Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

ΠΡΟΟΔΟΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ












Της Αναστασίας Κουρή, Φιλολόγου
Είναι γνωστό ότι η ανθρωπότητα από μια αρχικά πρωτόγονη κατάσταση πέρασε 
διάφορα επίπεδα εξέλιξης και ακμής για να φτάσει στο σημερινό ύψος της
 τεχνολογικής προόδου. Αρχικά οι άνθρωποι ζούσαν μεμονωμένα και περιφέρονταν.
 Ήταν στερημένοι πνευματικά και αδύναμοι στις περιβαλλοντικές συνθήκες διαβίωσης 
τους. Αναζητούσαν τρόπους προστασίας από τα φυσικά φαινόμενα και τα άγρια θηρία, 
και κατέφευγαν σε σπηλιές, αλητεύοντας από τόπο σε τόπο,
Με την πάροδο του χρόνου αποφασίζουν να ζήσουν μαζί σε ομάδες που έχουν 
κοινούς σκοπούς και οράματα και κοινά χαρακτηριστικά. Έτσι αναπτύσσονται
 πνευματικά και αρχίζουν να διαλογίζονται και να συζητούν. Κατορθώνουν να
 ζήσουν ως πολιτικά και κοινωνικά όντα σε μόνιμες κατοικίες. Ιδρύουν πόλεις 
για την προστασία τους και την ασφάλεια τους, που στηρίζονται στην αιδώ και 
το δίκαιο. Επινοούν τα γράμματα και την γραφή, αναπτύσσουν τις τέχνες και 
τις επιστήμες. Έτσι λοιπόν, ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις και την
 βοήθεια του Θεού, όπως διαλαλεί ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος, κυριαρχεί 
στη φύση και στη ζωή. …
Όμως παρότι ο άνθρωπος τόσο σοφός είναι ταυτόχρονα και πολύ αδύναμος,
 έτσι που άλλοτε να χρησιμοποιεί τα επιτεύγματα του για το καλό και άλλοτε
 για το κακό και την καταστροφή του. Και ενώ τα πρώτα καταγράφουν, μέσα
 στην πορεία της ζωής, την πρόοδο του ανθρώπου, τα δεύτερα χαρακτηρίζουν
 την οπισθοδρόμηση του και την έλλειψη γνώσης των ικανοτήτων του ή 
καλύτερα θα ’λεγα την ασέβειά του προς τον Θεό και την φύση. 
Διότι επικρατούν τα άλογα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης που δεν τα ελέγχει η λογική.
 Η ακόρεστη μανία για πλούτο και ανέσεις οδηγεί κάποιους ανθρώπους σε
 παραβίαση των κανόνων της φύσης και σε σύνθλιψη των συνανθρώπων τους.
Αυτή η αλαζονεία, η οπισθοδρόμηση του ανθρωπίνου είδους, είναι εμφανέστερη σήμερα 
με την τεράστια καταστροφή που επιφέρει στο περιβάλλον και την εξαθλίωση μεγάλων 
κοινωνικών ομάδων σ’ όλο τον πλανήτη. Την καταστροφή του πλανήτη την επισημαίνουν 
πολλές επιστημονικές οργανώσεις, την εξαθλίωση όμως των ανθρώπων λίγοι την 
εντοπίζουν. Η ανεργία και η ανασφάλεια που υπάρχει στη χώρα μας είναι ακριβώς
 δείγματα οπισθοδρόμησης. Άνθρωποι που κοιμούνται στους δρόμους, που αλλάζουν
 κατοικία και τόπο για να βρουν δουλειά δεν αποτελούν δείγματα προόδου. 
Όλα αυτά, εμένα μου θυμίζουν τα «Σταφύλια της οργής» του Σταϊμπεργκ όπου 
οι φτωχοί εργάτες αναζητούσαν δουλειά από πολιτεία σε πολιτεία της Αμερικής 
και διέμεναν όπου τύχαινε, χωρίς να έχουν ποτέ μόνιμη κατοικία και σταθερή 
εργασία. Κράτη πλούσια με αξιέπαινη τεχνολογική πρόοδο και ισχύ, με ανθρώπους
 όμως φτωχούς και περιπλανώμενους, και με εντελώς απούσα την πνευματική και
 πολιτιστική ζωή. Όταν ο άνθρωπος καταφεύγει σε αισχρολογίες και χυδαιότητες 
για να καλύψει την έλλειψη της πνευματικότητας στη ζωή του, βρίσκεται πραγματικά
 σε μεγάλη οπισθοδρόμηση και κατάπτωση.
Δυστυχώς και η χώρα μας δεν πάει πίσω. Είναι πολύ λυπηρό να έρχεσαι αντιμέτωπος
 με τέτοια φαινόμενα κάθε στιγμή και σε κάθε γωνιά του τόπου. 
Αλλοίμονο στη χώρα μας που γέννησε τον πολιτισμό και έβαλε τα θεμέλια
 του ανθρωπισμού στο κόσμο! Οι μυαλωμένοι άνθρωποι του 5ου π.Χ. αιώνα, 
όπως διηγείται ο Ηρόδοτος, γνώριζαν καλά πόσο ασταθής είναι η ανθρώπινη
 ζωή και η ευδαιμονία. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν τα έχουν σκεφτεί, έστω και για 
λίγο, οι σημερινοί  Έλληνες. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να τα βάλουν καλά στο 
μυαλό τους όλοι αυτοί που καταπατούν την ανθρώπινη οντότητα και αξιοπρέπεια.

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν


Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
                                                                       κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
            Καθώς ζοῦμε μέσα στό κλῖμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αἰσθανόμεθα ἔντονα τήν ἐσωτερική ἀγαλλίαση πού πηγάζει ἀπό τόν κενό Τάφο τοῦ Ἀναστάντος Σωτῆρος μας.
            Βέβαια, εἶναι εὔλογο καί φυσικό γιά ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐμφοροῦνται ἀπό τήν βεβαία, τήν ἀκράδαντο πίστη στήν Ἀνάσταση, νά αἰσθάνωνται αὐτό τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό γλυκύτερον ὄνομα, ἡ θυμηδία τῆς ψυχῆς μας, ἡ κάθαρση καί ὁ φωτισμός τοῦ νοός μας, ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁδός, τό φῶς καί ἡ ζωή. Γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα: «Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ...».
            Περί αὐτῆς τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐφροσύνης πολλάκις μίλησε ὁ Κύριός μας στούς Ἁγίους Του Μαθητές καί Ἀποστόλους, καί τούς ἐβεβαίωσε, ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά τήν ἀφαιρέσῃ ἀπό τήν καρδιά τους.
            Δέν εἶναι χαρά ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Δέν προέρχεται ἀπό τά γήινα πλούτη, ἀπό τίς ψεύτικες δόξες καί τιμές, ἀπό τήν ψεύτικη ἡδονή, πού προσφέρουν οἱ ἀπατηλές ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς αὐτῆς. Μιά τέτοια «κοσμική χαρά» γκρεμίζεται σάν ψεύτικος καί χάρτινος πύργος, ἀφοῦ οὔτε περιεχόμενο ἔχει, οὔτε βάσεις, οὔτε προοπτική. Συμπαρασύρεται μαζί μέ τά πρόσκαιρα καί μάταια πράγματα πού μᾶς τήν προσφέρουν, καί ἀφήνει τόν ἄνθρωπο μέ τήν πίκρα τῆς μοναξιᾶς καί μέ ἔντονα τά σημάδια τῆς ἀπογοητεύσεως, ἀποτελέσματα οἰκτρά τῆς ψεύτικης γοητείας μέ τήν ὁποία σαγηνεύεται ἡ ψυχή. Ἀλήθεια, πόσα θύματα ἔχουν δημιουργήσει αὐτές οἱ ψεύτικες «χαρές»!
            Κάπως ἔτσι σκεπτόμενος, καί μέσα σ’ αὐτή τήν δυστυχία ζῶντας, ὁ ποιητής ἔχει γράψει σχετικά:
«Καί μεῖς ἕνα πρωί εἴχαμε κινήσει,
μόλις ὁ ἥλιος εἶχε κοκκινίσει,
μέ μάτια πού τά φλόγιζε ἡ χαρά.
Μά τά μεσάνυχτα εἴχαμε γυρίσει
μέ καταματωμένα τά φτερά».
            Ἀντίθετα, ἡ χαρά τήν ὁποία μᾶς δίνει ὁ Χριστός βρίσκεται μέσα στήν Ἐκκλησία Του καί πηγάζει ἀπό τό Φρικτό Θυσιαστήριο, ὅπου ὁ Οὐράνιος Πατέρας μελίζεται καί διαμερίζεται, ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας. Δέν ὑπάρχει οὐσιαστική χαρά ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἐκεῖ γίνεται ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς ὄντως ζωῆς, καινοποιεῖται καί ἀφθαρτοποιεῖται. Αὐτή ἡ εὐφροσύνη προέρχεται ἀπό τό πανηγύρι τῆς Θεανθρώπινης καί συνανθρώπινης Κοινωνίας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑνός μέν μετέχει τῆς μυστικῆς καί οὐρανίου Τραπέζης, καλεσμένος ἀπό τόν οὐράνιο Δειπνοκλήτορα, τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀγκαλιάζει ἀγαπητικά καί θυσιαστικά τόν συνάνθρωπό του, ὅποιος καί ἄν εἶναι, ἀδιακρίτως δηλαδή φυλῆς καί γλώσσας, ἡλικίας, κοινωνικῆς τάξεως, κλπ. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ βαθιά πνευματικός καί οὐσιαστικός χαιρετισμός τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁ ὁποῖος ἀδιακρίτως ἐποχῆς καί ὥρας ἔλεγε σέ ὅποιον ἄνθρωπο συναντοῦσε: «Χριστός Ἀνέστη, χαρά μου!».  
            Αὐτό τό πανηγύρι τό ζεῖ κανείς ξεχωριστά κατά τήν περίοδο τοῦ Πάσχα, ἀλλά καί πάντοτε, στόν Ἑλληνικό Ὀρθόδοξο χῶρο, ἀφοῦ τά πάντα εἶναι φωτισμένα καί ποτισμένα ἀπό τό πνεῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
            Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες συνεχίζομε τήν εὐφροσύνη καί μετά τήν Εὐχαριστιακή Σύναξη καί Τράπεζα, ἀφοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξῃ πτυχή τῆς προσωπικῆς, οἰκογενειακῆς, κοινωνικῆς καί Ἐθνικῆς μας ζωῆς, χωρίς αὐτή τήν διάσταση.
            Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ τρόπος πού ἐκφράζει αὐτή τήν προέκταση τῆς χαρᾶς μετά τήν Λειτουργία ὁ Ἕλληνας. Θυμίζω μόνο πρός ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω τούς στίχους ἑνός δημοτικοῦ τραγουδιοῦ:
«Σέ τούτη τάβλα ποὔμαστε, σέ τοῦτο τό τραπέζι
τόν Ἄγγελο φιλεύουμε καί τόν Χριστό κερνᾶμε». 
            Ἄν κάποιος ἐμβαθύνει στό νόημα αὐτῶν τῶν λόγων, θά διαπιστώσῃ κάτι τό ὁποῖο γεμίζει τίς ψυχές μέ δέος καί συγκίνηση. Νωρίτερα μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν Εὐχαριστιακή Τράπεζα, ὁ Κύριός μας ἔγινε «βρῶσις καί πόσις» γιά μᾶς, ὥστε νά γίνωμε «ὅμαιμοι καί σύσσωμοι αὐτοῦ». Τώρα στό τραπέζι στό σπίτι, στήν αὐλή, στήν γιορτή πού ἀκολουθεῖ μετά τήν εὐφροσύνη τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ Ἕλληνας ἔχει συνδαιτημόνα του, «καλεσμένο» του τόν Χριστό καί τούς Ἀγγέλους. Κάνει τόν σταυρό του, εὐχαριστεῖ γιά τίς δωρεές καί εὐλογίες, γιά τά ἀγαθά πού τοῦ παρέχει ὁ Θεός καί εὐγνωμονεῖ γιά τίς εὐεργεσίες Του.
            Ποιός μπορεῖ αὐτή τήν χαρά, ἡ ὁποία ἔχει αὐτές τίς ρίζες καί τίς προεκτάσεις, νά τήν ἀφαιρέσῃ; «Θλίψις ἤ στενοχωρία, διωγμός ἤ μάχαιρα;» ὡς θά ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. η’, 35). Οὐδείς, ποτέ καί μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ νά ἀφαιρέσῃ τήν οὐράνια χαρά, πού θρονιάζεται στίς καρδιές μας.
            Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὁ μέγας ἀναστάσιμος πανηγυριστής ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἀπαντᾷ χαρακτηριστικά στήν ἀσεβεστάτη Εὐδοξία:
            «Εἰ μέν βούλεται ἡ βασίλισσα ἐξορίσαι, ἐξορίσῃ με· “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς”. Καί εἰ βούλεται πρῖσαι, πρίσῃ με· τόν Ἠσαΐαν ἔχω ὑπογραμμόν. Εἰ θέλει εἰς τό πέλαγος ἀκοντίσαι με, τόν ᾿Ιωνᾶν ὑπομιμνῄσκομαι. Εἴ με θέλει εἰς κάμινον ἐμβαλεῖν, τούς τρεῖς παῖδας ἔχω τοῦτο πεπονθότας. Εἴ με θέλει τοῖς θηρίοις βαλεῖν, τόν Δανιήλ ἐν λάκκῳ τοῖς λέουσι βεβλημένον ὑπομιμνῄσκομαι. Εἰ θέλει με λιθάσαι, λιθάσῃ με· τόν Στέφανον ἔχω τόν πρωτομάρτυρα. Εἰ θέλει τήν κεφαλήν μου λαβεῖν, λάβῃ· ἔχω ᾿Ιωάννην τόν βαπτιστήν. Εἰ θέλει τά ὑπάρχοντά μου λαβεῖν, λάβῃ αὐτά» (Πρός ΚυριακόνMPG. 52. 683).
            Καί βεβαίως στόν γνωστότατο καί ἀνεπανάληπτο Κατηχητικό του λόγο, περιπαίζει τόν θάνατο, πού εἶχε, μέχρι τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τό προνόμιο νά κλέβῃ τήν χαρά ἀπό τούς ἀνθρώπους. Τώρα βλέπει ὁ Ἅγιος τόν θάνατο νεκρό, καταπατημένο, κατῃσχυμένο, κατά κράτος ἠττημένο, καί πάνω ἀπό τό πτῶμα τοῦ θανάτου, κραυγάζει ἐν χαρᾷ:
«Πο σου, θάνατε, τό κέντρον; πο σου, δη, τό νκος; νέστη Χριστός, καί σύκαταβέβλησαι· νέστη Χριστός, καί πεπτώκασι δαίμονες· νέστη Χριστός, καί χαίρουσιν γγελοι·νέστη Χριστός, καί νεκρός οδείς πί μνήματος. Χριστός γάρ γερθείς κ νεκρν, παρχή τν κεκοιμημένων γένετο» (Λόγος Κατηχητικός εἰς τό Ἅγιον ΠάσχαMPG. 59. 724).
Πολλοί κατά καιρούς θέλησαν νά ἀφαιρέσουν τίς ρίζες αὐτῆς τῆς χαρᾶς, ἀλλά δυστυχῶς γι’ αὐτούς, δέν τά κατάφεραν, ἀφοῦ εἶναι τόση ἡ γλυκύτης καί τό φῶς τῆς καρδιᾶς ἀπό τό ἀνέσπερο Φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οὐδείς ἐπιθυμεῖ νά ἀνταλλάξῃ τόν οὐρανό μέ τά σκύβαλα. Τά ἀποτελέσματα ἦταν ἀντίθετα μέ τίς ματαιόδοξες ἐπιδιώξεις τους. Ἔτσι, στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἄνθισε ἡ ἐποχή τῶν Μαρτύρων καί ἐγράφησαν σελίδες μέ αἷμα, ἀπό τούς υἱούς καί τίς θυγατέρες τῆς χαρᾶς καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.
Μελετῶντας κυρίως τήν ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας, διαπιστώνομε ὅτι παρά τίς πολλές καί ποικίλες κατά καιρούς δυσκολίες, τά φοβερά ἐμπόδια, τούς διωγμούς καί τήν ὅποια δυσχέρεια, ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ ἀπό τίς καρδιές καί τά πρόσωπα τῶν Ἑλλήνων δέν ἔσβησε, ἀλλά διετηρήθη ὡς ἕνας πολύτιμος θησαυρός, πού κράτησε αὐτό τόν λαό στά πόδια του. Διότι αὐτή ἡ χαρά ἔχει τήν αἰτία της στόν ἀληθινό Θεό καί τήν ἁγία του Ἐκκλησία, στήν μία καί ἀμώμητη Ὀρθόδοξη Πίστη, πού ἔγινε ἡ βρυσομάνα τοῦ Γένους μας καί τό στήριξε κάθε φορά πού ἀπειλητικά κύματα ὑψώθησαν ἀπέναντί του.
Τώρα πού οἱ Ἕλληνες, κρίμασιν οἷς οἷδεν ὁ Θεός, διερχόμεθα περίοδο κρίσεως καί δυσκολιῶν, τό μήνυμα αὐτό τῆς χαρᾶς, τῆς αἰσιοδοξίας καί τῆς ἐλπίδος εἶναι ἐξόχως ἐπίκαιρο, τά δέ παραδείγματα τῶν πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι μέσα ἀπό τήν δυσχέρεια ἔφθασαν στόν ἡρωϊσμό, εἶναι ἐξόχως ἐποικοδομητικά.
Λένε σήμερα, ὅτι «λυγίζει» ὁ Ἕλληνας, ὅτι «γονατίζει» μπροστά σέ μιά κατασκευασμένη καί κατευθυνόμενη ἀπό ὕπουλα καί ἀνθελληνικά κέντρα κατάσταση.
Μά, γιά δέστε, γυρίστε λίγο πίσω καί ἐμπνευσθῆτε ἀπό ὅσους μᾶς ἄφησαν παρακαταθήκη ἁγία καί ρήματα ζωῆς αἰωνίου.
Πολλάκις ὁ λαός μας ἔφθασε στόν «Ἅδη». Ἀλλά ἀναστήθηκε. Ὡραία πού ἀπέδωσε ὁ λαϊκός στιχουργός αὐτή τήν κάθοδο καί τήν ἔξοδο ἀπό τό σκοτάδι καί τήν ἀπελπισία!
Οἱ Ἕλληνες «Σάν νά πᾶν’ σέ πανηγύρι, σ’ ἀνθισμένη πασχαλιά. Μέσ᾿ τόν δη κατεβαίνουν μέ τραγούδια, μέ χαρά». Κατεβαίνουν ἐκεῖ, ὅπου συναντοῦν τόν νικητή τοῦ ᾅδου, τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό, καί πιασμένοι ἀπό τό χέρι Του, ἐξέρχονατι νικηταί, ψάλλοντες τόν ἐπινίκιον ὕμνο «Χριστός Ἀνέστη!».
«Μή φοβᾶσθε», μᾶς φωνάζει ὁ Μέγας Ἐθναπόστολος τοῦ Γένους, Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, «καί νά σᾶς πάρουν τά πάντα, τίποτε δέν μποροῦν νά σᾶς κάμουν. Καί νά σᾶς ψήσουν καί νά σᾶς τηγανίσουν, σέ τίποτε δέν μποροῦν νά σᾶς βλάψουν. Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζονται. Ἄν αὐτά τά δύο τά κρατᾶτε γερά, θά εἶστε πάντοτε νικητές». 
Μέ αὐτή τήν ἀναστάσιμη προοπτική, μέ τήν ἐλπίδα, τήν αἰσιοδοξία καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, ἀπευθυνόμεθα πρός ὅλους τούς ἀδελφούς διασαλπίζοντες τό μήνυμα τῆς νίκης καί τῆς βεβαιότητος ὅτι, «εἰ ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, οὐδείς καθ’ ἡμῶν».  
Ἀδελφοί, ἀκοῦστε τόν ποιητή πού λέγει,
                 «Χαρές καί πλούτη νά χαθοῦν
                     καί τά βασίλεια κι ὅλα,
τίποτα δέν εἶναι σάν ἡ ψυχή
μένῃ στητή κι ὁλόρθη»,
            καί τόν Ἱερό Ὑμνογράφο πού μελωδικά πανηγυρίζει,
                             «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου,
                               καί ἐπλήρωσε τά σύμπαντα εὐωδίας.
                           Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε! ...».          


ΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ*











Οἱ σκέψεις καί τά πιστεύω πού φυλᾶνε στήν ψυχή τους οἱ 
ἄνθρωποι, ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τόν τρόπο πού φέρονται
 στή καθημερινή τους ζωή. Μᾶλλον ἀπότομα καί ἀπόλυτα
 διατύπωσα μία θέση. Ὑπάρχουν ὅμως κάποιες μέρες
 στή ζωή μας πού συνειδητοποιοῦμε πώς ὅσα μᾶς 
στεναχωροῦν ἔχουν βαθύτερες αἰτίες.
Οἱ λέξεις ἰσότητα καί δικαιοσύνη οἱ ὁποῖες στό 
μυαλό τῶν περισσοτέρων ἀπό ἐμᾶς εἶναι αὐτονόητες,
 ἔχουν καί αὐτές ἀπολυτοποιηθεῖ σέ σημεῖο πού θεωροῦνται
 ἄπιαστες καί ἰδανικές. Ὁ ὁρισμός τῆς λέξης ἰσότητα 
σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, κοινωνικό, πολιτικό, οἰκονομικό 
κ.ἄ. εἶναι ἡ σχέση μεταξύ ἴσων ἤ ἀλλιῶς, ἡ ἔλλειψη ὁποιασδήποτε
 διαφορᾶς μεταξύ ἀνθρώπων σέ ὁτιδήποτε ἀφορᾶ δικαιώματα
 καί ὑποχρεώσεις.
Δικαιοσύνη ἀπό τή ἄλλη –μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια κι 
ὄχι σά θεσμός– εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου κι αὐτό 
ἐκφράζεται ἀπό τούς
γραπτούς ἀλλά καί ἄγραφους νόμους. Ἡ αὐστηρή κι 
ἀπόλυτη τήρηση τῶν νόμων χωρίς τήν ὀρθή κρίση ἑνός 
ἠθικοῦ καί πιστοῦ ἀνθρώπου μοιάζει σάν νά ἀπευθύνεται
 σέ ἄψυχα ἀντικείμενα. Ἡ σχέση αὐτῶν τῶν δύο ἐννοιῶν 
παρατηρῶ ὅτι εἶναι παρεξηγημένη. …
Οἱ περισσότεροι χρησιμοποιοῦμε τήν ἰσότητα γιά νά
 φέρουμε στά μέτρα μας αὐτό πού μᾶς βολεύει.
 Ἀπογοητευμένοι ἀπό καταστάσεις πού δέν μποροῦμε 
νά ἀξιολογήσουμε, νά ἐλέγξουμε καί κατά συνέπεια
 νά ἰσορροπήσουμε. Στενοχωριόμαστε, πικραινόμαστε, 
θυμώνουμε, ξεσπᾶμε καί ἀφήνουμε τόν πόνο νά 
περάσει μόνος του χωρίς θεραπεία. Μέ αὐτή ἀκριβῶς
 τή σειρά. Χωρίς νά τακτοποιηθεῖ, χωρίς νά λυθεῖ. 
Καί κάπως ἔτσι, “μαζεύουμε” μέσα μας μικρά καί 
μεγάλα προβλήματα ἤ, ἀκόμα καλύτερα, μικρά πού
 γίνονται μεγάλα κι ἀνυπέρβλητα καθώς μεγαλώνουμε.
Χτίζουμε τίς σχέσεις μας πάνω σέ θεμέλια σαθρά 
κι ἑτοιμόρροπα. Πῶς εἶναι δυνατόν νά διαλύονται
 οἱ σχέσεις τόσο εὔκολα; Πῶς, ἀπό μία παρεξήγηση,
 νά χωρίζονται οἱ ἄνθρωποι χωρίς ἴχνος προσπάθειας 
γιά νά “τά βροῦν”; Μήπως οἱ ἄνθρωποι δέν 
ψάχνουν τελικά γιά ἐπικοινωνία; Μήπως οἱ ἐπιφανειακές 
σχέσεις μᾶς δείχνουν πόσο διάφανοι καί χάρτινοι εἴμαστε, 
πού τό μόνο πού θέλουμε εἶναι… παρέα; Οἱ περισσότεροι 
ψάχνουν κάποιον νά ποῦν τόν πόνο τους. 
Νά μιλήσουν γιά αὐτό! Κι ὄχι γιά νά βροῦν τή λύση. 
Γιατί τότε θά πήγαιναν σέ αὐτόν πού δημιούργησε τό 
πρόβλημα, καί ὄχι στήν κοινωνική κριτική, κοινῶς 
κουτσομπολιό! Ἡ ἰσότητα ὅμως σημαίνει καί δικαιοσύνη;
Ὁ Σολομώντας τόλμησε νά ταυτίσει μέ τρόπο ἰδανικό 
τίς δύο ἔννοιες καί, ἐνῶ ἡ ἰσότητα ἀπαιτοῦσε νά μοιραστεῖ 
στά δύο τό παιδί, ἡ δικαιοσύνη τό ἔφερνε στήν ἀγκαλιά τῆς
 μητέρας του! Ἐπειδή ὅμως ἐμεῖς δέν σκεφτόμαστε, 
δέν λειτουργοῦμε ἔτσι, δέν εἴμαστε δίκαιοι οὔτε μέ τόν 
ἑαυτό μας, οὔτε μέ τούς ἄλλους, νιώθουμε ἀδικημένοι
 καί στερημένοι ἀπό τήν ἀπουσία μίας οὐσιαστικῆς σχέσης
 καί ἐνδιαφέροντος. Καί εἶναι κάτι πού θά μᾶς συνοδεύει 
μέχρι τά βαθιά γεράματα καί ὅπου κι ἄν ψάξουμε, 
ἡ δικαιοσύνη αὐτή δέ θά μπορέσει νά ἀποκατασταθεῖ παρά 
μόνο ἐπιφανειακά καί προσωρινά.
Γράφω δυό σκέψεις ἀπό αὐτές πού κάνουμε ὅλοι. 
Τό ζοῦμε καθημερινά ἄλλωστε καί τό ἀναλύουμε 
περισσότερο μέ τίς ἑκάστοτε παρέες μας. Τό θέμα 
αὐτό ἔχει ἀρκετά παρακλάδια καί τό καθένα τά δικά του.
 Μέ λίγα λόγια εἶναι ἀνεξάντλητο, γιατί πρέπει νά καλυφθοῦν
 ὅλες οἱ δικαιολογίες τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν ἀντιρρήσεις
 ἤ καί προσθῆκες πάνω στά γραφόμενα.
Ὅσο καί ἄν ἡ ἀπάντηση τῶν προβλημάτων εἶναι χαραγμένη 
στήν ψυχή τοῦ καθενός μέ τήν σφραγῖδα τοῦ Δημιουργοῦ μας,
 ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καθυστεροῦμε νά τό κατανοήσουμε
 βάζοντας ἐμπόδια στό δρόμο γιατί ἁπλᾶ κάνουμε αὐτό 
πού μᾶς βολεύει κάθε φορά. Στό ἐρώτημα: 
“καί τί κάνουμε γιά αὐτό;” ἔρχεται ὁ Χριστός νά μᾶς θυμίσει 
ὅτι τή δικαιοσύνη πού ἀποζητᾶμε θά τή βροῦμε σέ Ἐκεῖνον, 
ὅπως καί τήν παρηγοριά. Κι ὅτι τήν ἄφεση ἁμαρτιῶν, 
πού τόσο ἐπιθυμοῦμε, πρέπει νά μάθουμε καί νά τήν 
προσφέρουμε σέ αὐτούς πού μᾶς ἀδίκησαν ἤ μᾶς πίκραναν 
καί νά θυμόμαστε ὅτι ἄλλος κανένας τόσο πολύ δέν 
ἀδικήθηκε ὅσο Ἐκεῖνος πού ἦταν ἡ ἴδια ἡ Δικαιοσύνη!
 Παναγιώτα Καμπάνη – Λεμονῆ
 *Περιοδ. ‘’ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ΄΄, Τεῦχος 128

Θεολόγος σε διπλωματική αποστολή π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

2E6B431B39BC29FB0044C11860CE2EB1
α) Η Εκκλησία, άλλοτε πιο οργανωμένα και άλλοτε συγκυριακά, φρόντιζε να εκχριστιανίζει ειδωλολατρικά και βαρβαρικά έθνη. Αλλά και το βυζαντινό κράτος ενδιαφερόταν για τον εκχριστιανισμό γειτονικών κυρίως λαών, αφού προτιμούσε να συνορεύει με χριστιανούς, με τους οποίους θα μπορούσε να συνεννοείται καλύτερα παρά με άπιστους και απολίτιστους βαρβάρους.
  β) Παράλληλα, οι Βυζαντινοί βρίσκονταν συχνά σε διάλογο με τους γειτονικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Έτσι, στις διπλωματικές αποστολές περιλάμβαναν και σοφούς θεολόγους. Όπως είναι γνωστό, κατά τον 9ο αιώνα οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ανέλαβαν μεγάλη αποστολή για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων. Με τη συνδρομή του λογίου πατριάρχη Φωτίου, οι δύο αδελφοί εκπολίτισαν και μύησαν στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη τους σλαβικούς λαούς.
γ) Πριν όμως από αυτή την αποστολή, είχαν λάβει μέρος σε διαλόγους με τους άραβες-μουσουλμάνους και τους Χαζάρους. Να σημειωθεί ότι και οι δύο αδελφοί διέθεταν υψηλό επίπεδο μόρφωσης αλλά και βαθιά ευλάβεια. Στον Βίο του Αγίου Κωνσταντίνου-Κυρίλλου αναφέρεται ότι επισκέφθηκε τους σαρακηνούς-μουσουλμάνους και συνομίλησε μαζί τους για θέματα πίστεως.
δ) Το 836 ο χαλίφης Αμπασίντ αλ-Μουτασίν μετέφερε την πρωτεύουσα του χαλιφάτου από τη Βαγδάτη στη Σαμάρα. Επειδή εν τω μεταξύ είχε καταπατήσει βυζαντινά εδάφη, άρχισαν ανάμεσα στους Άραβες και τους Βυζαντινούς διαπραγματεύσεις. Σε αυτές έλαβε μέρος και ο νεαρός, μόλις 24 ετών, Κύριλλος, που τότε είχε ακόμη το όνομα Κωνσταντίνος. Οι συζητήσεις, όπως ήταν φυσικό, αναφέρθηκαν και σε θεολογικά ζητήματα.
ε) Οι άραβες-μουσουλμάνοι στον εν λόγω διάλογο έθεσαν στους Βυζαντινούς τα ζητήματα αυτά, με σκοπό να τους πιέσουν και να τους πείσουν για το δίκιο τους και μάλιστα με χωριά από τη Γραφή! Μίλησαν περιφρονητικά για το δόγμα της Αγίας Τριάδος, κατηγορώντας τους Βυζαντινούς ως τριθεΐτες και επικαλούμενοι ορισμένα ευαγγελικά αποσπάσματα, προσπάθησαν να στηρίξουν εκεί τις κατακτήσεις τους. Ο νεαρός Κωνσταντίνος, που αποκαλούνταν από τον αυτοκράτορα και τα μέλη της βασιλικής συγκλήτου «φιλόσοφος», απάντησε με ευστροφία στις αιτιάσεις των Αγαρηνών.
στ) Με θεολογικά επιχειρήματα αλλά και αναφορά στο Κοράνιο, που μιλά για «την αποστολή του πνεύματος σε μια παρθένο με την επιθυμία να γεννήσει» (Σούρα 19, 17) αντιμετώπισε επιτυχώς τις κατηγορίες για το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Οι μουσουλμάνοι, επικαλούμενοι το ευαγγέλιο, που μιλά «για προσευχή υπέρ των εχθρών», που λέει, «κάντε καλό σε αυτούς που σας μισούν και σας καταδιώκουν» και «στρέψτε το άλλο μάγουλο σε αυτούς που σας κτυπούν», τον ρώτησαν, γιατί δεν τα τηρούν. Και κατέληξαν: «Εσείς δεν κάνετε έτσι, παρά γι’ αυτούς που σας κάνουν τέτοια ακονίζετε όπλα».
ζ) Ο χριστιανός φιλόσοφος απάντησε: «Όταν υπάρχουν δύο εντολές στον νόμο, ποιος φαίνεται ότι τον εκτελεί, εκείνος που εκτελεί τη μία ή και τις δύο;». Οι μουσουλμάνοι απάντησαν: «Και τις δύο». Εκείνος είπε: «Ο Θεός που είπε, προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας αδικούν, είπε ακόμη ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν μπορεί να δείξει κανείς μεγαλύτερη αγάπη από το να θυσιάσει την ψυχή του για τους φίλους του. Για χάρη λοιπόν των φίλων μας, κάνουμε κι εμείς αυτό, ώστε με την αιχμαλωσία του σώματος να μην αιχμαλωτισθεί και η ψυχή». (Βλ. Αντωνίου-Αιμιλίου Ταχιάου, Κύριλλος και Μεθόδιος, Οι αρχαιότερες βιογραφίες των φωτιστών των Σλάβων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 55 κ.ε.). Οι συζητήσεις επεκτάθηκαν και σε άλλα θέματα, όπως τη φορολογία, την ποικιλία στην εφαρμογή του ευαγγελίου, τις τέχνες και τις επιστήμες. Τις επιτυχημένες απαντήσεις του Αγίου Κυρίλλου ενέπνεε το Πνεύμα του Θεού και ενίσχυαν οι επιστημονικές και θεολογικές γνώσεις, η οξυδέρκεια και βαθιά πίστη του σοφού θεολόγου.
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη, Με αφορμή τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων: Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;

Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά του χριστιανικού μηνύματος
Ένα από τα σημαντικά βιβλία που έχει επιμεληθεί ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης


και είπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης

Γεν. 4:10

Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.
Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.
Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.
Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές:«Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».
Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.
——————————————
Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων.

Είσαι ο άνθρωπός μου; (Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης)



Είσαι ο άνθρωπός μου;

Ένας παράλυτος περίμενε 38 χρόνια, γιατί δεν είχε άνθρωπο (μέχρι που πέρασε ο Χριστός).

Εσύ έχεις άνθρωπο; Είσαι ο άνθρωπος κάποιου; Το παιδί σου έχει άνθρωπο;
Αυτά τα ερωτήματα χορεύουν μέσα μου με αφορμή την «Κυριακή του Παραλύτου», τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, που τιμάμε στις εκκλησιές μας τη θεραπεία ενός παράλυτου από το Χριστό. Το θαύμα αυτό έγινε στην Κολυμβήθρα Βηθεσδά, μια δεξαμενή στην Ιερουσαλήμ, όπου, κατά το ευαγγέλιο (κατά Ιωάννην, κεφ. 5), ένας άγγελος κατά καιρούς τάραζε τα νερά και, μετά, ο πρώτος που θα έμπαινε μέσα θεραπευόταν, όποια αρρώστια κι αν είχε.

Ο Χριστός πλησίασε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, από το πλήθος των αρρώστων που περίμεναν συγκεντρωμένοι γύρω από τη δεξαμενή. Του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;». Κι εκείνος απαντά: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο και, κάθε φορά, μέχρι να φτάσω στο νερό, έχουν προλάβει άλλοι πριν από μένα». Ο Χριστός τού λέει: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Και ο άνθρωπος – που ήταν παράλυτος 38 χρόνια – θεραπεύτηκε.

Γι’ αυτό το «δεν έχω άνθρωπο» (στο αρχαίο: «άνθρωπον ουκ έχω») έχουν γραφτεί πάρα πολλά κι έχουν γίνει πολλά κηρύγματα. Αυτή η φράση, δεν ξέρω πως φαίνεται σε σας, αλλά κι εμένα με συγκλονίζει. Κι έτσι, θέτω τα ερωτήματα της αρχής.
Δεν είναι αμείλικτα ερωτήματα, που μπαίνουν για να σε κρίνουν, αλλά σωτήρια ερωτήματα, που μπαίνουν για να μου δώσουν / να σου δώσουν ελπίδα και να μας ανοίξουν το δρόμο της σωτηρίας.

Έχεις άνθρωπο; Τότε η ζωή σου έχει ομορφιά και αντέχεται, όσο δύσκολη ή πονεμένη κι αν είναι!

Είσαι ο άνθρωπος κάποιου; Κατά προτίμηση, κάποιου που δεν είναι ο άντρας σου, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, αλλά ένας που βρίσκεται πιο πέρα απ’ αυτή τη στενή συγγένεια, η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο προέκταση του εγώ μας; Και στους στενούς μου ανθρώπους βέβαια πρέπει να είμαι «ο άνθρωπός τους» και δεν είναι καθόλου αυτονόητο αυτό, τόσο εγωιστής που είμαι και τόσο έτοιμος να μισήσω ή να περιφρονήσω τη γυναίκα ή το παιδί μου αν δεν είναι «όπως το θέλω ΕΓΩ»!!... Τόσο ανάξιος είμαι να μ’ αγαπάει ο Θεός και μάλιστα δεν το καταλαβαίνω κιόλας και νομίζω πως είμαι καλός και δίκαιος!

Πάντως ο Χριστός ήρθε για να γίνει ο άνθρωπος του καθενός από μας. Εγώ λοιπόν είμαι ο άνθρωπος κάποιου, ώστε να βαδίζω το δρόμο του Ιησού Χριστού, που είναι ο άνθρωπος όλων των ανθρώπων;

(Μπορεί βέβαια να μη θέλω να βαδίσω αυτό το δρόμο, μα αυτό θα μου βγει σε κακό, γιατί αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος της αγάπης).

Αν είμαι ο άνθρωπος των δικών μου ανθρώπων, ή και άλλων που τους κάνω δικούς μου, τότε έχω σταυρό να σηκώσω, αλλά ο δρόμος μου με πάει ίσια στον παράδεισο. Τι χαρά!
Μα πώς θ’ αντέξω να σηκώνω σταυρό ξένο, χώρια που έχω και δικό μου βαρύ σταυρό στη ζωή; Πώς θα γίνω ο άνθρωπός σου, συνάνθρωπέ μου; Ποιος είναι ο δικός μου άνθρωπος, που θα με βοηθήσει να γίνω ο άνθρωπος κάποιου άλλου;
Και: αν δεν έχω άνθρωπο έτσι κι αλλιώς κι η ζωή μου είναι αβάσταχτο μαρτύριο, τι θ’ απογίνω; Χάθηκα! Χάθηκα; Ν’ αυτοκτονήσω;
Όχι. Η αλήθεια είναι, αδελφέ κι αδελφή μου, ότι έχεις άνθρωπο. Έχεις τουλάχιστον έναν άνθρωπο, που είναι ο δικός σου άνθρωπος, που, κι αν όλοι σε εγκαταλείψουν, εκείνος δε θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ – κι αν όλοι σε προδώσουν, εκείνος δε θα σε προδώσει ποτέ, ποτέ!

Είναι ο παπάς με το πετραχήλι τουο εξομολόγος σου.

Αυτός είναι ο άνθρωπός σου. Ο παντοτινός, δικός σου φίλος, αδελφός, άνθρωπος και πατέρας. Ο σύμβουλός σου, ο δάσκαλός σου, ο οδηγός σου.

Γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να εξομολογείται ο άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο κι όχι σε μια εικόνα ή μόνο με απευθείας προσευχή στο Χριστό – και θέσπισε το θεσμό του «πνευματικού» (εξομολόγου). Για να φύγει λίγος εγωισμός από μέσα μας και να έχεις πάντα τον άνθρωπό σου, που μάλιστα μπορεί να κάνει κάτι που δε μπορεί να το κάνει ο φίλος, ο γονιός, ο σύζυγος, ο σύντροφος: να πάρει όλες τις αμαρτίες σου και να τις πετάξει στην άβυσσο, να δώσει άφεση αμαρτιών (δεν τη δίνει ο παπάς, αλλά ο Χριστός – στο ευαγγέλιο αυτό αναφέρεται στο κατά Ματθαίον, κεφ. 18, στίχ. 18, και Ιωάννην, 20, 22-23) και να σε συμβουλεύσει στα ηθικά και πνευματικά διλήμματα της ζωής και της καρδιάς σου, με στόχο να πλησιάσεις και να φτάσεις στο Χριστό και στην αιώνια ζωή! Και βέβαια να ζήσεις μια ποιοτική ζωή εδώ, τέτοια που μόνο η ένωση με το Χριστό και το συνάνθρωπο προσφέρει, κι όχι το χρήμα ή οι απολαύσεις ή οι δραστηριότητες ή ακόμα και η τέχνη, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, ο αθλητισμός ή η επιστημονική έρευνα… Μια ποιοτική ζωή αγάπης και Φωτός, θείου Φωτός (που θα δώσει και νόημα σ’ όλα τα υπόλοιπα).


Ο άνθρωπος των παιδιών σου

Να ρωτήσω τώρα και κάτι άλλο: τα παιδιά σου έχουν άνθρωπο;
Εσύ είσαι ο άνθρωπος των παιδιών σου;
Ως καθηγητής σε λύκειο, οφείλω να σε πληροφορήσω – και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό – πως τα παιδιά μας δεν έχουν άνθρωπο. Θέλουν να έχουν, μα δεν τον έχουν και ζουν μια ζωή γεμάτη προβλήματα, βαδίζοντας σε λάθος δρόμους: δρόμους εξαρτήσεων, απελπισίας, αγωνίας, ζαλάδας για τη (δήθεν) καταπολέμηση της αγωνίας.

Και ξέρεις ποιος είναι ο άνθρωπος των παιδιών σου; Εκείνος που θα τους μιλήσει για το Χριστό και την Παναγία. Αν μιλήσεις στα παιδιά σου γι’ αυτούς (όχι βέβαια να τους βρίζεις το Χριστό και την Παναγία, αλλά να τα μάθεις ν’ αγαπούν το Χριστό και την Παναγία), τότε κέρδισες τα παιδιά σου. Τότε επίσης, τα παιδιά σου θ’ αγαπάνε κι εσένα (ακόμη κι αν κάνεις χίλια λάθη), μαζί και όλο τον κόσμο, γιατί ο Χριστός και η Παναγία είναι η απόλυτη αγάπη.

Θέλεις όμως το παιδί σου ν’ αγαπάει όλο τον κόσμο; Συχνά μεγαλώνουμε τα παιδιά μας μαθαίνοντάς τα ν’ αγαπάνε μόνο τον εαυτό τους κι εμάς – και τελικά δεν αγαπάνε ούτε τον εαυτό τους (γιατί δεν τους αρέσει τέτοιος που είναι), ούτε εμάς, γιατί τα κάναμε έτσι που δεν τους αρέσει ο εαυτός τους. Αν όμως δεν είσαι ο άνθρωπος των παιδιών σου, και δεν τους μάθεις ν’ αγαπάνε το Χριστό και την Παναγία, θα ’ρθουν κάποιοι άλλοι και θα τους μιλήσουν, λέγοντάς τους ψέματα. Και τότε έχασες τα παιδιά σου, όσο μορφωμένα, καταξιωμένα ή και «ηθικά» κι αν τα κάνεις…

Κι εσύ, παιδί μου (αγόρι ή κορίτσι), να ξέρεις πως έχεις πάντα τον άνθρωπό σου. Είπα παραπάνω ποιος είναι: ο πνευματικός σου (ο εξομολόγος σου). Μπορεί ο γονιός σου να μη θέλει να πας να εξομολογηθείς. Να η ευκαιρία να κάνεις την επανάστασή σου (πάντα με σεβασμό και αγάπη προς το γονιό, αλλιώς χάνεις το δίκιο σου). Όταν ο γονιός δε σε αφήνει να ξενυχτάς κάθε Σάββατο, δεν κάνεις επανάσταση μέσα στο σπίτι; Κάνε και τώρα μια επανάσταση: αυτή θα είναι η επανάσταση που αξίζει, η επανάσταση που θα σε ελευθερώσει. Θα με θυμηθείς. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ»· (Ψαλμ. γ΄, 2)


«Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ»· (Ψαλμ. γ΄, 2)


Γιατί, Κύριε;

Αὐτή εἶναι ἡ πολυσυνηθισμένη φράσις πού λέγεται ἀπό κάθε ἄνθρωπο, κάθε φορά πού περνάει δύσκολες ὧρες στήν ζωή του. Ὅταν μάλιστα ἡ μία θλῖψις διαδέχεται τήν ἄλλη, ὅταν τήν μιά στενοχώρια ἀκολουθῆ ἡ ἄλλη, ὅταν τό ἕνα βάσανο συνοδεύεται ἀπό ἕνα ἄλλο, τότε εἶναι, θά λέγαμε, φυσικό ὁ ἄνθρωπος νά ἐρω­τᾶ τόν Θεό. «Γιατί, Κύριε, τόσος πόνος καί τό­ση θλῖψις στήν ζωή μου; Γιατί ἐπιτρέπεις τόσο σκληρά νά ὑποφέρω;». Εἶναι πολύ ἀνθρώπινο, ἐκεῖνος πού δέχεται ἀλλεπάλληλα χτυπήματα στήν ζωή του νά ἀπευθύνεται στόν Θεό, ζητώντας νά τοῦ δοθῆ κάποια ἀπάντησις στήν ἀπορία του ἤ στό παράπονό του. Σ’ αὐτήν ἀ­κρι­βῶς τήν κατάστασι εὑρισκόμενος ὁ Δαυΐδ, ἔπειτα ἀπό τά σκληρά χτυπήματα πού δέχεται, προβάλλει τό ἐνδόμυχο παράπονό του στόν Θεό: Γιατί, Θεέ μου, νά ὑποφέρω τόσο πολύ; Γιατί τόσοι ἄνθρωποι μέ θλίβουν καί μέ στενοχωροῦν; Γιατί τό σπλάγχνο μου, τό παιδί μου, ἔγινε ὁ ἄσπονδος ἐχθρός μου; Γιατί τόσοι ἄν­θρωποι μέ περικυκλώνουν ἀπειλητικά, μέ ἀ­κο­­νισμένα τά σπαθιά τους;



Ἄνθρωποι καί δαίμονες ἀπειλοῦν τόν Δαυΐδ καί τοῦ δηλώνουν κατηγορηματικά: «Γι’ αὐτόν ὅλα τελείωσαν. Τό βασίλειό του τό ἔχασε. Θά χάση καί τήν ζωή του. Ὁ Θεός τόν ἐγκατέλειψε. Ἄς μήν ἐλπίζη πιά σ’ Αὐτόν». Αὐτά κηρύτ­τουν οἱ πολέμιοί του. Αὐτά παραγγέλλουν οἱ ἐχθροί του. Καί ὁ Δαυΐδ; Στούς ἑπόμενους στίχους τοῦ ψαλμοῦ θά δοῦμε πῶς τούς ἀντιμετωπίζει καί πῶς τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στίς κρίσιμες ὧρες τῆς σκληρῆς δοκιμασίας.


Σέ παρόμοιες περιπτώσεις, μ’ αὐτές πού βρέθηκε ὁ Δαυΐδ, πολλές φορές βρισκόμαστε καί ἐμεῖς. Ὅλοι μας στήν ζωή αὐτή δοκιμαζόμαστε. Ὅλοι μας πίνουμε γουλιά-γουλιά ἀπ’ τό πικρό ποτήρι τῶν θλίψεων. Ὁ καθένας μας, ἀσφαλῶς, γνωρίζει τά δικά του βάσανα.


Πικραίνεται ἡ μάνα ἀπό τό παιδί, ὅπως καί τό παιδί ἀπό τήν μάνα. Βασανίζεται ἡ γυναῖκα ἀπό τόν ἄνδρα, ὅπως καί ὁ ἄνδρας ἀπό τήν γυναῖκα. Ὑποφέρει ἡ νύφη ἀπό τήν πεθερά, ὅπως καί ἡ πεθερά ἀπό τήν νύφη. Βασανίζεται ὁ μεγάλος ἀ­δελφός ἀπό τόν μικρό, ὅπως καί ὁ μικρός ἀπό τόν μεγάλο. Πικραίνεται ὁ ἕνας φίλος ἀπό τόν ἄλλον. Ἀλληλοστενοχωροῦνται οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους. Ὑποφέρει ὁ ἄρρωστος στό κρεββάτι τοῦ πόνου, ὁ φυλακισμένος, πού κάποια παρα­τιμονιά του τόν ὡδήγησε στήν φυλακή, ἡ χαροκα­μένη γυναῖκα πού ἔχασε τόν ἄνδρα της καί τό ταλαιπωρημένο ὀρφανό πού ἔχασε τούς γονεῖς του. Καί εἶναι ὁ κόσμος αὐ­τός, χωρίς καμμιά ἀμφιβολία, ζυμωμένος μέ πολλά δάκρυα, ποτισμένος μέ ποτάμια αἵματος καί τσακισμένος καί βασανισμέ­νος ἀπό ἀτέλειωτες θλίψεις καί δοκιμασίες.


Σέ τέτοιες στιγμές δοκιμασίας ἄκουσε καί ὁ δικός μας φύλακας ἄγγελος νά λέμε τό «Γιατί, Κύριε;». Στά χείλη τοῦ χριστιανοῦ, ὅμως, αὐτό τό «γιατί» δέν ἔχει τόση πίκρα καί εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ γογγυσμοῦ. Ὁ χριστιανός πού γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, δέν βλέπει τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες σάν μιά κατάρα, ἀλλά σάν μιά εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανός γνωρίζει ὅτι ἡ παροῦσα ζωή εἶναι γεμάτη ἀπό θλίψεις καί δοκιμασίες. Τό εἶπε ὁ Χριστός μας ἁπλά καί κατηγορηματικά: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε…» (Ἰω­άν. ιστ΄, 33). Ἡ ἐπίγειος ζωή τοῦ Χριστοῦ στάθηκε πάντα ζωή σταυρική. Καί ὁ χριστιανός πού θέλει νά εἶναι ἄξιος μαθητής τοῦ Χριστοῦ, δέν μπορεῖ νά ἀρνῆται τήν ἐσταυρωμένη ζωή.


Ὁ χριστιανός γνωρίζει πόσο εὐεργετικά ἐπιδροῦν στόν ἐξαγιασμό τῆς καρδιᾶς του οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες. Γιά τόν χριστιανό, τά βάσανα καί τά ἀλλεπάλληλα χτυπήματα τῆς ζωῆς εἶναι τό καμίνι πού καθαρίζει τήν ψυχή, ὅπως ἀκριβῶς καθαρίζει ἡ φωτιά τό χρυσάφι. Καί ὅσες φορές ὡς ἄνθρωπος, ἀποκαμωμένος ἀπό τό βάρος τῶν δοκιμασιῶν, ἀποτολμᾶ τό «Γιατί Κύριε;» θά παίρνη μυστικά μέσα του μιά ἀπάντησι: «Διότι ἐπιθυμῶ τόν ἁγιασμό σου καί λαχταρῶ σάν ἄγγελο νά σέ δῶ στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Μπορεῖ κανείς νά ἔχη ἀντιρρήσεις; Ἀσφαλῶς, ὄχι!




Πηγή: Ἀρχιμανδρίτου π. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΥ,  «Ψαλῷ τῷ Θεῷ μου», ἐκδόσεις Ο.Χ.Α. «ΛΥΔΙΑ».

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...