δεν είναι στις ημέρες μας μεταδοτική.
            Οι λεπροί αυτοί ήταν άξιοι κάθε στοργής. Στάθηκαν σε κάποια απόσταση από τον Χριστό, γιατί ο Ιουδαϊκός νόμος δεν επέτρεπε σε λεπρούς να πλησιάσουν άλλους ανθρώπους από κοντά. Θεωρούντο μολυσμένοι και ακάθαρτοι.
            Από το σημείο λοιπόν που βρισκόταν, φώναζαν δυνατά: «Κύριε Ἰησοῦ, ἐλέησόν μας!…» Και ο Πανάγαθος Λυτρωτής μας και με μόνο το Θεϊκό Του βλέμμα τούς θεράπευσε! Και θέλοντας να δοκιμάσει την πίστης τους, τούς έστειλε και στους Ιερείς, για να πάρουν τα σχετικά ας πούμε πιστοποιητικά υγείας, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που ίσχυαν τότε. Στα πλαίσια των καθηκόντων των Ιερέων της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν και η διάγνωση της καθάρσεως της λέπρας.
            Από αυτούς τους δέκα, μόνο ο ένας, αφού θεραπεύθηκε, επέστρεψε και με δυνατή φωνή δόξασε και ευχαριστούσε τον Θεό. Μάλιστα, έπεσε στα πανάχραντα πόδια τού Κυρίου και ολόθερμα Τόν ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Και δεν θα περίμενε κανείς ένεκα αυτού να δείξει τόση ευγνωμοσύνη, γιατί οι Σαμαρείτες ήταν χωρισμένοι από τους Ιουδαίους και θεωρούντο σχισματικοί.
            Οι υπόλοιποι εννέα, μετά από την θεραπεία τους έφυγαν, πήγαν στα σπίτια τους, χωρίς να θυμηθούν να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη τους. Και ο Κύριος τότε εξέφρασε το δίκαιο παράπονό Του, λέγοντας: «Πού είναι οι άλλοι εννέα που εθεραπεύθηκαν; Δεν εσκέφθηκαν να επιστρέψουν και να δοξάσουν Τον Θεό; Εκτός από αυτόν τον ένα και μόνο που είναι και αλλοεθνής;»
            Και αφού στράφηκε στον θεραπευμένο και τον κοίταξε, του είπε: «Πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε». Από το θαύμα αυτό, διδασκόμαστε, εκτός των άλλων και τα εξής:
            Πρώτο: Όπως οι δέκα λεπροί προσευχόταν και επίμονα ζητούσαν το έλεος και την βοήθεια του Θεού, και τελικά πέτυχαν το ζητούμενο, έτσι και εμείς χρειάζεται να προσευχόμαστε με πολλή δυνατή πίστη και με επιμονή και δύναμη ψυχής να ζητούμε τα διάφορα ζητήματά μας από τον Θεό. Παρατηρεί σχετικά ο Ιερός Θεοφύλακτος: «Ο Κύριος είναι κοντά σ΄ αυτούς που Τον επικαλούνται». Και εμείς λοιπόν, ας ζητούμε πάντοτε το έλεός του Θεού και ας μη ξεχνούμε την σύντομη και πολύ δραστική ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ζητώντας ο άνθρωπος το Θείο έλεος, λαβαίνει την σωτηρία του και την αιώνια ζωή.
            Δεύτερο: Να πιστεύουμε ακράδαντα στον Θεό, να τον υπακούμε απόλυτα και ποτέ μην απελπιζόμαστε, ότι και εάν υποφέρουμε στη ζωή αυτή. Ας εκτελούμε ότι μας λέει και δεν θα χάσουμε ποτέ. Με πλήρη βεβαιότητα να περιμένουμε τις εκδηλώσεις τής θεϊκής στοργής, γιατί ο Θείος Δημιουργός πάντοτε ευεργετεί τα πλάσματα του και μάλιστα τον άνθρωπο. Και οι λεπροί με πίστη και υπακοή έπραξαν ότι τους όρισε ο Κύριος.
            Τρίτο: Ο Ιησούς, καίτοι Θεός, καίτοι αιώνιος και μόνος αλάνθαστος Νομοθέτης, Νομοδότης, Διδάσκαλος και Αρχιερέας, εν τούτοις δεν περιφρονεί τον Νόμο, αλλά τον εφαρμόζει. Γι΄ αυτό και στέλνει τους λεπρούς στους Ιερείς, καθώς συνηθιζόταν, χωρίς να διακόψει, ή να καταργήσει την σχετική νομική διάταξη. Και με τον τρόπο αυτό διδάσκει και εμάς, να είμαστε νομοταγείς.
Τέλος, Τέταρτο, κοντά στα διδάγματα που προμνημονεύσαμε, θα πρέπει να θυμηθούμε, ότι όπως υπάρχει λέπρα τού σώματος, έτσι ακριβώς υπάρχει και λέπρα τής ψυχής. Και λέπρα τής ψυχής είναι η κάθε αμαρτία. Και όπως η σωματική λέπρα καθαρίζεται από τον Θεό, έτσι και η ψυχική λέπρα επίσης καθαρίζεται από τον Θεό, μέσω των Ιερών μυστηρίων τής Εκκλησίας μας και μάλιστα με εκείνα τής Ιερής Εξομολογήσεως και της Θείας Ευχαριστίας.
Βέβαια, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε και το αυτονόητο δίδαγμα τής ευαγγελικής αυτής περικοπής, που είναι η ευγνωμοσύνη μας προς τούς συνανθρώπους μας και πολύ περισσότερο προς τον Θεό.
Η χάρη και το έλεος του Θεού ας είναι μαζί μας, Αμήν!

Κυριακή ΙΒ΄Λουκά – Αποστολικό ανάγνωσμα ῾᾽Εν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽ (Β´ Κορ. 4, 8) π.Γεώργιος Δορμπαράκης



῾᾽Εν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽ (Β´ Κορ. 4, 8)
α. ῾Η ἑορτή τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου ἀποτελεῖ τήν αἰτία τῆς ἐπιλογῆς τοῦ συγκεκριμένου ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Κυριακῆς ΙΒ´ Λουκᾶ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας δηλαδή πού καθόρισαν τά ἀναγνώσματα εἶδαν ὅτι τό ἀνάγνωσμα ἀπό τή Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου φωτίζει κι ἐξηγεῖ τήν ἁγιασμένη ζωή τοῦ ὁσίου – κι ὄχι μόνον αὐτοῦ βεβαίως – πού σημαίνει ὅτι κατά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου ὁ ὅσιος γνώρισε μέ φωτισμό Θεοῦ στήν καρδιά του τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί Τόν ἀκολούθησε ἐπακριβῶς ζώντας τόν Σταυρό καί τήν ᾽Ανάστασή Του. Στοιχεῖο μάλιστα τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς του, ὅπως πρῶτα ἀπό ὅλα τῶν ἀποστόλων, ἦταν καί τό γεγονός ὅτι οἱ θλίψεις πού ὡς ἄνθρωπος ἀντιμετώπισε κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ ἦταν τέτοιες πού δέν μπόρεσαν νά τόν κάμψουν, νά τόν ὁδηγήσουν δηλαδή σέ ἐσωτερικό ἀδιέξοδο καί στενοχώρια ἀγωνιώδη. Κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου ῾ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽.

β. 1. Κι εἶναι πράγματι γεγονός ἀναντίρρητο ὅτι ἡ θλίψη συνιστᾶ στοιχεῖο τῆς ζωῆς ὄχι μόνο τοῦ ἐν Χριστῷ ζῶντος ἀνθρώπου, ἀλλά καί κάθε ἀνθρώπου διαχρονικά καί ὅπου γῆς. Δέν ὑπάρχει δηλαδή ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά καυχηθεῖ ὅτι ἡ θλίψη εἶναι πράγμα ἄγνωστο γιά ἐκεῖνον. ῞Οπως δέν ὑπάρχει θαλασσινό νερό χωρίς ἁλάτι, κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν ὑπάρχει ζωή στόν κόσμο τοῦτο χωρίς θλίψη. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν κόσμο τοῦτο πού ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά βρεθοῦμε ὡς ῾κοιλάδα πένθους καί δακρύων᾽.
Κι αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι ὄχι ἀσφαλῶς ἡ θέληση τοῦ πανάγαθου καί πανοικτίρμονος Θεοῦ, ἀλλά ἡ κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος παρ᾽ ὅλη τήν προειδοποίηση τοῦ Δημιουργοῦ του νά μήν παρακούσει τήν ἐντολή Του, γιατί διαφορετικά θά εἰσέπραττε τό τίμημα τῆς ἀνυπακοῆς: τόν ἴδιο τόν θάνατο, ἐκεῖνος θέλησε νά κινηθεῖ αὐτόνομα καί ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Δημιουργό. Τό ἀποτέλεσμα βεβαίως ἦταν τραγικό: ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε μακριά ἀπό τόν Θεό, δηλαδή μακριά ἀπό τό φῶς, τή ζωή καί τή χαρά, μέσα στήν καταχνιά τῶν παθῶν του, ἕρμαιο τοῦ πονηροῦ καί ὑποκείμενος στή φθορά, τή θλίψη, τόν θάνατο. ῾Ο Θεός τόν εἶχε δημιουργήσει γιά νά μετέχει στήν εὐτυχία Του, ἐκεῖνος τελικά διάλεξε τήν καταστροφή του. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῾Θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν᾽.
2. ᾽Ενῶ ὅμως ἡ θλίψη ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας  ἀποτελεῖ πιά τόν κοινό κλῆρο κάθε ἀνθρώπου, ἡ ἀντιμετώπισή της διαφοροποιεῖται ἀνάλογα μέ τήν ἑρμηνεία στήν ὁποία προβαίνει ὁ ἄνθρωπος καί τίς ἐσωτερικές δυνάμεις πού διαθέτει. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ἔρχεται ὁ λόγος εὐρύτερα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου, ἰδιαίτερα σήμερα ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ ᾽Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ᾽. Συνεχῶς ὑποφέρουμε σωματικά μετέχοντας ἔτσι στόν θάνατο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ, γιά νά φανερωθεῖ στό πρόσωπό μας ἡ ζωή τοῦ ἀναστημένου ᾽Ιησοῦ. ῾Η θλίψη δηλαδή ἐν Χριστῷ κατανοεῖται ὡς μετοχή στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, συνεπῶς λειτουργεῖ ὡς παιδαγωγία πού ὁδηγεῖ στή βίωση τῆς ᾽Αναστάσεώς Του. Κι αὐτό μέ τό δεδομένο τῆς συσσωματώσεώς μας σέ Αὐτόν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Μέ ἄλλα λόγια τό μέλος τοῦ Χριστοῦ ὡς προέκταση ᾽Εκείνου, συνεπῶς καί μέ τίς δυνάμεις ᾽Εκείνου,  δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τή ζωή Του: τόν Σταυρό καί τό πάθος. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. ῾Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν᾽. Μέσα πιά ἀπό αὐτό τόν Σταυρό καί τό Πάθος ὁδηγεῖται κανείς στήν ᾽Ανάσταση καί συνεπῶς στή σωτηρία. ῾Χριστιανός ἐστί μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽ (ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος).
3. Μέ τά παραπάνω εἶναι εὐνόητο αὐτό πού σημειώνει ὁ ἀπόστολος ὡς συνέχεια τῶν θλίψεων στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ: ῾ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽. Θλίψη ναί, ὄχι ὅμως στενοχώρια. Γιατί ἀκριβῶς ὑπάρχει ἡ διέξοδος πού δίνει ὁ Κύριος, ὁ ῾Οποῖος εἶναι πάντοτε ἡ θύρα διαφυγῆς. ῾Η θλίψη συναντᾶ τή στενοχώρια καί τό ἀδιέξοδο ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν ᾽Ανάστασή Του. ῾Ο ἄπιστος δηλαδή πού κινεῖται ἐπίπεδα καί ὁριζόντια στόν κόσμο τοῦτο, ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του, πράγματι ῾πνίγεται᾽ μέσα στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, γιατί δέν ἔχει ποῦ νά καταφύγει. Τό πολύ πολύ νά τό ῾ρίξει᾽ στίς διασκεδάσεις, στά ποτά, στά ναρκωτικά, πράγματα πού ἐπιτείνουν τό ἀδιέξοδο, γιατί δέν γεμίζουν τήν καρδιά του. Τό ῾ἔσκασε ἀπό τή στενοχώρια του᾽ πού ἀκοῦμε πολλές φορές γιά κάποιον, πράγματι τό κατανοοῦμε καί συμπάσχουμε, ἀλλ᾽ εἶναι καρπός ἀπιστίας. 
Γιά τόν χριστιανό λοιπόν δέν ὑπάρχει στενοχώρια ὡς ἔλλειψη διεξόδου, γιατί ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδιά του ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὄτι ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ θλίψη καί ἡ δοκιμασία, τόσο καί περισσότερο πλαταίνει τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ, γιατί τόν σπρώχνει ἀκόμη περισσότερο στήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ. ῎Αλλωστε ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε, ἀλλά ἐντός ἡμῶν ἐστι᾽ κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν σημειώνει κι ἀλλοῦ ὅτι ῾οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ἡμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν;᾽ ῞Ο,τι ὑφιστάμεθα ἐδῶ ὡς θλίψη καί δοκιμασία καί τό ὑπομένουμε ὡς μέλη Χριστοῦ, αὐτό μᾶς ἑτοιμάζει δόξα στόν οὐρανό πού δέν μποροῦμε νά τή φανταστοῦμε.
4. ᾽Εκεῖνο πού ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη περισσότερο τήν ἀλήθεια αὐτή εἶναι ἀφενός τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος μέσα στά πλαίσια τῆς ἐν ἀπείρῳ ἀγάπῃ πρόνοιάς Του δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει νά θλιβοῦμε καί νά πειραστοῦμε παραπάνω ἀπό ὅσο ἀντέχουμε, ἀνοίγοντας ταυτοχρόνως καί τήν κατάλληλη διέξοδο - ῾οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν᾽ (ἀπόστολος Παῦλος) - ἀφετέρου τό γεγονός ὅτι, ὅπως βεβαιώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, πρίν ἐπιτρέψει τήν ὅποια θλίψη καί δοκιμασία ὁ Θεός μᾶς δίνει κρυφά στηρίγματα γιά νά ἀντέξουμε. Πρῶτα δίνει τά στηρίγματα καί τίς δυνάμεις, πράγματα πού δέν συνειδητοποιοῦμε τότε πού τά δίνει, κι ἔπειτα παραχωρεῖ τή δοκιμασία ὡς συμμετοχή, καθώς εἴπαμε, στόν Σταυρό Του.
῎Ας δοῦμε γιά παράδειγμα πῶς διατυπώνει τήν ἀλήθεια αὐτή ὁ μεγάλος ἀσκητικός διδάσκαλος ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος: ῾Δέν ἔρχεται ὁ πειρασμός, ἐάν πρῶτον ἡ ψυχή δέν ἤθελε δεχθῆ κρυπτῶς δύναμίν τινα ὑπέρ τό μέτρον αὐτῆς ὑπό τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μαρτυρεῖ δέ τοῦτο ὁ πειρασμός τοῦ Κυρίου, ἐπίσης καί οἱ πειρασμοί τῶν ἀποστόλων, οἵτινες δέν παρεχωρήθησαν νά εἰσέλθωσιν εἰς πειρασμούς, εἰ μή ὅτε ἐδέχθησαν τό πανάγιον Πνεῦμα. Διότι ὅσοι ἀπολαμβάνουσιν τά καλά, ἁρμόζει εἰς αὐτούς νά ὑπομένωσι καί τούς πειρασμούς αὐτῶν τῶν καλῶν. ᾽Επειδή τό καλόν συνοδεύεται ὑπό θλίψεως. Οὕτως ἀρέσκει εἰς τόν πάνσοφον Θεόν νά πράττῃ εἰς ὅλα αὐτοῦ τά ἔργα. Καί ἐάν τό χάρισμα προηγεῖται τοῦ πειρασμοῦ, ἀλλ᾽ ἡ αἴσθησις τῶν πειρασμῶν προηγεῖται τῆς αἰσθήσεως τοῦ χαρίσματος, ἵνα δοκιμασθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Επειδή ἡ χάρις δέν προλαμβάνει  νά γίνῃ ἐπαισθητή εἴς τινα, πρό τοῦ αὐτός νά γευθῇ τήν πικρίαν τῶν πειρασμῶν. Καί προηγεῖται μέν ἡ χάρις εἰς τόν νοῦν, ἀλλ᾽ ἀργοπορεῖ νά φανερωθῇ ἡ ἐνέργεια αὐτῆς᾽.
γ. Μήν ταλαιπωρούμαστε μέ σκέψεις γιά ἐξεύρεση ὑπέρβασης τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν. Εἶναι μέσα στή ζωή μας καί γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς εἶναι τά σκαλοπάτια ἀνόδου μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῎Αν θέλουμε νά μάθουμε πότε προχωροῦμε πνευματικά, αὐτό ἄς ἔχουμε ὡς σημάδι: τόν ἐρχομό αὐτῶν τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν. ῾᾽Επειδή ὅσον περιπατῶν προχωρεῖς εἰς τήν ὁδόν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί πλησιάζεις εἰς Αὐτόν, ἔχε τό ἑξῆς σημεῖον: σοί ἀπαντᾶ ἡ δύναμις τῶν πειρασμῶν. Καί ὅσον προχωρεῖς καί προκόπτεις, τόσον καί οἱ πειρασμοί αὐξάνουσι καί διεγείρονται κατά σοῦ…Διότι κατά τό μέγεθος τῆς θείας χάριτος φέρει ὁ Θεός εἰς τήν ψυχήν καί τάς θλίψεις τῶν πειρασμῶν᾽ (ὅσιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος). 
Πρωτοπρ.  Γιώργιος  Δορμπαράκης - Ακολουθείν

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΛΟΥΚΑ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΒ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. ιζ΄ 12-19)
Ἕνα φοβερό θέαμα μᾶς παρουσίασε σήμερα ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Δέκα ἄνθρωποι παραμορφωμένοι, πληγωμένοι, δυστυχισμένοι, ἀποδιωγμένοι ἀπό τήν ἀθεράπευτη γιά τήν ἐποχή λέπρα, ζητοῦν τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐνῶ θεραπεύονται καί οἱ δέκα, μόνο ὁ ἕνας εὐχαριστεῖ καί εὐγνωμονεῖ τόν εὐεργέτη του. Τότε ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος πολλές φορές γεύθηκε τήν κακία τῶν ἀνθρώπων χωρίς παράπονο, ἀφοῦ καί τό δρόμο τῆς θυσίας τόν ἐβάδισε σιωπηλός, τώρα, μπροστά στήν ἀχαριστία, τούς ἐκφράζει τό παράπονό του.
Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἀναφέρει τό γεγονός ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Καθώς ὁ Χριστός ἔμπαινε σ’ ἕνα χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροί ἄνδρες, οἱ ὁποίοι λόγω τῆς ἀρρώστειας τους στάθηκαν μακρυά καί φώναξαν δυνατά: Ἰησοῦ διδάσκαλε, λυπήσου μας. Ὁ Χριστός ὅταν τούς εἶδε τούς εἶπε: Πηγαίνετε νά δείξετε τούς ἑαυτούς σας στούς ἱερεῖς. Καί τήν ὥρα πού πήγαιναν καθαρίστηκαν. Ὁ ἕνας ἀπό αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας μέ φωνή μεγάλη τό Θεό καί ἔπεσε μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ, εὐχαριστῶντας τον˙ καί αὐτός ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί εἶπε: Μήπως δέν καθαρίστηκαν καί οἱ δέκα; Οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; Δέν μποροῦσαν νά γυρίσουν καί νά δοξάσουν τό Θεό παρά μόνο ἐτοῦτος ὁ ἀλλοεθνής; Καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί πήγαινε˙ ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε».
Τό θαῦμα εἶχε γίνει. Μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Χριστοῦ, πού τόν παρακαλοῦσαν, καί οἱ δέκα θεραπεύθηκαν, καθαρίστηκαν ἀπό τήν λέπρα. Τήν ὥρα τοῦ πόνου τόν ἱκέτευαν μέ ἐπιμονή καί οἱ δέκα: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τώρα πού δέχθηκαν τήν εὐεργεσία, μόνο ὁ ἕνας ἐπιστρέφει κοντά Του γιά νά πεῖ ἕνα εὐχαριστῶ. Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα Τόν ξεχνοῦν, ἀφοῦ δέν ἔχουν πιά τήν ἀνάγκη του.
Πόσες φορές στή ζωή μας ἐπαναλαμβάνουμε τήν τακτική τῶν ἐννέα ἀχαρίστων! Τήν ὥρα τοῦ κινδύνου, τῆς ἀνάγκης, τῆς δοκιμασίας, θυμόμαστε τό Θεό. Τόν ἀναζητοῦμε παντοῦ. Τόν ἱκετεύουμε νά μᾶς βοηθήσει νά νικήσουμε τόν πόνο, νά ξεπεράσουμε μιά δοκιμασία, νά σηκωθοῦμε ἀπό τό κρεββάτι τῆς ἀρρώστειας, νά ἐπιτύχουμε ἕνα σκοπό. Ἀπελπιζόμαστε, κλαῖμε, ἱκετεύουμε, ὑψώνουμε τή φωνή μας˙ «Κύριε, λυπήσου μας, βάλε τό χέρι σου»! Σέ ὧρες ἀτομικῆς περιπέτειας, οἰκογενειακῆς τραγωδίας, ἐθνικοῦ κινδύνου, τρέχουμε στήν Ἐκκλησία, ἀναπέμπουμε τήν προσοχή μας θερμή, τοῦ ὑποσχόμαστε νά διορθώσουμε τά λάθη μας. Ὅταν ὅμως ἔρθει ἡ ποθητή λύση, ὅταν ὅλα πάρουν αἴσιο τέλος, ξεχνοῦμε τίς ὑποσχέσεις μας, φεύγουμε ἀπό κοντά του καί ξαναγυρίζουμε στά ὑλικά μας συμφέροντα. Περιοριζόμαστε ἴσως σ’ ἕνα ἁπλό «δόξα σοι ὁ Θεός», σάν ἀναστεναγμό ἀνακουφίσεως, παρά σάν προσευχή δοξολογίας. Ὁ ἐκκλησιασμός τῆς Κυριακῆς μᾶς φαίνεται περιττός, ἡ προσευχή χρόνος χαμένος, ἡ συμμετοχή στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας περιορισμός.
Καί ὅμως εἶναι ἐπιβαλλόμενο νά δοῦμε πῶς εὐχαρίστησε τόν εὐργέτη του ὁ ἕνας, ὁ Σαμαρείτης, ὁ ὁποῖος μόλις διαπίστωσε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε καί μέ φωνή μεγάλη δόξασε τό Θεό. Δέν στάθηκε νά δεῖ τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Αὐτός ἔβλεπε τό δικό του χρέος. Ἀμέσως μετά τό θαῦμα ἔτρεξε νά πέσει στά πόδια τοῦ Εὐργέτη του.
Ἄς μή παρασυρόμαστε καί ἐμεῖς ἀπό τή συμπεριφορά τοῦ ἄλλου, ἔστω κι ἄν εἶναι οἱ ἐννέα στούς δέκα. Ὁ καθένας μας ἔχει προσωπική εὐθύνη ἀπέναντι στόν Εὐργέτη του καί δέν τόν ἀθωώνει ἡ ἀχαριστία τῶν πολλῶν.
Νά μήν ποῦμε: «Ἀργότερα, ἔχουμε καιρό». Ἡ εὐγνωμοσύνη πρός τό Χριστό εἶναι γεγονός πρώτης προτεραιότητας. Ἴσως μερικοί ἀπό αὐτούς πού θεραπεύθηκαν νά σκέφθηκαν ὅτι ἔπρεπε πρῶτα νά τακτοποιήσουν τήν ἐπικύρωση τῆς θεραπείας τους καί μετά νά συναντήσουν τό Χριστό. Ὅμως μέσα στή χαρά καί τήν εὐτυχία τους Τόν ξέχασαν. Ἡ ἀναβολή ἔγινε αἰτία νά φανοῦν ἀχάριστοι.
Τήν εὐχαριστία καί τήν εὐγνωμοσύνη του ὁ ἕνας, ὁ εὐγνώμων λεπρός, τήν ἐκδηλώνει μέ θερμότητα καί εἰλικρίνεια, μέ ὅλη του τήν ψυχή. Καί μεῖς τήν εὐχαριστία μας πρός τόν Εὐεργέτη Κύριο νά τήν αἰσθανόμαστε σ’ ὅλο της τό βάθος, τό «εὐχαριστῶ» μας νά εἶναι οὐσιαστικό καί ὄχι τυπικό καί ἐπιφανειακό.
Οἱ εὐκαιρίες γιά νά μιμηθοῦμε τόν εὐγνώμονα λεπρό δέν λείπαν ποτέ. Καθημερινά οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ σκορπίζονται πλούσιες, ὥστε τίς θεωροῦμε αὐτονόητες, ὅπως τό καθημερινό μας ψωμί, τήν ὑγεία, τήν οἰκογενειακή γαλήνη καί ἄλλες. Νά τίς σκεπτόμαστε συχνότερα καί τίς καθημερινές καί τίς πιό ἰδιαίτερες καί μέ θερμή εὐγνωμοσύνη νά δοξολογοῦμε τό Θεό.
Τήν εὐγνωμοσύνη ὅμως πού ὀφείλουμε στό Θεό, πρέπει νά τήν ἐκδηλώνουμε καί στό συνάνθρωπό μας πού μᾶς εὐεργετεῖ. Γιατί καί ἐδῶ πολλές φορές ἡ ἀχαριστία ἔρχεται καί δηλητηριάζει τήν κοινωνική μας ζωή. Δυστυχῶς δέν εἶναι ὑπερβολικός ὁ λόγος ὅτι «πίσω ἀπό κάθε εὐεργεσία βρίσκεται ἕνας ἀχάριστος». Πολλοί ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν νά δημιουργήσουν κάτι καλό στούς γύρω τους, γεύθηκαν τήν ἀχαριστία. Γονεῖς, πού δούλεψαν καί πρόσφεραν τά πάντα στά παιδιά τους, δέχθηκαν ὡς ἀντάλλαγμα τήν ἐγκατάλειψη. Ἐκπαιδευτικοί, πού ἀνάλωσαν τόν ἑαυτό τους γιά νά μορφώσουν καί νά καλλιεργήσουν τούς μαθητές τους, δέχθηκαν τήν προσβολή καί τή στέρηση. Ἐπιστήμονες, πού θυσίασαν ὑγεία καί ἀνέσεις γιά νά ἀνακουφίσουν τόν ἀνθρώπινο πόνο καί νά βελτιώσουν τή ζωή τῶν συνανθρώπων τους, δοκίμασαν τήν περιφρόνηση. Ἐκκλησιαστικοί καί ἐθνικοί ἡγέτες, πού ἔχυσαν ἱδρῶτα καί πολέμησαν γιά τό καλό καί τήν πρόοδο τοῦ λαοῦ τους, ἀντιμετώπισαν συκοφάντιση καί διασυρμό.
Δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι μᾶς σέβονται, μᾶς ἐκτιμοῦν καί μᾶς ὑπολογίζουν ὅταν ἔχουν τήν ἀνάγκη μας, ὅταν ἐπιθυμοῦν νά ἐπιτύχουν κάτι μέ τή βοήθειά μας. Ὅταν ἐπιτύχουν αὐτό πού θέλουν, εἶναι ἀμφίβολο ἄν θά μᾶς ποῦν ἕνα «εὐχαριστῶ». Ἡ ἀχαριστία εἶναι ἁμάρτημα καί στιγματίζει τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι κόσμημα καί στολίδι, γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ πλασμένου «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΛΟΥΚΑ Τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ στήν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου


Τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ στήν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

«… ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν…»
(Β´ Κορ. δ´ 6)

Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Παρακλητικά»κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1986, σελ. 22-26

 .           Τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Εὐαγγέλια, Πράξεις, Ἐπιστολές, Ἀποκάλυψη) δὲν εἶναι ἱστορικὰ ἁπλῶς κείμενα, οὔτε νοησιαρχικά, ἐπεξεργασμένα ἀπὸ τὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κείμενα ἀποκαλυπτικά. Αὐτὸ σημαίνει πὼς οἱ ἅγιοι Εὐαγγελιστὲς καὶ Ἀπόστολοι ἀλλοιώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος, ἀπέκτησαν ἐμπειρίες τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα διατύπωσαν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες τους, διότι ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ ἀπαντηθοῦν διάφορα ἐρωτήματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς τους.

.           Τὰ θεόπνευστα αὐτὰ κείμενα ὀνομάζονται ἔτσι χάριν τῶν θεοπνεύστων συγγραφέων τους, οἱ ὁποῖοι δὲν φωτίσθηκαν ἁπλῶς ἐκείνη τὴν ὥρα γιὰ νὰ γράψουν αὐτὲς τὶς ἀλήθειες, ἀλλὰ ἤδη εἶχαν προηγουμένως ἀναγεννηθῆ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ τὰ κείμενά τους εἶναι μαρτυρία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἔχουμε πάντα ὑπ’ ὄψιν μας καὶ φυσικὰ κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Ἂς δοῦμε ὅμως σύντομα μερικὲς ἀλήθειες ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὰ προηγουμένως λε­χθέντα.

 Ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς

.           Εἶναι διάχυτη στήν Ἁγία Γραφὴ ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς, καὶ μάλιστα τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό. Αὐτὸς δημιούργησε τὸ αἰσθητὸ φῶς, αὐτὸς φωτίζει τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Ἴδιος εἶπε ὅτι εἶναι τὸ «φῶς τοῦ κόσμου». Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου συμβολικὸ ἢ ἠθικό, ἀλλὰ πραγματικότης. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τόσο στήν Ἁγία Γραφὴ ὅσο καὶ στὰ ὑμνολογικὰ κείμενα ὁ Θεὸς παρουσιάζεται περισσότερο ὡς Φῶς. Καὶ ἐμεῖς ὄντες σκοτισμένοι ἀπὸ τὰ πάθη, εὑρισκόμενοι στὰ βάθη τῆς ἀβύσσου τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς φωτίση: «Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. ΙΒ´ 4).
.           Αὐτὸ τὸ πραγματικὸ Φῶς τῆς θεότητος εἶδαν οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Ἐκεῖ λέγεται χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. ΙΖ´ 2). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος πρὸς τὴν Δαμασκὸ εἶδε αὐτὸ τὸ Φῶς. Καὶ ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει ἐκ πείρας αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, γι’ αὐτὸ ψάλλει: «Τὸ ἀληθινὸν φῶς ἐπεφάνη καὶ πᾶσι τὸν φωτισμὸν δωρεῖται». Μέσα στὰ θεουργὰ καὶ φωτουργὰ Μυστήρια ἀποκτοῦμε προσωπικὴ ἐμπειρία αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ ψάλλουμε μὲ εὐγνωμοσύνη: «Εἴδομεν τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν…».

 Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

.           Ὁ Θεός, τὸ Θεῖον φῶς, ἀποκαλύπτεται στήν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ διαβεβαιώνει σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἐδῶ ἀπαραίτητα, πρέπει νὰ κάνουμε δυὸ διευκρινιστικὲς ἐπεξηγήσεις. Ἡ μιὰ εἶναι τὸ τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε, ὅταν στήν ὀρθόδοξη γλώσσα χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη καρδιά. Βέβαια ποτὲ δὲν ἐννοοῦμε τὸ συναίσθημα, ὅπως κατέληξε νὰ λέγεται στήν σημερινὴ ἐποχή. Καρδιὰ στήν πατερικὴ γλώσσα εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἄλλοτε ὀνομάζεται νοῦς καὶ ἄλλοτε καρδιὰ καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε πρόσωπο. Καρδιὰ λοιπὸν εἶναι τὸ πρόσωπο, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὅλης τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἀναλυτικότερα καρδιὰ εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος ποὺ ἀνακαλύπτεται μὲ τὴν ἐν Χάριτι ἄσκηση καὶ μέσα στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. Δὲν θὰ ἤθελα στὸν μικρὸ αὐτὸ χῶρο ποὺ διαθέτουμε νὰ λεχθοῦν περισσότερα καὶ νὰ καταγραφοῦν πατερικὰ χωρία. Μόνον πρέπει νὰ λεχθῆ ὅτι ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ καὶ νὰ κατανοήση τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ γενικὰ τὸν λόγο ὅλων τῶν ἁγίων.
.           Ἡ ἄλλη διευκρίνιση εἶναι ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς (καρδιά), στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ φωτίζεται. Ὁ ἐνεργούμενος ὑπὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος αἰσθάνεται φῶς μέσα στήν καρδιὰ του καὶ γενικὰ σὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτου αὐτὴ ἡ ἔλλαμψη δὲ εἶναι μιὰ ἀποκάλυψη νοημάτων, «ἀλλ’ ὑποστατικοῦ φωτὸς ἐν ταῖς ψυχαῖς βεβαία καὶ διηνεκὴς ἔλλαμψις». Δηλ. δὲν αἰσθάνεται τότε ὁ ἄνθρωπος μιὰ φώτιση τῆς διανοίας, οὔτε μιὰ συναισθηματικὴ ἔξαρση ἢ φανταστικὴ ἔξαψη, ἀλλὰ ὕπαρξη ἐντός του μιᾶς ζωῆς, ζωῆς αἰωνίου. Διότι «ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων»(Ἰωάν. α΄, 4). Τὸ ἀντιλαμβάνεται καλὰ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιατί ἀποκτᾶ νέα γνώση Θεοῦ. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔλλαμψη «πᾶσα γνῶσις ἀποκαλύπτεται καὶ ὁ Θεὸς πρὸς ἀλήθειαν τῇ ἀξίᾳ καὶ φιλουμένῃ ψυχῇ γνωρίζεται» (ἅγ. Μακάριος). Τότε «ἀνοίγεται… ἡ οὐράνιος πύλη πάσης τῆς ἰσαγγέλου καὶ ὑψηλῆς πολιτείας καὶ καταστάσεως» (Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι). Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος «…πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

 Διάκριση

.           Μέσα στὶς ὑψηλὲς καταστάσεις καὶ στὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα, ποὺ βιώνει τότε ὁ φωτισμένος καὶ «χαριτωμένος» ἄνθρωπος, εἶναι καὶ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ὅπως γίνεται φανερὸ αὐτὴ ἡ διάκριση δὲν εἶναι μιὰ διανοητικὴ ἐπεξεργασία καὶ ἡ ἐπιλογὴ μὲ τὴν βοήθεια τῆς λογικῆς τῆς καλύτερης λύσεως, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μέσα στήν καρδιά. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ φωτίζει τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας καὶ ἀποκαλύπτει τὸ θέλημα Του. Ἔτσι ἡ διάκριση εἶναι γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει φθάσει στήν κατάσταση τῆς θεώσεως. Τότε καὶ ὁ ἴδιος πορεύεται ἁπλανῶς καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν τοὺς ὁδηγεῖ «ἀπταίστως» «πρὸς τὸ ὄντως φῶς καί τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀλήθειαν(Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).
.           Τέτοιος «χαριτωμένος» ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Ἅγ. Εὐθύμιος ποὺ σήμερα ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας […]

Κήρυγμα για τον Άγιο Ευθύμιο π.Αντώνιος Χρήστου

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...