Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ: Η καινή εντολή της αγάπης π. Παντελεήμον Κρούσκος




Ματθαίου κεφ. κε' στίχοι 31-46
Αδελφοί,
Το ευαγγέλιο του Χριστού, η διαθήκη Του,
 είναι εντολή αγάπης. 
Είναι εντολή καινή,δηλ.νέα, όπως ο κόσμος
 είναι αρχαίος και παρωχημένος.
 Η χριστιανική εντολή της αγάπης,
 δεν είναι αόριστη φιλοσοφία ,ούτε μια
 όμορφη ανθρώπινη ιδέα.
 Η αγάπη δεν έχει οπαδούς, γι'αυτό και 
δεν έχει δούλους. Η αγάπη έχει μαθητές,φίλους,πολίτες της βασιλείας
 του Θεού.Η αγάπη έχει ελεύθερους εν Χριστώ ανθρώπους που ζουν εν αυτή. 
Ζουν εν τω συνδέσμω της αγάπης.Είναι η αγάπη καινή πραγματικότητα. 
Το να αγαπώ εν Χριστώ δεν σημαίνει έχω ένα moto, ένα τρόπο ζωής, 
ένα ευσεβιστικό καθήκον, κάτι που οφείλω στον αυστηρό Κριτή Θεό. 
Η αγάπη είναι η ίδια η εν Χριστώ ύπαρξη. Μαθητής του Χριστού είναι
 ο αγαπών και ο αγαπών είναι μαθητής του Χριστού. 
Η εντολή της αγάπης έχει κύριο εκφραστή της τον Χριστό, γιατί ο ίδιος 
ο Θεός κατά τον λόγο του θεολόγου Ιωάννη αγάπη εστί. 
Ο Ιησούς Χριστός έως τέλους αγάπησε τους μαθητές Του,
 στον έσχατο δηλαδή βαθμό. 
Για μας σαρκώθηκε, για μας κενώθηκε,για μας φτώχυνε,για μας θυσιάστηκε, 
για μας ανέβηκε στον ατιμωτικό σταυρό,για μας κατέβηκε στον άδη του 
θανάτου,για μας αναστήθηκε από τον τάφο,για μας ανελήφθη  στον Πατέρα,
 για μας άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου. Και άφησε οδοδείκτη την αγάπη.
Η παλαιά συμφωνία τουΘεού με τον Μωϋσή και τους Ιουδαίους σφραγιστηκε 
με αίμα και θυσία ζώων στο όρος Σινά. Η καινή διαθήκη όμως του Χριστού με
 την Εκκλησία,σφραγίστηκε με το ίδιο το Αίμα Του πάνω στον βωμό του Σταυρού.
 Γι'αυτό και η καινή εντολή, το "αγαπάτε αλλήλους" είναι συνδεμένη με την
 έννοια της θυσιας και του σταυρού,την έννοια της κένωσης και του 
αυτοθυσιαστικού πνεύματος, της ανάστασης , αλλά και της θείας ευχαριστίας,
 όπου όλοι εν τη αγάπη του Χριστού και ο Χριστός εν ημίν.
Την αγάπη αυτή δεν μπόρεσε να την αντέξει ο κόσμος, ούτε θα μπορέσει ποτέ. 
Γι'αυτό οι μάρτυρες, γι'αυτό οι διωγμοί και οι σταυροί και η χλεύη και οι διώξεις
 κατά των χριστιανών. Γιατί η αγάπη δεν είναι στα μέτρα του κόσμου,
 αλλά στα μέτρα του Θεού.

Το σημερινό ευαγγέλιο είναι ευαγγέλιο κρίσεως δηλαδή δοκιμάζεται η χριστιανική
 μας ταυτότητα, η χριστιανική μας ιδιότητα και φυσικά προκαταγγέλεται βάσει
 των επιλογών μας η εσχατολογική μας κατάταξη: μακράν του Θεού ή με τον Θεό.
 Κριτήριο είναι λοιπόν η αγάπη.
Χαρακτηριστικά μας λέει το τροπάριο της Λιτής: "Τὰς τοῦ Κυρίου γνόντες ἐντολὰς
 οὕτω πολιτευθῶμεν· πεινῶντας διαθρέψωμεν, διψῶντας ποτίσωμεν,
 γυμνοὺς περιβαλώμεθα ξένους, συνεισαγάγωμεν, ἀσθενοῦντας, καὶ τοὺς ἐν φυλακῇ,
 ἐπισκεψώμεθα, ἵνα εἴπῃ καὶ πρὸς ἡμᾶς, ὁ μέλλων κρῖναι πᾶσαν τὴν γῆν· 
Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε, τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν".   
Ίσως νομίζουμε πώς δείχνοντας τέτοια ευσπλαγχνία στον αδελφό μας κάναμε
 κάτι σπουδαίο. Και είναι πραγματικά σπουδαία η ζωντανή έκφραση αγάπης
 γιατί κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη πάλι: "έτσι θα γνωρίσουν οι άλλοι το ότι 
είστε μαθητές μου , εάν αγαπάτε ο ένας τον άλλο". Αλλά πάντα υπάρχει η 
παγίδα της αυτοδικαίωσης,του αυτοεπαίνου,του εφησυχασμού ότι πράξαμε
 το ορθό και ούτως είμαστε γνήσιοι,σπουδαίοι,αληθινοί μαθητές. Ίσως νομίζουμε
 πώς προσφέροντας από το περίσσευμα μας στον αδελφό και μάλιστα ενώπιον όλων, 
με διάθεση διδακτική,αγνή ή υστερόβουλη, γιατί πάντα έχει ο άνθρωπος την
 τάση να αυτοκολακεύεται και την ταπεινή ανάγκη να αυτοπροβάλεται,
 εκπληρώσαμε το καθήκον μας και ούτως μας χρεωστά ο Θεός την βασιλεία
 και την κατάταξη μετά των αγίων. Έτσι όμως χάνουμε τον μισθό της αγάπης 
και "αγαπάμε" λάθος. Δυστυχώς ζούμε πολλές φορές με την ανασφάλεια και την
 πλάνη. Έχουμε ανάγκη ο ένας την αναγνώριση του άλλου. Οι πράξεις μας είναι
 σαν μια φωνή αγωνίας που λέει : "προσέξτε με, είμαι αγαθός,προσφέρω αγάπη 
και ζητώ την καρδιά σας".Στην αγάπη όμως δεν υπάρχει υστεροβουλία και η
αγάπη δεν ζητά ανταλλάγματα. Δεν αγαπάμε για να αγαπηθούμε.  
Αγαπάμε γιατί πρώτον ο Θεός μας αγάπησε. Με την αγάπη γινόμαστε του Θεού μιμητές.
 Με ταπείνωση αυτός που αγαπά αληθινά νιώθει πώς έκαμε το αυτονόητο χρέος.
 Θεραπεύοντας τον αδελφό, θεραπεύουμε τον ίδιο τον Χριστό, γιατί κατά το πατερικό 
"είδες τον αδελφό σου; είδες τον Θεό σου".

Η αγάπη σήμερον ίσως εξαντλείται σε μια φιλανθρωπική και καθηκοντική φιλανθρωπία, 
ιδιαιτέρως η κρίση μας έκανε πιό φιλεύσπλαχνους. Η αλήθεια είναι όμως πώς φοβόμαστε
 τον θάνατο και την πενία την δική μας. Καθρέφτης είναι η δυστυχία του αδελφού της
 δικής μας πιθανής κατάληξης.Έτσι εξορκίζουμε το κακό , με μεταφυσικό ίσως υπολογισμό.
 Βέβαια, η έμπρακτη και εμπειρική αγάπη, θα πρέπει να είναι αληθινή και πνευματική.
 Η αγάπη είναι αγιοπνευματικό δώρο.Ο αγαπών είναι αυτός πού αφού θρέψει, 
ποτίσει, ντύσει τον Χριστό εντός της καρδίας, αφού περιθάλψει τα πάθη και απεγκλωβίσει 
τον εαυτό του από την φυλακή της αμαρτίας για να λάμψει ο Χριστός, μεταδίδει 
την αγάπη ως αγιότητα και ως αλληλοπεριχώρηση στον πλησίον του.
 Γίνεται όλος αγάπη, παρανάλωμα αγάπης πνευματικής και περιθάλπει τον γυμνό,
 ασθενή και πεινασμένο, και πνευματικά αλλά και υλικά. Γιατί κύρια η υλική αγάπη
 θρέφει και στηρίζει την πνευματική και αντίστροφα.Έχουμε ανάγκη τόσον την
 αγιότητα, όσο και τον άρτο, τόσο το ένδυμα της θαλπωρής της ορθής πίστης,
 όσο και το υλικό ένδυμα. Τόσο τα φάρμακα των μυστηρίων και την παράκληση 
την πνευματική όσο και τον αγαθό λόγο στήριξης και παρηγοριάς.
 Μας λείπουν όχι μόνον οι φιλάδελφοι, αλλά κύρια οι άγιοι.

Στο στάδιο της νηστείας που θα μπούμε σε λίγο να μπούμε με θυσία και αγάπη. 
Η αγάπη είναι η αρετή που ουσιοποιεί, πού δίνει νόημα και σημασία στην νηστεία,
 στην προσευχή , στην μετάνοια. Χωρίς αγάπη να μην τολμήσει κανείς να μπει στο
 αγωνιστικό στάδιο της σαρακοστής γιατί θα χαθεί, όπως οι άπειροι ταξιδιώτες 
χάνονται στην έρημο. Αν θέλουμε να βιώσουμε ορθόδοξα,πνευματικά το Άχραντο 
Πάθος και την αγία Ανάσταση, τις δύο ύψιστες εκφρασεις αγάπης,
 να μάθουμε να αγαπάμε, να κάνουμε την ζωή μας μια ασκητική της αγάπης.
Να μην χάσουμε την ουσία, αδελφοί, να μην χάσουμε το πολύτιμο θησαυρό της αγάπης, 
γιατί αλλιώς πάμε και εμείς χαμένοι.

Να έχουμε ένα κατά Χριστόν άγιο στάδιο εύχομαι με τις πρεσβείες, πάντων των αγίων .

ΑΜΗΝ


 πηγή

Κυριακή της Απόκρεω, του π. Γεωργίου Αλεντά,


Κυριακή της Απόκρεω
Το μυστήριο του συνανθρώπου
του π. Γεωργίου Αλεντά
Αρχ. επιτρόπου Πολιχνίτου Λέσβου
Εκπαιδευτικού
Πολλοί, μελετώντας και αναλύοντας  τη σημερινή μεταμοντέρνα  εποχή μας και προσπαθώντας να την προσδιορίσουν, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς και ονόματα όπως καταναλωτική, ατομοκεντρική, σκληρή, ανάλγητη και άλλους παρόμοιους επιθετικούς προσδιορισμούς.
Ακόμη προσθέτομε ένα ακόμη κύριο γνώρισμα αυτής της μετανεωτερικής εποχής, γνώρισμα χαρακτηριστικό, που αφορά τις σχέσεις ανθρώπου, συνανθρώπου. Είναι αφιλάνθρωπη και αφιλόξενη μια και η επικοινωνία, η αλληλεγγύη, η κοινωνία αγάπης μεταξύ των ανθρώπων αντιμετωπίζουν πλέον μεγάλη κρίση.
Το φαινόμενο αυτό, τραγικό για την τέως πλέον ορθόδοξη ελληνική κοινωνία, εξηγεί τη ρήξη του κοινωνικού ιστού, που προηγήθηκε στην παραδοσιακή κοινότητα. Οι συνέπειες της ρήξης εμφανίζονται στο πανθομολογούμενο άγχος, στις φοβίες, στη μο­ναξιά στην αβεβαιότητα του σημερινού ανθρώπου.
Αδελφοί μου!
Πλησιάζοντας  στη Μ. Τεσσαρακοστή, ακούμε, κάθε χρόνο αυτές τις μέρες την ευαγγελική περικο­πή της τελικής κρίσης. Κάθε χρόνο, αυτή η Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεω έρχεται σαν δίστομο μαχαίρι να διαρρήξει στη καρδιά μας την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση, τη πεποίθηση πως είμαστε κατά κάποιο τρόπο εντάξει με τον εαυτό μας και βέβαια με το Θεό. Έρχεται να μας υπενθυμίσει τις εσφαλμένες σχέσεις μας και τη διακοπή της επικοινωνίας του ενός με τον άλλον. Μας λέει ότι έχουμε διαγράψει από την καρδιά μας το «εμείς» και στην κενή πλέον αυτή θέση εγκαταστήσαμε το «εγώ». 
Δεν υπάρχει άλλη ευαγγελική περικοπή πού να μπορεί να μας μεταδώσει ένα τόσο ζωτικής σημασίας μήνυμα: το ότι, δηλαδή, από κοινωνία προσώπων καταντήσαμε κοινωνία ατόμων, αν βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κοινωνία ο ατομοκεντρισμός και η απομόνωση. Δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε κοινωνία, δεν μπορούμε πολύ περισσότερο να είμαστε χριστιανοί, κλεισμένοι στο καβούκι μας και αποκομμένοι απ’ το συνάνθρωπό μας.
Και αυτή η περικοπή τούτο θέλει να μας δείξει καθώς μας τοποθετεί στο τέλος της ιστορίας και φανερώνοντας μας τη στιγμή που ο Χριστός θα έρθει πάλι «κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Ακούσαμε λοιπόν σήμερα τις τελευταίες ώρες του κόσμου μας· το τέλος των πάντων. Ο Χριστός, μας δίνει μία εικόνα: μας λέει πως θα συγκεντρωθούν όλοι οι άνθρωποι μπροστά του, τότε που θα έρθει για να κρίνει τον κόσμο. Απ' όσα ακούσαμε βγαίνει ένα συμπέρασμα: Όλοι θα κριθούμε απ' τη συμπεριφορά μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Μάλιστα και είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό, δε μίλησε σε τρίτο πρόσωπο, δεν είπε: «Θα κοιτάξω να δω αν χορτάσατε τους πεινασμένους, αν ποτίσατε τους διψασμένους, αν ντύσατε τους γυμνούς. Μίλησε σε πρώτο πρόσωπο. Είπε στους μεν ότι: «Θα πάτε στον Παράδεισο, γιατί εγώ πείνασα και μου δώσατε να φάω, εγώ δίψασα και με ποτίσατε, εγώ ήμουν ξένος και με συμμαζέ­ψατε , εγώ ήμουν στη φυλακή, εγώ ήμουν  άρρωστος και ήρθατε να με δείτε... εγώ ό ίδιος». Με τα ίδια λόγια  αναφέρεται και σ’ αυτούς που δε θα τους κρατήσει κοντά Του: «Σε μένα δε δώσατε να φάω, σε μένα δε δώσατε νερό, σε μένα δε δώσατε ρούχα όταν ήμουνα γυμνός. Έμενα, που ήμουν φυλακή και άρρωστος, δεν ήρθατε να δείτε». Και επεξηγώντας την απορία και των μεν και των δε όταν το ρωτούν - δίκαιοι και αμαρτωλοί: «Και πότε εμείς σε είδαμε και σου συμπεριφερθήκαμε έτσι;», εκείνος διευκρινίζει: «Μα δείξατε τέτοια συμπεριφορά στον κάθε άσημο αδελφό μου, τον αδελφό σας και συνάνθρωπό σας! Είναι ένα και το αυτό!
…Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ξεκάθαρα. Όμως υπάρχει και μια άλλη πτυχή τού θέματος, πού ίσως καθόλου μα καθόλου δεν πάει ο νους μας.
Πόσο συχνά φέρνουμε το Ευαγγέλιο, την αγγελία του Χριστού, πόσο συχνά μιλάμε για το Χριστό, σε τόπους όπου δεν υπάρ­χει Χριστός; Πόσο συχνά κηρύττουμε εκεί όπου δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μία ανταπόκριση; Αυτό πού κάνουμε είναι να κηρύττουμε στους ήδη γνώστες του Θεού κι όχι σ' εκείνους με τους οποίους ο  Θεός ζητά να γνωριστεί. Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, επειδή ακριβώς προσφέρουμε τα πλούτη τού Ευαγγελίου σε όσους είναι ήδη καλοθρεμμένοι, επειδή προσφέρουμε το ποτήρι της σωτηρίας σε όσους ήδη ξεδιψούν απ' αυτό, επειδή παρέχουμε καταφυγή και συντροφιά σε όσους ήδη ανήκουν, αρκετά συνειδητά, στην οικογένεια τού Θεού -γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι που κινδυνεύουμε να δούμε τον εαυτό μας τοποθετημένο «εξ ευωνύμων» τού Χριστού.
Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι απέναντι στην αγάπη τού Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο Του, πρέπει να ξεχυθούμε στο κενό, στο ψύχος της απουσίας τού Θεού και να φέρουμε εκεί το Ευαγγέλιο τού Χριστού, μακριά από τα όρια των δικών μας κοινοτήτων.
Κι έως ότου βάλουμε αρχή, θα επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια η κρίση της σημερινής περικοπής. Έως ότου βάλουμε αρχή, δεν θα έχουμε καν ξεκι­νήσει να δίνουμε σάρκα στην αγάπη τού Θεού… ( Τις σκέψεις αυτές αναφέρει στο βιβλίο του «Φως Χριστού», για την Κυριακή της Τελικής Κρίσης, ο π. Βασίλειος  Όσμπορν,  επίσκοπος Σεργκίεβο).
Αδελφοί μου!
Αναφερθήκαμε στην αρχή, στη μεγάλη κρίση που αντιμετωπίζει η κοινωνίας μας. Κρίση που αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων, κρίση επικοινωνίας, κρίση αγάπης.
Τα λόγια του Χριστού που θα ακούσουμε στην Τελική Κρίση κατανοούνται σήμερα σαν απαίτηση για κοινωνική ευαισθησία και αλληλεγγύη, σαν άνοιγμα προς το συνάνθρωπο, σαν ρήξη του ατομισμού και επαναφορά μας στην κοινωνία προσώπων. Η κοινωνική πρόνοια και η αλληλεγγύη θεωρούνται πράγματα αυτονόητα. Ψωμί. νερό. ρούχα δεν επιτρέπεται ανά λείπουν από κανέναν. Λίγοι όμως το συνδέουν αυτό με τη δική τους προσωπική ευθύνη κι ευαισθησία. Οι περισσότεροι το αφήνουμε στα χέρια τού κράτους, της κοινωνίας, της Εκκλησίας, στα χέρια συλλόγων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Δύσκολα κατανοούμε την απόσταση πού χωρίζει αυτό πού όλοι θεωρούμε αυτονόητο να κάνουμε από αυτό πού πράγματι κάνουμε. Είμαστε ανυποψίαστοι και αισθανόμαστε αθώοι. Γι' αυτό και θα πούμε την ήμερα της Κρίσεως στο Χριστό: «Πότε σε είδαμε να έχεις ανάγκη και δεν σε υπηρετήσαμε;»
Γι’ αυτό αδελφοί μου!
Η συμπεριφορά μας αυτή τη μέρα της Κρίσεως θα μας βάλει προ μεγάλων εκπλήξεων. Για να μη συμβεί αυτό, όχι μόνο δεν πρέπει να περι­μένουμε να μας χτυπήσουν την πόρτα, αλλά, αντίθετα, έχουμε υποχρέωση, εμείς οι ίδιοι ν’ ανοίξουμε τη πόρτα, να βγούμε έξω απ’ το ερμητικά κλεισμένο σπίτι μας, να ψάξουμε εμείς και να βρούμε αυτούς που επρόκειτο να μας χτυπήσουν τη πόρτα πριν καν χρειαστεί να ρθουν και να μας βρουν.. Και αν ακόμη τα δάκρυα τους δε φαίνονται, έχουμε εμείς υποχρέωση να τα ανακαλύψουμε και με πολ­λή προσοχή και διακριτικότητα να σταθούμε δίπλα τους.
Αν δε σηκώσουμε το σταυρό μας για να καλύψουμε την απόσταση πού χωρίζει αυτό που θέλουμε από αυτό που  μπορούμε να κάνουμε, ποτέ δε θα μπορέσουμε να δούμε το Χριστό στα πρόσωπα των αδελφών μας.
Αγαπητοί αδελφοί, όπως είπαμε, ολόκληρο το Τριώδιο, ολόκληρη η Σαρακοστή είναι αφιερωμένη στο Πάθος του Χρίστου, στη γιορτή του Σταύρου του Χρίστου. Βρι­σκόμαστε ήδη στην προετοιμασία. Με την αρχή της νηστείας σε λίγες μέρες, θα μυούμε στο κύριο μέρος της Σαρακοστής. Και θα τελειώσουμε με την αποκορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας. Είθε ό Θεός, και μ' αυτή την ευκαιρία, της φετινής Σαρακοστής, να δώσει και σε μας τη χάρη του, για να καταλάβουμε κάτι απ' το μυστήριο του αδελφού μας, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και το  μυστήριο του Πάθους και του Σταυρού

Κυριακή της Απόκρεω (Ματθ. κε', 31-46) κήρυγμα επί του Ευαγγελίου του Ιωάννη Δήμου


από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com
Σαφής,  κατηγορηματικός  και  αμετάκλητος  είναι  ο λόγος αυτός του Κυρίου, με τον οποίον επισφραγίζεται. η  ευαγγελική  περικοπή  της  Κυριακής  της  Απόκρεω. Δεν είναι λόγος ανθρώπινος, αβέβαιος και χωρίς περιεχόμενο,  είναι  λόγος  θεϊκός,  προφητικός  και άξιος  κάθε εμπιστοσύνης. Και  πώς  όχι, αφού βγήκε από το στόμα του θείου Διδασκάλου, του κατ’ εξοχήν  Προφήτη,  του  Θεανθρώπου   Κυρίου,  ο  Οποίος  είχε δηλώσει: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι » (Ματθ.24,35). 
Το ότι η κρίση θα γίνει  είναι περισσότερο από βέβαιο, γιατί το είπε ο Κύριος, το προμηνύει η ακαταστασία στον κόσμο εξ αιτίας της αμαρτίας, το ζητούν οι ψυχές εκείνων που θυσιάστηκαν για το λόγο του Θεού και για τη μαρτυρία του Χριστού, με τα χαρακτηριστικά λόγια της Αποκάλυψης: «έως πότε, ο δεσπότης ο άγιος και ο αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;»(Αποκ. 6,10).
Πραγματικά, οδυνηρή και δραματική η στιγμή για τους μεν, ευφρόσυνη δε για τους δε. Οι μεν, οι αμαρτωλοί δηλαδή, οι άδικοι, εκείνοι που φάνηκαν σκληροί και άσπλαχνοι προς τον πλησίον τους και δεν έδειξαν έλεος, οπότε και η κρίση θα είναι ανέλεος, σύμφωνα με τα λόγια του Ιακώβου Αδελφοθέου: «Η γαρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι, έλεος» (Ιακ. 2,13), απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον. Αυτοί είναι εκείνοι, που ο καθένας βέβαια με τον τρόπο του, είπαν στο Θεό «απόστα απ' εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι», και έζησαν αμετανόητοι μακριά από το Χρίστο και την εκκλησία Του.
Αλλά, να και οι δίκαιοι, είναι οι ευλογημένοι του Ουράνιου   Πατέρα,  οι  οποίοι  έπραξαν  εντελώς  τα αντίθετα από τους προηγούμενους. Είναι εκείνοι, οι οποίοι σαν μοναδικό σκοπό της ζωής τους είχαν το πώς θα ζήσουν με αρετή, με αγάπη, με αγιότητα, αυτοί «έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνιού» (Απ. 7,14). Αγωνίστηκαν στη ζωή και, με τη δύναμη του Χριστού, που ζούσε μέσα τους, νίκησαν στον πνευματικό αγώνα εναντίον του ψεύδους και της πλάνης. Αυτοί θα απολαύσουν τα ουράνια εκείνα αγαθά, τα οποία «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδιαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασε ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α' Κορ. 2,9).
Χάσμα μεγάλο χωρίζει τους μεν από τους δε. «Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον». Αλλά ο λόγος αυτός του Κυρίου δεν μας πληροφορεί μόνο για την έκβαση των πραγμάτων κατά την ημέρα της κρίσεως, αλλά προβληματίζει και τον καθένα ξεχωριστά για το ποια θα είναι η θέση του την ημέρα εκείνη. είναι δε σοβαρός ο προβληματισμός αυτός, γιατί, χωρίς αμφιβολία, ο κάθε άνθρωπος επιθυμεί έντονα την αιωνιότητα, αφού δεν δημιουργήθηκε για το θάνατο αλλά για τη ζωή.
Πώς όμως θα αξιωθεί ο άνθρωπος να απολαύσει αυτή την αιώνια ζωή, αν προηγουμένως δεν εξασφαλίσει τη δικαίωση αυτού μπροστά στον αδέκαστο Κριτή; Πώς θα ήταν λογικό να πάει κανείς στον Παράδεισο μαζί με τις αμαρτίες του; Ποιος θα το θεωρούσε σωστό να πάει σε μία επίσημη δεξίωση ρακένδυτος και απεριποίητος;  Εάν  σε  τέτοιες  επίγειες  συνάξεις  οι άνθρωποι   είναι  επιμελείς,  όσον  αφορά στην εξωτερική τους εμφάνιση, πώς δεν θα πρέπει να είναι επιμελέστεροι, όταν πρόκειται για την ουράνια παστάδα, όπου όλα αστράφτουν από αρετή και αγιότητα, «όπου ήχος καθαρός εορταζόντων», όπου εκεί δεν έχει θέση τίποτε το ακάθαρτο; «Εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πως εισελεύσομαι ο ανάξιος; εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι» του γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον της ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος».
Με τα λόγια αυτά ο υμνωδός της Εκκλησίας, ο οποίος είχε κατανοήσει την αμαρτωλότητά του, την αναγκαιότητα του αγιασμού του και την φιλανθρωπίαν του Θεού, απευθύνεται στον Ουράνιο Δεσπότη και ζητάει τη δικαίωση του και τη σωτηρία του. Είναι πράγματι αναγκαία και επιτακτική η δικαίωση μας και ο καθαρισμός μας «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» (Β' Κορ. 7,1), είναι απαραίτητος ο αγιασμός «ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. 12,14). Είναι τέλος, απαραίτητα τα έργα και οι εκδηλώσεις της αγάπης, διότι έτσι εκδηλώνεται η ζωντανή και αληθινή πίστη.
Βέβαια ο αγώνας για τη δικαίωση και τη ζωή είναι  δύσκολος και συνοδεύεται από θυσίες και σταυρούς αλλά συγχρόνως ένδοξος, ωραίος και γεμάτος ελπίδα για την τελική νίκη. «Μείζων εστίν ο εν υμίν η ο εν τω κοσμώ» (Α' Ιωάν. 4,4), γράφει ο μαθητής της αγάπης για να ενισχύσει τους πιστούς, ο δε Παύλος βεβαιώνει ότι ο Χριστός «παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. 4,25). Τα μέσα του αγιασμού είναι  πολλά και ο καρπός του Πνεύματος προσφέρεται πλούσια σε όσους συμμετέχουν στη ζωή του Χριστού. Έτσι η κρίση, για την οποία έγινε λόγος, παύει να είναι άλυτο πρόβλημα, γιατί «ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ. 9,56).

Η ΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός


Η ΕΤΟΙΜΑΣΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ

                «Παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7,31). Αυτή είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας. Προσδοκούμε την Ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος. Προσδοκούμε τον «πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς», ο Οποίος θα μας εντάξει όλους στη Βασιλεία Του, «ης ουκ έσται τέλος». Και είναι «ητοιμασμένη η Βασιλεία Του από καταβολής κόσμου» (Ματθ.25, 34) για τον καθέναν μας. Αυτός είναι ο σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου. Να μετάσχει στην Βασιλεία του Θεού. Αυτήν που φανέρωσε στον κόσμο ο Χριστός. Και που μας έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα γίνουμε μέλη της, τόσο δια της διδασκαλίας Του, όσο και δια του Πάθους και της Αναστάσεώς Του.
                Η Βσιλεία του Θεού είναι η αιώνιος ζωή. Είναι η δυνατότητα να γνωρίσουμε οι άνθρωποι δια του Υιού τον Πατέρα. Να γίνουμε παιδιά του Θεού, λαμβάνοντας το χάρισμα της υιοθεσίας. Να κοινωνούμε την παρουσία του Χριστού και να ζούμε την χαρά της συνάντησης με τον πλησίον μας στα πρόσωπα των Αγίων και των σεσωσμένων. Και να έχουμε αφήσει πίσω μας κάθε φθορά, κάθε αμαρτία, ακόμη και τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο. Η Βασιλεία του Θεού όμως  δεν θα περιλάβει όλους τους ανθρώπους. Γιατί η ζωή κοντά στο Θεό έρχεται ως αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου. Ο καθένας μας καλείται να ζήσει την Βασιλεία  από τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Να την καταστήσει οικεία του. Να ανοίξει την ύπαρξή του σ’ Αυτήν και να νικήσει τα εμπόδια που κλείνουν το δρόμο, που δεν είναι άλλα από την απουσία της αγάπης, την αμαρτία και την αδικία.
                Ο Χριστός έθεσε τα κριτήρια συμμετοχής του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Όπως διακριβώνουμε από το Ευαγγέλιο της μελλούσης κρίσεως αυτά είναι τρία. Η αγάπη προς τους αδελφούς, η οποία αποτυπώνει την αγάπη προς τον ίδιο το Χριστό, η καλοσύνη  και  η κατά Θεόν δικαιοσύνη. Η αγάπη προς τους αδελφούς εκφράζεται δια των έργων. Είναι  τροφή προς τους πεινώντας, το ξεδίψασμα προς τους διψώντας, η ένδυση προς εκείνους που είναι γυμνοί, είναι η επίσκεψη στους ασθενείς και στους φυλακισμένους, δηλαδή το μοίρασμα της ζωής και της ύπαρξης με όλους τους περιθωριοποιημένους του κόσμου, με όλους όσους δυσκολεύονται, με τους πονεμένους και στερημένους συνανθρώπους. Τα λόγια του Χριστού ηχούσαν παράξενα στην εποχή του, καθώς απευθύνονταν σε έναν κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζονταν από την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, από την κτηνωδία έναντι των μη συμμορφούμενων με τα δόγματα των ισχυρών και με τη αυτάρκεια όσων θεωρούσαν ότι εξέφραζαν τον νόμο του αληθινού Θεού. Το κήρυγμα του Χριστού ανατρέπει τα δεδομένα της εποχής του. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος δεν βλέπει στο συνάνθρωπό του τον ίδιο το Χριστό. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος δεν δείχνει σεβασμό και δεν υπολογίζει την μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου, ανεξάρτητα από κοινωνικό επίπεδο, μόρφωση, αδυναμία, ήθος ζωής. Δεν κληρονομεί την αιώνια ζωή όποιος στηρίζεται στην αυτάρκεια της τήρησης του γράμματος του νόμου και δεν βλέπει ότι ο νόμος αποτελεί την βάση για να ανοιχτεί προς τον καθένα άνθρωπο, ανεξαρτήτως αν ανήκει ή όχι στον περιούσιο λαό του Θεού.
                Το κριτήριο της αγάπης φέρνει μαζί και την καλοσύνη της καρδιάς. Για να αγαπήσει ο άνθρωπος χρειάζεται η ύπαρξή του να έχει προχωρήσει σε έξοδο από την οχύρωση στο εγώ. Από τα δικαιώματά του. Να έχει καλλιεργήσει ένα ήθος προσφοράς και θυσίας. Και αυτό δεν έρχεται χωρίς καλοσύνη. Η καλοσύνη βλέπει την ανάγκη του διπλανού ως πιο σημαντική από την προσωπική ανάγκη. Η καλοσύνη πηγάζει από μία καρδιά που έχει συγχωρέσει τον άλλο για την αποτυχία του να έχει την τροφή που του χρειάζεται, τα ρούχα, την συντροφικότητα, αλλά και την αποδοχή της κοινωνίας. Για να προσφέρει κάποιος χρειάζεται να έχει δοτικότητα. Και η δοτικότητα δεν αποκτιέται όταν κέντρο του κόσμου είναι ο εαυτός μας, αλλά όταν η ψυχή καλλιεργείται στο δρόμο της αρετής, στο δρόμο της ανθρωπιάς, στο δρόμο της συγχώρεσης. Η καλοσύνη βγαίνει από μια ταπεινή ψυχή. Από αυτή που έχει συναίσθηση ότι παντού βρίσκεται ο Χριστός. Η καλοσύνη  κάνει τον άνθρωπο να μη νικιέται από τον πειρασμό της αυτάρκειας, να μην οχυρώνεται πίσω κάθε κρίση και να λειτουργεί όπως μπορεί ώστε και ο άλλος να ξαναβρει νόημα στη ζωή του, παρηγοριά και γαλήνη, καλύπτοντας τις υλικές του ανάγκες, αλλά και την ανάγκη του για επικοινωνία, συνάντηση και μοίρασμα.
                Η αγάπη πηγάζει από την αίσθηση της κατά Θεόν δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη είναι πρωτίστως η ευγνωμοσύνη στον ίδιο το  Θεό για την δωρεά της ύπαρξης, αλλά και τα όσα επιτρέπει να έχουμε, υλικά και πνευματικά. Την ίδια στιγμή η δικαιοσύνη έχει να κάνει με την επιθυμία του ανθρώπου να ανταποκριθεί στην αγάπη του Θεού με βάση τις δικές του δυνάμεις. Και δίκαιος είναι εκείνος που μοιράζεται την αγάπη του Θεού, τα χαρίσματα που λαμβάνει από Εκείνον, την πίστη του στο πρόσωπο του Χριστού και τα καταθέτει στον πλησίον του. Και αυτό το μοίρασμα επεκτείνεται και στα υλικά. Ο σύνολος άνθρωπος αισθάνεται αδικία να μην δώσει κάτι ή ό,τι μπορεί ή τα πάντα στον άλλο, για να δοξαστεί ο Θεός. Και αυτό λειτουργεί ως στάση ζωής που αγκαλιάζει την Εκκλησία. Τίποτε από αυτά που έχει η Εκκλησία δεν είναι δικό της, αλλά καλείται να το διαχειριστεί για καλό των ανθρώπων. Να ανακουφίσει τις ανάγκες τους, αλλά και να τους καθοδηγήσει πνευματικά στην οδό της αιωνιότητας. Έτσι η Εκκλησία εφαρμόζει την δικαιοσύνη του Θεού, δίδοντας ένα διαφορετικό ήθος στον κόσμο.
                Το ήθος της ετοιμασμένης Βασιλείας αποτελεί για όλους μας μία συνεχή υπενθύμιση τι ζητά ο Χριστός από εμάς, για να νικήσουμε τον θάνατο. Μέσα από την έμπρακτη αγάπη, την καλοσύνη και την κατά Θεόν δικαιοσύνη καλούμαστε να αντέξουμε στην κρίση, το κλείσιμο των ανθρώπων στον εαυτό τους, αλλά και στην απουσία αναζήτησης του Χριστού. Για να μπορέσουμε να ακούσουμε την φωνή Του να λέει προς εμάς: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

 Κέρκυρα, 10 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΕΙΔΩΛΟΘΥΤΑ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Ἀπόκρεω 10.03.13)


Τὰ εἰδωλόθυτα τῆς Κορίνθου

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 1994, 01.02.2010

1. Διάκριση ἐλευθερίας

.               Στὴν Κόρινθο οἱ πιστοὶ ἦταν διχασμένοι γιὰ ἕνα θέμα ποὺ νόμιζαν ὅτι ἦταν πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴν ζωή τους. Ἦταν τὸ ζήτημα τῶν εἰδωλοθύτων. Ἄλλοι δηλαδὴ ἀγόραζαν ἀπὸ τὰ κρεοπωλεῖα κρέατα ποὺ προέρχονταν ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες καὶ τὰ ἔτρωγαν, ἐπειδὴ πίστευαν ὅτι οἱ θεοὶ τῶν εἰδώλων ἦταν ἀνύπαρκτοι. Ἄλλοι ὅμως, εὐαίσθητοι συνειδησιακά, δὲν τὰ ἔτρωγαν, ἐπειδὴ τὰ θεωροῦσαν ἱερά. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπὸν ξεκαθαρίζει τὸ ζήτημα καὶ παίρνει ἀφορμὴ γιὰ νὰ διδάξει γενικότερες ἀλήθειες.
.               Δὲν εἶναι τὸ φαγητό, λέει, ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἐναρέτους. Διότι οὔτε ἐὰν φᾶμε προοδεύουμε στὴν ἀρετή, οὔτε ἐὰν δὲν φᾶμε ὑστεροῦμε. Προσέχετε ὅμως, λέει, μήπως τὸ δικαίωμα αὐτὸ ποὺ ἔχετε νὰ τρῶτε ἀπ’ ὅλα τὰ κρέατα, ἀκόμη κι ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα, γίνει αἰτία νὰ ἁμαρτήσουν οἱ ἀδελφοί σας ποὺ εἶναι ἀδύναμοι στὴν πίστη. Διότι, ἂν κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς σᾶς δεῖ νὰ κάθεστε στὸ τραπέζι κάποιου ναοῦ τῶν εἰδώλων, θὰ παρασυρθεῖ καὶ θὰ τρώει εἰδωλόθυτα νομίζοντας ὅτι τρώει κάτι ἱερό. Κι ἔτσι σιγὰ-σιγὰ θὰ παρασυρθεῖ στὴν εἰδωλολατρία ἐξ αἰτίας τῆς δικῆς σας στάσεως καὶ θὰ χάσει τὴν ψυχή του. Ἀλλὰ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ σας αὐτοῦ ὁ Χριστὸς θυσίασε τὴν ζωή του.
.               Βέβαια τὸ ζήτημα αὐτὸ ποὺ θίγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν ὑφίσταται στὴν ἐποχή μας. Καὶ ἴσως νομίζουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀφορᾶ. Ἂν τὸ προσεγγίσουμε ὅμως λίγο βαθύτερα, θὰ δοῦμε ὅτι πέρα ἀπὸ τὰ φαινόμενα, τὸ ὅλο πρόβλημα τῆς Κορίνθου ἀποκαλύπτει ἕνα διαχρονικὸ πρόβλημα τῶν πιστῶν: ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχουμε ὅλοι οἱ πιστοὶ τὴν ἴδια συνείδηση, τὴν ἴδια καλλιέργεια, τὶς ἴδιες ἐμπειρίες καὶ δυνάμεις. Δὲν εἴμαστε ὅλοι ἴδιοι κι οὔτε μποροῦμε νὰ γίνουμε. Ἔχουμε βέβαια ὅλοι τὸν ἴδιο Κύριο, εἴμαστε μέλη τῆς ἴδιας Ἐκκλησίας, ἔχουμε ὅμως διαφορετικοὺς χαρακτῆρες, διαφορετικοὺς τρόπους βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ βλέπουμε μὲ κατανόηση τὴν διαφορετικότητα τῶν ἄλλων. Μὴ βάζουμε ὡς κριτήριο πνευματικότητας τὸν ἑαυτό μας καὶ μὴ ἀπαιτοῦμε νὰ γίνουν ὅλοι ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς. Θὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ ἀποκτήσουμε τὴν μεγάλη ἀρετὴ τῆς διακρίσεως. Νὰ κατανοοῦμε ὅλους μὲ ἀγάπη, εὐαίσθητους καὶ δυνατούς, ἀρχάριους καὶ σταθερούς. Χωρὶς νὰ καταδικάζουμε κανένα καὶ χωρὶς νὰ ἀπαιτοῦμε τίποτε. Νὰ ζοῦμε ὅπως μᾶς καθοδηγεῖ ὁ Πνευματικός μας καὶ νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ τοὺς ἄλλους πιστούς, πῶς ζοῦν, πῶς συμπεριφέρονται, τί κάνουν.

2. Διάκριση ἀγάπης

.               Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπὸν ἔρχεται καὶ ἐπεξηγεῖ καὶ καθορίζει πόσο σοβαρὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀσθενεστέρων. Κάνετε πολὺ μεγάλο ἁμάρτημα, λέει, μὲ τὸ ὁποῖο βλάπτονται πολὺ οἱ ἀδελφοί. Πληγώνετε σκληρὰ τὴν εὐαίσθητη συνείδησή τους. Ἀλλὰ συγχρόνως ἁμαρτάνετε καὶ πρὸς τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος πέθανε γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, συνεχίζει, ἐὰν αὐτὸ ποὺ τρώω γίνεται αἰτία σκανδάλου καὶ ἁμαρτίας στὸν ἀδελφό μου, δὲν θὰ φάω ποτὲ ὁποιοδήποτε εἶδος κρεάτων, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσω τὸν ἀδελφό μου. Γιὰ τοὺς ἀδύνατους ἀδελφοὺς ἔκανα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ κάνω θυσίες τῶν δικαιωμάτων μου. Δὲν εἶμαι Ἀπόστολος ἔχοντας ἴσα δικαιώματα μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους; Καὶ ἡ σφραγίδα μὲ τὴν ὁποία πιστοποιεῖται ἐπίσημα τὸ ἀποστολικό μου ἀξίωμα, μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου, εἶστε ἐσεῖς, τοὺς ὁποίους ὁδήγησα στὸν Χριστό.
.            Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ δεύτερο αὐτὸ τμῆμα τοῦ ἱεροῦ ἀναγνώσματος μᾶς λέει κάτι πολὺ μεγάλο: ὅτι θ πρέπει γι ν τν γάπη τν δελφν μας νθυσιάζουμε κόμη κα νόμιμα δικαιώματά μας, προκειμένου ν μ σκανδαλίζουμε τος εαίσθητους δελφούς μας. Νὰ ἔχουμε δηλαδὴ διάκριση ἀγάπης. Καὶ τί σημαίνει αὐτὸ πρακτικά; Ἂς ἀναφέρουμε παραδείγματα γιὰ νὰ τὸ κατανοήσουμε. Κάποιοι ἐπειδὴ εἶναι ἄρρωστοι, ἔχουν ὁδηγία ἀπὸ τὸν γιατρό τους νὰ μὴν τηροῦν ἀπολύτως τὴν καθιερωμένη νηστεία ἀλλὰ νὰ τρῶνε κάποιες τροφές. Διάκριση ἀγάπης ἐκ μέρους τους σημαίνει νὰ μὴν καταλύουν τὴν νηστεία σὲ δημοσίους χώρους, διότι ὁ ἄλλος δὲν ξέρει ὅτι ἔχουν λόγους ὑγείας καὶ τρῶνε ἀρτύσιμες τροφές, καὶ σκανδαλίζεται. Ἄλλοι πάλι ἔχουν δικαίωμα νὰ ὁδηγήσουν κάποιον στὸ δικαστήριο γιὰ μία ἀδικία ποὺ τοὺς ἔκανε. Δὲν κάνουν ὅμως χρήση τοῦ δικαιώματός τους αὐτούς, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσουν ὅσους δὲν ξέρουν τὴν ἀδικία ποὺ ὑπέστησαν. Ἔχουν ἄλλοι ὁδηγία ἀπὸ τὸν Πνευματικό τους σὲ κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα νὰ ἐνεργοῦν διαφορετικὰ ἀπ’ ὅ,τι οἱ ἄλλοι. Δὲν πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ διατυμπανίζουν καὶ νὰ τὸ προτείνουν ὡς κανόνα ζωῆς γιὰ ὅλους. Κι ἔτσι νὰ πληγώνουν τὶς συνειδήσεις τῶν ἄλλων.
.            Καθετὶ ποὺ κάνουμε νὰ σκεφτόμαστε ἂν θὰ ὠφελήσει τοὺς γύρω μας, ἀκόμη κι ὅταν δὲν εἶναι ἁμαρτωλό. Καὶ νὰ θυσιάζουμε, εἴπαμε, ἀκόμη καὶ νόμιμα δικαιώματά μας σὲ θέματα καθημερινῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς, γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν μας. Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλισθοῦν οἱ ἀδελφοί μας. Αὐτὸ εἶναι ὕψος καὶ πλάτος ἀγάπης. Αὐτὸ ἔκανε ὁ θεῖος Παῦλος, αὐτὸ ἔκαναν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ Και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων¨. εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Απόστολος: Α΄Κορ. Η΄8-13 Θ΄1-2
Ευαγγέλιο: Ματθ. ΚΕ΄31-46
10 Μαρτίου 2013
Και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων¨.


Το σημερινό Ιερό Ευαγγέλιο, αγαπητοί μου αδελφοί, μας μεταφέρει στη φοβερή και συγκλονιστική μέρα της μέλλουσας Κρίσης. Και μας εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο ο δίκαιος Κριτής, θα κρίνει τους ανθρώπους. Παράλληλα και οι κατανυκτικοί ύμνοι της Εκκλησίας μας, με την περιγραφή της φρικτής εκείνης μέρας, μας μεταδίδουν ένα σωτήριο φόβο, που ξυπνά τις συνειδήσεις μας. Κατά τη φοβερή εκείνη μέρα, μας λέει, ο δίκαιος Κριτής θα διαχωρίσει τα πλήθη των ανθρώπων, που θα συναχθούν ενώπιον Του. Και τους μεν καλούς και ενάρετους θα τους θέσει στα δεξιά Του, τους δε κακούς και πονηρούς στα αριστερά Του. Αυτή, λοιπόν, η αλήθεια, ότι ο Κύριος μας γνωρίζει και θα μας κατατάξει ανάλογα με την τωρινή ζωή μας, κατά την δευτέρα Του παρουσία, θα πρέπει να μας κάμει να σκεφτούμε σοβαρότατα τις ευθύνες μας. Κι αν μέχρι τώρα είμαστε δικοί Του να προσέξουμε να μη μας παρασύρει ποτέ η ευπερίστατος αμαρτία. Αν όμως βρισκόμαστε μακριά Του να μετανοήσουμε έγκαιρα. Κι επειδή το θέμα αυτό είναι πολύ σοβαρό, θεωρούμε σκόπιμο σήμερα να μιλήσουμε για την μέλλουσα Κρίση και για το κριτήριο με το οποίο θα γίνει αυτή.
Το πρώτο που θα γίνει κατά τη Δευτέρα Παρουσία θα είναι ο διαχωρισμός των ανθρώπων. Αφού ο δίκαιος Κριτής καθίσει σε μεγαλοπρεπή θρόνο, θα ξεχωρίσει τους ανθρώπους ανάλογα με τη γήινη ζωή τους. Και είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός αυτός γιατί στον κόσμο αυτό καλοί και κακοί, δίκαιοι και άδικοι, πλούσιοι και πτωχοί ζούμε αναμεμιγμένοι. Και δεν είναι μόνο η σημερινή περικοπή κατά την οποία ο Κύριος μιλά σαφώς, για τη μεγάλη αυτή αλήθεια. Η βασιλεία των ουρανών, λέει σε άλλο Κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, είναι όμοια μ’ ένα δίκτυ, που το έριξαν στη θάλασσα κι έπιασε κάθε λογής ψάρια. Όταν το δίκτυ γέμισε, το έσυραν έξω στο γιαλό και κάθισαν και μάζεψαν τα καλά ψάρια σε πανέρια, ενώ τα άχρηστα τα πέταξαν έξω. Έτσι θα γίνει, μας λέει και πάλιν, και στο τέλος του κόσμου. Θα βγουν οι άγγελοι και θα ξεχωρίσουν τους κακούς ανάμεσα από τους ευσεβείς και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Ας μη αμφιβάλλει, λοιπόν, κανείς ότι θα γίνει το δίκαιο ξεκαθάρισμα και ο αναγκαίος χωρισμός των ανθρώπων κατά τη συντέλεια. Είναι αδύνατο να μη γίνει γιατί πρέπει κάποτε να λειτουργήσει και η δικαιοσύνη του Θεού, σ’ όλη την πληρότητά της. Γιατί πρέπει να επαληθευθούν οι προειδοποιήσεις του Κυρίου για τη μισθαποδοσία των ανθρώπων. Και θα επαληθευθούν γιατί ο διαχωρισμός και η Κρίση θα γίνουν.
Και γεννιέται το ερώτημα. Που θα βρεθεί άραγε ο καθένας από εμάς, δεξιά ή αριστερά του Κριτή; Κι εδώ είναι που θα πρέπει να προσέξουμε. Το κριτήριο θα είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Μας το λέει σήμερα καθαρά ο Κύριος. Και η αγάπη αυτή δεν μας ζητά δύσκολα και ακατόρθωτα πράγματα. Μας ζητά να θρέψουμε τους πεινασμένους, να δροσίσουμε τους διψασμένους, να φιλοξενήσουμε τους έχοντας ανάγκη φιλοξενίας, να επισκεφθούμε τους ασθενείς. Και όλα αυτά όταν το θέλουμε είναι εφαρμόσιμα και κατορθωτά. Ακατόρθωτα είναι για τους ατομιστές και τους εγωιστές, που μόνο το εγώ τους προσέχουν και τρέφουν. Η αγάπη, κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι η τέλεια εκπλήρωση των εντολών του Θεού (Ρωμ. ΙΓ΄10). Και πράγματι αυτός που αγαπά τον άλλο ούτε θα τον αδικήσει, ούτε θα του πει ψέματα, ούτε θα τον κλέψει, ούτε θα τον συκοφαντήσει. Αντίθετα θα επιδιώκει πάντοτε να τον ευεργετεί ποικιλοτρόπως.
Καθώς ακούμε αυτά και τα μελετούμε, ίσως να μας καταλάβει απογοήτευση. Όμως όσο ζούμε στο μάταιο αυτό κόσμο και έχουμε ευκαιρίες μετάνοιας, τα πράγματα είναι εύκολα, μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Δεν πρέπει να απογοητευόμαστε. Δεν μας ζητά ο Θεός κάτι ακατόρθωτο. Αυτό που μας ζητά είναι εύκολο. Λίγο ψωμί, λίγη αγάπη, λίγο ενδιαφέρον για τους αδελφούς μας. Δείχνουμε λίγη αγάπη και θα ζούμε αιώνια στην αγάπη του Θεού. Αγκαλιάζουμε με στοργή τον κάθε εγκαταλελειμμένο για να μας αγκαλιάσει ο Θεός στους κόλπους του Αβραάμ. Έτσι κερδίζουμε την αιωνιότητα ή τη χάνουμε ανάλογα με τη συμπεριφορά μας. Η αγάπη μας, λοιπόν, προς τους αδελφούς μας, ας είναι πλούσια, πρόθυμη, αυθόρμητη και ακούραστη. Όπως θα ήταν πλούσια αν ο Κύριος ήταν ενώπιόν μας.
Η διαδικασία αυτή της διαίρεσης θα γίνει, εν ριπή οφθαλμού, γιατί όλα τα κρυπτά των ανθρώπων τότε θα αποκαλυφθούν ενώπιον όλων, ενώπιον των αγγέλων και ενώπιον των ανθρώπων. Όπως μας εξηγούν οι Ιεροί Πατέρες της Εκκλησίας μας, κάθε άνθρωπος θα έχει πάνω του ανεξίτηλα και φανερά πλέον τα ιδιώματα της κακίας ή της αρετής του. Τα κρυφά χαρακτηριστικά της ψυχής τού κάθε ανθρώπου, θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν αιώνια πλέον και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του σώματός του. Ο Κύριος δεν ονομάζει τυχαία τους μεν πρόβατα, τους δε ερίφια. Γιατί, όπως ακριβώς, τα πρόβατα ξεχωρίζουν αυτόματα από τα ερίφια, από την εξωτερική τους μορφή, έτσι και οι άνθρωποι ανάλογα με τη ζωή τους θα έχουν και εξωτερικά το ¨γνωριστικό είδος¨, τα χαρακτηριστικά δηλαδή της αμαρτωλότητας ή της αγιότητας. Ο καθένας μας χωρίς να χάσει τα προσωπικά του χαρακτηριστικά, με τα οποία αναγνωρίζεται. Θα έχει μορφή φωτεινότερη και αγιότερη ή σκοτεινότερη και βδελυρώτερη, ανάλογα με τη ζωή και τα έργα του.
Ειδικά σήμερα με την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, οι εφημέριοι θα πρέπει να είναι σε άμεση επαφή με τους πιστούς τους και να ενδιαφέρονται και να νοιάζονται για τυχόν οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ποίμνιό τους. Ας μη περιμένουμε, λοιπόν, να μας το ζητούν οι αδελφοί μας για να τους βοηθήσουμε. Ο Κύριος δεν λέει στο ευαγγέλιο, ζήτησα, παρακάλεσα, ζητιάνευσα και μου τα δώσατε. Αλλά πεινούσα, ήμουν άρρωστος, ήμουν φυλακισμένος και ήλθατε μόνοι σας κοντά μου. Αυτό σημαίνει πρόθυμη αγάπη που προλαβαίνει τον φτωχό, πριν αυτός ζητιανεύσει και αυτή είναι η ωραιότερη μορφή αγάπης που ζητά ο Κύριος. Μη περιμένουμε, λοιπόν, να μας κτυπήσουν την πόρτα οι πτωχοί αδελφοί μας ή να μας ενοχλήσουν για να τους δείξουμε την αγάπη. Αλλά να σπεύδουμε να ανακαλύπτουμε την κρυφή ιδίως πτώχεια και να προλαβαίνουμε με διακριτικότητα τα χειρότερα.
Αδελφοί μου! Το να βρεθούμε στα αριστερά του Δίκαιου Κριτή, σαν ερίφια είναι πολύ εύκολο. Προς τα εκεί μας σπρώχνουν ο εγωισμός και η φιλαυτία μας και ο ατομισμός και η αδιαφορία μας προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας. Η αγάπη προς τον πλησίον μας είναι το μέσον και η αγία αρετή με την οποία εξαγοράζεται η δόξα της αιωνιότητας. Κι επειδή όταν κλείσουμε τα μάτια είναι αδύνατο να αλλάξουμε τα γεγονότα, τώρα που έχουμε καιρό, ας φροντίσουμε να γίνουμε άνθρωποι έμπρακτης αγάπης. Η επίγεια ζωή μας, όσο και να διαρκέσει, κάποτε θα λήξει, θα δώσει την θέση της στο θάνατο, για να μας παραπέμψει εκείνος στην συνέχεια στο φοβερό θρόνο του Χριστού. Γι’ αυτό όσο έχουμε καιρό, ας μη αδρανούμε. Ας αναλάβουμε με τη χάρη του Θεού αγάπη κατά της αμαρτίας και ας καλλιεργήσουμε την αρετή, ώστε να βρούμε έλεος και να αξιωθούμε του Παραδείσου.

† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Ματθ. 25.31 -46 (10-3-2013) εκ της ιερας Μητροπόλεως Κωσταντίας και Αμμοχώστου


 Η παρούσα ευαγγελική περικοπή  αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Ο Χριστός  μας προτρέπει σε έργα αγάπης που θα αποτελέσουν κριτήρια εισδοχής μας στην αιώνια ζωή. Αυτά που θα συμβούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του ο Χριστός, τα αποκαλύπτει με τον παραβολικό λόγο του βοσκού που ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια (κατσίκια). Ασύγκριτα λαμπρότερος  από ότι έλαμψε στο όρος της Μεταμορφώσεως  και συνοδευόμενος από όλα τα αγγελικά τάγματα, θα καθίσει ο Χριστός  ως υπέρτατος κριτής στον θρόνο της κρίσεως και θα συναχθούν ενώπιον του όλα τα έθνη, όλοι οι άνθρωποι. Φυσικά θα προηγηθεί η ανάσταση των νεκρών. Τότε ο Δικαιοκρίτης Κύριος θα ξεχωρίσει τους δικαίους από τους αμετανόητους αμαρτωλούς με τόση ευκολία όση έχει ο βοσκός όταν ξεχωρίζει τα αρνιά από τα ερίφια. Ο Θεός της αγάπης θα δωρίσει στους δικαίους τα ασύλληπτα αγαθά της αιώνιας ζωής,  τα οποία όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α  ητοίμασεν  ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»  (Α΄ Κορινθ. β΄, 9) . Ένα προς ένα θα απαριθμήσει τα καλά έργα ο Χριστός  ενώπιον του ουράνιου  και επίγειου κόσμου. Θα τα παρουσιάσει σαν να έγιναν σε αυτόν τον ίδιο. «Πείνασα θα πει,   και μου δώσατε να φάγω. Ήμουνα ξένος που δεν είχα  τόπο να μείνω και με πήρατε στο σπίτι σας. Ημίγυμνος και ρακένδυτος  ήμουνα, και εσείς μου δώσατε ρούχα να ενδυθώ. Αρρώστησα και εσείς ήρθατε να με επισκεφθείτε  για να μου κάνετε συντροφιά, να μου δώσετε παρηγοριά αλλά και φάρμακα. Στην φυλακή ήμουνα και ήρθατε να με δείτε. Η αγάπη σας πρέπει να αμειφθεί.»
 Αντίθετα,  θα  κλείσει  τις πόρτες του παραδείσου, θα στερήσει από την ευλογημένη παρουσία  του Θεού, θα αποπέμψει στην αιώνια κόλαση τους αμετανόητους αμαρτωλούς, τους σκληρυμένους εγωπαθείς, τους ιδιοτελείς  και  φίλαυτους, οι οποίοι έδειξαν σκληρότητα  και αναλγησία προς τους πτωχούς και τους πάσχοντες.  Μπορούσαν να πράξουν το καλό στους πάσχοντες συνανθρώπους τους, όπως οι δίκαιοι, αλλά δυστυχώς απουσίαζε από την καρδία τους η αγάπη. Πως μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να συμπορευθούν με τον Θεό της αγάπης και του ελέους;  Θα κτυπούν τα στήθη τους, θα θρηνούν και θα οδύρονται  οι καταδικασμένοι.
 Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση  αυτή «μνείαν ποιούμεθα»  είναι  παρμένη μέσα από το Συναξάριο της Κυριακής της Απόκρεω δηλαδή μέσα από το βιβλίο του Τριωδίου,  που εδώ ακριβώς τονίζεται  ότι  η Εκκλησία  μέσα από τη λατρευτική της ζωή μας προτρέπει να ζούμε σαν παρόν γεγονός για να είμαστε έτοιμοι προς απολογίαν κατά την εσχατολογική έλευση του Κυρίου.  Στα Ευαγγέλια (Ματθ. κεφ. 25) γίνεται  αναφορά   στην «βασιλεία» και στο «πυρ το αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται την Κυριακή της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), κατάσταση ή αν θέλουμε καλύτερα μπορούμε να πούμε επιλογή  την οποία δεν θέλησε ο Θεός, αλλά  υπαίτιοι είναι αυτοί που δεν δείχνουν ίχνος μετάνοιας. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη»  για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. Η «Βασιλεία»  είναι ο παράδεισος, ενώ το «πυρ» το αιώνιο είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος», στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός είχε καλέσει τους πρωτόπλαστους στον παράδεισο, δηλαδή στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα των επί γης επιλογών του, τον παράδεισο ή την κόλαση. Άξιο προσοχής είναι ότι στον παράδεισο και την κόλαση θα «πάνε» αμαρτωλοί, Στον μεν παράδεισο όμως μετανοημένοι αμαρτωλοί και στην κόλαση οι αμετανόητοι, οι σκληρόκαρδοι και ασεβείς.
 Να τονίσουμε ότι  παράδεισος και κόλαση δεν είναι δύο διαφορετικές τοποθεσίες, η εκδοχή αυτή  έχει ειδωλολατρική προέλευση.  Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), και βιώνονται ως δύο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5, 29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση, γιατί ο Θεός είναι «πυρ καταναλίσκον», (Εβρ.12,29). Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας.
 Η στάση του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο του δείχνει κατά πόσο διακατέχεται από την αγάπη και τη φιλανθρωπία και γι αυτό αποτελεί κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν είμαστε ειλικρινείς απέναντι στον Θεό. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρεται με σκληρούς λόγους σε εκείνους που δεν αγαπούν τους συνανθρώπους τους: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν˙ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν» (Α’ Ιω. 4, 20).  Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στο συνάνθρωπο μας. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθη ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.
Επίλογος
 Ο Ιησούς Χριστός με την περικοπή αυτή της εσχατολογικής κρίσεως όλων των Εθών, μας αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού που είναι προσφορά και χάρη προς όλους ανεξαιρέτως, χωρίς διακρίσεις. Από εμάς εξαρτάται κατά πόσο θα γίνουμε δεκτικοί της αγάπης του Θεού για να καταστούμε μέτοχοι της αιώνιας ζωής και «ευλογημένα» τέκνα του Θεού Πατέρα. Γιατί αν υπάρχει μάσα μας «το στέγνωμα της αγάπης», όπως το είπε ο ποιητής, τότε, αντί «ευλογημένοι» θα καταταχθούμε μεταξύ των «κατηραμένων». Η επιλογή και η ευθύνη είναι απόλυτα δική μας. Το αποτέλεσμα είναι συνέπεια της δικής μας ευθύνης και της δικής επιλογής.

Κυριακή των Αποκρεώ Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον … π. Αλέξιος Αλεξόπουλος


Στην έσχατη ημέρα, την ημέρα της κρίσεως μας μεταφέρει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Από τότε και πέρα ξεκινά η αιώνια ημέρα, που για άλλους θα είναι χαρά και ευφροσύνη και για άλλους μαρτύριο και κόλαση. Και για τις δύο μερίδες ισχύει ο ίδιος τρόπος της κρίσεως και το ίδιο κριτήριο και οι δύο ομάδες έχουν την ίδια απορία: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον … και (δεν) σε ταΐσαμε κλπ»;
Ουσιαστικά οι άνθρωποι και των δύο ομάδων ζούσαν τη ζωή τους και συμπεριφέρονταν ελεύθερα και αβίαστα. Όμως για κάποιους από αυτούς ήταν αδιανόητο να μην ασχοληθούν με τις ανάγκες των γύρω τους, ενώ για άλλους αυτό ήταν και είναι αδιανόητο. Πως μπορούμε να δούμε το Χριστό και να τον αναγνωρίσουμε ανάμεσά μας;  πως μπορούμε να τον δούμε δίπλα μας; πως θα τον καταλάβουμε; Μόνο αν έχουμε την ευαισθησία να καταλαβαίνουμε τα παθήματα-τις δυσκολίες, των ανθρώπων. Και την ευαισθησία τη χαρίζει ο Θεός. Ξεκινάμε εμείς πρώτοι να προσπαθούμε να ελεούμε τους άλλους. Με κόπο και δυσκολία, επειδή δεν το θέλουμε, αλλά γνωρίζουμε ότι είναι δική μας ανάγκη, για το δικό μας καλό. Και επιμένουμε. Και σιγά -  σιγά η προσφορά γίνεται φυσικά, αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτόμαστε. Και υπηρετούμε τους άλλους σαν το Χριστό που πάσχει και η παρουσία του Χριστού γεμίζει την καρδιά μας. 

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...