Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ (Ὁ θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας) Ο ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ (Ὁ θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας) Ο ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ (Ὁ θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας)


ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ θαυματουργς εράρχης τς Σεβάστειας

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

.         Μέσα στὴν μακρόχρονη πορεία τῆς ἐνδόξου ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς ἁγιοτόκου καὶ μαρτυρικῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔλαμψαν ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χριστιανικοὺς αἰῶνες φωταυγεῖς ἀστέρες, ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ κοσμοῦν τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀνάμεσα στὶς ἀγωνιστικὲς μορφὲς τῆς εὐλογημένης καὶ μαρτυρικῆς μικρασιατικῆς γῆς, ποὺ ἔλαβαν τὸν ἀμάραντο φωτοστέφανο τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο, εἶναι καὶ ὁ τιμώμενος στὶς 11 Φεβρουαρίου Ἅγιος ἔνδοξος ἱερομάρτυς Βλάσιος Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας ὁ θαυματουργός.
.         Ὁ λαοφιλὴς σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα στὴν περιοχὴ τοῦ Πόντου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Λικινίου (308 – 323μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Βλάσιος εἶχε σπουδάσει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία προσέφερε στοὺς ἀσθενεῖς ἀφιλοκερδῶς, διαθέτοντας πνεῦμα φιλανθρωπίας, σύνεσης καὶ ταπείνωσης. Οἱ ἰατρικές του γνώσεις τὸν βοήθησαν μάλιστα στὸ νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά του, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ ἀνθρώπινου σώματος κατανόησε τὴν σοφία καὶ τὴν μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Παράλληλα μὲ τὴν ἄσκηση τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος μελετοῦσε μὲ ζῆλο τὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ τὰ ψυχωφελῆ συγγράμματα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καὶ τῶν Χριστιανῶν Ἀπολογητῶν, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνέδειξε σὲ πύρινο διδάσκαλο τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
.         Ὁ ἔνθεος αὐτὸς ζῆλος καὶ ἡ βαθειὰ θεοσέβειά του σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀνεπίληπτο βίο του καὶ τὴν πραότητα τοῦ χαρακτήρα τοῦ συντέλεσε στὸ νὰ ἐκλεγεῖ ἐπίσκοπός της πόλεως Σεβάστειας τῆς Καππαδοκίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὕστερα μάλιστα καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίμονη ἀπαίτηση τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς. Ὁ χαρισματικὸς αὐτὸς ἱεράρχης ἀνέπτυξε μία πλούσια πνευματικὴ δράση στὴν ἐπισκοπή του, ἀλλὰ φοβούμενος τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παρανομία τῶν ἀρχόντων τῆς ἐποχῆς του καὶ ἐπιζητώντας περισσότερη ἡσυχία καὶ ἄσκηση, κατέφυγε στὸ Ἄργαιον Ὄρος καὶ ἐγκαταστάθηκε μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο. Στὸν χῶρο αὐτὸν προσευχόταν ἀδιάλειπτα στὸν Πανοικτίρμονα Θεὸ καὶ ἔφτασε σὲ τέτοιο ὕψος ἁγιότητος καὶ ἀρετῆς, ὥστε πλῆθος κόσμου τὸν ἐπισκεπτόταν καὶ ζητοῦσε τὴν εὐλογία του. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια ζῶα τῆς περιοχῆς προσέρχονταν κοντὰ στὸν ἅγιο καὶ δὲν ἀποχωροῦσαν, ἂν δὲν τὰ εὐλογοῦσε.
.         Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ σκληρόκαρδος εἰδωλολάτρης ἡγεμόνας Ἀγρικόλας ἔδωσε διαταγὴ στοὺς κυνηγοὺς νὰ κυνηγήσουν σαρκοφάγα ζῶα, γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ θηριομαχίες καὶ γιὰ τὴν καταβρόχθιση τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἔφτασαν στὸ Ἄργαιον Ὅρος καὶ πέρασαν ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ ὁποῖο εἶχε ἐγκατασταθεῖ ὁ ἅγιος, ἔκπληκτοι ἀντίκρισαν πλήθη ἀγρίων ζώων νὰ εἶναι συγκεντρωμένα καὶ νὰ λαμβάνουν τὶς εὐλογίες τοῦ ταπεινοῦ ἐπισκόπου της Σεβάστειας, ὁ ὁποῖος προσευχόταν στὸν Θεό. Βλέποντας οἱ κυνηγοὶ τὸ παράδοξο αὐτὸ θέαμα, ἐπέστρεψαν στὴν πόλη καὶ ἐνημέρωσαν τὸν ἡγεμόνα γιὰ ὅσα εἶδαν καὶ ἔζησαν. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν διαταγὴ νὰ συλληφθοῦν ἀμέσως ὅσοι χριστιανοὶ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὅταν ἔφτασαν οἱ ἀπεσταλμένοι στρατιῶτες στὸ σπήλαιο, βρῆκαν τὸν ἅγιο νὰ προσεύχεται καὶ τὸν διέταξαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Τότε ὁ ἅγιος μὲ καρτερία, θάρρος καὶ χαρὰ τοὺς ἀκολούθησε, λέγοντάς τους ὅτι ὁ Θεὸς ἐμφανίστηκε σ’ αὐτὸν τρεῖς φορὲς μέσα στὴ νύχτα καὶ τοῦ παρήγγειλε, ὅτι πρέπει νὰ θυσιαστεῖ γι’ Αὐτόν. Καθὼς οἱ στρατιῶτες καὶ ὁ ἅγιος κατευθύνονταν ἀπὸ τὸ Ἄργαιον Ὄρος πρὸς τὴν Σεβάστεια, πολλοὶ εἰδωλολάτρες ἀσπάσθηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη βλέποντας τὴν πραότητα τοῦ ἁγίου καὶ ἀκούγοντας τὸ φλογερὸ κήρυγμά του, ἐνῶ πολλοὶ ἀσθενεῖς θεραπεύτηκαν χάρη στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του. Ἐντύπωση προκαλοῦσε ὄχι μόνο ἡ ἴαση τῶν ἀσθενῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἡ θεραπεία ἀσθενειῶν σὲ ἥμερα καὶ ἄγρια ζῶα. Μεταξὺ τῶν ἀναρίθμητων θαυμάτων, ποὺ τέλεσε ὁ Ἅγιος Βλάσιος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ διάσωση ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖο εἶχε μείνει ἄφωνο καὶ κινδύνευε νὰ πεθάνει ἀπὸ ἀσφυξία ἀπὸ ἕνα ψαροκόκαλο, τὸ ὁποῖο εἶχε καρφωθεῖ στὸ λαιμό του. Τότε ὁ ἅγιος θέτοντας τὸ χέρι του στὸ λαιμὸ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁλόθερμα στὸν Θεό, θεράπευσε τὸ παιδί. Παράλληλα εὐχήθηκε, ὅτι ὅποιος ἄνθρωπος ἢ ζῶο ἀντιμετωπίσει στὸ μέλλον παρόμοιο πρόβλημα καὶ μνημονεύει τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου, ὁ Θεὸς νὰ τὸν θεραπεύει ἀμέσως πρὸς δόξα τοῦ ὀνόματός Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Βλάσιος καθιερώθηκε στὴ συνείδηση ὅλων τῶν χριστιανῶν ὡς ὁ ἰατρὸς καὶ θεραπευτὴς τῶν νοσημάτων τοῦ λαιμοῦ καὶ τοῦ λάρυγγα. Ἀξιοσημείωτο ἦταν καὶ τὸ θαυματουργικὸ γεγονὸς τῆς διάσωσης ἑνὸς χοίρου, τὸν ὁποῖο εἶχε ἁρπάξει ἕνας λύκος ἀπὸ μία φτωχὴ γυναίκα καὶ ἀποτελοῦσε τὴν μοναδικὴ περιουσία της. Χάρη στὴν προσευχητικὴ δύναμη τοῦ ἁγίου ὁ λύκος ἔχασε τὴν ἀγριότητά του καὶ ἐπέστρεψε σῶο καὶ ἀβλαβῆ τὸν χοῖρο στὴ γυναίκα.
.         Φτάνοντας ὁ ἅγιος στὴν Σεβάστεια δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ φυλακιστεῖ. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁδηγήθηκε ἐνώπιόν του ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποδέχθηκε μὲ ὡραίους λόγους, προσπαθώντας νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀποκάλεσε μὲ παρρησία τοὺς ψεύτικους θεοὺς δαίμονες καὶ δήλωσε ὅτι ὅσοι τοὺς λατρεύουν θὰ παραδοθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ τῆς Κολάσεως. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἐξαγριώθηκε καὶ διέταξε νὰ χτυπήσουν ἀνελέητα τὸν ἅγιο μὲ χονδρὰ σιδερένια ραβδιὰ καὶ νὰ τὸν κλείσουν ἐν συνεχείᾳ στὴν φυλακή. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό.
.        Τὸν βασανισμὸ καὶ τὴν φυλάκιση τοῦ ἁγίου πληροφορήθηκε ἡ φτωχὴ γυναίκα, τῆς ὁποίας τὸν χοῖρο διέσωσε ὁ ἅγιος. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς αὐτὸν ἔσφαξε τὸν χοῖρο καὶ ἀφοῦ ἔψησε τὸ κεφάλι καὶ τὰ πόδια, πῆγε στὴν φυλακὴ μαζὶ μὲ φροῦτα καὶ ἄλλα φαγώσιμα καὶ ἀνάβοντας κεριά, παρακάλεσε τὸν ἅγιο νὰ φάει ἀπὸ τὰ προσφερόμενα πρὸς αὐτὸν ἀγαθά. Τότε ὁ ἅγιος εὐχαρίστησε τὴν γυναίκα καὶ ἀφοῦ ἔφαγε, τῆς ἔδωσε τὴν εὐλογία του λέγοντας ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ γιορτάζει τὴν μνήμη του καὶ νὰ ἔχει πάντοτε στὸ σπίτι της ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ὅποιος ἄλλος θελήσει νὰ τὴν μιμηθεῖ.
.         Ὁ ἡγεμόνας Ἀγρικόλας πρόσταξε καὶ πάλι νὰ φέρουν ἐνώπιόν του τὸν ἅγιο καὶ τὸν κάλεσε καὶ πάλι νὰ θυσιάσει στοὺς ψεύτικους θεούς. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε καὶ πάλι σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος καὶ δήλωσε ὅτι θεοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δημιούργησαν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, πρέπει νὰ ἐξαφανιστοῦν. Τότε δόθηκε ἡ διαταγὴ νὰ κρεμάσουν τὸν ἅγιο σὲ ἕνα ξύλο καὶ νὰ ξεσκίσουν τὰ πλευρά του μὲ σιδερένια νύχια. Ὅμως ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ εἶπε στὸν σκληρόκαρδο ἡγεμόνα ὅτι οὔτε ὁ θάνατος οὔτε τὰ βασανιστήρια τὸν φοβίζουν καὶ μποροῦν νὰ κάμψουν τὴν πίστη του, ἀφοῦ προσβλέπει στὴν αἰωνιότητα καὶ τὰ ἐπουράνια ἀγαθά. Στὴ συνέχεια δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ ξεκρεμάσουν τὸν ἅγιο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή.
.         Καθὼς ὁδηγοῦσαν τὸν ταπεινὸ καὶ πράο ἐπίσκοπο τῆς Σεβάστειας στὴν φυλακή, ἑπτὰ ἐνάρετες καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες ἀκολουθοῦσαν τὴν μαρτυρικὴ αὐτὴ πορεία καὶ ἄλειφαν τὰ σώματά τους ἀπὸ τὸ τίμιο αἷμα, ποὺ ἔσταζε ἀπὸ τὸ πληγωμένο σῶμα τοῦ ἁγίου. Βλέποντας οἱ δήμιοι τὸ γεγονὸς αὐτό, συνέλαβαν τὶς γυναῖκες καὶ τὶς ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τὶς κάλεσε νὰ θυσιάσουν στὰ ψεύτικα εἴδωλα, γιατί διαφορετικὰ θὰ θανατωθοῦν. Τότε οἱ ἑπτὰ γυναῖκες κάλεσαν τὸν ἡγεμόνα νὰ πᾶνε στὴ λίμνη τῆς Σεβάστειας καὶ ἀφοῦ πλύνουν τὰ πρόσωπά τους, νὰ προσφέρουν θυσία στοὺς θεούς. Ὁ ἡγεμόνας χάρηκε πολὺ καὶ τότε οἱ γυναῖκες πῆραν τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς ἔριξαν μέσα στὴ λίμνη λέγοντας ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή τους, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι χάθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς εἰδωλολατρίας. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν προσβολὴ κατὰ τῶν θεῶν, ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ ἀνάψουν ἕνα μεγάλο καμίνι λιώνοντας μέσα σ’ αὐτὸ μολύβι καὶ νὰ φέρουν σιδερένια χτένια καὶ νὰ πυρακτώσουν ἑπτὰ χάλκινα σουβλιά. Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἡγεμόνας κάλεσε τὶς γυναῖκες νὰ ἐπιλέξουν ἢ τὴν θυσία στοὺς θεοὺς καὶ νὰ φορέσουν λαμπρὰ φορέματα ἢ νὰ βασανιστοῦν μέσα στὸ πυρακτωμένο καμίνι. Τότε μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες ἅρπαξε ἕνα φόρεμα καὶ τὸ ἔριξε μέσα στὸ καμίνι, ἐνῶ τὰ δύο μικρά της παιδιὰ εἶπαν στὴ μητέρα τους νὰ μὴν τὰ ἀφήσει νὰ χαθοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, ἀλλὰ νὰ τὰ χορτάσει μὲ τὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὅπως τὰ χόρτασε μὲ τὸ μητρικό της γάλα. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κρεμάσουν τὶς ἑπτὰ γυναῖκες καὶ νὰ ξεσκίσουν τὶς σάρκες τους μὲ τὰ σιδερένια χτένια. Ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου οἱ στρατιῶτες ἔζησαν ἕνα καταπληκτικὸ θαῦμα: ἀπὸ τὶς σάρκες τῶν γυναικῶν ἔρεε γάλα ἀντὶ γιὰ αἷμα καὶ οἱ σάρκες ἦταν ὁλόλευκες ὅπως τὸ χιόνι, ἀφοῦ Ἄγγελοι Κυρίου κατέβηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ θεράπευσαν τὶς πληγές, λέγοντας στὶς γυναῖκες νὰ μὴν φοβοῦνται καὶ νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγώνα τοὺς μέχρι τέλους, γιατί ἔτσι μόνο θὰ ἀπολαύσουν τὴν αἰώνια ζωή. Τότε ὁ ἐξαγριωμένος ἡγεμόνας διέταξε νὰ τὶς ρίξουν μέσα στὸ πυρακτωμένο καμίνι. Μόλις ὅμως τὶς ἔριξαν μέσα, ἡ φωτιὰ ἔσβησε καὶ βγῆκαν ἀπὸ μέσα σῶες καὶ ἀβλαβεῖς. Βλέποντας ὁ Ἀγρικόλας τὰ παράδοξα αὐτὰ γεγονότα, κάλεσε καὶ πάλι τὶς ἑπτὰ γυναῖκες νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς μαγεῖες, ποὺ χρησιμοποιοῦν. Τότε ἐκεῖνες ἀπάντησαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προδώσουν τὴν πίστη τους στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ ψεύτικα εἴδωλα. Ἡ ἐπίμονη αὐτὴ στάση τοὺς ἐξόργισε τόσο πολὺ τὸν Ἀγρικόλα, ὥστε ἀποφάσισε τὴν δι᾽ ἀποκεφαλισμοῦ θανατικὴ καταδίκη τῶν γυναικῶν. Ἀμέσως μετὰ οἱ γυναῖκες προσευχήθηκαν καὶ παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ τὶς συναριθμήσει μαζὶ μὲ τὴν πρωτομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Θέκλα δεχόμενος τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βλασίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς στὴν ἄθλησή τους καὶ στὴν ἀπόλαυση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Κατόπιν τὰ δύο παιδιὰ πλησίασαν τὴν μητέρα τους καὶ τῆς ζήτησαν νὰ παρακαλέσει τὸν Ἅγιο Βλάσιο νὰ τὰ ἔχει ὑπὸ τὴν προστασία καὶ καθοδήγησή του.

.         Μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τῶν ἑπτὰ γυναικῶν πρόσταξε τοὺς στρατιῶτες νὰ τοῦ φέρουν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τὸν Ἅγιο Βλάσιο ζητώντας του καὶ πάλι νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Τότε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε μὲ θάρρος ὅτι κανένας ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει γνωρίσει τὸν ἀληθινὸ Θεό, δὲν προσκυνᾶ νεκρὰ εἴδωλα. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας τὸν ρώτησε ὅτι ἂν τὸν ρίξει μέσα στὴ λίμνη, θὰ μπορέσει ὁ Θεός, τὸν ὁποῖο λατρεύει, νὰ τὸν σώσει. Καὶ ὁ ἅγιος τὸν παρότρυνε νὰ τὸ πράξει. Τότε οἱ στρατιῶτες ἔριξαν τὸν ἅγιο στὴ λίμνη καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, στάθηκε στὸ μέσο αὐτῆς σῶος καὶ ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος κάλεσε τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν δύναμη τῶν θεῶν τους. Τότε ἑξήντα ὀχτὼ ἄνδρες πήδησαν μέσα στὴ λίμνη, ἀλλὰ ὅλοι καταποντίστηκαν στὸ βυθό της καὶ πνίγηκαν. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στὸν ἔνδοξο ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν κάλεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν λίμνη καὶ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸν αἰώνιο στέφανο τῆς δόξης καὶ τῆς ἁγιότητος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκάλεσε τὸν θαυμασμὸ ὅλων, ἀφοῦ ἔβλεπαν τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου νὰ λάμπει σὰν τὸ φῶς. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἀκλόνητη πίστη τοῦ γενναίου ἀθλητῆ τοῦ Χριστοῦ, ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει διὰ ξίφους μαζὶ μὲ τὰ δύο παιδιά. Ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Βλάσιος προσευχήθηκε ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βοηθήσει στὸ μέλλον ὅποιον καταφεύγει σ’ Αὐτὸν ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου σὲ περίπτωση ἀσθένειας, θλίψης, κινδύνου ἢ ἀνάγκης, κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Χριστὸς σὰν νεφέλη καὶ εἶπε στὸν ἅγιο ὅτι θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά του καὶ θὰ χαρίσει σὲ ὅλους ἐκείνους, ποὺ θὰ τιμοῦν τὴν μνήμη του, ὄχι μόνο τὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ καὶ τὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἀμέσως μετὰ ὁ δήμιος ὁδήγησε τὸν ἅγιο καὶ τὰ δύο παιδιὰ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τοὺς ἀποκεφάλισε πάνω σὲ μία πέτρα μέσα ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Σεβάστειας. Τὸ ἔνδοξο μαρτύριο τοῦ ἁγίου καὶ τῶν δύο παιδιῶν ἔλαβε χώρα τὸ ἔτος 316μ.Χ.
.         Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ λαοφιλὴς σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση Ἅγιος Βλάσιος ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ νὰ τιμᾶται καὶ νὰ γεραίρεται ἐσαεὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὶς 11 Φεβρουαρίου [καὶ ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία στὶς 3 Φεβρουαρίου]. Ἡ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν πρὸς τὸν θαυματουργὸ ἱεράρχη τῆς Σεβάστειας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπιτελέσει καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μέχρι σήμερα νὰ ἐπιτελεῖ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτοὺς ποὺ τιμοῦν τὴ μνήμη του καὶ ἐπικαλοῦνται μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά του πρὸς δόξα τοῦ παναγίου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ «θαυμαστοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ» .

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Βλασίου ἐπισκόπου γενομένου Σεβαστείας, J. – P. Migne, Patrologia Graeca, Τόμος 116, 817 – 830.

Ὁ τρίτος βάτραχος


Ὁ σατανᾶς ἁλωνίζει τὸν κόσμο. Πάντοτε τὸ ἔκανε. Στὶς μέρες μας περισσότερο. Γιατί; Διότι οἱ μέρες μας εἶναι περίοδος ἀποστασίας, διάστημα προετοιμασίας τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου.
Τὸ ἱερὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κατὰ τὴν περίοδο τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου στὸν κόσμο θὰ δρᾶ τὸ κακὸ μὲ τὴ μορφὴ σατανικῆς τριάδας, τὴν ὁποία θὰ συνιστοῦν: ὁ σατανᾶς, ὁ ἀντίχριστος καὶ ὁ ψευδοπροφήτης. Ὁ σατανᾶς, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀποστατημένων ἀγγέλων. Ὁ ἀντίχριστος, τὸ κατεξοχὴν ὄργανο τοῦ σατανᾶ, ποὺ θὰ ἐπιβάλει ἐπὶ 3,5 χρόνια παγκόσμια σατανικὴ αὐτοκρατορία στὴ γῆ. Καὶ ὁ ψευδοπροφήτης, ὁ θρησκευτικὸς ἀρχηγὸς τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀντιχρίστου, ποὺ θὰ παρακινεῖ καὶ θὰ πείθει τοὺς λαοὺς νὰ δεχθοῦν ὡς Χριστὸ τὸν ἀντίχριστο.
Αὐτὴ ἡ σατανικὴ τριάδα ἐμφανίζεται νὰ δρᾶ ἀπὸ κοινοῦ στὸ 13ο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως. Κατόπιν τὴ συναν τοῦμε ξανὰ στὸ 16ο κεφάλαιο, ὅπου ἡ δράση της παρουσιάζεται μὲ μιὰ παράδοξη εἰκόνα. Μᾶς πληροφορεῖ δηλαδὴ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ὅτι εἶδε νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τῶν τριῶν ἀντίθεων συμμάχων «τρία πνεύματα ἀκάθαρτα, ὡς βάτραχοι» (Ἀποκ. ις΄ 13).

Τὸ κατεξοχὴν χαρακτηριστικὸ τῆς δράσεως τοῦ καθενὸς συμβολίζεται μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ θεωρούμενα ἀκάθαρτα ἀηδιαστικὰ αὐτὰ ζῶα, τοὺς βατράχους. Γιατί ἄραγε; Νεότεροι ἑρμηνευτὲς τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως ἀποδίδουν στὸν σατανᾶ τὸ πνεῦμα τῆς ψευδοεπιστήμης ποὺ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό· στὸν ἀντίχριστο τὸ πνεῦμα τῆς παραπληροφορήσεως καὶ προπαγάνδας ποὺ ἐξαπατᾶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς· καὶ στὸν ψευδοπροφήτη τὸ πνεῦμα τῆς ψευδοθρησκείας.
Σκοπὸς τῶν ἐνεργειῶν τῆς σατανικῆς τριάδας εἶναι νὰ παραπλανήσει τοὺς κυβερνῆτες τῶν λαῶν τῆς γῆς, ὥστε νὰ ἀποστατήσουν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ στραφοῦν ἐναντίον Του, ἐναντίον δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας Του, μὲ πόλεμο φοβερὸ ποὺ ὀνομάζεται Ἁρμαγεδών. Ἂν καὶ ὁ ἀντίχριστος καὶ ὁ ψευδοπροφήτης δὲν ἔ χουν ἐμφανιστεῖ ἀκόμη, δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, μὲ τὴ σημασία ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, ἤδη ἐνεργοῦν στὸν κόσμο. Καὶ ψευδοεπιστήμη καλλιεργεῖται, μὲ ποικίλες θεωρίες ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν κόσμο χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ προπαγάνδα καὶ παραπληροφόρηση ἔχει γίνει ὁλόκληρη ἐπιστήμη ποὺ παραπλανᾶ καθημερινὰ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς. Τέλος καὶ ἡ ψευδοθρησκεία ἐξαπλώνεται ταχύτατα σὲ ὅλα τὰ ἔθνη.
Σ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο πνεῦμα τῆς ψευδοθρησκείας θὰ ἐπιμείνουμε στὴ συνέχεια περισσότερο· γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἐπιγράψαμε τὸ κείμενο τοῦτο μὲ τὸν τίτλο: «ὁ τρίτος βάτραχος».
Τί ἐννοοῦμε λοιπόν, ὅταν λέμε ψευδοθρησκεία;
Ἐννοοῦμε αὐτὸ τὸ φαινόμενο ποὺ συνήθως περιγράφεται μὲ τὸν ὅρο Πανθρησκεία καὶ βρίσκεται σήμερα σὲ πλήρη ἐξέλιξη. Σύμφωνα μὲ τὸ νόημα αὐτοῦ τοῦ ὅρου θὰ πρέπει κάποτε ὅλοι οἱ λαοὶ νὰ ἀποκτήσουν μία, τὴν ἴδια ὅλοι θρησκεία. Διότι, λένε, ὅλες οἱ θρησκεῖες τὸν ἴδιο σκοπὸ ὑπηρετοῦν. Ἡ καθεμιά τους εἶναι διαφορετικὸς μὲν δρόμος, δρόμος ὅμως σωστὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἴδιο Θεό. Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι σωστές. Ἡ μόνη διαφορά τους εἶναι ὅτι ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο σκοπὸ ἀπὸ διαφορετικὸ δρόμο ἡ καθεμιά. Συνεπῶς εἶναι παράλογο νὰ ἀποτελοῦν αἰτία χωρισμοῦ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ δημιουργοῦν μίση καὶ θρησκευτικοὺς πολέμους. Ἂς ἀναγνωρίσουμε ὅλοι ὅλες τὶς θρησκεῖες ὡς σωστὲς καὶ ἂς δημιουργηθεῖ μία Πανθρησκεία ποὺ θὰ μᾶς ἑνώνει μπροστὰ στὸν κοινό μας πατέρα, τὸν Θεό.
Οἱ ἰδέες αὐτὲς ἀρχικὰ διαδόθηκαν στὸν δυτικὸ κόσμο ἀπὸ τοὺς γκουροὺ τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ τέτοιες ἀντιλήψεις ἔχει. Ἔλεγε π.χ. πρὶν πάνω ἀπὸ ἕναν αἰώνα ὁ Σουάμι Βιβεκανάντα στὴν Ἀμερικὴ ὅπου εἶχε πάει: «Ἂν μιὰ θρησκεία εἶναι ἀληθινή, τότε καὶ ὅλες οἱ ἄλλες εἶναι ἀληθινές... Ἐμεῖς οἱ Ἰνδουϊστὲς ὄχι ἁπλῶς ἀνεχόμαστε, ἀλλὰ ἑνωνόμαστε μὲ κάθε θρησκεία, προσευχόμενοι στὸ τζαμὶ τοῦ μωαμεθανοῦ, λατρεύοντας μπροστὰ στὴ φωτιὰ τοῦ Ζωροάστρη καὶ γονατίζοντας στὸ σταυρὸ τοῦ Χριστιανοῦ». Σήμερα ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔχει διεισδύσει ἐπικίνδυνα μέσα σὲ ὅλο τὸν χριστιανικὸ κόσμο.
Δὲν χρειάζεται νὰ σημειώσουμε πὼς ὅλες αὐτὲς οἱ κατὰ καιροὺς διοργανούμενες διαθρησκειακὲς συναντήσεις καὶ μάλιστα οἱ μὲ πρωτοβουλία τοῦ Πάπα συμπροσευχὲς στὴν Ἀσίζη ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων θρησκειῶν ὑπηρετοῦν καὶ καλλιεργοῦν αὐτὴ τὴ δαιμονικὴ ἀντίληψη. Πρόκειται γιὰ ἀντίληψη σατανικὴ ποὺ ἐξισώνει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα, ἀναμειγνύει τὴ γνησιότητα μὲ τὴν ἀπάτη καὶ συγχέει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι.Τελευταῖα στὴν πατρίδα μας, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔχουμε γράψει, τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἐπιχειρεῖται νὰ εἰσχωρήσει καὶ στὴ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα, ἀκόμη καὶ στὸ Δημοτικό.
Εἶναι φανερὸ πὼς βρισκόμαστε σὲ καιροὺς ἀποστασίας καὶ βαδίζουμε πρὸς τὴν ὥρα τῆς μεγάλης ἀναμετρήσεως. Συνεπῶς οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε νὰ μένουμε ἀνεπηρέαστοι καὶ ἀσυμβίβαστοι. Ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ποιὰ σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι, ἡ ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα, ὁ Χριστὸς μὲ τὸν σατανᾶ; Μὴν ἐπηρεαζόμαστε ἂν ἀκοῦμε ὅτι τέτοιες ἰδέες προβάλλονται καὶ ἀπὸ ἐπιφανὴ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα.
Στὴν Ἑλλάδα ὁ ἀηδὴς τῆς πανθρησκείας τρίτος βάτραχος ἂς μὴ βρεῖ βοῦρκο νὰ κακοφωνήσει τὸ φριχτὸ καὶ παράφωνο κόασμά του.

Μιχαήλ Χούλης, Τα μυστήρια της Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο



Τα μυστήρια της Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο
 Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ
Δια της Εκκλησίας οι πνευματικοί κρουνοί της χάριτος του Θεού, μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της, περιλούζουν όχι μόνο την ανθρωπότητα αλλά και ολάκερη την πλάση, με σκοπό την λύτρωση του ανθρώπου και την επιτέλεση του φυσικού προορισμού παντός κτιστού όντος. Λέμε «μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της», διότι η Εκκλησία δεν αρνήθηκε ποτέ, δια των Πατέρων και της αποστολικής Παραδόσεως, πως μυστήριο είναι όλη η εκκλησιαστική και εν χάριτι ζωή των πιστών, η ασκητική και εν μετανοία ζωή των μοναχών, ο φωτισμός και η έλλαμψη του θείου και ακτίστου φωτός. Ακόμη, μυστήρια είναι: Ο χωρισμός ψυχής και σώματος την στιγμή του θανάτου, η ατελεύτητος ζωή των αναχωρησάντων εκ του βίου τούτου, η επενέργεια των μνημοσύνων στις ψυχές των κοιμηθέντων και η προσωρινή, έως της Δευτέρας Παρουσίας, διάκριση σε αγωνιζόμενη στη γη και θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία.

Ιδιαίτερα ο απόστολος Παύλος ονομάζει την Εκκλησία «Σώμα Χριστού» (Ρωμ. 12,5/Α΄ Κορ. 10,17/ κεφ. 12), η οποία έχει ως κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους πιστούς. Στις λειτουργίες του φυσικού σώματος αντιστοιχούν και οι χαρισματικές λειτουργίες του εκκλησιαστικού σώματος, της νέας δηλονότι οικογένειας, στην οποία ο άνθρωπος εντάσσεται από το βάπτισμά του και εξής. Έτσι, στη γέννηση του ανθρώπου αντιστοιχεί το μυστήριο του Βαπτίσματος. Στην κίνηση και αύξηση το μυστήριο του Χρίσματος. Στην τροφή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στην ενηλικίωση το μυστήριο του γάμου και της οικογένειας ή της μοναχικής ζωής. Στην ανάγκη για ψυχοσωματική θεραπεία ανταποκρίνεται το μυστήριο του Ευχελαίου. Στην ανάγκη για συμφιλίωση και κοινωνία με τους συνανθρώπους το μυστήριο της Μετανοίας-ιεράς Εξομολόγησης. Η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο αβοήθητο και «στην τύχη του» ούτε και κατά τον θάνατό του, αλλά ούτε και μετά. Τον ακολουθεί μέχρι την τελευταία του κατοικία με την ακολουθία της κηδείας και εύχεται γι’ αυτόν στον Θεό με τα μνημόσυνα, αλλά και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
Όλα μάλιστα τα στοιχεία της φύσεως εξαγιάζονται δια της χάριτος του Θεού, μέσω των τελετών, ακολουθιών και μυστηρίων της Εκκλησίας, ώστε να συμπεριλάβει η νέα ανθρωπότητα του Χριστού κάθε υλικοπνευματική εκδήλωση της ζωής και να βοηθήσει τους πιστούς να αναπνέουν πλήρως μέσα στη Θεία Παρουσία: Το νερό ευλογείται κατά τα άγια Θεοφάνεια, αλλά και μετατρέπεται σε αγιασμό με τις ευχές του ιερέα. Το λάδι ευλογείται και χρησιμοποιείται κατά το Βάπτισμα, το Χρίσμα και το άγιο Ευχέλαιο. Ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Χριστού. Ευχές και ευλογίες έχει όμως η Εκκλησία και για τα επαγγέλματα, την καθημερινή ζωή και τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, ούτως ώστε να τον επισκέπτεται πολύ συχνά η δύναμη του Θεού και να καλυτερεύει η ζωή του σωματοψυχικά. Έτσι, μέσω της Εκκλησίας, ο πιστός γίνεται κατ’ ενέργειαν ένα με το Θεό και αναγνωρίζει όχι σαν μαγική την αίσθηση της Θείας Χάριτος, αλλά σαν νέο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ τρόπο υπάρξεως, εν τω Σώματι του Κυρίου.
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κάθε λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος έχει μια ξεχωριστή αποστολή, αλλά και ανταποκρίνεται αγιαστικά στην συνολική ζωή των πιστών. Έτσι:
ΚΑΤΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ εντάσσεται ο άνθρωπος στην οικογένεια του Χριστού και υπάγεται πλέον εκτός από τη φυσική (βιολογική) και στην πρωταρχική (όπως όφειλε να είναι εν Παραδείσω), κατά θέλησιν Θεού, πνευματική του οικογένεια (Εκκλησία). Δια της τριπλής καταδύσεως και αναδύσεως στο νερό της κολυμβήθρας ο πιστός νεκρώνει τον παλαιόν άνθρωπο της αρχικής πτώσεως και φθοράς και αναγεννάται στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Είναι γνωστή η εντολή του Χριστού στην νεοσύστατη Εκκλησία Του: «Πηγαίνετε και κάνετε όλα τα έθνη μαθητές μου, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 44,19), αλλά και το παράγγελμα των Πράξεων: «Σήκω και βαπτίσου και ομολόγησε ότι αυτός είναι ο Κύριος για να καθαριστείς από τις αμαρτίες σου» (22,16). Ο δε απόστολος Παύλος επισημαίνει: «Όσοι βαπτισθήκατε στο Χριστό, έχετε ενδυθεί τον Χριστό» (Γαλ. 3,27). Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου ο ιερέας αλείβει με λάδι το σώμα του πιστού, φανερώνοντας συμβολικά τη βοήθεια που παρέχει ο Θεός για να ξεφύγει ο βαπτισθείς από τις παγίδες του διαβόλου και του κακού, όπως οι αθλητές αλείβονταν με λάδι για να ξεφύγουν στην αρένα από τις παγίδες και τον σφιχτό εναγκαλισμό των αντιπάλων τους. Ακόμη, κόβει μερικές τρίχες σταυροειδώς ο ιερέας από το κεφάλι του παιδιού για να δηλώσει ότι δεν είναι πλέον δούλος κάποιου αφέντη, αλλά δούλος Χριστού, ήτοι πραγματικά ελεύθερος από τα πάθη και την αμαρτία. Την αξία του βαπτίσματος και πόσο αυτό μπορεί να αλλάξει όλη την κοινωνία, αν εμείς οι ίδιοι θελήσουμε, δείχνει η ακόλουθη ιστορία:
Οι Φιτζαίοι υπήρξαν πριν εκχριστιανιστούν φυλή αγρίων και κανιβάλων στον Ειρηνικό Ωκεανό. Αφού όμως βαπτίσθηκαν και δέχθηκαν τον Χριστιανισμό (1867), την ίδια μεγάλη πέτρα πάνω στην οποία αφαιρούσαν τη ζωή από τα θύματά τους, την μετέτρεψαν, αφού τη λάξευσαν, σε βαπτιστήριο και εκεί βάπτιζαν τα παιδιά τους. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είναι αλήθεια πως βαπτίζονταν και τα νήπια (σύμφωνα και με το Ματθ. 19,13-15). Συγκεκριμένα βαπτίζονταν ολόκληρες οικογένειες, μέσα στις οποίες υπήρχαν και πολλά παιδιά, γεγονός που επισημαίνει άλλωστε το κήρυγμα του απ. Πέτρου, ο οποίος κάλεσε όλους τους παρευρισκόμενους να βαπτισθούν (3.000 ανθρώπους), μικρούς και μεγάλους, με τα λόγια: «Αυτά που υποσχέθηκε ο Θεός είναι για σας και για τα παιδιά σας» (Πράξ. 2,38-39).
Αλλά και η θεοσεβής Λυδία από την πόλη των Θυατείρων «βαπτίστηκε αυτή και οι οικιακοί της» (Πράξ. 16,15), ο δεσμοφύλακας του Παύλου και του Σίλα «βαπτίστηκε αυτός και όλοι οι δικοί του» (Πράξ. 16,33), καθώς και ο «οίκος», η οικογένεια δηλαδή του Στεφανά, από τον απ. Παύλο (Α΄ Κορ. 1,16).
ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ είναι η σφραγίδα της χάριτος του Θεού πάνω στους βαπτισθέντες και η λήψη των ποικίλων χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στη Σαμάρεια λ.χ., αν και είχαν βαπτισθεί οι πιστοί από το ΔΙΑΚΟΝΟ Φίλιππο, δεν είχαν λάβει ακόμη τα χαρίσματα του Παρακλήτου, γεγονός που έγινε στη συνέχεια από τον Πέτρο και τον Ιωάννη, οι οποίοι «έθεταν τα χέρια πάνω τους και λάβαιναν Πνεύμα Άγιο» (Πράξ. 8,14-17). Το ίδιο συνέβη και στην Έφεσο από τον απ. Παύλο, όπου μόνο δι’ επιθέσεως των χεριών του Παύλου «ήλθε το Πνεύμα το Άγιον επ’ αυτούς, ελάλουν τε γλώσσαις και προεφήτευον» (Πράξ. 19,1-6). Αργότερα αντικαταστάθηκε η «επίθεση των χειρών» των αποστόλων με τη χρήση και επάλειψη δι’ αγίου μύρου, δηλαδή από ευλογημένο υπό επισκόπου έλαιο, εκκλησιαστική πρακτική που μαρτυρείται από αυτά ήδη τα αποστολικά χρόνια. Δια του μυστηρίου του Χρίσματος ο πιστός, δια της δυνάμεως του Θεού και του ιδικού του αγώνος, καλείται να αποκτήσει το τριπλό αξίωμα του Κυρίου, δηλαδή να γίνει ιερέας, προφήτης και βασιλιάς. Σαν ιερέας οφείλει να ευχαριστεί τον Θεό και να προσφέρει την, ήδη στον άνθρωπο δωρηθείσα, φύση και πάλι στον Θεό με προσευχές και ύμνους. Σαν προφήτης οφείλει να ομιλεί (για), και να διδάσκει τους συνανθρώπους του, την Οδόν του Κυρίου και σαν βασιλέας οφείλει να υποτάσσει τη φύση του στο θέλημα του Θεού και να καθίσταται άρχοντας στα πάθη και κατώτερα ένστικτα.  
Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ είναι το μυστήριο των μυστηρίων και «φάρμακον αθανασίας» όπως χαρακτηρίζεται τον 2ο αιώνα από τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο (Εφεσ. ΧΧ). Τον ίδιο αιώνα ο άγιος Ιουστίνος υπογραμμίζει την καθολική σ’ αυτό συμμετοχή των πιστών καθώς και την αποστολή των Τιμίων Δώρων στους απόντες (Α΄ Απολογία 67). Η Θεία Ευχαριστία είναι όχημα των πιστών προς τον Ουρανό και συνδέει όσο τίποτε άλλο κατά χάριν Θεό και ανθρώπους, αλλά και τους ανθρώπους μεταξύ τους, σύμφωνα και με παρατήρηση του φιλοσόφου Βολταίρου. Μετά δηλαδή και την Πεντηκοστή, η νέα κοινότητα των πιστών τρεφόταν και εξαρτιόταν όχι μόνο από την υλική τροφή, αλλά και από το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Έτσι πραγματοποιήθηκε και η προφητεία του ιδίου του Χριστού, που είπε: «Όταν εγώ υψωθώ από τη γη (σταυρωθώ και αναληφθώ), όλους θα τους ελκύσω προς τον εαυτόν μου» (Ιω. 12, 32-33). Κατά τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, το ψωμί και το κρασί μεταβάλλονται αοράτως σε σώμα και αίμα Χριστού (Ματθ. 26,26-28). Ο απ. Παύλος είναι κάθετος όσον αφορά την αλήθεια αυτής της μεταβολής και τις αρνητικές συνέπειες όσων δεν διακρίνουν το σώμα του Κυρίου (Α΄ Κορ. 11,27-30). Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ο Ιησούς είπε στους Ιουδαίους: «Εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε ζωή μέσα σας… Εκείνος που τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του… Εκείνος που με τρώγει θα ζήσει ένεκεν εμού» (6,53-58). Τα ξεκάθαρα αυτά λόγια Του (και όχι μόνο αυτά) αναιρούν κάθε σκέψη περί εικονικής δήθεν μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Την χρυσή εποχή των Κατακομβών εκατομμύρια μάρτυρες στηρίχθηκαν και υπέμειναν τα μαρτύρια με τη βοήθεια της Θείας Μετάληψης. Άλλωστε και αυτός ο μυστηριώδης Μελχισεδέκ προσέφερε «άρτον και οίνον» στον πατριάρχη Αβραάμ (Γέν. 14,18), που σημαίνει ότι υπήρχαν εξαρχής ως ιερά δώρα και δεν αντλήθηκε η έννοιά τους από παγανιστικά μυστήρια, όπως μερικοί μη ενημερωμένοι ερευνητές προσπάθησαν να αποδείξουν. Η προφητεία του Μαλαχία μάς γνωστοποιεί την προτύπωση της Θείας Κοινωνίας από πολύ παλιά, όταν λέγει δι’ αυτού ο Θεός: «Από την ανατολή του ηλίου έως τη δύση του το όνομά μου έχει δοξαστεί ανάμεσα στα έθνη και σε κάθε τόπο θυμίαμα προσάγεται στο όνομά μου και ΘΥΣΙΑ ΚΑΘΑΡΗ» (Μαλ. 1,11).      
Άνευ του μυστηρίου της ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ τίποτε καλό δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στον κόσμο, αφού η μετάδοση όλων των υπολοίπων μυστηρίων καθώς και η θεραπεία ψυχών και σωμάτων εξαρτάται απ’ αυτό. Η ιεροσύνη είναι χάρισμα, όχι υπαλληλικό αξίωμα, και ο ιερέας καλείται να είναι πνευματικός πατέρας-θεραπευτής ψυχών τρωθέντων από την αμαρτία, την έλλειψη ασκήσεως και κατά χάριν ζωής. Ο μόνος βέβαια αρχιερέας είναι ο Χριστός. Οι διάκονοι όμως, πρεσβύτεροι και επίσκοποι, οι τρείς αυτοί βαθμοί ιεροσύνης, δανείζουν τον εαυτόν τους στον Χριστό και δι’ αυτού εξαγιάζεται η οικουμένη. Δια των νέων κάθε φορά χειροτονιών (συνεχιζόμενη αποστολική διαδοχή) και της υγιούς αποστολικής διδαχής μεταφέρεται η αλήθεια του Θεού και η σωτηρία στις επόμενες γενεές. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν νοείται ταξική διάκριση μεταξύ των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, διότι αφενός η διάκριση σε ιερείς και λαϊκούς είναι λειτουργική και όχι ουσιαστική, αφετέρου και οι λαϊκοί κατέχουν δια του βαπτίσματός τους την λεγόμενη «γενική ιεροσύνη» και συγκαταλέγονται στο «βασιλικό ιερατείο, έθνος άγιο, λαό δικό Του» (Α΄ Πέτρ. 2,9), που εξαγγέλλει τις θαυμάσιες πράξεις Εκείνου και πορεύεται προς τη βασιλεία Του. Η γενική ιεροσύνη των χριστιανών δεν αναιρεί βέβαια την «ειδική ιεροσύνη» του κλήρου, των ποιμένων δηλαδή του λαού. Ο απ. Πέτρος αναφέρεται στους Πρεσβυτέρους ως σε μια ξεχωριστή τάξη κληρικών και καθοδηγητών του ποιμνίου, διότι λέγει: «Τους πρεσβυτέρους, οι οποίοι είναι μεταξύ σας, προτρέπω εγώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των παθημάτων του Χριστού, … ποιμάνατε το ποίμνιο του Θεού το οποίο είναι μεταξύ σας, ασκούντες την επίβλεψη όχι αναγκαστικά αλλά θεληματικά … και όταν θα φανερωθεί ο Αρχιποιμένας, τότε θα λάβετε το αμάραντο στεφάνι της δόξας» (Α΄ Πέτρ. 5,1-4). Επιπλέον, ο απ. Παύλος αναφέρεται στον Τιμόθεο και Τίτο ως σε επισκόπους (Τιμ. Α΄ 4,14/ Τίτ. 1,5-8), αλλά και σε ιδιαίτερα εδάφια της Κ.Δ. ξεχωρίζει η διάκριση σε διακόνους, ιερείς και επισκόπους (Πράξ. 6,6/ Α΄ Τιμ. 3,8-13/ Πράξ. 14,23 & 20,17). Δεδομένου ότι στα πρωτοχριστιανικά χρόνια της Κ.Δ. ΜΟΝΟ η τάξη των ‘προφητών-επισκόπων’, στην οποία συγκαταλέγονταν π.χ. ο Παύλος και ο Βαρνάβας, μπορούσε να χειροτονήσει πρεσβυτέρους, συνεπάγεται ότι είχαν και τον ανώτερο βαθμό ιεροσύνης στην Εκκλησία μετά τους αποστόλους.   
  Δια της ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ οι πιστοί μετά+νοούν, δηλαδή αλλάζουν τρόπο σκέψεως και ζωής και λαμβάνουν συγχώρηση, ήτοι όχι μόνο δεν ανακρίνονται και δικάζονται, αλλά και με την άφεση που λαμβάνουν δια του ιερέως επανατοποθετούνται στο οικείο εκκλησιαστικό περιβάλλον τους, συμφιλιωμένοι με τους υπολοίπους αδελφούς τους (συν+χωρούνται). Ο Θεάνθρωπος χορήγησε δια του μυστηρίου της ιεροσύνης την εξουσία της αφέσεως των αμαρτιών στους αποστόλους Του, δηλαδή στους ποιμένες της Εκκλησίας, και όχι στο ποίμνιο, όταν τους είπε: «Αλήθεια σας λέγω, ότι όσα δέσετε στη γη θα είναι δεμένα στον ουρανό και όσα λύσετε στη γη θα είναι λυμένα στον ουρανό» (Ματθ. 18,18). Και πάλι τούς λέγει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Εάν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κανενός, του είναι συγχωρημένες. Αν κανενός δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες» (Ιω. 20,22-23). Το μυστήριο της εξομολογήσεως είναι καθαρά θεραπευτικό και ξεπλένει αμαρτωλές συνειδήσεις, καθαρίζει την ψυχή από τραύματα και πάθη. Όπως πολλές φορές γυμνωνόμαστε μπροστά στο γιατρό για να εξεταστούμε, αλλά η ντροπή αυτή οδηγεί μετά στην θεραπεία και την υγεία, έτσι και στον πνευματικό μπροστά ντρεπόμαστε εξομολογούμενοι τα κρίματά μας, αλλά δια του τρόπου αυτού η ψυχή και πάλι λαμπρύνεται και οδηγείται στο δρόμο του Θεού από τον οποίον παρέκλινε. Η μεγαλοσύνη του Σπλαχνικού Πατέρα και η μετάνοια του Ασώτου Υιού φανερώνουν πεντακάθαρα την μοναδική αξία του μυστηρίου, σύμφωνα με την ομώνυμη παραβολή. Η Εκκλησία είναι ως εκ τούτου πνευματικό νοσοκομείο και η επανεύρεση της χαμένης κοινωνικότητος συντελείται δια της μετανοίας. «Ελάτε σε μένα όλοι εσείς, που είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι, και εγώ θα σας δώσω ανάπαυση» (Ματθ. 11,28-30), παροτρύνει ο Κύριος. Άλλωστε συχνά το κήρυγμά Του ήταν: «Μετανοείτε, διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,17). Έξοχο παράδειγμα μετανοίας αποτελεί η ζωή του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, ο οποίος όχι μόνο έδειξε άκρα ταπείνωση και μετάνοια στη ζωή του, αλλά και στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας (προς τα τέλη 16ου αι.) συγχώρεσε και φυγάδευσε τον ίδιο το φονιά του αδελφού του, ακολουθώντας πιστά τα βήματα του Χριστού που συγχώρεσε τους σταυρωτές Του.    
   Με το μυστήριο του ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ παρέχεται η άφεση των αμαρτιών (όπως και με κάθε μυστήριο) και χορηγείται η ψυχοσωματική υγεία, δια της χρήσεως με άγιο λάδι.  Δεν αντικαθιστά φυσικά το μυστήριο της Μετανοίας. Το μυστήριο τελείται στους Ορθόδοξους ναούς την Μεγάλη Τετάρτη το εσπέρας, ώστε να προετοιμασθούν κατάλληλα οι πιστοί για το ‘ποτήριον της Ζωής’, που θα δοθεί από τις επόμενες ημέρες. Για τους ασθενείς γίνεται στο ναό, ενίοτε όμως και στα σπίτια. Τελείται κανονικά από 7 ιερείς (μπορεί όμως να γίνει και από έναν), διαβάζονται 7 αποστολικά αναγνώσματα και 7 ευαγγελικές περικοπές και ακούγονται 7 ευχές. Στην τελευταία Ευχή γονατίζουν οι δυνάμενοι και χρίονται όλοι σταυροειδώς στο πρόσωπο και τα χέρια (έδρα πέντε αισθήσεων). Με τα λόγια του Ιακώβου του Αδελφοθέου φανερώνεται η χρήση του Ευχελαίου ως μυστηρίου και συνήθειας των χριστιανών στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες: «Ασθενεί κανείς μεταξύ σας; Ας προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας και ας προσευχηθούν επάνω του, αφού τον αλείψουν με λάδι στο όνομα του Κυρίου, και η προσευχή που έγινε με πίστη θα θεραπεύσει τον ασθενή. Ο Κύριος θα τον σηκώσει και, αν έχει διαπράξει αμαρτίες, θα του συγχωρηθούν» (Ιακ. 5,14-15). Όταν άλλωστε ο Κύριος έστειλε τους δώδεκα μαθητές Του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και της μετανοίας, αυτοί έβγαζαν πολλά δαιμόνια και «άλειφαν πολλούς ανθρώπους με λάδι και τους θεράπευαν» (Μάρκ. 6,13).
Ο ΓΑΜΟΣ είναι το μυστήριο εκείνο που αναφέρεται «εις Χριστόν και εις την Εκκλησία», σύμφωνα και με τον απόστολο Παύλο (Εφ. 5,25-32). Δόθηκε στους ανθρώπους πριν την πτώση των πρωτοπλάστων, επομένως δεν είναι αποτέλεσμα αμαρτίας. Είναι μάλιστα μυστήριο «μέγα», καθώς όχι μόνο συντελεί εις σωτηρίαν αλλά και θεραπεύει ανάγκες ψυχολογικές, κοινωνικές και βιολογικές. Ο Θεός ήταν μάλιστα που έδωσε την εντολή τού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» στους πρώτους ανθρώπους, με σκοπό να πληρώσουν την γη και να την κατακυριεύσουν (Γεν. 1,28). «Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γεν. 2,24) αναφέρει τόσο η Π.Δ. όσο και η Εκκλησία κατά τη διάρκεια του μυστηρίου. Από τότε και ύστερα δεν είναι πια δύο αλλά ένας άνθρωπος. Ο Χριστός τίμησε τον γάμο παρευρισκόμενος και θαυματουργώντας για πρώτη φορά στον εν Κανά γάμο, «τη παρουσία και τω δώρω», όπως γράφει και ο ιερός Χρυσόστομος (P.G. 51, 210). Ο γάμος, εκτός από την άγια και αγαπητική ζωή των συζύγων, ολοκληρώνεται και με την απόκτηση απογόνων, χωρίς να είναι αυτό φυσικά το μοναδικό ζητούμενο στη συζυγία τους. Από δω και πέρα δημιουργείται «η κατ’ οίκον Εκκλησία», όπως λέγει ο απ. Παύλος. Η σωστή παρουσία και συμπεριφορά των συζύγων είναι απαραίτητη για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών, όπως και η σωστή επικοινωνία τού καθενός με τους άλλους. Μεγάλη βοήθεια προσφέρεται δια της συχνής μυστηριακής ζωής, της ελλείψεως φωνασκιών, της πίστης προς τον Θεό και της αγάπης προς όλους. Είναι απαραίτητο ακόμη οι σύζυγοι να αισθάνονται ανεξάρτητοι από πεθερικά και συγγενείς, διάγοντες βέβαια με υπευθυνότητα και σεβασμό προς εκείνους.
ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Τα μυστήρια της Εκκλησίας ικανοποιούν την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να νοιώσει ότι δεν είναι μόνος, αλλά αδελφός μέσω αδελφών, και ότι έχει Πατέρα, αδελφό, και φίλο ακόμη, τον Ιησού Χριστό. Συμβάλλουν στην πνευματική μεταποίηση του ανθρώπου από άτομο σε πρόσωπο και τον καθιστούν μέτοχο της δόξης του Τριαδικού Θεού. Θεραπεύουν μάλιστα υλικές και υπαρξιακές ανάγκες του, αλλά και επιβεβαιώνουν την ενότητα σώματος και ψυχής, αφού εν τη Εκκλησία αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ψυχοσωματικά και όχι αιρετικά, δηλαδή μόνο σωματικά, μόνο ψυχικά ή μόνο διανοητικά. Τέλος, δια των εκκλησιαστικών μυστηρίων και με τη χάρη του Χριστού μεταμορφώνεται όλο το σύμπαν σε βασιλεία του Θεού, υποχωρούν οι δαιμονικές δυνάμεις, ανακαινίζεται η πλάση και ενοποιούνται τα διεστώτα, αλλά και θεραπεύεται κάθε διαίρεση και αδυναμία εν τω λαώ, δια της προσωπικής σχέσεως με τον Θεό και τον πλησίον.    
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
1. ‘Βασικές αλήθειες πίστεως και ζωής’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 2007
2. ‘Βήματα πίστεως και ζωής’ , ΟΕΔΒ, Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων  
3. ‘Η Καινή Διαθήκη’, Αποστολικής Διακονίας, έκδ. Θ΄, 2009
4. ‘Η Παλαιά Διαθήκη’, Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 1981
5. ‘Ορθόδοξη πίστη και λατρεία’, ΟΕΔΒ, 2005
6. ‘Σύγχρονες αιρέσεις και παραθρησκευτικές λατρείες στην Ελλάδα’, Μιχαήλ Χούλη, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, Ερμούπολη 2002
7. ‘Χριστιανισμός και Θρησκεύματα’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1999

Ἕνας ἄξιος παπὰς Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης


νας ξιος παπς

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 10.02.2013

.           Ἕνας παπὰς ἔδωσε ὅ,τι εἶχε στοὺς ἄλλους, χωρὶς νὰ κρατήσει τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἵδρυσε τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἀδελφότητα «Ἁγία Λυδία» μὲ 70 ἀφιερωμένες νέες, δασκάλες, νοσοκόμες καὶ ἐπιστήμονες.
.           Τύπωσε σὲ χιλιάδες ἀντίτυπα τὸ διδακτικὸ μηνιαῖο περιοδικὸ «Ἁγία Λυδία». Ἔχτισε μεγάλο καὶ ὡραῖο ναὸ τῆς Ἁγίας Λυδίας στὴν Ἀσπροβάλτα, ὅπου καὶ ἕνα τεράστιο οἰκοδομικὸ συγκρότημα μὲ κατοικίες τῶν μελῶν τῆς ἀδελφότητος καὶ πολλὲς ἐγκαταστάσεις. Ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα τυπογραφεῖα τῶν Βαλκανίων μὲ χιλιάδες καλὲς ἐκδόσεις καὶ τοὺς χώρους τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ 4Ε καὶ τοῦ ραδιοφώνου. Ὁ τηλεοπτικὸς σταθμὸς εἶναι ἐπιτυχὴς καὶ διὰ δορυφόρου ἐκπέμπει παντοῦ. Πρόκειται γιὰ προνοητικὸ ἔργο ἑνὸς παπᾶ. Στοὺς χώρους τῆς Ἀσπροβάλτας κάθε καλοκαίρι λειτουργοῦν κατασκηνώσεις μὲ ἑκατοντάδες παιδιὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀφρική. Κατὰ τὸν πόλεμο στὴ Σερβία βρῆκαν στέγη, τροφὴ καὶ περίθαλψη πολλὰ ὀρφανὰ παιδάκια καὶ προσφέρθηκαν τεχνητὰ μέλη σὲ ἀκρωτηριασμένους. Βιβλία μεταφράστηκαν σὲ διάφορες γλῶσσες. Οἱ ἀδελφὲς τῆς ἀδελφότητος ἐργάστηκαν στὰ κατηχητικὰ ὅλης τῆς Μακεδονίας καὶ ἀνιδιοτελῶς προσέφεραν πολλὲς καλὲς ὑπηρεσίες. Νὰ τί μπορεῖ νὰ προσφέρει ἕνας οραματιστής, προνοητικὸς παπάς.
.           Τὸ ὅλο ἔργο μὲ τὴν πρόσφατη ἐκδημία τοῦ ἀρχιμ. Θεόφιλου Ζησόπουλου εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ, ἐπαίνων καὶ κάθε τιμῆς. Ὁ μακαριστὸς Γέροντας ἐργάστηκε σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ ἀδιάκοπα γιὰ τὴ βοήθεια τῶν ἀδελφῶν του. Ἤθελε μία χριστιανικὴ Ἑλλάδα. Ὡς λειτουργός, πνευματικός, ἱεροκήρυκας, συγγραφέας καὶ ὁμιλητὴς ἤθελε τὸν Χριστὸ νὰ φυτέψει στὶς καρδιὲς τῶν τέκνων του. Τὰ κατάφερε. Πέτυχε πολλά. Ἄξιος ὁ μισθός του. Πολλοὶ τὸν μακαρίζουν. Πολλοὶ ὠφελήθηκαν πολύ. Συνεργαστήκαμε καὶ χαρήκαμε τὸν ζῆλο του, τὸ θάρρος του, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη του τὴν μεγάλη γιὰ ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὡραῖο.
.           Τὸ πολυδιάστατο αὐτὸ ἔργο πρέπει μὲ κάθε θυσία νὰ διατηρηθεῖ καὶ νὰ συνεχιστεῖ. Ἡ ὁμόνοια, ἡ ἀγαστὴ συνεργασία, ἡ αὔξηση τῶν ἀδελφῶν θὰ εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τὸν ἀείμνηστο Γέροντα. Ἡ παρουσία του δὲν ἀντικαθίσταται. Τὸ πνεῦμα του ὅμως θὰ περιπολεύει χαιρόμενο γιὰ κάθε συνεχιζόμενη προσπάθεια τοῦ ὅλου σπουδαίου ἔργου. Πιστεύουμε ὅτι οἱ καλὲς ἀδελφὲς θὰ διατηρήσουν τὴ μνήμη τοῦ πολυσέβαστου καὶ πολυαγαπητοῦ Γέροντός τους μὲ τὴν λειτουργία ὅλων τῶν μονάδων ποὺ ἐκεῖνος προνοητικὰ ὁραματίστηκε. Ἂς εἶναι αἰωνία του ἡ μνήμη καὶ τὸ παράδειγμά του ἂς τὸ μιμηθοῦν καὶ ἄλλοι ἔστω στὸ ἐλάχιστο.

Ηρακλής Ρεράκης, Ο ρόλος της Εκκλησίας στον απεγκλωβισμό των νέων από τον πνευματικό λήθαργο



Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΠΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΛΗΘΑΡΓΟ*
Ἡρακλῆ Ρεράκη, Καθηγητοῦ Παιδαγωγικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.
 Βασικὲς σκέψεις ποὺ πρέπει νὰ κάνει κανείς, ὅταν μιλάει γιὰ τὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἀπεγκλωβισμὸ τῶν σύγχρονων νέων ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀκινησία, εἶναι, ἀφενός νὰ λάβει ὑπ’ ὄψιν τὶς θέσεις καὶ τὶς προσδοκίες ποὺ ἔχουν οἱ σημερινοὶ νέοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀφετέρου τὶς ἀντίρροπες δυνάμεις τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τὰ ἡλικιακὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζουν, τὴν πληροφόρηση καὶ ἐπίδραση ποὺ ὑφίστανται τόσο ἀπὸ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ χῶρο τοῦ Διαδικτύου.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ χρειάζεται νὰ ἀναλογισθοῦν ὅλοι ὅσοι εὐθύνονται γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν νέων, ἂν προσφέρουν τὴν ἀπαραίτητη ἀγωγή, πληροφόρηση, ἐπίδραση ποὺ ἀπαιτεῖται, προκειμένου οἱ μὴ ὥριμοι ἀκόμη νέοι νὰ ἐξοπλίζονται μὲ τὶς πνευματικὲς ἀντιστάσεις ποὺ θὰ τοὺς βοηθοῦν ὄχι μόνο νὰ ἀμύνονται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνακαινίζονται πνευματικά. …
Ἂν αὐτὸ ποὺ λέμε «Ἐκκλησία» δὲν εἶναι μόνον ἡ Διοίκησή της, ἀλλὰ ὅλα τὰ μέλη της, τότε στὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς ἀνατροφοδότησης καὶ ἀνακαίνισης τῶν νέων σήμερα εἶναι ἀνάγκη νὰ συμμετέχουν ὅλα τὰ μέλη μὲ τὸ σωστὸ τρόπο, ἀφοῦ ἡ ἀγωγὴ τῶν νέων ἀφορᾶ τόσο στὴν προσωπική τους ὁλοκλήρωση ὅσο καὶ στὸ μέλλον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πατρίδας.
Ἡ χριστιανικὴ κοινότητα λειτουργεῖ ὡς κοινωνία ἀνθρώπων ἀσκουμένων στὶς πνευματικὲς καὶ εὐαγγελικὲς ἀρετές. Οἱ ἀρετὲς αὐτὲς ἀποτελοῦν τὸν τρόπο ζωῆς ποὺ διατηροῦν τὸν βαπτισμένο χριστιανὸ ζωντανὸ καὶ ὄχι τυπικὸ μέλος τοῦ πνευματικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ τρόπος ποὺ μαθαίνουν οἱ νέοι νὰ σέβονται τοὺς ἄλλους καὶ νὰ βιώνουν  τὶς χριστιανικὲς ἀρετὲς ἔχει μεγάλη σημασία. Εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νὰ μαθαίνουν, κυρίως μέσῳ προτύπων, ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν πραγματοποιεῖται, διότι ἔτσι ἐκφράζει κανεὶς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν  Θεό. Οἱ κανόνες, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν πρέπει νὰ προσλαμβάνονται ἀπὸ τὰ παιδιὰ ὡς νομικὲς ἀρχὲς ποὺ ἐπιβάλλουν καὶ ὑποχρεώνουν τὴν τήρησή τους, ἀλλὰ ὡς ρυθμιστὲς  τῆς ζωῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ποὺ καθορίζουν τὸ ἦθος καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας.
Ἡ μαθητεία, ἡ ἄσκηση  καὶ ἡ ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταστρατηγοῦν τὴν ἐλευθερία τῆς βούλησης, ἀλλὰ συμβάλλουν στὴν δυνατότητα ἐλέγχου τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τοῦ ἐγωκεντρικοῦ φρονήματος. Ἔτσι τὰ παιδιὰ μαθαίνουν νὰ κατανοοῦν καὶ νὰ βιώνουν τὴν ὑπακοὴ στὶς θεῖες ἐντολές, ὡς μέσον ἰσχυροποίησης τῆς ἐλευθερίας τους, ἀφοῦ μὲ τὴν ἐλεύθερη τήρησή τους ὁ ἄνθρωπος ἀφενὸς καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ τὴ δεσμεύουν καὶ ἀφετέρου ἀρχίζει νὰ ἀνέρχεται πρὸς τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις ποὺ ὁδηγοῦν στὴ χαρισματικὴ μετοχὴ στὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ στὸ θεῖο φωτισμὸ καὶ τὴ θέωση.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅσοι νέοι δὲν ἔμαθαν ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία, μέσῳ τῆς οἰκογένειας, τοῦ σχολείου καὶ τῆς ἐνορίας τους, νὰ ζοῦν καὶ νὰ ἀσκοῦν τὴ χριστιανική τους πίστη ἐν ἐλευθερίᾳ, ἀλλὰ μὲ μέσα πίεσης, ἐπιβολῆς καὶ αὐταρχισμοῦ, εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἀντιδροῦν ἀρνητικὰ ἀργότερα, στὴν περίοδο τῆς ἐφηβείας, κατὰ τὴν ὁποία περνοῦν μία φάση πνευματικῆς ἀμφισβήτησης, ἐπανεξέτασης καὶ ἐπανακαθορισμοὺ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀρχῶν, τῶν κανόνων καὶ τῶν ἀξιῶν.
 Ὅταν τὰ παιδιὰ δὲν ἀνατραφοῦν στὸ πλαίσιο τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς ἀντιδροῦν στὸ τελικὸ στάδιο τῆς διαμορφώσεως τῆς προσωπικότητάς τους, δηλαδὴ λίγο πρὶν νὰ φθάσουν στὴν ὡρίμανση. Τὸ  ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀντίδρασης μπορεῖ νὰ ἔχει προσωρινό, ἀλλὰ καὶ μόνιμο χαρακτήρα, ἀνάλογα, ἀφενὸς μὲ τὶς βάσεις καὶ τὶς ἐμπειρίες τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς ποὺ εἶχαν βιώσει στὴν παιδική τους ἡλικία καὶ ἀφετέρου τῆς τωρινῆς ἀντιμετώπισης τῆς κρίσεως ποὺ διέρχονται, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν σημαντικῶν «ἄλλων» τῆς ζωῆς τους.
            Πολὺ σχετικὸ ἀλλὰ καὶ βασικὸ ἐρώτημα, ἐπίσης, ποὺ εἶναι ἀνάγκη νὰ τίθεται σὲ σχέση μὲ τὴ βοήθεια τῆς «Ἐκκλησίας» πρὸς τοὺς νέους ἀπὸ  εἶναι τὸ ἑξῆς:
Τί χριστιανικὰ πρότυπα δίνουν στοὺς νέους μας σήμερα οἱ μεγάλοι εἴτε ὡς γονεῖς εἴτε ὡς ἀνάδοχοι εἴτε ὡς διδάσκαλοι εἴτε ὡς ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, συνειδητοποιώντας ὅτι τὰ παιδιὰ εἶναι συνήθως ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός τους;
Γνωρίζουν ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν συμπεριφορῶν μαθαίνεται ἀπὸ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν σημαντικῶν ἄλλων, ἀφοῦ ἡ ἐκμάθηση νέων συμπεριφορῶν καὶ τρόπων ζωῆς πραγματοποιεῖται στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς εὔκολα, γρήγορα καὶ ὁλοκληρωμένα μὲ τὴν παρατήρηση προτύπων καὶ λιγότερο μὲ τὴ θεωρητικὴ καθοδήγηση;
Εἶναι ἀποδεδειγμένο ἄλλωστε ὅτι στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἠθικῆς, κοινωνικῆς καὶ κατ’ ἀναλογία θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς τῶν νέων, ἰδιαίτερη ἐπίδραση ἀσκοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ περιβάλλοντός τους. Τὰ παιδιά, ποὺ ἔχουν βιώσει στὸ στενό τους περιβάλλον μία σταθερὴ συμπεριφορὰ συνεποῦς πνευματικῆς ζωῆς στὸ πλαίσιο τῆς λειτουργικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, συμπεριφέρονται καὶ αὐτὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο στὸ μέλλον.
Θεωρεῖται ἀναγκαῖο νὰ γνωρίζουν ἐπίσης οἱ μεγάλοι ποὺ ἐνδιαφέρονται ἔμπρακτα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν νέων ὅτι οἱ ἔφηβοι ζητοῦν, γενικά, νὰ ταυτιστοῦν μὲ πρόσωπα, ποὺ διακρίθηκαν ἢ διακρίνονται γιὰ τὴν ἁγιότητα ἢ τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸν ἡρωισμό τους, ποὺ ἀγάπησαν καὶ ἀγαπήθηκαν, ποὺ πρόσφεραν μὲ ἀνιδιοτέλεια καὶ θυσία ὁλόκληρή τη ζωή τους στοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ βρίσκονται σὲ μία περίοδο ἐξιδανίκευσης τῶν πάντων. Μὲ τὴν κατάλληλη γιὰ τὴν ἡλικία τοὺς παρουσίαση, ἐπεξήγηση καὶ προβολὴ τέτοιων προσώπων ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους, δημιουργοῦνται οἱ κατάλληλες  καὶ γόνιμες συνθῆκες γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάρτιση καὶ ἀνακαίνιση.
Στάσεις τῶν γονέων ἢ τῶν δασκάλων γιὰ θέματα καίρια καὶ πολὺ συχνὰ ἀδιαπραγμάτευτα, ὅπως εἶναι τὸ θρησκευτικό τους πιστεύω, οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ πεποιθήσεις τους γιὰ τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα νοήματα τῆς ζωῆς, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται ἀξιακὸ σύστημα, γίνονται ἀντικείμενο ἄμεσης ταύτισης ἀπὸ τὰ παιδιά.
Μὲ βάση τὰ παραπάνω εἶναι ἀναγκαῖο, πρὶν ἀπὸ κάθε κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται πρὸς τοὺς νέους, νὰ μποροῦν οἱ μεγάλοι νὰ κάνουν αὐτοέλεγχο, νὰ τολμοῦν νὰ κοιτάζουν τοὺς νέους στὰ μάτια καὶ νὰ τοὺς λένε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Ἀπ. Παῦλος στοὺς μαθητές του: «Μιμηταί μου γίνεσθε»;
Σὲ κάθε περίπτωση οἱ νέοι εἶναι βαπτισμένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἐφόσον ἔχει κεφαλὴ τὸν ἐσταυρωμένο καὶ ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ στόχο τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δὲν μπορεῖ νὰ ἀμελεῖ γιὰ τὸν πνευματικό τους ἐπαναπατρισμό. Ἡ Ἐκκλησία ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς μία κοινότητα ριζωμένη καὶ οἰκοδομούμενη στὴ ζῶσα καὶ ἐνεργὸ πίστη πρὸς Αὐτὸν καὶ διατηρουμένη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὡς ἕνα συλλογικὸ σῶμα ποὺ λαμβάνει τὴν πνευματική του συγκρότηση καὶ ἑνότητα ἄνωθεν. Ἡ ἀγάπη καὶ φροντίδα γιὰ τὴν κάλυψη ὅλων τῶν ἀναγκῶν καὶ κυρίως τῶν πνευματικῶν πρὸς ἀλλήλους θεωρεῖται ὡς ἕνα βασικὸ στοιχεῖο μαρτυρίας, φιλανθρωπίας καὶ βεβαιώσεως τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ κοινότητα αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἐν καὶ ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ μὲ ζωοποιὸ δύναμη τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐὰν ὁρισμένα νέα μέλη τῆς Ἐκκλησίας βρίσκονται ἀπομακρυσμένα ἀπὸ τὴ ζῶσα ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ στεροῦνται τῆς διὰ τῶν θείων μυστηρίων ζωοποιοῦ χάριτος καὶ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον μπορεῖ τὸ κάθε μέλος νὰ ζωογονεῖται καὶ νὰ προκόβει «εἰς ἄνδρα τέλειον εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ κοιτάξουν οἱ μεγάλοι τὸν ἑαυτὸ τοὺς πρῶτα, τὰ λάθη, τὶς ἀστοχίες, τὶς παραλείψεις, τὴ χριστιανική τους ἀσυνέπεια, τὰ πρότυπα ζωῆς ποὺ προσφέρουν. Ἡ εὐθύνη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ πνευματικοῦ καταρτισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει σὲ κανένα νὰ ἐφησυχάζει, ὅταν διαπιστώνεται καθημερινὰ πόσο ἀνάγκη ἔχουν οἱ νέοι ἀπὸ πνευματικὴ στήριξη, συμπαράσταση, κατανόηση καὶ ἐπίσκεψη γιὰ νὰ πάρουν δύναμη στὸν ἀγώνα ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἐπανακαταρτισθοῦν, νὰ μετανοήσουν, νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μποῦν σὲ μία πορεία πνευματικῆς ἀναγεννήσεως καὶ ἀνατάσεως.
*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Η΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2011 - Ρωμνιός

Οἰκογενειακῶς εἰς τήν Ἐκκλησίαν.


  1. Ο θείος Χρυσόστομος , ο μέγας αυτός παιδαγωγός , λέγει διά τους οικογενειάρχας , όταν μεταβαίνωσιν εις την εκκλησίαν να συμπαραλαμβάνωσι και τα μωρά τους . Να μη τα λυπούνται και τα αφήνωσι να κοιμώνται , είτε
    διότι είναι λίαν πρωί , είτε διότι είναι χειμών ή βροχερός ο καιρός ή είναι θέρος και ο ύπνος των είναι γλυκύς. Αλλά να ξυπνώσιν και να συμπαραλαμβάνωσι εις... την Εκκλησίαν , ίνα βλέπουσι και αυτά και ασπάζονται τας Αγίας Εικόνας , του Κυρίου μας , της Υπεραγίας Θεοτόκου και των Αγίων και ίνα ακούωσιν τους θείους λόγους και εθίζονται , από της παιδικής ηλικίας τους , να προσέρχωνται εις την Εκκλησίαν του Χριστού. Διότι εις την ηλικίαν αυτήν η ψυχή των παιδιών είναι εύπλαστος , ως εκ σφραγίδος , εις τον νουν των . Εθίζονται δε απ´αρχής εις την αρετήν , η δε συνήθεια , συν τω χρόνω , καθίσταται έξις και
    έξις , δευτέρα φύσις , η οποία μέχρι και του βαθεός γάρατος ακόμη , θα τα οδηγή τακτικώς εις την Εκκλησίαν του Χριστού , δια να εργάζονται εις την αρετήν, και διά να προκόπτουν εις παν αγαθόν.

    Από το βιβλίο « Εν Εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν »
    του Δ. Παναγόπουλου

ΦΟΒΕΡΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ ΣΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΙΖΟΝΑ

π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος : '' Ορθόδοξη καί αιρετική Αποτείχιση ''.




 Είχε δυνατή πένα ο μακαριστός π. Επιφάνιος .
Αιωνία τού η μνήμη .




Οικουμενισμός -  Ζηλωτισμός , τά δύο άκρα .
'' Επιστολή β΄ πρός π. Νικόδημον ''


Ἐν Ἀθήναις τὴ 22α Ἰουλίου 1971

Προσφιλέστατε μοὶ π. Νικόδημε ,
χαῖρε ἐν Χριστῷ Ἰησοὖ Τῷ Κυρίω ἠμῶν.


Παρῆλθε διάστημα πλέον τοὖ μηνὸς ἀφ' ἢς ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν σου. Ἐβράδυνα νὰ ἀπαντήσω, λόγο φόρτου ἀπασχολήσεων. Παρακαλῶ σύγγνωθί μοι.
Ἀπαντῶ συνεπτυγμένως πως, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπανέλθω, ἅν ἡ Ὁσιότης σου θελήση νέας διευκρινήσεις.
Ἐν πρώτοις, φίλτατε π. Νικόδημε, ὀφείλω νὰ σοι εἴπω μίαν πικρᾶν ἀλήθειαν, ἤτις θὰ σοι φανῆ πλέον ἡ παραδόξως καὶ θὰ σὲ ἐκπλήξη. Μέχρι σήμερον ἀπέφευγον -οἰκονομία χρώμενος- νὰ διατυπώσω αὐτὴν τὴν θέσιν ἡ διετύπουν αὐτὴν συνεσκιασμένως, ἀλλ’ ἤδη, ὁπότε τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω καὶ πρόσωπα ἐκλεκτὰ ἀλλ’ ἔχοντα ἀτυχῶς περιδεῆ συνείδησιν- προσχωροὖν εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, πίπτοντα θύματα μίας ἀδιστάκτου προπαγάνδας κατὰ τῆς ἐκκλησίας, εἶνε καιρὸς νὰ λεχθῆ ἡ ἀλήθεια ἄνευ περιστροφῶν καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεων.
Λοιπόν, π. Νικόδημε, ὅσοι, φοβούμενοι τὸν Οἰκουμενισμόν, προσχωροὖν εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, δὲν κερδαίνουν ἄλλο τί, εἰμή, φεύγοντες μίαν αἵρεσιν, προσχωροὖν εἰς μίαν ἄλλην. Βεβαίως, δὲν ἔχουσι συνείδησιν ὅτι προσχωροὖν εἰς αἵρεσιν, ἀλλὰ τοὖτο οὐδαμῶς μεταβάλλει τὰ πράγματα.
Ἄκουσον ἕνα διάλογον, τὸν ὅποιον εἶχον πρὸ καιροὖ μεθ' ἑνὸς ἐκλεκτοὖ νέου, προσχωρήσαντος εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας:
—Διατί ἔφυγες ἐκ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας;
—Ἴνα μὴ κοινωνῶ μετὰ τῶν αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν.
—Πάντες οἱ Ἐπίσκοποι της Ἑλλάδος εἶνε οἰκουμενισταί;
—Ὄχι, ὄχι! Ἄλλα κοινωνοὖν μετὰ τοὖ οἰκουμενιστοὖ Πατριάρχου. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ἔχω κοινωνίαν μετὰ προσώπων κοινωνούντων τοῖς αἱρετικοῖς οἰκουμενισταῖς.
—Πιστεύεις ὅτι τὸ ἡμερολόγιον εἶνε Δόγμα Πίστεως καὶ ὅτι οἱ Νεοημερολογίται εὑρίσκονται ἐκτὸς Χάριτος καὶ χρήζουσιν, ὡς οἱ ἐξ αἱρετικῶν ἐπιστρέφοντες, ἀναμυρώσεως;
—Θεὸς φυλάξαι! Ἐγώ οὐδαμῶς πιστεύω αὐτᾶς τὰς ἀνοησίας τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Ἐγώ προσεχώρησα εἰς αὐτοὺς μόνον καὶ μόνον ἴνα ἀποφύγω τὴν, ἔμμεσον ἔστω, κοινωνίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν.
—Ουδαμώς ὅμως ἀπέφυγες τὴν κοινωνίαν μετ' ἄλλης αἱρέσεως ! Ὃ ἰσχυρισμὸς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ὄτι η μεταβολὴ τοὖ ἡμερολoγίου ἐστέρησε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Χάριτος, δὲν εἶνε ἁπλή ἀνοησία, ὡς ἐχαρακτηρίσθη ἀνωτέρω ὑπό σου. Εἶνε βαρύτατη βλασφημία καὶ αἵρεσις.
—Αλλ’ ἔγω δὲν πιστεύω αὐτὰ τὰ πράγματα.
—Κοινωνείς ὅμως μετ' ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσι ταὖτα.
—Τι νὰ πράξω; ἀναγκάζομαι νὰ ἀνέχωμαι αὐτοὺς κατ' οἰκονομίαν.
—Και τότε διατὶ δὲν ἠνείχεσο, κατ' οἰκονομίαν ἔστω, τοὺς Ἐπισκόπους της Ἑλλάδος, οἵτινες ἐκοινώνουν μετὰ τοὖ Πατριάρχου;
—Εκείνος:........... .
—Έγώ: Βλέπεις εἰς ποίαν ἀντινομίαν ὡδηγήθης; Ἀναγνωρίζεις ὄτι οι -πλεῖστοι τῶν Ἐπισκόπων της Ἑλλάδος εἶνε Ὀρθόδοξοι. Ἀρνεῖσαι ὄμως τήν μετ' αὐτῶν κοινωνίαν, ἐπειδὴ οὗτοι κοινωνοὖν μετὰ τοὖ Πατριάρχου. Οὕτω δὲν δέχεσαι οὔτε ἔμμεσον καν κοινωνίαν μὲτ οἰκουμενιστων. Δέχεσαι ὅμως ἄμεσον, ἀμεσωτάτην κοινωνίαν μετὰ προσώπων κηρυσσόντων ἄλλου εἴδους αἵρεσιν. Ὅτι ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἡμερολογίων!!! Ποῖον τὸ κέρδος σου;;;
Ἀλλά καὶ πάλιν, μὴ νομίσης ὄτι ἀπέφυγες τὴν ἔμμεσον κοινωνίαν μετὰ τῶν οἰκουμενιστῶν.
—Ἐκεῖνος: Πῶς συμβαίνει αὐτό;
—Ἐγώ: Ἀκουσον, ταλαίπωρον θύμα ἐπιτηδείων προπαγανδιστῶν: Οἱ Παλαιοημερολογίται κραυγάζουν μέχρι διαρρήξεως τῶν πνευμόνων, ὅτι καὶ μόνη ἡ συμπροσευχὴ ἠμῶν μετὰ τοὖ Πατριάρχου καὶ τῶν ἄλλων ὁμοφρόνων αὐτῶ καθιστὰ ἡμᾶς ὁμοίους πρὸς αὐτούς, ἔστω καὶ ἅν δὲν πιστεύομεν ὅσα κηρύττουσιν αὐτοί. Νὰ ἤσαν τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς τὴν θέσιν αὐτῶν ταύτην! Ἀλλά ποὺ συνέπεια!... Μετάβηθι, φίλτατε, εἰς τινα Ἡσυχαστήρια τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἰδιαιτέρως ἐν Λυκοβρύσει Ἀττικῆς, θὰ ἴδης αὐτοκίνητα ὁλόκληρα ἀποβιβάζοντα Νεοημερολογίτας, ἴνα ἐκκλησιασθοὖν ἐκεῖ ἐν ὥρα Λειτουργίας! (Ἔχω ἄκουσει ὅτι οἱ ἐκκλησιαζόμενοι κατὰ Κυριακὴν ἐκεῖ Νεοημερολογίται εἶνε πολὺ περισσότεροι τῶν Παλ/τῶν!). Τὸ Περιοδικὸ μάλιστα τοὖ ἐν λόγω Ἡσυχαστηρίου ποιεῖται κατὰ καιροὺς ἐκκλήσεις πρὸς τοὺς «προσκυνητᾶς», τοὺς ἐπιθυμοὖντας νὰ ἐκκλησιασθούν ἐν αὐτῶ, ὅπως προσέρχωνται σεμνῶς ἐνδεδυμένοι τόσον οἱ ἄνδρες ὅσον καὶ αἳ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία. Δὲν λέγει νὰ μὴ προσέρχωνται κάν Νεοημερολογίται. Ὄχι! Τὸ μόνον, τὸ ὁποίον τονίζει καὶ εἰς τὸ ὅποιον ἀρκεῖται εἶνε ἡ ἀποφυγή της ἀπρεποὖς ἐνδυμασίας. Ὑπαρχούσης αὐτῆς, οὐδὲν ἄλλο ἐξετάζεται. Ὑπαρχούσης αὐτῆς, οἱ Νεοημερολογίται εἶνε λίαν εὐπρόσδεκτοι εἰς συνεκκλησεασμόν καὶ συμπροσευχήν. Γνωρίζω δὲ οὐκ ὀλίγας περιπτώσεις Παλαιοημερολογιτῶν Ἱερέων δεχομένων ἄνευ ὅρων εἰς τὰ Μυστήρια τῆς ἐξομολογήσεως, ἀκόμη δὲ καὶ τῆς Θ. Κοινωνίας, Νεοημερολογίτας. Ἔχομεν δηλαδὴ
προσφορὰν Μυστηρίων εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλας στιγμάς χαρακτηρίζονται ὓπ' αὐτῶν τῶν ἡγετῶν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὡς μακράν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς σωτηρίας ὄντα, ἐπειδὴ εὑρίσκονται ἐν τὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κοινωνεῖ μετὰ τοὖ Πατριάρχου. Δηλαδή, κυκεὼν καὶ τραγέλαφος!
Λοιπόν, ἀφοὖ οἱ ὁμόφρονες σοὶ συμπροσεύχωνται καὶ κοινωνοὖν μεθ' ἠμῶν τῶν συμπροσευχομένων καὶ κοινωνούντων μετὰ τοὖ Πατριάρχου, σὺ ἔχεις καὶ πάλιν ἔμμεσον κοινωνίαν μετὰ τοὖ Πατριάρχου! Τί ἐκέρδησας λοιπόν; Καὶ τὴν ἔμμεσον κοινωνίαν μετὰ τῶν οἰκουμενιστῶν δὲν ἀπέφυγες καὶ εἰς ἄμεσον κοινωνίαν μετὰ προσώπων κηρυσσόντων ἄλλου εἴδους αἵρεσιν ὠδηγήθης!...
Αὐτὰ ἐλέχθησαν τότε μετὰ τοὖ νέου ἐκείνου. Ἀντιγράφω ταὖτα, ἴνα συναγάγης, ἀγαπητὲ π. Νικόδημε, ὠρισμένα συμπεράσματα.
Καὶ ἤδη σύντομοι τινες ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἐρωτήματά σου:
1. Ὑπῆρξε μεγάλη «γκάφα» τοὖ Φιλάρετου ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἐν Ἑλλάδι Παλαιοημερολογιτῶν. Μᾶλλον ἔπεσε θύμα κακῶν εἰσηγήσεων. Ἔφθασεν εἰς τὰς ἄκοάς μου πληροφορία τὶς ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων, γνωρίσας τοὺς ἐν Ἑλλάδι Παλαιοημερολογίτας, ἔχει μεταμεληθῆ δι’ ὅ,τι ἐπραξεν. Ὃ καιρὸς ὅμως θὰ δείξη. Πιστεύω ὅτι θὰ σημειωθοὖν ἐξελίξεις...
Δι’ ἐμέ πάντως, ὁ ὁποῖος πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πᾶν ἄλλο ἡ αἱρετικὴ εἶνε, ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου τοὖΦιλάρετου οὐ μόνον οὐδὲν κύρος ἔχει, ἄλλα καί, ὡς ἀποτελοὖσα ἀντικανονικωτάτην ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἄλλης ὁμοδόξου Ἐκκλησίας, δημιουργεῖ κανονικᾶς εὐθύνας διὰ τὴν εἰρημένην Σύνοδον.
2. Ἂν ὁ Φιλάρετος, ἐπίστευεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε πέσει εἰς αἵρεσιν, τότε ἠδύνατο νὰ παρέμβη ἐν αὐτή. Ὄφειλεν ὅμως ὄχι νὰ ἀναγνώριση τους Παλαιοημερολογίτας, οἱ ὁποίοι δὲν εἶνε μὲν οἰκουμενισταί, ἀλλά καὶ αὐτοὶκηρύσσουν ἄλλου εἴδους αἵρεσιν, ὡς προείπον (ὅτι ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν... Ἡμερολογίων καὶ τῶν ἑορτολογίων), ἄλλα νὰ χειροτόνηση ἐξ ἀρχῆς Ἱερεῖς (ἡ καὶ Ἐπισκόπους) διὰ τὸ πλήρωμα τῆς Ἑλλαδικῆς ἐκκλησίας. Οἱ ἐν λόγω Ἱερεῖς ἤδυναντο νὰ ἀκολουθοὖν τῷ παλαίω ἡμερολογίω, δὲν θὰ ἐκήρυσσον ὅμως τὸ ὡς ἄνω αἱρετικὸν φρόνημα, θὰ ἐδέχοντο δὲ εἰς κοινωνίαν καὶ πιστοὺς ἀκολουθοὖντας τῷ νέω ἡμερολογίω, ὡς ἀκριβῶς πράττει καὶ ὃ Φιλάρετος.
3. Ἡ παροὖσα κατάστασις (συμπροσευχαί, νεωτερισμοὶ κ.τ.τ ) δὲν δικαιολογεῖ τὸ «ὑπερόριον». Μόνον ἡ πτῶσις ἐκκλησίας τινὸς εἰς αἵρεσιν παρέχει δικαίωμα εἰς ὑπερορίους Ἐπισκόπους νὰ παρέμβουν.
4. Ἂν μία Σύνοδος Ὀρθόδοξος καταδικάση τινά, δὲν δύναται ἄλλης τοπικῆς Ἐκκλησίας Σύνοδος νὰ ἀθωώση αὐτόν. Ἂν δὲ συμβῆ τοὖτο, ἡ δευτέρα ἀπόφασις εἶνε ἄκυρος. Δηλαδή: Ἂν Κληρικὸς τῆς 
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καταδικασθῆ ὓπ' αὐτῆς καὶ προσφυγὴ εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, π.χ. εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Σερβίας, καὶ ζητήση νὰ κριθῆ ὓπ' αὐτῆς, ἡ Ἐκκλησίατῆς Σερβίας θὰ ἀπορρίψη τὴν ἀξίωσιν αὐτοὖ, δηλοὖσα ὅτι αὔτη εἶνε τελείως ἀναρμόδιος, τῆς ἁρμοδιότητος ὑπαρχούσης εἰς μόνην τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δὲ τυχὸν δεχθῆ τὸ αἴτημα ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας καὶ κρίνη αὐτὴ τὸν εἰρημένον Κληρικόν, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς, ὡς παρὰ Κανόνας ἐκδοθεῖσα, εἶνε ἄκυρος παντή, δημιουργεῖ δὲ καὶ κανονικᾶς εὐθύνας.
Ἂν τὰ παραπτώματα τοὖ Κληρικοὖ αὐτοὖ δὲν εἶνε κωλυτικᾶ τῆς ἱερωσύνης καὶ βραδύτερον μετανοήση δι’ αὐτά, τότε ἡ μόνη δυναμένη νὰ ἀποκαταστήση αὐτὸν εἶνε πάλιν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις μίας Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἑτέρας.
Ἄλλως, ἐννοεῖται, ἔχει τὸ πράγμα ἅν μία Τοπικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία αἰτήσηται παρ' ἄλλης ἡ παρ' ἄλλων τὴν βοήθειαν αὐτῶν διὰ τὴν λύσιν ἑνὸς ἐσωτερικοὖ αὐτῆς ζητήματος. Σότε δὲν πρόκειται περὶ αὐθαιρέτου ἐπεμβάσεως, ἄλλα περὶ ἀδελφικῆς συμπαραστάσεως.
Μόνον Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὡς ὑπέρτατη ἀρχή, δύναται νὰ παρέμβη εἰς τὰ ἐσωτερικὰ Τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ νὰ ρυθμίση ταὖτα κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Δύναται π.χ. κληρικὸς μίας Τοπικῆς Ἐκκλησίας (καὶ μάλιστα Προκαθήμενος αὐτῆς), φρονῶν ὅτι κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας αὐτοὖ ὅλως ἀδίκως καὶ παρὰ τοὺς Κανόνας, νὰ καταφύγη δι’ ἐκκλήσεως πρὸς τὰς ἄλλας Τοπικᾶς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καί, διεκτραγωδῶν τὴν ἄδικον περιπέτειαν αὐτοὖ, νὰ ζητήση ἀπόδοσιν δικαιοσύνης. Ἂν αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι εὕρωσι βάσιμα τὰ παράπονα αὐτοὖ, δύνανται νὰ φθάσουν μέχρι συγκλήσεως Μεγάλης Συνόδου, τῆς ὁποίας ἡ ἀπόφασις θὰ εἶνε ὑποχρεωτικὴ δι’ ἅπαντας. Μονομερὴς παρέμβασις μίαςΤοπικῆς 
Ἐκκλησίας εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἄλλης εἶνε ἀπαράδεκτος. Ταὖτα πάντα, ἐννοεῖται, προκειμένου περὶ Τοπικῶν ἐκκλησιῶν Ὀρθοδόξων καὶ οὐχὶ αἱρετικῶν.
5. Ἡ λέξις «ἄκυρον», προκειμένου περὶ Μυστηρίων, ἄλλοτε μὲν χαρακτηρίζει τὰ τελείως ἀνυπόστατα (ἤτοι ἀνύπαρκτα) Μυστήρια καὶ ἄλλοτε τὰ ὑποστατὰ μέν, ἀλλ’ ἀντικανονικῶς τελεσθέντα. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐννοίας, τὴν ἀποίαν ἑκάστοτε δίδομεν εἰς τὴν λέξιν «ἄκυρον».
6. «Ζηλωτὴς» ἐπιστρέφων δύναται ἐπιεικῶς νὰ γένηται δεκτὸς καὶ δι’ ἁπλῆς Ἐξομολογήσεως ἐνώπιόν του Πνευματικοὖ. Ἂν εἶνε Κληρικός, θὰ ζητήση παρὰ τοὖ Ἐπισκόπου τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοὖ διὰ τῆς κανονικῆς διαδικασίας. Ἡ μεταβολὴ Παρατάξεων «κάθε τόσο» δεικνύει προφανῶς ἀστάθειαν. Ἀτυχῶς δὲ τοὖτο εἶνε σύνηθες εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας.
7. Ἀναμφιβόλως δὲν δύναται τὶς «νὰ εἶνε καὶ μὲ τοὺς μὲν καὶ μὲ τοὺς δέ». Ἄλλο ζήτημα, ἄν, οἰκονομία χρώμενος, ἀνέχεται τους δέ, ἐλπίζων νὰ σύρη τελικῶς αὐτοὺς εἰς τὴν εὔθειαν ὁδόν.
8. Ἂν τὶς εἶνε λίαν ἁπλοὺς ὥστε νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται πράγματα τινὰ καὶ δὲν ἐμμένη εἰς τὰς ἐσφαλμένας θέσεις αὐτοὖ ἐξ οἰήσεως, πείσματος κ.τ.τ., ἀλλ’ ἐξ
ἁπλότητος, εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχη Χάριν Κυρίου πλουσίαν. Τὰ κρίματα τοὖ Θεοὖ εἶνε ἀνεξερεύνητα.
Ὑπῆρξαν καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας σοφοὶ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας περιέπεσαν εἰς πλάνας. Ὁ εἰς καρδίαν ὅμως καὶ ὄχι εἰς πρόσωπον βλέπων Θεὸς δὲν ἔκρινεν αὐτοὺς ἀναξίους της εὐνοίας Αὐτοὖ. Ὁ μέγας Γρηγόριος, ὁ τῆς Νύσσης Ἐπίσκοπος, δὲν ἦτο ἀπηλλαγμένος δογματικῶν πλανῶν. Καὶ ὅμως εἶνε ἅγιος καὶ Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης καὶ ὁ θεῖος Διονύσιος Ἀλεξανδρείας, θεολόγων περὶ Υἱοὖ, δὲν ἐξεφράσθη μετὰ δογματικῆς ἀκριβολογίας, δι’ ὃ καὶ ἔδωκεν, ἀθελήτως, πολλὰ ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἀρειανούς, οἱ ὅποιοι καὶ ἐπεκαλοὖντο αὐτόν. Τούτου ἕνεκεν ἠναγκάσθη ὁ Μ. Ἀθανάσιος νὰ γράψη ὁλόκληρον πραγματείαν περὶ τοὖ Ἁγίου Διονυσίου, ἴνα δικαιολογήση τὰς δογματικῶς ἀστόχους ἐκφράσεις αὐτοὖ.
9. Ἀγαθᾶς σχέσεις μετὰ «ζηλωτῶν» δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Μυστήρια ὅμως ἐξ αὐτῶν δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ λαμβάνωμεν. Ἂν ἔχουν οὗτοι, ὡς γράφεις, κοινωνίαν μετὰ τῆς ἐκκλησίας ἠμῶν, τότε μεταβάλλεται ἡ κατάστασις. Ὑπάρχουν ὅμως «ζηλωταὶ» κοινωνοὖντες μετὰ τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας;
10. Ἀτυχῶς δὲν εἶνε εὔκολος ἡ ἐπαναφορὰ τοὖ παλαιοὖ ἡμερολογίου ἐν τὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἴσως δὲν εἶνε καν δυνατή. Ἄλλα καὶ ἅν ἦτο, μὴ φαντασθῆς ποτε ὅτι οἱ Παλαιοημερολογὶται θὰ ὑπετάσσοντο πάντες πλέον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Κληρικῶν ἐπιθυμοὖν ἀσυδοσίαν καὶ οὐδέποτε θὰ ἔστεργον νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ζυγὸν καὶ ὑπὸ ἔλεγχον. Θὰ εὕρισκον χίλια ἑπτὰ «ἐπιχειρήματα» ἴνα δικαιολογήσουν τὴν ἐμμονὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἀνταρσίαν. (Θὰ ἔλεγον π. χ. ὅτι εἶνε Μασῶνοι οἱ Ἐπίσκοποι καὶ τὰ τοιαὖτα. ) Γνωρίζω καλῶς πολλοὺς Κληρικοὺς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν... Ἡγέτης τὶς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἔλεγε μοὶ πρὸ ἐτῶν: «Δὲν τολμῶ νὰ βάλω οὔτε δέκα ἥμερες ἀργία σὲ κληρικό μου. Θὰ πᾶνε στοὺς ἄλλους, μοὖ λέγουν» (δηλαδὴ εἰς τὴν ἄλλην Παράταξιν). Ἐξ αὐτοὖ ἀντιλαμβάνεσαι ποία διάθεσις κανονικῆς πειθαρχίας ὑπάρχει εἰς τοὺς Κληρικοὺς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, πλὴν τινων ἐξαιρέσεων...
11. Αἱ θέσεις τῆς «Ἐπιστολιμαίας Διατριβῆς» ἰσχύουν ἒφ' ὅσον ἡ Ἐκκλησία ἠμῶν εἶνε Ὀρθόδοξος καὶ ὄχι αἱρετική. Σὸ νὰ «ὑγιαίνη» ἔχει πολλὴν εὐρύτητα. Ἀπόλυτον ὑγείαν (κανονικήν, διοικητικήν, ἤθικην κ.λ.π. ) δὲν δυνάμεθα νὰ ζητῶμεν παρὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοὖ αὐτὴ σύγκειται ἐξ ἀτελῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. εὔκταιον θὰ ἦτο νὰ ὑγιαίνη ἐν παντί. Ἀλλ’ εἶνε τοὖτο δυνατόν; Ἄρκει λοιπὸν νὰ εἶνε ἐκκλησία Ὀρθόδοξος καὶ οὐχὶ αἱρετική. Ἔγω δὲ πολὺ ἀπέχω ἀπὸ τοὖ νὰ χαρακτηρίσω τὴν Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς... Αἱρετικήν!!! Ἂν ἄλλοι εἶνε εὔκολοι εἰς τὴν ἀνάληψιν τοιούτων τρομακτικῶν εὔθυνων (νὰ χαρακτηρίζωσι δηλαδὴ ὡς αἱρετικὴν μίαν Ὀρθόδοξον Σοπικὴν Ἐκκλησία), ἅς προχωρήσωσι...
12-13. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναμφιβόλως δὲν πρέπει νὰ συμπροσεύχωνται ἡ ἄλλως πὼς νὰ ἔχουν θρησκευτικὴν κοινωνίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν (Παπικῶν, Διαμαρτυρομένων κ.λπ. ). (Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ προκειμένου περὶ σχισματικῶν). Ἂν τὶς ὅμως συμπροσεύχηται (ἡ ἄλλως πὼς κοινωνῆ) μεθ' αἱρετικῶν, εἶνε μὲν παραβάτης τῶν ἱερῶν Κανόνων καὶ ἄξιος ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν, δὲν εἶνε ὅμως αὐτομάτως καὶ αἱρετικός. Ἐνδέχεται νὰ πιστεύη Ὀρθοδόξως, νὰ ἀποδοκιμάζη πάσαν ἐτεροδιδασκαλίαν, ἄλλα νὰ μὴ θεωρῆ κακὸν τὰς μεθ' ἑτεροδόξων θρησκευτικᾶς ἐπαφᾶς. Ὃ τοιοὖτος εἶνε, ἐπαναλαμβάνω, δεινὸς παραβάτης τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἄλλα δὲν εἶνε αἱρετικός.
Ἂν ὅμως δὲν ἄρκηται εἰς τοὖτο, ἄλλα καὶ κηρύσση αἱρετικὰ φρονήματα, τότε ἔχει ἄλλως τὸ πράγμα. Τότε εἶνε αἱρετικός. Αἱρετικὸς δὲ εἶνε, ἒφ' ὅσον κηρύσσει αἱρετικὰ φρονήματα, ἔστω καὶ ἅν δὲν ἔχη οὐδεμίαν κοινωνίαν μετ' ἄλλων αἱρετικῶν.
Ἀλλ’ οἱ αἱρετικοὶ εἶνε δύο εἰδῶν: Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐκκλησία ἐδίκασε καὶ κατεδίκασε καὶ ἀπέκοψε ἐκ τοὖ Σώματος αὐτῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὅποιοι οὔτε κατεδικάσθησαν ἀκόμη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας οὔτε ἐξῆλθον αὐτοβούλως ἐξ αὐτῆς, ἄλλα διατελοὖν ἀκόμη ἐντός της ἐκκλησίας. Μία τοιαύτη περίπτωσις εἶνε ἡ περίπτωσις τοὖ Πατριάρχου. Ὃ Πατριάρχης Ἄθηναγορας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα. Οὔτε κατεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἀπεκήρυξεν αὐτὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς. Παραμένει καὶ ἐνεργεῖ ἐντός της ἐκκλησίας. Συνεπῶς εἶνε ἀκόμη ἀγωγὸς Χάριτος. Τελεῖ Μυστήρια. Ἠμεῖς τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν;
α') Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοὖ.
β') Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ' αὐτοὖ καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα. Ἂν δὲ ἡ συνείδησις τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύη τοὖ ὀνόματος αὐτοὖ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύση τὸ μνημόσυνον αὐτοὖ, συμφώνως τῷ ΙΕ’ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοὖτο ὅμως εἶνε το ἔσχατον βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προχώρηση, ἅν θέλη νὰ μὴ εὑρεθῆ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον, δὲν θὰ μνημονεύη ἑτέρου Ἐπισκόπου (ἐκτὸς ἅν πιστεύη ὅτι ὅλη ἡ ἐκκλησία ἠμῶν ἐπεσεν εἰς αἵρεση!), ἄλλα θὰ ἀναμένη, ὡς προέγραψα, ἐν τὴ «Ἐπιστολιμαία Διατριβή» μου, μετ' ἠρέμου συνειδήσεως τὴν κρίσιν Συνόδου.
Ἕτερον πρόβλημα: Οἱ παύοντες τὸ μνημόσυνον πῶς θὰ φέρωνται πρὸς τοὺς κοινωνοὖντας μετὰ τοὖ Πατριάρχου; Οἱ κοινωνοὖντες μετὰ τοὖ Πατριάρχου εἶνε δύο κατηγοριῶν: α') Οἱ ὁμόφρονες αὐτῶ (ὡς ὃ Ἀμερικῆς Ἰάκωβος, ὃ Χαλκηδόνος Μελίτων κ.λ.π. ) καὶ β') οἱ μὴ συμφωνοὖντες αὐτῶ (ὡς πάντες σχεδὸν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος). Ἔναντι τῶν πρώτων θὰ φέρωνται ὅπως καὶ ἔναντί του Πατριάρχου. Ἔναντι ὅμως τῶν δευτέρων, ἔστω καὶ ἅν οὗτοι κοινωνοὖν μετὰ τοὖ Πατριάρχου ἡ τῶν ἄλλων, δὲν δύνανται νὰ φέρωνται ὁμοίως. Δὲν δύνανται δηλαδὴ νὰ φθάσουν μέχρι παύσεως τοὖ μνημόσυνου αὐτῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, ἀποφυγή τῆς μετ' αὐτῶν κοινωνίας. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες παρέχουν δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου τοὖ αἱρετικᾶς διδασκαλίας κηρύσσοντος Ἐπισκόπου ἡ Πατριάρχου. Δὲν παρέχουν ὅμως δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, Ὀρθόδοξοι ὄντες, ἀνέχονται αὐτόν.
Μεγάλη προσοχὴ εἰς τὸ σημεῖον τοὖτο! Ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ τῶν δύο καταστάσεων: Ἄλλο ὁ κηρύσσων αἱρετικὰ φρονήματα καὶ ἄλλο ὃ Ὀρθοδόξως φρονῶν καὶ διδάσκων, ἀλλὰ, κατ' οἰκονομίαν, ἀνεχόμενος τὸν πρῶτον καὶ κοινωνῶν μετ' αὐτοὖ.
Ἐπίσης: Ἄλλο ὃ κηρύσσων μὲν αἱρετικὰ φρονήματα, ἀλλὰ μὴ ἐξελθῶν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, μηδὲ ἀποκοπεῖς ὓπ' αὐτῆς, καὶ ἄλλο ὁ ἐξελθῶν αὐτοβούλως ἐκ τῆς Ἐκκλησίας (καὶ ἱδρύσας ἰδίαν «Ἐκκλησίαν» ἡ προσχωρήσας εἰς ἑτέραν τοιαύτην, αἱρετικὴν ἡ σχισματικήν), ἡ ἀποκοπεῖς ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας, κατόπιν δίκης καὶ καταδίκης. Μετὰ τοὖ δευτέρου πᾶς Ὀρθόδοξος ὀφείλει νὰ μὴ ἔχη οὐδεμίαν κοινωνίαν. Ἡ μετὰ τοὖ πρώτου ὅμως κοινωνία (μέχρι τῆς καταδίκης αὐτοὖ) ἀφίεται ὑπὸ τῶν ἱερῶν Κανόνων εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν ἑκάστου Ὀρθοδόξου πιστοὖ.
Ἔχομεν δηλαδὴ δικαίωμα, παρεχόμενον ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, νὰ παύσωμεν τὸ μνημόσυνον αὐτοὖ, δὲν εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ πράξωμεν οὕτω. Κατ' ἀκολουθίαν, ἅν τίς, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοὖ, παύση τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχηται ὑπὸ τῶν ἄλλων. Ἂν ἕτερος, σταθμίζων διαφόρους παράγοντας, κρίνη ὅτι δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιήση τὸ κανονικὸν δικαίωμα αὐτοὖ, ἄλλα νὰ ἀναμένη τὴν «Συνοδικὴν διάγνωσιν», δὲν εἶνε ἀξιόμεμπτος, οὔτε, πολλῶ μᾶλλον, ἄξιος ἀκοινωνησίας! Ἐν τῷ σημείω τούτω δύναται τὶς νὰ ἐφαρμόση, προσηρμοσμένους πῶς, τοὺς λόγους τοὖ Παύλου: «Ὁ μνημονεύων τὸν μὴ μνημονεύοντα μὴ ἐξουθενείτω καὶ «ὁ μὴ μνημονεύων τὸν μνημονεύοντα μὴ κρινέτω» (βλέπε Ρωμαίους Ἰδ' 3).Τότε, θὰ εἴπης, ποῖον τὸ κέρδος ἠμῶν ἐκ τῆς ἀποφυγῆς του μνημοσύνου τοὖ Πατριάρχου, ἀφοὖ θὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μετὰ τοὖ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως π. χ. , ὁ ὁποῖος μνημονεύει τοὖ Πατριάρχου; Δὲν μολυνόμεθα οὕτω, κοινωνοὖντες ἐμμέσως τῷ κηρύσσοντι αἱρετικὰ φρονήματα;
Ἀλλ’ ἡ διακοπὴ τοὖ μνημοσύνου, «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως» καὶ καταδίκης, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἀποφυγῆς μολυσμοὺ ἐκ τῆς κηρυττομένης αἱρέσεως! Ὄχι, ἀδελφέ μου! Ἂν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τότε οἱ Κανόνες δὲν θὰ παρεῖχον ἁπλῶς δικαίωμα παύσεως μνημόσυνου δι’ αἵρεσιν «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως», ἀλλά θὰ ἐθέσπιζον ρητὴν καὶ σαφῆ ὑποχρέωσιν μετ' ἀπειλῆς βαρυτάτων ποινῶν ἐν ἐναντία περιπτώσει.
Ἡ διακοπὴ μνημόσυνου δι’ αἵρεσιν «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως» ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Ἀποτελεῖ ἔντονον, ἄλλα καὶ ἐσχάτην διαμαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως, παρέχει μίαν διέξοδον διὰ τοὺς σκανδαλιζομένους, ἅμα δὲ καὶ σκοπεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀναταραχῆς, ὥστε ἡ ἐκκλησία νὰ ἐπισπεύση τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως.
Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νά... μολυνθῶμεν, οὔτε μνημονεύοντες τοὖ Πατριάρχου (ἐφ' ὅσον ἀκόμη δὲν κατεδικάσθη), οὔτε, πολλῶ μᾶλλον, δεχόμενοι εἰς κοινωνίαν τοὺς μνημονεύοντας αὐτοὖ. Τὰ ἀντιθέτως λεγόμενα εἶνε ἀνόητοι «ζηλωτισμοί».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων δὲν ἐμολύνθη καίτοι ἔλαβε χειροτονίαν ἐπισκοπικὴν παρὰ τοὖ Μητροπολίτου Καισαρείας Ἀκακίου, ὁ ὁποῖος ἦτο μὲν δεδηλωμένος ἀρειανὸς (καὶ μάλιστα ἀρχηγὸς μίας μερίδος τῶν ἀρειανῶν), ἀλλ’ ἀκόμη διετέλει καὶ ἐνήργει ἐντός της Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος ἀνατόλιος ἐχειροτονήθη καὶ αὐτὸς ἐπίσκοπος (καὶ μάλιστα Πατριάρχης Κῶν/πόλεως) παρὰ τοὖ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Διοσκόρου, ὁ ὁποῖος ἦτο μὲν μονοφυσίτης καὶ μέγας προστάτης τοὖ αἱρεσιάρχου Εὐτυχοὖς, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἂν λοιπὸν δὲν μολύνη οὕδ' αὔτη ἡ χειροτονία παρ' Ἐπισκόπων, κηρυσσόντων μὲν αἱρετικὰ φρονήματα, ἀλλὰ μήπω Συνοδικῶς καταδικασθέντων, παραμενόντων δ' ἀκόμη ἐντός της Ἐκκλησίας, πολλῶ μᾶλλον δὲν μολύνει τὸ μνημόσυνον αὐτῶν καὶ ἀκόμη περισσότερον δὲν μολύνει ἡ κοινωνία μετὰ προσώπων ἀνεχομένων οἰκονομικῶς αὐτοὺς καὶ διατηρούντων τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
Οἱ Παλαιοημερολογίται, «μὴ νοοὖντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοὖνται», ἰσχυρίζονται τὰ ὅλως ἀντίθετα. (Ὅρα καὶ βιβλίον θεοδωρήτου Μαύρου. ) Ἀλλὰ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι εἶνε μεμολυσμένοι. Διατί; Διότι, ὡς προεῖπον, καὶ αὐτοί, παρὰ τὰς θεωρητικᾶς διακηρύξεις αὐτῶν, ἢ μᾶλλον, ἐν κραυγαλέα καὶ τραγικὴ ἀντιθέσει πρὸς αὐτᾶς, δέχονται ἐν τὴ πράξει εἰς κοινωνίαν (συμπροσευχὴν καὶ παροχὴν Μυστηρίων) πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἤτις ἔχει κοινωνίαν μετὰ τοὖ Πατριάρχου! Ὁπότε;;;
Ἂν ἤθελον νὰ εἶνε συνεπεῖς, ἔπρεπε νὰ μὴ δέχωνται οὔτε ἐν μέλος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐκκλησιασθῆ (ἥ, πολλῶ μᾶλλον, νὰ ἐξομολογηθῆ ἢ νὰ κοινωνήση) παρ' αὐτοὶς, ἅν προηγουμένως δὲν ἐδήλου τοὖτο ὅτι ἀποχωρεῖ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ προσχωρεῖ ἐν μετάνοια εἰς αὐτούς. Αὐτοὶ ὅμως, ἀδεῶς καὶ ἀδιστάκτως, συνεκκλησιάζονται, συμπροσεύχονται καὶ συμμετέχουν Μυστηρίων μετὰ πλήθους Νεοημερολογιτῶν ἐν τοῖς Παλαιοημερολογιτικοῖς Ναοῖς καὶ μάλιστα τοῖς τοιούτοις ἐνίων Ἡσυχαστηρίων.
Εἶνε αὐτὰ πράγματα ἠθικῆς συνεπείας; Εἶνε πράγματα ἠθικῶς ἐπιτετραμμένα; Εἶνε πράγματα κανονικῶς δεκτά; Εἶνε, ἐπὶ τέλους, πράγματα τίμια; θὰ εἰποὖν ἴσως, ὅτι πράττουν τοὖτο κατ' οἰκονομίαν. Ἄλλα τότε διατὶ νὰ δημιουργῶμεν σχίσματα καὶ διαιρέσεις καὶ κατατμήσεις καὶ πληγᾶς εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας; Ἂν πρόκειται, μεταβαίνων τὶς εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, νὰ συμπροσεύχηται καὶ πάλιν μετὰ τῶν κοινωνούντων τῷ Πατριάρχη, διατὶ νὰ μὴ μείνη ἐν τὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀνεχόμενος, κατ' οἰκονομίαν, καὶ τὸν Πατριάρχην καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτῶ;Οὕτω μάλιστα θὰ ἀνέχηται οἰκονομικῶς μίαν αἵρεσιν: Τὸν οἰκουμενισμόν. Ἐνῶ, μεταβαίνων εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, θὰ ἀνέχηται δύο. Τὸν οἰκουμενισμὸν (ἒφ' ὅσον οἱ Παλαιοημερολογὶται συμπροσεύχονται μετὰ Νεοημερολογιτῶν, κοινωνούντων τῷ οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη,) καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Παλαιοημερολογιτισμόν, κηρύσσοντα τὴν αἵρεσιν ὅτι τὰ ἡμερολόγια καὶ τὰ ἑορτολόγια εἶνε ὄροι σωτηρίας!...
Λέγω «Ἑλληνικὸν Παλαιοημερολογιτισμόν», διότι δὲν προτίθεμαι νὰ καταδικάσω αὐτὸ τοὖτο τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ὅπερ ἀκολουθοὖν τόσαι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, ἀλλά τὰς αἱρετικάς ὑπερβολάς εἰς τὰς ὁποίας ἀφρόνως κατήντησαν οἱ Ἕλληνες Παλαιοημερολογὶται. Δι’ αὐτὸ δέ, πλὴν ἄλλων λόγων, φοβοὖμαι καὶ τρέμω διὰ τὰς ἀνταρσίας καὶ τὰ σχίσματα. Ὁ κλῆρος τῶν περισσοτέρων αὐτὸς εἶνε: Τελικῶς καταντοὖν εἰς ὑποστήριξιν θέσεων αὐτόχρημα αἱρετικῶν!Ταὖτα, πολυφίλητε π. Νικόδημε, εἶχον γράψαι σοὶ τὲ καὶ τὴ ἱερὰ καὶ θεοφιλεῖ Συνοδεία σου. Ἔγραψα δ' ἐκ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας» (Β΄ Κορινθίους Β΄ 4). Ἡ ὅλη κατάστασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶνε σήμερον λίαν θλιβερά. Ἴσως τελικῶς δὲν θὰ ἀποτραποὖν μεγάλαι περιπέτειαι.
Πρόσχωμεν! Ἐν ταπεινώσει, ἐν προσευχή, ἐν νηστεία, ἐν κατανύξει, ζητήσωμεν παρὰ τοὖ Κυρίου φωτισμὸν πῶς δεῖ ἠμᾶς περιπατῆσαι ἐν τοῖς ἐπερχομένοις. Διπλοὺς ὁ κίνδυνος τῆς Ἐκκλησίας: Ἔνθεν ὁ σατανοκίνητος Οἰκουμενισμὸς καὶ ἐκεῖθεν ὁ ψυχώλεθρος Υανατισμός, ὁ ὀδηγῶν τελικῶς εἰς φρικαλέας βλασφημίας καὶ αἱρέσεις καὶ ἐπισκοτίζων τὴν ἀλήθειαν. Υοβηθῶμεν ἀμφότερα καὶ ἀμφότερα φύγωμεν. Οὐκ ἐκκλινοὖμεν οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά. Μέση καὶ βασιλικὴ ὀδῶ πορευσόμεθα. Αὔτη δ' ἐστίν ἡ τῆς ἀκηράτου Ὀρθοδοξίας ὁδός, ἤτις καὶ ἀκριβείας φύλαξιν οἶδε καὶ οἰκονομίας ἐπίδειξιν οὐκ ἀγνοεῖ. Χαῖρε, ἀδελφέ. Καὶ πάλιν ἐρῶ, χαῖρε! Χαῖρε, ἐν μέσω πάσης θλίψεως καὶ πάσης ὀδύνης. Ἰησοὖς γὰρ «παρεδόθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἠμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἠμῶν» (Ρωμαίους Δ' 25).
Δεήθητε δὲ πάντες ἐκτενῶς καὶ ὑπὲρ τῆς ἐμῆς ἀθλιότητος, ὅτι ἐν ποικίλω ἀγῶνί εἰμι. Ἐν παντὶ θλίβομαι. «Ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι» (Β΄ Κορινθίους Ζ 5. Ἴδε ἑρμηνείαν Π. Τρεμπέλα).
Πρόθυμος πάντοτε διὰ πάσαν ἐξυπηρέτησιν καὶ ἐπικαλούμενος πάντων ὑμῶν τὰς εὐχάς, διατελῶ μετὰ βαθείας ἐν Χριστῷ Ἰησοὖ τῷ Κυρίω ἠμῶν ἀγάπης καὶ τιμῆς.

Πηγή: Ἐπιφανείου Ι. Θεοδωροπούλου Ἀρχιμανδρίτου
ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΖΗΛΩΤΙΣΜΟΣ
Ἔκδοσις Ἱεροὖ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος


    

   Εδώ, ο μακαριστός π. Επιφάνιος , αναιρεί τίς πλάνες τών Παλαιοημερολογιτών , καθώς καί τού νεο « ζηλωτή » Ευθυμίου Τρικαμηνά , περί τής δήθεν, υποχρεωτικής διακοπής τής εκκλησιαστικής κοινωνίας , όχι μόνο μετά τού οικείου Επισκόπου , αλλά καί μέ ολόκληρη τήν Εκκλησία , επειδή , δήθεν μολύνεται από τούς Οικουμενιστές ( καθαρός Προτεσταντισμός ) !!! 
   Τίς αιρέσεις  περί '' Υποχρεωτικής διακοπής τού μνημοσύνου '' καί περί '' Μολυσμού '' από τίς συμπροσευχές καί κακόδοξες δηλώσεις ορισμένων Επισκόπων τής Εκκλησίας , τίς επινόησαν οί Παλαιοημερολογίτες , επειδή ξεσκεπάσαμε τήν απάτη τού πλαστογραφημένου τούς  Σιγγιλίου , στό οποίο στήρίξαν τήν απόσχισή τούς τό 1924 ! Από τήν αίρεση αυτή, τού ''Μολυσμού'', προκύπτει καί η αίρεση τής ''Αποτείχισης από όλη τήν Εκκλησία''.'' Αφού Μολύνεστε, είστε υποχρεωμένοι να Αποτειχιστείτε '' μάς λένε εδώ καί δεκαετίες οί « ΓΟΧ » .
    Πουθενά όμως δέν αναφέρεται ''υποχρέωση'', παρά μόνο τό προαιρετικό δικαίωμα τής διακοπής τού μνημοσύνου τού, αιρετικά διδάσκοντος Επισκόπου καί μόνον.
  
   Λέγει ο κανὼν ΙΕ΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου:
 
   «…Οἱ γὰρ δι’ αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τὴν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίαις διδάσκοντος, οἱ τοιούτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, άλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γὰρ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδὲπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».

Ἑρμηνεία ὑπὸ ἁγίου Νικοδήμου (βλ. Ἱερὸν Πηδἀλιον):
   «… Ἐάν δὲ οἱ ῥηθέντες πρόεδροι εἶναι αἱρετικοί, καὶ τὴν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παῤῥησίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι, καὶ πρὸ τοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσις περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, όχι μόνον διὰ τὸν χωρισμὸν δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τὸν χωρισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν».
   Όπως είδαμε μέσα από τό ίδιο τό Ιερόν Πηδάλιον , ο ιε΄ κανών τής Α΄ καί Β΄ συνόδου , ουδαμώς επιτρέπει αποτείχιση από ολόκληρη τήν Εκκλησία ! Όλα τά υπό τών αποσχιστών , εναντίως λεγόμενα είναι '' προφάσεις έν αμαρτίαις '' !
    Η χρησιμοποίηση τού όρου '' Αποτείχιση '' από τούς , πάσης φύσεως « ζηλωτές » είναι εντελώς παραπλανητικός , καθ΄ ότι αυτοί εννοούν '' Απόσχιση '' από ολόκληρη τήν Εκκλησία , πράγμα πού δέν επιτρέπει ο ιε΄ κανών τής Α΄ καί Β΄ συνόδου , τόν οποίο αυτοί κακώς επικαλούνται !
   Τέλος , η διόρθωση τού ημερολογίου γιά τήν οποία αποσχίστηκαν οί Παλαιοημερογίτες από τήν παγκόσμιο Εκκλησία Τού Χριστού δέν αποτελεί αίρεση . Συνεπώς , κατά τόν ιε΄ κανόνα τής Α΄καί Β΄συνόδου , η απόσχισις τών Παλαιοη
μερολατρών ήταν , είναι καί θα είναι παράνομη .

Μέ τήν ευλογία τού Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος ,
τού οποίου κτήτωρ είναι ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος .

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...