Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

Ακάθιστος ύμνος. Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος


Ακάθιστος ύμνος

Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ορθόδοξος χριστιανικός ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους χριστιανούς πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ένας ύμνος («Κοντάκιο») της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).
Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Ονομασία : Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Οι πιστοί έψαλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο και την ακολουθία της εορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ιστορία : Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τουςΑβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιοςπεριέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Η Θεοτόκος του Ακαθίστου, ρωσική εικόνα του 18ου αιώνα. Εικονίζεται η Θεοτόκος ένθρονος, με τον νεαρό Ιησού από πάνω της. Περιστοιχίζεται από προφήτες, οι οποίοι κρατούνειλητάρια με τις προφητείες τους για την Ενσάρκωση. Στην αυθεντική εικόνα, περιφερειακά εικονίζονται περιστατικά της ζωής της Θεοτόκου.

Συνθέτης : Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς οι μελετητές όχι μόνο δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε τον ύμνο αυτό, αλλά οι γνώμες τους εμφανίζουν και μεγάλες αποκλίσεις.
Το ποιος και το πότε βεβαίως είναι αλληλένδετα, αλλά σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, επομένως η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερά (terminus post quem), καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα. Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.
Η παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές (P. F. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Ευστρατιάδης), οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στο Ρωμανό. Ένας άλλος ερευνητής, ο J. Grosdidier de Matons, θεωρεί ότι ένα κοντάκιο του Ρωμανού ακολουθεί τη μουσική και το μέτρο του α' οίκου του Ακαθίστου Ύμνου («Ἄγγελος πρωτοστάτης...»), πράγμα που κατ'αυτόν σημαίνει ότι ο Ρωμανός τουλάχιστον γνώριζε (αν δεν συνέγραψε ο ίδιος) τον Ύμνο. Τέλος, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.
Πλην όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά μεταρωμανικά στοιχεία. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι, πλησίασε την γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι δε ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Εξάλλου, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου, οι οποίες έχουν κάποιες σοβαρές ενδείξεις. Η μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται μεταξύ άλλων και από τον καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη και τον O. Bardenhewer, αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο ΒενετίαςΧριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου (Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano).
Η άλλη εκδοχή, που υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τον Θ. Δετοράκη, βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά το μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις, θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο (K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande και Αι. Χριστοφιλοπούλου), τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη (J. M. Quercius), τον ιερό Φώτιο (Α. Παπαδόπουλος-Κεραμέας), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.λ.π.
Βέβαιο είναι πάντως ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού, ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.
Δομή : Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από 24 «οίκους» (στροφές), οι οποίοι είναι δύο ειδών. Οι περιττοί (Α-Γ-Ε...), που είναι εκτενέστεροι, αποτελούνται από δεκαοκτώ στίχους. Οι πέντε πρώτοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι δώδεκα επόμενοι αποτελούν τους χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς την Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος είναι το εφύμνιο «χαίρε νύμφη Ανύμφευτε». Οι άρτιοι (Β-Δ-Ζ...), που είναι συντομότεροι, αποτελούνται μόνο από πέντε στίχους διήγησης και το εφύμνιο «Αλληλούια». Από τους άρτιους οίκους, οι περισσότεροι αναφέρονται στο Χριστό (Θ-Κ-Μ-Ξ-Π-Σ-Υ-Χ), και μερικοί στη Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω).
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος αναφερόταν και στο αρχικό του προοίμιο (Τό προσταχθέν μυστικῶς...»). Με πηγές του την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή τοαπόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.
Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).
Σύγχρονη ακολουθία (Χαιρετισμοί) : Παλιότερα ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν. Δεν διασώθηκε όμως μέχρι τις μέρες μας ο τρόπος μελωδικής του εκτέλεσης, για το λόγο αυτό ψάλλεται μόνο το προοίμιο σε ήχο πλάγιο δ'.
Κατά την ακολουθία των Χαιρετισμών, ψάλλεται αρχικά ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές.
Ακολουθεί η απαγγελία των οίκων του Ακαθίστου ύμνου, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει σωθεί ο τρόπος μελωδικής του εκτέλεσης. Ο ιερέας στέκεται στο μέσο του ναού, εκεί που παλιά βρισκόταν ο άμβωνας, και από τον οποίο ψαλλόταν το κοντάκιο. Εκεί, μπροστά σε μια εικόνα της Παναγίας απαγγέλλει τους οίκους.
Τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής απαγγέλλει από 6 οίκους, δηλαδή την πρώτη Παρασκευή (Α΄ Χαιρετισμοί) τους Α-Ζ, τη δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί) τους Η-Μ, την τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοί) τους Ν-Σ, την τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοί) τους Τ-Ω και την πέμπτη Παρασκευή (Ακάθιστος Ύμνος) όλους μαζί .
Στην Κωνσταντινούπολη : Στην Κωνσταντινούπολη, την γ΄ στάση των Χαιρετισμών, δηλαδή την γ΄ Παρασκευή των Νηστειών, συνηθίζεται να πηγαίνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης με τους πατριαρχικούς χορούς στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και να απαγγέλλει εκεί τους οίκους του Ακαθίστου. Η παράδοση αυτή θεωρείται απότιση τιμής στη μνήμη των γεγονότων του626, δηλαδή της σωτηρίας της Πόλης με και της πρώτης ψαλμώδησης του Ύμνου. Ο ιστορικός αυτός συμβολισμός προσδίδει λαμπρότητα και συναισθηματική φόρτιση στην ακολουθία, την οποία παρακολουθούν κάθε χρόνο πολλοί χριστιανοί από όλα τα μέρη της Πόλης.


Akathist
From Wikipedia, the free encyclopedia
The Akathist Hymn (Ἀκάθιστος Ὕμνος, unseated hymn) is a hymn of Eastern Orthodox andEastern Catholic tradition dedicated to a saintholy event, or one of the persons of the Holy Trinity. The name derives from the fact that during the chanting of the hymn, or sometimes the whole service, the congregation is expected to remain standing in reverence, without sitting down (Ancient Greek ἀ- (a), [without, not] + κάθισις (káthisis), [sitting]), except for the aged or infirm. During Orthodox and Eastern Catholic religious services in general, sitting, standing, bowing and the making of prostrations are set by an intricate set of rules, as well as individual discretion. Only during readings of the Gospel and the singing of Akathists is standing considered mandatory for all. The akathist par excellence is that written in the 6th century to the Theotokos. In its use as part of the service of the Salutations to the Theotokos (used in the Byzantine tradition during Great Lent), it is often known by its Greek or Arabic names, Chairetismoi(Χαιρετισμοί, "Rejoicings") and Madayeh, respectively; in the Slavic tradition it is known as Akafist.
The writing of akathists (occasionally spelled acathist) continues today as part of the general composition of anakolouthia, particularly in the Slavic tradition, although not all are widely known nor translated beyond the original language.Reader Isaac E. Lambertsen has done a large amount of translation work, including many different akathists. Most of the newer akathists are pastiche, that is, a generic form imitating the original 6th century akathist to the Theotokos into which a particular saint's name is inserted. In the Greek, Arabic, andRussian Old Rite traditions, the only akathist permitted in formal liturgical use is the original akathist.
Origin : Franciscus Junius wrongly interpreted Acathistus as one who neither sits nor rests, but journeys with child; as for instance when the Blessed Virgin was brought byJoseph to BethlehemGretser [Commentarius in CodinCurop. (Bonn, 1839), 321] easily refutes the interpretation by citing from the Synaxarion (account of the feast, similar to the Roman Martyrology) in the Triodion (book containging the propers for the liturgical season of Great Lent). The origin of the feast is assigned by the Synaxarion to the year 626, when Constantinople, in the reign of Heraclius, was attacked by the Persians and Scythians but saved through the intervention of the Most Holy Theotokos (literally, "She who bore God"). A sudden hurricane dispersed the fleet of the enemy, casting the vessels on the shore near the Great church of the Theotokos atBlachernae, a quarter of Constantinople inside the Golden Horn. The people spent the whole night, says the account, thanking her for the unexpected deliverance. "From that time, therefore, the Church, in memory of so great and so divine a miracle, desired this day to be a feast in honour of the Mother of God . . . and called it Acathistus" (Synaxarion). This origin is disputed by Sophocles (Greek Lexicon of theRoman and Byzantine Periods, s. v.) on the ground that the hymn could not have been composed in one day, while on the other hand its twenty-four oikoi contain no allusion to such an event and therefore could scarcely have been originally composed to commemorate it. Perhaps the kontakion, which might seem to be allusive, was originally composed for the celebration on the night of the victory. However the feast may have originated, the Synaxarion commemorates two other victories, under Leo III the Isaurian, andConstantine Pogonatus, similarly ascribed to the intervention of the Theotokos.
No certain ascription of its authorship can be made. It has been attributed to Patriarch Sergius I of Constantinople, whose pious activities the Synaxarion commemorates in great detail. Quercius (P.G., XCII, 1333 sqq.) assigns it to George Pisida, deacon, archivist, and sacristan of Hagia Sophia whose poems find an echo both in style and in theme in the Akathist; the elegance, antithetic and balanced style, the vividness of the narrative, the flowers of poetic imagery being all very suggestive of his work. His position as sacristan would naturally suggest such a tribute to the Theotokos, as the hymn only gives more elaborately the sentiments condensed into two epigrams of Pisida found in her church at Blachernae. Quercius also argues that words, phrases, and sentences of the hymn are to be found in the poetry of Pisida. Leclercq (in CabrolDict. d'archéol. chrét. et de liturgie, s.v. "Acathistus") finds nothing absolutely demonstrative in such a comparison and offers a suggestion which may possibly help to a solution of the problem.
Structure : When an akathist is chanted by itself, the Usual beginning, a series of prayers which include the Trisagion (thrice-holy) is often said as a prelude to the akathist hymn. The akathist may also be included as a part of another service, such as Matins or a Molieben.
The hymn itself is divided into thirteen parts, each of which is composed of a kontakion and anoikos (Greek: οίκος, house, possibly derived from Syriac terminology). The kontakion usually ends with the exclamation: Alleluia, which is repeated by a choir in full settings or chanted by the reader in simple settings. Within the latter part of the oikos comes an anaphoric entreaty, such as Come or Rejoice.
The thirteenth kontakion (which, unlike the preceding twelve, does not have a correspondingoikos) is usually followed by the repetition of the first oikos and kontakion. After the thirteen kontakiaand oikoi, additional prayers are added, such as a troparion and another kontakion. The final kontakionis the famous "Tēi Hypermáchōi Stratēgōi" ("Unto the Defender General"), a hymn addressing Mary as the savior of Constantinople in the 626 siege:
Akathist to the Theotokos:  The Theotokos is shown enthroned in the center, with Christ Emmanuelabove her. To either side are shown the prophets who foretold the Incarnation. In the full icon, scenes from the life of the Virgin Mary surround this vignette.
When the word akathist is used alone, it most commonly refers to the original hymn by this name, the 6th century Akathist to the Theotokos, attributed to St. Romanos the Melodist. It is said the Theotokos appeared to him, gave him a scroll and commanded him to eat it. And here a miracle was performed: Romanus received a beautiful, melodic voice and, simultaneously, the gift of poesy. This hymn is often split into four parts and sung at the "Salutations to the Theotokos" service on the first four Friday evenings inGreat Lent; the entire Akathist is then sung on the fifth Friday evening. Traditionally it is included in theOrthros (Matins) of the Fifth Saturday of Great Lent, which for this reason is known as the "Saturday of the Akathist". In monasteries of Athonite tradition, the whole Akathist is usually inserted nightly atCompline.
The four sections into which the Akathist is divided correspond to the themes of the Annunciation,NativityChrist, and the Theotokos herself.
The hymn itself forms an alphabetical acrostic—that is, each oikos begins with a letter of the Greek alphabet, in order—and it consists of twelve long and twelve short oikoi. Each of the long oikoi include a seven-line stanza followed by six couplets employing rhyme, assonance and alliteration, beginning with the greeting Chaíre and ending with the refrain, "Rejoice, Bride without bridegroom!" (also translated as "Rejoice, thou Bride unwedded!") In the short oikoi, the seven-line stanza is followed by the refrain,Alleluia.
The Salutations to the Theotokos service, often known by its Greek name, the Χαιρετισμοί / Chairetismoí (from the Χαίρε / Chaíre! so often used in the hymn), consists of Compline with the Akathist hymn inserted. It is known in Arabic as the Madayeh.

ἘΑΝ ΕΧΕΙΣ ΔΩΣΕ, ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΑΡΕ



Ἐὰν-ἔχῃς-δῶσε-ἐὰν-δὲν-ἔχῃς-πᾶρε...-600x450
Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἕλληνες! 
Αὐτοὶ ἦταν πάντα! 
Αὐτοὶ θὰ εἶναι ὅπως κι ἐὰν ἔλθουν τὰ πράγματα!

Χριστιανική Ελεημοσύνη


Όσο εκπληκτικό κι αν φανεί, το κοινοβιακό υπόδειγμα θεωρήθηκε αυτή την εποχή (3ο – 4ος αιώνας) υποχρεωτικό για όλους τους Χριστιανούς, έστω κι αν ακόμη ήταν έγγαμοι. Θα μπορούσε όλη η χριστιανική κοινωνία να οργανωθεί σαν ένα είδος μοναστηριού; Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν δίστασε να απαντήσει καταφατικά σ’ αυτό το ερώτημα.
Αυτό δεν σήμαινε πως όλοι θα έπρεπε να πάνε στην έρημο. Αντίθετα, οι Χριστιανοί θα έπρεπε να ανοικοδομήσουν την υπάρχουσα κοινωνία κατά το «κοινοβιακό» υπόδειγμα. Ήταν αρκετά βέβαιοι πως όλα τα κοινωνικά κακά είχαν τη ρίζα τους στην κτητική έφεση του ανθρώπου, στην εγωιστική επιθυμία του να κατέχει αγαθά για αποκλειστική ωφέλεια.
Ένα όμως είναι ο νόμιμος κάτοχος όλων των αγαθών και των περιουσιών εις στον κόσμον, δηλαδή ο παντοδύναμος Κύριος. Οι άνθρωποι δεν είναι παρά διάκονοι και δούλοι και όφειλαν να χρησιμοποιούν τα δώρα του Θεού μόνο για θείους σκοπούς, τουτέστιν, τελικά για τις κοινές ανάγκες.
Οι ιδέες του Αγίου Χρυσοστόμου για την περιουσία ήταν αυστηρά τυπικές: Η κτήση δικαιώνεται μόνο με την ειδική χρήση. Να είμαστε βέβαιοι πως ο Άγιος δεν ήταν κοινωνικός ή οικονομικός μεταρρυθμιστής, και οι πρακτικές του υποθέσεις μπορεί να φανούν αβάσιμες ακόμα και αφελείς. Ήταν όμως ένας από τους πιο μεγάλους Χριστιανούς προφήτες της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης.
Τίποτε αισθηματολογικό δεν υπήρχε στης εκκλήσεις του για ελεημοσύνη. Η χριστιανική ελεημοσύνη στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο στοργική συγκίνηση. Οι Χριστιανοί δεν θα έπρεπε να υποκινούνται απλώς από τη δυστυχία, την ανάγκη και την αθλιότητα των άλλων ανθρώπων. πρέπει να κατανοούν πως η κοινωνική αθλιότητα είναι η συνεχιζόμενη αγωνία του Χριστού, που υποφέρει ακόμη στο πρόσωπο των μελών του. Το πάθος και ο ηθικός ζήλος του Χρυσοστόμου βασιζόταν στην καθαρή όραση του σώματος του Χριστού.
π.Γεωργίου Φλορόφσκυ

Σχολιασμός ὕμνων Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρωτ. π. Σταύρου Τρικαλιώτη


πρωτ.  π. Σταύρου Τρικαλιώτη

1. ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ
Εἰσαγωγικά
  .          ῾Η ῾Εβδομάδα πού διανύουμε, ε´ ἑβδομάς  τῶν Νηστειῶν, κυριαρχεῖται ἀπό τήν παρουσία τοῦ Μεγάλου Κανόνος, ἑνός ἐκτενοῦς δηλαδή ποιήματος μέ ἕνδεκα εἱρμούς  μέ 250 τροπάρια,  πού συνέθεσε σέ μεγάλη ἡλικία ὁ ἅγιος ᾿Ανδρέας ἐπίσκοπος Κρήτης. ῾Ο Μέγας Κανών ψάλλεται κατά τήν παλαιά τάξη στά Μοναστήρια τήν Πέμπτη αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας στόν ὄρθρο, ἐνῶ στούς ἐνοριακούς ἱερούς ναούς ἐπικράτησε -γιά ποιμαντικούς προφανῶς λόγους-  νά ψάλλεται τό ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης  αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας μαζί μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. 
  .          Σέ ἕνα ἀπό τά κεντρικά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος (Κοντάκιον αὐτόμελον, σέ ἦχο πλ. β΄), ὁ ποιητής κάνει ἕνα ἐσωτερικό διάλογο μέ τήν ψυχή του, μία ἐνδοσκόπηση, ἕνα ἐσωτερικό, θά λέγαμε,  σκάψιμο. Προβληματίζεται κι ἐπισημαίνει ὁρισμένες πικρές ἀλήθειες: 
Ψυχή μου, ψυχή μου…

Κοντάκιον Μεγάλου Κανόνος
Ήχος πλ. β´

Ψυχή μου ψυχή μου, 
ἀνάστα, τί καθεύδεις; 
τό τέλος ἐγγίζει, 
καί μέλλεις θορυβεῖσθαι,
ἀνάνηψον οὖν, 
ἵνα φείσηταί σου 
Χριστός ὁ Θεός, 
ὁ πανταχοῦ παρών, 
καί τά πάντα πληρῶν.

.          Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ ἔρχεται ὥρα πού χάνει τή ζωτικότητά καί τή νηφαλιότητα της. Περιέρχεται σ᾿ ἕναν πνευματικό λήθαργο, σέ μιά κατάσταση δηλαδή πού ἐξωτερικά μοιάζει μέ τόν φυσικό ὕπνο. Αὐτός πού κοιμᾶται, κάποτε θά ξυπνήσει. ῎Ετσι καί ψυχή πού «καθεύδει»( δηλ. κοιμᾶται) ἐξαιτίας τῆς ὑποδούλωσής της στά πάθη καί στήν ἁμαρτία πού νεκρώνει τόν ἄνθρωπο. Κάποτε ὅμως θά ξυπνήσει, θά ἀνανήψει, θά ἔρθει σέ νηφάλια κατάσταση καί θά συνειδητοποιήσει τήν κατάστασή της. ῾Η ψυχή,  θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἕνα μόνο πρέπει νά σκέπτεται: «῞Οταν φτάσει στήν τελευταία της ἀναπνοή, νά φύγει ὡς φίλη τοῦ Θεοῦ» (Ε.Π.Ε. 23, 374) 
     .          Ἡ  ψυχή,  λοιπόν,  νοσεῖ,    «μηδέν ὑγιές ἔχει», ὅταν  εἶναι ἕρμαιο τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας.  Μιά τέτοια ψυχή, «ἔστω κι ἄν νομίζει ὅτι ζεῖ», ἔχει πεθάνει, εἶναι ἤδη νεκρωμένη. (ἅγ. ᾿Ιω. Χρυσ. Ε.Π.Ε. 19, 118). ῎Αν ἡ ψυχή, ὁ ἐσωτερικός τῆς καρδίας ἄνθρωπος,  πάψει νά ἔχει πνευματική εὐαισθησία, ἄν χάσει τήν ντροπή της, τότε περιέρχεται στήν κατάσταση τῆς «πνευματικῆς πωρώσεως». Μιά πωρωμένη ψυχή, θά μᾶς πεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «οὔτε ὡραίους λόγους ἀκούει, οὔτε κάμπτεται ἀπό ἀπειλές, οὔ συγκινεῖται ἀπό εὐεργεσίες». 
Τό τέλος ὅμως τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἐγγίζει. Δέν γνωρίζουμε τό πότε. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι αὐτό τό τέλος μπορεῖ γιά τόν καθένα μας νά εἶναι καί ἡ σημερινή ἡμέρα ἤ ἡ αὐριανή ἤ τά βαθιά γεράματά  μας. ᾿Επειδή λοιπόν τά ἀνθρώπινα εἶναι ἀστάθμητα καί ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατά τόν ἅγιο ᾿Ιάκωβο τόν ἀδελφόθεο  «ἀτμίς ἡ πρός ὀλίγον φαινομένη» («ἕνας ἀτμός πού φαίνεται γιά λίγο καί ὕστερα ἐξατμίζεται» ), γι᾿ αὐτό καί ὁ ἱερός ὑμνογράφος προτρέπει καί τήν ψυχή του καί τήν ψυχή τοῦ  καθενός  ἀπό ἐμᾶς: 
«ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός». Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Μάξιμο τόν ῾Ομολογητή, ἡ ψυχή πρέπει νά ἐγκαταλείψει τόν ὀλισθηρό δρόμο τῆς ἀγάπης γιά τήν ὕλη καί τόν κόσμο (νά πάψει δηλ. ἡ ψυχή νά εἶναι «φιλόϋλος» καί «φιλόκοσμος»), γιατί σύντομα θά ὁδηγηθεῖ στήν καταστροφή καί νά γίνει «φιλόθεος» καί σάν τό μαλακό κερί,   ὅταν δεχεται τίς ἀκτῖνες τοῦ θεϊκοῦ φωτός νά ἁπαλύνεται καί νά γίνεται κατοικητήριο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. (Φιλοκαλία, τ. Β, § ιβ΄, σελ. 53, ἔκδ. ᾿Αστέρος).
.          Ὁ Χριστός, λοιπόν, ὡς πανταχοῦ παρών Θεός,  βλέπει τόν ἀγώνα μιᾶς καλοπροαίρετης ψυχῆς, τήν συμπονεῖ καί τῆς συμπαρίσταται.
.          Στά Μοναστήρια τό Μεγάλο ᾿Απόδειπνο τελεῖται μετά τό βραδυνό Δεῖπνο καί πρίν τόν βραδυνό ὕπνο.
.        Ὁ πιστός αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη πρίν κοιμηθεῖ νά εὐχαριστήσει ἀρχικά τόν Θεό πού τοῦ ἔδωσε τή δύναμη νά ἀντέξει τό βάρος τοῦ ἡμερινοῦ προγράμματος, νά κάνει ἕναν αὐτοέλεγχο, νά συγχωρεθεῖ μέ τούς ἀδελφούς του καί  νά ζητήσει τή θεία βοήθεια γιά τήν νύχτα πού ἔρχεται: «Καί δός ἡμῖν Δέσποτα πρός ὕπνον ἀπιοῦσιν ἀνάπαυσιν σώματος  καί ψυχῆς, ὔπνον ἐλαφρόν καί πάσης διαβολικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Μέ ἄλλα λόγια: «Χάρισε σέ μᾶς,  Κύριε πού δεσπόσεις στή ζωή μας, τήν βραδυνή τούτη ὤρα πού πηγαίνουμε γιά ὕπνο τήν σωματική καί ψυχική μας ἀνάπαυση κι  ἕναν ἐλαφρύ    ὕπνο,  χωρίς δαιμονικές φαντασίες  καί ταραχές.

«Μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»

   .          ῾Ο ὕμνος αὐτός ἀποτελεῖ  μιά ἐκλογή ἀπό τήν ὠδή τοῦ Προφήτη ῾Ησαῒα (κεφ. 8ο καί 9ο ἀπό τό ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης). Πρόκειται γιά ὕμνο θριάμβου κι ἐγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατὰ στίχο κατὰ τὸν ἀρχαῖο τρόπο, μὲ ἐφύμνιο τὸ «ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός». 
  .          Τό μήνυμα τοῦ ὕμνου αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶναι κοντά στόν πιστό σέ κάθε λεπτό τῆς ζωῆς του καί ἰδίως τώρα πού πρόκειται νά παραδοθεῖ στά χέρια τοῦ ὕπνου, ὅπου μέ ὕπουλο τρόπῳ ἐλλοχεύουν οἱ δαιμονικές δυνάμεις. ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει: «Εἰ ὁ Θεός μεθ᾿ ἡμῶν, οὐδείς καθ᾿ ἡμῶν», οὔτε ἄνθρωπος μέ κακές προθέσεις, οὔτε οἱ πονηροί δαίμονες μέ τά φοβερά τεχνάσματά τους. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νά ἐπικαλεῖται ταπεινά τό ἔλεος και τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. ῾Η προσευχή εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά ἑλκύσει ὁ ἄνθρωπος τή θεία βοήθεια. ῞Οπως μᾶς διδάσκει κι ὁ θεοφώτιστος Γέροντας Παῒσιος: «Ρίξτε τό μεγαλύτερο βάρος τοῦ ἀγῶνα σας στήν προσευχή, γιατί αὐτή μᾶς κρατεῖ σέ ἐπαφή μέ τόν Θεό. Καί ἡ ἐπαφή αὐτή πρέπει νά εἶναι συνεχής. ῾Η προσευχή εἶναι τό ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς, εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς καί δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἀγγαρεία. Η προσευχή γιά ν᾿ ἀκουστεῖ ἀπό τόν Θεό πρέπει νά γίνεται μέ ταπείνωση, μέ συναίσθηση βαθιά τῆς ἁμαρτωλότητας μας, καί νά εἶναι καρδιακή. ᾿Εάν δέν εἶναι καρδιακή, δέν ὠφελεῖ. ῾Ο Θεός ἀκούει πάντοτε τήν προσευχή τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι πνευματικά ἀνεβασμένος. ῾Η μελέτη τῆς ῾Αγίας Γραφῆς βοηθάει πολύ τήν προσευχή, θερμαίνει τήν ψυχή καί μεταφέρει τόν προσευχόμενο σ᾿ ἕνα πνευματικό χῶρο. ῾Η προσευχή είναι  ξεκούραση. ῞Οταν ἐμεῖς ἀναθέτουμε τά πάντα σ᾿ Αὐτόν, ὁ Θεός ὑποχρεώνεται νά μᾶς βοηθήσει.»

«῾Η ἀσώματος φύσις τά χερουβείμ»

.          Ὁ δεύτερος ὕμνος εἶναι ἕνα ἀρχαϊκὸ πρωτοχριστιανικὸ ποιητικὸ κείμενο σὲ στίχους ἑνδεκασύλλαβους, ποὺ τὸ βρίσκουμε καὶ σὲ πάπυρο τοῦ 6ου αἰώνα. Δοξολογία ἀγγελικὴ καὶ ἀνθρώπινη πρὸς τὸν Δημιουργὸ καὶ δέηση ἑνώνονται ἁρμονικὰ στὸ ὡραῖο αὐτὸ ὑμνογράφημα τὸ «Ἡ ἀσώματος φύσις τὰ χερουβείμ…
῾.          Ο πιστός αἰσθάνεται τήν  ἀνάγκη νά προστρέξει προσευχητικά  πρῶτα στήν Παναγία Τριάδα κι ἔπειτα στήν Παναγία καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ, στούς Προφῆτες, στούς Μάρτυρες καί στίς ἐπουράνιες Δυνάμεις καί νά τούς παρακαλέσει: «῾Υπέρ πάντων πρεσβεύσατε ἐκτενῶς, ὅτι πάντες ὑπάρχομεν ἐν δεινοῖς»… «ἵνα πλάνης ρυσθῶμεν  τοῦ πονηροῦ». Μέ τόν  ὄμορφο καί λιτό, γοργό  κι εὐχάριστο αὐτό πρωτοχριστιανικό ὕμνο  ὁ πιστός ἀναπτερώνει τήν κατακαμπτόμενη ἀπό τόν κάματο τῆς ἡμέρας ψυχική του διάθεση καί καλεῖ τόν Τριαδικό Θεό καί τήν χορεία τῶν ἁγίων καί τῶν ᾿Αγγέλων. Οἱ ἅγιοι, εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅμως παράλληλα καί πολύ κοντά μας γιατί  εἶναι προπάντων ἄνθρωποι μεγάλης  ἀγάπης καί θυσιαστικοῦ πνεύματος.῞Οπως μᾶς διδάσκει  κι ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος:  “᾿Από τήν ἀγάπη φλεγόταν ὁ Παῦλος. ῎Αν μάλιστα ἐξετάσουμε καί τούς ἄλλους ἁγίους, ὅλους θά τούς βροῦμε νά ἔχουν διακριθεῖ γιά τήν ἀγάπη τους. ῾Η ἀγάπη φανερώνει τόν πλησίον σάν τόν ἑαυτό σου. ῾Η ἀγάπη κάνει τούς πολλούς ἕνα σῶμα. ῾Η ἀγάπη κάνει κοινά σέ ὅλους ὅσα στόν καθένα ὑπάρχουν” (Ε.Π.Ε. 31,860).

 Κύριε τῶν Δυνάμεων

  .           ῞Ενας κορυφαῖος ὕμνος τοῦ Μ. ᾿Αποδείπνου εἶναι το Κύριε τῶν δυνάμεων, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἐπωδός: “Κύριε τῶν δυνάμεων,  μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ, ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοηθόν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν·  Κύριε τῶν δυνάμεων ἐλέησον ἡμᾶς”. ῾Η ἔκφραση “Κύριε τῶν δυνάμεων” συναντᾶται πολλές φορές στήν Παλαιά Διαθήκη καί κυρίως στούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ. Οἱ συνήθως οἱ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν τήν λανθασμένη ἔκφραση ὅτι ὁ Θεός εἶναι “μιά ἀνώτερη δύναμη”. ῾Η ἔκφραση εἶναι λανθασμένη,  γιατί ὁ Θεός δέν εἶναι ἁπλῶς μία δύναμη ἀνώτερη -συγκριτικός βαθμός- γιατί αὐτό ἐξυπονοεῖ ὅτι πάνω ἀπό τόν Θεό ὑπάρχει μιά ἄλλη δύναμη ἀνώτερη ἀπό τόν Θεό, ἡ ἀνώτατη, κάτι τό ἄτοπο. ῾Ο Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἡ ἀρχή ὑπάρξεως ὅλων τῶν “ὁρατῶν τε καί ἀοράτων”. Εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά βοηθήσει τό ἀνυπεράσπιστο πλάσμα του ἀπό τούς κινδύνους καί τίς θλίψεις πού τό κατατρύχουν.
  .          Ὁ ἄνθρωπος πού πίστεψε ὅτι μπορεῖ νά γίνει ὑπεράνθρωπος, Θεός χωρίς τόν Θεό, περιμαζεύει τώρα τά συντρίμμια τῆς ἀλαζονείας του. Μακριά ἀπό τόν Θεό βρίσκεται σέ ἀπόγνωση, ἀδιέξοδο, θλίψη, κρίση κυρίως  πνευματική. ῾Ο ἄνθρωπος πού δέν ἀποξενώνεται ἀπό τόν Θεό, ξέρει ὅτι ὁ Θεός εἶναι κοντά του “ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως”. Βιώνει  καθημερινά τήν ἀλήθεια πού διακηρύττει ὁ ψαλμωδός: “᾿εν θλίψει ἐπλάτυνάς με”.  Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς παρηγορήσει στίς δυσκολίες καί τίς θλίψεις τῆς ζωῆς μας. ῾Ο ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος θά χαρακτηρίσει τή θλίψη πολύ μεγάλο ἀγαθό πού σφυρηλατεῖ τίς ψυχές μας(Ε.Π.Ε. 15, 612).  ῾Ο μέγας νηπτικός Θεολόγος τῆς  ᾿Εκκλησίας μας, ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος,  θά μᾶς πεῖ ὅτι “ἡ ψυχή πού θλίβεται ἐξαιτίας τῶν πειρασμῶν θά ὁδηγηθεῖ στά δάκρυα πού καθαρίζουν τήν καρδιά καί τήν κάνουν ναό τοῦ ἁγίου Πνεύματος”. (Ε.Π.Ε. 19, 56). ῾Η θλίψη λοιπόν εἶναι εὐεργετική,  ὅταν μᾶς ὁδηγεῖ ὄχι στήν κατάθλιψη καί τήν ἀπόγνωση, ἀλλά στήν ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους.  

2. ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

   .          Κυρίαρχη καί ἰδιάζουσα  θέση τήν περίοδο τῆς Μεγάλης  Τεσσαρακοστῆς περιλαμβάνει τό πρόσωπο τῆς κυρίας Θεοτόκου, τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου διαποτίζει ὁλόκληρη τήν ὑμνολογία καί νοηματοδοτεῖ μέ τό χαρμόσυνο μήνυμά του τήν ἀνηφορική  πορεία τοῦ πιστοῦ κατά τήν περίοδο αὐτή. 
     ῾.          Ο ἀνθρώπινος νοῦς δέν μπορεῖ νά συλλάβει τό μυστήριο τῆς θείας συλλήψεως. Πῶς ὁ ᾽Αχώρητος χωράει στήν μήτρα τῆς Παρθένου; Πῶς ὁ Δημιουργός τοῦ παντός,  ὁ Ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς,  καταδέχεται νά κατοικήσει στήν κοιλία τῆς ἀπειρογάμου νύμφης καί νά λάβει σάρκα ἐκ τῶν ἁγνῶν αἱμάτων της;  ῾Ο χαρμόσυνος χαιρετισμός τοῦ ᾽Αρχαγγέλου Γαβριήλ πρός τήν Παρθένο Μαρία:  ῾῾Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ᾽ ᾽, γίνεται πηγή ἐμπνεύσεως καί ὕμνος στά χείλη κάθε πιστοῦ. ῾Η Μαρία δέν εἶναι πλέον ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἀλλά καθίσταται πλέον  ἡ ῾῾φωτοδόχος λαμπάδα᾽᾽, πού δέχτηκε μέσα της τό Φῶς (φωτο-  δόχος), τόν ῞Ηλιο τῆς Δικαιοσύνης, καί ἔτσι φέγγει  σέ αὐτούς πού εἶναι μέσα στό σκοτάδι καί μέ τό ἄϋλο αὐτό φῶς τῆς θεότητος,  πού μεταδίδει ὡς ἑτερόφωτος ἀστέρας,  ὁδηγεῖ ῾῾πρός γνῶσιν θεϊκήν ἅπαντας᾽᾽.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, 
ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, 
ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ· 
ὁ κλίνας τῆ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, 
χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· 
Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, 
λαβόντα δούλου μορφήν, 
ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι·  Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ἑρμηνεία:  Ο ἀσώματος Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἀφοῦ ἔλαβε προσταγή ἀπό τόν Θεό κατά τρόπο ἀκατάληπτο σέ ἐμᾶς, παρουσιάσθηκε ἀμέσως στήν κατοικία τοῦ ᾽Ιωσήφ (τοῦ προστάτη τῆς Παρθένου)   καί εἶπε στήν Κόρη πού δέν εἶχε ἐμπειρία γάμου. Ὁ Θεός,  πού μέ ἀπερίγραπτη ταπείνωση  καταδέχτηκε νά γίνει ἄνθρωπος καί γιά τό σκοπό αὐτό ἐχαμήλωσε τούς οὐρανούς γιά νά κατέλθει στή γῆ, εἰσέρχεται τώρα ὁλόκληρος μέσα σου, χωρίς νά ὑποστεῖ καμμία μετατροπή  καί ἁλλοίωση στή θεία φύση Του). Βλέποντας κι ἐγώ Αὐτόν μέσα στήν κοιλιά σου νά λαμβάνει μορφή δούλου (δηλαδή νά γίνεται ἄνθρωπος), καταλαμβάνομαι ἀπό θαυμασμό καί δέος καί κραυγάζω σέ σένα: 
 Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 ῾῾Τῇ ὑπερμάχῳ …᾽᾽

 .           Δέν θά μποροῦσε νά ἔλειπε ἀπό τήν σημερινή μας παρουσίαση τό πασίγνωστο πλέον :  ῾῾Τῇ ὑπερμάχῳ …᾽᾽. ῾Ιστορικό τροπάριο, μέ τό ὁποῖο ἐκφράζονται  ἐκφράζονται  εὐχαριστίες τοῦ λαοῦ τοῦ Βυζαντίου στήν Παναγία μας , γιατί σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν στρατιωτῶν  ἡ Θεοτόκος βοηθοῦσε καί σκέπαζε  τούς βυζαντινούς στρατιῶτες στήν ἀπόκρουση τῶν σκληρῶν  ἐπιδρομῶν τῶν ᾽Αβάρων ἐπί αὐτοκράτορα ᾽Ηρακλείου.  

Ἕτερον. Ἦχος ὁ αὐτός.

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, 
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, 
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε• 
ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, 
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, 
ἵνα κράζω σοι·  Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.
.          Ἑρμηνεία: Σέ σένα τήν  ὑπέρμαχο στρατηγό τή Θεοτόκο, ἐγώ ἡ πόλη σου, ἀποδίδω μέ εὐγνωμοσύνη τή νίκη, γιατί λυτρώθηκα (μέ τή δική σου βοήθεια) ἀπό τίς φοβερές συμφορές πού ἔρχονταν ἐναντίον μου. ᾽Επειδή, ὅμως, ἡ δύναμή σου εἶναι ἀκατανίκητη, Θεοτόκε, ἀπάλλαξέ με ἀπό κάθε κίνδυνο, γιά νά ψάλλω: 
Χαῖρε,  νύμφη ἀνύμφευτε.
.          Τὸ γνωστό μας ῾῾Ἄξιόν ἐστιν…᾽᾽ πού ψάλλεται σέ κάθε θεία Λειτουργία κατά πανηγυρικό τρόπο στήν Παναγία μας καί μέ αὐτόν τόν τρόπο τῆς ἀποδίδεται μιά ῾῾ἐξαιρετική᾽᾽ τιμή σέ ἐκείνη πού κατέχει τά δευτερεῖα τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τήν δεύτερη δηλαδή ἀξιολογικά θέση  μετά τόν Τριαδικό Θεό μας. ῾Ο ὕμνος αὐτός ἀρχικά ἄρχιζε ἀπό τό ῾Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουμείμ᾽᾽, πού ἀποτελοῦσε ποίημα τοῦ μοναχοῦ Κοσμᾶ καί ἀργότερα συμπληρώθηκε στήν ἀρχή μέ τήν προσθήκη:  Ἄξιόν ἐστιν, ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν», κατά παράδοξη ἀγγελική ἀποκάλυψη σέ μοναχό στίς Καρυές τοῦ ῾Αγίου Ὄρους.

 .          Θά τό ἀφήσουμε ἀμετάφραστο γιατί εἶναι ἁπλό στή διατύπωσή του. Θά ἀφήσουμε ὅμως γιά λίγο τόν χαριτωμένο λόγο τοῦ Γέροντος Παϊσίου νά μᾶς διδάξει γιά ποιό λόγο προστρέχουμε μέ τόση οἰκειότητα στην Παναγία μας καί γιατί τήν νιώθουμε τόσο κοντά μας. Στό διάλογο πού ἀκολουθεῖ  ρωτάει κάποια μοναχή κι ὁ Γέροντας ἀποκρίνεται: ῾

– Κάποιος, Γέροντα, µᾶς ρώτησε: «Ἀφοῦ ἡ σωτηρία µας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, γιατί, ὅταν ἐπικαλούµαστε τὴν Παναγία, λέµε: “Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡµᾶς”»;
– Ἂς ποῦµε, µιὰ γυναίκα ἔχει γειτόνισσα τὴν µάνα ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ τὴν παρακαλεῖ νὰ φροντίση, ὥστε νὰ βρεθῆ µιὰ δουλειὰ γιὰ τὸ παιδί της. Ἡ γειτόνισσα προθυµοποιεῖται, ὄµως δὲν θὰ βρῆ ἡ ἴδια τὴν δουλειά, ἀλλὰ θὰ παρακαλέση τὸν γυιό της, ποὺ ὡς ὑπουργὸς ἔχει αὐτὴν τὴν δυνατότητα καὶ θὰ κάνη τὸ χατίρι τῆς µάνας του.  Ἔτσι κι ἐµεῖς, παρακαλοῦµε τὴν Παναγία νὰ µᾶς σώση καὶ ἡ Παναγία παρακαλεῖ τὸν Γιό Της ποὺ ἔχει αὐτὴν τὴν δύναµη. Καὶ Ἐκεῖνος τῆς κάνει τὸ χατίρι, γιατί ἀγαπάει πολὺ τὴν Μητέρα Του.
– Γέροντα, στὴν Παναγία προσεύχοµαι µἐ περισσότερη ἄνεση ἀπὸ ὅ,τι στὸν Χριστό. Μήπως αὐτὸ εἶναι ἀνευλάβεια;
– Κι ἐγὼ ἔτσι νιώθω. Ἀπὸ πολὺ σεβασµὸ στὸν Χριστό, νιώθω περισσότερη ἄνεση στὴν Παναγία, ὅπως καὶ τὰ παιδιὰ – καὶ µεγάλα ἀγόρια νὰ εἶναι – πηγαίνουν στὴν µάνα µἐ περισσότερο θάρρος ἀπὸ ὅ,τι στὸν πατέρα, ἀπὸ σεβασµὸ πρὸς τὸν πατέρα. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν πραγµατικὴ εὐλάβεια καὶ σεβασµὸ στὸν Χριστό, συστέλλονται µπροστὰ στὸν Χριστό, ἐνῶ στὴν Παναγία ἔχουν περισσότερο θάρρος καὶ τὴν πλησιάζουν ἄνετα, γιατί ἡ Παναγία ἀνήκει στὸ γένος τὸ ἀνθρώπινο. (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ ϛ´ Περί Προσευχῆς, σελ. 86, 87, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2012)

ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΣΗΦ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ: Ο προστάτης των πιλότων






Κείμενο Λουδάρος Ανδρέας
 
Η φωτογραφία του, καθώς και διάφορα video έχουν κάνει το γύρο του κόσμου. Είναι ο μοναχός που κάθε φορά που κάποιο αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας περνά πάνω από την Χερσόνησο του Άθωνα, «αναγκάζει» τους πιλότους να κάνουν χαμηλή διέλευση για να τον «χαιρετίσουν».
 
Η φωτογραφία του, καθώς και διάφορα video έχουν κάνει το γύρο του κόσμου. Είναι ο μοναχός που κάθε φορά που κάποιο αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας περνά πάνω από την Χερσόνησο του Άθωνα, «αναγκάζει» τους πιλότους να κάνουν χαμηλή διέλευση για να τον «χαιρετίσουν».
 
Και πώς να μην το κάνουν όταν ο μοναχός αυτός βγαίνει στην άκρη του βουνού και με μια τεράστια σημαία, πότε ελληνική και πότε βυζαντινή, τους χαιρετά και με το δικό του τρόπο τιμά την αποστολή τους. 
Ποιος είναι όμως αυτό ο μοναχός και ποια η ιστορία του;


Η ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ
Χρόνια πριν, ο Ιωσήφ βρέθηκε στην Σκύρο για ένα τοπικό πανηγύρι. Εκεί επισκέφθηκε την αεροπορική βάση. Ένας από τους πιλότους των μαχητικών τον αναγνώρισε.

Ήταν ο καλόγερος στο μικρό κελί σε μια από τις κορυφές του Άθωνα πάνω από ένα «σημείο στροφής» όπως λέγεται στη γλώσσα της αεροπορίας.
 
Μετά την γνωριμία αυτή,  ο ιπτάμενος κάθε φορά που περνούσε από το σημείο φρόντιζε να μειώνει το ύψος του χαιρετώντας με τον τρόπο του το μοναχό, κι εκείνος από την γη έκανε το ίδιο κουνώντας τα χέρια.
 
Μέχρι που μια μέρα ο μοναχός Ιωσήφ, πήρε μια τεράστια ελληνική σημαία. Ο χαιρετισμός πήρε άλλη χροιά.
 
Ο μοναχός την κυμάτιζε όσο πιο περήφανα και πανηγυρικά  μπορούσε και ο πιλότος, σαν να υποκλινόταν στην Γαλανόλευκη έκανε μια χαμηλή διέλευση δίπλα ανταποδίδοντας την τιμή.
 
Η ιστορία του καλόγερου με τη σημαία διαδόθηκε σχεδόν αστραπιαία μεταξύ των χειριστών της Πολεμικής Αεροπορίας και ο ένας μετά τον άλλο, κάθε φορά που η αποστολή τους ήταν στην περιοχή, περνούσε για να χαιρετήσει τον καλόγερο.
 
Οι πρώτες φωτογραφίες άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν και μέσω του διαδικτύου αυτή η μοναδική σχέση του ταπεινού Αγιορείτη με τους πιλότους των μαχητικών έκανε τον γύρο του κόσμου.
 
Ο ερημίτης «γαντζωμένος» στην άκρη του γκρεμού να κουνά τη σημαία και οι πιλότοι να περνούν τόσο κοντά του που τα πρόσωπα τους να διακρίνονται.
 
Οι φωτογραφίες είναι εκπληκτικές, σπάνιες και αν μη τι άλλο σε ανατριχιάζουν. Είναι από αυτές τις εικόνες που σε κάνουν περήφανο, που ζηλεύεις γιατί δεν είσαι εκεί.
 
Κάποιες φορές το σκηνικό επαναλαμβάνεται και με σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ δεν είναι λίγοι οι προσκυνητές που όταν τυχαίνει να βρίσκονται σε τέτοιες στιγμές παίρνουν και αυτοί μια σημαία και συμμετέχουν.

Αυτός ο ερημίτης έχει μετατραπεί σε έναν «προστάτη» των αεροπόρων. Τους βλέπει όταν πηγαίνουν για τις αερομαχίες και τους περιμένει να γυρίσουν πάλι από το ίδιο σημείο.
 
Πολλοί πιλότοι δεν έχουν μείνει μόνο στον χαιρετισμό από αέρος. Τον έχουν αναζητήσει και τον έχουν επισκεφθεί στο κελί του που πλέον είναι γεμάτο ενθύμια. Μέχρι και στολή πιλότου του έχουν δώσει με το όνομα του γραμμένο πάνω της «Μοναχός Ιωσήφ» και δίπλα «Είσαι έτοιμος για το ταξίδι της ζωής».
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Γεννήθηκε στην Κόρινθο πριν 55 χρόνια. Είναι γιός παπά. Τον βάφτισαν Χρήστο, αλλά αυτός προτίμησε να ακολουθήσει το Χριστό και το 1983 έγινε ο Μοναχός Ιωσήφ της Μονής Μεγίστης Λαύρας. Ήταν μόλις 25 ετών.
 
Στο κελί του Αγίου Μηνά στη Βίγλα βρέθηκε τυχαία, αν και οι μοναχοί δεν θεωρούν τίποτα τυχαίο.
 
Ο τότε Ηγούμενος της Λαύρας έψαχνε κάποιον νέο, δυνατό που «να πιάνουν τα χέρια του» για να πάει στο μικρό κελί στην άκρη του βουνού, να το συντηρήσει. Ο τελευταίος ένοικος του είχε φύγει από τη ζωή και τα καντήλια του δεν άναβαν πια, σαν το τραγούδι που μαθαίναμε στο Κατηχητικό… «εις το βουνό ψηλά εκεί είναι εκκλησιά ερημική».
 
Σ αυτό το εκκλησάκι το ερημικό, που πρωτοχτίστηκε τον 19ο αιώνα,  ο Ιωσήφ φρόντισε να ξανακουστεί η καμπάνα και τα καντήλια να μην ξανασβήσουν.
 
Λένε ότι το σημείο που βρίσκεται το μοναστηράκι, Κελλί κατά την αγιορείτικη ορολογία, βλέπει στο σημείο όπου ο Μαρδώνιος το 492π.Χ. έχασε το μισό του στόλο εκστρατεύοντας εναντίον των Ελλήνων.
 
Ο Ιωσήφ σαν γνήσιος Αγιορείτης, δεν συμπαθεί ιδιαίτερα την δημοσιότητα. Για να τον βρει κάποιος πρέπει να κάνει μεγάλο κόπο. Ότι έχει να πει το λέει στους προσκυνητές που τον επισκέπτονται.
 
Άλλωστε αν ήθελε «πολυκοσμία» δεν θα ζούσε σ’ ένα μικρό μοναστηράκι στην άκρη του «πουθενά».
 
Αν πάντως είστε τυχεροί μπορεί να τον συναντήσετε και εκτός Αγίου Όρους σε κάποια θρησκευτική πανήγυρη. Είναι από τους πιο γνωστούς ιεροψάλτες του Αγίου Όρους και συχνά επισκέπτεται Μητροπόλεις και Πατριαρχεία που τον προσκαλούν για να ψάλλει.













 

Ο μακαριστός π. Αυγουστίνος Καντιώτης για τον Ακάθιστο Ύμνο

Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου






Πατήστε εδώ

Απευθείας μετάδοση από τον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, χοροστατούντος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμου.




π. Σπυρίδωνας Πετεινάτος: Κήρυγμα Κυριακής Ε των Νηστειών - Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας « Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα »


π. Σπυρίδωνας Πετεινάτος: Κήρυγμα Κυριακής Ε των Νηστειών - Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Peteinatos copy
Αρχιμανδρίτης  Σπυρίδων Πετεινάτος, Ιεροκήρυκας
Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
( Μάρκ. 32 – 45 )
ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ
« Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα »
Ο Κύριος ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα, προχωρεί σταθερά προς την ύψιστη και ακατάληπτη θυσία διά την πολλή του αγάπη προς τον άνθρωπο, διά το ύψιστον έργον της σωτηρίας των ανθρώπων που το ανέλαβε ο ίδιος σαν καθήκον Του. Σαν νΘεός εγνώριζε λεπτομερώς όσα έμελε να του συμβούν στα Ιεροσόλυμα. Εμπρός του πέρναγαν σαν κινηματογραφική ταινία, η σύλληψις, οι εξευτελισμοί, ο σταυρός. Και όμως εστήριξε το πρόσωπο αυτού προς τα Ιεροσόλυμα, λέει ο Ευαγγελιστής. Σταθερά, ακλόνητα βάδισε για να πιή το ποτήριο, το πικρότερο ποτήριο που υπήρξε και θα υπάρξη ποτέ στον κόσμο. Να βαπτισθή μέσα στο άχραντο αίμα του.
Η οδός του καθήκοντος είναι συχνά, ποιρεία αιματηρή και γι΄αυτό λίγοι την ακολουθούν, οι περισσότεροι την παρακάμπτουν ή την αρνούνται!
Η εποχἠ μας χαρακτηρίζεται από την διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας και την άρνηση των καθηκόντων μας. Ο άνθρωπος ανεβαίνει, πλουτίζει, γίνεται ισχυρός, όταν ξέρει να διεκδική τα δικαιώματά του και περισσότερα δικαιώματα απ΄όσα έχει και να καταπατή τα καθήκοντα, που η συνείδησίς του και ο νόμος του Θεού του επιβάλουν.
Το δικαίωμα του κέρδους είναι νόμιμο, αλλά και το καθήκον της τιμιότητος θεϊκό. Ο σύγχρονος άνθρωπος όχι μόνον υπεραμύνεται τούτου του δικαιώματος, αλλά και το θεοποιεί, ενώ το καθήκον της τιμιότητος το καταπατεί. Έχει δικαιώματα ο σύζυγος ή η σύζυγος στο σπίτι, πρέπει τα παιδιά να τους σέβωνται, να τους ακούνε, δικαιώματα, που συχνά τα απαιτούν, ενώ παραμελούντα καθήκοντα, που η συνείδησις και ο θείος Νόμος επιβάλουν, όπως τα καθήκοντα της πιστότητος, της ανοχής και μακροθυμίας.
Και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας νοοτροπίας, που τείνει να επικρατήση παντού είναι η υποβίβασιςτης ηθικής στάθμης του καιρού μας, είναι οι αγώνες για την κατάκτησιν και άλλων δικαιωμάτων, που φέρνουν συγκρούσεις και δημιουργούν τις σύγχρονες αναστατώσεις.
Αλλ΄ έρχεται για άλλη μια φορά στο διάβα της ζωής μας το μοναδικό παράδειγμα του θείου Διδασκάλου η εμμονή στο καθήκον. Εμμονή μέχρι θυσίας, θυσίας σταυρικής, για να μας τονίση την εμμονή στα καθημερινά μας καθήκοντα.
Για να ακολουθήση ο άνθρωπος τη γραμμή του καθήκοντος, πρέπει να υπερπηδήση μερικά εμπόδια.
Πρώτα το εμπόδιο που προβάλλει ο ίδιος ο εαυτός μας. Ο ατομισμ~ος μας λέει : « Κοίταξε τον εαυτόν σου! Μην γίνεσαι σκλάβος των άλλων. Υπερασπίσου τα δικαιώματά σου, αν θέλης ν΄ ανέβης, να πλουτίσης ». Αλλ΄αυτός είναι ο κατώτερος εαυτός μας. Ενώ ο καλός εαυτός μας, η φωτισμένη συνείδησις, μας σπρώχνει προς το καθήκον, προς την προσφορά για το καλό του συνανθρώπου μας. Από εμάς εξαρτάται την πρώτη φωνή να παρατρέξουμε και ν΄ ακούσουμε του Θεού την φωνή!
Πρέπει όμως επίσης να υπερνικήσουμε και τις δυσκολίες, που οι γύρω μας παρουσιάζουν. Με πολλή προχειρότητα και επιπολαιότητα μερικοί λένε : « Άδικα κάνεις το καθήκον σου καϋμένε! Οι κόποι σου πάνε χαμένοι. Δεν θα σου δώσουν βραβείο γι΄αυτά που κάνεις! » Και πολλές φορές έτσι συμβαίνει. Η μάνα κάνει το καθήκον της θυσιάζοντας το παν για το σπίτι και τα παιδιά της. Να όμως που οι κόποι της μερικές φορές δεν αναγνωρίζονται ούτε από το σύζυγο, ούτε από τα παιδιά. Ο έμπορος που θα ζητήση να εφαρμόση το καθήκον της δικαιοσύνης, ίσως δεν θα ακούση επαίνους, συχνά μάλιστα θα τον ψέξουν οικείοι, συγγενείς, φίλοι. Συχνά δεν αμοίβεται ο άνθρωπος του καθήκοντος.
Το καθήκον όμως που του επιβάλλει ο θείος Νόμος και η φωτισμένη του συνείδησις ο πιστός το εκπληρώνει γιατί είναι θέλημα Θεού.
Αλλά ποιος μπορεί να εμπνεύση στον σύγχρονο άνθρωπο την έννοια του καθήκοντος, που φθάνει στην θυσία; Κανένα ανθρώπινο μέσο. Μόνο η θερμή και ακλόνητη πίστη στον Θεό μπορεί να δείξη στον άνθρωπο της εποχής μας τον δρόμο του καθήκοντος. Μόνο ο άνθρωπος που έχει στραμμένο το βλέμμα του συνεχώς στην κορυφή του Γολγοθά, στον Σταυρό του Κυρίου, μπορεί κάθε καθήκον να πραγματοποιήση.
Και είναι αυτό η μεγαλύτερη πνευματική νίκη, στην τόσο « πεζή » εποχή μας.
Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος, Ιεροκήρυκας
Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...