Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Αυγούστου 14, 2013

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ – ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 
ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.
Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.
            Το πρόσωπο της Θεοτόκου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και γι’ αυτό το λόγο καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς οι διάφορες εορτές, όπως: η Γέννηση της Θεοτόκου, η Είσοδος στον Ναό, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση. Όσον αφορά ιδιαίτερα την εορτή της Κοιμήσεως έχουμε μαρτυρίες, ότι αυτή εορταζόταν με κάθε λαμπρότητα ήδη από τον πέμπτο αιώνα. Η καθιέρωση της εορτής στις 15 Αυγούστου έγινε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο το τέλος του 6ου αιώνα. Η μαρτυρία για τον εορτασμό της Κοιμήσεως μας παρέχεται από ένα λόγο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου που έχει αποδοθεί ψευδεπιγράφως στον ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς βέβαια να είναι ο πραγματικός συγγραφέας του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός έχει γραφεί μεταξύ των αρχών και του τέλους του πέμπτου αιώνα, δηλαδή από το 400 – 500 μ.Χ. και αποτελεί συμπερίληψη της Θεολογίας της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, της Παραδόσεως και των λειτουργικών τιμών προς το πρόσωπο της Μητέρας του Ιησού Χριστού. Υπάρχει και μία άλλη σειρά κειμένων που μαρτυρούν για τον εορτασμό της Κοιμήσεως και των παραδόσεων πέριξ της εορτής αυτής[1][1], μερικά από τα οποία αναπαράγουν το περιεχόμενο του απόκρυφου κειμένου του Ιωάννη[2][2].
            Το απόκρυφο αυτό κείμενο έχει αποτελέσει και τη βάση της υμνολογίας της σημερινής εορτής, αλλά και του εικονογραφικού κύκλου της Κοιμήσεως. Αν φέρουμε κατά νου την εικόνα της Κοιμήσεως, παρατηρούμε, ότι, στο κάτω μέρος της εικόνας, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι τοποθετημένη πάνω σε κρεβάτι και περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Αποστόλους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Στο δεύτερο μέσο επίπεδο εικονογραφείται ο Χριστό μέσα σε ωοειδή κύκλο φωτός, όπως δηλαδή αυτόν της Μεταμορφώσεως και της Αναστάσεως. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου με τη δόξα του και περιστοιχίζεται από Αγγέλους. Στο τρίτο ανώτερο εικονογραφικό επίπεδο ζωγραφίζεται παραστατικά ο ουρανός, απ’ όπου κατήλθε ο Χριστός και οι Άγγελοι για να παραλάβει τη ψυχή της Μητέρας του και όπου θα εισέλθει και ψυχικά και σωματικά η Θεοτόκος Μαρία. Η εικονογραφική αυτή θεματική της Κοιμήσεως αποτελεί το κεντρικό θέμα του λόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος περιέχει και πολλά άλλα παρεμφερή στοιχεία, όπως, αποκάλυψη προς την Παναγία του τέλους της επίγειας ζωής της από Άγγελο, προσευχές της Παναγίας, έλευση των Δώδεκα Αποστόλων πάνω σε φωτεινές νεφέλες από τα διάφορα μέρη του κόσμου όπου ασκούσαν το αποστολικό τους έργο κ.λ.π.
            Η τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά το λόγο αυτό, είχε ως επίκεντρο τη Βηθλεέμ και την Ιερουσαλήμ. Η τιμή της Θεοτόκου γενικότερα και ειδικά της Κοιμήσεως δεν οφείλεται σε μία απλή ευσέβεια και ευλάβεια προς το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού, αλλά έχει βαθύτερη θεολογική θεμελίωση.
            Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τον μακαρισμό της «ανώνυμης» γυναίκας, που απηύθυνε προς τον Χριστό όταν το άκουε να διδάσκει: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ. 10:38–42 και 10:27–28). Αυτοί οι λόγοι μπορούν να λεχθούν και από κάθε γυναίκα και από κάθε άνδρα. Είναι, όμως κατ’ εξοχήν λόγος της Εκκλησίας, αυτός μπορεί να είναι και ο συμβολισμός της γυναίκας που είπε το μακαρισμό αυτό, γιατί η Εκκλησία τιμά και μακαρίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία γέννησε τον Χριστό. Όπως έχει λεχθεί, πολύ ορθά, ο Θεός είχε τη δύναμη και την ελευθερία να δημιουργήσει, όπως στην αρχική δημιουργία, το σώμα μέσα στο οποίο θα σαρκωνόταν ο Λόγος του Θεού. Παρά ταύτα επέλεξε τη δημιουργία αυτού του σώματος μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας.
            Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, χρειάσθηκε η προπαρασκευή του σκεύους της εκλογής του Θεού. Κατά τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ο Θεός επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο για να σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού, γιατί αυτή έκανε κατορθωτό εκείνο που δεν κατόρθωσαν ο Αδάμ και η Εύα. Δηλαδή, η Παναγία οδήγησε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα και στον αγιασμό, ενώ ο Αδάμ και η Εύα οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πτώση και στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο δεύτερο λόγο του για την Κοίμηση, με τρόπο παραστατικό, περιγράφει την παρέμβαση των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, οι οποίοι απευθύνονται στην Παναγία κατά την ώρα της εκδημίας της με τους ακόλουθους λόγους: «Τότε δη, τότε Αδάμ και Εύα, οι του γένους προπάτορες, αγαλλομένοις τοις χείλεσι διαπρυσίως ανακεκράγασι· Συ μακαρία, θύγατερ, της παραβάσεως ημίν τα επιτίμια λέλυκας. Συ το φθαρτόν εξ ημών σώμα κληρονομήσασα, , αφθαρσίας ημίν εκυοφόρησας ένδυμα. Συ το είναι εξ ημετέρας οσφύος αρπάσασα, το ευ είναι ημίν ανταπέδωκας· τας ωδίνας έλυσας, τα του θανάτου διέρρηξας σπάργανα· το αρχαίον ημίν αποκατέστησας ενδιαίτημα. Ημείς εκλείσαμεν τον παράδεισον, συ του της ζωής ξύλου την είσοδον ανεπέτασας. Εκ των χρηστών δι’ ημών ήλθε τα λυπηρά, διά σου εκ των λυπηρών επανήλθεν ημίν τα χρηστότερα. Και πως θανάτου γεύση η άχραντος; Σοι προς την ζωήν γέφυρα, και κλίμαξ προς ουρανόν, και προς αθανασίαν ο θάνατος πορθμείον γενήσεται. Όντως μακαρία συ, παμμακάριστε. Τις γαρ, ει μήτιγε ο Λόγος η, προσενήνεκται τούτο πάσχων ό πράττειν υπείληπται;»[3][3].
            Η Θεοτόκος Μαρία έγινε ο χώρος και το όργανο δημιουργίας του σώματος του Θεανθρώπου Χριστού, του Νέου Αδάμ. Και πάλιν, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εξετάζει τη σχέση Χριστού – Θεοτόκου, σχέση Μητέρας και Υιού, και για να μας κάνει να αντιληφθούμε καλύτερα καταφεύγει στο οντολογικό γεγονός της δικής μας ενώσεως με το Χριστό όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είχε ενωθεί, πράγματι, οντολογικά με το Χριστό, αφού έγινε το όργανο της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.
Η Εκκλησία μας τιμά την Κοίμηση, δηλαδή το φυσικό της θάνατο, την ανάσταση και την εκδημία της Θεοτόκου στους ουρανούς, ή όπως διαφορετικά ονομάζεται, της μεταστάσεώς της στους ουρανούς. Το ζήτημα αυτό δημιούργησε συζητήσεις και διχογνωμίες. Όμως, θεολογικά βασίζεται και αποδεικνύεται ως η λογική συνέπεια, αφ’ ενός μεν, της οντολογικής σχέσεως της Θεοτόκου με τον Θεάνθρωπο Χριστό, αφ’ ετέρου δε, της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Το άγιο σώμα της δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τη φθορά, γι’ αυτό και, κατά το ως άνω απόκρυφο κείμενο για την Κοίμηση, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, τόσο το σώμα, όσο και ο τάφος που είχε τοποθετηθεί στη Γεσθημανή εξέπεμπε μύρον ευωδίας. Έτσι, τρεις μέρες μετά το θάνατο, ή την Κοίμησή της, και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου μετατίθεται στον Παράδεισο. Με άλλα λόγια, η Μετάσταση της Θεοτόκου, όπως την εορτάζει και την θεολογεί η Εκκλησία, είναι η ανάσταση της Θεοτόκου που προκαταλαμβάνει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Αυτή είναι και η θεολογική θέση του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στους τρεις Λόγους του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον Πρώτο Λόγο του γράφει: «Εντεύθεν ου θάνατον την ιεράν σου μετάστασιν λέξομαι, αλλά κοίμησιν ή εκδημίαν ή ενδημίαν ειπείν οικειότερον. Εκδημούσα γαρ των του σώματος, ενδημείς προς τα κρείττονα»[4][4].
            Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επιπρόσθετα, αναπύσσει και την εσχατολογική πτυχή του γεγονότος της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Το γεγονός του θανάτου και της αναστάσεως της Θεοτόκου, το γεγονός της συναθροίσεως των Αποστόλων, το γεγονός της παρουσίας του Ιησού Χριστού με δόξα και λαμπρότητα, δορυφορούμενος από τους αγγέλους, είναι στοιχεία που συνθέτουν και την εικόνα της δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. «’Όπου’ γαρ ‘το πτώμα’, Χριστός η αλήθεια έφησε τους αετούς συναχθήσεσθαι. Ει γαρ και περί της αυτού του ταύτα λέξαντος δευτέρας μεγάλης και επιφανούς παρουσίας και ουρανόθεν καταφοιτήσεως, η ρήσις ήδε προλέλεκται, αλλ’ ουκ ατόπως ωσπερ ηδύσματι του λόγου κανταύθα παραληφθήσεται[5][5]». Ο Χριστός, με την ανάστασή του, έγινε, κατά τον απόστολο Παύλο, «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Η ανάσταση του ανθρώπινου γένους θα γίνει κατά τους έσχατους χρόνους, όταν ο Χριστός θα φανερωθεί και πάλιν. Ο θάνατος και η ανάσταση της Θεοτόκου είναι, με τα δεδομένα αυτά, θα λέγαμε, ενδιάμεσος ανάσταση της Θεοτόκου, και παρουσία του Χριστού, γιατί προηγείται της παγγενούς αναστάσεως και κρίσεως. Στα διάφορα κείμενα, στα οποία αναφερθήκαμε πριν, υπάρχουν ευχές και παρακλήσεις της Θεοτόκου για να μη κριθεί και να μη διέλθει από τη δοκιμασία του διαβόλου, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως η κρίση, όπως αυτή αναμένεται κατά τους έσχατους χρόνους.
Στο απόκρυφο κείμενο του Ιωάννη περί της Κοιμήσεως έχουμε και μία άλλη σημαντική όψη της θεολογίας της Εκκλησίας για τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει η Θεοτόκος μεταξύ του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού και των ανθρώπων. Πριν παραδώσει την αγία ψυχή της και εν είδη προσευχής παρακαλεί τον Χριστό ώστε: «πάντα άνθρωπον επικαλούμενον ή δεόμενον ή ονομάζοντα το όνομά της δούλης σου, χορήγησον αυτώ την βοήθειάν σου» (41). Δηλαδή η Παναγία Θεοτόκος αποδεικνύεται πρεσβευτής μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πράγματι, η Θεοτόκος συνέχισε την παράκλησή της προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα δυνάμενος εν ουρανώ και επί γης, ταύτην την παράκλησιν δυσωπώ το όνομά σου το άγιον˙ εν εκάστω καιρώ και τόπω όπου γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασον τον τόπον εκείνον, και δόξασον τους δοξάζοντάς σε δια του εμού ονόματος, προσδεχόμενος των τοιούτων πάσαν προσφοράν και πάσαν ικεσίαν και πάσαν ευχήν» (42).
Δίκαια η Εκκλησία μας τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο, ως τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ, όχι ανωτέρα μόνο των ανθρώπων. Έτσι, και εμείς τιμούμε και εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, γιατί η Κοίμηση και η Μετάστασή της στους ουρανούς, καθώς και η δόξα της από τον Θεό αποτελεί τη βεβαιότητα και της δικής μας εισόδου στη βασιλεία του Θεού με τις ευχές και πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Ιησού Χριστού, που είναι και δική μας Μητέρα.
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού επειδή στη Μήτρα της δημιουργήθηκε με την έλευση και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το σώμα, η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Είναι, όμως, και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού και άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, και ως δική μας Μητέρα, πρεσβεύει για όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά της
Ιερά Μητρόπολη
Κωνσταντίας – Αμμοχώστου
15 Αυγούστου 2008


[1][1] Μεταξύ των κειμένων αυτών αναφέρουμε τα ακόλουθα: α) The Six Books Apocryphon (4th cent.) (pdf – ca. 2 MB), β) (Ps.-) John the Theologian, The Dormition of the Holy Theotokos, γ) (Ps.-) Melito of Sardis, The Passing of Blessed Mary, δ) (Ps.-) Joseph of Arimathea, The Passing of the Blessed Virgin Mary, ε)(Ps.-) Cyril of Jerusalem, Homily on the Dormition (κοπτικής προελεύσεως), στ)(Ps.-) Evodius of Rome, Homily on the Dormition, ζ) Theodosius of Alexandria,Homily on the Dormition, η) John of Damascus, three Homilies on the Dormition of the Virgin.

[2][2] Τα αρχικά αυτά κείμενα ονομάζονται στη θεολογική έρευνα ως “transitus Mariae”. Βλέπε: S. Jean Damascène. Hmélies sur la Nativité et la Dormition. Sources Chrétiennes 80. pp. 26-28.
[3][3] Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Δεύτερος. «Εις την ένδοξον Κοίμησιν της παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας»  παρ. 8. Sources Chrétiennes 80, p. 144.
[4][4]  Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Πρώτος. «Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας»  παρ. 10. Sources Chrétiennes 80, p. 110.
[5][5] Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Δεύτερος. «Εις την ένδοξον Κοίμησιν της παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας» παρ. 6. Sources Chrétiennes 80, p. 138-140.

Κοίμησις τῆς Θεοτόκου Τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν.



Τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν.
Εἶπαν πολλοί γιά τήν σημερινή ἑορτή, ὅτι εἶναι τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ἤ τό Πάσχα τῆς Παναγίας. Καί πολύ δικαίως. Τό Πάσχα ἑορτάζουμε τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Σήμερα ἑορτάζουμε τήν κοίμηση, ὄχι τόν θάνατο τῆς Παναγίας, καί τήν μετάσταση πού ἀκολούθησε μετά ταῦτα. Μετάστασις σημαίνει τήν ἀνάσταση, ἀλλά καί τήν ἀνάληψη, τήν ἄνοδο τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, στά οὐράνια σκηνώματα. Ὁ τάφος καί ὁ θάνατος δέν μπόρεσαν νά τήν κρατήσουν, γιατί εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς καί Ζωή μας εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτός πού ἐνοίκησε μέσα στά πάναγνα σπλάχνα της καί γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος, ὄντας Θεός, δέν ἐπέτρεψε νά διαλυθεῖ τό σῶμα της, ὅπως γίνεται μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά τήν ὁδήγησε στήν αἰώνια ζωή, στήν Βασιλεία Του. Ἐκεῖ κάθεται στά δεξιά τοῦ Υἱοῦ της ὡς βασιλομήτωρ.
Θά ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νά συγκεντρώσουμε τήν προσοχή μας σήμερα σ᾿ αὐτά τά λόγια. Ἐπαναλαμβάνουμε καί τονίζουμε, ὅτι ὁ θάνατος τῆς Παναγίας ἦταν μία κοίμηση καί σύμφωνα μέ τά ἀψευδῆ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἕνα πέρασμα ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο λέει ὁ Χριστός: Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν.
Μέ ἄλλα λόγια, ὁ θάνατος τῶν δικαίων εἶναι ἕνα ἀπ᾿ εὐθείας πέρασμα ἀπό αὐτήν τήν ζωή, τήν ψεύτικη καί λυπηρή στήν αἰώνια, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό γνωρίζουμε ἐπίσης ἀπό τήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου. Ἐκεῖ εἶπε ὁ Κύριος: Πέθανε ὁ φτωχός, ὁ σεμνός Λάζαρος καί ὁδηγήθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, δηλαδή στήν μακαρία αἰώνια ζωή. Πέθανε ὁ ἄσπλαχνος πλούσιος, τοῦ ἔγινε μεγαλόπρεπη κηδεία, καί κατέληξε στόν φοβερό Ἄδη. Γιά τόν ἕνα ἀμέσως μετά τόν θάνατο ἄρχισε ἡ εὐτυχία τοῦ παραδείσου, ἐνῷ γιά τόν ἄλλο ἄρχισαν τά βάσανα τῆς κολάσεως.
Ἀπό τήν Ἀποκάλυψη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου γνωρίζουμε, ὅτι ὑπάρχει πρῶτος θάνατος καί δεύτερος θάνατος. Πρῶτος θάνατος εἶναι ὁ φυσικός, αὐτός μέ τόν ὁποῖο τελειώνει ἡ ζωή κάθε ἀνθρώπου. Γιά τούς δικαίους ὑπάρχει μόνο αὐτός ὁ θάνατος, πού εἶναι μία μακαρία κοίμηση. Τούς ἀμετανόητους ἀμαρτωλούς, τούς βλάσφημους περιμένει ὁ δεύτερος θάνατος, ὁ πνευματικός θάνατος, μετά τήν δικαία κρίση τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν δευτέρα παρουσία Του.


Θά μοῦ πεῖτε τώρα: Οἱ δίκαιοι δέν θά παρουσιασθοῦν σ᾿ αὐτήν τήν κρίση; Ἀσφαλῶς θά περάσουν καί αὐτοί, ἀλλά γι᾿ αὐτούς θά εἶναι πανηγύρι. Σύμφωνα πάλι μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ὁ δίκαιος εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται. Πρίν ἀκόμη βγάλει τήν ἀπόφασή του ὁ δίκαιος Κριτής, θά ξεχωρίσει τά πρόβατα ἀπό τά ἐρίφια. Τά πρόβατα, δηλαδή τούς δικαίους, θά τούς τοποθετήσει στά δεξιά του καί θά πεῖ σ᾿ αὐτούς: Ἐλᾶτε σεῖς οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, νά κληρονομήσετε τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πού ἑτοιμάσθηκε γιά σᾶς. Τά ἐρίφια, τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, θά τούς στείλει στό πῦρ τό ἐξώτερον, νά καίγωνται μαζί μέ τόν διάβολο. Αὐτός εἶναι ὁ δεύτερος θάνατος.
Γιά τό βαθύτερο αὐτό μυστήριο ἔλεγε ὁ σοφός Σολομών, ὅτι οἱ ψυχές τῶν δικαίων εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί δέν θά τίς βρεῖ, οὔτε κἄν θά τίς ἀκουμπήσει κάποιο βάσανο. Γράφει ὁ ψαλμωδός: Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός. Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι πολύ ὀδυνηρός καί γεμᾶτος πόνο. Ἐνῷ ἔλεγε ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος. Γιά μένα ζωή σημαίνει Χριστός καί ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ἀφοῦ αὐτός θά μέ ὁδηγήσει κοντά στόν Χριστό.
Ἔτσι λοιπόν μή θλιβώμαστε σήμερα, πού βλέπουμε τά σύμβολα τοῦ θανάτου, δηλαδή τό σῶμα τῆς Παναγίας νεκρό, ἁπλωμένο πάνω σ᾿ ἕνα κρεββάτι, νά κηδεύεται ἀπό τούς ἱερούς ἀποστόλους, πού μαζεύθηκαν κατά παράδοξο τρόπο στά Ἱεροσόλυμα ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς. Ἔπρεπε νά συμβεῖ καί αὐτό, ἀφοῦ ἡ Παναγία ἦταν φύσεως ἀνθρωπίνης, ἄρα φύσεως θνητῆς. Ὅμως καί ἐδῶ φάνηκαν τά προνόμοια τῆς θείας χάριτος. Ὅταν ἡ πάναγνη κόρη συνέλαβε τόν Χριστό, ἡ σύλληψη ἦταν ἄσπορη, ὅταν Τόν γέννησε ἡ κύηση ἦταν ἀδιάφθορη καί τώρα πού πέθανε, ἡ νέκρωσις ἦταν ἀθάνατη.
Γι᾿ αὐτήν δέν ἦταν θάνατος, ἀλλά ὕπνος γλυκύς, μέ τόν ὁποῖο ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου ἀναπαύθηκε ἀπό τούς κόπους αὐτῆς τῆς ζωῆς καί ἡ μακαριωτάτη ψυχή της ἔτρεχε, ὅσο γινόταν πιό γρήγορα, γιά νά φθάσει στόν ἀγαπημένο Υἱό καί Θεό της. Ὁ θάνατός της ἔγινε ἅρμα χερουβικό, πού ἀκολούθησε τόν ἴδιο ἀνηφορικό δρόμο μέ τόν Χριστό, γιά νά ἀνεβεῖ δοξασμένη στόν οὐρανό.
Ἄς ἐρευνήσουμε τόν τάφο στήν Γεθσημανῆ, θά τόν βροῦμε κενό, ἄδειο, ὅπως ἄδειος εἶναι καί ὁ Πανάγιος Τάφος τοῦ Χριστοῦ. Τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν τήν μητέρα τῆς ζωῆς. Τώρα θά τήν συναντήσουμε στόν οὐρανό ὡς βασίλισσα τῶν οὐρανίων καί τῶν ἐπιγείων. Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, λέγει ὁ προφητάναξ Δαβίδ. Μετά τόν Θεό αὐτή ἔχει τίς μεγαλύτερες τιμές. Οἱ εὐσεβεῖς βασιλεῖς μπροστά στά πόδια της ρίχνουν τά σκῆπτρα καί τά διαδήματά τους. Αὐτῆς τόν ὑψηλό θρόνο περικυκλώνουν τῶν Ὀρθοδόξων τά συστήματα. Ἕνας παρακαλεῖ γιά τήν ὑγεία του στήν ἀρρώστια. Ἄλλος ζητάει παρηγοριά στίς θλίψεις. Ἐκεῖνος βοήθεια στίς συμφορές. Ὅλοι ζητοῦν ἔλεος ἀπό τήν πηγή τοῦ ἐλέους. Ὁ παρακαλῶν λαμβάνει καί ὁ ζητῶν εὑρίσκει, διότι εἶναι πέλαγος ἀνεξάντλητο. Ὅλοι λαμβάνουν τό δώρημα πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως.
Εἶναι ἀδύνατον, χριστιανοί μου, νά φαντασθοῦμε τό ὑπέρλαμπρο φῶς, μέ τό ὁποῖο ἀστράφτει ἡ Παναγία. Ἡ σελήνη καί ὁ ἥλιος εἶναι σκοτεινά σώματα μπροστά της. Τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ δέν χορταίνουν νά βλέπουν αὐτό τό ἀνεκλάλητο κάλος, πού ἔχει. Αὐτό ἐπεθύμησε νά δεῖ καί ἕνας νέος εὐσεβής, πού ἀγαποῦσε πολύ τήν Παναγία. Παναγία μου, παρακαλοῦσε, ἀξίωσέ με νά σέ δῶ, ὅπως εἶσαι μέσα στόν Παράδεισο καί ἄς χάσω τό ἕνα μου τό μάτι. Πράγματι ἡ Πάναγνη Δέσποινα τόν ἄκουσε καί ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία του. Τήν εἶδε ὁλόλαμπρη, ὅπως ἦταν στό οὐρανό, μά ἔχασε τό ἕνα μάτι. Εἶχε ὅμως τόση χαρά, ἔνιωσε τέτοια γλυκύτητα, ὥστε παρακάλεσε καί πάλι, νά σέ δῶ ἀκόμη μία φορά καί ἄς χάσω καί τό ἄλλο μου μάτι, δέν μέ μέλει. Ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ δέν τοῦ χάλασε τό χατήρι, τοῦ ἐμφανίσθηκε γιά δεύτερη φορά. Καί τώρα τί νομίζετε, ἔμεινε τυφλός καί ἀπό τό ἄλλο μάτι; Ὄχι. Ἔγινε καλά καί ἔβλεπε καί ἀπό τά δύο μάτια. Ἡ Παναγία ἡ πανάγαθη, ἡ Μητέρα τοῦ ἐλέους καί τῆς εὐσπλαχνίας, δέν μπορεῖ νά κάνει κακό. Κανείς δέν ζημιώνεται ἀπό τήν Παναγία.





Ἀγαπητοί μου,





Αὐτήν τήν Παναγία ἄς παρακαλέσουμε, νά δεχτεῖ τήν νηστεία πού κάναμε πρός τιμή καί χάρη της. Νά ἀκούσει τίς παρακλήσεις πού ψάλαμε αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες τοῦ δεκαπενταυγούστου. Νά μᾶς ἀξιώνει ἐδῶ νά ἀσπαζώμαστε τήν ἁγία εἰκόνα της. Μέ τίς πολλές καί θερμές της πρεσβεῖες νά μᾶς βάλει στόν παράδεισο κι᾿ ἐκεῖ νά βλέπουμε συνεχῶς τό πάνσεπτο πρόσωπό της καί νά τήν προσκυνοῦμε μαζί μέ τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.-

Η Μάνα μας. Κοντά μας, κι ας είναι η Βασίλισσα των ουρανών. Οικεία, κι ας δοξάζεται πολύ πιο πάνω από τους Αγγέλους.

«Η μητέρα του Θεού καλείται ‘έρκος των διαβόλων’, γιατί δεν είναι δυνατό ο διάβολος να καταστρέψει έναν άνθρωπο, εφόσον ο άνθρωπος αυτός καταφεύγει στη βοήθεια της Μητέρας του Θεού»
(Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ)

Στην καύση του Αυγούστου υπάρχει η δροσιά της ουράνιας Μάνας που καλύπτει όλο το μήνα, λες και δεν θέλει να μας εγκαταλείψει ούτε στις δυσκολίες ούτε στις διακοπές μας… Είναι εκεί ως παρουσία που η αγάπη κι όχι ο έλεγχός της μας προστατεύει. Κοντά μας, κι ας είναι η Βασίλισσα των ουρανών. Οικεία, κι ας δοξάζεται πολύ πιο πάνω από τους Αγγέλους.
   
«Όποιος δεν έζησε μάνα δεν μπορεί να νιώσει την Παναγία», μου είπε μια μέρα ο ποιητής Θεοδόσης Νικολάου. Είναι αλήθεια! Αλλά «το Πνεύμα όπου θέλει πνει» κι ανατρέπει τους ανθρώπινους υπολογισμούς. Άλλωστε, κι όσοι έχουν μάνα νιώθουν απαραίτητα και την Παναγία;
Ο Κύριος μας βεβαίωσε ότι «αδελφοί Του και μάνα Του είναι όσοι εφαρμόζουν το θέλημα του ουράνιου Πατέρα Του» (Ματθ. 12,50). Μια άλλη συγγένεια και μια άλλη σχέση δημιουργείται με το Χριστό, την Θεοτόκο και τους Αγίους, όταν αρχίσουμε να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού.

Έτσι, η Παναγία γίνεται δική μας, όσο εμείς γινόμαστε δικοί τού Υιού Της. Να γιατί οι άγιοι είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη «Μητέρα του Φωτός». Της έγραφαν ύμνους, τη χαιρετούσαν με τους Χαιρετισμούς, αγρυπνούσαν κουβεντιάζοντας μαζί Της. Είχαν την άνεση και την καλή παρρησία που έχουν τα υπάκουα παιδιά με τη μάνα τους. Αλλά και τα άτακτα, κι αυτά ως παιδιά Της, έτρεχαν σ’ αυτή με το θάρρος που πηγάζει από τη βεβαιότητα της στοργής της. Κι όλ’ αυτά όχι μόνο τότε, αλλά και τώρα και στους αιώνας.

Γιατί, όπως ο Χριστός είναι ο ίδιος «χθες και σήμερον και εις τους αιώνας», έτσι και η Παναγία παραμένει για τους χριστιανούς, ως «Μητέρα του Θεού ημών», η καταφυγή και η δύναμή μας, η παρηγοριά και η ελπίδα μας.

 π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Η Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. (Ο Ν. Ζίας μας ξεναγεί στα αριστουργήματα των ελλήνων ζωγράφων με θέμα την Κοίμηση της Θεοτόκου) 1




Μέσα στον παραλογισμό της πυρπολούμενης λιτής, άλλωστε, ελληνικής χλωρίδας έρχεται γαλήνια και υπερβατική κάθε χρόνο η υπέρλογη μετάσταση εκ του θανάτου προς τη ζωή, της Μητέρας της Ζωής, της ξεχωριστά τιμημένης από τον ελληνικό λαό Παναγίας, που συναθροίζει από τα πέρατα τους διασκορπισμένους και τους ενώνει με άξονα φωτερό τον Υιόν και Θεόν της, τον Ιησού Χριστό.
Η βυζαντινή Εικόνα της Κοιμήσεως, όπως διαμορφώνεται στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, βασισμένη στην απόκρυφη διήγηση «Περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου» (που ψευδεπίγραφα αποδίδεται στον Ιωάννη τον Θεολόγο) και στη λαμπρή υμνολογία της Εκκλησίας, και κορυφώνεται στις μεγαλειώδεις τοιχογραφικές συνθέσεις της εποχής των Παλαιολόγων (π.χ. Sopocani 1261, Αγ. Κλήμης Αχρίδος, Περίβλεπτος Μυστρά και Αγ. Νικόλαος Ορφανός Θεσσαλονίκης 14ος αι. Gracanica, Μονή της Χώρας κ.ά.) και ντύνει με εικαστική μορφή ­ σύνθεση πολυπρόσωπη, σοφά οργανωμένη με άξονες τον κατακόρυφο Χριστό και την οριζόντια Παναγία, πλησμονή χρώματος ­ αυτή την υπέρβαση των αντιθέσεων, τη συνάντηση του κτιστού με το άκτιστον, και κυρίως την αναγωγή στη θέωση ­ κατά χάριν ­ του κτιστού
Η Κοίμησις της Θεοτόκου
(Σερβία, Gracanica, 1320)
Δεν θα μείνουμε όμως στα μεγάλα έργα της βυζαντινής περιόδου.
Θα προσεγγίσουμε λίγα έργα της νεότερης εποχής. Αρχίζουμε από το αριστούργημα, που μας χάρισε η μεθοδικότητα και η ξεχωριστή ικανότητα ανάγνωσης δυσανάγνωστων υπογραφών του νεαρού τότε επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Γιώργου Μαστορόπουλου, ο οποίος το 1983 ανακάλυψε στη Σύρο μια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την εκπληκτική υπογραφή «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας». Ενα εξαιρετικό έργο της νεανικής ηλικίας του μεγάλου ζωγράφου, που δείχνει πόσο ώριμος τεχνίτης της «βυζαντινής» τεχνικής και τεχνοτροπίας (δικαιώνοντας τον Μ. Χατζηδάκη στις αποδόσεις Εικόνων ­ «Ευαγγελιστής Λουκάς», «Προσκύνησις των Μάγων» του Μουσείου Μπενάκη) ήταν ο Θεοτοκόπουλος όταν έφευγε από την Κρήτη (1567), αλλά και κοινωνός της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ετσι, δεν μοιάζει πια αβάσιμος ο συλλογισμός για τη σύνθεση της «Ταφής του κόμητος του Οργκάθ» με τη σύνθεση της Κοιμήσεως και τη σχέση επιγείου και επουρανίου κόσμου, που με αρκετές αναλογίες απαντά στο έργο αυτό. Και θα είναι πολύ σημαντικό να φανεί … η πνευματική ορθόδοξη καταγωγή του μεγάλου καλλιτέχνη, που ήδη υποστηρίζεται από κορυφαίους ξένους μελετητές (D. Devis) με έργα σαν την «Κοίμηση της Θεοτόκου» από τη Σύρο.

Αποκαλυπτική εικονογραφία
Η Εικόνα, που ο νεαρός Δομήνικος θα πρέπει να ζωγράφισε σε ηλικία κάτω των 25 ετών, ακολουθεί την παραδεδομένη, αποκαλυπτική, εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εχει όμως και κάποιες μικρές παραλλαγές (αντί π.χ. της αυστηρής σύνθεσης με τους δύο άξονες σε ορθή γωνία, παρουσιάζεται εδώ μια περισσότερο δυναμική σύνθεση με την ελαφρά διαγώνια τοποθέτηση της Παναγίας και τη σχεδόν ομόλογη του Χριστού, που σκύβει προς την Παναγία. Εχει ακόμη επισημανθεί η ιταλική καταγωγή του κηροπηγίου και του περιστεριού). Οι λεπτομέρειες αυτές
δίνουν το στίγμα της εποχής, του τόπου, αλλά και των αναζητήσεων του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη.
Κάνοντας ένα άλμα δύο αιώνων, σταματούμε στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 18ου αι., όπου βλέπουμε να παίρνουν σαφή μορφή δύο καλλιτεχνικά ρεύματα ­ δύο πνευματικές στάσεις ­, που θα προσδιορίσουν με διάφορες παραλλαγές την ελληνική καλλιτεχνική ­ και όχι μόνο ­ ζωή ως τις ημέρες μας.


Στο Αγιον Ορος, ο ιερομόναχος Διονύσιος εκ Φουρνά της Ευρυτανίας γράφει (1728-33) την «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» θέλοντας να βοηθήσει, ­ ουσιαστικά να καθοδηγήσει ­ τους «βουλομένους μαθείν την ζωγραφικήν επιστήμην» και να τους διδάξει την τεχνική, αλλά και την εικονογραφία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο πέμπτο μέρος, που το επιγράφει «Αγιογραφική», γράφει για το «Πώς ιστορίζονται αι Θεομητορικαί Εορταί» περιλαμβάνοντας και την Κοίμησιν με την ακόλουθη περιγραφή, που συνοψίζει την παλαιότερη εικονογραφία και είναι συγχρόνως οδηγία:
«Σπίτια και μέσον η Παναγία κειμένη επί κλίνης νεκρά, έχουσα έμπροσθέν της σταυρωμένα τα χέρια, και πλησίον της κλίνης ένθεν και ένθεν μανουάλια με λαμπάδας αναμμένας· και εις Εβραίος έμπροσθεν της κλίνης, έχων κομμένα τα χέρια, κρεμασμένα εις την κλίνην, και έμπροσθεν αυτού εις Άγγελος με γυμνό σπαθί· και εις τους πόδας της ο Απόστολος Πέτρος θυμιών με θυμιατόν, και εις την κεφαλήν της ο άγιος Παύλος και ο θεολόγος Ιωάννης ασπαζόμενοι αυτήν· και γύροθεν οι λοιποί Απόστολοι και οι άγιοι Ιεράρχαι, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος,
βαστάζοντες Ευαγγέλια και γυναίκες κλαίουσαι· επάνωθεν αυτής ο Χριστός βαστών εις τας αγκάλας Του την αγίαν Αυτής ψυχήν λευκοφόρον· και γύροθεν αυτού φως πολύ και πλήθος Αγγέλων, και άνωθεν εις τον αέρα πάλιν οι δώδεκα Απόστολοι ερχόμενοι μετά νεφελών· και εις την δεξιάν άκρην του σπιτίου ο Δαμασκηνός Ιωάννης βαστών χαρτί λέγει· “Αξίως ως έμψυχον σε ουρανόν υπεδέξαντο ουράνια” κτλ. Και εις την αριστεράν ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής βαστών χαρτί λέγει· “Γυναίκα σε θνητήν, αλλ’ υπερφυώς και μητέρα θεού ειδότες”»
 κτλ.
Το ανθρώπινο στοιχείο
Οι ζωγράφοι στο Αγιον Ορος ­ αλλά και εν γένει στον Ορθόδοξο χώρο­ ακολουθούν αυτήν την εικονογραφική παράδοση. Ενδεικτικά, αναφέρω την τοιχογραφία του καθολικού της Μ. Γρηγορίου που οι καστοριανοί ζωγράφοι Γρηγόριος και Γαβριήλ ιστόρησαν το 1779. (Πρόσφατα, κυκλοφόρησε ογκώδης τόμος με το σύνολο των τοιχογραφιών του καθολικού).
Την ίδια όμως εποχή, ο Παναγιώτης Δοξαράς (1662-1729) γράφει το «Περί ζωγραφίας» (1726) μικρό βιβλίο του διδάσκοντας τους νέους να ακολουθούν την τεχνική και την τεχνοτροπία και τα μεγάλα πρότυπα (Tintoretto, Tizziano, Veronese) της ιταλικής ζωγραφικής. Ο γιος του, Νικόλαος Δοξαράς, (1700/6-1775) αναλαμβάνει το 1753-54 να ζωγραφίσει την ουρανία (σοφίτο) του Ναού της Φανερωμένης στη Ζάκυνθο, που δυστυχώς καταστράφηκε στους σεισμούς (1953) με εξαίρεση ένα μόνο διάχωρο με τη «Γέννηση της Παναγίας» (Μουσείο Ζακύνθου). Στην Εθνική Πινακοθήκη σώζονται όμως τα δείγματα εργασίας, που είχε ο Νικόλαος Δοξαράς παρουσιάσει στην επιτροπή της Φανερωμένης. Ανάμεσα σε αυτά, και η «Κοίμηση της Θεοτόκου» (προσωρινά στο Μουσείο Ζακύνθου για την ωραία έκθεση που διοργανώθηκε εκεί…). Η ζωγραφική αντίληψη είναι εντελώς διαφορετική. Μέσα σε ασαφή εσωτερικό χώρο τοποθετείται διαγώνια το σκήνωμα της γηρασμένης Παναγίας που περιβάλλεται από τους Αποστόλους, γονατιστούς με εμφατικές χειρονομίες.

Στο πρώτο επίπεδο, με τη ράχη σχεδόν γυρισμένη προς τον θεατή, ο Απόστολος Πέτρος. Ορθιοι, Ιεράρχες και διάκονοι κρατούν Ευαγγέλια και λαμπάδες.
Πάνω από την Παναγία ίπτανται δύο ευτραφή αγγελάκια.
Ο ιλουζιονιστικός χώρος, η κουρασμένη Παναγία, οι ογκώδεις απόστολοι με την έντονη έκφραση της λύπης, και κυρίως η απουσία του Χριστού, προσδίδουν στην παράσταση χαρακτήρα όχι απλώς αφηγηματικό, αλλά απλού συμβάντος της καθημερινής ζωής. Το ανθρώπινο στοιχείο επικρατεί του μυστηρίου.
Οι πλατιές φόρμες, τα ογκώδη σώματα και η τεχνική της ελαιογραφίας
συντελούν στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας.
Κατά τον 19ο αι., οι παραστάσεις της Κοιμήσεως περιορίζονται δραστικά. Οι λεγόμενοι ναζαρηνοί ζωγράφοι δεν έχουν την Εικόνα αυτή στις πρώτες επιλογές τους. Ο Χατζηγιαννόπουλος ζωγραφίζει μια φορητή Εικόνα (Ν. Κοιμήσεως στο Μαρούσι), τοιχογραφίες δεν φαίνεται να ιστορούνται.
Θα κάνουμε πάλι ένα μεγάλο άλμα, περίπου, εκατόν εβδομήντα χρόνων από την «Κοίμηση» του Ν. Δοξαρά στην εποχή που η γενιά του ’30 και οι πρόδρομοί της θα ξαναφέρουν την παραδοσιακή Εικόνα της Κοίμησης
στις ελληνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Το 1927, ο πολύ σημαντικός ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) αναλαμβάνει την ιστόρηση του Μητροπολιτικού Ναού της Αμφισσας, έχοντας ως βάση την «βυζαντινή» αντίληψη της δισδιάστατης, πνευματικής, ζωγραφικής, μπολιάζοντάς την με την εμπειρία του από τη γνώση της μοντέρνας ζωγραφικής (τη σημασία της ζωγραφικής αυτής έγκαιρα έχει επισημάνει στη διεισδυτική μελέτη της για τον Σπ. Παπαλουκά η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη). Στον Δ. τοίχο ζωγραφίζει την Κοίμηση. Μια σύνθεση με την παραδεδομένη εικονογραφία και τη θεολογική της σημαντική, αλλά και με την ισχυρή παρουσία των προσωπικών χαρακτηριστικών του ζωγράφου: αδρότερο σχέδιο, όπου συχνά το λευκό γράφει το σχήμα, πλατιά απλοποιημένα επίπεδα, προσωπική χρωματική κλίμακα με βαθύτονα χρώματα, αραίωση της σύνθεσης χωρίς όμως αλλοίωση του βασικού της χαρακτήρα.
Η «βυζαντινή» αντίληψη
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, ο Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977) επωμίζεται ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο: να ζωγραφίσει τον αναστηλωμένο από τον Ε. Τσίλερ (1884-88) βυζαντινό ναό της Επισκοπής στην Τεγέα. Την ίδια χρονιά, ο Σπ. Βασιλείου (1902-1985) ιστορεί τον ναό του Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Αθήνα. Και οι δύο νέοι τότε ζωγράφοι εκφράζονται με αφετηρία τη «βυζαντινή» τεχνοτροπία. Ο Αστεριάδης στην Επισκοπή, ζωγραφίζοντας την Κοίμηση, ακολουθεί πιστότερα από τον Παπαλουκά την Παλαιολόγεια τεχνοτροπία και εικονογραφία με σαφές και ακριβές σχέδιο, πλούσιο διάκοσμο φανταστικών αρχιτεκτονημάτων (τα «σπίτια» του Διονυσίου), αγγέλους σε μονοχρωμία μέσα στη «δόξα» (mandorla),
που περιβάλλει τον Χριστό, τους Αποστόλους που θρηνούν με συγκρατημένο τρόπο. Προσωπικό στοιχείο του Αστεριάδη είναι το φωτεινό, πλακάτο χρώμα
με προτίμηση στους γαλάζιους τόνους.
Η γενιά του ’30 με την πίστη της στην αξία της βυζαντινής ζωγραφικής θα προετοιμάσει τον δρόμο για την επιστροφή της βυζαντινής τεχνοτροπίας στις ελληνικές εκκλησίες, που θα πραγματοποιηθεί
με πρωτεργάτη τον Φώτη Κόντογλου (1895-1965).
Τοιχογραφία στον Ι. Ν. Αγ. Ανδρέου Πατησίων
Χειρ Φ. Κόντογλου

Η Εικόνα της Κοιμήσεως ξαναβρήκε τη θεολογούσα εικονογραφία της και τη θέση της στο εικονογραφικό πρόγραμμα των σύγχρονων Ορθοδόξων Ναών,
στέλνοντας τα μηνύματα για τη μετάβαση εκ του θανάτου στη Ζωή, με τον όρο
να είναι πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής…

Πηγή κειμένου: Το ΒΗΜΑ, 16/08/1998
(Επιμέλεια :agiografikesmeletes.blogspot.com)

Η Ποιμαντική εγκύκλιος επί τη εορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου του Μητροπολίτη Πειραιώς, κ.κ. Σεραφείμ





πηγή : http://vimeo.com

15 Αυγούστου 1940, Τορπιλισμός της Έλλης στην Τήνο

Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο του 1940 η Ελλάδα συγκλονίζεται από μία απρόκλητη επίθεση  της φασιστικής Ιταλίας.
Τον Αύγουστο του 1940, η Γερμανία είχε θέσει ήδη υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και η Luftwaffeβομβάρδιζε ανηλεώς (αλλά χωρίς αποτέλεσμα) την τελευταία εστία αντίστασης που είχε απομείνει στις Βρετανικές Νήσους. Παράλληλα, ο Χίτλερ κατέστρωνε το πλέον μεγαλεπήβολο από τα σχέδιά του – την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση. Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας όμως δεν είχε ανάλογες επιτυχίες να επιδείξει. ΟΜουσολίνι χρειαζόταν επειγόντως μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη, ώστε να ενισχύσει το κύρος του. Η Ελλάδα φάνταζε ιδανικός στόχος, καθώς θα εξυπηρετούσε και τα ιταλικά σχέδια για απόλυτη κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Εξάλλου, ουδέποτε σχεδόν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι ελληνοϊταλικές σχέσεις υπήρξαν αρμονικές: από την κατάληψη των Δωδεκανήσων έως την αμφιλεγόμενη πολιτική της Ιταλίας έναντι της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη και από τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας έως τη σταθερή υποστήριξη των αλβανικών θέσεων για την Ηπειρο, η Ρώμη δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι θεωρούσε την Αθήνα περιφερειακό της αντίπαλο.

Για να ξεκινήσει όμως ο πόλεμος, που τόσο επιζητούσε ο Μουσολίνι, χρειαζόταν μία αφορμή. Ετσι, ήδη από το 1939, άρχισαν οι αλλεπάλληλες ιταλικές προκλήσεις, με την ελπίδα ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει σπασμωδικά. Εντούτοις, ο  Ιωάννης Μεταξάς δεν σήκωνε το γάντι, φροντίζοντας να θωρακίσει πρώτα την άμυνα της χώρας απέναντι σε έναν αντίπαλο με αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις. Στις 15 Αυγούστου του 1940, οι προκλήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο, με τον απρόκλητο τορπιλλισμό τουκαταδρομικού «Ελλη». Το γέρικο σκαρί υπέκυψε και όλα συνέτειναν πλέον στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε. Η «εκδρομή στην Ελλάδα»,που προσδοκούσε όμως ο Μουσολίνι,θα κατέληγε σύντομα σε ναυάγιο…
 
Σειρά προκλήσεων
Στο ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ναυτική σημασία του γεωγραφικού χώρου και στόλου της Ελλάδας δεν είχε την αντίστοιχη βαρύτητα που εμφάνιζε το καλοκαίρι του 1914. Το γεγονός αυτό που, εν πολλοίς, απέρρεε από την προτεραιότητα που απέδιδε η Μεγάλη Βρετανία στην προάσπιση των αυτοκρατορικών της συμφερόντων στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, τη ναυτική ρώμη του Γαλλικού Ναυτικού στη Μεσόγειο και την αρχική ουδετερότητα της Ιταλίας, γέννησε ίσως σε κάποιους την ελπίδα ότι η χώρα μας δεν θα χρειαζόταν να αναμειχθεί στον νέο αυτόν Αρμαγεδδώνα. Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την πτώση της Γαλλίας στον Αξονα και την έξοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας τον Μάιο του 1940

Τους μήνες που ακολούθησαν, η καχυποψία του Μουσολίνι αναφορικά με τις γερμανοσοβιετικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια, η πιθανότητα ότι ο αγγλικός στόλος θα κατέφευγε στα ελληνικά ύδατα στην περίπτωση που η αγγλοκρατούμενη Αίγυπτος κυριευόταν από τους Ιταλούς και ο προσανατολισμός της κυβέρνησης Μεταξά στην αγγλική πολιτική -κυριότερα δείγματα του οποίου υπήρξαν η αποδοχή της αγγλο-γαλλικής εγγύησης της Ελλάδας έναντι πιθανής απειλής από τον Αξονα (Απρίλιος 1939) και η άρνησή της να ανανεωθεί το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας, τον Σεπτέμβριο του 1939- οδήγησαν στην ωρίμαση των επεκτατικών επιδιώξεων που έτρεφε, από παλιά, το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας εναντίον της χώρας μας.


Η προετοιμασία του εδάφους για την εφαρμογή της επεκτατικής αυτής πολιτικής επιχειρήθηκε με μια σειρά από προκλήσεις ο χαρακτήρας των οποίων ήταν συχνά ναυτικός λόγω της θαλάσσιας γειτνίασης των δύο δυνάμεων. Η πρώτη από αυτές έλαβε χώρα τη 12η Ιουλίου 1940 όταν βομβαρδίστηκαν διαδοχικά από αέρος το βοηθητικό πλοίο «Ωρίων» και το αντιτορπιλικό «Υδρα» ανοιχτά της Γραμβούσας στην Κρήτη. Τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από ιταλικά αεροπλάνα, ενώ ήταν μεθορμισμένα στον κόλπο της Ιτέας. Στο τέλος του ίδιου μήνα τα ελληνικά αντιτορπιλικά, «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Ολγα», ό,τι καλύτερο είχε τότε το ελληνικό Ναυτικό, καθώς και δύο ελληνικά υποβρύχια δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση της ιταλικής αεροπορίας. Οι ιταλικές προκλήσεις κορυφώθηκαν στις 2 Αυγούστου 1940 όταν βομβαρδίστηκε η τελωνειακή ακτοφυλακίδα Α6 την ώρα που έπλεε μεταξύ Σαλαμίνας και Αίγινας.

Η ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού

Τα συνεχή και ολοένα πιο προκλητικά αυτά επεισόδια δημιούργησαν εύλογη ανησυχία στην ηγεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, στον βαθμό που εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις όταν αποφασίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση η συμμετοχή του εύδρομου καταδρομικού«Ελλη» στον εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο νησί της Τήνου. Η μονάδα αυτή, αν και σχετικά παλιά, αφού ναυπηγήθηκε τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ριζικά ανακαινιστεί στη Γαλλία μεταξύ του 1925 και του 1927 και αποτελούσε την κυριότερη ναρκοθέτιδα του ελληνικού στόλου. Διέθετε επίσης δυνατότητες αποτελεσματικής συμμετοχής σε συνοδείες νηοπομπών και ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Oι επιφυλάξεις λοιπόν του Αρχηγού Στόλου, ναύαρχου Καββαδία και άλλων στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού υπήρξαν εύλογες δεν οδήγησαν όμως στην αναίρεση της ληφθείσας απόφασης ίσως γιατί θεωρήθηκε ότι η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, που τιμάται πολύ και από τους καθολικούς Ιταλούς, δεν θα επέτρεπε την πραγματοποίηση μιας ακόμη προκλητικής ενέργειας εναντίον της χώρας μας.

Χτύπημα με ασαφή αίτια
Τα άμεσα αίτια του τορπιλισμού της «Ελλης»δεν είναι ακόμα σαφή. Ορισμένες πηγές κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να εισβάλει στην Ελλάδα ακριβώς τότε και θεώρησε πως ο τορπιλισμός του ελληνικού πολεμικού θα διευκόλυνε τα σχέδιά του. Αλλοι, όπως ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα,Εμανουέλε Γκράτσι, εικάζουν ότι η κίνηση αυτή υπήρξε προϊόν της οργής του Μουσολίνι, όταν πληροφορήθηκε την άποψη που εξέφρασε ο Μεταξάς στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα, Πρίγκιπα Ερμπαχ, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει τη βρετανική ναυτική ισχύ στη Μεσόγειο.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών και γαμπρός του Μουσολίνι, Τσιάνο, αποδίδει τον τορπιλισμό της «Ελλης» στην προπέτεια του Ντε Βέκι, του Ιταλού διοικητή των Δωδεκανήσων και κορυφαίου στελέχους του φασιστικού καθεστώτος. Τέλος, οι επιχειρήσεις που ανέλαβε ο Αϊκάρντι, o κυβερνήτης του ιταλικού υποβρυχίου Delfino που τορπίλισε την «Ελλη», πιθανώς να εντάσσονταν στο ευρύτερο πλαίσιο της παρεμπόδισης των αγγλικών συγκοινωνιών με τη Μαύρη Θάλασσα, από το ιταλικό ναυτικό, τουλάχιστον αν ληφθεί υπόψη η ασάφεια και η προχειρότητα των οδηγιών που αυτός έλαβε. Οποια πάντως κι αν είναι η ακριβής άμεση αιτία για την προσβολή του ευδρόμου καταδρομικού «Ελλη», γεγονός είναι ότι στις 8.25 π.μ. της 15ης Αυγούστου 1940 αυτό επλήγη από τορπίλη του Delfino ακριβώς κάτω από τον μόνο εν ενεργεία λέβητά του. Το αποτέλεσμα ήταν αυτός να εκραγεί και η έκρηξη να δημιουργήσει κάθετη ρωγμή στη δεξιά πλευρά του πλοίου, η οποία στην ίσαλο γραμμή είχε διάμετρο 10 εκατοστών. 

Συνάμα δημιουργήθηκε οπή δύο περίπου μέτρων μεταξύ των δύο καπνοδόχων του πλοίου ακριβώς πάνω από το σημείο της έκρηξης. Οκτώ μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες υπήρξαν και οι τραυματίες. Οι άλλες δύο τορπίλες που έβαλε το ιταλικό υποβρύχιο εναντίον των επιβατηγών πλοίων που βρίσκονταν στο λιμάνι της Τήνου ευτυχώς αστόχησαν.

Το αιφνίδιο πλήγμα που υπέστη το ελληνικό καταδρομικό δεν βρήκε ούτε το πλήρωμά του ούτε τη ναυτική ηγεσία της χώρας απαράσκευη. Σύντονες προσπάθειες ανελήφθησαν από τον κυβερνήτη του πλοίου, Χατζόπουλο, ώστε τουλάχιστον να σωθεί το πλοίο προσαράζοντας στα αβαθή του λιμανιού, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατό γιατί τα συστήματα του πλοίου είχαν νεκρώσει μετά τη διάρρηξη των ατμοσωλήνων και την παρεπόμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπροσθέτως, το επιβατηγό «Εσπερος» που ανέλαβε τη ρυμούλκηση δεν είχε τη δυνατότητα ούτε και τα εφόλκια που θα μπορούσαν να ρυμουλκήσουν το καταδρομικό, τη στιγμή μάλιστα που η αποκρίκωση της άγκυράς του δεν υπήρξε εφικτή για μια σειρά από λόγους. Σε κάθε περίπτωση, η εξέταση που ακολούθησε από ανώτατα στελέχη του ναυτικού επιβεβαίωσε ότι όλα τα προσήκοντα μέτρα είχαν ληφθεί και για την άμυνα του πλοίου από εχθρική προσβολή, αλλά και για τη διάσωσή του μετά τον τορπιλισμό του. Αποδείχτηκε, επίσης, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο τορπιλισμός της «Ελλης» ήταν έργο Ιταλών, κάτι όμως που αποσιωπήθηκε για λόγους υψηλής πολιτικής μέχρι την έναρξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 1940. Τότε ήταν που επίσημα και τεκμηριωμένα δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί από την αλίευση και την ποικιλότροπη εξέταση των υπολειμμάτων της 2ης και 3ης τορπίλης που αστόχησαν.

Προετοιμασία για πόλεμο

Την επαύριο του τορπιλισμού της «Ελλης», δεν εξερράγη ελληνο-ιταλικός πόλεμος πάρα την περαιτέρω κλιμάκωση των ιταλικών προκλήσεων. Η χώρα ολοκλήρωσε απλώς τις τελευταίες της προετοιμασίες για τον μεγάλο αγώνα που επέκειτο. Η ηθική όμως προετοιμασία είχε, εν πολλοίς, ολοκληρωθεί λόγω του τορπιλισμού της «Ελλης». Οπως εύστοχα παρατηρεί ο Γκράτσι: «Η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε να υπερηφανεύεται γιατί είχε κατορθώσει να συσπειρώσει σε μια αρραγή ψυχική ενότητα έναν λαό βαθιά διαιρεμένο από αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές και από βαθιά και παλιά πολιτικά μίση, γιατί είχε εμπνεύσει τη γενναία και ακλόνητη απόφαση να πεθάνει εν ανάγκη για την πατρίδα του». Αυτή είναι και η κληρονομιά της «Ελλης» στο έπος του 1940 και κατ’ επέκταση στην εθνική μας επιβίωση.

Η αντιμετώπιση της συκοφαντίας(Αγ.Μαξίμου του Ομολογητού)

Μικρή γεύση από την ασκητική εμπειρία του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, σχετικά με την αντιμετώπιση της συκοφαντίας και του συκοφάντη, με την καθαρότητα της ψυχής που έγκειται στην εφαρμογή των λόγων του Κυρίου, σχετικά με την αληθινή φιλία και την περίθαλψη. Όλα αυτά περιστρέφονται, κατά τον άγιο, γύρω από την αληθινή αγάπη του Θεού. 
Όλα τα κάνει για να μην εκπέσει από το σκοπό της αγάπης.

«Όταν μας δουν οι δαίμονες να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, ώστε να μη μισούμε εξ αιτίας αυτών τους ανθρώπους και εκπέσουμε από την αγάπη, τότε παρακινούν άλλους να μας συκοφαντήσουν, ώστε, μη υποφέροντας την λύπη, να μισήσουμε εκείνους που μας συκοφάντησαν.

Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από την συκοφαντία, είτε συκοφαντείτε κανείς για θέματα πίστεως, είτε για θέματα ηθικής, και κανένας δεν μπορεί να αδιαφορήσει γι’ αυτήν, παρά μόνο εκείνος που είναι προσηλωμένος στον Θεό, όπως η Σωσάννα, ο οποίος Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να μας ελευθερώσει από τις δυσκολίες, όπως ακριβώς ελευθέρωσε και εκείνη, και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια, όπως έκανε και στην περίπτωση εκείνης, και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.

Όσο περισσότερο προσεύχεσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο περισσότερο και ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια σε εκείνους που σκανδαλίσθηκαν.

Εκ φύσεως αγαθός είναι μόνο ο Θεός, και αγαθός με τη θέλησή του είναι μόνο εκείνος που μιμείται τον Θεό. Διότι ο σκοπός αυτού είναι να συνενώσει τους κακούς με τον εκ φύσεως αγαθό Θεό, για να γίνουν αγαθοί. Γι’ αυτό, ενώ κατηγορείται απ’ αυτούς, επαινεί αυτούς, ενώ διώκεται, δείχνει ανοχή, ενώ συκοφαντείται, μιλάει με καλοσύνη, και ενώ οδηγείται στο θάνατο, προσεύχεται γι’ αυτούς. Όλα τα κάνει για να μην εκπέσει από το σκοπό της αγάπης.

Οι εντολές του Κυρίου μας διδάσκουν να χρησιμοποιούμε σωστά τα κοινά πράγματα του κόσμου, η σωστή χρήση των πραγμάτων αυτών καθαρίζει την ψυχή από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, η καθαρή αυτή κατάσταση της ψυχής γεννάει την ορθή γνώση των πνευματικών εννοιών, η επίγνωση αυτή γεννάει την απάθεια, από την οποία γεννιέται η τέλεια αγάπη.

Δεν έχει ακόμη την απάθεια εκείνος που εξ αιτίας κάποιου πειρασμού δεν μπορεί να παραβλέψει το ελάττωμα του φίλου του, είτε αυτό είναι πραγματικά ελάττωμα, είτε θεωρείται σαν ελάττωμα. Διότι ταρασσόμενα τα πάθη που υπάρχουν μέσα στην ψυχή τυφλώνουν τον νου και δεν τον αφήνουν να δει το φως της αλήθειας, ούτε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Επομένως ο άνθρωπος αυτός δεν απέκτησε ούτε την τέλεια αγάπη, που απομακρύνει το φόβο της κρίσεως.

Φίλου πιστού δεν υπάρχει αντάλλαγμα. Επειδή θεωρεί δικές του τις συμφορές του φίλου και υποφέρει μαζί με αυτόν κακοπαθώντας μέχρι θανάτου.

Υπάρχουν πολλοί φίλοι, αλλά κατά τον καιρό της ευτυχίας, κατά τον καιρό όμως των δοκιμασιών μόλις και μετά δυσκολίας θα μπορέσεις να βρεις ένα.

Τον κάθε άνθρωπο πρέπει να τον αγαπάμε μέσα από την ψυχή μας, αλλά πρέπει να αναθέτουμε την ελπίδα μόνο στο Θεό και να τον υπηρετούμε με όλη τη δύναμή μας. Διότι, εφόσον αυτός μας συντηρεί, και οι φίλοι τότε θα μας φροντίζουν, και όλοι οι εχθροί θα είναι ανίσχυροι απέναντί μας».

(Απόσπασμα από τα ‘’Κεφάλαια περί αγάπης’’, του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 345- 347).ΠΗΓΗ / ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Συναξαριστής της 14ης Αυγούστου

Ὁ Προφήτης Μιχαίας

Ὁ προφήτης Μιχαίας ἔζησε στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ 748-696 πρὸ Χριστοῦ, ἐπὶ τῶν βασιλέων Ἰωαθάμ, Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίου. Ἀνῆκε στὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ γεννήθηκε στὴ Μορασθῆ, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε καὶ Μορασθίτης. Ὁ Μιχαίας, σχεδὸν σύγχρονος μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, εἶναι ἕκτος ἀπὸ τοὺς μικροὺς λεγόμενους προφῆτες. Ἡ προφητεία του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ κεφάλαια.

Στὰ πρῶτα τρία, προαναγγέλλει τὴν καταστροφὴ τῆς Σαμάρειας. Στὰ ἑπόμενα δυὸ μιλάει γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ στὰ δυὸ τελευταῖα ἐλέγχει τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ζῆτα νὰ κάνει διάφορες θυσίες στὸ Θεό, ἐνῷ ὁ Μιχαίας τοῦ ὑπενθυμίζει τὸ πραγματικὸ καθῆκον ποὺ ἔχει στὸ Θεό, μὲ τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Τί Κύριος ἐκζητεῖ παρὰ σοῦ ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ποιεῖν κρῖμα καὶ ἀγαπᾶν ἔλεον καὶ ἕτοιμον εἶναι τοῦ πορεύεσθαι μετὰ Κυρίου Θεοῦ σου;». Δηλαδή, τί ζητάει ἀπὸ σένα ὁ Θεός, παρὰ μόνο νὰ εἶσαι δίκαιος, εὐσπλαγχνικὸς καὶ πρόθυμος νὰ πορεύεσαι σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου;

Μία διαχρονικὴ ὑπενθύμιση, ποὺ ἀνταποκρίνεται φυσικὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Γενικά, τὸ βιβλίο τοῦ Μιχαία, ποὺ γράφηκε στὴν ἑβραϊκή, διακρίνεται γιὰ τὴν γλαφυρότητα καὶ τὴν σαφήνεια τῶν φράσεών του. Νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ Μιχαίας, λόγω τοῦ ὅτι ἦταν σφοδρὸς ἐλεγκτὴς τῶν παρανομιῶν τοῦ Ἀχαάβ, βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα, καταδιώκετο ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ σῳζόταν φεύγοντας στὰ ὄρη.

Ἀλλ᾿ ὅταν βασίλευσε ὁ γιὸς τοῦ Ἀχαὰβ Ἰωράμ, συνελήφθη ἀπ᾿ αὐτόν, μὴ ἀνεχόμενος τοὺς ἐλέγχους του, κρεμάστηκε καὶ ἔτσι θανατώθηκε. Τὸ δὲ σῶμα του περισυνέλεξαν οἱ συγγενεῖς του καὶ τὸ ἔθαψαν στὴ Μορασθῆ, κοντὰ στὸ πολυανδρίο Ἐνακείμ.

 

 
Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος Ἱερομάρτυρας ἐπίσκοπος Ἀπαμείας

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου (379 μ.Χ.). Ἀνεπτυγμένος, εὐσεβής, δίκαιος, καὶ μὲ μεγάλη διοικητικὴ ἱκανότητα ὁ Μάρκελλος, στὴν ἀρχὴ διακρίθηκε στὴν πολιτική, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε λαμπρὸ μέλλον. Ἀλλ᾿ αὐτὸς προτίμησε νὰ ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό του στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας.

Τέτοιος ταλαντοῦχος κληρικός, ἑπόμενο ἦταν ὅτι θὰ καταλάμβανε ἀρχιερατικὸ θρόνο. Ἔγινε λοιπὸν ὁ Μάρκελλος ἐπίσκοπος τῆς Ἀπαμείας, ποὺ βρίσκεται στὴ Συρία. Καὶ διακρίθηκε ὄχι μόνο γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὴν διδακτικότητα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἀρχηγικὰ καὶ διοικητικά του χαρίσματα. Γνωρίζοντας νὰ ἐμπνέει καὶ νὰ διεγείρει τὸ εὐσεβὲς φρόνημα, μόρφωσε πιστοὺς ἔνθερμους καὶ ἀνδρείους, ἕτοιμους νὰ χύσουν καὶ τὸ αἷμα τους γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Μπόρεσε ἀκόμα, νὰ ἑλκύσει στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου πολλοὺς ἐθνικούς.

Ὅμως οἱ ἐπιτυχίες του αὐτές, προκάλεσαν ἐναντίον του τὴν μανία τῶν εἰδωλολατρῶν. Καὶ κάποια μέρα, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά. Ἔτσι ὁ Μάρκελλος, ἀφοῦ στὴ ζωή του πολιτεύτηκε σὰν ἅγιος, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ πεθάνει καὶ σὰν μάρτυρας.

(Κατὰ τὸν Delehaye, ἀναφέρεται σὰν ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς Συρίας μετὰ τῶν 70 μαθητῶν αὐτοῦ).

 

 
Ἀνακομιδὴ Τιμίου Σταυροῦ στὸ Παλάτι

Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀπετίθετο καὶ πάλι ὁ Τίμιος Σταυρὸς στὰ ἀνάκτορα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐκτεθειμένος ἀπὸ τοῦ τέλους Ἰουλίου ἢ τὶς ἀρχὲς Αὐγούστου προκειμένου νὰ τὸν προσκυνήσουν οἱ πιστοί.

 

 
Ὁ Ἅγιος Οὐρσίκιος

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιμιανοῦ (286-305) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Σιβεντοὺ τῆς Ἄνω Ἰλλυρίας. Ἦταν στρατιωτικὸς καὶ εἶχε φτάσει μέχρι καὶ τὸ βαθμὸ τοῦ τριβούνου.

Καταγγέλθηκε στὸν Μαξιμιανὸ ἀπὸ κάποιον Οὔαλεντα ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ παραπέμφθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀριστείδη γιὰ ἀνάκριση. Ἀλλ᾿ ὁ Οὔρσικιος ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν χριστιανική του πίστη καὶ βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ποικιλοτρόπως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπέμενε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό, ἀποκεφαλίστηκε καὶ ἔτσι ἔλαβε ἔνδοξα τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

 

 
Ὁ Ἅγιος Λούκιος ὁ στρατιώτης
Μαρτύρησε διὰ πυρός.

 

 
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Τραπεζούντιος, ὁ χρυσοχόος

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα, ἀλλὰ ζοῦσε καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ χρυσοχόου στὴν Κωνσταντινούπολη.

Κάποτε λοιπὸν βρέθηκε σὲ μία συμπλοκή, μεταξὺ χριστιανῶν καὶ τουρκοεβραίων, καὶ συκοφαντήθηκε ὅτι δῆθεν μαχαίρωσε ἕνα τουρκοεβραῖο. Ὁπότε συνελήφθη καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή, ὅπου παρέμεινε γιὰ 40 ἡμέρες. Μόλις βελτιώθηκε ἡ ὑγεία τοῦ τραυματισμένου τουρκοεβραίου, ὑποχρεώθηκε ὁ Συμεὼν νὰ καταβάλει στὸν παθόντα γιὰ νοσήλια 280 γρόσια.

Μετὰ 10 ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Συμεών, ὁ τουρκοεβραῖος, παρὰ τὴν βελτίωση τῆς ὑγείας του, ὑπέκυψε στὰ τραύματά του. Τότε ὁ Συμεὼν συνελήφθη καὶ πάλι, καὶ ὁ κριτὴς τὸν πίεζε νὰ γίνει μωαμεθανὸς προκειμένου ν᾿ ἀποφύγει τὴν θανατικὴ καταδίκη.

Ἀλλ᾿ ὁ μάρτυρας θαρραλέα ἀπάντησε: «Ἂν καὶ μύριους θανάτους μοῦ δώσετε, ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Κύριό μου καὶ Θεό μου δὲν χωρίζω».

Τότε στὶς 14-8-1653 τὸν κρέμασαν κάτω ἀπὸ ἕναν πλάτανο στὴν Κωνσταντινούπολη. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ νεομάρτυρα συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης.

 

 
Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν τιμίων Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου ἡγουμένου τοῦ Σπηλαίου (Ρῶσος)

 

 
Προεόρτια (παραμονή) τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

 

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...