Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Απριλίου 09, 2013

Παρασκευή Δ Χαιρετισμῶν Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε.π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς,



Μέσα σ᾿ ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου διαβάζουμε, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἁγνείας θησαύρισμα. Αὐτό θέλει νά πεῖ, ὅτι ἡ ἁγνότητα εἶναι κάτι πολύ σπουδαῖο. Εἶναι ἕνας πολύτιμος θησαυρός. Καί δεύτερο, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ὁ θησαυρός τῆς ἁγνότητας. Ὅτι εἶναι ἁγνή σέ τέλειο βαθμό καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ Παναγία δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό της. Ἡ καρδιά της δέν εἶχε τήν παραμικρή κίνηση πρός τήν ἁμαρτία. Θλίψεις εἶχε πολλές καί μεγάλες, ἀλλά ποτέ της δέν ἁμάρτησε, δέν εἶχε ἐπίκτητες ἁμαρτίες, γι᾿ αὐτό δέν ἔχασε ποτέ τή Θεία Χάρη. Μόνο, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἶχε τό προπατορικό ἁμάρτημα.
Ἕνας στίχος τῶν χαιρετισμῶν τήν ὀνομάζει στήλη τῆς παρθενίας. Ἔμεινε ἁγνή καί παρθένος σέ ὅλη της τή ζωή. Ἄν παρατηρήσουμε τίς εἰκόνες της, σέ ὅλες θά δοῦμε ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς ἀστέρες. Ἕνας στό μέτωπο καί δύο στούς ὤμους της. Αὐτοί οἱ ἀστέρες δηλώνουν τό ἀειπάρθενο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.  Πρίν γεννήσει τόν Χριστό ἦταν Παρθένος, ἀλλά καί κατά τήν γέννηση καί μετά τήν γέννηση πάλι διέμεινε παρθένος.
Τῆς φάνηκαν πολύ παράξενα τά λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὅταν τῆς εἶπε, ὅτι θά γεννήσει τόν Χριστό. Μέ ἀπορία ρώτησε, πῶς εἶναι δυνατό νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ δέν ἔχω καμία σχέση μέ ἄνδρα; Δέν εἶχε, οὔτε ἀπέκτησε ποτέ τέτοιες σχέσεις. Κάποια ἐπίθετα τήν ἀποκαλοῦν ἄνανδρο, ἀπείρανδρο καί θεόνυμφο, γιατί δέν ὑπῆρξε νύμφη κανενός ἄνδρα, ἀλλά ἔγινε νύμφη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι στούς χαιρετισμούς πολλές φορές ἐπαναλαμβάνουμε, χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.
Κάποιες προφητεῖες μέσα στήν Παλαιά Διαθήκη ὁμιλοῦν γιά μία πόρτα κλεισμένη. Κανείς δέν πέρασε μέσα ἀπό αὐτήν. Μόνο ὁ ἡγούμενος, κάποιος Βασιλιάς, ἕνας Ἄρχοντας πέρασε διά μέσου αὐτῆς καί τήν ἄφησε πάλι κλεισμένη. Ἐδῶ πάλι ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρεται στό ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου.
Ἀλλά καί τό ὄνομα τῆς Παναγίας φανερώνει τήν ἁγνότητά της. Τό ὄνομά της εἶναι ΜΑΡΙΑ. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὁ ὑμνητής τῆς Παναγίας γράφει: Τό θεόκλητο ὄνομα τῆς ἀειπαρθένου συντίθεται ἀπό τά ἀρχικά τῶν ὀνομάτων πέντε γυναικῶν τῆς Π. Διαθήκης. Τά χαρίσματα αὐτῶν τῶν γυναικῶν συγκέντρωνε ἡ Θεοτόκος στόν ὕψιστο βαθμό ὡς στέφανος χαρίτων.
Πῆρε τό Μ ἀπό τήν  προφήτιδα Μαριάμ, τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ, πού διακρίθηκε γιά τήν ἁγνότητά της.
Τό Α προέρχεται ἀπό τήν Ἀσυνέθ, γυναίκα τοῦ παγκάλου Ἰωσήφ.  Προτυπώνει τήν Δέσποινα τοῦ κόσμου, πού ἔγινε μητέρα τοῦ ὡραίου κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων.
Τό Ρ ἀπό τήν Ραχήλ, μητέρα τοῦ πατριάρχη Ἰακώβ, (τό ὄνομα αὐτό σημαίνει ἀμνάδα) καί δηλώνει τήν ὀμορφιά, τήν σεμνότητα καί τήν ταπείνωσή της. Αὐτήν τήν ταπείνωση εἶχε καί ἡ κόρη τῆς Ναζαρέτ καί ἔκανε τόν Θεό νά ἐπιβλέψει ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ.
Τό Ι ἀπό τήν Ἰουδίθ, γιά τήν ἀνδρεία καί τήν πίστη της. Ὅπως ἐκείνη συνέτριψε τό κεφάλι τοῦ Ὁλοφέρνη, ἔτσι ἡ Παναγία συνέτριψε τήν κεφαλήν τοῦ νοητοῦ Ὁλοφέρνη, τοῦ διαβόλου καί ἀναδείχθηκε προστασία τῶν χριστιανῶν φοβερά καί ἀκαταίσχυντος.
Τό τελευταῖο Α δηλώνει τήν προφήτιδα Ἄννα, τήν μητέρα τοῦ Σαμουήλ. Ἄννα σημαίνει Θεία Χάρις καί δηλώνει τήν ὑπομονή καί αὐτῆς καί τῆς Παναγίας. Ὅπως ἐκείνη γέννησε τόν προφήτη Σαμουήλ, τό στήριγμα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἔτσι ἡ Παναγία γέννησε τόν Χριστό, τόν Σωτήρα τοῦ νέου Ἰσραήλ τῆς χάριτος.
Ἡ ἁγία Ἄννα ἦταν στεῖρα γυναίκα καί δήλωνε τήν στειρότητα τοῦ κόσμου. Στεῖρες ἦταν οἱ ἀνθρώπινες καρδιές ἀπό καλωσύνη. Αὐτή ἡ στειρότητα καταλύθηκε στό πρόσωπο τῆς Παρθένου  Μαρίας, πού καλλιέργησε σέ ἄφθαστο βαθμό τίς θεῖες ἀρετές καί σάν κεχαριτωμένη γέννησε τόν Χριστό, πού ἔλυσε τά δεσμά αὐτῆς τῆς στειρότητας.
Ἁγνή λοιπόν ἡ Παναγία καί Παρθένος. Καί σάν τέτοια εἶναι τεῖχος τῶν παρθένων, ὅπως πάλι ψάλλουμε στούς χαιρετισμούς. Ἀγάπησε τήν παρθενία, τίμησε τήν ἁγνότητα καί ὑπεραγαπᾶ, προστατεύει, φροντίζει ὑπερβολικά ὅσους ἀγωνίζονται νά μείνουν ἁγνοί καί καθαροί. Ὅλοι αὐτοί συναντοῦν πολλές φορές ἐμπόδια, ἀνυπέρβλητες δυσκολίες, τρομερούς πειρασμούς, ἀλλά ἡ Παναγία εἶναι κοντά τους ὡς τεῖχος καί ὀχύρωμα. Εἶναι ἀδύνατον νά χάσει τήν ψυχή του ἐκεῖνος, πού τιμᾶ τήν Παναγία. Μέ τήν χάρη, πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό, τροφοδοτεῖ κάθε ἕναν πού ἀγωνίζεται νά κρατηθεῖ ὄρθιος μέσα σ᾿ αὐτήν τήν κοσμοχαλασιά, νά διατηρήσει τήν πνευματική καί ἠθική του καθαρότητα.
Στίς 21 Ἰανουαρίου γιορτάζει μία νεαρή ἁγία τῆς ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγία μάρτυς Ἁγνή. Οἱ εἰδωλολάτρες, γιά νά τήν προσβάλουν καί νά τήν ἀτιμάσουν, τήν ξεγύμνωσαν καί τήν περιέφεραν γυμνή μέσα στούς δρόμους. Θερμά προσευχήθηκε ἡ ἁγία, νά μή ἐπιτρέψει ὁ Θεός καί δοῦν τή γύμνωσή της οἱ ἄνθρωποι. Κάτι πού φύλαξε σέ ὅλη της τή ζωή ὡς κόρην ὀθφαλμοῦ.Ἔκανε μεγάλο ἀγώνα νά μείνει ἁγνή καί καθαρή. Καί ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή της. Κάλυψε τό σῶμα της μέ ἕνα οὐράνιο φῶς καί κανείς δέν μπόρεσε νά δεῖ τίποτε ἀπό τό γυμνό της σῶμα.  
Στίς 2 Μαρτίου πάλι ἔχουμε τή μνήμη τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Εὐθαλίας. Ἐπειδή ἔγινε χριστιανή, ὁ ἴδιος ὁ ἀδελφός της τήν παρέδωσε σ
  ἕναν δοῦλο του, γιά νά τήν ἀτιμάσει. Ὅταν δέν ὑπάρχει περίπτωση βοηθείας ἀπό τούς ἀνθρώπους ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι ὁ Θεός. Σ᾿ Αὐτόν κατέφυγε μέ τήν καρδιακή προσευχή της ἡ ἁγνή κόρη. Ὁ πονηρός δοῦλος τυφλώθηκε καί ἔτσι ξέφυγε ἀπό τά χέρια του.
Στά συναξάρια ἔχουμε πολλές ἄλλες περιπτώσεις, πού θέλησαν ἄπιστοι καί διῶκτες νά ἀτιμάσουν  ἅγιες γυναῖκες, χωρίς ὅμως νά τό ἐπιτύχουν, γιατί δέν τό ἐπέτρεψε ὁ Θεός, δέν ἄφησε ἡ Παναγία. Εἴτε παρέλυσαν ἐντελῶς, εἴτε νεκρώθηκε ἡ πονηρή τους ἐπιθυμία.
Ἀλλά, ἀγαπητοί μου, ὅταν μιλᾶμε γιά ἁγνότητα, δέν ἐννοοῦμε μόνο τήν σωματική. Τό θέμα εἶναι μεγαλύτερο καί σπουδαιότερο. Ἁγνεύει ὅλος ὁ ἄνθρωπος, καί τό σῶμα καί ἡ ψυχή. Μιά εὐχή τῆς Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας λέει: ἅγνισον ἡμῶν τά χείλη τά αἰνοῦντα σε, Κύριε. Τό ἴδιο μᾶς λέει καί ὁ Ἅγιος Μεθόδιος: Δέν μπορεῖς νά καυχᾶσαι γιά τήν ἁγνότητα τοῦ σώματος, ὅταν ἀφήνεις νά κυριεύουν τήν ψυχή σου ἄλλες ἁμαρτίες. Νά διατηρεῖς τήν γλῶσσα καθαρή, τήν ὅραση, τήν ἀκοή, τήν καρδιά καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος. Ὅπως ἡ Παναγία ὑπῆρξε τῶν ἀρετῶν καταγώγειον, εἶχε πάνω της συγκεντρωμένες ὅλες τίς ἀρετές, ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς νά ἀγωνισθοῦμε νά ἀποκτήσουμε τίς χριστιανικές ἀρετές στό βαθμό πού εἶναι ἐφικτό.
Πρίν ἀπό χρόνια διάβαζα σ᾿ ἕνα ἑβραϊκό περιοδικό, ὅτι ὁ διάβολος ἔβαλε σκοπό νά μή ἀφήσει καμιά κοπέλα ἁγνή, γιά νά μή ἔρθει ὁ Χριστός στόν κόσμο, ἐφόσον οἱ προφητεῖες ἔλεγαν, ὅτι θά γεννηθεῖ ἀπό παρθένο κόρη. Τοῦ ξέφυγε ὅμως ἡ Παναγία. Ἀλλά καί μετά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, πάλι τήν ἴδια τακτική ἀκολουθεῖ. Ἀγωνίζεται νά ρίξει ὅλους στήν ἀνηθικότητα, γιά νά γεμίσει τήν κόλαση. Ἔτσι φτάσαμε στό πολύ λυπηρό σημεῖο νεώτεροι καί μεγαλύτεροι, πρίν τόν γάμο καί μετά τόν γάμο νά ἐπιδίδωνται σέ κάθε εἴδους ἀνηθικότητες, νά μολύνουν καί τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἔχουμε κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Σήμερα ἡ ἀνηθικότητα εἶναι γενικότερη καί προκλητικότερη. Ὀ Χριστός καί ἡ Παναγία νά βάλουν τό χέρι τους, νά σταματήσουν τό κακό, τόν ὁμαδικό κατήφορο. Νά μᾶς ὁδηγήσουν στή εἰλικρινῆ μετάνοια , στή σωφροσύνη καί στή σωτηρία. Ἀμήν.-

Δ` Στάσις Χαιρετισμών Οι εχθροί θα νικηθούν. «Χαίρε, δι' ης εγείρονται τρόπαια• χαίρε, δι' ης εχθροί καταπίπτουσι» (Άκάθ. ύμν. Ψ 5) +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος



ΧΑΙΡΩ, αγαπητοί μου, πού τρέχετε και συγκεντρώνεστε στο ναό. Θα σας μιλήσω άπλα, σαν πατέρας με τα παιδιά.
Ζούμε σε χρόνια άσχημα. Μερικοί λένε, ότι πλησιάζει ή συντέλεια του κόσμου. Ένα σημάδι ότι έρχεται ή συντέλεια είναι, ότι στις ήμερες μας παρουσιάστηκε αθεΐα και απιστία μεγάλη. Σε πόλεις και χωριά ξάπλωσαν οι ιδέες αυτές. και λέγονται συχνά από στόματα ανθρώπων πού θεωρούνται μορφωμένοι. Στα παλιά τα χρόνια στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στα αγιασμένα μέρη, δεν υπήρχε άπιστος και άθεος. Τώρα ή αθεΐα έφτασε παντού.

Αν συναντήσετε κάποιον άθεο, να του πείτε μόνο το εξής. Εάν με πείσεις ότι το ρολόι πού έχεις στο χέρι σου φύτρωσε έτσι, ότι το σπίτι πού κάθεσαι έγινε μοναχό του, ότι το αυτοκίνητο σου έγινε μόνο του, κι ότι οί πύραυλοι πού ταξιδεύουν στο διάστημα έγιναν μόνοι τους, τότε κ' εγώ θα πεισθώ ότι το σύμπαν αυτό έγινε χωρίς το Θεό. Το ρολόι κάποιος το φτιάχνει, το σπίτι κάποιος το χτίζει, το αυτοκίνητο κάποιος το κατασκευάζει, τους πυραύλους κάποιος τους εξαπολύει και αυτό το σύμπαν ποιος το έκανε; Μία ή απάντησης• Ό Θεός.

—Μα τι είναι ό Θεός; Μας το λέει ό ευαγγελιστής Ιωάννης• «ό Θεός είναι αγάπη» (βλ. Α' Ίωάν. 4,8,16), το κυριότερο γνώρισμα του είναι αγάπη. και απόδειξης όλα όσα απολαμβάνουμε. 'Αλλ' εάν με ρωτήσετε, ποια είναι ή πιο μεγάλη απόδειξης ότι ό Θεός μας αγαπάει, θα σας πω' ή σάρκωσης του Λόγου. Το ότι ό Θεός λυπήθηκε τον άνθρωπο, πού είχε φύγει μακριά του' και ενώ μπορούσε να τον τιμωρήσει με μύριους τρόπους, εν τούτοις έστειλε τον Υιό του τον μονογενή στον κόσμο, και έλαβε σάρκα από την ύπεραγία Θεοτόκο, για να μας σώσει. είναι αυτό πού εορτάζουμε την ήμέρα του Ευαγγελισμού• τότε άρχισε ή σωτηρία μας. Τότε ό Γαβριήλ, πού εστάλη στη Ναζαρέτ, είπε στην Παναγία• «Χαίρε, κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1,28).

Αυτό το «χαίρε», που είπε ό αρχάγγελος, τ' ακούμε στους Χαιρετισμούς, Επαναλαμβάνεται 144 φορές. Το καθένα από αυτά τα «χαίρε»έχει μεγάλη σημασία. Να τα ερμηνεύσουμε όλα δεν μπορούμε. Θα ερμηνεύσουμε ένα μόνο, αυτό πού λέει" «Χαίρε, δι ης εγείρονται τρόπαια- χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι» (Άκάθ. ύμν. Ψ5). Με άπλα λόγια λέει• Χαίρε, Παναγία, πού με τη βοήθειά σου νικήσαμε τους εχθρούς και έγινε ή ωραία αντίθεσης' εκεί πού οι εχθροί πέφτουν κάτω νικημένοι, εκεί υψώνονται μνημεία της νίκης πού μας χάρισες εσύ.

Ποιοι όμως είναι αυτοί οί εχθροί; Κατ' εξοχήν εχθρός είναι ό διάβολος. Και με την προστασία τής Θεοτόκου νικάται καί πέφτει. Σύμβολο δε της νίκης κατά του διαβόλου είναι ό τίμιος σταυρός. Κάθε σταυρός είναι κ' ένα τρόπαιο νίκης στην πνευματική μας ζωή. Άλλα εδώ θα δούμε την εφαρμογή του χαιρετισμού αυτού στην εθνική μας κυρίως ζωή.

Το 626 μ.Χ. ή πόλις των ονείρων μας, ή Κωνσταντινούπολις, πολιορκήθηκε από βαρβάρους, Πέρσας και Αβαρούς. Πολιορκήθηκε από παντού, από ξηρά και θάλασσα, με στρατό και στόλο. Τόσο στενή ήταν ή πολιορκία, ώστε από ώρα σε ώρα οί εχθροί καραδοκούσαν να μπουν μέσα, να κάψουν, να καταστρέψουν, να σφάξουν, να ατιμάσουν. Ήταν τόσο βέβαιοι γι' αυτό, ώστε μήνυσαν στους κατοίκους• Μόνο αν γίνετε ή πουλιά να πετάξετε ή ψάρια και κολυμπήσετε, θα σωθείτε.

Και τι έγινε, έπεσε ή Πόλις; Όχι. Έγινε θαύμα. Το βεβαιώνει ή ιστορία. Ποιο θαύμα; Τη νύχτα φύσηξε άνεμος δυνατός, σήκωσε κύματα πελώρια και έπνιξε τα καράβια των εχθρών σανίδες έγιναν. Φόβος και τρόμος έπιασε τους βαρβάρους, σηκώθηκαν κ' έφυγαν. Έτσι ή Πόλις ελευθερώθηκε.

Τότε παιδιά γυναίκες και άντρες έτρεξαν όλοι στην εκκλησία των Βλαχερνών —σώζεται μέχρι σήμερα— και εκεί, όρθιοι, έψαλαν τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, τον Ακάθιστο ύμνο' «Χαίρε», Παναγία, «δι ης εγείρονται τρόπαια• χαίρε, δι' ης εχθροί καταπίπτουσι». Τότε για πρώτη φορά εψάλη το κοντάκιο .«Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...».

—"Α, θα πει κάποιος άπιστος, αυτά έγιναν «τω καιρώ εκείνο»• από τότε πέρασαν αιώνες.
Όχι, κύριοι! Ή Παναγιά δεν πέθανε• ζή και κάνει θαύματα. Να μετρήσουμε τα θαύματα της; Είναι αμέτρητα όσα έκανε, κάνει και θα κάνη μέχρι συντέλειας των αιώνων ή αγία μας πίστη, ό Χριστός και ή Παναγία και οι άγιοι. απόδειξης, ότι και στη δική μας γενεά έγινε παρόμοιο θαύμα. Πότε έγινε; Όσοι είναι μικροί, δεν ξέρουν τίποτα. Ωραία περνούν φαΐ, ύπνος, παιχνίδια, διασκεδάσεις, γλέντια... Ή προηγουμένη γενεά είδε το θαύμα αυτό, πού έκανε ακόμα και απίστους να πιστέψουν.

Ποιο το θαύμα; Το 1940, στις 28 Οκτωβρίου, κάποιος χτύπησε τα μεσάνυχτα την πόρτα μας και είπε στην Ελλάδα• Να παραδοθείς!... Της έταξε λίγες ώρες ν' απάντηση. Και ή Ελλάς όλη, μικροί-μεγάλοι, άντρες - γυναίκες, βουνά-λαγκάδια, θάλασσες και καράβια, όλοι απήντησαν στον εχθρό «Όχι». Κι ό εχθρός ήταν ή Ιταλία, μια πολύ μεγάλη δύναμις τότε, με τέσσερα εκατομμύρια στρατό, με καράβια και αεροπλάνα τόσο πολλά, πού οι Ιταλοί έλεγαν ότι μπορούν να σκιάσουν τον ήλιο. Όλοι περίμεναν, ότι θα νικήσει ή Ιταλία. Κανείς δεν πίστευε ότι θα νικήσει ή μικρά Ελλάς. Και όμως έγινε το θαύμα! Και ό κόσμος όλος θαύμασε. Όλων τα μάτια εστράφησαν στη μικρά μας χώρα και όλοι της έψαλλαν εγκώμια. Όταν στα ρέσταραν της Νέας Υόρκης έβλεπαν ένα «Γκρέκο», Έλληνα, τον σήκωναν στα χέρια κ' έκαναν διαδήλωση. Ποτέ άλλοτε δέ' δοξάστηκε ή πατρίδα μας διεθνώς όσο τότε.

Και το ερώτημα είναι• πώς έγινε αυτό; Μη ρωτάτε εμένα• ρωτήστε κάτι γεροντάκια—αν ζουν ακόμη—, πού σαν αετοί πέταξαν και πολέμησαν τότε στο Μοράβα, μπήκαν στην Κορυτσά και τα άλλα αγιασμένα αυτά μέρη πού σήμερα τα κατέχει ή Αλβανία. Πώς:... Δεν είναι ψέμα, είναι αλήθεια• το άκουσα από πολλά στόματα (φαντάρους, πυροβολητές, στρατιώτες, αξιωματικούς). Τη νύχτα πάνω στα ψηλά χιονισμένα βουνά - τι βλέπανε; Μια μαυροφόρα να εμφανίζεται και να τους εμψυχώνει. Ήταν ή Παναγιά μας! Με τη βοήθεια της νικήσαμε. Και οι φαντάροι μας, όταν κατελάμβαναν μια κορυφή, έστηναν την ελληνική σημαία με τον τίμιο σταυρό ψάλλοντας όλοι μαζί «Τω ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...». Για αυτό μπορούμε κ' εδώ να πούμε• «Χαίρε», Παναγία, «δι' ης εγείρονται τρόπαια• χαίρε, δι' ης εχθροί καταπίπτουσι».

Πού είναι ό άθεος πού λέει πώς μόνο τα παλιά τα χρόνια γίνονταν θαύματα της Παναγίας; Και τώρα και σήμερα και αύριο και πάντα θα θαυματουργή ή Παναγία.

« Τώρα βέβαια έχουμε ησυχία. Τα παιδιά μας κοιμούνται στα κρεβάτια τους οι νέοι μας διασκεδάζουν στα κέντρα... Έχουμε ειρήνη. Άλλα θα την έχουμε πάντα;... Εμείς οι γέροντες, πού ζήσαμε πολέμους και περιπέτειες και κινδύνους, παρακαλούμε την Παναγία, πόλεμος να μη ξαναγίνει. Άλλα... —υπάρχει ένα «αλλά»—ή ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από μας. Εμείς αγαπούμε την ειρήνη όσο κανένα άλλο έθνος. Άλλ' εάν εχθροί μας επιτεθούν, τότε τι θα γίνει; Τότε και πάλι ή Ελλάς σύσσωμος θα πει ένα νέο «όχι». Και πιστεύω στο Θεό, ότι θα μας ακούσει ή Παναγιά.

Αλλά για να μας ακούσει κα' να γίνει το τρίτο θαύμα, να σπρώξουμε τους Τούρκους πέρα από τον Έβρο —το πιστεύω, θα ξαναμπούμε στην Άγια-Σοφιά να τελειώσουμε την διακοπείσα λειτουργία—, πρέπει όλοι να μετανοήσουμε• ούτε μοιχείες, ούτε διαζύγια, ούτε βλασφημίες, ούτε εκτρώσεις, ούτε αδικίες, άλλα παντού να βασιλεύει Χριστός. Τότε εκείνος θα σκεπάσει και θα ευλόγηση τον τόπο μας, και θα κάνη το θαύμα να δοξαστεί πάλι ή πατρίδα μας και να ξαναστηθή ό σταυρός στον τρούλο της Άγια-Σοφίας. Έτσι για άλλη μια φορά, τρίτη φορά (πρώτη στο Βυζάντιο, δεύτερη στα βουνά της Πίνδου, τρίτη στον Έβρο και τα νησιά), θα σταθούμε εμπρός στην εικόνα της Παναγίας και θα ξαναπούμε- «Χαίρε», Παναγιά, «δι' ης εγείρονται τρόπαια• χαίρε, δι' ης εχθροί καταπίπτουσι».

Ό Κύριος να είναι πάντα μαζί σας. Ειρηνεύετε, προσεύχεσθε, εξομολογήστε, εκκλησιάζεστε, κοινωνείτε τα άχραντα μυστήρια, έχετε ομόνοια. Όλοι αγαπημένοι εν Χριστώ Ιησού να περάσουμε τις δύσκολες ήμερες πού επιφυλάσσει ό Θεός στην ανθρωπότητα και ιδιαιτέρως στο έθνος μας• αμήν.

Επίσκοπος Αυγουστίνος.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΆΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΚΑΥΚΑΣΟΥ – ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 26-03-1982 ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 8-4-2005

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και το ανάθεμα στους επαναστάτες!

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

Οι δύο επίσημες επιστολές κατά της επανάστασης του 1821, που στάλθηκαν υπό την απειλή του σουλτάνου, λίγο πριν οδηγηθεί ο ίδιος στην κρεμάλα.

Τα ντοκουμέντα μέσα από τις στήλες του «Ελληνικού Τηλεγράφου» εκείνων των δραματικών ημερών


Ο οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος από τη Δημητσάνα, ήταν ένα από τα τραγικά πρόσωπα που σημάδεψαν τον ξεσηκωμό των Ελλήνων το 1821 από τις πρώτες κιόλας ημέρες. Ήταν εκείνος που πρώτος, δύο μάλιστα φορές, καταδίκασε την επανάσταση και αναθεμάτισε τις ηγετικές μορφές της, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλά και τον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Σούτσο. Η καταδίκη αυτή φαίνεται ότι ήταν υπό την απειλή και την υπόδειξη του σουλτάνου και του μεγάλου βεζύρη. Αλλά παράλληλα ήταν, μαζί με τα μέλη της συνόδου του, ένα από τα πρώτα επώνυμα θύματα των χριστιανών, αφού την ημέρα του Πάσχα, στις 22 Απριλίου 1821 (10 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο που ίσχυε στην Ελλάδα), κρεμάστηκε στη μεσαία θύρα του πατριαρχείου και το πτώμα του, αφού επί τρεις ημέρες σερνόταν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, πετάχτηκε τελικά στη θάλασσα. Ο καπετάνιος ενός ελληνικού πλοίου το βρήκε, το αναγνώρισε και αφού κατάλαβε τι είχε συμβεί, το μετέφερε στην Οδησσό όπου με εντολή του τσάρου κηδεύτηκε επίσημα. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη συγκίνησε όχι μόνο τους Έλληνες, που μετρούσαν το πρώτο υψηλόβαθμο θύμα στον αγώνα, αλλά και τους χριστιανούς της Ευρώπης. Η ορθόδοξη εκκλησία τον τιμά ως εθνομάρτυρα αλλά και άγιο. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Απριλίου, ημέρα που απαγχονίστηκε, σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο. 

Ο Γρηγόριος για μερικούς ιστορικούς ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ακριβώς επειδή καταδίκασε, με σκληρές μάλιστα αναφορές, την επανάσταση, αλλά κι επειδή πριν από το 1821 είχε εμφανιστεί να προσπαθεί να έχει καλές σχέσεις με τον σουλτάνο. Όταν το 1807 οι Άγγλοι απείλησαν με κατάληψη την Κωνσταντινούπολη λέγεται ότι μετείχε προσωπικά στην κατασκευή οχυρωμάτων. Αν αυτό όμως ήταν πραγματικότητα, δεν θα πρέπει να αμφισβητείται και η συμπάθειά του προς ο γένος των σκλαβωμένων Ελλήνων, ένας από τους οποίους ήταν κι ο ίδιος. Είναι γνωστές ακόμη και οι σχέσεις του με φιλικούς, προς τους οποίους έδινε συμβουλές για το χειρισμό σειράς θεμάτων, όταν προετοιμαζόταν η επανάσταση. Άλλωστε ο ίδιος ο αρχηγός των επαναστατών Αλέξανδρος Υψηλάντης, που αναθεματίστηκε από τον Πατριάρχη όταν ξεκινούσε την εκστρατεία του στη Μολδοβλαχία, καλούσε τους επαναστάτες να μην δίνουν σημασία στις αναφορές αυτές, καθώς, όπως έγραφε στον Κολοκοτρώνη λίγο πριν ξεσπάσει επίσημα η επανάσταση, τα γράμματά του ήταν προϊόν βίας από την υψηλή πύλη. «Εσείς όμως να θεωρήτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του Πατριάρχου», έγραφε χαρακτηριστικά. Η άγρια δολοφονία του Γρηγορίου και η σκύλευση του πτώματός του δείχνουν, άλλωστε, ότι ο σουλτάνος θεώρησε πως οι παρεμβάσεις του κατά των αρχηγών της επανάστασης δεν εξέφραζαν τις πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στην επανάσταση. 



Ποιος ήταν 

ο Γρηγόριος



Ο Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, (1797-1798, 1806-1808 και 1818-1821). Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1765 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια όπου μαθήτευσε κοντά στον Δημήτριο Βόδα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη όπου ένας θείος του που ήταν νεωκόρος στο ναό Αγίου Γεωργίου της Σμύρνης, τον βοήθησε να σπουδάσει στο περίφημο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ο Γιώργιος Αγγελόπουλος είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες στη Μονή του Αγίου Διονυσίου και πήρε το όνομα Γρηγόριος και αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αρχιδιάκονος, ιερέας και πρωτοσύγκελος Σμύρνης από τον μητροπολίτη Σμύρνης Προκόπιο. Όταν το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Στο πλαίσιο του σημερινού αφιερώματος θα παρουσιάσουμε ντοκουμέντα των ημερών της έναρξης της επανάστασης, από τον «Ελληνικό Τηλέγραφο», που εξέδιδε από τα προεπαναστατικά χρόνια στη Βιέννη ο γιατρός Δημήτριος Αλεξανδρίδης. Πιο συγκεκριμένα, θα αναδημοσιεύσουμε μια επιστολή που αναφέρεται στην αρχή της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, τις δύο επιστολές του αναθέματος κατά των αρχηγών της επανάστασης, από τον Πατριάρχη και τη σύνοδο, αλλά και την τραγική είδηση του απαγχονισμού του Γρηγορίου, άλλων αρχιερέων και Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη. 

Το συνοδικό γράμμα με το ανάθεμα και την καταδίκη των αρχηγών της επανάστασης

“ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ελέω Θεού, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και οικουμενικός Πατριάρχης.

Ιερώτατε Μητροπολίτα Μολδαβίας, υπέρτιμε και έξαρχε πλαγηνών, εν αγίω πνεύματι αγαπητέ αδελφέ και συλλειτουργέ, και ευγενέστατοι άρχοντες οι εν τη Επαρχία ταύτη αυτόχθονες τε και ημεδαποί· τιμιώτατοι πραγματευταί· χρησιμώτατοι πρόκριτοι των αυτόθι ευλογημένων Ρουφετίων, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί εκάστης τάξεως και θαθμού, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμίν, και ειρήνη παρά Θεού!

Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον, και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί, είναι ο κάκιστος πάντων ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών Γραφών, και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία είναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου Βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία, και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη, και πας ο αντιτασσόμενος αυτή τη θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά Βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν. Αυτά τα δύω ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο, τε προδιορισθείς της Μολδαβίας Ηγεμών, ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ' ημάς τεταγμένης Κραταιάς Βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ· υπό μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία· από αδόξου και ασήμου, τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς, τον επλούτισε, τον περιέθαλψε· τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της Ηγεμονείας αυτής θρόνον, και τον κατέστησεν Άρχοντα λαών· αυτός όμως φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας, και συμφωνήσας μετά του δραπέτου και φυγάδος Αλεξάνδρου Υψηλάντου, αμφότεροι υπονενοημένοι επίσης αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες, εκήρυξαν ελευθερίαν του Γένους, και με την φωνήν αυτήν υφείλκυσαν πολλούς των αυτόθι διασπείραντες και αποστόλους και εις διάφορα μέρη, δια να εξαπατήσωσι, και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας· διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας, μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των, πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνης της εδικής των ματαιοφροσύνης αποκύημα, επειδή κοντά οπού το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς, και πολλής προξένον μομφής εις την Ρωσσικήν Αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος Πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το Ρωσσικόν Κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενος μάλιστα και αποτροπιαζόμενος του πράγματος της βδελυρίαν.

Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν Σκηνήν οι δύω ούτοι, και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, ή μάλλον ειπείν μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές, και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών Ραγιάδων της Κραταιάς Βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή σκιάν αυτής με τόσα προνόμια ελευθερίας, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, τα τε άλλα,και εις τα της θρησκείας μας κατ’ εξοχήν, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία· αντί λοιπόν φιλελεύθεροι, εφάνησαν μισελεύθεροι· αντί φιλογενείς, και φιλόθρησκοι, εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ! οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς Κραταιάς Βασιλείας εναντίον των υπηκόων της Ομογενών μας, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του Γένους. Ταύτα τοίνυν ακούσαντες Ημείς τε και πάσα η περί Ημάς Ιερά Αδελφότης, και όλα τα ενταύθα μέλη του ευσεβούς ημών Γένους εκάστης τάξεως, κατηφείας επλήσθημεν πολλής και οδύνης καιρίας, και προήχθημεν υπό φιλοστοργίας πατρικής και προνοίας εκκλησιαστικής αμέσως εις το να εμπνεύσωμεν υμίν τα σωτήρια· και δη γράφοντες εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν τη Αρχιερωσύνη σου, και ο ίδιος αμέσως, δια των υπαλλήλων Σοι Ηγουμένων, Ιερομονάχων, και πνευματικών Πατέρων, να διακηρύξης την απάτην των ειρημένων κακοβούλων ανθρώπων, και να καταρτίσης τους υπό την πνευματικήν προστασίαν σου Χριστιανούς εκάστης τάξεως εις την διατήρησιν του πιστού Ριαγιαλικίου, και της άκρας υποταγής και δουλικής ευπειθείας προς αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν Βασιλείαν, να διαλύσης με τας πραγματικάς αποδείξεις της αληθείας τας πλεκτάνας των ολεθρίων εκείνων ανθρώπων, και να τους αποδείξης κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, χωρίς μήτε η Αρχιερωσύνη Σου, μήτε το λογικόν σου αυτό Ποίμνιον να δώσητε εις τους λόγους των και εις τα κινήματά των καμμίαν προσοχήν, μάλιστα δε να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε, καθότι και η Εκκλησία, και το Γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας αράς· ως μέλη σεσηπότα τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης Χριστιανικής ολομελείας· ως παραβάται των θείων νόμων, και αποστολικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του Ιερού χρήματος της προς τους ευεργετήσαντας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι κι ηθικών και ποιλιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων Ομογενών μας ασυνειδότως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχωσι, και κατηγραμένοι, και ασυγχώρητοι, και άλυτοι μετά θάνατον, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και τυμπανιαίοι· αι πέτραι, τα ξύλα, και ο σίδηρος λυθείησαν, αυτοί δε μηδαμώς· σχισθείσα η Γη καταπίοι αυτούς ουχ ως τον Δαθάν, και Αβειρών, αλλά τρόπω δή τινι παραδόξω, ως θαύμα, και παράδειγμα, πατάξαι Κύριος αυτούς τω ψύχει, τω πυρετώ, τη ανεμοφθορία, και τη ώχρη· γεννηθήτω ο Ουρανός ο υπέρ την κεφαλήν αυτών χαλκούς, και η Γη η υπό τους πόδας αυτών σιδηρά· εκκοπείησαν αώρως της παρούσης ζωής, και προσζημιωθείησαν και την μέλλουσαν· επιπεσείτωσαν επί τας κεφαλάς αυτών κεραυνοί της θείας αγανακτήσεως· είησαν τα κτήματα αυτών εις παντελή αφανισμόν και εις εξολόθρευσιν· γεννηθήτωσαν τα τέκνα αυτών ορφανά και αι γυναίκες αυτών χήραι· εν γενεά μια εξαλειφθείη το όνομα αυτών μετ’ ήχου, και ου μη μείνη αυτοίς λίθος επί λίθου· άγγελος Κυρίου καταδιώξαι αυτούς εν πυρίνη ρομφαία, έχοντες και τας αράς πάντων των απ’ αιώνος αγίων, και των οσίων και Θεοφόρων Πατέρων, και αυτοί και όσοι τοις ίχνεσιν αυτοίς κατηκολούθησαν αμεταμελήτως, ή κατακολουθήσωσι του λοιπού. Ταύτα επαρώμεθα κατ’ αυτών, κρουνούς δακρύων εκ των οφθαλμών ημών αφιέντες, και πλήρεις αγανακτήσεως δικαίας υπάρχοντες. Επειδή δε προς τοις άλλοις εγνώσθη, ότι οι το σατανικόν της Δημεγερσίας φρόνημα νοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους, συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκίτωσαν ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης· είναι αδιάκριτος και ασεβής, όμοις με τον όρκον του Ηρώδου, όστις δια να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν· αν ήθελεν αθετήση τον παράλογον όρκον, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη τότε βέβαια ο θείος Πρόδρομος, ώστε ενός παραλόγου όρκον επιμονή έφερε τον θάνατον του Προδρόμου· η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής πραγματευομένη ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου Γένους πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος, είναι φανερόν εξ εναντίας η αθέτησις του όρκου αυτού απαλλάττουσα το Γένος εκ των απερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής, και σωτηριώδης. Δια τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνεύματος έχει η Εκκλησία διαλελυμένον τον όρκον αυτών, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας: και το πιστόν το Ριαγιαλικίου αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς· αποτείνοντες δε τον λόγον ιδίως και προς την Αρχιερωσύνην Σου αποφαινόμεθα, εάν μη βαδίσης εις όσα εν Πνεύματι αγίω παραινούμεν δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξης εν έργω την επιμέλειάν Σου και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων, και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δε συμφρονήσης τη Εκκλησία, και ενεί λόγω, εάν καθ’ οιονδή τινα τρόπον κατενεχθής κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς Βασιλείας, Σε έχομεν οργόν πάσης Αρχιεροπραξίας, και τη δυνάμει του αγίου Πνεύματος έκπτωτον του βαθμού της Αρχιερωσύνης, και των ιερών περιβόλων απόβλητον, και της θείας χάριτος γεγυμνωμένον, και τω πυρί της Γεέννης ένοχον, ως την απώλειαν του Γένους ημών αιρετισάμενον, και προτιμήσαντα. Ούτω τοίνυν, αγαπητοί Αδελφοί, ανανήψατε, προς Θεού, και ποιήσατε καθώς εκκλησιαστικώς υμίν γράφοντες κελευόμεθα, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων εκτέλεσιν, ίνα και του Θεού η χάρις, και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

αωκα’. εν μηνί Μαρτίω

Υπεγράφη Συνοδικώς επί της Αγίας Τραπέζης παρά της ημών Μετριότητος, και της Μακαριότητός του, και πάντων αγίων Αρχιερίων.

Ο Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος αποφαίνεται.

Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνετια.

Ο Καισαρείας Ιωαννίκιος.

Ο Ηρακλείας Μελέτιος.

Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.

Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.

Ο Νικαίας Μελέτιος.

Ο Χαλκηδόνος Γρηγόριος.

Ο Δίρκων Γρηγόριος.

Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.

Ο Τυρνάβου Ιωαννίκιος.

Ο Ανδριανουπόλεως Δωρόθεος.

Ο Προυσσίας Μελέτιος.

Ο Χαλκηδόνος Μελέτιος.

Ο Δειμοτοίχου Καλλίνικος.

Ο Αγκύρας Αθανάσιος.

Ο Ναξίας Γρηγόριος.

Ο Σίφνου Καλλνίκιος.

Ο Φαναρίου και Φαρσάλων Δαμασκηνός.

κτλ. κτλ. κτλ.”
Η είδηση του απαγχονισμού του Πατριάρχη
“Ελληνικός Τηλέγραφος” 15 Μαΐου 1821

“... απεκεφαλίσθησαν ο νεωστί ψηφισθείς μέγας Δραγουμάνος, Μπεγζαδέ Κωνσταντίνος Μουρούζης και πολλοί μεγάλοι πραγματευταί. Αλλοι δε εκρεμάσθησαν εις τα παραθύρια και θύρας των οικιών των δια του μήκους του Βοσπόρου.

Την 21 τούτου έφθασεν ο νέος μέγας Βεζύρης, Μπενδερλί Αλή πασιάς, μετά παρρησίας εις την Κωνσταντινούπολιν.

Την επαύριον επιάσθη ο πατριάρχης Γρηγόριος, μετά την λειτουργίαν, από τας στρατιωτικάς φρουράς, και αχθείς εις τα φυλακάς του Μπσανδζή-μπαση, εκρεμάσθη περί τας 5 ώρας μετά το γεύμα εις την θύραν του πατριαρχείου του.

Το αυτό έπαθον και άλλοι τινες αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Εις τους πίνακας, οι οποίοι ετέθηκαν εις τα λείψανα των κρεμασθέντων, αναγινώσκεται, ότι ο πατριάρχης, ως και ο μέγας Δραγομάνος ήσαν προδόται και συγκοινωνοί των συνωμοσιών”. 

πηγή

Σταυριπροσκύνηση ή σταυροπροδοσία;



Σταυροπροσκύνηση ή σταυροπροδοσία;
Ο Χριστός είχε ανεβάσει στα μεσούρανα τους μαθητές του. Κι απ’ όλους πιο ψηλά τον Πέτρο.
Καθώς του είπε ότι αυτός (δηλαδή, ο Πέτρος) θα είναι η πέτρα, πάνω στην οποία θα θεμελιώσει την Εκκλησία. Και που καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να την καταργήσει.
Με αποτέλεσμα να φουντώσει η φαντασία των μαθητών: Πως ο Χριστός θα γινόταν κοσμοκράτορας. Κι εκείνοι θ’ απολάμβαναν δόξες, τιμές και μεγαλεία. ‘Όπως, κάπως ανάλογα, φαίνεται να φαντάζονται και οι σύγχρονοι σιωνιστές.…
Αλλά, για να μη ζουν με αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, ο Χριστός φρόντισε να προσγειώσει τους μαθητές του. Και μάλιστα αρκετά ανωμάλως: Καθώς τους είπε πως«τώρα, που θα πάμε στα Ιεροσόλυμα οι γραμματείς και οι φαρισαίοι θα τον συλλάβουν, θα τον εξευτελίσουν και θα τον σταυρώσουν…»!
Πράγμα, που δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό κανενός. Και πιο πολύ του Πέτρου. Ο οποίος δεν δίστασε να επιτιμήσει το Χριστό, που τολμούσε να αναφέρεται σε τέτοια απαισιόδοξα ενδεχόμενα!
Γεγονός, που ανάγκασε το Χριστό να μη διστάσει, ύστερα απ’ την ανώμαλη προσγείωση, να τον γκρεμίσει ακόμη και στα Τάρταρα. Λέγοντάς του το πασίγνωστο και παροιμιώδες, εκείνο: «Ύπαγε οπίσω μου σατανά! Γιατί δεν σκέπτεσαι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αλλά σύμφωνα με το θέλημα των ανθρώπων»…
Και, παίρνοντας αφορμή απ’ τη συμπεριφορά αυτή του Πέτρου, να πει στους μαθητές του, αλλά και τους άλλους, που τον ακολουθούσαν:
“‘Όποιος θέλει να με ακολουθήσει πρέπει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του και να φορτωθεί το σταυρό του». Τα λόγια, δηλαδή, του Ευαγγελίου (Μάρκου: η,34-θ,1)που ακούστηκαν σήμερα στις εκκλησιές.
Βέβαια το να ενστερνιστεί κάποιος το πνεύμα του σταυρού συνεπάγεται αγώνες και θυσίες, που μπορεί να φθάσουν κόμη και μέχρι το θάνατο. Αλλά αυτός, που φοβάται μήπως χάσει τη ζωή του, που είναι πρόσκαιρη, λέει ο Χριστός, θα χάσει την ψυχή του, που είναι αιώνια.
Που σημαίνει ότι ο χριστιανισμός δεν είναι το «όπιο του λαού», όπως ο Μαρξ είχε χαρακτηρίσει τη θρησκεία. Και όπως ήταν για πολλούς αιώνες και είναι, δυστυχώς, και σήμερα, προκειμένου να επιτελεί το ρόλο του ναρκωτικού για τις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Έτσι ώστε να μην παρεμποδίζεται η καταλήστευση και η καταδυνάστευση των λαών εκ μέρους των εκάστοτε κυρίαρχων αρπακτικών: Αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, τσιφλικάδων, βουλευτάδων. Και των πάσης φύσεως «μεγαλειότατων και εντιμότατων» ληστάρχων και κλεφταράδων…
Κι από το άλλο μέρος, προκειμένου να δικαιολογείται η παθητική στάση του λαού απέναντι στα οποιαδήποτε απάνθρωπα μέτρα και καθεστώτα. Και να φρενάρονται οι προσπάθειες για την αποτίναξη του οποιουδήποτε ζυγού. Όπως, δυστυχώς γίνεται και στον τόπο μας. Και μάλιστα με περισσή δουλοπρέπεια και αναξιοπρέπεια. Κι όχι μόνο απ’ το λαό, αλλά κι από παπάδες και δεσποτάδες.
Οι οποίοι ψάλλουν ύμνους στην «Υπέρμαχο Στρατηγό», που συμπαραστεκόταν στους αγώνες του Βυζαντίου αλλά και του στρατού μας στην Αλβανία.
Και τονίζουν, σε κάθε περίπτωση, την προσφορά του κλήρου, κατά τον αγώνα της εθνεγερσίας. Και υπενθυμίζουν το γεγονός ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών. Και εξυμνούν τα ηρωικά κατορθώματα του Διάκου και του Παπαφλέσσα και όσων άλλων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας. Ενώ παράλληλα διαμαρτύρονται, εντονότατα, κάθε φορά, που κάποιοι αρνούνται την εθνική προσφορά των κληρικών.
Την ίδια, όμως, στιγμή, πέρα από κάθε λογική και συνείδηση, απαγορεύουν να μιλήσει κάποιος στις εκκλησιές για το κανιβαλικό και εφιαλτικό καθεστώς, που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα και, πρόσφατα, την Κύπρο, από τους σύγχρονους σταυρωτές. Για να προσφέρει, έστω και λίγη παρηγοριά, στους σταυρωμένους. Προφανώς, για να μην ενοχλούνται τα ανδρείκελα της Μέρκελ και της Λαγκάρντ, που, κατά περίεργη συγκυρία είναι και κατηχητόπουλα της σατανικής Μπίλντεμπεργκ.
Και επιβάλλουν τις απαγορεύσεις αυτές, επειδή, λέει, οι τέτοιου είδους αναφορές συνιστούν πολιτικολογία.
Όταν οι ρασοφόροι αυτοί επιφυλάσσουν στους εαυτούς τους το δικαίωμα να κάνουν πολιτική του αισχίστου είδους. Δίνοντας γραμμή και προπαγανδίζοντας την τυφλή υπακοή στα οποιαδήποτε σαμάρια και στουρνάρια και τούβλα και αποδέλοιπα άχρηστα και επικίνδυνα, «προς κατεδάφισιν» υλικά της κυβερνητικής συμμορίας.
Και ο λόγος των αηθεστάτων αυτών απαγορεύσεων δεν είναι ότι έχουν κάτι να φοβηθούν, όπως οι μάρτυρες και οι ήρωες άλλων εποχών. Αλλά το γεγονός ότι τους συνδέουν σχέσεις διαπλοκής και εξαρτήσεως με τους εφιάλτες και κανιβάλους αυτούς…
Κι έτσι, από το ένα μέρος, καπηλεύονται και μάλιστα με υπερβάλλοντα ναρκισσισμό τη δόξα και την τιμή, για τους αγώνες των κληρικών του ’21 και άλλων εποχών, κι από το άλλο, δεν ντρέπονται ν’ απαγορεύουν την οποιαδήποτε αναφορά στο τωρινό καθεστώς εθελοδουλίας και προδοσίας….
Για να ανακαλούν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στη μνήμη μας, τα «ουαί», που είπε ο Χριστός στους φαρισαίους.
Οι οποίοι «έκλειναν τη βασιλεία του Θεού, μπροστά στους ανθρώπους. Κι, ενώ οι ίδιοι δεν ήθελαν να μπουν, εμπόδιζαν την είσοδο και σ’ οποιονδήποτε άλλον»…
Κι όμως κάποιοι απ’ αυτούς, που έτσι φαρισαϊκά σκέφτονται και φασιστικά «αποφασίζουν και διατάσσουν» κάνουν μεγάλους σταυρούς. Και προσκυνούν σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση, το Σταυρό.
Το πνεύμα του οποίου συστηματικά και συνειδητά προδίδουν κι απ’ το οποίο τους χωρίζουν έτη φωτός…
παπα-Ηλίας
e-mail: yfantis.ilias@gmail.com

ΘΑ ΣΕ ΣΥΝΤΑΡΑΞΕΙ...


Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής)εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (μόνιμη συνήθεια)




 

Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της).

Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού). Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»

ΚΛΙΜΑΚΑ
ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) 

πηγή

Μετάνοια καὶ μετάνοιωμα π. Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος





Κάποιος κλέβει δύο κότες ἀπὸ τὸ κοτέτσι τοῦ παπᾶ καὶ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἀποφασίζει νὰ τὸ ἐξομολογηθεῖ!

- Πάτερ μου ἔκλεψα δύο κότες!

- Νὰ τὶς ἐπιστρέψεις, λέει ὁ παπάς.

- Πάτερ μου, τὶς θέλετε ἐσεῖς;

- Ἐγώ, τοῦ λέει ὁ παπάς. Ὄχι. Νὰ τὶς δώσεις σὲ κεῖνον ποὺ τὶς πῆρες.

- Ἐκεῖνος δὲν τὶς θέλει.

- Ἔ! Τότε κράτα τες.

Πάρα πολλὲς φορὲς ἡ διάθεσή μας εἶναι ἴδια. Νὰ ὑπεκφύγουμε! Γι’ αὐτὸ ἔκανα τὴν σκέψη, καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε, νὰ ποῦμε λίγες διασαφήσεις γι’ αὐτὸ τὸ πελώριο θέμα καὶ τὶς τόσες συγχύσεις ποὺ συνήθως ἔχει. Φανταζόμαστε ὅτι μὲ τὸ νὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ πάω σ’ ἕνα δικαστήριο… Πολλοὶ ἄνθρωποι λένε κιόλας, ὅταν ἔρθουν νὰ ἐξομολογηθοῦν, «πὼς θὰ μὲ δικάσεις τώρα παπούλη». Φανταζόμενοι ὅτι βρίσκονται μπροστὰ σ’ ἕνα, ἔστω τοῦ Θεοῦ, δικαστὴ φυσικὰ ἀγωνιοῦν καὶ φοβοῦνται ὅπως ὅλοι μας στὸ δικαστήριο. Ἐνῶ, ἂν θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα δικαστήριο, εἶναι τὸ μόνο δικαστήριο ποὺ βγάζει μόνο ἀθώους. Γιατί στὴν ἐξομολόγηση πηγαίνει κάποιος γιὰ νὰ ἀθωωθεῖ. Δὲν πάει γιὰ νὰ καταδικαστεῖ. Ἀκριβῶς γιὰ νὰ προλάβει τὴν καταδίκη πάει. Πάει νὰ ἀθωωθεῖ πρὶν καταδικαστεῖ. Ὁπότε ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πόσο στραβὸ εἶναι, σὲ μιὰ τέτοια κίνηση γνησιότητας, νὰ μπερδεύει τὰ πράγματα εἴτε συνειδητὰ εἴτε ἀσυνειδήτως.

Πρὶν ποὺ ἀκούσαμε τὸ μικρὸ αὐτὸ ἀστεῖο ἢ ἀνέκδοτο, μᾶς φάνηκε πάρα πολὺ γελοῖο, νὰ λέει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔκλεψε τὶς κότες ἀπ’ τὸν ἴδιο τὶς θέλεις, νὰ ἀκούει τὸ ὄχι, καὶ νὰ γίνεται ἕνας κύκλος τυπικὰ ἐντάξει καὶ οὐσιαστικὰ διαστροφικός.

Ἀκριβῶς ὅμως, ἐδῶ μπαίνουν μερικὰ θέματα, ποὺ χρειάζονται ἐπεξηγήσεις. Τί σημαίνει μετάνοια. Τί εἶναι μετάνοια. Ἕνα θέμα γεμάτο παρανοήσεις. Καὶ ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ μακρύτερα.

Ἀκούγοντας τὴν λέξη τί λέμε ἀμέσως; Ὅτι αὐτὸ εἶναι μιὰ ἐκκλησιαστικὴ λέξη, μιὰ θρησκευτικὴ λέξη, εἶναι ἔκφραση τῆς θρησκευτικῆς γλώσσας. Πόσες γλῶσσες ὅμως ὑπάρχουν; Ἡ θρησκευτικότητά μας εἶναι μέσα στὴ ζωὴ ἢ ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή; Μήπως εἶναι ξένη ἀπὸ τὴν ζωὴ τελικά; Πάρα πολλὲς φορὲς κάνουμε τὸ ἑξῆς μπέρδεμα: Φανταζόμαστε τὴν σχέση μας μὲ τὴν ἐκκλησία ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μας ποὺ εἶναι κάπου σὲ μιὰ ἄκρη• σὲ μιὰ ἀφορμὴ ἐπετειακὴ (Χριστούγεννα-Πάσχα)• σ’ ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν μᾶς ἀφορᾶ ὁλόκληρους, ἀλλὰ μᾶς ἀφορᾶ, μονάχα κατὰ τὴν σκέψη ἢ σὲ κάποια ἄκρη τοῦ μυαλοῦ μας ἂν θέλετε. Καὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, αὐτοὶ ποὺ περπατᾶνε στὸ τώρα (καὶ μεῖς στὸ τώρα περπατᾶμε, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ βρισκόμαστε στὸν κόσμο μας) φαντάζονται ὅτι τέτοιου εἴδους θέματα εἶναι δραστηριότητες ποὺ δὲν τοὺς ἀφοροῦν. Ἴσως ἐμεῖς φταῖμε γιὰ τὴν τοποθέτηση καὶ ἐκείνων. Ἐμεῖς ζοῦμε στραβὰ μέσα μας τὴν ὑπόθεση, τὴν ἐκλαμβάνουν καὶ κεῖνοι, ἀκόμα πιὸ στραβά. Καὶ βλέποντάς μας λένε: αὐτὰ ἐμένα δὲν μὲ νοιάζουν• δὲν ἔχω καμμία διάθεση νὰ σκάψω μέσα σὲ σκουπίδια. Γιατί φαντάζονται τὴν μετάνοια ἢ τὴν ἐξομολόγηση μιὰ ἐνασχόληση μὲ πράγματα ποὺ εἶναι σάπια, βρώμικα, λανθασμένα. Καταντοῦν λοιπὸν αὐτὰ τὰ θέματα ξύλινη γλώσσα. Ἔχει περάσει μιὰ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα ξύλινη, ἡ ὁποία λέει «πνευματικὴ ζωή», «ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος», «τί κάνεις μὲ τὴν πνευματική σου ζωή». Πόσες ζωὲς ἔχει ὁ ἄνθρωπος; Μία ἔχει, δὲν ἔχει δύο. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι δύο ἄνθρωποι ὁ καθένας μας, ἕνας καθημερινὸς κι ἕνας κυριακάτικος• ἕνας ἐπίσημος κι ἕνας ἀνεπίσημος• ἕνας ποὺ φαίνεται κι ἕνας ποὺ κρύβεται• ἕνας ποὺ θέλει νὰ παρουσιάζεται κι ἕνας ποὺ λειτουργεῖ πίσω ἀπὸ τὸ παραβάν. Καὶ ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ μπερδέματα ξεκινᾶνε γιατί ὅπως εἶπα καὶ πρὶν ἡ θρησκευτική μας ζωὴ δὲν εἶναι ὅλη μας ἡ ζωή.

Προσέξτε ἐδῶ ὑπάρχει μία λεπτομέρεια ποὺ χρειάζεται ἐπεξήγηση.

Προσδιορίζοντας «θρησκευτικὴ ζωή», παθαίνουμε κρυάδα στὴ προοπτικὴ αὐτὸ ποὺ ξέρουμε ὡς θρησκευτικὴ ζωή, νὰ γίνει ὁλόκληρή μας ἡ ζωή. Γιατί φανταζόμαστε: πῆγα στὴν ἐκκλησία; Κρατάω καὶ μερικὰ πράγματα χοντρικῶς; Καλὰ εἶμαι. Ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ ἐτοῦτο ἢ τ’ ἄλλο. Ὅμως ἡ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας καὶ ἡ ὑγεία τῶν πραγμάτων λέει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἅμα αὐτὸ δὲν τὸ ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ θὰ μπερδευτοῦμε.

Ἐμεῖς ἔχουμε τὸ ἑξῆς μπέρδεμα: Τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία τὰ φανταζόμαστε ἰδέες καὶ πνευματικὰ θέματα. Ἐνῶ τὴν ζωὴ μας μία καθημερινότητα, ποὺ κυλάει στὸν δικό της τὸν ρυθμὸ καὶ μᾶς κλέβει καὶ μᾶς μπερδεύει ἂν θέλετε. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ φτιάξει πνευματικὴ ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους! Σκεφτεῖτε τὸ ἁπλούστατο: πόσες φορὲς χρησιμοποιοῦμε τὴν ἔκφραση «αὐτοὶ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι» γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ γράμματα. Ἔτσι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λέμε, καὶ «πνευματικὴ ζωὴ» γιὰ τὴν ἐνασχόληση θὰ λέγαμε μὲ τὰ θεολογικὰ γράμματα, ἐνῶ δὲν εἶναι αὐτὸ πνευματικὴ ζωή. Γιατί δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ζωή. Ὑπάρχει ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ζωὴ χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ διαφοροποίηση ταξινομεῖται οὐσιαστικὰ ὄχι διανοητικὰ μόνον.

Ἐκκλησία εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς ὅμως Ἐκκλησία θεωροῦμε τὸν Πατριάρχη, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Δεσπότη, τὸν κάθε παπά. Καὶ συγχρόνως θεωροῦμε ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν δυνατότητα νὰ κρίνει τοὺς πάντας. Εἶναι ἄλλωστε πιὸ εὔκολο αὐτό. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ δὲν θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία! Αὐτὸ εἶναι τὸ θεμελιακὸ λάθος. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ξεκινᾶνε ὅλα.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι: Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στὸ ὁποῖο κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἶναι μέλη• καὶ πρόβατα τῆς ἴδιας ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: ἡ διάκριση ποιμένες καὶ πρόβατα εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ τὸν Θεὸ «πάντες πρόβατα». Γιὰ τὸν Θεὸ ὅλοι πρόβατα εἶναι. Καὶ ὁ Πατριάρχης• καὶ τὸ παιδάκι ποὺ βαφτίστηκε σήμερα• καὶ ὁ ὁποιοσδήποτε παπποὺς καὶ γιαγιά• καὶ ὁ ὁποιοσδήποτε νέος ἢ γέρος• ὅλοι. Ἡ διάκριση ποιμένες-πρόβατα εἶναι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ σῶμα αὐτό, λοιπόν, ἔχει κεφαλὴ τὸ Χριστὸ καὶ μέλη ὅλους ἐμᾶς τοὺς ὑπολοίπους.

Ἐμεῖς βαπτιστήκαμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δὲν καταλαβαίναμε τὰ πράγματα. Γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας… ἀσυνειδήτως. Ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ τὴ στιγμή, ἂς μὴ φοβόμαστε νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, περνάει τὴν σύγχυσή του νὰ μὴ ξέρει ποιοὶ εἶναι μέλη της. Γιατί; Βαπτίζοντας νήπια, δὲν ξέρει ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ τὴν πορεία τους. Ἀπὸ ποῦ ἄρχισε ὁ νηπιοβαπτισμός; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλη ἡ κοινωνία ἔγινε χριστιανική. Ὅμως προσέξτε: ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων ἔγινε χριστιανική. Καὶ ὅταν ἔγινε ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων χριστιανική, μετὰ αὐτονοήτως καὶ τὰ παιδιὰ τους τὰ ἔκαναν χριστιανοὺς καὶ κείνους. Ὅμως τώρα, ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων εἶναι χριστιανική; Οἱ ἐνήλικες ξέρουν μὲ σαφήνεια ποιὸς εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ποιὰ ἡ σχέση τους μὲ τὴν Ἐκκλησία; Μὴ κοροϊδευόμαστε. Βαφτίζουμε τὰ μωρὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ γονιοῦ. Γιατί ὁ ἀνάδοχος ἔχει καταντήσει τυπικὴ διαδικασία ἀπὸ παλιά, ἀκόμα κι ἂν παλαιότερες γενεὲς σεβόντουσαν τὸν νονὸ (κι ἐγὼ θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα μου, νὰ μὲ βάζει παπὰ ὄντας, νὰ φιλάω τὸ χέρι τῆς νονᾶς μου). Δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα πῶς περπατοῦσε; Ἐγὼ γινόμουνα χριστιανὸς κι ὁ γείτονάς μου ἔβλεπε ὅτι κάτι ἄλλαξε στὴν ζωή μου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ τὸν ἐνδιέφερε κι αὐτόν, ἔλεγε: «Ρὲ παιδί μου κάτι τρέχει στὴν ζωή σου. Τί ἔγινε;». Κι ἔλεγα ἐγώ: «ἔγινα χριστιανός». Τότε καὶ αὐτὸς ἔλεγε: «θέλω νὰ γίνω κι ἐγὼ χριστιανός». Καὶ τί γινότανε; Τὸν ἔπαιρνα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν πήγαινα στὸν Δεσπότη καὶ τοῦ ἔλεγα: «ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνη νὰ γίνει κι αὐτὸς μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ἐγγυόμουν, θὰ λέγαμε, ἐγὼ (ἀνάδοχος σημαίνει ἐγγυητὴς) νὰ γίνει κάποιος χριστιανός. Ἀναδεχόμουνα τὴν εὐθύνη τῆς δικῆς του πορείας. Καὶ κατ’ ἐπέκταση ὅτι ἐγὼ ἀναλάμβανα καὶ νὰ τὸν κατηχήσω ὥς ἕνα βαθμό. Πλὴν τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔκανε ἐπισήμως κατήχηση. Φαντάζεστε; Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἔχει γράψει κατηχήσεις πελώριες. Λέει ἡ Ἱστορία ὅτι ὁ ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ποὺ χωροῦσε 3000 ἀνθρώπους, γέμιζε κατηχουμένους ὅλο τὸν χρόνο μέχρι νὰ ρθεῖ ἡ ὥρα τῆς βαπτίσεως. Καὶ τὸ νὰ γίνει ἕνας μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.

Τώρα εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση. Ὅποτε ὁ γονιὸς ἀποφασίσει πάει καὶ βαφτίζει τὸ μωρό του καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸ ἀγνοεῖ. Καὶ γι’ αὐτὸ εἴπαμε πρὶν ὅτι ἡ Ἐκκλησία βιώνει τὴν τραγωδία νὰ μὴ ξέρει τὰ μέλη της καὶ τί πορεία εἶχαν ἀπὸ τὸ βάπτισμα καὶ μετά. Μπορεῖ ὁ πιτσιρίκος νὰ μεγαλώσει καὶ νὰ μὴ πιστεύει τίποτα. Οὔτε στὸν Χριστό, οὔτε στὸν διάβολο, ὅπως λέμε ἁπλά. Ἀλλὰ ἐμεῖς νὰ τὸν ἔχουμε γραμμένο στὰ χαρτιά μας ὅτι βαφτίστηκε καὶ ἄρα εἶναι χριστιανός. Καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ ἀρχίζουν ὅλες οἱ συγχύσεις καὶ ὅλα τὰ μπερδέματα.

Βαπτίζομαι σήμαινε πεθαίνω γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς. Γι’ αὐτὸ εἴπαμε πιὸ πρίν. Δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ζωὴ καὶ μὴ πνευματικὴ ζωή. Ὑπάρχει ζωὴ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ ζωὴ χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.

Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀποφάσιζε νὰ γίνει χριστιανός, ἀποφάσιζε ὅτι θὰ ζεῖ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ λέει ὁ Χριστὸς καὶ μὲ τὸν τρόπο τὸν ὁποῖο βιοῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλη της. Αὐτὸ εἶναι ποὺ εἴπαμε πιὸ πρίν. Ἔβλεπαν τὴν ἀλλαγὴ κι ἤθελαν καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ἀλλάξουν. Καὶ γινόνταν ἔτσι χριστιανοί. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς βάφτιζε μιὰ ἡμέρα ποὺ γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Ὅπως καὶ τοὺς πάντρευε μιὰ μέρα ποὺ γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Γι’ αὐτὸ τὰ δύο αὐτὰ μυστήρια, τὸ βάφτισμα καὶ ὁ γάμος ἀρχίζουν μὲ τὸ εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς. Ἔχει μείνει ἡ Χειροτονία μέσα στὴν Θεία Λειτουργία. Τὰ ἄλλα δύο μυστήρια, ὁ γάμος καὶ τὸ βάπτισμα, ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τὴν Λειτουργία. Κακῶς! Κάκιστα! Ἡ Εὐχαριστία συναρμόζει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους.

Σήμερα τὸ νὰ εἶμαι ἢ νὰ μὴν εἶμαι χριστιανὸς εἶναι ὑπόθεση δική μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἀλλαγή, ἡ ἀλλοίωση, ἂν θέλετε, τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ ὁ καθένας τώρα ἀξιολογεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς χριστιανό. Τὸ λέει μόνος του. Τὸ ἀποφασίζει μόνος του. Τὸ περιγράφει μόνος του. Δὲν διανοῆται, οὔτε καταλαβαίνει τί σημαίνει ἡ λέξη ἀφορισμὸς (ἀφορισμὸς σημαίνει: ἡ κατάσταση ἔχει ὅρια-σύνορα. Ἀφορισμὸς σημαίνει βγάζω κάποιον ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα). Ἔχει βγεῖ αὐτὸς μόνος του καὶ ἡ Ἐκκλησία οὐσιαστικὰ κάνει διαπιστωτικὴ πράξη. Ὅπως κάνει ὁ γιατρὸς διαπιστωτικὴ πράξη γιὰ κάποιον ποὺ πέθανε. Δὲν πέθανε ὁ ἄνθρωπος ἐπειδὴ ἔγραψε ὁ γιατρὸς βεβαίωση θανάτου. Ἔχει πεθάνει ὁ ἄνθρωπος καὶ μετὰ γράφει ὁ γιατρὸς βεβαίωση θανάτου. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀφορίζει ὅπως λέμε. Αὐτὰ ἐμᾶς ἔχουν καταντήσει νὰ μᾶς εἶναι ἄγνωστες λέξεις. Ἐνῶ εἶναι αὐτονόητα. Ἅπαξ καὶ δὲν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πιστεύει στὸν Χριστό, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἅμα δὲν πιστεύει τὸν Χριστὸ Θεὸ καὶ δὲν πιστεύει στὴν Ἀνάσταση, ἀπὸ ποῦ κι ὥς ποῦ εἶναι χριστιανός; Τὰ ὑπόλοιπα ὅλα δὲν εἶναι κουβεντολόι;

Βαφτίζομαι, λοιπόν, σημαίνει: πεθαίνω γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μὲ μιὰ πάρα πολὺ ὡραία εἰκόνα. Ἔλεγε, λοιπόν: Τί μου λὲς ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος ὅταν κλωτσᾶς σὰν γαΐδαρος; Ὅταν εἶσαι λαίμαργος σὰν ἀρκούδα; Ὅταν εἶσαι μνησίκακος σὰν καμήλα; Ὅταν ἁρπάζεις σὰν λύκος; Ὅταν δαγκώνεις σὰν σκορπιός; Ὅταν εἶσαι ὕπουλος σὰν ἀλεποῦ; Κι ὅταν ἔχεις δηλητήριο χειρότερο ἀπὸ τῆς ὀχιᾶς; Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι πεθαίνανε γινόμενοι Χριστιανοί. Πέθαινε ἀπὸ τὸ νὰ δαγκώνει, νὰ κλωτσάει, νὰ εἶναι μνησίκακος, νὰ λαιμαργεῖ, νὰ ἁρπάζει, νὰ εἶναι ὕπουλος, νὰ ἔχει δηλητήριο μὲς τὴν ψυχή του. Ἢ τουλάχιστον αὐτὸ ἀποφάσιζε νὰ κάνει. Ὅταν λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἀποφάσιζε, ἀπὸ κεῖ καὶ μετά, μετὰ ἀπὸ μιὰ δοκιμασία κι ἀφοῦ συνειδητοποιοῦσε τί πιστεύει, ἀπὸ τὴν διδασκαλία ποὺ γινόταν στὴν κατήχηση, ὁ ἄνθρωπος βαφτιζόταν. Δηλαδή, τὸν βουτοῦσαν μέσα στὰ νερὰ τοῦ ἁγιασμοῦ, γιὰ νὰ ἀναγεννηθεῖ σ’ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Νὰ ἀποχτήσει τὴν δυνατότητα τῆς μυστηριακῆς σχέσης μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι τὸ μυστήριο-κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει σωτηρία.

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Τί ἐκάναμε στὸ βάπτισμα; Ταφήκαμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί του σὲ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Πόσοι ἀπὸ μᾶς ἔχουν σαφῆ ἀντίληψη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Οὔτε ἐμεῖς οἱ παπάδες μερικὲς φορές. Κι ἐμεῖς ἀκόμα ζοῦμε μὲ ἕνα τρόπο ποὺ εἶναι σὰν νὰ μὴν εἴχαμε βαφτιστεῖ ποτέ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ζεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ὁ τρόπος ποὺ ζεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Πάρα πολλὲς φορὲς βέβαια διεκδικοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὸ ρόλο τοῦ ἀνήλικου. Μᾶς βολεύει. Θέλουμε ὁ παπὰς ἢ ὁ Δεσπότης ἢ ὁ Πατριάρχης νὰ εἶναι ἄψογος τέλειος καὶ ἅγιος, οὕτως ὥστε ἐμεῖς τὰ ἀνήλικα νὰ βλέπουμε μονίμως παράδειγμα ζωῆς. Χρειάζεται νὰ εἶναι. Ἀλλὰ δὲν πρέπει αὐτὸ νὰ γίνεται γιά μᾶς, δικαιολογία στὸ νὰ μὴν ἀλλάξει ἡ κατάστασή μας ἢ νὰ θεωροῦμε δικαιολογημένη τὴν κατάστασή μας. Πάρα πολλὲς φορὲς τὸ λάθος κάποιου λειτουργεῖ μέσα μας ὡς δικαιολογία στὸ νὰ μείνουμε ἐκεῖ ποὺ εἴμαστε κι αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιαστικό μας λάθος. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ παπάδες καλύτεροι. Ναί. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅταν δὲν εἴμαστε εἶναι δικαιολογία γιὰ κάποιον νὰ μὴν εἶναι καὶ κεῖνος. Αὐτὸ μόνο σὲ ἀνήλικους συμβαίνει. Τὰ παιδάκια χρειάζονται μονίμως ἕνα παράδειγμα γιὰ νὰ περπατήσουν κάθε βῆμα. Ὑποτίθεται ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει γίνει χριστιανὸς καὶ εἶναι ἐνήλικας δὲν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα. Χρειάζεται βοηθό. Ναί. Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα.

Εἴπαμε λοιπὸν πρὶν ὅτι ζῶ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία ἢ ζῶ χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Βαφτίζομαι ἀποφασίζοντας νὰ ζήσω μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι μαγικὰ μὲ ἀκούμπησε ἡ Κίρκη καὶ ἄλλαξαν τὰ πάντα μέσα μου. Ἡ ἀπόφαση νὰ γίνω χριστιανὸς δὲν μὲ ἔφτασε στὸ τέλος τῆς πορείας. Ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας δὲν εἶναι κατάληξη τῆς πορείας. Τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι ἁγιότητα διὰ μιᾶς. Αὐτὸ πάρα πολλὲς φορὲς συγχέουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ τοὺς δώσαμε καὶ μεῖς τέτοιες αὐταπάτες, καὶ λένε: καὶ πᾶς καὶ στὴν Ἐκκλησία! Αὐτὸ δὲν λέει τίποτα. Δείχνει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν δούλεψε ποτὲ μὲ τὸν ἑαυτό του, δὲν κατάλαβε πόσο δύσκολο εἶναι νὰ μαζέψει κανεὶς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τὸν βάλει στὸν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι’ αὐτὸ λέει εὔκολες κουβέντες. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἐκεῖ. Τὸ πρόβλημα εἶναι μέ μᾶς.

Ὅταν, λοιπόν, εἴμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία, κι ἔχουμε βαφτιστεῖ, καὶ περίπου προσπαθοῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε αὐτὰ τὰ πράγματα, ἔρχεται κάποια στιγμὴ ἕνα δίλημμα: Νὰ κάνω αὐτὸ ἢ νὰ κάνω τὸ ἄλλο. Τὸ δίλημμα ἔρχεται μὲς στὴν ψυχή μας ὡς μία πρόταση. Σὰν ἕνα βέλος θὰ λέγαμε ποὺ μᾶς στοχεύει ποῦ; Ἐκεῖ ποὺ πονᾶμε. Ἐκεῖ ποὺ ἂν ἀκουμπήσεις μιὰ χορδὴ θ’ ἀρχίσει νὰ βγάζει ἕνα ἦχο. Σ’ ὅποια θέματα: ἄλλος στὴν κακία, ἄλλος στὸν φθόνο, ἄλλος στὰ σωματικά, ἄλλος στὰ ψυχικὰ πάθη. Ἔρχεται λοιπὸν ἕνα δίλημμα: Νὰ κάνω ἢ νὰ μὴ κάνω κάτι. Κι ἐπειδὴ δὲ μάθαμε ποτὲ μας νὰ ἀγωνιζόμαστε καὶ δὲν ξέρουμε μὲ σαφήνεια ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐξασφάλιση ἐκείνου, ἀλλὰ εἶναι ζωὴ δική μας, ἀποφασίζουμε τὸ λάθος.

Καὶ κάνουμε τὴν ἁμαρτία. Ἁμαρτία τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι ἀποφάσισα νὰ κάνω κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει ὁ Χριστός. Δηλαδή. Ἅμα ὁ Χριστὸς εἶναι ζωὴ καὶ κάτι δὲν τὸ κάνει, ἐγὼ κάνοντάς το, ἀρνοῦμαι τὴν ζωή. Ἅμα δὲν ξεκαθαρίσει μέσα στὴν ψυχὴ μας αὐτό, δὲν θὰ καταλάβουμε ποτὲ πόσο οὐσιαστικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ πόσο μᾶς ζημιώνει. Τὶς περισσότερες φορὲς τὴν ἁμαρτία τὴν φανταζόμαστε ὅπως τὸν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, δηλαδὴ περνᾶμε καμμιὰ φορὰ σὲ λάθος δρόμο ἢ μὲ πράσινο ἢ μὲ κόκκινο δὲν ξέρω ἐγὼ ἀναλόγως, καὶ κάναμε μιὰ παράβαση. Μὰ ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι μιὰ παράβαση ἑνὸς κώδικα, εἶναι ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, γι’ αὐτὸ εἶπα πιὸ πρὶν ὁ Χριστὸς ζεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἐμεῖς κάνουμε κάτι ἄλλο ποὺ δὲν εἶναι αὐτό, ἄρα δὲν ἔχουμε ζωή. Ἄρα ἡ ἁμαρτία τί εἶναι; Θάνατος. Αὐτὸ βέβαια ἐπειδὴ δὲν ἔχει βιολογικὰ ἀποτελέσματα καὶ μεῖς μονάχα τὰ βιολογικὰ μετρᾶμε δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμαστε. Γιατί πάρα πολλὲς φορὲς ἐμεῖς μὴ ἐμπιστευόμενοι τὸν λόγο Του ἔχουμε μονάχα ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτὰ ποὺ ὑποτίθεται βλέπουμε. Κι ὁ Χριστὸς κάνει συγκατάβαση στὴν κατάστασή μας καὶ κάνει ἕνα θαῦμα σωματικὰ ἐντυπωσιακὸ (θεραπεία τοῦ Παραλύτου) γιὰ νὰ πιστοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι τοῦ εἶχε προηγουμένως συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες. Καὶ ὁ Θεὸς συγχώρησε πρῶτα τὶς ἁμαρτίες γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι εἶναι βαρύτερο γεγονὸς ἡ ψυχικὴ παράλυση ἀπὸ τὴν σωματική. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐμεῖς δὲν βλέπουμε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου, ποὺ φέρνει στὴν ψυχή μας ἡ ἁμαρτία, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ζυγιάσουμε. Καὶ τὸ βλέπουμε ἐντελῶς ἀδιάφορα (καλά, ναί! Ἔκανα λάθος… ἢ τί νὰ κάνεις ἄνθρωπος εἶσαι). Ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ τὰ πράγματα λειτουργοῦν ἐντελῶς στραβά.

Παλιότερα ἡ σχέση ἑνὸς ἀνθρώπου μὲ τὴν Ἐκκλησία δήλωνε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωὴ καὶ ὁ τρόπος της εἶναι κι ἐκεῖνος τρόπος ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔκανε μιὰ ἁμαρτία ὁ πνευματικός, ὁ πρεσβύτερος τῆς μετανοίας ὅπως λεγόταν τότε, τί τοῦ ἔβαζε ὡς ἐπιτίμιο; Τοῦ ἔβαζε τὸ ἐπιτίμιο νὰ μὴ κοινωνήσει (ποιὸν ἄνθρωπο ἀπασχολεῖ σήμερα τὸ νὰ μὴν κοινωνήσει; Μήπως καὶ τὸ ἀντιμετωπίζει καὶ ψιλοειρωνικά. Ἔ! Καλὰ μήπως καὶ μεταλαβαίνω; Μιὰ φορὰ τὸ χρόνο. Κι ἄν μοῦ ἀπαγορεύσεις νὰ μεταλάβω, χάθηκε ὁ κόσμος; Τοῦ χρόνου. Καλὰ νὰ εἴμαστε θὰ μεταλάβω τὸν ἄλλο χρόνο). Εἴδατε πῶς ἔρχεται σιγὰ σιγὰ ἡ ἀλλοίωση καὶ τὸ ξεκόμμα. Χριστιανὸς σήμαινε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ γιόρταζε τὴν Ἀνάσταση κάθε Κυριακή• πήγαινε στὴν Εὐχαριστία καὶ μετεῖχε στὴν Εὐχαριστία• κι ἂν δὲν πήγαινε τρεῖς φορές, χωρὶς λόγο ὑγείας, ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀπέκοπτε ἀπὸ τὸ σῶμα της. Ποιὸν ἀπασχολεῖ ἀπὸ μᾶς αὐτὸ τὸ θέμα τώρα; Ἀκόμα περισσότερο, ποιὸν ἀπασχολεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τοῦ λέει ὁ πνευματικὸς μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἁμαρτία δὲν θὰ κοινωνήσει; Σάμπως κοινωνοῦσε πρίν, γιὰ νὰ μὴν κοινωνήσει μετά;

Συνεπῶς ἡ οὐσιαστικὴ σχέση καὶ ἐκδήλωση ἦταν: Ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς ἐκφράζεται μὲ τὴν μετοχὴ στὴν Εὐχαριστία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ζωή. Κοινωνόντας τί κάνουμε; Ἀποχτᾶμε ζωὴ καὶ μεῖς. Γι’ αὐτὸ ἡ ἁμαρτία μὲ ἀποκόπτει ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πνευματικὸς βάζει ἐπιτίμιο τὸ νὰ μὴ κοινωνήσω γιὰ ἕνα διάστημα. Καὶ μπαίνει τὸ θέμα: πόσο μᾶς πονάει αὐτό; Ἢ πόσο μᾶς ἀπασχολεῖ; Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν ὅλα τὰ προηγούμενα εἶναι μοιραῖο νὰ μὴ μᾶς ἀπασχολεῖ καθόλου. Δὲν ὑπάρχει ὁ Χριστὸς ὡς ζωή• ὁ ἄλλος τρόπος ζωῆς• δὲν ὑπάρχει Εὐχαριστία στὴ ζωή μας• δὲν ὑπάρχει Ἀνάσταση τὴν Κυριακή• τὶς περισσότερες φορὲς ἀκόμη καὶ τὰ παιδιά μας γιὰ νὰ τὰ πείσουμε νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία τοὺς λέμε ὅτι «πρέπει νὰ πᾶνε». Τί σημαίνει πρέπει; Γιατί πρέπει; Ἅμα δὲν συνειδητοποιήσει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως στὴν καθημερινότητα, γιατί θὰ πάει στὴν Ἐκκλησία; Καὶ θὰ τὸ δεῖ, εἴπαμε στὴν ἀρχή, στὸ πρόσωπο κάποιου ἄλλου. Αὐτοῦ ποὺ τοῦ προτείνει τὸ νὰ πάει τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία.

Κοιτᾶμε κατάματα τὴν ἁμαρτία μας τώρα. Καὶ ἔχουμε μιὰ διπλὴ δυνατότητα. Σὲ πρώτη φάση, φυσικὰ μετανοιώνουμε, ἢ μερικὲς φορὲς μετανοιώνουμε γι’ αὐτὸ ποὺ κάναμε. Πιστεύετε ὅτι αὐτὸ φτάνει; Γιατί μετανοιώνουμε; Γιατί ἀπ’ αὐτὸ ποὺ κάναμε, μέσα μας γεννήθηκαν ἐνοχές• καὶ τύψεις. Αὐτὸ τὸ στάδιο, εἶναι ἕνα πολὺ ἀρχικὸ στάδιο ποὺ μπορεῖ πάρα πολὺ εὔκολα νὰ διαστραφεῖ. Πῶς νὰ διαστραφεῖ; Νὰ γίνει ἕνα ἐγωιστικὸ μετάνοιωμα. Νὰ ἀρχίσουμε νὰ συχτιρίζουμε, ὅπως λέμε ἁπλά, τὸν ἑαυτό μας γιατί κάναμε ἐμεῖς (ἐγὼ νὰ κάνω τέτοιο πράγμα;), καὶ γέρνει τὸ βάρος ὄχι σ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανα, ἀλλὰ στὸ ἐγώ. Καὶ τελικὰ οἱ ἐνοχὲς λειτουργοῦν μονάχα ὡς ἕνα ἀνακουφιστικὸ «ξέσκισμα». Δὲν λειτουργοῦν ὡς μετάνοια. Κυριολεκτικῶς σὰν ἕνα ἀνακουφιστικὸ ξέσκισμα. Κάνουμε ἕνα ξέσκισμα τῶν σαρκῶν μας ἐντὸς εἰσαγωγικῶν τὸ ὁποῖο μᾶς δημιουργεῖ ἀνακούφιση. Καὶ συνεπῶς, ἕνα μετάνοιωμα. Δὲν εἶναι μετάνοια. Ἡ ζωὴ ἡ ἀνθρώπινη εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἕνα σωρὸ μετανοιώματα, τὰ ὁποία δὲν φέραν τίποτα στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ σαρκαστικὸ ἀστεῖο ποὺ λέει: τὰ λάθη εἶναι γιὰ νὰ ξαναγίνονται. Δὲν γεννοῦν τίποτε ὅταν ἀντιμετωπιστοῦν μὲ αὐτὸν τὸν στραβὸ τρόπο. Ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στὴν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσδιορίζουν τὸ ὑγιὲς καὶ τὸ λάθος. Θὰ μιλήσουμε γι’ αὐτὰ ἀμέσως παρακάτω.



Τώρα ἂς δοῦμε: μετάνοια τί εἶναι; Μετάνοια σημαίνει ὅτι κατάλαβα ὅτι ἔφυγα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τώρα εἶμαι στὸν θάνατο. Καὶ τί πρέπει νὰ κάνω; Νὰ ἐπιστρέψω «ὅθεν ἐξῆλθον» ποὺ λέει, νὰ ξαναγυρίσω ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἔφυγα. Τί εἶναι αὐτό; Νὰ γυρίσω ξανὰ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας μου; Ὁ Χριστός. Θυμηθεῖτε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου. Εἶναι τὸ 15 κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Διαβάστε το πολλὲς φορές. Ἔχει κι ἄλλα δύο παραδείγματα ἐκεῖ. Τὴν παραβολὴ μὲ τὸ πρόβατο ποὺ χάθηκε στὰ βουνὰ καὶ τὴν παραβολὴ μὲ τὴ δραχμὴ ποὺ εἶχε μιὰ κυρία καὶ τὴν ἔχασε κλπ, καὶ τὸ τρίτο κομμάτι εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου. Ἡ παραβολὴ περιγράφει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ σωστὸ τρόπο μετανοίας. Δηλαδὴ ἐπιστροφῆς στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ἅμα κανεὶς δὲν τὸ κατανοήσει αὐτὸ ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ θὰ μείνει ἡ μετάνοια ἀκριβῶς ἕνα νοσηρὸ μετάνοιωμα καὶ δὲν θ’ ἀλλάξει τίποτα. Θὰ συχτιρίσουμε τὸν ἑαυτὸ μας πολλὲς φορὲς καὶ θὰ μείνουμε ἐκεῖ ποὺ εἴμαστε. Ἐνῶ ἡ μετάνοια σημαίνει ἐπιστρέφω ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἔφυγα. Ἐπιστρέφω ξανὰ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἀναγνωρίζω τὸν πατέρα μου ὡς ζωὴ καὶ ἐπιστρέφω σ’ Αὐτόν, γιατί μένοντας μακρυὰ του πεθαίνω. Καὶ εἶπα πιὸ πρὶν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στὴν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσδιορίζουν τὴν κατάσταση.

Τὸν ἕνα πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰούδας καὶ τὸ ἄλλο πρόσωπο εἶναι ὁ Πέτρος. Φαντάζεστε ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ἕνας ἀναίσθητος καὶ ἀσυνείδητος ὁ ὁποῖος ἐν ψυχρῷ πῆγε καὶ Τὸν πρόδωσε. Γιατί αὐτοκτόνησε; Ἀναίσθητοι ἄνθρωποι δὲν αὐτοκτονοῦν. Ἂν θέλετε εὐαίσθητοι αὐτοκτονοῦν. Ἀλλὰ ἡ εὐαισθησία δὲν σημαίνει ἀπαραιτήτως προσόν. Οὔτε εἶναι ποιότητα. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἐγωισμὸς ἐκλεπτυσμένος. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μπαίνοντας σ’ αὐτὴν τὴν λογική τοῦ μετανοιώματος συχτήρισε τὸν ἑαυτό του καὶ εἶπε: «Ἔλεος, ρέ, σύ. Τί ἔκανα; Γιὰ 30 δεκάρες πούλησα Αὐτὸν μὲ τὸν ὁποῖο ἔφαγα ψωμὶ κι ἁλάτι γιὰ τρία χρόνια. Γιατί; Μὲ ξεχώρισε ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Μοῦ συμπεριφέρθηκε σκάρτα; Καὶ γὼ πῆγα καὶ τὸν πούλησα γιὰ 30 δεκάρες;» Καὶ πνιγμένος μεσὰ στὶς ἐγωιστικές του τύψεις, στὶς ἐνοχὲς ποὺ γέννησε στὴν ψυχὴ του αὐτὴ ἡ πράξη, ὁδηγήθηκε σὲ ἕνα ἀδιέξοδο καὶ τὸ ἀδιέξοδο τὸν ἔφερε στὴν τραγωδία τῆς αὐτοκτονίας.

Ὁ Πέτρος εἶχε κάνει ἴσως χειρότερα πράγματα ἀπὸ τὸν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας εἶχε κι ἕνα πάθος ὁ ἔρημος καὶ προσπαθώντας νὰ τὸ ἱκανοποιήση βρέθηκε σ’ αὐτὴ τὴ τραγωδία. Ὁ Πέτρος ὁρκιζόταν μπροστὰ στὰ κοριτσόπουλα, γέρος ἄνθρωπος, 50 χρόνων, ὅτι, μὰ τὸν Θεό, δὲν τὸν ξέρω. Ἦταν ἀδιανόητο πράγμα γιὰ Ἑβραῖο νὰ ὁρκιστεῖ. Θυμηθεῖτε τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλεγε «οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ». Καὶ τώρα μπροστὰ σὲ ἕνα κοριτσόπουλο, μιὰ δούλη μικρή, ποὺ τοῦ λέει «Ἄ! καὶ σὺ ἀπ’ αὐτοὺς παρέα τους εἶσαι. Σὲ καταλαβαίνω καὶ ἀπὸ τὴν ὁμιλία σου Γαλιλαῖος εἶσαι», αὐτὸς νὰ ὁρκίζεται, νὰ καταναθεματίζει καὶ νὰ ὀμνύει, ὅτι δὲν Τὸν ξέρω. Μετὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς κι ἐκεῖνος βρέθηκε στὴν ἴδια κατάσταση ἐνοχῶν. Ὅμως οἱ ἐνοχές του δὲν μπῆκαν στὸ ἀδιέξοδο τῶν τύψεων τῶν προσωπικῶν. Κατάλαβε ὅτι ἔκανα τὸ λάθος τῆς ζωῆς μου. Ὅμως ἂν μείνω ἐδῶ τὰ πράγματα θὰ πᾶνε πολὺ στραβὰ καὶ πρέπει νὰ ἐπιστρέψω στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ὁ ἕνας εἶχε τύψεις καὶ μετανοιώματα, ὁ ἄλλος εἶχε μετάνοια σωστὴ καὶ ἐπιστροφή. Γιατί μετάνοια ἀκριβῶς αὐτὸ σημαίνει: τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἔφυγα.

Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ καταλάβουμε, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ περπατήσουμε μέσα μας τὴν μετάνοια. Εἶναι μοιραῖο ὅτι στὴν ἀρχή, ὅταν κανεὶς κάνει ἕνα λάθος, θὰ γεννηθεῖ μέσα στὴν ψυχὴ του ἐνοχικὸ βίωμα, ἐνοχικὸ αἴσθημα. Θὰ καταλάβει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ὅταν αὐτὸ ὅμως δὲν καλλιεργηθεῖ οὕτως ὥστε ἀπὸ ἐνοχή, ἐγωιστικὴ ἂν θέλετε μερικὲς φορές, ἀπὸ ἕνα στεῖρο μετάνοιωμα ποὺ δὲν γεννάει τίποτα δὲν μεταφερθεῖ στὸ νὰ γίνει μιὰ μετάνοια, ποὺ σημαίνει νὰ καταλάβω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκανα ἦταν θάνατος καὶ λάθος καὶ κάτι ποὺ ἐμένα, ὄχι τὸν Θεό, ζημιώνει. Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μου δὲν ζημιώνεται κανεὶς ἄλλος παρὰ μόνον ἐγώ, τότε κινδυνεύει γιὰ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα.

Πάρα πολλὲς φορὲς ἐμεῖς μέσα στὸ μυαλὸ μας πιστεύουμε ὅτι ἡ θρησκευτικὴ ζωὴ ἀφορᾶ τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἁμαρτία πάλι ἀφορᾶ τὸν Θεό. Εἶναι λάθος αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καὶ ἡ ἀρρώστια εἶναι δική μας καὶ μπήκαμε ἐκεῖ γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε. Ὁ Γιατρὸς εἶναι ὑγιής, δὲν τοῦ κάναμε χάρη ποὺ μπήκαμε στὸ νοσοκομεῖο. Οἱ ἐντολὲς Του εἶναι τὰ φάρμακά μας. Οὔτε ὅταν πάρουμε τὰ φάρμακά μας τὸ κάνουμε γιὰ κεῖνον γιὰ νὰ εἶναι ἱκανοποιημένος. Ὁ Χριστὸς ἐρχόμενος στὸν κόσμο φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς πολλὲς φορὲς φανταζόμαστε ὅτι κάνουμε εἴτε τὴν νηστεία μας, εἴτε τὸν κόπο μας, εἴτε τὴν προσευχή μας ἢ ὀ,τιδήποτε ἄλλο γιὰ Κεῖνον. Καὶ μερικὲς φορὲς ὅτι μᾶς γυρεύει Ἐκεῖνος γιὰ δικό Του λογαριασμὸ καὶ ἀπαίτηση πράγματα. Ἐνῶ δὲν εἶναι ἔτσι. Αὐτὸ εἶναι θεμελιακὸ λάθος.Δὲν γυρεύει ὁ Γιατρὸς ἀπὸ μένα, ἀπό σᾶς, ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄρρωστο νὰ τηρήσει ἕνα τρόπο ἀγωγῆς θεραπευτικῆς ἐξαιτίας δικῆς του ἰδιοτροπίας, ἀλλὰ γιὰ νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἄρρωστος.

Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ μὲς στὴν Ἐκκλησία. Ἅμα αὐτὰ δὲν ταξινομηθοῦν σωστὰ ὅπως εἶπα πιὸ πρὶν δὲν θὰ περάσουμε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ στὴν μετάνοια καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοια στὸ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μας. Νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς, ἡ ἁμαρτία, μᾶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὸν Ζωή. Ἡ θρησκευτικὴ ζωὴ δὲν εἶναι σκέψεις. Ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε λιγότερο καλές, ἄλλοτε ἐνοχικές, ἄλλοτε μετανοιώματα, ἢ εἶναι συναισθήματα! Πάω σὲ μία Προηγιασμένη ποὺ εἶναι μισοσκότεινα, εἶναι πολὺ ὄμορφα, ξεκουράζεται κανείς. Πάω σὲ ἕνα ἑσπερινὸ εἶναι ἥσυχα καὶ κατανυκτικά, γαληνεύω. Μὲ αὐτὰ θὰ μποῦμε σὲ μία λογικὴ ἀνακουφιστική, ἂν τὰ δέχτουμε, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμη μερικὲς φορές, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπολύτως ὑγιής. Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν νὰ ἐξομολογηθοῦν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἐνοχῶν τους κι ὅταν ποῦνε αὐτὸ ποὺ ἔχουν λένε: ἄχ! Ἀνακουφίστηκα. Ἢ προτρέποντας κάποιον νὰ πάει νὰ ἐξομολογηθεῖ τοῦ λένε: Πήγαινε νὰ ἐξομολογηθεῖς, μετὰ θὰ αἰσθανθεῖς νὰ πετᾶς. Θὰ αἰσθάνεσαι πάρα πολὺ ἄνετα. Μπορεῖ κι αὐτὰ νὰ συμβαίνουν πολλὲς φορές, ἀλλὰ ξέρετε καὶ σὲ ψυχολόγο νὰ πηγαίνατε πάλι θὰ «πετάγατε» καὶ πάλι θὰ αἰσθανόσασταν ἀνακούφιση. Τὸ θέμα ὅμως τῆς μετανοίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς, δὲν εἶναι ἕνας ψυχολογισμὸς τὸ πῶς αἰσθάνθηκα. Γιατί ἡ θρησκευτικὴ ζωὴ δὲν εἶναι συναισθήματα. Εἶναι ρεαλιστικὴ ζωή. Εἶναι καθημερινότητα. Εἶναι τρόπος ζωῆς. Ἅμα αὐτὸ δὲν τὸ συνειδητποιήσουμε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὴν ἀγαπήσουμε σωστά. Μετὰ θὰ ψάχνουμε πῶς θὰ ἀνακουφιστοῦμε, ἀλλὰ ἡ ἀνακούφιση δὲν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἀλλαγή. Μετάνοια σημαίνει ἄλλαξα τὴν ζυγαριὰ ποὺ ζυγιάζω τὰ πράγματα. Αὐτὸ ποὺ θεωροῦσα κέρδος, κατάλαβα ὅτι ἦταν ζημιὰ καὶ τὸ πετάω.

Μπορεῖ κανεὶς καμμιὰ φορὰ ἀδελφοί μου νὰ ἐξομολογηθεῖ ἀκόμη ἀπὸ ἐγωισμό, γιὰ νὰ τακτοποιήση τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Θεό, ὄχι γιὰ νὰ ἀλλάξει. Πάρα πολλὲς φορὲς οἱ παπάδες ἀκοῦν τὴν προτροπή: διάβασέ μου παπούλη μιὰ εὐχή. Νὰ τὴν κάνεις τί; Τί θὰ πεῖ διάβασέ μου μιὰ εὐχή; Ὑπὲρ τίνος; Ἔχουμε ἀκριβῶς μιὰ μπερδεμένη σχέση καὶ μιὰ εὐχὴ θὰ τὴν τακτοποιήση καὶ θὰ κοιμόμαστε πιὸ ἥσυχα; Δὲν εἶναι αὐτὸ μετάνοια. Δὲν εἶναι ὁ λόγος νὰ γίνει κάποιος χριστιανός, ἢ νὰ μπεῖ στὴν Ἐκκλησία, τὸ νὰ αἰσθανθεῖ καλύτερα. Εἶναι νὰ συνειδητοποιήση τί εἶναι ζωὴ καὶ τί εἶναι θάνατος καὶ νὰ μάθει σιγὰ σιγὰ νὰ προτιμάει τὴν ζωή.

Ποῦ εἶναι τὰ δύσκολα; Ὅτι μάθαμε ἀνάποδα. Καὶ φανταζόμαστε τὸν θάνατο ζωή. Καὶ τὴν ἁμαρτία κέρδος. Καὶ μέχρι νὰ μάθουμε τὸ σωστὸ εἶναι δύσκολα. Καὶ μέχρι νὰ τὸ περπατήσουμε, ἀκόμη πιὸ δύσκολα. Καὶ μέχρι νὰ τὸ σταθεροποιήσουμε ἀκόμη περισσότερο. Γι’ αὐτὸ ἐξομολογούμαστε πολλὲς φορές. Γιατί πολλὲς φορὲς κάνουμε τὰ ἴδια λάθη. Εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ ἅγιος ἐκεῖ στὸ Γεροντικό: Πάτερ κάνω τὰ ἴδια πράγματα, τὰ εἶπα μιὰ φορὰ, τὰ ξαναέκανα. Τὰ ξαναεῖπα, τὰ ξαναέκανα. Πόσες φορὲς θὰ γίνει αὐτό; Τοῦ ἁπαντᾶ ὁ ἅγιος: μέχρι ποὺ νὰ σὲ βρεῖ ὁ Θεὸς ὄρθιο. Ἐμεῖς πολλὲς φορὲς ἀπὸ ἐγωισμό, ὁ ἐγωισμὸς χώνεται παντοῦ, λέμε: πάλι τὰ ἴδια θὰ πάω νὰ πῶ; Ἀμάν. Θὰ μ’ ἔχει βαρεθεῖ κι ὁ παπάς. Ἐνῶ τὸ πρόβλημα ἀκριβῶς δὲν εἶναι ἂν σὲ βαρέθηκε ἢ δὲν σὲ βαρέθηκε ὁ παπάς. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ ἀκούει νέα καὶ ἐντυπωσιακὰ πράγματα ὁ παπάς. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ βοηθήσει κάποιον νὰ μάθει νὰ περπατάει. Ἄλλωστε αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος νὰ ἔχω πνευματικό.

Τί σημαίνει ὅτι ἔχω πνευματικό; Εἴδατε τί γίνεται στὰ γήπεδα. Ὅλοι οἱ ἀθλητὲς ἔχουν ἕνα προπονητή. Ὁ προπονητὴς τοὺς βοηθάει νὰ μάθουν σωστὰ τὸ ἄθλημα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολοῦνται. Καὶ ὁ πνευματικὸς κάθε χριστιανοῦ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ λόγο ἔχει. Κανέναν ἄλλο. Νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μάθει σωστὰ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι νὰ ἔχουμε καλὸ πρόσωπο στὸν πνευματικὸ ἢ μὴ μᾶς κακοχαρακτηρίσει. Δὲν εἶναι ἐκεῖ τὸ ζητούμενο. Ἡ σχέση δὲν εἶναι ἀνθρωποκεντρική. Δὲν κάναμε ἕναν πνευματικὸ γιὰ νὰ μᾶς λέει μπράβο, τί καλὰ ποὺ τὰ κάνες, τί καλὰ ποὺ τὰ ’πες, εἶσαι μιὰ χαρά! Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐμεῖς νὰ πνιγόμαστε στὴν ντροπή: πῶς τώρα θὰ πάω νὰ τοῦ πῶ ξανά, ξέρεις ἔκανα αὐτὸ κι αὐτό.

Ἄλλωστε ὅσο πιὸ εἰλικρινὴς εἶναι κανεὶς τόσο πιὸ γρήγορα περπατάει. Γιατί; Τί ἐμποδίζει τὸ περπάτημα; Τὸ βάρος. Εἴτε χοντρὸς εἶναι κανεὶς σὰν ἐμένα, εἴτε βάρος κουβαλάει στὴν πλάτη, αὐτὸ ἐμποδίζει τὸ περπάτημα. Ὅσο κανεὶς ἐξομολογεῖται εἰλικρινῶς τόσο λιγότερο βάρος κουβαλάει στὴν πλάτη, ἄρα τόσο πιὸ γρήγορα περπατάει. Τὰ πράγματα ἁρμοδένονται σὲ μία λογικὴ συνέχεια. Ὅταν τὰ κατανοήσουμε στὴν σωστή τους βάση, ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ θὰ τὰ περπατᾶμε μιὰ χαρά. Ἀκόμα καὶ τὸ λάθος μας θὰ γίνεται ἀφορμὴ γιὰ νὰ τοποθετηθοῦμε σωστότερα. Γι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἐκείνη ἡ κουβέντα ποὺ λέει ἕνας παλαιὸς ἅγιος «μακάρια ἁμαρτία», γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Γιατί ἔγινε ἀφορμή, λέει ἐκεῖνος βέβαια, γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Ἀλλὰ ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὸ μερικὲς φορὲς μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνει ἕνα λάθος ἢ μία ἁμαρτία καὶ αὐτὸ νὰ τὸν μεγαλώσει. Ἂν τὸ δεῖ σωστὰ μπορεῖ νὰ τὸν μεγαλώσει. Ἂν τὸ δεῖ λάθος μπορεῖ νὰ κολλήσει. Καὶ κεῖ εἶναι τὸ πρόβλημα γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει κανεὶς νὰ χρονίζει σὲ κατάσταση ἁμαρτίας. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἕως τὸ σήμερον καλεῖται• μετανοήσατε ἵνα μὴ σκληρήνῃ ὑμᾶς ἡ ἁμαρτία». Ἐνῶ ἔχετε ἀκόμα στὰ χέρια σας τὴν σημερινὴ ἡμέρα ζωῆς, ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς, λέει, γιὰ νὰ μὴ σᾶς σκληρήνει ἡ ἁμαρτία καὶ μετὰ εἶναι δύσκολες οἱ κινήσεις ἐλευθερίας.

Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, ποὺ εἶναι καὶ δικός μας ἅγιος, ἔζησε στὴν Γαλλία, ὁ ἅγιος Μαρτῖνος. Γιὰ μᾶς εἶναι λιγάκι ἄγνωστος, ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἦταν στρατιωτικὸς πρῶτα. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα στὴ ζωή του μὲ τὸν Χριστό. Τύλιξε ἕναν γυμνὸ νεκρὸ μὲ τὴν κάπα του καὶ ὁ Χριστὸς μετὰ τοῦ παρουσιάστηκε φορώντας τὴν κάπα ποὺ εἶχε δώσει στὸν γυμνὸ ἐκεῖνος. Αὐτός, λοιπόν, ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος στὴν Τουρώνη ὅπως λεγόταν τότε, τὴν σημερινὴ Τοὺρ τῆς Γαλλίας. Αὐτός, λοιπόν, στὰ γεράματά του, ὄντας Δεσπότης τῆς περιοχῆς, εἶχε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔκανε θαύματα. Ὅπως ξέρετε, ἔξω ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες μαζεύονται ζητιάνοι. Ὅταν, λοιπόν, μετὰ τὴν Λειτουργία ἔβγαινε ὁ Δεσπότης ἀπὸ τὸν ναό, παρουσιαζόταν τὸ ἑξῆς ἀπίθανο θέαμα: ἕνας κουτσός, μόλις συνειδητοποιοῦσε ὅτι βγαίνει ὁ Δεσπότης, ἔφευγε τρέχοντας. Οἱ ἄνθρωποι λέγανε: Μὰ τί στὸ καλὸ κάνει αὐτός; Μόλις ὁ Δεσπότης πάει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ὁ κουτσὸς φεύγει τρέχοντας. Κάποια, λοιπόν, μέρα οἱ παπάδες τὸν πιάσανε καὶ τοῦ λένε: Καλὰ γιατί ὅταν βγαίνει ὁ Δεσπότης φεύγεις τρέχοντας. Καὶ ἀπαντάει αὐτός: Τί λέτε; Νὰ βγεῖ ὁ Δεσπότης νὰ μὲ δεῖ καὶ νὰ μὲ κάνει καλά; Μετὰ πῶς θὰ ζητιανεύω;

Τραγωδία! Ἔτσι εἴμαστε καὶ μεῖς. Μὴ τὰ ψάχνετε. Καὶ μεῖς φοβόμαστε νὰ μὴ μᾶς κάνει καλὰ ὁ Χριστὸς καὶ μετὰ θὰ μᾶς λείψει ἡ «πνευματικὴ ζητιανιὰ» στὴν ἁμαρτία. Συνηθήσαμε στὴν κατάστασή μας καὶ δὲ θέλουμε οὔτε ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς τὴν ἀλλάξει. Βέβαια δὲν εἴμαστε κουτσοὶ σὰν τὸν ζητιάνο τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, ἀλλὰ ἔχουμε ἄλλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα τὰ κουβαλᾶμε στὸν ἐσωτερικό μας χῶρο καὶ εἶναι ἀκόμα χειρότερα. Γιατί εἶναι πιὸ δύσκολα. Τὸ νὰ ἔχουμε μιὰ ἐξωτερικὴ ἀναπηρία εἶναι καὶ ἔλεος καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Τὰ ἐσωτερικὰ εἶναι τὰ πιὸ δύσκολα.

Στὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ ὑπάρχει τὸ ἑξῆς τὸ ὁποῖο φανερώνει τὴν κατάστασή μας. Μία ἡμέρα ὁ Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ: πήγαινε νὰ πετάξεις τὰ εἴδωλα ἀπὸ τὸν ναό. Λέει: Κύριε, δὲν ὑπάρχουν εἴδωλα στὸν ναό. Τοῦ λέει: Δὲν ὑπάρχουν εἴδωλα στὸν ναό; Ἔλα ἐδῶ νὰ σὲ πάω στὸν ναό. Τὸν πηγαίνει, μπαίνουν μέσα στὸν ναὸ καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ τοῦ λέει: Κύριε δὲν ὑπάρχουν εἴδωλα πουθενά. Τοῦ λέει: Κοίταξε κατὰ τὸν Βορρᾶ. Κοίταξε ὁ Προφήτης. Τοῦ λέει: βλέπεις αὐτὴ τὴν τρύπα ἐκεῖ ποὺ ἔχει ὁ τοῖχος. Ναί. Ὄρυξον αὐτή. Δηλαδὴ ἄνοιξέ την. Τὴν ἄνοιξε καὶ ὁ προφήτης ἔμεινε ἔκπληκτος γιατί ἀπὸ μέσα ὑπῆρχε ἕνας χῶρος στὸν ὁποῖο ὑπῆρχαν «μάταια καὶ βδελύγματα» ὅπως λέει τὸ κείμενο. Δηλαδὴ ὑπῆρχαν εἰδώλια ψευδῶν θεῶν βδελυκτὰ στὸ Θεό. Ἦταν εἴδωλα ποὺ κάποιοι παλιότεροι τὰ εἶχαν ἀκόμη καὶ μέσα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ κρύψει.

Ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι καθένας ἀπό μᾶς. Βαπτιζόμενος γίνεται ναὸς τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποιος μὲ τὴν ἁμαρτία φθείρει τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ θὰ ’χει προβλήματα μετὰ στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Ἔ! Λοιπὸν καὶ κεῖ μέσα στὸν ναὸ μερικὲς φορὲς ὑπάρχουν μάταια καὶ βδελύγματα. Καὶ μέσα στὴν δική μας καρδιὰ χρειάζεται νὰ σκύψουμε καὶ νὰ δοῦμε τί κουβαλᾶμε καὶ νὰ πᾶμε παραμέσα. Νὰ δοῦμε: εἶναι καθαρὰ τὰ πράγματα ἢ ἔχουμε μάταια καὶ βδελύγματα; Καὶ ἂν ἔχουμε εἰλικρίνεια θὰ καταλάβουμε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ διαβάζουμε σὲ κάθε ἑσπερινό: Θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ καρδιὰ μας εἶναι θάλασσα μεγάλη καὶ εὐρύχωρος ἐκεῖ ἑρπετὰ ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Καὶ τὰ ἑρπετὰ φυσικὰ δὲν εἶναι τὰ διακοσμητικὰ κατοικίδια! Οἱ ἄνθρωποι τώρα ἔχουν διαστραφεῖ καὶ μαζεύουν τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ χαϊδεύουν. Μαζεύουν κροκοδειλάκια, ποντικάκια… Ὅ,τι θέλουν. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι παλαιότερα, ὄντας ὑγιῶς τὰ θεωροῦσαν ἀπαράδεκτα. Θάλασσα λοιπὸν εἶναι ἡ καρδιὰ μας μερικὲς φορὲς γεμάτη ἑρπετά.

Πῆγαν στὸν ἅγιο Ποιμένα, κάποιοι χριστιανοί. Τὸν ρωτήσανε τί χρειάζεται κανεὶς γιὰ νὰ γίνει χριστιανός. Τί ἔχει ἀνάγκη γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γίνει χριστιανός; Καὶ κεῖνος εἶπε: Οὐ δεόμεθά τινος, εἰ μὴ νηφούσης διανοίας. Δηλαδή. Δὲν χρειαζόμαστε τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα μυαλὸ τὸ ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του. Νήφει. Εἶναι νηφάλιο, δηλαδή, νὰ μπορεῖ νὰ καταλαβαίνει τί συμβαίνει γύρω του. Αὐτὸ χρειάζεται, λέει, κανεὶς γιὰ νὰ σωθεῖ.

Ἐμεῖς πιστεύουμε πολλὲς φορὲς ὅτι ἡ μετάνοια σημαίνει θὰ τὰ πῶ καὶ θὰ τελειώσουν. Ὄχι. Θὰ τὰ πῶ καὶ θὰ τὰ παραγράψει ὁ Χριστός, ἀλλὰ δὲν θὰ τελειώσουν. Οἱ συνεπαγωγὲς μιᾶς ἁμαρτίας θὰ ὑπάρχουν καὶ θὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἀγώνας γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε. Συγχώρηση σημαίνει παραγραφὴ τοῦ χρέους ἀλλὰ δὲν σημαίνει γίνομαι πλούσιος!

Δηλαδή, ἔπεσα καὶ ἔσπασα τὸ πόδι μου. Ἂν αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία, τὸ λέω μεταφορικά, καὶ πάω στὸν Χριστὸ καὶ τοῦ λέω ἔσπασα τὸ πόδι μου. Μοῦ λέει ἐντάξει. Ἐγὼ τὸ παραγράφω, τὸ παραβλέπω. Ἀλλὰ πρέπει ἐσὺ νὰ μάθεις νὰ κάνεις ὑπομονὴ καὶ νὰ προσέχεις τὸ τσάκισμα μέχρι νὰ κλείσει. Γιατί ἂν κάνεις ἐξ αἰτίας τῆς δικῆς μου παραγραφῆς τὸν «νταή», ὅτι τώρα περπατᾶς, θὰ πέσεις καὶ θὰ σπάσεις καὶ τὸ ἄλλο τὸ πόδι.

Πάρα πολλὲς φορὲς ἡ μετάνοιά μας εἶναι στρεβλὴ καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Φανταζόμαστε ὅτι ἡ παραγραφὴ τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὸν Χριστὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑλοποιήσουμε δυναμικὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἀλλαγῆς. Ἄλλωστε αὐτὸ εἴπαμε καὶ πιὸ πρὶν σημαίνει μετάνοια. Ἡ ἁγία Μαρία ἡ αἰγυπτία προβάλλεται στὰ μάτια τῶν χριστιανῶν, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία γι’ αὐτὸ καὶ μόνο τὸ λόγο. Γιὰ τὸν δυναμισμὸ μιᾶς μετάνοιας, ἡ ὁποία σημαίνει ὑπομονή, ἐπιμονὴ καὶ ἀγάπη τοῦ κόπου. Ὅλα αὐτὰ πάντα ἦταν δύσκολα, νὰ εἴμαστε ρεαλιστές, στὴ σημερινὴ ἐποχὴ εἶναι καὶ ἀπεχθῆ. Κανεὶς δὲν ἀκούει εὔκολα τὴν λέξη ὑπομονή. Τὴν λέξη ἐπιμονὴ ἀπὸ ἐγωισμὸ καμιὰ φορὰ τὴν ἀκούει. Ἀλλὰ ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ ἀκόμη πιὸ δύσκολα φεύγει ἀπὸ μία ψυχολογικὴ διάθεση νὰ μπεῖ, στὸ ὅτι πρέπει ἡ ζωή του νὰ προσαρμοστεῖ πλήρως, καὶ νὰ εὐθυγραμμιστεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ζωὴ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ θάνατος εἶναι ἡ ἁμαρτία.
πηγή

Οἱ πέτρες Φώτης Κόντογλου



 


 
Πρώτη σύσταση, στερνὸ ἀπομεινάρι τῆς γῆς

 

Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.

Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.

Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.
 

*
 
Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.

Ἀντίκρυ θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο, ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.

Περπατοῦσα, λοιπόν, γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.
 

*
 
Μάζεψα κάμποσα βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα, κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα, πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!

Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ ῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο... Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα, σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα: «Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι, τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ ἐνδιαφέρον... Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα...».

Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.

Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.

«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».

Συναξαριστής της 9ης Απριλίου


Ὁ Ἅγιος Εὐψύχιος ποὺ μαρτύρησε στὴν Καισάρεια

 


Ἔζησε στὰ χρόνια του Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη. Ἂν καὶ νιόπαντρος, αὐτὸ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ δείξει ἔμπρακτα τὴν μεγάλη ἀγάπη του στὸ Χριστό.

Στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ὁ Ἰουλιανὸς εἶχε κτίσει ἕνα εἴδωλο τῆς θεᾶς Τύχης, ποὺ προσκυνοῦσαν κάθε μέρα ἐπιδεικτικὰ οἱ εἰδωλολάτρες. Ὁ Εὐψύχιος, ἀφοῦ πῆρε μαζί του καὶ μερικοὺς ἄλλους τολμηροὺς νέους, πῆγε καὶ γκρέμισε τὸ εἴδωλο. Ὅταν συνελήφθη, εἶπε στὸν ἀξιωματοῦχο ὅτι ὁ Ἰουλιανὸς δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα νὰ ἐνεργεῖ εἰδωλολατρικὰ στὴ χριστιανικὴ Καισάρεια.

Βέβαια, ὁ Εὐψύχιος ἐκ τῶν προτέρων γνώριζε ὅτι ἡ ἀπόφαση θὰ ἦταν καταδικαστική. Πράγματι, οἱ συνεργάτες του καταδικάστηκαν σὲ βασανισμοὺς καὶ ἐξορία. Ἐνῷ ὁ ἴδιος, σὰν ἀρχηγὸς τῆς πράξης, καταδικάστηκε σὲ θάνατο μὲ ἀποκεφαλισμό.

Ἔτσι, ὁ Εὐψύχιος κατατάχθηκε σ᾿ ἐκείνη τὴν μερίδα τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος εἶπε: «Ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ θὰ χάσει τὴν ζωή του γιὰ τὴν πίστη του σ᾿ ἐμένα, θὰ κερδίσει τὴν μακάρια καὶ ὑψηλότερη ζωή.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Εὐψύχως ἤνυσας, δρόμον τὸν ἔνθεον, καὶ καταβέβληκας, ἐχθρὸν τὸν δόλιον, τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, παμμάκαρ ἐνδεδυμένος ὅθεν συνηρίθμησαι, τῶν Μαρτύρων ταὶς τάξεσι, δόξαν αἰωνίζουσαν, κεκτημένος Εὐψύχιε. Ἀλλὰ μὴ διαλείπῃς πρεσβεύων, σώσαι ἠμᾶς τοὺς σὲ τιμώντας.

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς εὐσεβείας θεόδμητον ἄγαλμα, τῆς ἀσεβείας καθεῖλες τὸ ἳδρυμα, καὶ εὒψυχος ὤφθης πρὸς ἄθλησιν, ἐν εὐψυχίᾳ τμηθείς τὸν αὐχένα σου· διό σε ὑμνοῦμεν Εὐψύχιε.

 
Ὁ Ἅγιος Βάδιμος Ὁσιομάρτυρας καὶ οἱ ἑπτὰ Μαθητές του

 


Ἔζησε ὅταν βασιλιὰς τῆς Περσίας ἦταν ὁ Σαπὼρ ὁ Β´. Πέρσης στὴν καταγωγὴ καὶ ἀπὸ γένος ἐπίσημο, ἄφησε πλούτη καὶ γοητευτικὸ κοσμικὸ μέλλον γιὰ νὰ ὑπηρετήσει στὸ Χριστό.

Ἔγινε Ἱερέας καὶ ἐργάστηκε γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Συγκέντρωσε μάλιστα καὶ μία ὁμάδα ἑπτὰ μαθητῶν, ποὺ τοὺς προετοίμαζε ἐργάτες τοῦ χριστιανικοῦ φωτισμοῦ.

Καταγγέλθηκε ὅτι ἀποσπᾷ στὸ Χριστὸ πολλοὺς Πέρσες ἀπὸ τὴν πάτρια θρησκεία, καὶ φυλακίστηκε μὲ τοὺς μαθητές του γιὰ τέσσερις μῆνες. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀρνήθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη του, καταδικάστηκε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του σὲ ἀποκεφαλισμό.

Τὴν ἐκτέλεση τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀνέλαβε κάποιος ποὺ μπροστὰ στὰ βασανιστήρια ἀρνήθηκε τὸ Χριστό, ὁ Νιρσᾶν. Παρὰ τὸν ἔλεγχο ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ ἅγιος Βάδιμος, αὐτὸς μὲ τρεμάμενα χέρια ἐξετέλεσε τὴν ποινή. Ἡ θεία δίκη ὅμως δὲν τὸν ἄφησε ἀτιμώρητο. Κάποια μέρα, ποὺ κάποιος εἰδωλολάτρης θύμωσε ἐναντίον του, τὸν σκότωσε μὲ μαχαῖρι.

 
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες οἱ αἰχμάλωτοι, ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία

Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν Σαπὼρ ὁ Β´ (325-379), κατὰ τὸ 53ο ἔτος τῆς βασιλείας του, κυρίευσε τὴν χώρα Βυζάτη, θανάτωσε ὅλους ὅσους ἔφεραν ὄπλα.

Τὶς δὲ γυναῖκες, παιδιά, γέρους, τὸν ἐπίσκοπο Ἠλιόδωρο καὶ τοὺς πρεσβυτέρους Δησᾶν, Μαριὰβ καὶ ὅλους τους κληρικούς, ἄφησε ζωντανοῦς.

Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ἠλιόδωρος κατάλαβε ὅτι θὰ πεθάνει, χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν πρεσβύτερο Δησᾶν. Ὁ ὁποῖος ἐπεξέτεινε τὸ Χριστιανικὸ κήρυγμα καὶ πρὸς τοὺς Πέρσες. Τότε ὁ ἀρχιμάγος Ἀδεφάρ, διέβαλε τὸν Δησᾶν στὸν βασιλιά, ὅτι δῆθεν αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοὶ γύρω ἀπ᾿ αὐτὸν βλασφημοῦν τὴν Περσικὴ θρησκεία.

Τότε ὁ Σαπὼρ ἔδωσε διαταγὴ νὰ συλληφθοῦν ὅλοι καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν ἥλιο καὶ τὴν φωτιά. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ χριστιανοὶ αὐτοὶ δὲν τὸ ἔπραξαν, ἀποκεφαλίστηκαν ὅλοι. Καθ᾿ ὁδὸν μόνο πέντε ἀπ᾿ αὐτοὺς μικροψύχησαν καὶ δέχτηκαν τὴν θρησκεία τῶν εἰδώλων.

 
Ὁ Ἅγιος Αὐδιήσιος (ἢ Ἀβδιησοῦς ἢ Ἀδιησοῦς)

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἀνῆκε στὴν παραπάνω ὁμάδα ἀποκεφαλισθέντων χριστιανῶν στὴν Περσία.

Ἀλλὰ τὸ κτύπημα ποὺ δέχτηκε δὲν ἦταν θανατηφόρο καὶ τὴν νύκτα σηκώθηκε καὶ κατόπιν κήρυττε πάλι θαῤῥαλέα τὸν Χριστό. Τότε κάποιος φανατικὸς εἰδωλολάτρης, ὅρμησε καὶ τὸν θανάτωσε μὲ μαχαῖρι.

 
Οἱ Ἅγιοι Ῥαφαήλ, Νικόλαος, Εἰρήνη καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν τὸ 1463 στὸ χωριὸ Θερμή της Λέσβου, στὴν ἐκεῖ τιμωμένη Μονὴ τῶν Γενεθλίων τῆς Θεοτόκου, ποὺ βρίσκεται στὴν τοποθεσία Καρυές. Τὸ ἔτος 1959, ἀποκαλύφθηκαν ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς θαυματουργικά.

Εἶπε λοιπὸν σὲ κάποιο εὐσεβῆ, ποὺ τοῦ παρουσιάστηκε, ὁ Ἅγιος Ῥαφαήλ, ὅτι λέγεται Ῥαφαήλ. Πατρίδα του ἦταν τὸ νησὶ Ἰθάκη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του Διονύσιος, ποὺ τὸν ἀνέθρεψε μὲ μεγάλη χριστιανοπρέπεια καὶ τὸν σπούδασε ἀρκετά. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος, ἀλλ᾿ ὅταν ἔγινε μοναχὸς ὀνομάσθηκε Ῥαφαήλ. Εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ Πρεσβυτέρου καὶ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη καὶ τοῦ Πρωτοσυγγέλου.

Ὅταν ἔγινε ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453), αὐτὸς μόναζε μαζὶ μὲ τὸν Διάκονο Νικόλαο στὴ Μακεδονία. Κατόπιν μέσῳ Ἀλεξανδρουπόλεως πῆγαν τὸ 1454 στὴ Λέσβο καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπου ὁ Ῥαφαὴλ ἔγινε ἡγούμενος.

Τὸ 1463 ἐπέδραμαν οἱ Τοῦρκοι στὴ Μονὴ καὶ ἀφοῦ τοὺς συνέλαβαν τοὺς θανάτωσαν μὲ διάφορους τρόπους. Τὸν μὲν Ῥαφαὴλ ἔσφαξαν μὲ πριόνι ἀπὸ τὸ στόμα, τὴν Τρίτη Διακαινησίμου 9 Ἀπριλίου, τὸν δὲ Νικόλαο θανάτωσαν μετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια. Μαζὶ μ᾿ αὐτούς, μαρτύρησε καὶ ἕνα δωδεκάχρονο κορίτσι, ἡ Εἰρήνη, κόρη τοῦ προεστοῦ τοῦ χωριοῦ Θερμῆς Βασιλείου. Καὶ ἡ Εἰρήνη μαρτύρησε μὲ φρικτὸ τρόπο. Ἀφοῦ τῆς ἔκοψαν τὰ χέρια, τὴν ἔβαλαν μέσα σ᾿ ἕνα πιθάρι καὶ τὴν ἔκαψαν ζωντανή, μπροστὰ στὰ μάτια τῶν γονιῶν της.

Ἡ μνήμη τους γιορτάζεται πανηγυρικὰ στὴ Μονὴ ποὺ φέρει τὴν ὀνομασία τους στὴ Λέσβο.

 
 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ἐπίσκοπος Ἀμίδης

Ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς ἐξαγόρασε 7.000 χριστιανοὺς αἰχμαλώτους, ἀφοῦ ἐκποίησε ἐκκλησιαστικὰ σκεύη, κατὰ τὸν Βυζαντινοπερσικὸ πόλεμο (421-422), (+ 5ος αἰ.).

 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...