Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης





Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μέγας θεολόγος, είδε την Παναγία σε όραμα και γράφει: Ποιος ανθρώπινος λόγος μπορεί άραγε να περιγράψει τη θεοφώτιστη ωραιότητά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Οι χάρες σου είναι αδύνατον να προσδιοριστούν ούτε με λόγια ούτε με σκέψεις. Μόνη η θεία όψη της χαρίζει αίγλη, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Η ωραιότητα του προσώπου της πηγάζει από την ωραία ψυχή της και την καθαρή καρδιά της. Σαν φως που χύνεται από τα μέσα προς τα έξω και χαρίζει αυτή την απαράμιλλη ευπρέπεια, την πάγκαλη καλλονή.
Η ωραιότητα, η προερχόμενη από την καθαρότητα, τη σεμνότητα και ταπεινότητά της, ήλκυσε το μάτι του Θεού πάνω της και την έκανε μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Ο Θεοφόρος Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προτρέπει όλους να ενστερνισθούν το άγιο θεομητορικό φρόνημα. Να ευπρεπίσουμε κατάλληλα την καρδιά μας ώστε να κατασκηνώσουν οι αρετές της Παναγίας, ώστε βλέποντάς τες πάνω μας να μας χαρίσει πλούσια πνευματικές χάριτες και ουράνια αγαθά.
Έφθασε ο θεομητορικός Δεκαπενταύγουστος. Ο χρόνος μέχρι τώρα έδωσε νεκρούς στην Ιαπωνία, στη Συρία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στην Κύπρο, στη Νορβηγία και αλλού. Καθημερινά μας τηλεφωνούν και μας γράφουν να μνημονεύουμε βαριά ασθενείς και νεκρούς, από καρδιά, από καρκίνο, από διάφορα ανίατα νοσήματα, ν' ανάψουμε κερί στην Παναγία. Η Παναγία πόνεσε πολύ και γνωρίζει καλά να συμπονά, να συμπαρίσταται και να παρηγορεί.
Στους θερμούς εσπερινούς του ωραίου Αυγούστου οι παρακλήσεις σαν βάλσαμο θωπεύουν τις πονεμένες καρδιές κι αισθάνονται δρόσο γλυκιά εξαίσιας αναψυχής. Οι θαυματουργές πολλές εικόνες της, με τα ακοίμητα καντήλια, τις άσβεστες λαμπάδες από μελισσοκέρι, τα μύρια αφιερώματα, τ' ασημένια περίτεχνα πουκάμισα, τις μετάνοιες, τα δάκρυα, τους ασπασμούς, τα τάματα, τις υποσχέσεις, τις παρακλήσεις και τις ευχαριστίες. Νηστεύουν, εξομολογούνται, μεταλαμβάνουν πολλοί. Σαγηνεύει το ιερό και ωραίο πρόσωπο της Θεοτόκου. Σε κάνει να καταθέσεις το βάρος σου, τον πόνο σου, τον πικρό λογισμό σου, την αθυμία, την κόπωση, τον στεναγμό και τη στεναχώρια σου.
Γεμάτη η Ελλάδα, η Κύπρος, όλη η Ορθοδοξία, από εκκλησιές της, μονές, ησυχαστήρια, προσκυνήματα στη χάρη της. Χιλιάδες οι προσκυνητές. Στο Άγιον Όρος, το θαυμαστό περιβόλι της, άπειροι ύμνοι στην Οικονόμισσα, την Παραμυθία, την Πορταΐτισσα, την Τριχερούσα, του Ακαθίστου, τη Φοβερά Προστασία, τη Γλυκοφιλούσα, τη Γοργοϋπήκοο, τη Μυροβλύτισσα, τη Γαλακτοτροφούσα, του Άξιον Εστί. Πανηγυρίζει ο πάνσεπτος ιερός ναός του Πρωτάτου στην Κοίμηση, η μονή των Ιβήρων, πολλά κελιά. Το θεομητροφρούρητο Άγιον Όρος αγάλλεται. Η θεομητροσκέπαστη Ελλάδα ευφραίνεται.

Η ωραιότατη στην όψη και την καρδιά, η πανυπέραγνη, η τιμιωτέρα των Χερουβείμ Παναγία, είναι πάνω απ' όλους τους αγίους. Δεν υπήρξε πιο άγιος άνθρωπος, πιο καλή γυναίκα. Κόσμημά της η καθαρότητά της, η σεμνότητά της, η ταπεινοφροσύνη της, η σιωπή της. Δίδασκε ωραία με το παράδειγμά της, με τον ενάρετο βίο της. Οι καιροί μας έχουν ανάγκη από εμπνευσμένες και καθοδηγητικές μορφές. Η φλυαρία, η αναίδεια, η ξετσιπωσιά, η υψηλοφροσύνη, η ασχήμια, η βρομιά, η αδιαφάνεια κούρασε πολύ. Όλοι πλέον διψούν για διαφάνεια, εντιμότητα, αιδώ, σιγή, σοβαρότητα, καθαρότητα, γνήσια ταπείνωση. Ο αρχόμενος Δεκαπενταύγουστος ας οδηγήσει σε περισυλλογή, σε συνάντηση με τη Θεοτόκο, με την πρόσληψη των ένθεων αρετών της, με τον ασπασμό της εικόνας της, με την ακρόαση του βίου της, με τη συμψαλμώδηση του ωραίου παρακλητικού της κανόνος.

Η Αγιοτητα της Ανυπαρξιας

                      Η Αγιοτητα της Ανυπαρξιας

 Οι άνθρωποι με την ζωή τους διαγράφουν μία πορεία. Άλλοι την φτάνουν μέχρι το τέλος επιτυχώς. Άλλοι μένουν στη μέση, για διάφορους λόγους. 
 

Πολλοί κουράζονται, αγωνίζονται, προχωρούν. Κάτι πετυχαίνουν. Κάπου φτάνουν. Τα θυσιάζουν όλα, εκτός από τη δόξα που κρατούν για τον εαυτό τους.
Πασχίζουν να ακουστεί το όνομά τους, ως ανταμοιβή των κόπων τους. Να πάρουν κάποια περίοπτη θέση, να αναγνωριστούν από τους άλλους ζώντες, είτε μετά θάνατον. 

 Και αυτή ακριβώς είναι η αρρώστια και η καταδίκη τους. 
 

Αυτοί που σταματούν στη σοφία τους είναι ανόητοι και ολιγαρκείς. Αυτοί που ηδονίζονται με την καλλιέπειά τους, προδίδουν την ποίηση. Αυτοί που ενθουσιάζονται με τα χαρίσματά τους και τα διαφημίζουν, είναι ρηχοί νερόλακκοι που ταλαιπωρούν τους αφελείς.

Μόνο ο Άνθρωπος, μόνο ο Άγιος μπορεί να τα υπερβεί όλα αυτά και να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της Ανυπαρξίας του. Μέσα στην Χάρη της Τριάδος. Μέσα στην ανέσπερη Ημέρα… 


Ο άγιος δεν συγκινείτε από τα χαρίσματά του. Επειδή είναι ο ίδιος αληθινός, είναι αλλοιωμένος, είναι χαριτωμένος, τα σώζει με το να τα περιφρονεί, με το να δίδει χωρίς ιδιοτέλεια και πάθος, προβάλλοντας τον Δωρεοδότη και όχι το εγώ του. 

Ο άγιος καταδικάζει τα είδωλα της αγιότητας, τον εγωισμό και την σεμνοτυφία, ως δαιμονισμό. Διότι όταν λατρεύεις είδωλα ή το χειρότερο γίνεσαι αυτοείδωλο, βασανίζεις και βασανίζεσαι. Ζεις μέσα στις ψυχρολουσίες του φόβου και της ψευδαίσθησης, μέσα στην αβεβαιότητα της δήθεν βεβαιότητάς σου.
 

 Ο άγιος, ο τολμηρός, ο ερωτευμένος με τον Έναν, τα δίδει όλα χωρίς να κρατά τίποτα, και κρατά τα πάντα προσφέροντάς τα όλα σ’ Αυτόν. 
 

 « Θέλω να φύγω, να χαθώ, να μην υπάρχω» είναι τα λόγια ενός τολμηρού που πλέον ταυτίζει το είναι του με το μη είναι, ταυτίζει την απεραντοσύνη με την μηδαμινότητα, το κτιστό με το υπέρλογο, την ματαιότητα με την αιωνιότητα, την κατάρα με την ευλογία, τον θάνατο με την Ζωή.
 

Ο άγιος υπάρχει με το να μην υπάρχει, ο άγιος είναι αληθινός και ελεύθερος, είναι μεγάλος μέσα στην μικρότητά του, θεωρώντας τον θάνατό του όχι κάτι το μελλοντικό αλλά κάτι το πεπερασμένο, γι’ αυτό είναι ήρεμος, γι’ αυτό είναι γλυκύς, γι’ αυτό είναι πράος, σοφός, τολμηρός, γι’ αυτό είναι Ελεύθερος.
 

Όταν ζητάς το ανέφικτό, όταν ζητάς την Αλήθεια, όταν ζητάς Εκείνον, παίρνεις δρόμο επικίνδυνο, παίρνεις δρόμο αντίθετο προς τους πολλούς, αντίθετο προς τον εαυτό σου, αντίθετο προς την πραγματικότητά σου. Γι’ αυτό και όταν ξεκινάς έναν τέτοιον δρόμο, πρέπει να ξεκινάς με τέτοια ορμή και απαιτητικότητα που ή τα χάνεις όλα, με την φανερή ή αφανή ύβρη και οίηση που θα περιπέσεις ή τα κερδίζεις όλα, με την αληθινή τόλμη και ταπείνωση.
 

Ο ταπεινός….. δεν ενοχλεί κανέναν. Δεν ενοχλείται από κανέναν. Ο ταπεινός, ο άγιος, έχει το ήθος του κεκοιμημένου, έχει την ελευθερία και άνεση του ανύπαρκτου. Είναι αόρατος και άγνωστος. Κινείται ελεύθερα ανάμεσα στον ηθικισμό και παραλογισμό των «καθώς πρέπει», χάνεται ανάμεσα στους άσημους, ανάμεσα στους ελάχιστους, ανάμεσα στους μωρούς του κόσμου τούτου. Το παράξενο όμως είναι ότι τον ταπεινό τον αγαπούν όλοι, θέλουν να βρίσκονται κοντά του. Όσο αποφεύγει την δόξα, αυτή τον κυνηγά.
Δεν πληγώνει κανέναν, είναι ανίκανος να πληγώσει, «Αγαπά τους πάντας και οι πάντες αγαπώσιν αυτόν».
 

Η ταπείνωση είναι το τέλος, η κατάληξη, «…χωρίς ταύτης πάντα τα έργα ημών μάταια εστί και πάσαι αι αρεταί και πάσαι αι εργασίαι….»
Ο άγιος έφτασε στο ανέλπιστο και απίστευτο, στην πλησμονή της ζωής και ελευθερίας, της φυσικότητος της ζωής, της αγιότητος, της ταπεινώσεως, της μηδαμινότητος, της ανυπαρξίας… 

 

Έφτασε τον Άφθαστο. Απεκαλύφθη το μυστήριο, τελείωσαν οι απορίες και αρχίζουν καινούργιες πορείες, καινούργια μονοπάτια, σχεδόν απάτητα, στενά, μόνο για λίγους, μόνο για εκείνους που τόλμησαν και χάθηκαν, μόνο για εκείνους που βρέθηκαν εδώ λόγο της ανυπαρξίας τους, μόνο για εκείνους που υπάρχουν μόνο για Εκείνον.
 

Με την σιωπή τους μιλούν, με την παρουσία τους συγκλονίζουν, με την «ανυπαρξία» τους, όντως υπάρχουν. Υπάρχουν πέρα από την ιστορία, υπάρχουν πέρα από τον πολιτισμό, υπάρχουν πέρα από τις γνώσεις, τις επιστήμες...
 

Οι «Ανύπαρκτοι» υπάρχουν, σαν ανεπάντεχο καθεστώς, υπάρχουν πέρα, πάνω και έξω από κάθε εμπάθεια, πέρα από τα καθημερινά και πρόσκαιρα, μέσα στα υπόγεια περάσματα της ταπείνωσης και της άσκησης, μέσα στην αύρα της Χάριτος του Πνεύματος, μέσα στην ενδοχώρα της Βασιλείας Του. 

Κινούνται, πράττουν και ζουν στην Ζωή μετά την ζωή, γι’ αυτό φωνάζουν ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί, χωρίς να δειλιούν « Θέλω να φύγω, να χαθώ, να μην υπάρχω…θέλω μόνο ότι θέλει Εκείνος, μου αρκεί που υπάρχει Εκείνος….».
 


Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος 
πηγή  /  αντιγραφή

Οικοδομώντας τόν Ναό τού Θεού μέσα μας καί μέσα στούς αδελφούς μας. (Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας)

100_8211a1

Τήν Δευτέρα 15 Απριλίου ο π. Ζαχαρίας, επισκεπτόμενος τήν Ναύπακτο καί τήν Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Βομβοκούς τής οποίας είναι ο Πνευματικός, ομίλησε στήν Σύναξη τής Δευτέρας, αντί τού Σεβασμιωτάτου, ο οποίος απουσίαζε στήν Κρήτη. Τό κείμενο τής ενδιαφέρουσας ομιλίας τού π. Ζαχαρία δημοσιεύουμε κατωτέρω.

Ακόμη καί όταν βρισκόμαστε γιά πολλά χρόνια «επί τής οδού», καί πάλι δέν πρέπει νά χαλαρώσουμε. Οι Πατέρες συνήθιζαν νά λένε ότι κάθε μέρα πρέπει νά βάζουμε μιά καινούργια αρχή καί νά ζητάμε από τόν Θεό βοήθεια γιά νά κάνουμε αυτήν τήν καινούργια αρχή. Όταν έχουμε μιά τέτοια στάση καί προσευχόμαστε γιά νά κάνουμε μιά καινούργια αρχή, τότε αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε στήν αρχή τής σωτηρίας. Εάν κάθε μέρα ζητάμε από τόν Θεό νά μάς βοηθήση νά κάνουμε μιά καινούργια αρχή καί εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε, τότε αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε στήν οδό πρός τήν σωτηρία. Έτσι, «ηρξαίμην ποτέ τή ευδοκία Σου».
Είναι πολύ σημαντικό νά εξετάζουμε τούς εαυτούς μας γιά νά δούμε κατά πόσον ίσως έχουμε χαλαρώσει, κατά πόσον έχουμε πέσει σέ αμέλεια. Δέν αρκεί τό νά απέχουμε από τό κακό, πρέπει νά εργαζόμαστε καί τό αγαθό. Δέν αρκεί τό νά έχουμε μιά ψυχολογική ειρήνη, πρέπει νά αποκτήσουμε τήν πνευματική ειρήνη πού προέρχεται από τό «περισσόν» τής παρακλήσεως πού μάς δίνει ο Θεός. Ακούμε στήν Παραβολή τών Ταλάντων νά κατακρίνεται ο οκνηρός δούλος, όχι επειδή έκανε κάτι κακό -μάλιστα είχε φυλάξει καί τό τάλαντο πού τού είχε δώσει ο κύριός του -, αλλά καταδικάζεται επειδή δέν τό πολλαπλασίασε, δέν εργάστηκε μέ αυτό, δέν έδειξε ζήλο. Τό νά έχουμε ζήλο είναι πολύ σημαντικό.
Βρισκόμαστε όλοι «επί τής οδού» καί δέν πρέπει νά ξεχνάμε ότι ο Χριστιανισμός ονομάζεται «η Οδός». Διαβάζουμε ότι ο Απ. Παύλος πήγαινε στήν Αντιόχεια γιά νά συλλάβη όλους εκείνους πού ήταν «επί τής οδού», «όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας» (Πρ. θ’ 2), τής οδού τού Ιησού, τής οδού τού νέου Προφήτη πού αποκαλούσε τόν Εαυτό του Μεσσία, Υιό τού Θεού. Βεβαίως, ο ίδιος ο Κύριος είπε «εγώ ειμι η οδός» (Ιω. ιδ’, 6) καί είναι σημαντικό νά γνωρίζουμε τήν δική Του οδό. Γνωρίζουμε ότι τό «σημείο» τής οδού τού Κυρίου είναι η ταπείνωση, επειδή η οδός Του είναι οδός καταβάσεως από τόν ουρανό μέχρις εμάς τούς ανθρώπους καί ακόμη περισσότερο μέχρι τά κατώτατα μέρη τής γής. Επομένως, καί εμείς γινόμαστε όμοιοι μέ τόν Κύριο, μόνον όταν ταπεινώσουμε τούς εαυτούς μας καί όχι όταν έχουμε υπερηφάνεια.
Όλοι οι λόγοι πού εκπορεύονται από τό στόμα τού Κυρίου είναι λόγοι ταπεινώσεως καί τόν λόγο πού δεχόμαστε από Εκείνον, όταν τόν εφαρμόσουμε στήν ζωή μας, κατεργάζεται μέσα μας πνεύμα ταπεινώσεως καί προετοιμάζει τήν καρδιά γιά νά μπορέση νά δεχθή τό έλεός Του, όπως Εκείνος είπε: «έλεον θέλω καί ου θυσίαν. ου γάρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ’, 13), δηλαδή, «δέν θέλω εξωτερικές λατρευτικές πράξεις ευσεβισμού, θέλω η καρδιά σας νά μπορή νά ανοίξη γιά νά δεχθή τό έλεός μου».
Ο Κύριος ήλθε γιά τούς αδυνάτους καί τούς ασθενείς καί όχι γιά όσους είναι αυτάρκεις καί ικανοποιημένοι μέ τούς εαυτούς τους. Μέ άλλα λόγια, γιά νά πορευθούμε τήν οδό τού Κυρίου πρέπει νά έχουμε πνευματικό ζήλο. Ο πνευματικός ζήλος είναι κάτι πολύ παράδοξο, όπως καί όλα όσα έχουν νά κάνουν μέ τον Θεό μας είναι παράδοξα, καί τό Ευαγγέλιό Του είναι ένα παράδοξο Ευαγγέλιο, μέ τήν έννοια ότι δέν είναι κατά άνθρωπον, είναι από έναν άλλον κόσμο.Ο Απ. Παύλος λέει ότι τό Ευαγγέλιον τού Κυρίου δέν είναι κατά άνθρωπον «τό ευαγγέλιον τό ευαγγελισθέν υπ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον ουδέ γάρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ. α’ 11-12).
Έτσι, λοιπόν, τά λόγια τού Κυρίου μάς βάζουν μέσα στήν δική Του οδό. Είναι πολύ σημαντικό νά μπούμε καί πάλι στήν δική Του οδό, όσο μακριά καί άν βρισκόμαστε, αρκεί νά βρεθούμε καί πάλι μέσα στήν οδό τού Κυρίου, επειδή Εκείνος είναι η οδός καί Εκείνος θά γίνη καί ο δικός μας συνοδοιπόρος. Στήν παραβολή τών ταλάντων είδαμε ότι εκείνος πού δέχθηκε πέντε τάλαντα εργάσθηκε καί «εποίησεν» άλλα πέντε καί εκείνος πού έλαβε δύο εργάσθηκε καί κέρδισε καί άλλα δύο. Καί στούς δύο δόθηκε ο ίδιος έπαινος, η ίδια ανταμοιβή, επειδή εκείνο πού έχει σημασία είναι νά αυξηθούμε μέσα στήν οδό τού Κυρίου καί έτσι νά εισέλθουμε στήν αιώνια αύξησή μας εν τώ Θεώ. Στήν πρός Κολοσσαείς επιστολή του ο Απ. Παύλος μιλάει γιά τήν αιώνια αύξηση «τήν αύξησιν τού Θεού» (Κολ. β’ 19).
Πρέπει νά εξασκηθούμε σέ αυτήν τήν οδό καί ο ίδιος ο Κύριος μάς καθοδηγεί λέγοντάς μας: « Δεύτε πρός με καί μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί καί ταπεινός τή καρδία καί ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια’, 28-29). Δέν είπε: «Δεύτε πρός με, ότι παντοδύναμος καί πάνσοφος ειμί», αλλά «ότι πράος ειμί καί ταπεινός τή καρδία». Αυτοί είναι οι δύο απαραίτητοι όροι, νά είμαστε πράοι καί ταπεινοί τή καρδία, γιά νά μπορέσουμε νά νεκρώσουμε τόν εγωϊσμό μας, νά νεκρώσουμε τόν παλαιό εαυτό μας πού «απ’ αρχής» εξεγείρεται εναντίον τού Θεού. Πρέπει, λοιπόν, νά διδαχθούμε από τόν Κύριο ταπείνωση καί πραότητα.
Καί οι νόμοι πού μάς κατευθύνουν σέ αυτήν τήν οδό τού Κυρίου είναι οι Μακαρισμοί. Οι Μακαρισμοί είναι η περίληψη ολοκλήρου τού Ευαγγελίου καί απαρτίζουν τήν νομοθεσία πού μάς κατευθύνει στήν οδό. Ακόμη καί όταν μελετούμε ανώτερα Μαθηματικά, πρέπει νά θυμόμαστε καί τήν απλή αριθμητική, ότι ένα καί ένα κάνουν δύο. Μέ τόν ίδιο τρόπο καί η βάση τής νομοθεσίας τού Ευαγγελίου είναι η πνευματική πτωχεία «Μακάριοι οι πτωχοί τώ πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. ε’, 3). Πάνω απ? όλα πρέπει νά έχουμε συναίσθηση τής μηδαμινότητάς μας, τής πτωχείας μας, τής αχρειότητάς μας, γιατί τότε μπορεί νά ποθήσουμε νά βγούμε πάνω από όλα αυτά. Εκτός τού ότι είναι ο πρώτος Μακαρισμός, αποτελεί καί τό θεμέλιο τής ζωής μας, πού είναι ταπείνωση καί αυταπάρνηση, δηλαδή, τό νά αποδεχτούμε τήν μηδαμινότητά μας, τήν αμαρτωλότητά μας, τήν αχρειότητά μας, πού είναι μία πραγματικότητα καί νά τά ξεπεράσουμε.
Αυτά είναι τα θεμέλια τού ναού τού Θεού μέσα μας. Βεβαίως, όταν έχουμε τέτοια στερεά θεμέλια, τότε αρχίζουμε νά χτίζουμε πάνω σέ αυτά καί αμέσως ακολουθεί ο δεύτερος Μακαρισμός, ο δεύτερος νόμος πού διέπει τήν οδό τού Θεού, πού λέει «Μακάριοι οι πενθούντες, (οι κλαίοντες λέει ο Λουκάς) ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’, 4). Βέβαια, εκείνοι πού έθεσαν τά σωστά θεμέλια καί στέκουν ενώπιον τού Θεού μεμφόμενοι τούς εαυτούς τους ως αχρείους καί αναξίους εξαιτίας τής αθλιότητάς τους, σίγουρα θά χύνουν δάκρυα, σίγουρα θά θρηνούν τόν νεκρό πού φέρουν μέσα τους, ο οποίος νεκρός είναι η καρδιά μας πού στερείται τής αισθήσεως τού Θεού. Φέρουμε μέσα μας ένα πτώμα. Εάν δέν ζωοποιηθή η καρδιά μας μέ τήν αίσθηση τού Θεού, νομίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί -έχουμε μία αντλία μέσα μας πού στέλνει αίμα, αλλά, όμως, εκείνο πού πραγματικά φέρουμε μέσα μας είναι ένα πτώμα. Η καρδιά μας είναι ζωντανή, μόνον όταν έχουμε τήν «ειρήνην τήν πάντα νούν υπερέχουσαν» (Βλ. Φιλιπ.δ’, 7), όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, καί τήν γλυκύτητα τής θείας παρακλήσεως.
Αρχίσαμε νά χτίζουμε πάνω σέ αυτό τό μονοπάτι, «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται». Καί άν δέν παρηγορηθούμε σέ αυτήν τήν ζωή, δέν θά μπορέσουμε νά κάνουμε πρόοδο, δέν θά μπορέσουμε νά δράμουμε τήν οδό τών εντολών Του, επειδή είναι η δική Του παρηγοριά πού μάς ενδυναμώνει γιά νά δράμουμε τήν οδόν Του.
«Ευλογητός ο Θεός καί Πατήρ τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο πατήρ τών οικτιρμών καί Θεός πάσης παρακλήσεως, ο παρακαλών ημάς εν πάση τή θλίψει ημών, εις τό δύνασθαι ημάς παρακαλείν τούς εν πάση θλίψει διά τής παρακλήσεως ής παρακαλούμεθα αυτοί υπό τού Θεού» (Β’Κορ. α’, 3)
Η παρηγοριά πού μάς δίδεται είναι κατά τό μέτρο τών θλίψεων πού βαστάζουμε (Βλ. Β’ Κορ. α’, 5). Μέσα σέ πέντε στίχους ο Απόστολος χρησιμοποιεί δέκα φορές τή λέξη παράκληση ή παρηγοριά. Καί είναι απολύτως απαραίτητο γιά εμάς νά έχουμε αυτήν τήν παρηγοριά, γιά νά μπορέσουμε νά σταθούμε στήν μοναχική ζωή έναντι τών επιθέσεων τού εχθρού, καί γιά νά έχουμε έμπνευση νά δράμουμε τήν οδόν χαίροντες. Δέν υπάρχει καμία χαρά στή ζωή μας, εάν δέν μπορούμε νά τρέξουμε τήν οδό μέ προθυμία.
Ο λόγος πού τά λέω όλα αυτά είναι γιά νά δείξω ότι μέ τήν εφαρμογή τών Μακαρισμών η ταπείνωση πού εμπεριέχεται μέσα τους μεταδίδεται καί σέ εμάς. Καί συνεχίζει, «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κατακληρονομήσουσι τήν γήν» (Ματθ. ε’, 5). Πραότητα είναι, όπως συνήθιζε νά λέη ο Γέροντας, αυτό πού εκφράζει στήν Κλίμακα ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, τό νά παραμένη ασάλευτος ο άνθρωπος είτε τόν προσβάλουν είτε τόν επαινούν. Καί τά δύο είναι δύσκολα. Εάν καί στίς δύο περιπτώσεις παραμένουμε οι ίδιοι, αυτό είναι πραότητα. Αυτοί, λοιπόν, πού είναι πραείς καί έχουν πάντοτε ειρήνη, θά κληρονομήσουν τήν γή, θά κατέχουν, δηλαδή, τήν καρδιά τους. Ο Γέροντας συχνά χρησιμοποιεί τόν όρο γή, όταν αναφέρεται στήν καρδιά : «Γενηθήτω τό θέλημά σου, ως εν ουρανώ καί επί τής γής» (Ματθ. στ’ 10), δηλαδή, «μακάρι νά κυριαρχήση στήν καρδιά μας τό θέλημά Σου, όπως βασιλεύει καί στόν ουρανό».
Όταν είμαστε πράοι, μπορούμε νά κληρονομήσουμε τήν γή. Στήν αρχαιότητα η γή ήταν η Χαναάν, η Παλαιστίνη, τήν οποία ο Κύριος υποσχέθηκε στούς Εβραίους τόν καιρό τής αιχμαλωσίας. Η γή όμως τήν οποία ο Κύριος τώρα μάς υπόσχεται είναι η «καινή γή», η «καινή κτίσις» καί αυτή η «καινή κτίσις» μάς αποκαλύπτεται, όταν ακολουθούμε τούς Μακαρισμούς τού Κυρίου.
«Μακάριοι οι πεινώντες καί διψώντες τήν δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται»(Ματθ. ε’ 6) Εδώ χρονίζοντες στήν μέση τών Μακαρισμών, ο Κύριος αναμοχλεύει τόν ζήλο μας, λέγοντας ότι η πείνα καί η δίψα μας δέν πρέπει ποτέ νά ελαττωθούν, αλλιώς δέν είμαστε γιά Εκείνον. Έχουμε ανάγκη από ζήλο. Ο Κύριος μάς αποκάλυψε τήν οδόν Του καί μάς αποκάλυψε καί τον δικό Του ζήλο. Καί ο ζήλος Του ήταν νά εξαγνίση τόν Οίκο τού Θεού, δηλαδή νά «κτίση καρδιές καθαρές» (Πρβλ. Ψαλ. ν’ 12) πού γνωρίζουν τόν Κύριο, πού δέν έχουν ανάγκη νά τούς διδάξουν οι άλλοι «Ου μή διδάξωσιν έκαστος τόν πολίτην αυτού καί έκαστος τόν αδελφόν αυτού, λέγων, γνώθι τόν Κύριον» (Εβρ. η’ 11), αλλά καρδιές πού ήδη γνωρίζουν τόν Κύριο. Η οδός τού Κυρίου είναι γεμάτη από τόν ζήλο Του γιά τόν ναό τού Θεού. Καί ο ζήλος Του ήταν τέτοιος, πού τελικά Τόν κατέφαγε καί ο Κύριος τό θεωρούσε αυτό ως τό βάπτισμα μέσα από τό οποίο επρόκειτο νά περάση γιά χάρη τών ανθρώπων. Αυτός ο ζήλος τού Κυρίου εκφράστηκε ακόμη καί μέ εξωτερικό τρόπο, όταν καθάρισε τόν Ναό καί προκάλεσε τήν οργή τών εχθρών Του καί όλη η οργή καί η κακία τών εχθρών Του έπεσε πάνω Του. Ο ζήλος τού Κυρίου νά οικοδομήση, νά χτίση τόν ναό Του μέσα μας ήταν τόσο μεγάλος, πού τελικά τόν κατέφαγε μέχρι τέλους.
Πρέπει καί εμείς νά έχουμε αυτόν τόν ζήλο γιά τόν ναό τού Θεού μέσα μας. Πρέπει πάντοτε νά διαφυλάττουμε αυτόν τόν ναό -καί ο τρόπος γιά νά κάνουμε αυτό είναι μέσα από τήν νήψη, όπως είπαμε, ώστε κανένας αλλότριος λογισμός νά μήν μπορή νά κυριαρχήση εκεί καί νά αιχμαλωτίση τήν καρδιά. Δέν φτάνει, όμως, νά μήν έχουμε κακούς λογισμούς, αλλά πρέπει καί νά εργαζόμαστε λίγο-λίγο, μέρα μέ τή μέρα, ώστε νά συσσωρευθή στήν καρδιά μας η αίσθηση τού Θεού, όλη η παρηγοριά τού Θεού ή ο εξαγνισμός τού ναού τού Κυρίου. Μέρα μέ τή μέρα «επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’Κορ. ζ’ 1). Εάν έχουμε αυτόν τόν ζήλο, τότε παραμένουμε στήν οδό τού Κυρίου. Εάν έχουμε ταπείνωση καί ζήλο, τότε όλες οι δυνάμεις τής ψυχής μας κατευθύνονται πρός τόν Θεό καί τότε χτίζουμε τόν ναό τού Κυρίου μέσα μας.
Ακόμη καί αυτό όμως δέν είναι αρκετό. Πρέπει νά φροντίσουμε τό ναό τού Θεού πού υπάρχει μέσα στούς άδελφούς μας καί νά κάνουμε ό,τι μάς είναι δυνατόν γιά νά προστατέψουμε τό ναό αυτόν μέσα τους, νά μήν προσβάλουμε μέ κανέναν τρόπο τόν αδελφό μας. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ει βρώμα σκανδαλίζει τόν αδελφόν μου, ου μή φάγω κρέα εις τόν αιώνα ίνα μή τόν αδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α’ Κορ. η’ 13). Επειδή γνώριζε αυτό τόν ζήλο καί φύλαγε καλή συνείδηση μέ τούς αδελφούς του, λέει, γιατί νά φέρω πρόσκομμα στόν αδελφό μου «δι’ όν Χριστός απέθανεν» (Α’Κορ. η’ 11), γιατί νά προσβάλλω τόν αδελφό μου καί νά τόν εμποδίσω από τό νά χτίση τόν δικό του ναό στήν καρδιά του;
Έτσι ο κάθε ένας από τούς εν Χριστώ αδελφούς μας, κάθε ένας από τούς αδελφούς μας είναι ναός τού Θεού, κατοικητήριον τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι τό καθήκον τής ζωής μας : νά χτίσουμε τόν ναό τού Θεού μέσα μας καί νά τόν διαφυλάξουμε ακόμα καί μέσα στούς αδελφούς μας, μέ τήν ευγένεια, μέ τήν προσευχή, μέ τήν αγαθοεργία μας, ό,τιδήποτε προωθεί τό χτίσιμο τού ναού τού Θεού μέσα στούς αδελφούς μας, καί κατά έναν παράδοξο τρόπο αυτό θά αντανακλάται καί σέ εμάς τούς ίδιους.
Έτσι, όταν έχουμε μιά αρνητική σκέψη γιά τούς αδελφούς μας, αυτό είναι μία επίθεση – προσβολή κατά τού ναού τού Θεού πού υπάρχει μέσα τους. Καί όταν κρατάμε μνησικακία εναντίον τού αδελφού μας, αυτό διατηρεί τό πνεύμα τής κακίας μέσα μας καί διατηρεί τήν αντίσταση στήν οικοδόμηση τού ναού τού Θεού. Είναι όμως φοβερό νά ακούη κανείς τόν λόγο τού Κυρίου μέσω τού Αποστόλου Παύλου «Εί τις τόν ναόν τού Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α’Κορ. γ’ 17). Καθώς δουλεύουμε μαζί, πρέπει νά είμαστε προσεκτικοί μεταξύ μας, ώστε νά κάνουμε τά πάντα γιά νά χτίσουμε τόν ναό τού Θεού μέσα μας καί επίσης αυτόν τόν ναό νά τόν διαφυλάξουμε καί ακόμη καί νά προωθήσουμε τήν οικοδομή του μέσα στούς αδελφούς μας. Όταν μάς έχουν προσβάλει μέ κάτι, δέν κερδίζουμε τίποτα μέ τό νά ανταποδώσουμε τήν προσβολή, εάν ακούσουμε έναν κακό λόγο γιά εμάς καί ανταποδίδουμε άλλους πέντε κακούς λόγους ή όταν μάς κάνουν κριτική καί δικαιολογούμαστε, μέ αυτόν τόν τρόπο δέν οικοδομούμε τόν ναό τού Θεού ούτε σέ μάς, αλλά ούτε καί στούς αδελφούς μας. Αλλά όταν μάς προσβάλλουν καί εμείς ταπεινωνόμαστε γιά χάρη τής προστασίας τού ναού τού Θεού, τότε σίγουρα θά φέρουμε σέ φιλότιμο τόν αδελφό μας, ώστε νά αρχίση καί εκείνος νά ταπεινώνη τόν εαυτό του καί νά αναζητά συμφιλίωση – καταλλαγή μέ τόν Θεό, νά αναζητά μιά καλύτερη σχέση μέ τόν Θεό καί μέ τούς αδελφούς του καί νά μπορέση τελικά νά οικοδομήση καί αυτός τόν ναό τού Θεού μέσα του.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι πού μπορεί νά γίνη αυτό. Ο πιό σημαντικός είναι τό νά προσευχόμαστε ο ένας για τόν άλλον. Όταν ετοιμαζόμαστε γιά τήν Λειτουργία, ο κάθε ένας έρχεται στήν Λειτουργία μέ μεγάλη αγωνία, ώστε νά τόν δεχθή ο Κύριος καί νά γίνη δεκτός σέ αυτήν τήν ανταλλαγή ζωής πού γίνεται μέσα στήν Λειτουργία. Η αγωνία μας είναι : «Θά μέ δεχθή ο Κύριος, εμένα πού είμαι τόσο ανάξιος;». Γιατί νά μήν θυμηθούμε τούς αδελφούς μας πού περνάνε μέσα από τήν ίδια αγωνία καί νά πούμε: «Κύριε, ευλόγησον καί τήν παράσταση τών αδελφών μου καί πλήρωσον τάς καρδίας αυτών μέ τά δώματα τού Πνεύματός Σου καί μέ τήν άφθαρτη παράκληση τής χάριτός Σου». Άν έχουμε τέτοιες διαθέσεις, η ζωή μας θά αυξάνη μέ θαυμαστό τρόπο, θά «κτίζουμε τήν ζωή», όπως θά έλεγε ο Γέροντας. Ο Γέροντας συχνά θά τό εξέφραζε αυτό μέ έναν πολύ γενικό τρόπο : «Νά κτίσουμε ζωή», καί εννοούσε τήν οικοδομή τού ναού τού Θεού μέσα μας καί μέσα στούς αδελφούς μας. Είναι πραγματικά θαυμάσιο, όταν ξέρουμε ότι ο αδελφός μας λειτουργεί ή προσέρχεται νά κοινωνήση, νά προσευχηθούμε ώστε νά έχη μία ευλογημένη παράσταση καί νά γίνη δεκτός από τόν Κύριο. Άν επιθυμούμε αυτό γιά τούς αδελφούς μας, σίγουρα καί η δική μας Θεία Μετάληψη θά ειναι διαφορετική. Δοκιμάστε καί θά δείτε, θά είναι σάν νά κοινωνείτε γιά πρώτη φορά. Ακόμη καί όταν δέν μπορούμε νά είμαστε στήν Λειτουργία καί βρισκόμαστε στό δωμάτιό μας λόγω κάποιας ασθένειας ή κάποιας επείγουσας εργασίας καί προσευχόμαστε γιά τούς αδελφούς μας πού είναι στήν Λειτουργία καί γιά τόν Ιερέα πού λειτουργεί, σάς λέω, θά λάβετε τήν ίδια χαρά καί τήν ίδια παρηγοριά, όπως καί οι αδελφοί σας μέσα στήν Λειτουργία. Έτσι, πρέπει νά κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν γιά νά στηρίξουμε, νά διατηρήσουμε τόν ναό τού Θεού.
Μέρα μέ τή μέρα πρέπει νά κάνουμε καινούργια αρχή. Εάν βάζουμε καινούργια αρχή, οι Πατέρες μας μάς διαβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε εις οδόν σωτηρίας. Μιά νέα αρχή οικοδόμησης τού ναού τού Θεού μέσα μας, αλλά καί διαφύλαξης τής οικοδομής τού ναού τού Θεού μέσα στούς αδελφούς μας. Όταν κάνουμε έτσι, εκπληρώνουμε τίς δύο μεγάλες εντολές από τίς οποίες κρέμονται τά πάντα: Τό νά αγαπούμε τόν Θεό δίνοντάς Του όλον τόν χώρο μέσα μας, καί νά αγαπούμε τούς αδελφούς μας, συμβάλλοντας στό νά γίνη τό ίδιο μέσα τους( δηλαδή νά δώσουν καί εκείνοι όλον τόν χώρο στόν Θεό).
Όταν ήμουν μικρό παιδί, άκουσα μιά γριά στό χωριό μας νά λέη στόν γιό της : «Μήν τό κάνεις αυτό, όχι επειδή είναι ανήθικο ή κακό, αλλά επειδή φθείρεις τόν ναό τού Θεού». Ήταν απλή γυναίκα, αλλά ο νούς της ήταν πολύ θεολογικός: δέν ήθελε τήν αμαρτία επειδή η αμαρτία φθείρει, καταστρέφει τόν ναό τού Θεού. Πολύ θεολογική, πολύ ευαγγελική! Ενώ, άν πούμε ότι η αμαρτία είναι κάτι ανήθικο, αντικοινωνικό ή κάτι κακό κλπ. θά υπάρχη πάντοτε ένα ενάντιο επιχείρημα σέ όλα αυτά. Όταν όμως βάλουμε τόν νού μας στήν οικοδομή τού ναού τού Θεού, αυτό είναι τόσο αληθινό, τόσο πραγματικό καί αιώνιο πού δέν μπορεί νά υπάρξη αντίλογος.
Ο Κύριος επετέλεσε μία παγκόσμια νίκη κατά τού εχθρού καί κατά τού θανάτου – αυτούς τούς δύο εχθρούς τής ανθρωπότητας. Επετέλεσε αυτήν τήν νίκη μέ έναν παράδοξο τρόπο: οι επιθέσεις (προσβολές) καί η οργή τού εχθρού, όπως λέει ο Προφήτης Ησαΐας, συνέτριψαν τόν Κύριο. Εάν ήταν δυνατόν, ο εχθρός θά συνέτριβε ακόμη καί τά οστά του. Γιά χάρη μας ο Κύριος έγινε όλος μιά πληγή, από τήν κορυφή ως τά άκρα τών ποδών Του, έτσι πού νά μήν υπάρχη τόπος γιά νά μπή επίδεσμος πάνω Του, λέει ο Ησαΐας ( Βλ. Ησαΐα 1, 6). Διέκρινε ο Προφήτης μέ έναν τόσο ρεαλιστικό τρόπο τό τραγικό γεγονός τής θυσίας τού Θεού γιά τήν σωτηρία μας. Όλη η σκαιότητα τού κακού πού είχε συσσωρευθή από τήν αρχή τής πτώσεως τού Εωσφόρου μέχρι τήν πτώση τού ανθρώπου, έπεσε πάνω στόν Κύριο. Καί ο Κύριος έσκυψε κάτω από αυτό τό κύμα χωρίς νά αντισταθή. Τά αποδέχτηκε όλα γιά χάρη μας, επειδή «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν» (Ιω. γ’ 16). Αναδύθηκε πίσω από αυτό τό κύμα, εγηγερμένος εκ νεκρών, καί βασιλεύει εις τούς αιώνας. Έτσι καί εμείς, όταν ένας πειρασμός ξεσηκώνεται εναντίον μας, είτε από έναν αδελφό, είτε από μία ασθένεια ή από κάτι άλλο, καί εμείς ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας στερεώνοντας τό βλέμμα μας σέ Εκείνον πού πορεύθηκε αυτήν τήν οδό πρίν από εμάς καί μπορεί νά μάς ελεήση, καί πηγαίνουμε κάτω από τό κύμα, τότε θά αναδυθούμε αβλαβείς από τήν άλλη πλευρά τού κύματος, δηλαδή θά γίνουμε μέτοχοι τής νίκης τού Κυρίου.
Αληθινά μεγάλος, λοιπόν, δέν είναι εκείνος πού δείχνει τήν δύναμή του, βάζει τόν «αντίπαλό» του στή θέση του καί αφήνει τόν εγωϊσμό του νά κυριαρχή. Αυτό δέν είναι νίκη γιατί τό κακό γίνεται διπλό, τριπλό καί πολλαπλασιάζεται. Η αληθινή νίκη είναι νά μπορούμε νά σκύψουμε κάτω καί νά αναδυθούμε από πίσω, μέτοχοι τής νίκης τού Χριστού. Η ταπείνωση είναι η νίκη. Τό έχουμε δεί αυτό πολλές φορές στίς διηγήσεις τών Πατέρων. Στόν άγιο Αββά Δωρόθεο διαβάζουμε ότι ένας από τούς συμμοναστές του, πού έμενε πάνω από τόν Αββά Δωρόθεο, έριχνε πάνω του τά ούρα του καί τίναζε τίς κουβέρτες του πού ήταν γεμάτες κοριούς. Ο Αββάς Δωρόθεος όπως ήταν κουρασμένος από τίς δουλειές πού έκανε γιά τή Μονή, κοιμόταν τήν νύχταν αλλά τό πρωΐ έβρισκε τόν εαυτό του τσιμπημένο παντού από τούς κοριούς πού είχε ρίξει ο συμμοναστής του πάνω του. Καί ποτέ του δέν είπε κουβέντα σέ αυτόν τόν μοναχό, γιά νά μήν ταράξη τήν συνείδησή του. Εκείνος ο μοναχός, όντας απλός καί χωρίς νά γνωρίζη ακριβώς τί έκανε, ίσως νά σώθηκε μέ τίς ευχές τού Αββά Δωροθέου. Καί ο Αββάς Δωρόθεος είναι ζωντανός καί δοξασμένος σέ όλη τήν αιωνιότητα ενώπιον τού Θεού καί εμείς τόν τιμούμε ως Διδάσκαλο καί Πατέρα μας.
Στούς Πατέρες τής ερήμου βρίσκουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Έβγαιναν νικητές όταν, ενώ τούς ράπιζαν “επί τήν δεξιά σιαγόνα» (Βλ. Ματθ. ε’, 39) αυτοί έστρεφαν καί τήν αριστερή χωρίς νά ανταποδίδουν τό κακό. Νίκη γιά αυτούς ήταν τό νά αντιδράσουν μέ ταπείνωση καί νά μήν ανταποδώσουν τό κακό. Ο θυμός είναι σάν νά ανάβη κανείς μιά φωτιά, όπως μάς λένε οι Πατέρες μας. Γι’ αυτόν τόν λόγο καί οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι απλώς καί μόνον τό νά δικαιολογούμε τόν εαυτό μας – πόσο μάλλον όταν ανταποδίδουμε τό κακό – σημαίνει ότι μισούμε τήν ψυχή μας, επειδή, όταν δικαιολογούμαστε καί υπερασπιζόμαστε τά δικαιώματά μας, χάνουμε τήν ευκαιρία πού μάς δίδεται νά αποκτήσουμε μιά νίκη γιά τήν ψυχή μας. Όπως λέει καί ο Απόστολος Παύλος: «διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; διατί ουχι μάλλον αποστερείσθε;» (Α’ Κορ. στ’, 7). Γιατί έτσι θά γίνετε μέτοχοι τής νίκης τού Κυρίου, ο Οποίος είπε γιά τόν εαυτό του ότι: «Εγενόμην νεκρός, καί ιδού ζών ειμί εις τούς αιώνας τών αιώνων» (Αποκ. α’ 18).
Αυτή είναι η οδός γιά κάθε νίκη, νά μήν δικαιολογούμαστε, αλλά πάντοτε νά ταπεινώνουμε τούς εαυτούς μας καί μέ αυτόν τόν τρόπο θά βγαίνουμε νικητές. Άς είμαστε πάντοτε έτοιμοι νά ζητήσουμε συγνώμη, ακόμη καί όταν νομίζουμε ότι δέν φταίμε καί τόσο πολύ, γιατί είμαι βέβαιος ότι αυτό θά φέρη τόν αδελφό μας σέ φιλότιμο καί θά τόν κάνη νά υπολογίση σοβαρά καί εμάς, αλλά καί τίς εντολές τού Θεού καί νά βρή τήν δύναμη νά αρχίση καί αυτός νά κτίζη τόν ναό τού Θεού μέσα του. Αληθινή νίκη είναι νά μάθουμε ταπείνωση καί όλα όσα κάνουμε στήν μοναχική ζωή αποσκοπούν στό νά δράμουμε τήν ταπεινή οδό τού Κυρίου, επειδή «εν τή ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη» (Ησ. νγ’ 8), δηλαδή, μέσα από τήν ταπείνωσή Του ο Κύριος έφερε τή νίκη.
Εάν αγαπούμε τήν αθάνατη ψυχή μας – καί όχι τό κακό πού έχει γίνει ψυχή μας, τό οποίο θά έπρεπε νά μισούμε – τότε δέν πρέπει ποτέ νά δικαιολογούμαστε, αλλά πάντοτε νά μεμφόμαστε τούς εαυτούς μας ενώπιον τού Θεού καί κάνοντας αυτό εκπληρώνουμε όλες τίς εντολές. Ο Κύριος είπε: «Όταν ποιήσετε πάντα τά διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10).
Μόνον όταν ένεργούμε κατ’ αυτόν τόν τρόπο ανοίγουμε χώρο γιά τήν Χάρη τού Θεού νά εργαστή μέσα μας. Η αρχή είναι πάντοτε δύσκολη, όταν όμως δείξουμε επιμονή στό ξεκίνημα, τότε έρχεται η παράκληση τής Χάριτος τού Θεού καί αυτή η παράκληση κάνει τήν δουλειά γιά εμάς καί γίνεται εύκολη η οδός, τότε γνωρίζουμε μεγάλη ανάπαυση, μεγάλη παρηγοριά σέ αυτήν τήν οδό γιατί τότε πραγματικά αρχίζουμε νά γινόμαστε «διδακτοί θεού» (Ιω. στ’ 45).

Ερώτηση: Πάτερ, σέ περίπτωση ασθένειας πώς πηγαίνει κάποιος κάτω από τό κύμα;
Απάντηση: Μέ τό νά λέμε στόν Κύριο: «Κύριε, γνωρίζω πώς είσαι αγαθός καί η πηγή κάθε αγαθού καί άν Εσύ επέτρεψες νά μέ βρή αυτή η ασθένεια, αυτό σημαίνει πώς είναι γιά τό καλό μου. Αλλά όμως, επειδή είμαι τυφλός, βοήθησέ με νά δώ πώς θά βρώ αυτό πού είναι καλό γιά εμένα βοήθησέ με νά μάθω ταπείνωση, ώστε νά αποκτήσω τήν χάρη Σου, καί η δική Σου χάρη θά σκεπάση τήν ασθένειά μου καί ακόμη θά αναπληρώση τά υστερήματά μου».
Πολλές φορές, εάν ταπεινωθούμε, μπορεί νά μήν γίνουμε καλά, αλλά όμως η παρηγοριά πού θά λάβουμε θά μάς ανεβάση πάνω από τήν ασθένειά μας, καί αυτή είναι η αληθινή νίκη.
Εάν μετατρέπουμε τήν ασθένειά μας σέ γιορτή, έχουμε τήν άφθαρτη παρηγοριά τού Θεού πού μάς σκεπάζει καί αυτό είναι «κρείσσον υπέρ ζωάς» (Πρβλ. Ψαλ. ξδ’ 4). Έτσι, πρέπει πάντοτε νά μαθαίνουμε νά μεμφόμαστε τούς εαυτούς μας ότι πάνω από όλα μάς αξίζει αυτή η ασθένεια πού μάς βρήκε, ότι ίσως ο Θεός τό επέτρεψε γιά νά μάς διδάξη κάτι καινούργιο, νά μάς θυμίση τήν ταπεινή οδό πού θά έπρεπε νά έχουμε στήν ζωή μας. Πρέπει νά πιστεύουμε πώς είναι γιά τό καλό μας καί ακόμη καί όταν δέν τό βλέπουμε αυτό, πρέπει νά ζητάμε από τόν Θεό νά μάς τό δείχνη. Ο Θεός, όμως, πάντα παραμένει ευλογητός εις τούς αιώνας (Βλ. Ιώβ α’ 21), όπως συνήθιζε νά μάς διδάσκη ο Γέροντας. Αυτή είναι μία σταθερά στή ζωή μας, ότι ο Θεός παραμένει ευλογητός επειδή είναι αγαθός. Κρατάμε αυτήν τήν σταθερά ως ένα στύλο τής ζωής μας καί περιστρεφόμαστε γύρω του, μέχρι νά δούμε τό καλό πού βγαίνει από τήν ασθένειά μας.
Μερικές φορές φοβόμαστε νά μιλήσουμε, όμως άν μελετήσουμε τήν οδό τού Κυρίου, θά δούμε τί υπέφερε Εκείνος σέ αυτήν τήν οδό, καί θά δούμε καί όλα όσα είναι πολύτιμα στά μάτια τού Κυρίου. Γι’ αυτό τό νά πάσχη κανείς μέ καλή συνείδηση ενώπιον τού Θεού, δηλαδή, γιά χάρη τών εντολών Του, έχει μεγάλη δόξα, λέει ο Απόστολος Πέτρος (Α’Πετ. α’ 20) Κάθε είδους πάθημα όμως μπορεί νά γίνη δεκτό μέ τρόπο σύμφωνο πρός τίς εντολές Του, εάν ταπεινώνουμε τούς εαυτούς μας, οπότε καί θά λάβουμε μεγαλύτερη δόξα.

Αυτό πού πραγματικά όμως ήθελα νά πώ είναι: Νά θυμόμαστε ότι είμαστε ο ναός τού Θεού καί πώς ο σκοπός τής ζωής μας είναι νά κτίσουμε αυτόν τόν ναό μέσα μας. Αλλά αυτό είναι μόνον τό μισό τού πράγματος. Τό άλλο μισό είναι νά βοηθήσουμε τούς αδελφούς μας καί νά έχουμε τέτοια συναναστροφή μαζί τους, ώστε να στηρίζουμε καί νά διαφυλάττουμε τόν ναό τού Θεού μέσα τους. Όλο αυτό γιά νά γίνη πρέπει νά φυλάττουμε τά λόγια τού Κυρίου, επειδή τά λόγια Του καί οι εντολές Του προέρχονται από τό ταπεινό Πνεύμα καί η ταπείνωση φέρνει τήν χάρη πού κάνει τά πάντα γιά εμάς.
Σέ όλα τά αναγνώσματα τών Ευαγγελίων τών Κυριακών πρίν τήν Μεγάλη Σαρακοστή -τού Τελώνη καί τού Φαρισαίου, τού Ασώτου υιού, τών Ταλάντων, τής Κυριακής τής Κρίσεως- βλέπουμε ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα χωρίζεται σέ δύο κατηγορίες: σέ εκείνους πού δικαιώνουν τούς εαυτούς τους καί σέ εκείνους πού μέμφονται τούς εαυτούς τους καί παίρνουν τό πταίσμα επάνω τους. Εκείνοι πού μπορούν νά μεμφθούν τούς εαυτούς τους στέκουν μέ τόλμη ενώπιον τού Κυρίου, όπως γιά παράδειγμα αυτοί πού εργάστηκαν μέ επιμέλεια τά τάλαντα πού τούς δόθηκαν είπαν: «Κύριε, ιδού…», καί ο Κύριος τούς δόξασε, αλλά αντίθετα καταδίκασε εκείνους πού δικαίωναν τούς εαυτούς τους.
Αυτές είναι οι δύο στάσεις πού βρίσκουμε στίς δύο κατηγορίες τής ανθρωπότητας, οι οποίες μάς συνοδεύουν καί μετά τόν τάφο.
Άς επιλέξουμε τήν αγαθή στάση.
Συγχωρέστε με.
ΠΗΓΗ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ
πηγή  /  αντιγραφή

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΦΟΡΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Τον Νοέμβριο του 2005 η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών οργάνωσε το Β΄Διεθνές Συμπόσιο με θέμα «Άγιον Όρος. Πνευματικότητα και Ορθοδοξία – Τέχνη».
Στα δημοσιευθέντα Πρακτικά του Συμποσίου υπάρχει η ενδιαφέρουσα ανακοίνωση, της Αναπλ. Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ., κας Μαρίας Ι . Καζαμία – Τσέρνου, «Η Παναγία στις φορητές  Εικόνες του Αγίου Όρους: Εικονογραφική Σημειολογία» (σελ. 70 έως 113).
Οι φωτογραφίες των φορητών Θεομητορικών Εικόνων που ακολουθούν, είναι δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Συμποσίου:

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος .: Τα θαύματα

Πολλοί άγιοι έχουν το θαυματουργικό χάρισμα. Και σήμερα ακόμη γίνονται θαύματα. Θεραπεύονται άνθρωποι από σωματικές ασθένειες με τις πρεσβείες διαφόρων αγίων. Σύγχρονος άγιος πού επιτελεί πολλά θαύματα είναι ο άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός όπως λέγεται.

Πολλοί Χριστιανοί επισκέπτονται τέτοιους αγίους για να θεραπευθούν από τις βασανιστικές ασθένειες που έχουν. Επειδή πολλοί αναζητούν την πραγματοποίηση των θαυμάτων, γι' αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να χαράξω τις ακόλουθες γραμμές. Πρώτα-πρώτα τα θαύματα δεν είναι η άρση των φυσικών νόμων, όπως λέμε συνήθως, αλλά είναι η ενέργεια του Θεού που θέλει εκείνη την ώρα έτσι να ενεργεί.


Είναι σαφής διδασκαλία της Εκκλησίας ότι στην φύση δεν υπάρχουν οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, αλλά οι άκτιστοι λόγοι. Ο Θεός, όπως δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, έτσι τον διευθύνει χωρίς κτιστούς νόμους. Με την δημιουργία του κόσμου ο Θεός δεν έθεσε μερικούς νόμους, εγκαταλείποντας τον κόσμο, αλλά τον διευθύνει προσωπικά με την κυβερνητική και προνοητική Του ενέργεια.

Όπου παρατηρείται μια σταθερότητα ενεργειών, δεν οφείλεται στο ότι υπάρχουν διάφοροι νόμοι, αλλά στην πιστότητα της θείας ενέργειας. Ο Θεός έτσι θέλει να ενεργεί πάντοτε. Γι' αυτό το θαύμα δεν είναι η άρση των λεγομένων φυσικών νόμων, αλλά αποτέλεσμα της ακτίστου Χάριτος του Θεού. Έπειτα, το βασικότερο έργο του Χριστού στον κόσμο δεν ήταν τα θαύματα.

Ο Χριστός δεν ήρθε για να κάνει θαύματα, αλλά έκανε θαύματα για να δείξει στους ανθρώπους ότι ήλθε ο Μεσσίας. Γι' αυτόν τον λόγο τα θαύματα λέγονται σημεία. Είναι, δηλαδή, σημεία της ελεύσεως του Χριστού. και μάλιστα, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, τα θαύματα δεν είναι για τους πιστούς, αλλά για τους απίστους. Οι πιστοί δεν χρειάζονται σημεία για να πιστεύσουν στον Θεό. Η πίστη τους στον Θεό είναι εκ θεωρίας, δηλαδή είναι καρπός του φωτισμού του νου και της θέας του Θεού.

Οι άπιστοι, μερικές φορές και οι δύσπιστοι, χρειάζονται θαύματα για να μπορέσουν να αισθανθούν την παρουσία του Θεού. Το ότι τα θαύματα είναι τα δευτερεύοντα στην αποστολή και στην ενανθρώπηση του Χριστού φαίνεται από την θεία Ευχαριστία. Ο Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ότι στην θεία Ευχαριστία δεν ενθυμούμαστε τα θαύματα που έκανε ο Χριστός, αλλά αναμιμνησκόμεθα «του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως».

Ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο ενθυμούμαστε τα Πάθη του Χριστού και όχι τα θαύματά Του; Ακριβώς γιατί τα Πάθη είναι αναγκαιότερα από τα θαύματα του Χριστού. Τα Πάθη του Χριστού είναι «ποιητικά της σωτηρίας ημών», γιατί χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε η ανάσταση, ενώ τα θαύματα είναι «αποδεικτικά μόνον». Οι άγιοι που κάνουν θαύματα έχουν ειδικό χάρισμα από τον Θεό, το λεγόμενο θαυματουργικό χάρισμα.

Δεν είναι, δηλαδή, απλώς ενέργεια ανθρώπινη, αλλά ενέργεια του Θεού. Και ο Θεός δεν δίνει στον κάθε άνθρωπο και στον κάθε άγιο το χάρισμα της θαυματουργίας, αλλά σε εκείνον που διαθέτει την κατά φύσιν φιλανθρωπία. Το ίδιο γίνεται για όλα τα χαρίσματα. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι ο Θεός δίνει τα χαρίσματα ανάλογα με την κατάσταση του ανθρώπου. Για να δώσει ένα χάρισμα ο Θεός πρέπει να υπάρχει δεκτικό όργανο.

Για το χάρισμα της σοφίας απαιτείται η δεκτικότητα του νοός. Για το χάρισμα της γνώσεως χρειάζεται να υπάρχει η δεκτικότητα του λόγου. Για το χάρισμα τών ιαμάτων είναι αναγκαία η κατά φύσιν φιλανθρωπία. Όποιος αποκτά την ανιδιοτελή αγάπη και με αυτόν τον τρόπο αγαπά πολύ τον Θεό και τον άνθρωπο και συμπάσχει για όλη την κτίση, λαμβάνει από τον Θεό το χάρισμα των ιαμάτων. Αυτή η τοποθέτηση μας φανερώνει ότι υπάρχουν πολλά χαρίσματα.

Το ιαματικό χάρισμα δεν είναι το μοναδικό. Εμείς, βέβαια, δίνουμε μεγάλη σημασία σ' αυτό. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος διδάσκει ότι μερικοί μακαρίζουν περισσότερο από όλα το θαυματουργικό χάρισμα που μπορεί κανείς να το εξακριβώσει εύκολα. Οι άνθρωποι όμως αυτοί αγνοούν «ότι πολλά εισίν υπέρτερα τούτου και απόκρυφα». Υπάρχουν και μεγαλύτερα χαρίσματα από αυτό. Θα αναφέρω τρία τέτοια χαρίσματα που είναι μεγαλύτερα από το θαυματουργικό χάρισμα.

Το πρώτο είναι το χάρισμα της μετανοίας, όταν, δηλαδή, κανείς με την Χάρη του Θεού και την δική του προσπάθεια μπορέσει να δει την εσωτερική του κατάσταση και να αποκτήσει αυτογνωσία. Λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι εκείνος που αξιώθηκε να δει τον εαυτό του και να εννοήσει την πνευματική του φτώχεια είναι μεγαλύτερος από εκείνον που αξιώθηκε να αναστήσει νεκρούς ή να δει τους αγγέλους.

Το δεύτερο μεγάλο χάρισμα είναι το χάρισμα της ανιδιοτελούς αγάπης. Υπάρχει ιδιοτελής και υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη. Αυτό μπορούμε να το δούμε στην προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Στην Εκκλησία της Κορίνθου υπήρχε διαμάχη σχετικά με το ποιος έχει το μεγαλύτερο χάρισμα. Υπήρχε μια τάση να εξυμνείται και να επαινείται το χάρισμα της γλωσσολαλιάς. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α' Κορ. ιβ', 31).

Και στην συνέχεια ομιλεί για την αγάπη, γιατί εκείνος που ομιλεί τις γλώσσες των αγγέλων και των ανθρώπων ή γνωρίζει όλα τα μυστήρια τα πνευματικά, αλλά δεν έχει αγάπη δεν αξίζει τίποτε, είναι «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» (Α' Κορ. ιγ', 1). Το τρίτο μεγάλο χάρισμα είναι το χάρισμα της θεολογίας. Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν κινεί την ψυχή του ανθρώπου τόσο πολύ προς τον Θεό και τίποτε δεν φλέγει την καρδιά του ανθρώπου προς τον Θεό, όπως το χάρισμα της θεολογίας.

Φυσικά, όταν μιλάει για χάρισμα θεολογικό, δεν εννοεί την ανθρώπινη γνώση της θεολογίας, δεν εννοεί το πτυχίο μιας θεολογικής σχολής, αλλά την θεωρία του Θεού. Θεολόγος είναι εκείνος που είδε τον Θεό και, επομένως, μπορεί να μιλήσει γι' Αυτόν. Και αφού είδε τον Θεό γνωρίζει σαφώς την διαφορά μεταξύ κτιστών και ακτίστων ενεργειών και, άρα, μπορεί αποτελεσματικά να καθοδηγήσει άλλους ανθρώπους.

Έτσι υπάρχουν μερικοί που δεν έχουν το χάρισμα των ιαμάτων, αλλά, επειδή έχουν το χάρισμα της θεολογίας, με έναν θεολογικό λόγο θεραπεύουν την ψυχή του ανθρώπου. Και όταν η ψυχή θεραπευθεί, τότε θεραπεύονται και πολλές σωματικές ασθένειες. Αυτός, λοιπόν, που έχει το χάρισμα της θεολογίας και είναι ορθόδοξος πνευματικός πατέρας, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, επιτελεί και σωματικά θαύματα. Η ψυχή θεραπευομένη βοηθά και το σώμα. 

Το θέμα των θαυμάτων δεν εξαντλείται με τις σκέψεις αυτές. Απλώς τονίσθηκαν μερικές πλευρές που πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας. Γι' αυτό εμείς από τους αγίους και τον Χριστό πρέπει να ζητούμε να μας δώσουν τα μεγαλύτερα χαρίσματα, δηλαδή το χάρισμα της μετανοίας, το χάρισμα της αγάπης και το χάρισμα τής θεολογίας. Με αυτόν τον τρόπο θα αλλάξει η ζωή μας και θα γίνουμε ένα θαύμα. Δεν θα δούμε θαύματα, αλλά θα γίνουμε θαύμα. Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το να γίνει ο άνθρωπος κατά Χάριν Θεός; Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη υπάρξεως του Θεού από το να αναγεννηθούμε και από ακάθαρτοι να γίνουμε φωτισμένοι, δηλαδή, να αποκτήσουμε τον φωτισμό του νου; 

Δεκέμβριος 1987
πηγή: αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου, Το πολίτευμα του Σταυρού, εκδ. Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1992


Από την ταπείνωση στη δοξολογία


 του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Αναμφισβήτητα για κάθε Χριστιανό το σημαντικότερο πρόσωπο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, μετά τον Χριστό, είναι η μητέρα Του, η Θεοτόκος Μαρία. Είναι, όπως την ονομάζουν οι άγιοι Πατέρες μας, το μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσης. Είναι άνθρωπος σαν και εμάς. Γεννήθηκε, όπως όλοι οι άνθρωποι, με φυσικό τρόπο. Όμως της δόθηκε το μοναδικό προνόμιο να γίνη και μητέρα του Θεού, αφού ο άνθρωπος τον οποίο γέννησε “ασπόρως” δεν έχει κτιστή υπόσταση. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός, ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, ως προς την θεότητα, όπως είναι ομοούσιος με την μητέρα Του την Παναγία, ως προς την ανθρωπότητα, η οποία όμως δεν έχει δική της υπόσταση. Με την ενανθρώπισή Του ο Υιός του Θεού έμεινε αυτό που ήταν, “αναλλοιώτως και ατρέπτως” Θεός αληθινός. Αλλά προσέλαβε στην υπόστασή Του και αυτό που δεν ήταν, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Έτσι, “ο αρχηγός της σωτηρίας μας” έχει μία υπόσταση “εν δυσί φύσεσι”. Αυτή η πίστη αποτελεί το θεμέλιο της σωτηρίας μας, την μεγάλη χαρά του ανοίγματος των πεπερασμένων κτιστών ανθρώπινων υποστάσεων στην κοινωνία με την απερινόητη άκτιστη θεότητα. Ταυτόχρονα αυτό το μυστήριο είναι η δόξα της Θεοτόκου, που την καθιστά όντως “γέφυρα μετάγουσα τους εν γη προς ουρανόν”.
Μέσα στο ελληνικό Καλοκαίρι το πρόσωπο της Παναγίας δροσίζει τα καμένα από τον καύσωνα της αποστασίας πρόσωπα και ξεδιψά τα διψασμένα για εμπειρική γνώση πνεύματα με την υμνολογία των θαυμασίων που τέλεσε ο Θεός μέσα της. Η μνήμη της Θεοτόκου και η μελέτη των μυστηρίων που συνδέονται με το πρόσωπό της αγιάζουν το νου και τη διάνοια, γιατί μέσα σ’ αυτά βρίσκεται όλη η αλήθεια της ζωής του ανθρώπου· του παρόντος και του μέλλοντος. Είναι περιγραφή μυστηρίων. Δεν αποτελούν όμως ιδεατή περιγραφή κάποιων εξωκοσμικών γεγονότων. Μας περιγράφουν τον θεανθρώπινο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να βρη τον αληθινό εαυτό του και να ζήση “κατά τον λόγο” της υπάρξεώς του.
Είναι γεγονός ότι οι αφηρημένες θεολογικές διατυπώσεις είναι μια δύσπεπτη τροφή για τους περισσότερους ανθρώπους, γι’ αυτό λίγοι τις επιλέγουν και τις γεύονται. Αντίθετα, οι ιστορίες των εξαγιασμένων προσώπων και οι λόγοι που εκφράζουν τους αγώνες και τις εμπειρίες τους δίνουν την εντύπωση μιας πιο εύπεπτης τροφής, γι’ αυτό και είναι πιο επιθυμητές από τους περισσότερους. Πρέπει να υπογραμμισθή, βέβαια, ότι δίνουν την εντύπωση της πιο εύπεπτης τροφής, γιατί η αποκρυπτογράφηση του νοήματος μιας ιστορίας είναι έργο πολύ δύσκολο, κυρίως όταν πρόκειται για ιστορίες της κρυφής εσωτερικής διάβασης από “γης προς ουρανόν”, από την υποδούλωση στα κτιστά στην κοινωνία με τον Θεό ή αλλιώς από την ταπείνωση της φύσης μας στην δοξολογία του Θεού, που θεώνει το φθαρτό μας φύραμα. Αυτή η δυσκολία υπάρχει κυρίως στη δική μας περίπτωση γιατί δεν μας ενδιαφέρουν οποιεσδήποτε πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά κυρίως αυτές που περιγράφουν τις επισκέψεις του Θεού στους ανθρώπους. Μας εδιαφέρουν, δηλαδή, οι βίοι των ανθρώπων που βρήκαν τον Θεό. Και πριν απ’ όλους βέβαια μας ενδιαφέρει η ιστορία των επισκέψεων του Θεού στην Παναγία.
Στο απροσδιόριστο πέλαγος του θεομητορικού μυστηρίου στηριγμός της πτωχής ανθρώπινης διάνοιας είναι τα νοήματα και οι λέξεις που διατύπωσαν οι θεοφόροι Πατέρες μας, αλλά πριν από αυτούς η ίδια η Θεοτόκος. Η Παναγία δεν είπε πολλά πράγματα. Ή μάλλον δεν καταγράφηκαν πολλά λόγια της από τους Ευαγγελιστές. Το πιο σημαντικό κείμενό της που έχουμε είναι η ωδή την οποία ανέπεμψε προς τον Θεό, όταν επιβεβαιώθηκε από την Ελισάβετ, ότι είναι “Μήτηρ του Κυρίου”. Η ωδή αυτή ψάλλεται σχεδόν σε κάθε Όρθρο και αποτελεί την λεγόμενη ενάτη ωδή. Είναι η γνωστή ωδή “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον...”.
Είναι πολύ σημαντική η υμνολογία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καθώς και τα νοήματα της Μικρής και της Μεγάλης Παράκλησης. Όμως, το θεμέλιο του Θεομητορικού μυστηρίου βρίσκεται στα νοήματα των στίχων της ενάτης ωδής. Στη συνέχεια θα επισημάνουμε συνοπτικά δύο νευραλγικά σημεία της ωδής αυτής: Πρώτον, την δοξολογία του Θεού από την Θεοτόκο. Και δεύτερον, την αιτία της δοξολογίας.
Η Παναγία μετά την προφητεία της Ελισάβετ, ότι είναι “η Μήτηρ του Κυρίου”, αναπέμπει την ωδή της, αρχίζοντας με δοξολογία του Θεού: “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου”. Η ψυχή της δοξολογεί τον Κύριο και το πνεύμα της αγάλλεται για το Θεό το Σωτήρα της. Η Παναγία μιλά για τον εαυτό της, αλλά και για όλο το ανθρώπινο γένος. Ο Θεός είναι σωτήρας “πάντων ανθρώπων”. Ιδιαίτερα ο κυοφορούμενος Υιός της θα έχη την προσωνυμία Ιησούς, δηλαδή “Θεός Σωτήρ”. Γι’ αυτό στην δοξολογία της η αναφορά στο “Θεό Σωτήρα”, είναι αναφορά ιδιαίτερη στον Υιόν της.
Η Παναγία “εμεγάλυνε” τον Θεό Σωτήρα με τρία πράγματα. Πρώτον, με υψηλά και θεοπρεπή νοήματα. Δεύτερον, με αντίστοιχα λόγια, που συντονίζονταν με τα θεοπρεπή νοήματα. Και τρίτον, με έργα υψηλά, άξια της θείας μεγαλειότητος. Η αρχή όλων αυτών των πραγμάτων βρίσκεται στη ζωή της μέσα στα Άγια των Αγίων, όπου κατάλαβε την ανεπάρκεια των σωματικών αισθήσεων, της φαντασίας και της διάνοιας στο να συνδέσουν τον άνθρωπο με τον αληθινό Θεό. Όλες αυτές οι δυνάμεις του ανθρώπου δημιουργούν είδωλα στη θέση του Θεού ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιες λογικές αντιλήψεις, οι οποίες όμως απέχουν πολύ από το να περιγράφουν τον απερίγραπτο Θεό. Μέσα στον Ναό, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ανακάλυψε η Παναγία τη νοερά ενέργεια και το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό, που συντελείται μέσα στην ησυχία του νου. Έτσι απαλλάχθηκε από άσχετες προς τον Θεό εικόνες και ανάξια για το Θεό νοήματα και κράτησε το νου της στη νοερά σιγή και στην αδιάλειπτη κοινωνία της με τον Θεό, αφήνοντας μέσα της μόνο τα νοήματα και τα λόγια, που δεν έρχονταν σε αντίθεση με την υπέρλογη κίνηση του νου της. Με αυτά τα θεοπρεπή νοήματα, τα αντίστοιχα λόγια και τις συντονισμένες με αυτά εξωτερικές πράξεις, “εμεγάλυνε” η Θεοτόκος τον Κύριο.
Όμως, η “αγαλλίαση του πνεύματός της”, δηλαδή το μεγάλο σκίρτημα της καρδιάς της για τον Θεό, σύμφωνα με την ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, είχε ως αιτία την συγκατάβαση του Θεού, ο Οποίος “επέβλεψε επί την ταπείνωσιν της δούλης Αυτού”. Ο Θεός “επέβλεψε” στην ταπείνωση της Παναγίας και Εκείνη από την αίσθηση της ταπεινής πεπερασμένης ύπαρξης ανατάθηκε, με μεγάλα εσωτερικά άλματα, (αυτό σημαίνει αγαλλίαση, από το “άγαν” και το “άλλομαι”) σε δοξολογία του Θεού. Μέσα από αυτόν τον λόγο της Παναγίας αποκαλύπτεται το θεμέλιο της σωτηρίας. Έρχεται στην επιφάνεια η μεγάλη ταπείνωση της Θεοτόκου. Η ταπείνωσή της προσήλκυσε το Θεό. Αυτή έγινε η πύλη της σωτηρίας. Αυτή σώζει και κάθε άνθρωπο, γιατί μέσα της υπάρχει η αλήθεια της φύσης μας. Η φυσική μας κατάσταση απέναντι στο Θεό είναι η ταπείνωση. Η υπερηφάνεια, ο εγωισμός, η κενοδοξία έχουν ισχύ μόνο μέσα στη φαντασία. Δεν έχουν καμμιά σχέση με την απτή πραγματικότητα. Βέβαια, μορφές ταπεινώσεως υπάρχουν πολλές. Είναι για παράδειγμα η εκούσια ασκητική ταπείνωση ή αλλιώς η μετριοφροσύνη, που συνίσταται στην προσπάθεια να αποφευχθή κάθε αιτία υπερηφάνειας και να εδραιωθούν μέσα στην ψυχή απλοί και ταπεινοί λογισμοί. Είναι, επίσης, οι ακούσιες ταπεινώσεις από τους ανθρώπους και από τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής, οι οποίες είναι ασκητικά εκμεταλλεύσιμες. Είναι, τέλος, και η βαθιά γνώση της ευτέλειας, της φθαρτότητας και θνητότητας της ανθρώπινης φύσης. Αυτή την ταπείνωση είχε η Θεοτόκος. Σε αυτήν επέβλεψε ο Θεός και επισκέφθηκε “διά των πυλών της” το ανθρώπινο γένος. Αυτή η ταπείνωση ανοίγει και τις πύλες της δικής μας ζωής στο Θεό.
Γι’ αυτό, ας μην εξαντλούμε την προσοχή μας στους “δυνάστας”, που “καθείλε [ο Θεός] από θρόνων, και ύψωσε ταπεινούς”. Η μεγάλη δύναμη βρίσκεται στους “ταπεινούς τω πνεύματι”. Αυτοί αποτελούν τον “λαό της Θεοτόκου”. Αυτοί ζουν την ταπείνωση που εκβάλλει στην δοξολογία του Θεού και στην αγαλλίαση του πνεύματος.–


Τελικά, ήταν καλός Αρχιεπίσκοπος ο Χριστόδουλος;

Εχθές 28 Ιανουαρίου ήταν η επέτειος πέντε ετών από την εκδημία του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, και διαπιστώσαμε πληθώρα αναφορών στο διαδίκτυο. Άλλες αποτύπωναν μια νοσταλγία και μια μνήμη, άλλες δημιουργούσαν έναν μύθο σαφώς ασύμμετρο ως προς τον πραγματικό κεκοιμημένο ποιμενάρχη- αδύνατον να ξεχωρίσεις τις ανιδιοτελείς από τις ιδιοτελείς, πλην όσων πωλούσαν αντίστοιχο οπτικοακουστικό ή αναγνωστικό υλικό σε τιμή ευκαιρίας. Η αίσθηση που μας δόθηκε είναι πως η νοσταλγία αυτή δεν αφορά τόσο την ολότητα των πιστών χριστιανών ορθοδόξων της Ελλάδας, όσο κυρίως την συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα από την εκκλησιαστική της ευσέβεια. Πως αυτή η νοσταλγία αποτελεί περισσότερο πολιτική, παρά εκκλησιαστική νοσταλγία. Επιτρέψτε μας, λοιπόν, να αρθρώσουμε νηφάλια αντίρρηση, βοηθώντας έτσι στο να κρατηθεί η μνήμη του κεκοιμημένου ποιμενάρχη ζωντανή.
Σε μια εποχή που ο συντηρητικός χώρος στην Ελλάδα είχε μείνει ουσιαστικά ανεκπροσώπητος, αφού το ελλαδικό συντηρητικό κόμμα έκανε τα πάντα για να πείσει ότι αποτάσσεται την «Δεξιά», το πλειοψηφικό ρεύμα του ελληνικού λαού που δηλώνει συντηρητικό (57% σύμφωνα με έρευνα της Public Issue στις 29/11/2009) αναζητούσε κάποιο «πολιτικό είδωλο», κάποιον πολιτικό εκφραστή. Και τον εντόπισε στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ο οποίος λειτούργησε συνειδητά ακριβώς ως τέτοιος, καλύπτοντας το κενό: η φρασεολογία του ήταν κυρίως πολιτική, με επίχρισμα θρησκευτικού λεξιλογίου: «Πέραν των ληφθέντων μέτρων προς πάταξη της διαφθοράς, όπου αυτή εντοπίζεται στους κόλπους μας…» (5/10/05) – «Κηρύσσω πανστρατιά σύναξης των ικανών, των χαρισματικών και των αξίων εκ του ποιμνίου, προκειμένου να απαρτισθεί ο μεγάλος ειρηνικός στρατός της αγάπης και της δύναμης, που θα αναλάβει…» (9/5/98) – «Ο λαός μας χόρτασε από τα μεγάλα λόγια, ο λαός μας χόρτασε από τις υποσχέσεις, ο λαός μας χόρτασε από τους εκμεταλλευτές» (5 /6/99) – «τίθεται εν λειτουργία η εκστρατεία που έχει κηρύξει η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για συλλογή υπογραφών…» (11/9/2000) – «Όσοι από μας έχουμε αναλάβει καθήκοντα να είμαστε ηγέτες του λαού μας…» (5/12/03) Όλα τα παραπάνω είναι φράσεις ενδεικτικές μιας ρητορικής αυστηρά και αποκλειστικά καθοριζόμενης από τις φόρμες και τις νόρμες του πολιτικού λόγου. Αλλά και το περιεχόμενο των φράσεων ανήκει αυστηρά και αποκλειστικά σε μία πολιτική παράταξη, τον σκληρό συντηρητικό χώρο, αφήνοντας τον υπόλοιπο λαό εκκλησιαστικά ορφανό, χωρίς επισκοπικό πατέρα-ποιμένα: «Το υπέροχο τρίπτυχο Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια. Αυτά τα τρία μοιάζουν με πανίερες εικόνες και οι βάρβαροι εικονοκλάστες του καιρού μας» (16/10/2000) – «Εσείς εδώ και χιλιάδες άλλοι είσθε οι γνήσιοι αληθινοί Έλληνες πατριώτες, όχι απλώς αιθεροβάμονες του παρελθόντος. Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι γραικύλοι...» (27/5/98) – «Όταν οι πρόγονοί μας έδιναν τα φώτα του πολιτισμού, οι Ευρωπαίοι ήταν ανεβασμένοι στα δένδρα» (19/11/98) – «Η Ιστορία διδάσκει πως αυτοί οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ήταν εκείνοι που πάντα ήθελαν το κακό μας» (29/5/2003). Με τον δε διορισμό «Εκπροσώπου Τύπου» της Αρχιεπισκοπής αντανακλάστηκε ο παραλληλισμός με πολιτικό κόμμα και στο οργανωτικό επίπεδο.
Κάποιοι αναγνώστες ενδεχομένως θα διαφωνήσουν μαζί μας σκεπτόμενοι «καλά τα έλεγε, και συμφωνώ μαζί του. Οι σημερινοί δε λένε κουβέντα». Μα, έτσι έρχονται στα λόγια μας! Αφού αντιμετωπίζουν τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ως έναν πολιτικό ηγέτη, ο οποίος τους εξέφραζε πολιτικά, σε αντίθεση με «τους άλλους» που δεν αναλαμβάνουν τέτοιον ρόλο. Ανεξαρτήτως από το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ως πολιτική φυσιογνωμία, πιστεύουμε ότι αν, κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπικής θητείας του παρατούσε το ράσο και φορούσε το μπλέηζερ, θα προξενούσε διπλό όφελος: αφ’ ενός, στην ελληνική πολιτική γεωγραφία, από την οποία απουσίαζε επίπονα η εκπροσώπηση του (σκληρού) συντηρητικού πόλου. Και αφ’ ετέρου, στην εκκλησιαστική μαρτυρία, η οποία δεν θα αλλοτριωνόταν σε ιδεολογία (τυπικό δυτικοευρωπαϊκό γέννημα της νεωτερικότητας) και δήλωση πολιτικής ταυτότητας, με αντίτιμο, φυσικά, την εκκλησιαστική σωτηρία.
Η υποκατάσταση της Εκκλησίας με την παραταξιακή πολιτική, η φρικώδης ταύτιση της Εκκλησίας-λαού του Θεού με την «Δεξιά του Κυρίου» είναι μόνο μία από τις πληγές στο σώμα της ελλαδικής Εκκλησίας. Και δεν θα αναφερθούμε εδώ καν στο επιτυχές μαζικό ρεσάλτο φιλόδοξων κληρικών στο επισκοπικό αξίωμα, χάριτι της μικρής οργάνωσης κατάληψης επισκοπικών αξιωμάτων που είχαν ιδρύσει ο Καλλίνικος πρώην Πειραιώς, ο κεκοιμημένος και ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων, η οποία χάρισε στους φιλόδοξους κληρικούς που συσπειρώθηκαν γύρω της ονειρώδη ‘επαγγελματική σταδιοδρομία’: την παραεκκλησιαστική οργάνωση «Χρυσοπηγή». Άλλωστε το ζήτημα έχει εξαντληθεί με την ρήση του εγκεφάλου της οργάνωσης πρώην Πειραιώς Καλλινίκου, ο οποίος δήλωσε μετά την εκλογή του Χριστοδούλου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο: «η αποστολή μου τελείωσε εδώ».
Ανεξίτηλη, όμως, η μνήμη του τραύματος του 2005, αδύνατον να μην αναφερθεί: οπλοφορούντες κληρικοί, πλαστογραφήσεις ψήφων της Ιεράς Συνόδου, συστατικές επιστολές σε εμπόρους ναρκωτικών, απερινόητα δικαστικά, χρηματικά, σεξουαλικά σκάνδαλα. Όλα εκπορευόμενα από την αυλή του Αρχιεπισκόπου, από τις επιλογές προσώπων του. Και οι αντίδραση, πέραν των πολιτικών επαγγελιών «κάθαρσης» που, ως πολιτικές επαγγελίες, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, η πλήρης και μετά βδελυγμίας αποποίηση κάθε ευθύνης: η επίρριψη της ευθύνης για εφιαλτική ποικιλία τεκμηριωμένου, ψηλαφητού όνειδους σε σκοτεινούς κύκλους που βυσσοδομούν εναντίον της Εκκλησίας: «Αλλά δεν τους ενδιαφέρει η κάθαρση. Η τηλεθέαση τους ενδιαφέρει, γιατί ξέρετε πόσα κερδίζουν από τα τηλεφωνήματα; Σας τρώνε τα λεφτά σας. Αλλά υπάρχει και ένα όριο» (14/3/05).
Να σημειωθεί: ιστορικής σημασίας και συνεπειών η έμμιση, φίλαρχη ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την μόνη εναπομείνασα μήτρα -πέραν της Εκκλησίας- και οικουμενικού ελληνισμού, πραγματικής ελληνικότητας πέρα από εθνικά όρια και κρατικά σύνορα. Δεν επαρκούσε η διοικητική εξουσία στις «νέες χώρες»: έπρεπε να υποταγούν πλήρως στην Αθήνα,να αφαιρεθούν και οι τελευταίες υποψίες έμπρακτης εκκλησιαστικής αναφοράς στην δισχιλιετή εκκλησιαστική Κωνσταντινούπολη – αλλά και στην αυτοκρατορική μας μνήμη. Το πρόσωπο του Πατριάρχη του Γένους έπρεπε να λοιδωρηθεί, να σπιλωθεί, να δοθεί το έναυσμα ώστε ο κάθε ελλαδίτης μητροπολίτης με πριγκηπικές κοσμικές εξουσίες να μπορεί, μέχρι σήμερα, να επιτεθεί παρεμβαίνοντας στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που δεν του έφθανε η ενδο-ορθόδοξη διεθνής επιβουλή των «πρωτείων» και η εύφλεκτη πολιτική κατάσταση της γεωγραφικής του παρουσίας, αλλά οπωσδήποτε χρειαζόταν και την πατροκτονική –και γι’ αυτό αυτοχειριακή- εκκλησιαστική ζωή των Αθηνών. Κι από κοντά οι φρικαλέοι «συντηρητικοί» και «ευσεβείς» ελλαδίτες πολιτικοί και πολιτευτές, να συντάσσονται με την πατροκτονία για μια χούφτα ψήφους.
Ως μετέχοντα στην Εκκλησία, στην εκκλησιαστική ευχαριστία, με ανησυχούσε από τότε ιδιαίτερα η εκκλησιολογική αντίληψη του Χριστοδούλου, η οποία έβλεπε την εκκλησιαστική κοινότητα ως πνευματικό γενόσημο των Ενόπλων Δυνάμεων («Η Εκκλησία έχει τον πνευματικό αγώνα και ο Στρατός τον αγώνα για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του έθνους» – 5/8/2003). Επίσης, η αντιμετώπιση του νέου ανθρώπου ως υποψηφίου οπαδού, και της εκκλησίας ως του οργανισμού στον οποίο πρέπει να τον «μπάσουμε»: για οποιονδήποτε νέο άνθρωπο σέβεται την προσωπική του πάλη για νόημα και σωτηρία και το ενδεχόμενο να εισέλθει στην συναρπαστική περιπέτεια της εκκλησιαστικής νηός, η αντιμετώπισή του με τις μεθόδους του marketing, του «καλοπιάσματος», των ανεκδότων, δεν μπορεί παρά να προσληφθεί ως προσβολή, και απορία για το πού πήγε η ανεκπλήρωτη υπόσχεση πατρότητας.
Σημειώνουμε και το εξής: όσοι δεν ενδιαφέρονται για το αν υπάρχει επίσκοπος-εκκλησιαστικός πατέρας ή όχι, όσοι δεν προβάλλουν ως ζητούμενο την παρουσία Επισκόπου και υγιούς εκκλησιαστικής κοινότητας (είτε δεν δηλώνουν καθόλου χριστιανοί, είτε για αυτούς ο χριστιανισμός είναι μια ιδεολογία, ένα σετ πεποιθήσεων που ασπάζονται, κάτι σαν τον μαρξισμό ή τον πασιφισμό, ή ένα δεκανίκι του έθνους και της εθνικής ιδεολογίας, το δεύτερο συνθετικό ενός κρατικού «ελληνοχριστιανισμού»: όλα τα παραπάνω λίγο διαφέρουν μπροστά στο ενδεχόμενο μετοχής στην ευχαριστιακή σύναξη) και αρέσκονται στην πολιτική παρουσία του κυρού Χριστοδούλου ή του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου, καλώς πράττουν – πραγματικά, τίποτα το μεμπτό. Φτάνει να έχουν την τιμιότητα και την παρρησία να ξεκαθαρίσουν ότι τους αρέσει ένα πολιτικό πρόσωπο, που τυχαίνει να είναι και κληρικός – και να μη ζητωκραυγάζουν «άξιος Δεσπότη μου» ή «τέτοιους παπάδες θέλουμε, θεριά!». Να μην προβάλουν την αξίωση να καθορίζουν εκείνοι, οι απόντες της Εκκλησίας, το πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να είναι ο παπάς, ο επίσκοπος και ο Αρχιεπίσκοπος του εκκλησιαστικού σώματος. (Παρεμπιπτόντως, η ενδεχόμενη ψυχολογική ανάγκη ανθρώπων θρήσκων, μα συνειδητά απόντων από το εκκλησιαστικό γεγονός και ηθελημένα άσχετων με αυτό, για «ιερές φιγούρες» που δημιουργούν δέος, έτσι μαυροντυμένες και με πάλλευκες γενειάδες, μάλλον αφήνει αδιάφορο το εκκλησιαστικό σώμα. Η Εκκλησία δεν αναπνέει για να παρέχει άλλοθι, αλλά για να γεννά ζωήν, καὶ περισσὸν ζωῆς.)
Κανείς μας δεν νομιμοποιείται να κρίνει το πώς αντιμετωπίζει κάποιος άλλος τον θάνατο, και ειδικά τον πρόωρο θάνατο. Ίσως όμως το εκκλησιαστικό σώμα θα ανέμενε (δεν θα απαιτούσε, απλώς θα θεωρούσε φυσιολογικό, αναμενόμενο) από τον προκαθήμενό του, χειραγωγό στην πίστη και «πρωτοπαλίκαρο» της ποίμνης, μια σεμνή ετοιμότητα να συναντήσει τον Πλαστουργό του και Νυμφίο της Εκκλησίας, να παραδοθεί στην αγκαλιά του θελήματός του. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα.» «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ πολὺν καρπὸν φέρει.» «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθῃ ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον». «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ». Δίπλα σε αυτά, η επικρατούσα κρατική θρησκεία, των εχόντων «καθήκοντα ηγεσίας του λαού τους»: «Γιατί σε εμένα;» – «Προσευχηθείτε για μένα, προσευχηθείτε για την υγεία μου». Με παρέκβαση, ως V.I.P., μακροσκελών καταλόγων προτεραιότητας μοσχεύματος (ενίοτε νέων παιδιών, σίγουρα εικόνων Θεού), ώστε να γίνει η εγχείρηση με ταχύτητα αδιανόητη για τους απλούς θνητούς, για τα παιδιά ενός κατώτερου θεού. Μα για αυτό το ζήτημα δεν επιτρέπει η σεμνότητα να μιλήσουμε, και δεν θα αναφερθούμε περαιτέρω σε αυτό.
Ελπίζουμε με την παραπάνω νηφάλια κριτική ματιά να τιμούμε πραγματικά την μνήμη του κυρού Χριστοδούλου, να βάζουμε ένα απειροελάχιστο λιθαράκι στο να καταστεί «αιωνία», όπως κάθε ανθρωπίνου προσώπου-εικόνα Θεού: σίγουρα πάντως περισσότερο απ’ όσο εκείνοι που, με ιδιοτέλεια ή χωρίς, αντικαθιστούν το πρόσωπο του κεκοιμημένου αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου με προσκυνητέα είδωλα και ξόανα.
Σωτήρης Μητραλέξης
Υ.Γ.: Διευκρίνηση αναγκαία, απ’ ότι φαίνεται από τα σχόλια,  περί πολιτικολογίας: δεν ισχυριζόμαστε ότι «ένας κληρικός δεν έχει δικαίωμα δια να ομιλεί», ότι… χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα: το έχουμε άλλωστε γράψει και αλλού. Όμως, όταν ένας Αρχιεπίσκοπος επιλέγει να ταυτιστεί πλήρως, με καθημερινές δηλώσεις και κατακεραυνώνοντας τους «άλλους», με μία πολιτική παράταξη και πολιτική ιδεολογία, οι… άλλοι μισοί μένουν εκκλησιαστικά ορφανοί – και αυτό είναι μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της Εκκλησίας. Ζητούμε Αρχιεπίσκοπο των εν Ελλάδι ορθοδόξων χριστιανών, όχι Αρχιεπίσκοπο των δεξιών ή των αριστερών ή των κεντρώων ή των πατριωτών. Η κριτική μας ματιά δεν αφορμάται από την εμπλοκή της εκκλησίας στην πολιτική, αλλά από την εμπλοκή της πολιτικής στην εκκλησία. Ας κατανοήσουν κάποιοι σχολιαστές ότι όση θαλπωρή και ενθουσιασμό ενδεχομένως ένοιωθαν οι ίδιοι από τις επαναδιατυπώσεις της πολιτικής στράτευσης του κεκοιμημένου Αρχιεπισκόπου, άλλη τόση αποξένωση και αποκλεισμό ένοιωθαν τα μέλη της εκκλησίας με διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Δεν νοείται να εισάγονται αυτοί οι διχασμοί στο εκκλησιαστικό σώμα…

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...