Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 20, 2013

Κυριακή Ε’ Νηστειών – Πορεία προς το πάθος


Πορεία προς το πάθος

Η αληθινή δόξα

Ο Κύριος πορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα και έχει τα πρόσωπό του στραμμένο στην ιερή πόλη. Οι μαθητές εκστατικοί απορούν βλέποντας τον Κύριο τόσο άφοβα να προχωρεί σταθερά προς τον τόπο του μαρτυρίου, προς την πόλη όπου πρόκειται να πάθει τόσο πολλά. Τον βλέπουν να μην αποφεύγει το σταυρικό θάνατο, αλλά να σπεύδει προς αυτόν για τη σωτηρία του κόσμου. Και φοβούνται καθώς Τον ακούν κάποια στιγμή να τους λέει όσα πρόκειται να συμβούν στα Ιεροσόλυμα· ότι εκεί θα παραδοθεί στους αρχιερείς και θα Τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα Τον παραδώσουν στους Ρωμαίους κι αυτοί θα Τον εμπαίξουν και θα Τον μαστιγώσουν και θα Τον φονεύσουν. Αλλά Αυτός την Τρίτη μέρα θα αναστηθεί.
Οι μαθητές όμως φαίνεται πως δεν κατανοούν τα λόγια του Κυρίου. Ενώ ο Κύριος τους μιλάει για πάθος, αυτοί ζουν σ’ άλλο κόσμο, επιζητούν τη δόξα! Δυο μάλιστα από αυτούς, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, πλησιάζουν τον Κύριο και Του ζητούν τιμές και αξιώματα, Του ζητούν να καθίσουν δεξιά και αριστερά στο βασιλικό θρόνο του!
Μόλις αντιλαμβάνονται το αίτημα των δύο οι άλλοι δέκα, αγανακτούν. Γιατί άραγε; Αισθάνονται μήπως πόσο ολέθριο πάθος είναι η φιλοδοξία των δύο μαθητών; Όχι ασφαλώς. Οι δέκα αγανακτούν διότι είναι και οι ίδιοι φιλόδοξοι, θέλουν κι αυτοί τιμές και αξιώματα και αισθάνονται ότι παραγκωνίζονται. Βέβαια είναι κατανοητή αυτή τους η εκτροπή. Διότι δεν έχουν λάβει ακόμη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό διακατέχονται όχι μόνο από τη μάταιη φιλοδοξία και προσδοκία υλικών αμοιβών, αλλά και από αντιζηλίες και πνεύμα ανταγωνισμού. Πόσο λίγο κατάλαβαν οι μαθητές τι είναι το ταπεινό φρόνημα που τους δίδασκε επί τρία χρόνια ο Κύριος με το λόγο του και με τη ζωή του! Δεν ήθελαν ούτε να σκεφθούν ένα ταπεινωτικό μαρτύριο! Ο νους τους πήγαινε στη συνέχεια των γεγονότων, στη δόξα! Ο Κύριος όμως με μεγάλη υπομονή αντιμετωπίζει τη φιλοδοξία των μαθητών και στοργικά στιγματίζει τα εγκόσμια φιλόδοξα ελατήριά τους.
Δεν αρνείται βέβαια ο Κύριος τη δόξα, αλλά δίνει την πραγματική της διάσταση: Όσοι θέλουν να δοξασθούν, τους λέει, πρέπει πρώτα να ταπεινωθούν, να αγιασθούν και να θυσιασθούν. Και διδάσκει έτσι όλους μας ότι ο δρόμος προς την αληθινή δόξα ξεκινάει από τα ανηφορικά μονοπάτια της ταπεινώσεως, της αγιότητος και της θυσίας. Αυτή είναι η πραγματική δόξα, η δόξα του Κυρίου και των Αγίων της Εκκλησίας μας, δόξα αιώνια και αληθινή. Διότι δεν είναι μία ανθρώπινη επιβράβευση, είναι δώρο του Θεού· γι’ αυτό και έχει αιώνια αξία.
Όλοι λοιπόν οι πιστοί ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου και των Αγίων μας, πρέπει να πορευόμαστε στο δρόμο της ζωής μας σταθερά προσηλωμένοι στην αληθινή δόξα. Να μην κολλάει η ψυχή μας στα μάταια και τα φθηνά, να μην επιζητούμε επίγειες τιμές και αξιώματα, αλλά να προσβλέπουμε στην πραγματική δόξα, που είναι η αιώνια δόξα, την οποία θα απολαύσουν οι άνθρωποι του χρέους, της ταπεινώσεως και της θυσίας.

Βασιλεία διακονίας

Η εσφαλμένη αυτή επιδίωξη της εγκόσμιας δόξας από τους μαθητές έδωσε την αφορμή στον Κύριο να τους εξηγήσει ότι στη δική του βασιλεία, που είναι βασιλεία πνευματική, δεν έχουν θέση νοοτροπίες εξουσίας και κυριαρχίας. Μεταξύ σας, είπε, δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεσθε όπως κάνουν οι κοσμικοί άνθρωποι. Αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, να είναι υπηρέτης σας. Και όποιος θέλει να γίνει πρώτος, να γίνει δούλος όλων ταπεινός.
Αυτό ακριβώς άλλωστε έκανε και ο Ίδιος. Έγινε άνθρωπος όχι για να Τον υπηρετούν οι άνθρωποι, αλλά για να μας υπηρετήσει. Έλαβε μορφή δούλου για να μας διακονήσει. Έγινε δούλος των δούλων του. Έγινε άνθρωπος, για να μας προσφέρει την ύψιστη διακονία, να δώσει τη ζωή του για να σωθούμε όλοι εμείς οι σκλάβοι της αμαρτίας.
Η βασιλεία του Θεού λοιπόν είναι βασιλεία διακονίας και όχι εξουσίας και κυριαρχίας. Αυτό πρέπει να το προσέξουμε όλοι μας, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Δεν έχουμε δικαίωμα λόγω της θέσεώς μας να επιζητούμε προβολή και κυριαρχία πάνω σε άλλους πιστούς, αλλά έχουμε καθήκον να υπηρετούμε τους άλλους. Να γινόμαστε δούλοι των δούλων, να είμαστε πρόθυμοι και για τις πιο ταπεινές διακονίες αγάπης προς τους αδελφούς μας. Έτσι θα οικοδομούμε ο ένας τον άλλον. Μεγάλοι στην Εκκλησία δεν είναι όσοι έχουν κάποια περίοπτη θέση, αλλά οι ταπεινοί, αυτοί που δέχονται με χαρά να επιτελούν ταπεινές διακονίες, και να είναι παραγκωνισμένοι για το καλό των άλλων. Αυτούς τιμά ο Θεός και αυτούς θα δοξάσει. Κάποτε και σ’ αυτή τη ζωή, πάντοτε όμως στην ένδοξη αιωνιότητα.

Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΤΕΑΝΟΙΑΣ «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;» του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων κ.κ. Σεραφείμ


                                                     
Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(21-4-2013)
ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ 
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;»(Κοντάκιον Μεγ.Κανόνος)
Ἡ 5η Κυριακή τῶν Νηστειῶν σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ἕνα ἅγιο πρότυπο καί ἕνα σπουδαῖο ὑπόδειγμα μετανοίας, τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία.
osia_mariaΤό ὁλοφώτεινο καί συγκλονιστικό παράδειγμα συντριπτικῆς καί ὁλοκληρωτικῆς μετανοίας τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας προβάλλεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας διά νά διεγείρη πρός μετάνοιαν καί σωτηρίαν καί τούς πλέον ραθύμους καί ἀναποφάσιστους χριστιανούς.
Παραστράτησε ἡ Μαρία στά παιδικά καί νεανικά της χρόνια καί κυλίσθηκε στόν βοῦρκο τῆς ἀσωτείας καί τῆς ἀκολασίας. Ἀπό τά 12 ὡς τά 29 της χρόνια ζοῦσε βίο ἀβίωτο καί ἄσωτο στά σκοτεινά καταγώγια τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὅμως, συνάντησε τή δυστυχισμένη αὐτή νέα γυναίκα στό σκοτεινό καί στραβό δρόμο τῆς πτώσεως καί τῆς διαφθορᾶς. Μέ ἕνα συγκλονιστικό σημάδι, πού ἔγινε ἔξω ἀπό τό ἱερό προσκύνημα τῶν Ἁγίων Τόπων, ἐνῶ προσπαθοῦσε νά εἰσέλθη στόν Ναό τοῦ Θεοῦ γιά νά προσκυνήση τό Τίμιο Ξύλο κατά τή γιορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τήν ἀφύπνισε. Τρεῖς φορές τήν ἀπώθησε μιά ἀόρατη θεία δύναμις καί μετά τήν τρίτη, ἀφοῦ ἔβαλε ἐγγυήτρια τῆς μετανοίας της τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πέρασε ἀνεμπόδιστα καί προσκύνησε μέ βαθειά κατάνυξι καί μεγάλη συντριβή τόν Ζωοποιό Σταυρό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Μιά θεϊκή φωνή τήν προσκαλεῖ, βγαίνοντας ἀπό τόν Ναό τοῦ Θεοῦ, νά φύγη γιά τήν βαθειά ἔρημο τῆς πέραν τοῦ Ἰορδάνη περιοχῆς.
Ἡ Μαρία καταλαβαίνει ἀμέσως τό θεϊκό κάλεσμα καί ἀνοίγει διάπλατα τά μάτια της στό φῶς τῆς ζωῆς. Ξεφορτώνεται ἀπ᾽ τίς ἀποσκευές τῆς φθορᾶς καί τῆς ἁμαρτίας καί τρέχει νά φορέση τόν χιτῶνα τῆς σωτηρίας. Πιάνεται ἀπό τήν θεϊκή βοήθεια καί δύναμι καί ἀνασηκώνεται.
Βεβαιωμένη πιά ὅτι βαδίζει στόν ἴσιο δρόμο ἀφήνει πίσω της ἕνα κόσμο ἀκολασίας καί ρυπαρότητας. Ἀπομακρύνεται ἀπό τόν γκρεμό, ἀφήνει τό ἀγχωτικό τρέξιμο γιά τίς ποικίλες ἁμαρτωλές ἀπολαύσεις, ξεφεύγει ἀπό τό σκοτάδι πού καλύπτει τήν κρυφή ζωή τῆς ἁμαρτίας. Ἀνοίγεται στήν ἁγιασμένη ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη γιά νά νοιώση πιό φωτεινό, πιό λαμπερό τό θεϊκό φῶς.
Παλεύει πιά μέ τούς λογισμούς, τίς ἐφάρματες σκέψεις, τίς ἁμαρτωλές εἰκόνες τῆς σαρκολατρικῆς ζωῆς, τίς αἰσχρές φαντασίες, τούς μάταιους διαλογισμούς καί τίς πονηρές ἐνθυμήσεις. Εἴκοσι χρόνια περνοῦν γιά νά ἀπαλλαγῆ ἀπ᾽ ὅλα αὐτά καί νά καθαρίση ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά της. Ἀπό τήν πολύ ἄσκησι, τήν μεγάλη νηστεία, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τήν ἀπέραντη ἡσυχία ἔφθασε σέ μέτρα τελειότητος.
Ὅταν πρός τό τέλος τῆς ζωῆς της τήν εἶδε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, δέν πατοῦσε στή γῆ, ἀλλ᾽ ὅταν ἐκεῖνος ἐπλησίασε, ἔρριψε τό ράσο του γιά νά σκεπάση τήν γύμνωσί της. Τά εἶπε ὅλα, ὁλόκληρη τήν ζωή της καί τήν ἑπόμενη χρονιά ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς τήν ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Καί ἐκείνη, τήν ἴδια ἡμέρα παρέδωσε τήν ψυχή της στόν Κύριο καί ἀγγελική συνοδεία τήν μετέφερε στά οὐράνια σκηνώματα .
Δεκαεπτά χρόνια στήν ἀσωτεία, σαρανταεπτά στήν ἄσκησι καί τήν ἁγιότητα.
Εἴθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅλοι μας νά μιμηθοῦμε τήν ἀληθινή μετάνοια καί ἐπιστροφή τῆς Ὁσίας Μαρίας στόν Θεό Πατέρα. Τήν γενναιόψυχη ἀπόφασί της καί τήν ἐνάρετη πιά ζωή καί πολιτεία της. Καί νά βροντοφωνάξωμε : φοβερή καί ἀπαίσια ἡ ζωή τῆς πνευματικῆς ἀκαταστασίας καί ἀμετανοησίας. Μεγάλη καί σωτήρια ἡ μετάνοια καί ἡ πνευματική κατά Χριστόν ζωή. Ἀμήν.-
† Ὁ Κ.Σ.

Κυριακή Ε΄ νηστειών Μαρκ. ι΄ 31 - 45 Αγ. Μαρίας της Αιγυπτίας


Ο Κύριος προλέγει τα γεγονότα που θα συμβούν, στους μαθητές και τους προετοιμάζει για το πάθος την ανάστασή του. Εκείνοι όμως  αντί να τον συμπονέσουν και να του συμπαρασταθούν,σκέφτονται με κοσμικό φρόνημα και επιδιώκουν τιμές και δόξες για τον εαυτό τους.
Δύο αδέρφια, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ζητάνε από τον Κύριο να τους έχει σε πρωτοκαθεδρία όταν θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του!
Δεν έχουν ακόμη καταλάβει ότι στη βασιλεία των ουρανών δεν μετράει η συγγένεια, δεν μετάνε τα αξιώματα, δεν μετράει το αν είσαι παντρεμένος ή όχι, αν είσαι ελληνας ή ιουδαίος.
Εκεί μετράει μόνο κατά πόσο είσαι αδελφός του Χριστού δηλ. κατά πόσο έχεις εφαρμόσει το θέλημα του Θεού , της ταπεινής αγάπης και της θυσίας.
Και ο Κύριος τους επαναφέρει στην τάξη. Τους λέει ότι αυτά που θέλετε τα ζητάνε οι ισχυροί της γής για να εξουσιάζουν πάνω στους ανθρώπους και να τους εκμεταλλεύονται, εμείς όμως οι χριστιανοί δεν έχουμε αυτή τη νοοτροπία αλλά...
   " Ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν,  έστε υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος έστε πάντων  δούλος. "
Οποιος από σας θέλει να γίνει μεγάλος ας γίνει υπηρέτης όλων και όποιος θέλει να γίνει πρώτος ας γίνει δούλος των άλλων. Είναι τα λόγια που εμείς οι χριστιανοί έχουμε ξεχάσει σήμερα και γι αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε στην πνευματική ζωή.
     Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε ούτε το σύντροφό μας να φέρουμε στην εκκλησία, ούτε τον αδερφό μας, ούτε το φίλο μας, ούτε το γείτονά μας.
Γιατί πώς να έρθει ο άλλος στην εκκλησία όταν βλέπει εσένα να θέλεις να έχεις παντού τον πρώτο λόγο και να διεκδικείς τα πρωτεία! Να φοράς το καλύτερο, να ψωνίζεις το καλύτερο της αγοράς, να μιλάς πρώτος... Και στην εκκλησία ακόμη τρέχεις να πάρεις πρώτος το αντίδωρο, σπρώχνεις για να  βγείς πρώτος έξω, βιάζεσαι να καταλάβεις τη θέση και δεν την παραχωρείς όταν άλλος στέκεται όρθιος δίπλα σου...
Πώς να έρθει ο άντρας σου όταν βλέπει ότι θέλεις να σε υπηρετούν και όταν σου ζητήσουν τις δικές σου υπηρεσίες, προφασιζεσαι αρρώστια, βιασύνη και χίλιες δυό δουλειές! Οταν ο συνάδελφός σου, σε βλέπει να διεκδικείς τα δικαιώματά σου χωρίς να σε ενδιαφέρει αν θα αδικηθούν κάποιοι άλλοι, στη δουλειά σου, στο σχολείο κλπ.
   Μας θέλει λοιπόν ο Χριστός δούλους, μας θέλει κορόιδα, καρπαζοεισπράκτορες; Τότε που είναι αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος ότι «τη ελευθερία η Χριστός υμας ηλευθέρωσεν, στήκετε και μή ζυγω δουλείας ενέχεσθαι »...
Μας λέει να μην υποδουλωνόμαστε στα πάθη μας, αλλά ούτε και σε αμαρτωλά προστάγματα ανθρώπων. Τότε; Εδώ δεν πρόκειται για μια σκλαβιά που μας επιβάλλουν, αλλά για έναν τρόπο ζωής που εμείς διαλέγουμε. Ενα τρόπο ζωής όπου δεν θέλουμε να σπρώχνουμε τους άλλους για να βγούμε πρώτοι, ούτε να απαιτούμε από τους άλλους να μας υπηρετούν αλλά εμείς θεληματικά να θυσιαζόμαστε για τον πλησίον. Παραχωρούμε τα δικαιώματά μας. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να εκδηλώσουμε την αγάπη μας, η θυσία. Το ίδιο έκανε και ο Χριστός. Η καλύτερα όπως λέει ο γ. Παίσιος: ο πνευματικός άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα!     
   " Και γάρ ο Υιός του ανθρώπου ουκ  ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί  πολλων."
    Και ο Υιος του Θεού έγινε υιός ανθρώπου και δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν αλλά για να υπηρετήσει ο ίδιος, και να δώσει τη ζωή του αντάλλαγμα για τη σωτηρία όλων.
Εδώ λοιπόν έρχεται πάλι με το παράδειγμά του ο Κύριος να μας δείξει το δρόμο. Δεν είναι άλλος από το δρόμο της αγάπης και μάλιστα της σταυρωμένης αγάπης, της αγάπης που θυσιάζεται για τον άλλο χωρίς να ζητάει τίποτε για τον εαυτό της...
     Σε όλη την επίγεια ζωή του ο Χριστός  αυτό το παράδειγμα έδωσε. Όταν οι μαθητές του ήθελαν να απολύσει τους όχλους εκείνος ήθελε να τους διακονήσει... τους έλεγε «δώστε τους να φάνε»...
Όταν στο Μυστικό Δείπνο (Μ. Πέμπτη) έπλυνε τα πόδια των μαθητών του δεν λογάριασε που αυτός ήταν ο διδάσκαλος, που ήταν οι τελευταίες του ώρες πάνω στη γή, αλλά αντίθετα, ζώστηκε την ποδιά και τους έπλυνε τα πόδια.
Τέλος όταν στη Γεθσημανή προσευχόταν  στον ουράνιο Πατέρα, δεν προσευχόταν για τον εαυτό του αλλά για τους μαθητές του και για όλο τον κόσμο.
Ακόμη δεν πρόβαλλε τον εαυτό του αλλά είπε «όπως εσύ Πατέρα μου θέλεις ας γίνει...»  Και όλα αυτά βέβαια τα έκανε όχι επειδή ήταν κατώτερος από τον πατέρα (ομοούσιος και αχώριστος του Πατρός) αλλά για να μας αφήσει αιώνιο πρότυπο τον εαυτό του, που αν και ήταν θεάνθρωπος ταπείνωσε ολοκληρωτικά τη θεότητά του και την έθεσε στην υπηρεσία όχι μόνο του ουρανίου Πατέρα αλλά όλου του κόσμου...
      Η Σαρακοστή τελειώνει αδελφοί μου. Έχουμε την εντύπωση ότι κάναμε το χρέος μας με το να ερχόμαστε μόνο  στην εκκλησία και να νηστεύουμε;
Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία, να αλλάξουμε τρόπο ζωής!
Θέλεις να δείς πόσο προχώρησες στην πνευματική ζωή; Να το μέτρο, το δίνει σήμερα ο Χριστός.
    Εξέτασε τον εαυτό σου, πόσο είσαι ένας υπηρέτης, βοηθός και συμπαραστάτης  στο περιβάλλον σου για τους άλλους, πόσο δεν διεκδικείς τα δικαιώματά σου αλλά τα αφήνεις στο Θεό;
Το κάνεις; Τότε είσαι γνήσιο τέκνο του Θεού, είσαι μέσα στη σωτηρία!

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ π. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΒΕΛΕΤΖΑΣ

Μάρκ. 10, 32-45


Με τη σημερινή περικοπή από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, η αγία μας Εκκλησία μας εισάγει στο πνεύμα του Πάθους του Κυρίου μας. Καθώς ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα, ο Χριστός προετοιμάζει τους μαθητές Του για όσα θα συμβούν, για την σύλληψή Του από τους αρχιερείς και τους γραμματείς, για την καταδίκη Του και τον σταυρικό Του θάνατο, για την Ανάστασή Του την τρίτη ημέρα. Και τους τα λέει όλα αυτά ώστε να μη δειλιάσουν μπροστά στα γεγονότα που θα συμβούν, αλλά να έχουν πίστη και να κατανοήσουν το σκοπό για τον οποίο ο Υιός του Θεού προσφέρει τον εαυτό Του θυσία για τη σωτηρία του κόσμου.
Ωστόσο οι μαθητές φαίνεται ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το πνευματικό μέγεθος των πραγμάτων, και παραμένουν προσκολλημένοι στην εβραϊκή πεποίθηση της εποχής, ότι ο Μεσσίας επρόκειτο να σώσει τον ισραηλιτικό λαό από τη δουλεία των Ρωμαίων. Γι αυτό σπεύδουν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, και ζητούν από τον Κύριο, όταν έλθει με όλη τη δόξα Του, να καθίσουν ένας στα δεξιά Του κι ένας στα αριστερά Του. “Δεν ξέρετε τί ζητάτε”, τους απαντά· και θέτει το ερώτημα: “μπορείτε να πιείτε το ποτήριο που πίνω και να βαπτισθείτε το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι;”, υπονοώντας τη θυσία και τον θάνατο που επρόκειτο να υποστεί. Στην καταφατική τους απάντηση, τους λέει ότι και αυτοί θα μαρτυρήσουν για το Ευαγγέλιο, δεν τους εγγυάται όμως ότι θα καθίσουν στα δεξιά Του και στα αριστερά Του.
Ίσως φαίνεται σκληρός ο λόγος του Χριστού, να ζητά από τη μια την θυσία των μαθητών Του, και από την άλλη να μην τους υπόσχεται ότι θα τους ανταμείψει με ό,τι εκείνοι ζητούν. Θέλει όμως να δείξει σε όλους μας ότι το κίνητρο για την κάθε θυσία στη ζωή μας, ιδιαίτερα για την πνευματική μας ζωή και προκοπή, δεν πρέπει να είναι μια σχέση δοσοληψίας ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό, αλλά να προέρχεται από την αγάπη μας προς Αυτόν. Θέλει να μας δείξει ότι όταν ο άνθρωπος εμφορείται από την αγάπη του Θεού, τότε προσφέρει και προσφέρεται χωρίς να επιζητεί κανένα αντάλλαγμα, αλλά επειδή έτσι υπαγορεύει η καρδιά του, κατά το υπόδειγμα του ίδιου του Κυρίου μας.
Για τον λόγο αυτό συνεχίζει ο Χριστός, τονίζοντας την διαφορά ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και στην κατά Θεόν υπεροχή: “Γνωρίζετε καλά”, τους λέει, “ότι εκείνοι που νομίζουν ότι εξουσιάζουν τα έθνη, τα κατακτούν, και οι άρχοντές τους τα καταδυναστεύουν. Να μη συμβαίνει όμως το ίδιο με εσάς, αλλά όποιος από εσάς θέλει να γίνει μέγας, ας διακονεί τους πάντες, και όποιος θέλει να γίνει πρώτος, ας είναι πάντων δούλος. Γιατί και ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε στη γη για να τον υπηρετούν, αλλά για να διακονήσει τους ανθρώπους και να δώσει την ζωή Του λύτρο αντί πολλών”.
Αυτά τα τελευταία λόγια του Κυρίου μας έχουν μεγάλη και διαχρονική
σημασία. Μέσα στην παγκόσμια ιστορία οι έννοιες του πρώτου και της εν γένει υπεροχής έχουν ταυτιστεί με την εξουσία, με την επιβολή, με την καταπίεση των ανθρώπων που βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα. Η ανθρώπινη υπεροχή έχει ταυτιστεί με τον εγωισμό, με την ικανοποίηση που προσφέρει η δυνατότητα κάποιων να καθορίζουν τις ζωές των άλλων ανθρώπων και να τους μεταχειρίζονται ως πιόνια, επιβάλλοντας και απαιτώντας ακόμη και παράλογα πράγματα. Τα παραδείγματα βασιλέων, αρχόντων, ανθρώπων που στο όνομα της υπεροχής τους ή της δύναμής τους καταπιέζουν τους συνανθρώπους τους, είναι πολλά.
Όπως πολλά είναι επίσης και τα παραδείγματα εκείνων που επειδή έχουν κάποια δύναμη, εκδηλώνονται εξουσιαστικά και καταπιεστικά στους συνανθρώπους τους: από τον πλούσιο που θέλει να επιβάλλει τα συμφέροντά του στην κοινωνία, μέχρι τον απλό υπάλληλο μιας υπηρεσίας που ταλαιπωρεί τον απλό πολίτη, η ίδια τάση καταπίεσης προς τον συνάνθρωπο εκφράζεται και ασκείται. Ο εγωισμός και περιφρόνηση και απαξία προς τους άλλους ανθρώπους είναι αυτή που υπαγορεύει τέτοιου είδους συμπεριφορές και αντί να θεραπεύει τα τραύματα της κοινωνίας στην ουσία τα επιδεινώνει και προσθέτει και άλλα.
Το παράδειγμα του Χριστού όμως και η εντολή Του βρίσκονται στην αντίθετη κατεύθυνση. Μεγαλείο για τον Θεό αποτελεί η αγάπη και η προσφορά, γιατί μόνο μέσα από την θυσία και τον Σταυρό μπορεί να υπάρξει Ανάσταση. Το να κάνει κανείς επίδειξη της δυνάμεώς του είναι εύκολο, όπως επίσης και να την ασκήσει σε βάρος των άλλων ανθρώπων. Το να επιστρατεύσει όμως τις όποιες δυνάμεις διαθέτει στην υπηρεσία του πλησίον, να αρνηθεί την υπεροχή του και να προσφέρει ακόμα και τη ζωή του για το συμφέρον των άλλων, απαιτεί μεγάλο αγώνα και τεράστια αποθέματα αγάπης και ταπεινώσεως.
Αυτή την αγάπη, αυτή τη διάθεση αυτοθυσίας και προσφοράς ήλθε να μας διδάξει ο Χριστός, θέτοντας ως παράδειγμα τον ίδιο Του τον εαυτό. Αυτό το πνεύμα έχει ανάγκη και η εποχή μας, αλλά και η ζωή μας στην καθημερινότητά της, αν θέλουμε πράγματι να ζήσουμε ουσιαστικά το μήνυμα του Ευαγγελίου και το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας, που σε λίγες ημέρες θα εορτάσουμε.


 πηγή

Κυριακή Ε΄ Νηστειῶν Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς



 Μέσα στήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει μιά σημαντική μορφή, τήν ἁγία τῶν ἄκρων. Αὐτήν, πού ἀπό ἁμαρτωλή καί διεφθαρμένη γυναίκα, ἔγινε ἀσκήτρια καί ὁσία. Τήν ἱερόδουλη, πού ἁγίασε, τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία.
Καταγόταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἦταν ὡραιώτατη στό σῶμα καί αὐτήν χρησιμοποίησε ὁ διάβολος σάν παγίδα, σάν ἀγκίστρι, γιά νά πιάσει καί τήν ἴδια καί ἄλλους πολλούς στά δίχτυα τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ξέφυγε τόν ἔλεγχο τῶν γονέων της καί ἀκολούθησε τόν δρόμο τῆς ἀκολασίας καί διαφθορᾶς. Δέν δεχόταν οὔτε τίς συμβουλές τῶν γονέων της, οὔτε τίς ὑποδείξεις τῶν ἱερέων. Ἦταν τόσο φοβερό τό πάθος της, τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα της ἡ ἁμαρτία, ὥστε ἁμάρτανε συνεχῶς καί ἀσταμάτητα, ἀκόμη καί χωρίς χρήματα, μόνο καί μόνο νά ἱκανοποιήσει τίς ἄνομες ἐπιθυμίες της. Δέκα ἑπτά χρόνια δούλευε ἐπιμελῶς μέσα στήν πορνεία. Βυθίστηκε μέχρι τό κεφάλι στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσε στά ἔσχατα σημεῖα, πού μποροῦσε νά φτάσει μιά ψυχή.
 Κάποια φορά εἶδε κόσμο πολύ νά ἀνεβαίνει στό πλοῖο γιά τά Ἱεροσόλυμα. Πήγαιναν ἐκεῖ, γιά νά προσκυνήσουν. Πλησίαζε ἡ ἑορτή τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀνέβηκε καί ἡ ἁμαρτωλή Μαρία, ὄχι γιατί ἤθελε καί αὐτή νά προσκυνήσει, ἀλλά γιατί μέσα σέ τόσο κόσμο θά εὕρισκε πελατεία νά ἁμαρτήσει, νά ἱκανοποιήσει τό πάθος της. Τά ναῦλα γιά τό καράβι καί τά ἔξοδα τῆς διαμονῆς της στά Ἱεροσόλυμα, τά ἔβγαζε ἀπό τήν αἰσχρή ἁμαρτία.
 Ἡ Θεία Πρόνοια ὅμως δέν τήν ἄφησε. Ὁ πανάγαθος Θεός κατέστρωσε καί ἐνήργησε τό δικό του σχέδιο γιά τή σωτηρία καί αὐτῆς τῆς τόσο ἁμαρτωλῆς. Ὁ Θεός πάντοτε ἐργάζεται τήν σωτηρία ὅλων μας. Θέλει ὅλοι νά σωθοῦν, νά ἐπιστρέψουν στήν ἀλήθεια.
 Κάποια μέρα λοιπόν μαζί μέ ἄλλους προσκυνητάς ἐπεχείρησε νά μπεῖ ἀπό περιέργεια στόν Πανίερο Ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ἔμπαιναν ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, μόνο αὐτήν κάτι τήν ἐμπόδιζε. Μιά μυστηριώδης δύναμη δέν τήν ἄφηνε. Χτυποῦσε πάνω σέ κάποιο ἀόρατο τοῖχο. Τρεῖς καί τέσσερις φορές ἐπεχείρησε, ἀλλά μάταια. Ἡ εἴσοδός της ἀπαγορευόταν. Πληγώθηκε ἡ καρδιά της, πολύ τῆς κακοφάνηκε.
 Τότε ἔκλαψε γιά πρώτη φορά στή ζωή της. Τότε φωτίσθηκε ὁ νοῦς της καί κατάλαβε, γιατί συμβαίνει αὐτό. Ἄρχισε νά προβληματίζεται. Ξύπνησε ἡ ναρκωμένη συνείδησή της. Συναισθάνθηκε τήν ἀκαθαρσία τῶν ἔργων της καί τῆς ψυχῆς της. Παρακάλεσε τήν Παναγία νά τῆς ἐπιτρέψει νά μπεῖ στό ναό καί αὐτή ὑπόσχεται νά ἀλλάξει ζωή, νά γίνει συνετή καί φρόνιμη. 
Πολλές φορές στήν ἀνάγκη μας, στό πρόβλημά μας κάνουμε κάποιο τάξιμο. Ὑποσχόμεθα νά προσφέρουμε στό Θεό κάτι, π.χ. νά ἀνάψουμε μία μεγάλη λαμπάδα σάν τό ἀνάστημά μας. Καί τί ἔγινε μέ αὐτό; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός τό κερί μας; Τί βγῆκε, πού τό προσφέραμε; Κάνουμε τό πολύ ἁπλό, πού δέν μᾶς κοστίζει τίποτε, παρά μόνο λίγα χρήματα. Δέν ὑποσχεθήκαμε ποτέ νά ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς, νά ἀρχίσουμε ζωή χριστιανική, νά πορευθοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Πράγματι τελικά κατώρθωσε νά μπεῖ καί εὐθύς ἀμέσως τήρησε τήν ὑπόσχεσή της, κράτησε τό λόγο της. Στή συνέχεια ζήτησε καί βρῆκε ἕναν φωτισμένο πνευματικό, ἐξωμολογήθηκε μέ δάκρυα τά ἁμαρτήματά της, ἔκλαψε σπαρακτικά γιά τό κατάμαυρο παρελθόν της. Κοινώνησε μέ τήν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ καί ἔφυγε γιά τήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Καλή καί ἀπαραίτητη εἶναι ἡ μετάνοιά μας, ἡ σταθερή ἀπόφαση γιά ἀλλαγή, μά πιό ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐνίσχυση ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι πέταξε τήν πολυτελῆ ἐνδυμασία της καί ντύθηκε τόν μοναχικό σάκκο, γιά τά πνευματικά παλαίσματα. Ἦταν τότε περίπου τριάντα ἐτῶν.
 Δέκα ἑπτά χρόνια ἔζησε μέσα στήν ἁμαρτία. Τά πρῶτα δέκα ἑπτά μέσα στήν ἔρημο ἦταν χρόνια φοβεροῦ μαρτυρίου. Εἶχε ζωή σκληρή, ἀσυνήθιστη γιά ἄνθρωπο. Ταλαιπωρήθηκε πολύ ἀπό τόν διάβολο καί τίς ἐπαναστάσεις τῆς σαρκός. Πάλευε μέ τά ἀνήμερα θηρία τῶν παθῶν καί τίς παράλογες προηγούμενες ἐπιθυμίες της. Νήστευε ὑπερβολικά, ἀσκήθηκε τιτάνια, πολέμησε γενναιότατα, δέν σταμάτησε ποτέ νά ἀγωνίζεται τόν καλό ἀγώνα. Μετά ἀπό κάθε ἐπιτυχία ἀκολουθοῦσε μεγαλύτερος πόλεμος τῶν πειρασμῶν. Ὁ ἀγώνας της εἶχε νίκες ἀλλά καί συνέχεια. Τά διηγήθηκε ἀργότερα ἡ ἴδια στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ. 
 Ὅλα τά χρόνια της μέσα στήν ἔρημο ἔγιναν σαράντα ἑπτά, χωρίς ποτέ νά συναντήσει ἄνθρωπο ἤ θηρίο. Ζοῦσε μόνη μέ μόνο τόν Θεό. Ζοῦσε πλέον ζωή ἀγγελική καί ὑπεράνθρωπη. Ὅταν προσευχόταν σηκωνόταν ψηλά ἀπό τήν γῆ καί ἔμενε μετέωρη στόν ἀέρα. Μέ τήν ἀσυνήθιστη ἄσκηση ἔφτασε καί ξεπέρασε τούς μεγαλύτερους ἀσκητές. Ἔγινε ἀνώτερη ἀπό τούς μάρτυρες, τούς ὁμολογητές, τούς θαυματουργούς ἁγίους. Ἔφτασε σέ μέτρα τελειότητας. Ἀπό τόν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μεταπήδησε στή ζωή τῆς ἁγιότητας, στήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων. 
 Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, πού τήν συνάντησε στό τέλος τῆς ζωῆς της ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπό τήν κατάστασή της. Ἔφτασε στήν ἀπάθεια καί τό πρόσωπό της ἔλαμπε. Τήν εἶδε μάλιστα νά περπατάει πάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη. Τήν κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί τήν ἴδια μέρα ἐκοιμήθη. Τό ἁμαρτωλό σαρκίο της ἔγινε θεοφόρο σκήνωμα, κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄγγελοι λευκοφορεμένοι πῆραν στά χέρια τήν κατάλευκη ψυχή της καί τήν παρέδωσαν στά χέρια τοῦ Παναγίου Θεοῦ. Ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς ἀτιμίας πῆγε στήν ὑπερβολή τῆς θείας δόξης καί τιμῆς.
Ἀγαπητοί μου, 
 Τώρα πού φτάνουμε πρός τό τέλος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει ἕνα γερό ταρακούνημα, γιά νά σηκωθοῦμε οἱ ράθυμοι, νά μετανοήσουμε οἱ ἁμαρτωλοί, νά ξυπνήσουμε ὅλοι μας. Κανείς δέν πρέπει νά ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν κατάστασή του, ὅποια καί ἄν εἶναι αὐτή. Γιά ὅλους ὑπάρχει ἐλπίδα. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι καλεσμένος γιά σωτηρία. Ὁ Χριστός μᾶς θέλει κοντά του, ἀλλά μετανοιωμένους. Μποροῦμε πράγματι νά γίνουμε κατάλευκοι, ὅπως ὅταν βγήκαμε ἀπό τήν κολυμβήθρα, πού βαπτισθήκαμε.
 Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Δέν εἶναι φοβερό τό νά πέσει κανείς. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ σέ ὅλους μας. Φοβερό εἶναι νά μή προσπαθήσει νά σηκωθεῖ. Πολύ κακό εἶναι νά παραμείνει πεσμένος. Καλούμεθα ὅλοι μας νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τῆς Ὁσίας Μαρίας καί νά ἔρθουμε πιό κοντά στό Χριστό, ἔστω καί ἄν δέν ζήσαμε τόν πρότερο βίο της. Τολμήσαμε καί διαπράξαμε τήν ἁμαρτία. Γιατί νά μή ἔχουμε τήν τόλμη νά κάνουμε τό βῆμα τῆς ἐπιστροφῆς; Τώρα πού πλησιάζει τό Πάσχα, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά κάνουμε τό βῆμα αὐτό, τό βῆμα τῆς μετανοίας, τό βῆμα τῆς Ὁσίας Μαρίας, ὥστε κι᾿ ἐμεῖς νά ἀπολαύσουμε τόν Χριστό. Ἀμήν.-


Η ΑΙΩΝΙΑ ΘΥΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής της Ε΄ Νηστειών (Εβρ. Β΄ 11-14) Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


Η ΑΙΩΝΙΑ ΘΥΣΙΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής της Ε΄ Νηστειών
(Εβρ. Β΄ 11-14)

Όλο και περισσότερο πλησιάζουμε προς την εβδομάδα των αχράντων παθών.
Όλο και περισσότερο συνειδητοποιούμε την θυσία που πρόσφερε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός για την δική μας σωτηρία. Και για τον λόγο αυτό η μητέρα μας Εκκλησία, έχει ορίσει την Ε΄ Κυριακή των νηστειών το Αποστολικό ανάγνωσμα της θείας λατρείας, να έχει άμεση σχέση με την θυσία του Κυρίου, η οποία είναι και η τελευταία θυσία του κόσμου.
Ας πούμε όμως πρώτα δύο λόγια γενικώς περί θυσίας.
Είναι αλήθεια, που καταγράφεται στην παγκόσμια ιστορία, ότι ανέκαθεν οι άνθρωποι αισθάνονταν στην καρδιά τους το βάρος μια μεγάλης ενοχής. Και είναι επίσης μεγάλη αλήθεια ότι το δυσβάστακτο αυτό βάρος, δεν μπορούσαν να το αφαιρέσουν παρά μόνο μερικώς, μέσω των θυσιών. Μάλλον θα λέγαμε, οι θυσίες, όπου εγίνονταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, περισσότερο έκαναν τον άνθρωπο να αισθάνεται την ενοχή και την ανάγκη της λυτρώσεως, παρά του έδιναν την ποθητή ανάπαυση που ζητούσε στα απύθμενα βάθη της υπάρξεώς του. Και η κατάσταση γινόταν τοσούτο μάλλον τραγική, όταν ο ταλαίπωρος άνθρωπος, διψώντας και μη βρίσκοντας τη λύτρωση, έφτανε μέχρι τις ανθρωποθυσίες.
Η ίδια η Αγία Γραφή, από την αρχή του ανθρωπίνου γένους μας κάνει λόγο για την θυσία του Άβελ. Του Άβελ, ο οποίος θυσίασε με πολύ αγάπη προς τον Θεό, τα πρωτότοκα των προβάτων του για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη προς Αυτόν. Αλλά και σ' όλη την διάρκεια των αιώνων που ξετυλίγονται στον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπουμε τόσες και τόσες θυσίες, όπως του Νώε, του Αβραάμ, και τόσων άλλων Πατριαρχών, και γενικώς ανθρώπων του λαού του Θεού. Όλα δε αυτά ήταν εντολή του Θεού, που όμως σκοπό είχε να διακονήσει την ανάγκη του ίδιου του ανθρώπου, αφού ως γνωστόν ο Θεός είναι ανενδεής και δεν έχει καμιά απολύτως ανάγκη.
Ανάγκη λοιπόν ανθρώπινη, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και γινόταν επιτακτικώτερη, έως ότου ήλθε η ώρα της λυτρώσεως και της ευλογίας.
Ω, αδελφοί μου. Θα πρέπει να ομολογήσουμε, τώρα μάλιστα που βλέπουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, μέσα από το φως της χάριτος, ότι η κατάσταση ήταν περισσότερο φρικτή και τρομερή απ' όσο θα μπορούσε να διανοηθεί και η πλέον τολμηρά φαντασία. Ήταν τόση η καταστροφή που επέφερε η παρακοή των πρωτοπλάστων, και τόση συν τω χρόνω η αποστασία που επαυξανόταν από την αμαρτία των ανθρώπων, ώστε ήταν εντελώς αδύνατον να μας ελευθερώσει και να μας ανορθώσει κάποιο κτίσμα της δημιουργίας του Θεού.
Όχι κάποιο ζώο, απ' αυτά που αναφέρει το ιερό κείμενο, όχι κάποιος άνθρωπος, αλλά ούτε και κάποιο πρόσωπο από τον αγγελικό κόσμο δεν είχε την δυνατότητα να μας χαρίσει την ποθητή μας λύτρωση.
Αυτό λοιπόν, που ήταν φύση αδύνατον να γίνει, πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον Λυτρωτή μας. Αναλαμβάνει να θυσιαστεί προς χάριν ημών.
Σ' αυτήν λοιπόν την θυσία αναφέρεται το Αποστολικό μας ανάγνωσμα την τελευταία Κυριακή προ των Βαίων.
Το κείμενο από την προς Εβραίους επιστολή που θα αναγνωσθεί, είναι τόσο συγκλονιστικό, που αισθανόμαστε τον ιερό συγγραφέα με δάκρυα στους οφθαλμούς να αποτυπώνει αυτή την αλήθεια. Την αλήθεια αυτή που με δέος η κάθε γενιά των πιστών παραλαμβάνει, βιώνει σε όλες τις διαστάσεις της Χριστιανικής ζωής, και ως πολύτιμη παρακαταθήκη την μεταδίδει στην επόμενη γενεά. Ότι δηλ. δεν σωζόμαστε, παρά μέσω της μοναδικής θυσίας του Λυτρωτού μας Κυρίου Ιησού Χριστού.
Ναι. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ο Θεάνθρωπος Κύριος εξασφάλισε για εμάς τους πιστούς Του, λύτρωση αληθινή και αιώνια. Ας προσέξουμε φίλοι μου, διότι το θέμα δεν είναι απλά συναισθηματικό, ούτε πολύ περισσότερο, κινείται στο χώρο της φαντασίας. Επίσης, δεν έχει να κάνει η αντικειμενική θυσία του Χριστού με το αν πιστεύουμε, ή όχι ή με το αν αποδεχόμαστε τον λόγο του Θεού ή πάλι αναισθήτως αρνούμαστε αυτόν.
Η θυσία επάνω στο Σταυρό είναι πραγματική και μοναδική και θέλοντας και μη την αντιμετωπίζουμε πραγματικά και δυναμικά, είτε αποδεχόμενοι αυτή και άρα σωζόμαστε, είτε αρνούμενοι αυτή και χανόμαστε, δηλ. κολαζόμαστε.
Είναι δε απορίας άξιον, το πώς κάποιοι άνθρωποι συγκινούνται από τόσα και τόσα πράγματα, ανάξια λόγου αρκετές φορές, και δεν συγκλονίζεται η καρδιά τους από την θυσία του Χριστού. Πράγματι, ραγίζει η καρδιά μας όταν βλέπουμε να θυσιάζεται κάποιος γονέας για το παιδί του, ή κάποιος άνθρωπος για τον συνάνθρωπο. Και όντως, τα περιστατικά αυτά είναι άξια συγχαρητηρίων και παραδειγματισμού εκ μέρους των ανθρώπων. Ποια ανθρώπινη όμως θυσία δύναται να συγκριθεί με την αιώνια θυσία του Θεανθρώπου Χριστού, ο οποίος προσφέρει τον ίδιο τον εαυτόν του ως ο τελευταίος κακούργος επάνω στο ξύλο του Σταυρού;
Όχι λοιπόν το αίμα των ταύρων και των τράγων και η στάχτη της δαμάλεως, με τα οποία ράντιζαν οι αρχιερείς τον λαό των Εβραίων, και που πρόσφεραν απλώς ένα εξωτερικό σωματικό αγιασμό, για να μπορούν να μετέχουν στην λατρεία του Θεού. Όχι, τίποτε απ' όλα αυτά, αλλά το Αίμα του απολύτως αναμάρτητου Ιησού, θα καθαρίσει την συνείδησή μας από τα νεκρά έργα της αμαρτίας. Τότε μόνο, μετά την κάθαρση, μετά δηλ. την υποκειμενική προσοικείωση της αντικειμενικής θυσίας, μετά την απόλυτη αποδοχή της πίστεώς μας και με το ολοκληρωτικό δόσιμο της υπάρξεώς μας στον Λυτρωτή Ιησού, μπορούμε να προσφέρουμε τη νέα, την αληθινή λατρεία στον ζώντα Θεό.
Αδελφοί μου, το περιεχόμενο της πίστεώς μας και ιδίως το κεφάλαιο της Λυτρώσεως, στο οποίο και οι άγγελοι επιθυμούσαν να παρακύψουν (Α΄Πέτρου α΄12), είναι αδύνατον να το ερμηνεύσουμε και πολύ περισσότερο να το αισθανθούμε, εάν στα γεγονότα του Θείου Δράματος παραμείνουμε απλοί θεατές ή απλοί θαυμαστές.
Το μυστήριο της αγάπης του Θεού που αποτυπώνεται και συνοψίζεται στην θυσία του Ιησού επί του Τιμίου Σταυρού, πρέπει να αποτελεί, όσο το δυνατόν, βαθύτατο βίωμά μας. Βίωμα όχι πρόσκαιρο ή επετειακό, αλλά βίωμα καθημερινό και ισόβιο. Όλα τ' άλλα και τα πλέον ισχυρά που αντιμετωπίζουμε στην ζωή μας, είναι απλές σκιές που χάνονται μπροστά στη λάμψη της αιώνιας θυσίας.
Όλοι λοιπόν κατανοούμε πως είναι απόλυτη η ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η μεγάλη θυσία του Χριστού άνοιξε τον κλειστό, έως τότε δρόμο, προς τον ουρανό.
Αυτή η θυσία, μας δίνει τη δυνατότητα να εισέλθουμε στην μακαριότητα της βασιλείας του Θεού, η οποία είναι και ο προορισμός μας.
Όλο εκείνο το ασήκωτο βάρος που δεν μας επέτρεπε, όχι ν' ανεβούμε, αλλ' ούτε ν΄ατενίσουμε προς τον Ουρανό, τώρα έφυγε. Έφυγε, αφού το ανέλαβε στους δικούς Του ώμους ο Μέγας Αρχιερεύς της μεγάλης αγάπης. Δηλ. ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος!
Και ναι μεν, ο δρόμος πλέον είναι διάπλατα ανοικτός. Το θέμα όμως είναι, εμείς οι ίδιοι τι στάση θα κρατήσουμε; Ο ήλιος λάμπει και καταυγάζει τα πέρατα. Εάν όμως κρατούμε τα μάτια πεισματικώς κλειστά, θα ζούμε μέσα στο σκοτάδι. Πώς είναι τώρα δυνατόν ν' ανοίξουν οι κλειστοί οφθαλμοί; Είναι το μόνο εύκολο, αρκεί να υπάρχει η θέληση εκ μέρους του ανθρώπου.
Η ειλικρινής μετάνοια και η καθαρή εξομολόγηση, σε συνδυασμό με το Ποτήριον της Ζωής, ανοίγουν τους οφθαλμούς της καρδιάς, αφυπνίζουν την συνείδηση και τότε, η θυσία του Χριστού ενεργοποιεί στην ύπαρξή μας την πορεία προς τον λιμένα της Βασιλείας του Θεού.
Να δώσει ο Λυτρωτής μας.
Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα

Συναξαριστής της 20ης Απριλίου


Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς

 


«Τὶς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;». Ποιός, δηλαδή, ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ, δὲν συμπάσχω καὶ ἐγὼ μαζί του; Αὐτὴ τὴν φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, δικαιωματικὰ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν πεῖ καὶ ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς. Διότι ἀφιέρωσε ὅλη του τὴν ζωὴ στὴ διακονία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀῤῥώστων. Ὀνομάστηκε Τριχινᾶς, διότι εἶχε τρίχινα φορέματα.

Ἡ ζωή του ἦταν λιτὴ καὶ μὲ πολλὴ ἐγκράτεια, προκειμένου νὰ δίνει ὅσο γινόταν περισσότερα ἀγαθὰ στοὺς πάσχοντες. Τὴ νύχτα ὁ Θεόδωρος πάντα ἔβρισκε χρόνο γιὰ προσευχὴ καὶ μελέτη. Ζοῦσε μέσα σὲ μία κοινωνία στερημένων ἀνθρώπων, ποὺ οἱ ἀνάγκες τους ἦταν μεγάλες.
(Συναξαριακὲς πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, καὶ ὅτι ἀπὸ πολὺ νέος ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ ποὺ ὀνομάστηκε τοῦ Τριχινᾶ).

Γι᾿ αὐτὸ παρακινοῦσε πολλοὺς πλουσίους νὰ διαθέτουν ὅσα ἀγαθὰ μποροῦσαν. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς τοῦ ἔδιναν ἀρκετὰ χρήματα καὶ εἴδη πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα ὁ Θεόδωρος διέθετε μὲ πολλὴ διάκριση. Πρῶτα σ᾿ ἐκείνους ποὺ εἶχαν περισσότερη ἀνάγκη, ὅπως ὀρφανά, φτωχὲς χῆρες καὶ ἀῤῥώστους οἰκογενειάρχες. Εὐεργετοῦσε μέχρι καὶ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του.

Ἔτσι, ἰσχύει γι᾿ αὐτὸν ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ἐσκόρπισεν, ἔδωκεν τοῖς πένησιν ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Μοίρασε, δηλαδή, καὶ ἔδωσε ἄφθονα στοὺς φτωχούς, καὶ ἡ ἀρετή του ἀπὸ τὶς ἀγαθοεργίες μένει γιὰ πάντα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δῶρον ἔνθεον, τῆς ἐγκρατείας, σκεῦος ἔμψυχον, τῆς ἀπαθείας, ἀνεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε· τὸν γὰρ Θεὸν θεραπεύσας τοῖς ἔργοις σου, τῶν παρ’ αὐτοῦ δωρημάτων ἠξίωσαι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Θεόδωρε τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Φωτὸς καταστολήν, ἱερῶς ἐξυφαίνων, τριχίνῳ σεαυτόν, περιέστελλες ῥάκει, Θεόδωρε πανόσιε, Παρακλήτου κειμήλιον· ὅθεν χάριτος, ὑπερφυοῦς ἠξιώθης, μύρον εὔοσμον, ἀπὸ τοῦ τάφου βλυστάνων, ψυχῶν καθαρτήριον.

Μεγαλυνάριον
Ράκεσι τριχίνοις σκέπων σαυτόν, τὸ κῴδιον Πάτερ, τῆς νεκρώσεως καὶ φθορᾶς, ἐναπεξεδύθης, καὶ τῆς ἀθανασίας, τὴν χλαῖναν ἐστολίσω, μάκαρ Θεόδωρε.

 
Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ, Ζωτικός, Ἀκίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστοφόρος, Ζήνων, Θεωνᾶς καὶ Ἀντωνῖνος

Ὅλοι μαρτύρησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (284-305), καὶ αἰτία τοῦ ἐνδόξου μαρτυρίου τους, ὁ μεγαλομάρτυς καὶ τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Καὶ οἱ μὲν Ἅγιοι Βίκτωρ, Ἀκίνδυνος, Ζωτικός, Ζήνων καὶ Σεθηριανός, ὅταν εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο νὰ μένει ἄθικτος ἐπάνω στὸ βασανιστικὸ ὄργανο τοῦ τροχοῦ, μὲ μία φωνὴ καὶ οἱ πέντε ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Ὁ ἀποκεφαλισμός τους ἦταν ἄμεσος καὶ ἔτσι πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ δὲ Χριστοφόρος, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντωνῖνος ἦταν δορυφόροι τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν λοιπὸν καὶ αὐτοὶ εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο, διὰ τῆς προσευχῆς, νὰ ἔχει ἀναστήσει κάποιον νεκρὸ Ἕλληνα, πέταξαν τὰ διάσημα τοῦ ἀξιώματός τους καὶ μπροστὰ στὸ βασιλιὰ καὶ τὸ πλῆθος, ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό.

Ἡ φυλάκισή τους ἦταν ἄμεση. Μετὰ μερικὲς ἡμέρες ὁδηγήθηκαν μπροστὰ στὸν Διοκλητιανὸ καὶ ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν, τοὺς ξέσχισαν καὶ τοὺς ἔκαιγαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Τελικὰ τοὺς ἔριξαν μέσα στὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

 
Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ὁ Ἀπόστολος

 


Ἡ Ἱστορία τοῦ Ζακχαίου βρίσκεται στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο (ιθ´ 10). Εἶναι ὁ γνωστὸς ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχοῦς, ποὺ ἀνέβηκε στὴ συκομουριὰ (ἐπειδὴ δὲν τὸν εὐνοοῦσε τὸ ὕψος του) γιὰ νὰ δεῖ τὸν διερχόμενο Ἰησοῦ.

Ὁ Κύριος θαύμασε τὴν πίστη του, διέταξε νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ μεταβοῦν μαζὶ στὸ σπίτι του, ἀφοῦ συγχώρησε ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμή.

Λέγεται ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ χειροτονήθηκε ἀργότερα Ἐπίσκοπος Καισαρείας.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος Ἱερομάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας

 


Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν βρίσκουμε βιογραφικὸ ὑπόμνημα. Πολὺ λίγες πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή του ἔχουμε ἀπὸ ἄλλες πηγές. Ὅτι δηλαδὴ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Σινᾶ, στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα καὶ ἀπὸ τὸ Σινᾶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἔγινε ἀποκρισιάριος τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας.

Ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Δόμνος, λαὸς καὶ κλῆρος τὸν ἀνέβασαν στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο Ἀντιοχείας (559). Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος, μὲ πρόφαση ὅτι δῆθεν κατασπατάλησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, τὸν ἐξόρισε τὸ 570 στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου παρέμεινε μελετῶντας καὶ συγγράφοντας μέχρι τὸ 593, ὅταν ἐπανῆλθε στὸν θρόνο του, καὶ πέθανε κατὰ τὸ 599.

Τώρα ὅσον ἀφορᾶ τὸ τέλος του, ποὺ οἱ Συναξαριστὲς σημειώνουν μαρτυρικό, ὅτι δηλαδὴ μαρτύρησε διὰ ξίφους, θετικὲς πληροφορίες δὲν ἔχουμε.

 
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης

Μέσα στὴν οἰκογένειά του φύλαξε ὅλες τὶς ἀρετές, ποὺ ἡ Ἅγια Γραφὴ παραγγέλει στὰ παιδιά. Τίμησε τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ὑπάκουσε στὰ θελήματά τους, ἔδειξε σ᾿ αὐτοὺς τὴν μεγαλύτερη τρυφερὴ στοργή, πρόθυμος στὸ νὰ προλαβαίνει τὶς ἐπιθυμίες τους, τύπος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀλληλοβοήθειας μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν του.

Ἀργότερα γύρισε πολλοὺς τόπους, προσπαθῶντας νὰ καταρτίζει τὸν ἑαυτό του πνευματικότερα καὶ κατατάχθηκε στὸ μοναχικὸ βίο. Καὶ ἐδῶ, τήρησε μὲ ἀκρίβεια τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ σχήματός του. Κατόπιν ἱερὸς πόθος τὸν ἔφερε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου προσκύνησε τοὺς Ἁγίους Τόπους.

Τελευταία τὸν δέχτηκε ἡ μονὴ τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, καὶ αὐτὴ εἶδε τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς ἀγῶνες του. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Κύριο, γεμάτος πίστη καὶ ἐλπίδα, ἀφοῦ χρησιμοποίησε τὴν ζωή του γιὰ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του.

 
Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος κτήτωρ Μονῆς Μετεώρου

 


Γεννήθηκε στὴ Νέα Πάτρα τῆς Πελοποννήσου τὸ 1305 ἀπὸ γονεῖς ἐπιφανεῖς καὶ πλούσιους. Μικρὸς ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ παραδόθηκε στὴν ἐπιμέλεια τοῦ θείου του. Ἀλλ᾿ ὅταν κατέλαβαν τὴν πατρίδα του οἱ ξένοι, ἀναχώρησε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου γνώρισε τοὺς διάσημους τότε ἀσκητὲς Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη τὸν ἡσυχαστή, Ἰσίδωρο τὸν Θεσσαλονικέα, τὸν ὕστερα Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, καὶ ἄλλους ὁσίους ἄνδρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους διδάχθηκε τὴν ὑψηλὴ ἀσκητικὴ ζωή.

Ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ ἄλλους τόπους, κατέφυγε στοὺς Σταγούς.  Ἐκεῖ ἐπάνω στὰ πανύψηλα βράχια καὶ συγκεκριμένα ἐπάνω σὲ μία πέτρα τὴν λεγόμενη Στῦλο, κατοίκησε μὲ δυὸ μαθητές του καὶ ἔκτισε ναό. Τὴν πέτρα ἐκείνη ὀνόμασε Μετέωρο.

Ἐπειδὴ ὅμως οἱ προσερχόμενοι γιὰ ἄσκηση πολλαπλασιάθσηκαν, ἵδρυσε κοινόβιο μὲ Ναὸ στὸ ὄνομα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν πέρασε ἀσκητικὰ τὰ χρόνια του, καὶ ἀφοῦ ἔζησε 78 ἐτῶν, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1383.

 
Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ συνασκητὴς τοῦ Ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτη

 


Γεννήθηκε στὰ μέσα του 14ου αἰῶνα. Πατέρας του ἦταν ὁ δεσπότης τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας Συμεὼν Οὐρέσης (Σερβικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἑλληνίδα μητέρα). Μητέρα του ἡ Θωμαΐδα, θυγατέρα τοῦ δεσπότη τῆς Ἠπείρου Ἰωάννη Β´ τοῦ Παλαιολόγου.

Ὁ Ὅσιος κατὰ τὴν βάπτισή του, πῆρε τὸ ὄνομα Ἰωάννης καὶ εἶχε μεγάλη κλίση στὴ μοναχικὴ ζωή. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του καὶ κλήθηκε νὰ ἀναλάβει τὸν θρόνο ὁ Ἰωάννης σὰν διάδοχός του, αὐτὸς προτίμησε τὸ μοναχικὸ ῥάσο, παρὰ τὴν βασιλικὴ πορφύρα.

Ἔτσι παραχώρησε τὸν θρόνο στὸν συγγενῆ του Ἀλέξιο Ἄγγελο Φιλανθρωπηνὸ καὶ αὐτὸς ἐκάρη μοναχός με τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ, στὴ Μονὴ Μετεώρου ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο.

Ἡ πνευματικὴ συνεργασία μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν ὑπῆρξε ἄριστη καὶ πολὺ οἰκοδομητική. Λόγω ὅμως βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν στὴν περιοχὴ ἐκείνη, ὁ Ἰωάσαφ ἔφυγε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Τὸ 1401 ἐπέστρεψε στὸ Μετέωρο καὶ ἐκεῖ μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ τελείωσε τὴν ἐπίγεια ζωή του τὸ 1423.

 
Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ (Πολωνός)

 


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γαβριὴλ γεννήθηκε τὸ ἔτος 1684 μ.Χ. στὸ χωριὸ Ζβιέρκϊυ, ποὺ βρίσκεται νότια τῆς πόλεως Μπιαλιστὸκ τῆς ἐπαρχίας Ζαμπλουντόου, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γίνονταν διωγμοὶ καὶ διακρίσεις κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες στὴν Πολωνία. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 6 ἐτῶν, ἀπήχθηκε καὶ ὁδηγήθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστόκ, ὅπου καὶ μαρτύρησε, τὸ ἔτος 1690, ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅταν τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. οἱ Χριστιανοὶ ἄνοιξαν τὸν τάφο του, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἄφθορο. Τὸ ἅγιο σκήνωμα μεταφέρθηκε στὴν πόλη Μπιαλιστὸκ τῆς Πολωνίας, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁπότε μεταφέρθηκε στὴ Ρωσία, στὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Σκέπης τοῦ Γκρόντνο.

 

 

Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ρώσου Μητροπολίτου Φιλαρέτου, στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1992, τὸ ἱερὸ λείψανο μετακομίσθηκε μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια στὴν πόλη τοῦ Μπιαλιστόκ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.
 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἐκ Ρωσίας

 


Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Ὄσεβεν, κατὰ κόσμον Ἀλέξιος, γεννήθηκε στὶς 17 Μαρτίου 1427 στὴν περιοχὴ Βυζεοζέρο τῆς Ρωσίας ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Φωτεινῆς Ὄσεβεν.

Ὁ Ἀλέξιος ἦταν τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πέντε παιδιὰ καὶ ἦλθε στὸν κόσμο χάρη στὶς διακαεῖς προσευχὲς τῶν γονέων του. Ἡ Παναγία Παρθένος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος τῆς Λευκῆς Λίμνης εἶχαν ἐμφανιστεῖ στὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶχαν ὑποσχεθεῖ τὴν γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ. Ἂν καὶ ὁ Ἀλέξιος ἦταν ὁ μικρότερος υἱός, οἱ γονεῖς του ἤλπιζαν ὅτι αὐτὸς θὰ τοὺς συμπαραστεκόταν στὰ γηρατειά τους. Φθάνοντας στὴν ἐφηβεία ὁ Ἀλέξιος ἔμαθε νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, προετοιμαζόμενος νὰ γίνει ἕνας πολυμήχανος κτηματίας. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν οἱ γονεῖς του ἐπιχείρησαν νὰ τὸν παντρέψουν, διαλέγοντας μία πλούσια ὑποψήφια σύζυγο, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος ἀπέσπασε τὴν ὑπόσχεσή τους νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ στὸ μονασήῆρι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου πρὶν νυμφευθεῖ. Ἐκεῖ πλέον ἔμεινε.

Ἔχοντας παρατηρήσει τὴν ταπείνωση τοῦ νεαροῦ δόκιμου, ὁ ἡγούμενος τοῦ πρότεινε νὰ γίνει μοναχός. Ὁ Ἀλέξιος ὅμως ἀρνήθηκε, θέλοντας προηγουμένως νὰ δοκιμάσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι ἔζησε ἕξι χρόνια σὲ ὑπακοὴ καὶ σὲ διακονία τῆς μοναστικῆς κοινότητας, μελετώντας τὶς Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν μακρὰ περίοδο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀλέξανδρος.

Στὸ μεταξὺ οἱ γονεῖς του εἶχαν μεταφερθεῖ στὸ χωριὸ τοῦ Βολόσοβο, τριάντα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη Καργκοπόλ, στὰ περίχωρα τοῦ ποταμοῦ Ὀνέγκα. Ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, Νικηφόρος, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ Νόβγκοροντ Ἰωάννου, εἶχε ἱδρύσει στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα ἕνα χωριό, τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια ὀνόμασε Ὄσεβεν.

Ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος ζήτησε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια νὰ συναντήσει τοὺς γονεῖς του, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ζητήσει τὴν συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία τους γιὰ τὸν ἀναχωρητικὸ βίο ποὺ ἐπέλεξε. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἄδεια στὸ νεαρὸ μοναχό, ἐπισημαίνοντάς του τοὺς κινδύνους τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει. Φοβόταν πράγματι μήπως ἐκπέσει στὴν ἁμαρτία τῆς ἀλαζονείας, ἀφοῦ ἤδη ἀπελάμβανε φήμη ἀσκητοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀδελφούς. Τελικὰ ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὴν εὐλογία.

Εὐτυχισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ τὸν υἱό του, ὁ πατέρας του Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ἐγκατασταθεῖ κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὴν κατασκευὴ μιᾶς μονῆς μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος δέχθηκε καὶ ἔστησε σὲ ἕνα τόπο σταυρὸ ὡς σημεῖο ἱδρύσεως τοῦ μελλοντικοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑποσχέθηκε νὰ παραμείνει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὅμως ἐπέστρεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου διακόνησε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν κουζίνα, στὸ ἀρτοποιεῖο καὶ στὴ χορωδία, ἐνῷ στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Τότε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος πῆγε στὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅτι τρεῖς φορὲς εἶχε ἀκούσει μία μυστηριώδη φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ χτίσει ἕνα μοναστήρι καὶ ὅτι εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ ζήσει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ὁ ἡγούμενος τὸν ἄφησε νὰ φύγει, ἀφοῦ τὸν εὐλόγησε μὲ τὶς εἰκόνες τὶς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος καθαγίασε τὸν τόπο μὲ τὴν εὐλογία τῶν εἰκόνων, ἄφησε τὸν πατέρα του νὰ ἐπιβλέπει τὶς ἐργασίες οἰκοδομήσεως τοῦ ναοῦ καὶ πῆγε στὸν Ἐπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ (1459 – 1470), ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τοποθετήθηκε ἡγούμενος τοῦ νέου μοναστηριοῦ.

Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν γειτονικῶν κτημάτων ἦταν πρόθυμοι νὰ δωρίσουν στὸ μοναστήρι ὅλα τὰ ὅμορα κτήματα, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος δέχθηκε μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς κοινότητος. Ὅταν περατώθηκε ὁ ναός, καθαγιάσθηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο συγκεντρώθηκε μία κοινότητα μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος εἰσήγαγε αὐστηροὺς κανόνες μοναστικῆς βιοτῆς καὶ πολιτείας, ποὺ συμπεριελάμβαναν ἀπόλυτη ἡσυχία στὸ ναό, στὴν τράπεζα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπαγόρευαν ἐπίσης, νὰ μένει κάποιος στὸ κελλί του δίχως νὰ κάνει τίποτα καὶ καθόριζαν τὴν ἀνάγνωση Ψαλμῶν καὶ τὴ συνεχὴ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκτελέσεως τῶν διακονημάτων.

«Ἀδελφοί», ἔλεγε συχνὰ ὁ Ὅσιος στοὺς μοναχούς του, «μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τρομάζουν οἱ δυσκολίες καὶ οἱ κόποι τῆς ἐρήμου. Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ νὰ εἰσέλθετε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν διέρχεται μέσα ἀπὸ ἀγῶνες. Ἐνισχύσατε τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἀγαπᾶ τοὺς ταπεινούς».

Ὅμως οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἀρρώστησε, ἐπικαλέσθηκε τὸν Ἅγιο Κύριλλο, τὸν προστάτη του. Αὐτὸς τοῦ παρουσιάσθηκε μὲ λευκὸ ἔνδυμα καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσε τοῦ εἶπε: «Μὴ θλίβεσαι ἀδελφέ, ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα καὶ ἡ ὑγεία σου θὰ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ μὴν ἀθετεῖς τὴν ὑπόσχεσή σου, μὴν ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι. Ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Ξυπνώντας ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος διαπίστωσε ὅτι εἶχε θεραπευθεῖ. Τὸ ἑπόμενο πρωινό, ἔλαβε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὸ τέλος διηγήθηκε στὴν κοινότητα τῶν μοναχῶν τὴ θαυματουργικὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔζησε ἀκόμα εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια στὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1479.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου τὸ μοναστήρι ἄρχισε νὰ παρακμάζει, παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος δὲν ἔπαψε νὰ τὸ προστατεύει. Μία ἡμέρα ἕνας ὑπηρέτης τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μᾶρκος, εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα ὅραμα: τὸ μοναστήρι ἔσφυζε ἀπὸ ζωή. Ἕνας στάρετς μὲ ἄσπρα μαλλιά, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος, εὐλογοῦσε μὲ ἕνα σταυρὸ ὅσους ἐργάζονταν σὲ μία κατασκευή.

Ἕνας ἄλλος στάρετς μὲ μακριὰ γενειάδα ράντιζε μὲ ἁγιασμὸ καὶ ἕνας τρίτος, μετρίου ἀναστήματος καὶ μὲ μαλλιὰ ἀνοιχτὰ καστανά, θυμιάτιζε. Τοὺς παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ ἕνας τέταρτος στάρετς νεαρῆς ἡλικίας. Ὁ τρίτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος, ποὺ ἐξήγησε ὅτι οἱ στάρετς ποὺ βοηθοῦσαν, ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἐνῷ ὁ νεαρὸς ποὺ στεκόταν χωριστὰ ἦταν ὁ σκευοφύλακας τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μάξιμος, ποὺ πρὶν λίγο χρονικὸ διάστημα εἶχε γίνει μοναχὸς καὶ ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια, μετὰ ἀπὸ προφητεία τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, θὰ γινόταν ἡγούμενος μέχρι τὸ ἔτος 1525 καὶ θὰ καλλιεργοῦσε στὸ μοναστήρι τὴν παλαιά του πνευματικότητα.

 
Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης

 


Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης τιμᾶται τὴν 5η Μαρτίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς μετακομιδῆς.

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος Ἐπίσκοπος Ρουμανίας

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος ἦταν Ἐπίσκοπος Τόμεως ἢ Τόμων τῆς Μικρᾶς Σκυθίας κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ περὶ τὸν Δούναβη κατοικοῦντες βάρβαροι Οὗννοι, θαυμάζοντας τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου, τὸν ὀνόμαζαν θεὸ τῶν Ρωμαίων.

Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἱερώνυμο, συνέγραψε σὲ διαλόγους «Ὁμιλίας βραχείας καὶ κομματικᾶς», τῶν ὁποίων ἀποσπάσματα σώζονται στὰ Παράλληλά του Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

Ὁ Ἅγιος Θεοτιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 407 μ.Χ.

 

η καλύτερη εκδίκηση είναι η συγγνώμη...


                                                       ΄

Απέφευγα για λόγους προσωπικής ευαισθησίας (έχουμε κι εμείς βέβαια τα ευαίσθητα προσωπικά
δεδομένα μας!) ν’ αναφερθώ στο περιβόητο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Ήμουν εξήμισυ ετών όταν ανήμερα σχεδόν του Αγίου Νικολάου του 1943 οι Γερμανοί πηγαίνανε για σκοτωμό τ’ αδέρφια του πατέρα μου. Η μάνα μου λέει πως με κρατούσε από το χέρι. Πέρασε το αυτοκίνητο με τους μελλοθάνατους από μπροστά μας, ο μικρός θείος μου που ήταν δεν ήταν 30 ετών, σήκωσε το χέρι και μας χαιρέτισε μ’ ένα πικρό χαμόγελο.

Και μετά το αυτοκίνητο χάθηκε σε κάποια στροφή. Τότε για πρώτη φορά άκουσα κι έμαθα τη λέξη εκτέλεση. Κι η λέξη έμεινε άσβηστη στη συνείδησή μου, γιατί έκτοτε είχαμε κι άλλες, κι άλλες πολλές ακόμη εκτελέσεις. Έφευγαν από κοντά μας αγαπημένα πρόσωπα κι ο κόσμος έλεγε: «Τα πήγαν για εκτέλεση»!
                                                       

                                               

Κάποτε τα δεινά έληξαν και στον τόπο εγκαθιδρύθηκε μια κουτσή και στραβή τάξη. Η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες ώρες αφόρητης φτώχειας. Η Κατοχή μάς είχε εξουθενώσει. Κάποιοι δικηγόροι ξεκίνησαν έναν αγώνα για αποζημιώσεις. Μάζευαν υπογραφές από συγγενείς θυμάτων. Υπόσχονταν –αν θυμάμαι καλά- δύο χιλιάδες το «κεφάλι». Πήγαν και στον πατέρα μου να υπογράψει, μα ο φτωχούλης αρνήθηκε με βδελυγμία. «Δεν κοστολογούνται τα κεφάλια των αδελφών μου», είπε. Κι ένιωσε πως ανταπέδιδε με τη φράση αυτή την καλύτερη τιμωρία στην επηρμένη μεταπολεμική Γερμανία, τη Γερμανία του οικονομικού θαύματος, που στηρίχθηκε στην ξένη εργασία και στην αφειδώς παρεχόμενη αμερικανική βοήθεια.         
                                                 

Αν σ’ όλη αυτή τη μακρά διαδικασία με πληγώνει κάτι, είναι όχι αυτή καθαυτή η εκτέλεση, αλλά η «νομιμότητα» αυτής της εκτέλεσης. Οι γερμανικές αρχές είχαν διακηρύξει πως για κάθε σκοτωμένο Γερμανό θα εκτελούνταν 40 άμαχοι Έλληνες. Ας το σκεφθούμε αυτό: 40 Έλληνες έναντι ενός Γερμανού! Έτσι μας κοστολόγισαν κι έτσι μας κοστολογούν. Ένας Έλληνας είναι υποπολλαπλάσιο του Γερμανού. Αυτό εκφράζει όχι απλώς τη ναζιστική θηριωδία αλλά τη γενικώτερη ευρωπαϊκή νοοτροπία. Γιατί, όπως πολύ σοφά έλεγε ο Ντισραέλι, «μπορεί μια αποικία ν’ απέκτησε ανεξαρτησία, αλλά δεν παύει γι’ αυτό το λόγο να είναι αποικία».
                                                            
       
Αν σήμερα οι Γερμανοί δυστροπούν να πληρώσουν την επιδικασθείσα από τα Δικαστήρια αποζημίωση στους μαρτυρικούς κατοίκους του Διστόμου (και όχι μόνον του Διστόμου), δεν το κάνουν μόνο από τσιγκουνιά, το κάνουν για να μας ταπεινώσουν ακόμη μια φορά. αρνούνται υπόσταση στα δικαστήριά μας. Ουσιαστικά δεν αναγνωρίζουν σε μας υπόσταση κράτους. Παραπέμπουν το ζήτημα στον Υπουργό. Αυτός είναι ένας περιδεής εκπρόσωπος της Νέας Τάξης που δεν λογοδοτεί στον ελληνικό λαό αλλά στα Διευθυντήρια των Νέων Καιρών.
                                                          
Αυτό που όμως με θλίβει δεν είναι η ψυχική κακομοιριά των κυβερνώντων, είναι το ηθικό κατάντημα κάποιων δημοσιογράφων. Άκουγα ένα μεσημέρι κάποιον ραδιοσχολιαστή που με άκρως περιφρονητική φωνή στιγμάτιζε τη συμπεριφορά των Διστομιτών, επειδή κατέφυγαν στα ασφαλιστικά μέτρα κατά των Γερμανών. Κι έλεγε: «Πού φθάσαμε...»! Έπρεπε να είχε ζήσει τη γερμανική φρίκη της Κατοχής, για να είχε δει το πού φθάνε το κτήνος όταν κυριεύει την ανθρώπινη ψυχή. Τι έκαναν οι κάτοικοι του Διστόμου από το να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη; Μήπως έπρεπε κι αυτοί – κι όχι μόνο αυτοί- να συμπεριφερθούν γερμανικά, δηλαδή να πιάσουν καμμιά πεντακοσαριά Γερμανούς τουρίστες και να τους κρατήσουν ομήρους ή να τους εκτελέσουν; Στα αντίποινα των Γερμανών εμείς δεν απαντήσαμε με αντίποινα. Οι Γερμανοί τιμωρήθηκαν ελάχιστα γι’ αυτά που διέπραξαν στον τόπο μας. Κάλυψαν ένα ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων που όφειλαν. Συνέχισαν τη ναζιστική πολιτική, όχι βέβαια στη γραμμή του Χίτλερ (δεν είναι ακόμη καιρός) αλλά στη γραμμή του Γκαίμπελς. Παραπλάνηση και εξαπάτηση. Και μετά αποθράσυνση. Θα ’ρθει στιγμή που θα μας ζητήσουν αποζημίωση για τις σφαίρες που ξόδεψαν για να μας... σκοτώσουν.
                                                                  

Το κείμενο που προηγήθηκε είχε γραφτεί προ πολλών ετών για να δημοσιευθεί στην εφημερίδα όπου αρθρογραφούσα επαγγελματικώς. Δεν δημοσιεύθηκε· και σε λίγες ημέρες «εκτελέστηκα» και δημοσιογραφικώς. Μου τράβηξαν το χαλί επιτηδείως κάτω από τα πόδια μου. Τώρα που ήλθαν οι δύσκολοι καιροί και η Γερμανία μάς φόρεσε καπίστρι, πολλοί σταθμοί και πάμπολλα έντυπα μού ζητούν να μιλήσω και να γράψω για τις περιβόητες αποζημιώσεις. Μου ζητήθηκε να μιλήσω και για τις εκτελέσεις. Κι αντιμετώπισα τις λοιδορίες δύο «καναλοκύνων».
Αναφερόμουν στην εκτέλεση των συγγενών μου και στην υπέροχη στάση της γιαγιάς μου. Ήμουν μπροστά, όταν ο πατέρας τής ανακοίνωσε την εκτέλεση των δύο παιδιών της, των δύο αδελφών του. Η γιαγιά – βαθιά χριστιανική ψυχή- κατέβασε το μαύρο τσεμπέρι ως τα μάτια και πριν τυλίξει με αυτό το στόμα για να μη βγει κραυγή οδύνης, κατόρθωσε να μουρμουρίσει:
- Ο θεός να τους συγχωρέσει για το κακό που μου έκαναν!...
Κι έπειτα κλείστηκε στη βαθιά σιωπή της. Που και που ένα σιγαλό – σαν αγεράκι απαλό- μοιρολόι.

Πέρασαν κάποια χρόνια. Ήμουν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, την λεγόμενη τότε «Ογδόη». Ο πατέρας έφθασε ένα μεσημέρι ράκος στο σπίτι. Τον είχε επισκεφθεί στο κατάστημα του «Δραγώνα» (Αιόλου 89) ο άνθρωπος που είχε βάλει στη λίστα των μελλοθάνατων τα αδέρφια του. ήταν ετοιμοθάνατος· τον «κουράριζε» στον Άγιο Σάββα, εξάδελφός μου ογκολόγος. Του έμεναν λίγες ημέρες ζωής. Ζήτησε από τον εξάδελφό μου την άδεια να βγει για λίγες ώρες· έπρεπε κάποιον να δει. Και πήγε να βρει τον πατέρα μου. Δεν μπορούσε να ανέβει στον ημιώροφο. Τον ζήτησε και κατέβηκε ο πατέρας. Σαν τον είδε πάνιασε.
- Ήλθα να πάρω τη συγγνώμη σου, του είπε ο άλλος. Σε λίγες μέρες πεθαίνω...
Ο πατέρας, βαθιά συγκλονισμένος, μόλις κατόρθωσε να ψελλίσει μία φράση:
- Να ’σαι συγχωρεμένος...
Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και κλείστηκε στο γραφειάκι που ήταν το λογιστήριο. Δεν ήθελε να τον δει κανείς με δάκρυα στα μάτια. Ήταν ένας μικρόσωμος άνθρωπος με υψηλή περηφάνεια. Μας τα είπε στο σπίτι με αναφιλητά. ήταν η πρώτη φορά που μάλωσα με τον πατέρα μου. Με τη σκληρότητα της νεανικής ηλικίας πίστευα πως η συγγνώμη σ’ έναν εγκληματία συνιστά αδικία. Σήμερα το ίδιο θα έπραττα κι εγώ, Αυτό δεν σημαίνει πως έκοψα να είμαι Μανιάτης. Αλά η πείρα μιας μακράς ζωής με εδίδαξε ότι η καλύτερη εκδίκηση είναι η συγγνώμη. Γι’ αυτό συγχωρώ και τον δημοσιογράφο – κάποτε φίλο- και τα παρασαρκώματα που τον περιστοιχίζουν, που, χωρίς να φορούν την στολή της «Βέρμαχτ», συνεχίζουν με άλλα μέσα το έργο τους.
Συγχωρώ ακόμη και τους Γερμανούς δημοσιογράφους, τραπεζίτες και πολιτικούς για όσα μας κάνουν. Κι όχι απλώς τους συγχωρώ, αλλά τους ευγνωμονώ. Από τη δική τους αγνώμονα στάση, θα ξεπηδήσει η δική μας ανάταση, η νέα εθνική μας επανάσταση. Όχι κατά των Γερμανών αλλά κατά των υπολειμμάτων του δωσιλογισμού που «κοπροκρατούν» (το ρήμα του Ελύτη) πολιτικά και οικονομικά τη δόλια πατρίδα μας.
.
Σαράντος Ι. Καργάκος
Ιστορικός – Συγγραφέας
.
http://www.sarantoskargakos.gr/

ΒΑΛΕ ΣΤΟΧΟ ΚΑΙ ΜΗ ΦΟΒΗΘΕΙΣ ΠΟΤΕ!!!

1Θα σου μιλήσω σήμερα για μια λέξη μόνο… Θα σου πω δύο λόγια για τη λέξη “Ήρωας”.

Ξέρεις ποιος είναι ήρωας; Αυτός που είναι πραγματικά μεγάλος.Αυτός που έχει μεγάλη καρδιά. Ευρύχωρη καρδιά. Που αγαπάει δίχως όρια. Που δίνεται με αυθεντικότητα σε ό,τι καλό κάνει. Πραγματικά μεγάλος είναι αυτός που προσπαθεί.

Προσπαθεί να μην κάνει λάθη. Κι όταν πέφτει, να έχει το θάρρος και την λεβεντιά να το παραδεχτεί και να σηκωθεί ξανά… 

Έτσι να είσαι και εσύ! Ήρωας. Αγωνιστής. Μεγάλος και αληθινός σε ό,τι και αν κάνεις.

Βάλ’το στόχο και μη φοβηθείς ποτέ!!! 
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...