Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 08, 2014

Ο «άλλος» Χριστός των αιρέσεων.

Είναι συνηθισμένο, πολλές φορές να ακούμε από ανθρώπους αιρετικούς ότι έχουν την αλήθεια, επειδή πιστεύουν στον Χριστό. Ασχέτως τι εννοούν όταν λένε «πιστεύω στον Χριστό», και ασχέτως ότι τα ίδια επικαλούνται όλοι όσοι ανήκουν στις 33.000 αιρέσεις του Προτεσταντισμού- με διαφορετικά «πιστεύω», συμπεριλαμβανομένου και του κινήματος των Πεντηκοστιανών. Λένε πολλές φορές· «Πιστεύω στον Χριστό, και αυτό δεν είναι ανθρώπινο. Είναι από το Άγιο Πνεύμα. Άρα, είμαι στην αλήθεια!». Μάλιστα, χρησιμοποιούν αρκετά συχνά και ένα αγιογραφικό χωρίο, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους. «[..] Ουδείς λαλών διά Πνεύματος Θεού λέγει ανάθεμα τον Ιησούν, και ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ειμή διά Πνεύματος Αγίου» (Ά Κορινθίους, 12:3). Και μας λένε· «Να, βλέπετε τι γράφει ο απόστολος Παύλος; Μιλάμε υπέρ του Χριστού, και φυσικά δεχόμαστε τον Ιησού ως Κύριο, όπως λέει το εδάφιο. Συνεπώς, λαλούμε δια Αγίου Πνεύματος». Είναι όμως σωστός αυτός ο ισχυρισμός; Τι μπορεί να συμβαίνει; Είναι τόσο επιφανειακός ο λόγος αυτός της Αγίας Γραφής, ή έχει περισσότερο βάθος;
 «Άλλος Χριστός», «άλλο ευαγγέλιο», «άλλο πνεύμα».
Αυτό το οποίο διαφεύγει από αρκετούς, είναι ότι υπάρχει και ο «άλλος» Χριστός, όπως υπάρχει και το «άλλο» Ευαγγέλιο, και άλλη «πνευματική χάρη». Στο σημείο αυτό, ίσως κάποιος διερωτηθεί· «Υπάρχει άλλος Χριστός;». Βέβαια, ο Χριστός είναι ένας και δεν μερίζεται (Ά Κορινθίους, 1:13). Όπως και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο που είναι ένα, όμως διάφοροι ήθελαν να το διαστρέψουν ήδη από την πρώτη αποστολική εποχή, επειδή δεν θεωρούσαν την Θυσία του Κυρίου αρκετή για την σωτηρία μας, αλλά προσπαθούσαν να βάλουν και την περιτομή, όπως και τόσα άλλα Ιουδαϊκά έθιμα. Αυτό, θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του Χριστιανικού Ευαγγελίου, και εκεί έδωσε την μάχη της η Εκκλησία, και βγήκε νικήτρια (Γαλάτες, 1:6-9). Όπως λοιπόν υπάρχει και το «άλλο» ευαγγέλιο, το αλλοιωμένο, έτσι υπάρχει και ο «άλλος» Χριστός, ένας «Χριστός» διαφορετικός από αυτόν που αποκαλύφθηκε και σύστησε την Εκκλησία του το 33 μ Χ.
Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Διότι είμαι ζηλότυπος προς εσάς κατά ζηλοτυπίαν Θεού· επειδή σας ηρραβώνισα με ένα άνδρα, διά να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν. Φοβούμαι όμως μήπως, καθώς ο όφις εξηπάτησε την Εύαν διά της πανουργίας αυτού, διαφθαρή ούτως ο νούς σας, εκπεσών από της απλότητος της εις τον Χριστόν. Διότι εάν ο ερχόμενος κηρύττη προς εσάς άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμενή λαμβάνητε άλλο πνεύματο οποίον δεν ελάβετεή άλλο ευαγγέλιοντο οποίον δεν εδέχθητε, καλώς ηθέλετε υποφέρει αυτόν» (Β’ Κορινθίους, 11:2-4).
Εκφράζει έναν φόβο· φοβάται μην πλανηθεί κάποιος ή κάποιοι από τους εν Χριστώ αδελφούς, και παρασυρθεί, και εξαπατηθεί, και εκπέσει από την απλότητα του Χριστού. Φοβόταν, μην πάει κάποιος αυτόκλητος και κηρύξει έναν «άλλο» Χριστό, ένα «άλλο» Ευαγγέλιο, ή μεταδώσει «άλλο» πνεύμα, ξένο προς την αλήθεια. Από αυτά τα εδάφια, γίνεται σαφές ότι υπάρχει και ο «άλλος Χριστός», ο αλλοιωμένος, που καμία σχέση δεν έχει με τον πραγματικό Χριστό.
Στην ίδια επιστολή, λίγο παρακάτω, γράφει πάλι σχετικά ο απόστολος Παύλος:
«Οι τοιούτοι είναι ψευδαπόστολοιεργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. Και ουδέν θαυμαστόν· διότι αυτός ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Δεν είναι λοιπόν μέγα αν και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζωνται εις διακόνους δικαιοσύνης, των οποίων το τέλος θέλει είσθαι κατά τα έργα αυτών» (Β’ Κορινθίους, 11:13-15).
Επρόκειτο περί ψευδαποστόλων, ανθρώπων αυτόκλητων και αιρετικών, που συστήνονταν δήθεν ως απόστολοι Χριστού, και έκαναν ζημιά στις τοπικές Εκκλησίες του Χριστού, διδάσκοντας άλλα πράγματα από εκείνα που δίδασκε η Εκκλησία. Αυτούς, τους ονομάζει επίσης και «διακόνους του Σατανά», σύμφωνα με το χωρίο.
Ο Χριστός και η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι.
Από πού μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Χριστός των αιρέσεων, είναι ο «άλλος Χριστός»; Υπάρχουν πάρα πολλά κριτήρια. Πέρα από τις δογματισμένες θέσεις της Εκκλησίας περί του προσώπου του Χριστού, οι οποίες στηρίζονται στην αποκάλυψη που δόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό στους αποστόλους και δια των αποστόλων στην Εκκλησία Του, υπάρχει και το κριτήριο που είναι η ίδια η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού.
Γράφει ο απόστολος Παύλος:
«[..] αυτός είναι η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας [..]» (Κολασσαείς, 1:18).
«[..] και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού, και έδωκεν αυτόν κεφαλήν υπεράνω πάντων εις την εκκλησίαν, ήτις είναι το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρούντος [..]» (Εφεσίους, 1:22-23).
«[..] ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός είναι σωτήρ του σώματος» (Εφεσίους, 5:23).
Αλλά και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, γράφει τα σαφέστατα λόγια του Χριστού, όταν περιγράφει τα εξής:  
«Λέγει προς αυτούς· Αλλά σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος είπε· Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ” ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Και εγώ δε σοι λέγω ότι συ είσαι Πέτρος, και επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου, και πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ” αυτής. Και θέλω σοι δώσει τα κλειδία της βασιλείας των ουρανών, και ό,τι εάν δέσης επί της γης, θέλει είσθαι δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό,τι εάν λύσης επί της γης, θέλει είσθαι λελυμένον εν τοις ουρανοίς» (Κατά Ματθαίον, 16:15-19).
Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει: «Και το πιο θαυμαστό είναι ότι όχι μόνο η θύελλα δεν διέλυσε το πλοίο αλλά ότι το πλοίο διέλυσε την θύελλα. Γιατί  οι αδιάκοποι διωγμοί, όχι μόνο δεν καταπόντισαν την Εκκλησία αλλά και διαλύθηκαν από την Εκκλησία. Πως  και με ποιο τρόπο και από πού; Από απόφαση εκείνη που λέγει,  ‘’οι πύλες του Άδη δεν θα την κατανικήσουν’’. Πόσα έκαμαν οι ειδωλολάτρες για να εξαλείψουν το λόγο αυτό, για να ακυρώσουν την απόφαση και δεν μπόρεσαν να την καταργήσουν; Γιατί η απόφαση ήταν του Θεού [..] Μην δεις βέβαια πώς ήταν ένας λόγος, αλλά πως ήταν λόγος του Θεού. Γιατί και τον ουρανό ο Θεός τον στερέωσε με λόγο, και την γη με λόγο την θεμελίωσε πάνω στα νερά, κάνοντας την πυκνή αυτή και βαριά φύση και την θάλασσα την αβάστακτη στην ορμή της, εκείνη που έχει τόσα κύματα, με ένα λόγο την τείχισε από παντού με αδύνατο τείχος, την άμμο. Εκείνος λοιπόν που με ένα λόγο στερέωσε τον ουρανό, θεμελίωσε τη γη, περιέφραξε την θάλασσα, γιατί απορείς αν την Εκκλησία που είναι πιο πολύτιμη από τον ουρανό και την γη και την θάλασσα, την τείχισε πάλι με τον λόγο αυτόν; » (Άγιος Ι. Χρυσόστομος, «Πνευματικά Μαργαριτάρια», τόμος δεύτερος, σελ 116-118).
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω εδάφια, ότι η Εκκλησία, αφ ενός είναι μία και ιστορική, αφ ετέρου είναι το Σώμα του Χριστού.
Εφόσον είναι ιστορική, τότε οπωσδήποτε ανιχνεύεται μέσα στην ιστορία. Και γίνεται φανερή, δια της αδιάκοπης Αποστολικής Διαδοχής
Τέτοια διαδοχή, έχει μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία
Μάλιστα, στα τελευταία χωρία από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, είναι ξεκάθαρο ότι η Εκκλησία οικοδομείται «επί ταύτης της πέτρας», δηλαδή στην ομολογία του αποστόλου Πέτρουότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος. Αυτή η ομολογία, είναι η αποκάλυψη που δίνει ο Πατέρας δια του Αγίου Πνεύματος, κατά το χωρίο του αποστόλου Παύλου, στην Ά Κορινθίους, 12:3.
Η αποστολική εξουσία του «δεσμείν και λύειν», δεν δίδεται μόνο στον απόστολο Πέτρο, αλλά δίδεται η ίδια εξουσία και στους υπόλοιπους (Ματθαίος 18:15-20). Και είναι επακόλουθο, καθώς στην πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας, οι απόστολοι είναι το θεμέλιο, και ο Ιησούς Χριστός ο ακρογωνιαίος λίθος (Εφεσίους, 2:19-22). Με την ευκαιρία, αναφέρω ότι η προς «Εφεσίους» επιστολή του αποστόλου Παύλου, περιέχει φοβερή εκκλησιολογία. Μελετώντας την κανείς, μπορεί να βρει ακόμα παραπάνω πράγματα σχετικά με το θέμα μας.
«Εκκλησιολογία», η αχίλλειος πτέρνα των αιρετικών συνάξεων.
Τι συμβαίνει όμως με τον κάθε ένα που δεν ανήκει στην Μία Εκκλησία του Χριστού, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά ισχυρίζεται ότι είναι στην αλήθεια, επειδή ομολογεί τον Χριστό; Όλοι αυτοί ανήκουν σε θρησκευτικές ομάδες που είναι χιλιάδες καιδιαφορετικές, όχι μόνο μεταξύ αυτών και της Ορθοδοξίας, αλλά και μεταξύ τους. Διότι, δεν είναι θέμα μόνο «ταμπέλας», αλλά διδασκαλίας. Άλλωστε, πίσω από κάθε ταμπέλα, υπάρχουν διαφορετικές διδασκαλίες. Εφόσον όμως η Εκκλησία είναι μία, με συγκεκριμένο πρεσβυτέριοπου άφησε ο Χριστός, και οι οποίοι άφησαν τους διαδόχους τους, δια της πράξης της χειροτονίας («Πράξεις Αποστόλων» 14, 23), ενώ οι διάφοροι προέρχονται από διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες, εκτός ιστορικής Εκκλησίας (για την οποία είναι και όλες οι παραπάνω αναφορές από την Καινή Διαθήκη), πως είναι δυνατόν να έχουν πράγματι αποκάλυψη και να «κινούνται» δια Πνεύματος Αγίου;
Το Άγιο Πνεύμα, δίδει ενότητα πίστεως στην Εκκλησία και την καθιστά «στύλο και βάση της αληθείας» (Α’ Τιμοθέου: 3, 15).
«[..] σπουδάζοντες να διατηρήτε την ενότητα του Πνεύματος διά του συνδέσμου της ειρήνης. Εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και προσεκλήθητε με μίαν ελπίδα της προσκλήσεώς σας· εις Κύριοςμία πίστιςεν βάπτισμα· εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο ων επί πάντων και διά πάντων και εν πάσιν υμίν» (Εφεσίους, 4: 3-6).
Όπως παρατηρούμε, όλα είναι ένα. Και σε όλα τα παραπάνω, εκδηλώνεται η ενότητα του Αγίου Πνεύματος, που οφείλουμε να διατηρούμε. Η σπουδή μας, η φροντίδα μας, και το μέλημά μας, είναι να διατηρούμε την ενότητα που δίδει το Άγιο Πνεύμα.
Αλλά, είναι ποτέ δυνατόν, το Άγιο Πνεύμα να οδηγεί σε χιλιάδες διαφορετικές «αποκαλύψεις», που οδηγούν τους ανθρώπους σε άλλες συνάξεις, έξω από το Σώμα του Χριστού;
Αδύνατο και αντίθετο με βάση τα λόγια του Χριστού: «Όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θέλει σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν· διότι δεν θέλει λαλήσει αφ” εαυτού, αλλ” όσα αν ακούση θέλει λαλήσει, και θέλει σας αναγγείλει τα μέλλοντα» (Κατά Ιωάννην, 16:13).
«Και εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα, και θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον, διά να μένη μεθ” υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας [..]» (Κατά Ιωάννην, 14:16).
Το Άγιο Πνεύμα «κατήλθε» την ημέρα της Πεντηκοστής, οδηγεί σε όλη την αλήθεια, και θα είναι μαζί με την Εκκλησία την ιστορική για πάντα.
Όπως δεν είναι δυνατό η Βαβυλώνα των αιρέσεων και των παραθρησκειών να είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, έτσι δεν είναι δυνατό, όλοι αυτοί να ομιλούν δια Πνεύματος Αγίου, διότι θα ήταν ένα, θα πίστευαν το ίδιο, και θα ήταν ενταγμένοι στο σώμα της Εκκλησίας.
Το χωρίο Ά Κορινθίους 12:3, με μια βαθύτερη ματιά.
Όποιος δεν λέει «ανάθεμα τον Ιησού», και ομολογεί με το στόμα τον Ιησού ως Κύριο, δηλαδή Κύριο και Θεό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό γίνεται δια «Πνεύματος Αγίου». Διότι, στο εδάφιο ο απ. Παύλος, δεν μιλάει για μία εγκεφαλική γνώση απλά, ούτε για μία -από καλής διάθεσης- καρδιά να δεχτεί τον Χριστό.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι υπάρχουν άνθρωποι στις αιρέσεις που είναι καλοπροαίρετοι, και αγαπάνε τον Θεό. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό, διότι αυτό από μόνο του δεν τους εντάσσει στο Σώμα του Χριστού. Στο Σώμα του Χριστού, εντάσσεται κανείς μόνο όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο. Δια του αγίου βαπτίσματος υπό των «οικονόμων» των Μυστηρίων του Χριστού, οι οποίοι έχουν την εξουσία να το κάνουν (και όχι αυθαίρετα), και δια του αγίου Χρίσματος. Έπειτα, αφού πια εντάχθηκε κανείς, συνεχίζει να ζει πνευματικά τρεφόμενος με το αληθινό Σώμα και το Αίμα του Κυρίου  (το οποίο στερούν στις αιρέσεις), και ακολουθώντας την υγιαίνουσα διδασκαλία και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.  
Όσοι επιστρέφουν από αιρέσεις στην Ορθοδοξία, ομολογούν από κοινού, ότι εκεί που ήταν, μπορεί να αγαπούσαν τον Χριστό, να αγωνιζόντουσαν για τον Χριστό με κάθε ειλικρίνεια, να είχαν βάλει τον Χριστό ως θεμέλιο στην ζωή τους, αλλά όταν διαπίστωσαν την πλάνη της αιρετικής σύναξης όπου βρίσκονταν, και μετά από κόπο και πόνο ήρθαν στην Ορθοδοξία, όταν επέστρεψαν συνειδητοποίησαν ότι περπατούσαν «εν φαντασία».
Δεν στηρίζονταν πραγματικά στον αποκαλυφθέντα Χριστό, αλλά στον Χριστό, όπως οι τυφλοί οδηγοί τους, τους τον πλάσαραν. Όχι μόνο από δογματικής πλευράς, αν ήταν μόνο Θεός ή μόνο άνθρωπος στην γη, ή θεάνθρωπος, αλλά και από πλευράς υποσχέσεων. Υποσχέσεις πολλές, δήθεν από τον Χριστό, ειδικά αν κάποιος έχει περάσει από ψευτοχαρισματικές ομάδες. Αυτές, συστήνουν έναν Χριστό, που θα στα «δώσει όλα», κυριολεκτικά, σε αυτήν εδώ την ζωή. Όταν ο άνθρωπος όμως, έρχεται στην αλήθεια, τότε καταλαβαίνει το μέγεθος της πλάνης. Διαβάζοντας την Φιλοκαλία, που στην ουσία είναι το Ευαγγέλιο στην πράξη, βλέπει έναν δρόμο τελείως διαφορετικό από αυτόν των αιρέσεων. Με την Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, όταν την ζει συνειδητά, έρχεται η Θεία Χάρη, και μπαίνει στην πνευματική διαδικασία να γνωρίζει τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, και τότε διαπιστώνει ότι ο Κύριος δεν υπόσχεται κανένα «ευαγγέλιο ευημερίας», καμία αποκατάσταση ηθική ή υλική εδώ στη γη, αλλά τον Σταυρό τον δικό Του, την θεραπεία της ψυχής και γενικά της ύπαρξής του οντολογικά, την πρόγευση της Βασιλείας των ουρανών, και στο τέλος, την αιώνια ζωή.
Βέβαια, ο Κύριος βλέπει την καρδιά και όχι το φαινόμενο. Εμείς βλέπουμε έναν άνθρωπο πλανεμένο και αιρετικό, αλλά ο Θεός βλέπει έναν άνθρωπο στην πλάνη μεν, αλλά που τον αγαπά, και που διψά για Εκείνον. Αργά ή γρήγορα, ο Θεός θα του δώσει την ευκαιρία να τον γνωρίσει πραγματικά, μέσω του αγίου Σώματός του, της Εκκλησίας Του. Να μετέχει στην ίδια αποκαλυπτική αλήθεια, που δόθηκε στην Εκκλησία, και που μετείχαν όλοι οι Χριστιανοί ανά μέσω των αιώνων, από το 33 μ Χ μέχρι την συντέλεια, χωρίς κενά διαστήματα σε αυτήν την μακραίωνη ιστορική πορεία, καθώς ο Κύριος τόνισε: « ιδού, εγώ είμαι μεθ” υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Κατά Ματθαίον, 28:20).
Το μεγάλο πρόβλημα των αιρετικών ομάδων, είναι ότι υπάρχουν ξεκομμένοι από το Σώμα του Χριστού. Δηλαδή, συστήνουν το κεφάλι, ενώ απορρίπτουν το υπόλοιπο σώμα. Πέρα από τους ισχυρισμούς τους, ότι οι συνάξεις τους είναι «εκκλησίες», εμείς βάση του Ευαγγελίου του Χριστού, ξέρουμε ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι ορατήιστορική, υπάρχει από το 33 μ Χ αδιάκοπα, και ότι οι λειτουργοί της έχουν αποστολική διαδοχή. Αυτό το τελευταίο, δεν είναι μόνο η σειρά των διαδοχικών χειροτονιών που ανάγονται στους αποστόλους και φανερώνουν την Εκκλησία ιστορικά, αλλά δηλώνει και την μετοχή στην ίδια Αποκαλυπτική αλήθεια. Σε αντίθεση με τους αιρετικούς, που είτε δεν δέχονται κάποια μέρη της αλήθειας αυτής, είτε τα δέχονται διαστρεβλωμένα, είτε δέχονται πράγματα εντελώς καινοφανή. 
Ώστε το χωρίο που επικαλούνται, «Διά τούτο σας γνωστοποιώ ότι ουδείς λαλών διά Πνεύματος Θεού λέγει ανάθεμα τον Ιησούν, και ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ειμή διά Πνεύματος Αγίου» (Ά Κορινθίους, 12:3), δεν είναι αρκετό για τον ισχυρισμό τους ότι βρίσκονται στην αλήθεια. Διότι, είτε εκείνοι νομίζουν ότι ομολογούν τον Χριστό (ενώ ομολογούν έναν «άλλο» Χριστό), είτε πράγματι τους βοηθά ο Θεός εν μέρει (ανάλογα με την διάθεση της καρδιάς τους), είτε το λένε επιπόλαια, σε κάθε μια περίπτωση, ο Χριστός (η κεφαλή) είναι ξεκομμένος από την Εκκλησία Του (το σώμα). Ενώ, ο απόστολος δεν αποσυνδέει τον Χριστό από την ιστορική και ορατή εκκλησία προς την οποία απευθύνεται!
Πως είναι δυνατό να Τον δέχεσαι πραγματικά, ετερόδοξε φίλε μου, ως Κύριο τον Ιησού, αλλά να πιστεύεις παράλληλα ότι δεν μπόρεσε να κρατήσει την Εκκλησία Του την ιστορική, σε αντίθεση με όσα υποσχέθηκε; 
Πως τον δέχεσαι ως Κύριο, ενώ παράλληλα δέχεσαι την αποστασία της Εκκλησίας του, επειδή στο είπαν οι ψευδοδιδάσκαλοι, και σου έδειξαν ορισμένα χωρία, διαστρέφοντάς τα; Δηλαδή, η κυριότητα του Ιησού φτάνει σε σένα, και στην συνάθροισή σου, αλλά δεν έφτασε ούτε μέχρι την Εκκλησία, με αποτέλεσμα ξαφνικά να αποστατήσει τον 4ο αιώνα; Η Γραφή που κρατάς στα χέρια σου,και από την οποία λείπουν 10 ολόκληρα βιβλία, είναι απόφασησυνόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας του 4ου αιώνος, που όμως κατά τους βλάσφημους διδασκάλους σου, την εποχή εκείνη, ήδη είχε πέσει σε »αποστασία». Δεν νομίζεις ότι είναι αντιφατικό, μια αποστατημένη Εκκλησία, μία Πόρνη Εκκλησία (όπως λένε βλάσφημα οι αιρετικοί), να σου έδωσε την Αγία Γραφή;
Κατά πόσο, όμως, γνωρίζουμε τον Χριστό, ακόμα και εμείς που ανήκουμε στο άγιο Σώμα του; Ή, είναι άραγε τόσο εύκολο, να ομολογήσει ο πιστός τον Ιησού ως Κύριο; Είναι φανερό από το ίδιο το εδάφιο, ότι το Άγιο Πνεύμα είναι που φωτίζει και αποκαλύπτει τον Ιησού. Όμως αυτό, δεν είναι κάτι της στιγμής.
Ο απ Παύλος, γράφει: «[..] διά να γνωρίσω αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος με τον θάνατο αυτού [..]» (Φιλιππησίους, 3:10). Μήπως δεν του αποκαλύφθηκε στην οδό προς την Δαμασκό; Μήπως δεν έκανε σημεία στο όνομά του; Μήπως δεν ήξερε ο απόστολος ποιον κηρύττει; Όχι βέβαια. Ήξερε πολύ καλά. Αλλά, θέλει να δείξει ο απόστολος ότι η σχέση με τον Χριστό είναι σχέση βαθιά, που δεν εξαντλείται μόνο στην αποκάλυψη ότι είναι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός των πάντων, αλλά η γνωριμία φτάνει ακόμα βαθύτερα, μέχρι την δύναμη της Αναστάσεώς του. Αναστήθηκε ο Χριστός, αφού πρώτα έπαθε, πέθανε, και ετάφη. Το ίδιο καλείται να περάσει ο απόστολος, αλλά και όλοι οι πιστοί. Στο πάθος, τον θάνατο, για να μπορούν να μετέχουν και στην Ανάσταση. Και ενώ ο θάνατος για μας είναι ως προς τον κόσμο, για μερικούς αξίους είναι και ως προς τον κόσμο, αλλά και το μαρτύριο. Δεν είναι θέμα γνώσης λοιπόν.
Ώστε, δεν είναι απλό να πει κανείς «έμαθα τον Χριστό».
Ο άγιος Μάξιμος, στα «Κεφάλαια περί αγάπης», στην Δ’ Εκατοντάδα, αναφέρει: «Εκείνος που μπόρεσε να αποκτήσει τέλεια αγάπη και ρύθμισε όλη την ζωή του σύμφωνα με αυτήν, αυτός μπορεί να ονομάζει Κύριο τον Ιησού, επικαλούμενος το Άγιο Πνεύμα. Είναι φανερό ότι το αντίθετο πράγμα συμβαίνει στην αντίθετη περίπτωση» (Τ. Φ 14, σελ. 325).
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφερόμενος στο γεγονός της Αναστάσεως, λέει ότι πολλοί άνθρωποι την πιστεύουν, αλλά λίγοι την βλέπουν στην ζωή τους. Και το σχετίζει με το εδάφιο του αποστόλου Παύλου.
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην ανάσταση του Χριστού, όμως πολύ λίγοι είναι εκείνοι που την βλέπουν καθαρά, και αυτοί βέβαια που δεν την είδαν ούτε να προσκυνήσουν μπορούν τον Ιησού Χριστό ως άγιο και Κύριο. Διότι λέγει· ‘’Κανένας δεν μπορεί να πει Κύριο τον Ιησού, παρά μόνο με το Πνεύμα το Άγιο»
(Τ. Φ 19Δ, σελ. 113). 

Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ: Ρωμαιοκαθολικοί, Αγιασμός, Ουνία


Πειραιεύς 7 Φεβρουαρίου 2014


Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

1. Δέν ἐπιχαίρομε καί δέν αἰσθανόμεθα ὅτι δικαιωνόμεθα ἀπό τήν ἐξόχως πολυσήμαντο καί ἀποκαλυπτική Ἔκθεσι τοῦ ΟΗΕ καί τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς του γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ πού καταγιγνώσκει στή Ρωμαιοκαθολική Θρησκευτική κοινωνία καί τήν διοίκησή της τό «περιλάλητο» Βατικανό τήν τραγική συγκάλυψη χιλιάδων εἰδεχθῶν καί αἰσχίστων κακουργημάτων παιδεραστίας πού μεθοδικῶς διέπραξαν οἱ θρησκευτικοί της λειτουργοί ἀνά τόν κόσμο. Ἡ Ἔκθεσι αὐτή τοῦ ἀμερολήπτου ἀνθρωπίνως ΟΗΕ καταδεικνύει τήν ἀποτυχία τοῦ εὐφυοῦς(;) marketing μέ τήν ἐκλογή καί πολιτεία τοῦ φερομένου ὡς ἀντικομφορμιστή καί ἀντικανονικῶς κατέχοντος τήν θέσι τοῦ Προκαθημένου τοῦ πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς παλαιᾶς Ρώμης καί τῆς Δύσεως καθώς καί τήν φοβερά ἐμμονή τοῦ Παπισμοῦ (ὅρου πού καί ὁ ἴδιος ὁ φερόμενος ὡς Πάπας χρησιμοποιεῖ) στήν καταστρατήγηση καί οὐσιαστική καθύβριση τῶν ἁγιογραφικῶν ἐντολῶν καί τῆς ἱεροκανονικῆς ἀποφάνσεως καί πράξεως πού ἀπαγορεύουν ρητῶς τήν γενική ἀγαμία τοῦ Κλήρου.
Ἡ διαπραττομένη μετά θράσους ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική κοινότητα διαρκής βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπαγορεύει διά τοῦ ιγ΄ κανόνος τῆς Ἁγίας ς΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τήν γενική ἀγαμία τοῦ Κλήρου μάλιστα δέ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης ἔχει ὡς ἐπίχειρα καί ὡς νομοτέλεια τήν περιγραφομένη μέ φρικώδη τρόπο ἀπό τήν Ἔκθεση τοῦ ΟΗΕ τραγική πρακτική τοῦ Βατικανοῦ.
Εἶναι δέ ἐπιπροσθέτως ἐξαιρέτως ἀπαράδεκτον τό γεγονός ὅτι ὁ ὑπό τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ποινικοῦ δικαίου θεσμός τῆς καθαιρέσεως ἐκ τοῦ ὑψηλοῦ τῆς Ἱερωσύνης ὑπουργήματος καί τῆς ἐπαναφορᾶς στήν τάξι τῶν λαϊκῶν αὐτογνωμόνως ἐγκατελείφθη ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική θρησκευτική κοινωνία καί ἀντ’ αὐτοῦ ἐφευρέθη ἡ πονηρά διαδικασία τῆς μεταθέσεως τοῦ ἐγκληματοῦντος θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ γιά νά συνεχίση ἀπροσκόπτως τήν ἐπαίσχυντο κακουργία του στή νέα του θέση μετακυλίοντες τό πρόβλημα.
Ὅλα αὐτά τά τρομακτικά καί ἀπαράδεκτα ὀφείλονται στόν ἑωσφορικό ἐγωϊσμό καί στό ἐπάρατο πρωτεῖο ἐξουσίας πού θεσμοθετήθηκε σάν δόγμα ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Κοινωνία μέ τήν Α΄ Βατικανή Σύνοδο καί ἐπικυρώθηκε καί ἀπό τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο δυνάμει τῶν ὁποίων ἕνας ἄνθρωπος ἔχει τό imperium σάν δῆθεν βικάριος τοῦ Χριστοῦ νά ποδοπατᾶ ἀναισχύντως τήν ἁγιοπνευματική καί ἀποστολικοπαράδοτη διδαχή καί πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζεται διά τῶν Ἁγίων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατά τήν πρώτη χιλιετία.
Παραθέτομε τόν περιφρονούμενο καί ἐν τῇ πράξει λοιδωρούμενο ιγ΄ ἱ. Κανόνα τῆς Ἁγίας ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρός πλήρη ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω:
«Οὐ διαζευκτέον τὰς γαμετὰς τῶν πρεσβυτέρων, διακόνων καὶ ὑποδιακόνων.
Ἐπειδὴ τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ ἐν τάξει κανόνος παραδεδόσθαι διέγνωμεν, τοὺς μέλλοντας διακόνου ἤ πρεσβυτέρου χειροτονίας ἀξιοῦσθαι, καθομολογεῖν, ὡς οὐκέτι ταῖς αὐτῶν συνάπτονται γαμεταῖς· ἡμεῖς τῷ ἀρχαίῳ ἐξακολουθοῦντες κανόνι τῆς ἀποστολικῆς ἀκριβείας καὶ τάξεως, τὰ τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν κατὰ νόμους συνοικέσια, καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν ἐρρῶσθαι βουλόμεθα, μηδαμῶς αὐτῶν τὴν πρὸς γαμετὰς συνάφειαν διαλύοντες, ἤ ἀποστεροῦντες αὐτοὺς τὴν πρὸς ἀλλήλους κατὰ καιρὸν τὸν προσήκοντα ὁμιλίας. Ὥστε, εἴ τις ἄξιος εὑρεθείη πρὸς χειροτονίαν ὑποδιακόνου, ἤ διακόνου, ἤ πρεσβυτέρου, οὗτος μηδαμῶς κωλυέσθω, ἐπὶ τοιοῦτον βαθμὸν ἐμβιβάζεσθαι, γαμετῇ συνοικῶν νομίμῳ· μήτε μὴν ἐν τῷ τῆς χειροτονίας καιρῷ ἀπαιτείσθω ὁμολογεῖν, ὡς ἀποστήσεται τῆς νομίμου πρὸς τὴν οἰκείαν γαμετὴν ὁμιλίας, ἵνα μὴ ἐντεῦθεν τὸν ἐκ Θεοῦ νομοθετηθέντα, καὶ εὐλογηθέντα τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ γάμον καθυβρίζειν ἐκβιασθῶμεν· τῆς τοῦ Εὐαγγελίου φωνῆς βοώσης∙ Ἅ ὁ Θεὸς ἔζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω· καὶ τοῦ Ἀποστόλου διδάσκοντος· Τίμιον τὸν γάμον, καὶ τὴν κοίτην ἀμίαντον· καί, Δέδεσαι γυναικὶ; μὴ ζήτει λύσιν. Ἴσμεν δέ, ὥσπερ καὶ οἱ ἐν Καρθαγένῃ συνελθόντες, τῆς ἐν βίῳ σεμνότητος τῶν λειτουργῶν τιθέμενοι πρόνοιαν, ἔφασαν, ὥστε τοὺς ὑποδιακόνους, τοὺς τὰ ἱερὰ μυστήρια ψηλαφῶντας, καὶ τοὺς διακόνους, καὶ πρεσβυτέρους, κατὰ τοὺς ἰδίους ὅρους καὶ ἐκ τῶν συμβίων ἐγκρατεύεσθαι· ἵνα καὶ τὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων παραδοθέν, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχαιότητος κρατηθέν, καὶ ἡμεῖς ὁμοίως φυλάξωμεν, καιρὸν ἐπὶ παντὸς ἐπιστάμενοι πράγματος, καὶ μάλιστα νηστείας καὶ προσευχῆς. Χρή γὰρ τούς τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντας, ἐν τῷ καιρῷ τῆς τῶν ἁγίων μεταχειρίσεως, ἐγκρατεῖς εἶναι ἐν πᾶσιν, ὅπως δυνηθῶσιν, ὅ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς αἰτοῦσιν ἐπιτυχεῖν. Εἴ τις οὖν τολμήσοι παρὰ τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας κινούμενος, τινὰ τῶν ἱερωμένων, πρεσβυτέρων, φαμέν, ἤ διακόνων, ἤ ὑποδιακόνων, ἀποστερεῖν τῆς πρὸς τὴν νόμιμον γυναῖκα συναφείας τε καὶ κοινωνίας, καθαιρείσθω· ὡσαύτως καὶ εἴ τις πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα προφάσει εὐλαβείας ἐκβάλλει, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω».
(ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΝΟΝΩΝ: Ἀποστολικοὶ ε’ - ΣΤ’ λ’ - Γάγγρας δ’ - Καρθαγένης γ’, δ’, λγ‘ - Διονυσίου γ’ - Τιμοθέου ε’).
2. Εὐτελίσθημεν καί ἐλοιδωρήθημεν ἀπό μερίδα τοῦ Τύπου διά τήν ἀπάντησί μας στόν τ. ἐκπρόσωπο Τύπου τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς θρησκευτικῆς κοινωνίας τῆς  Ἑλλάδος κ. Νικ. Γασπαράκη ἐπειδή πρός ἀπόκρουση τῶν ἰσχυρισμῶν του ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική προβάλαμε τό αὐταπόδεικτο γεγονός τῆς ἀπωλείας τῆς Ἁγιαζούσης Θείας Χάριτος ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Κοινότητα συνεπείᾳ τῶν πολυειδῶν αἱρέσεων καί κακοδοξιῶν της καί τῆς σχασεώς της ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀποδεικνύεται ἀπό τήν σήψη τοῦ «ἁγιασμοῦ» πού τελεῖ. Καί πάλιν δικαιωνόμεθα ἀπό τήν καταχώρηση στό ἐπίσημο ὄργανο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς κοινότητος τῆς Ἑλλάδος ΚΑΘΟΛΙΚΗ (17/1/2014, περ. Β΄, ἀριθμ. φύλου 120, σελ. 7) ὅπου καταχωρεῖται ἀνταπόκριση ἀπό τήν τήν Νάξο μέ τίτλο «Θεοφάνεια στήν Νάξο» στήν ὁποία ἐμφανίζεται ὁ Ρωμαιοκαθολικός «Ἀρχιεπίσκοπος» κ. Νικόλαος καί περιγράφεται ἡ τελετή μέ τά ἀκόλουθα: «Τήν Δευτέρα 6 Ἰανουαρίου, ἑορτή τῶν Θεοφανείων τέλεσε τόν Μέγα Ἁγιασμό τῶν ὑδάτων στόν Μητροπολιτικό μας Ναό καί στήν συνέχεια τήν Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία στήν ὁποία καί συλλειτούργησε ὁ Ἐφημέριος π. Μανώλης Ρεμοῦνδος. Ἡ τέλεση τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων εἶναι μιά πάρα πολύ ὄμορφη ἱεροτελεστία καί γίνεται ἀκόμη πιό ὄμορφη ὅταν ἐξηγοῦνται τά σύμβολα πού χρησιμοποιοῦνται τό νερό, τό ἁλάτι, ἡ κατάδυση τοῦ σταυροῦ στό νερό κλπ». Ὁ ἁγιασμός ὅμως τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ἀνάγκη ἁλατιοῦ γιά νά συντηρηθῆ ὅπως γνωρίζουν ἐξ ἰδίας ἐμπειρίας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, οὔτε εἶναι ἁλατόνερο γιά τήν διατήρηση τυροῦ ἤ ἐλαιῶν (!!!) καί καμμία ἑρμηνεία τοῦ ἁλατιοῦ ὡς δῆθεν συστατικοῦ τοῦ ἁγιασμοῦ μπορεῖ νά συσκοτίση τήν παραπάνω πραγματικότητα.
3. Ἡ χωρίς τόν ἀληθινό Θεό θρησκευτική προσπάθεια ἐκβάλλει ἀναπόδραστα στήν ἀπάτη, στό ψέμμα καί στό ἔγκλημα. Ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς πραγματικότητος ἀποτελεῖ καί πάλι ἡ Ρωμαιοκαθολική κοινότητα μέ τόν θεσμό τῆς Οὐνίας πού ἐφεῦρε δαιμονιωδῶς κινουμένη γιά νά ἐπιβάλη τό ψευδοκοσμοείδωλο τῆς δῆθεν παγκόσμιας Ἐκκλησίας τοῦ Παπισμοῦ. Καί πάλι ἡ ἐκλεκτή Ἐφημερίς «ΚΑΘΟΛΙΚΗ» φρόντισε νά μᾶς δικαιώση. Στή σελ. 6 τοῦ παραπάνω μνημονευομένου φύλλου της ἀναφέρεται στήν Οὐνιτική ψευδοεκκλησία τῶν Ἀθηνῶν καί στήν ἐκδημία τῆς Φραγκίσκης Βουτσίνου «μοναχῆς» τοῦ Τάγματος τῆς Παμμακαρίστου Θεοτόκου ὑπό τό ὄνομα Φεβρωνία. Τί ἀποκαλύπτεται τώρα ἀπό τό δημοσίευμα, ὅτι ἡ ἀνωτέρω γεννήθηκε στό χωριό Βάρη τῆς Σύρου, ὅπου ὡς γνωστόν δέν ὑπάρχει Οὐνιτική κοινότητα ἀλλά ἡ Ρωμαιοκαθολική (Λατινόρυθμος) κοινότητα. Συνεπῶς ἡ μακαρίτισσα γεννήθηκε μέσα στόν Λατινικό Ρωμαιοκαθολικισμό καί στίς 21/12/1943 «μετεφέρθη» στήν «Ἑλληνική Καθολική Ἐξαρχία» (Οὐνία) γιά νά «ἐμπλουτίση» τό ἀνύπαρκτο ποίμνιό της καί νά συμβάλη στήν πλασματική εἰκόνα τῆς δῆθεν ὑπάρξεως Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πού ἀποδέχονται τήν κοινωνία τους μέ τήν αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ Παπισμοῦ καί τίς αἱρέσεις καί κακοδοξίες του, διατηροῦντες τό τυπικό καί τήν ἐξωτερική εἰκόνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἰδού λοιπόν πῶς διαστρέφεται μέ κοσμικές μεθοδεῖες ἡ ἀλήθεια καί ἡ εὐθύτης πού κήρυξε ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός Λόγος.

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ




+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Καλό και ευλογημένο Τριώδιο!

Τριώδιο λέγεται το λειτουργικό βιβλίο [δηλ. βιβλίο που διαβάζεται στην εκκλησία κατά τις διάφορες ακολουθίες] που περιέχει υμνολογικό υλικό κυρίως του Εσπερινού και του Όρθρου  και χρησιμοποιείται μαζί με το Μηναίο και την Παρακλητική στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου από Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Ονομάζεται Τριώδιο, γιατί στις ιερές ακολουθίες του όρθρου, όχι των Κυριακών αλλά των άλλων ημερών της εβδομάδας, οι Kανόνες αντί να έχουν εννέα ωδές, όπως είναι η γνωστή και συνήθης μορφή τους, έχουν τρεις ωδές (=Τριώδιον), οι οποίες είναι σταθερά στην Η΄ και την Θ΄ ωδή και διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες [Κανόνας: σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος του Βυζαντίου, στο οποίο είναι γραμμένα τα περισσότερα μουσικά μέρη που ψάλλονται στην εκκλησία, κατά τον Όρθρο. Ποιητές κανόνων ήταν και μεγάλοι άγιοι, όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ανδρέας Κρήτης, Ιωσήφ ο Υμνογράφος κ.ά., αλλά υπάρχουν και σύγχρονοι υμνογράφοι, όπως ο Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαναννίτης (δηλ. από τη "Μικρά Αγία Άννα" του Αγίου Όρους) κ.ά.].
Η περίοδος του Τριωδίου έχει σκοπό να μας προετοιμάσει με νηστεία, προσευχή και μετάνοια, για να υποδεχθούμε τα Άγια Πάθη του Κυρίου μας και την ένδοξη Ανάσταση Του. Το Πάσχα μας αποτελεί το διαρκές πέρασμα μας, την είσοδο μας στην «καινή ζωή της Βασιλείας». Για να βιωθεί με περισσότερη εσωτερικότητα η «εορτή των εορτών», είναι απαραίτητη η κατάλληλη εσωτερική προετοιμασία. Αυτή την διασφαλίζει η ευλογημένη περίοδος του Τριωδίου.
Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, που μέσα στους κόλπους της περιλαμβάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή, αποτελεί για όλους τους πιστούς μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα για πορεία μετανοίας. Την πνευματική πορεία μας την χαρακτηρίζει η μετάνοια που πρέπει να είναι συνεχής. Βέβαια, στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής χρειάζεται να είναι πιο έντονη μια και αυτή μας οδηγεί στον εορτασμό του Σταυρο-Αναστάσιμου Πάσχα. Να καθαρίσουμε δηλαδή την ύπαρξη μας από κάθε «μολυσμόν σαρκός και πνεύματος» και να δεχθούμε τον Χριστό στην ζωή μας.
Η περίοδος του Τριωδίου καλύπτει:α. Τις τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (22 ημέρες).
β. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (40 ημέρες, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου).
γ. Τις δυο ήμερες Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων (συνδετικές ήμερες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με τη Μεγ. Εβδομάδα).
δ. Τη Μεγάλη Εβδομάδα (6 ημέρες).
ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ Οι τρεις πρώτες εβδομάδες λέγονται στην εκκλησιαστική γλώσσα «προφωνήσιμοι» διότι προαναφωνούν τους αγώνες που έχουμε να κάνουμε εναντίον των παθών και των δαιμόνων κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής.
Η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου
Την Κυριακή αυτή διαβάζεται η ομώνυμη παραβολή  στην οποία διακρίνουμε τα αποτελέσματα της υπερήφανης προσευχής του «δικαίου» Φαρισαίου που τελικά δεν εισακούστηκε και της ταπεινής προσευχής του αμαρτωλού Τελώνου, του οποίου (η προσευχή) ανέβει στον ουρανό ως θυμίαμα και εισακούστηκε.
Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία μας βοήθα να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη προσεγγίσεως της υψοποιού ταπεινώσεως, την οποία κάθε χριστιανός πρέπει να επιδιώκει μέσα στην περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής και κατ’ επέκταση στη ζωή του.
Ο ταπεινός άνθρωπος δεν κινδυνεύει να πέσει. «Ο υποκάτω πάντων ων, που πεσείται;» λέγουν οι Πατέρες. Δηλ. αυτός που τοποθετεί και θεωρεί τον εαυτόν του κάτω – κάτω, χαμηλότερα απ’ όλους, που θα πέσει; Και ο Μέγας Αντώνιοςέλεγε: «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού να έχουν απλωθεί πάνω στη γη και είπα λυπημένος: Ποίος άραγε μπορεί να τις αποφύγει; Και άκουσα φωνή πού έλεγε: Η ταπεινοφροσύνη!».
Η Εκκλησία μας θέλοντας να μας διδάξει την ταπείνωση του Τελώνη και να μας προφυλάξει από την υπερηφάνεια του Φαρισαίου, μας καλεί να ψάλλουμε: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν, και τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν, εν στεναγμοίς πρός τόν Σωτήρα».
Η Κυριακή του Ασώτου
Η παραβολή του «Άσωτου Υιού» ομιλεί για ένα πλούσιο νέο ο όποιος άσωτα κατασπατάλησε την περιουσία του σε χώρα μακρινή και στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε και επέστρεψε στον πατέρα του, που τον δέχθηκε με άπειρη αγάπη και στοργή.
Η παραβολή είναι ανεξάντλητη σε νοήματα, αφού, όπως λέγεται, ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας ευρίσκεται μέσα σ’ αυτή. Το βαθύτερο νόημα της παραβολής είναι τετραπλό:
α. Η απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο αμαρτωλός.
β. Η ανάγκη μετανοίας και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
γ. Το μέγεθος της θείας Ευσπλαχνίας στην οποία μπορούν να στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και
δ. Η αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός.
Εάν λοιπόν συναισθανθούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε τα λάθη μας και την κατασπατάληση των ταλάντων πού μας χάρισε ο Θεός, θα καταλάβουμε ότι αυτή την Κυριακή όλοι μας εορτάζουμε και όλοι, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε άσωτοι υιοί, απομακρυνθέντες από τον «Οίκον του Ουρανίου Πατρός μας».
Ψυχοσάββατο
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το πρώτο απ’ τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).
Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».
Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει. Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο και «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν…».
Η Κυριακή της Απόκρεω
Η Κυριακή αυτή λέγεται έτσι, διότι από την επόμενη ήμερα (Δευτέρα) απέχουμε κρέατος. Δηλ. η Κυριακή της Απόκρεω είναι ητελευταία ημέρα της κρεοφαγίας μέχρι το Πάσχα και δεν επιτρέπεται ή κατάλυση κρέατος, εκτός αν πρόκειται για άρρωστους.
Οι θείοι Πατέρες έταξαν αυτή την Κυριακή να γίνεται ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού για να θυμόμαστε, όχι μόνο τη φιλανθρωπία Του (από την Κυριακή του Άσωτου), αλλά και τη δικαιοσύνη Του στην κρίση που θα γίνει μερικώς την ήμερα του θανάτου μας και τελικώς – τελεσιδίκως στη Δευτέρα Παρουσία Του.
Το Σάββατο των Οσίων Πατέρων
Μετά την προηγηθείσα (με τα προηγούμενα) παιδαγωγία, οι Θεοφόροι Πατέρες, μας προβάλλουν ήδη προς μίμηση και παρηγοριά όλους τους διαλάμψαντες οσίους και θεοφόρους Πατέρες και Μητέρες – Μοναχούς και Μοναχές πού αγίασαν με νηστεία – αγρυπνία – προσευχή και ταπείνωση.
Όλοι αυτοί που αποτελούν παραδείγματα αγώνος και μετανοίας μας παρακινούν και μας προτρέπουν στον πνευματικό αγώνα που αρχίζει, προς απόκτηση των αρετών, απόρριψη των κακιών και τελική κατάκτηση «των έπηγγελμένων ημίν αγαθών» (εγκόσμιων και υπερκοσμίων).
Κακώς επικράτησε να θεωρούνται το Σάββατο αυτό και το Α’ Σάββατο των Νηστειών (του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου) ως Ψυχοσάββατα.
Η Κυριακή της Τυροφάγου
Μετά τη διακοπή της κρεοφαγίας, αυτή την εβδομάδα (τρίτη του Τριωδίου),όλες τις ημέρες της, τρώμε τυροκομικά, αυγά και ψάρια. Γι’ αυτό ονομάστηκε «Τυροφάγου» ή «Τυρινής».
Η Εκκλησία μας, χωρίς να θεωρεί μολυσμένη καμία τροφή, επιτρέπει τη βρώση γάλακτος και αυγών και όχι το πρόβατο ή το κοτόπουλο, που τα παράγουν, διότι διακρίνει τις τροφές σε περισσότερο και ολιγότερο βοηθητικές στην εγκράτεια και κατά καιρούς άλλες επιτρέπει και άλλες απαγορεύει.
Μαζί με τη νηστεία λοιπόν, που αρχίζει μερικώς και σταδιακώς από την εβδομάδα αυτή, η Εκκλησία φέρει ενώπιον μας και μας θυμίζει με τα τροπάρια αυτής της Κυριακής, την εξορία των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, που έγινε λόγω της παρακοής τους (δεν τήρησαν τη νηστεία, σχετικά με τον απαγορευμένο καρπό). Αντί του Παραδείσου και της αιωνιότητας, βρήκαν το θάνατο.
Και εμείς καλούμεθα (με την υμνολογία της ημέρας) αυτό που έχασε ο Αδάμ με την ακρασία (ανυπακοή, αμετανοησία, εγωισμό και γαστριμαργία), να το κερδίσουμε με την εγκράτεια (υπακοή, μετάνοια, ταπείνωση και νηστεία) . Γι’ αυτό η Εκκλησία μας αυτή την Κυριακή μας τονίζει ότι: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται (άνοιξε) οι βουλόμενοι αθλήσαι (όσοι θέλουν ν’ αγωνιστούν) εισέλθετε…», ώστε, όσοι είναι καλοπροαίρετοι, ν’ αρχίσουν με όρεξη και χαρά τον αγώνα της Τεσσαρακοστής.
πηγή το είδαμε εδώ

Εγκύκλιος Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ για την αρχή του Τριωδίου



«Φαρισαΐζων, Ἰησοῦ μακράν γίνου∙ Χριστὸς γὰρ ἔνδον, ᾧ ταπεινὸς δεκτέον».
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί,
Ἀδελφοί μου Χριστιανοί.
Τό νόημα τῶν στίχων αὐτῶν τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ Τριῳδίου εἶναι τό ἑξῆς : Ἄν μιμεῖσαι τόν Φαρισαῖο, φύγε μακρυά ἀπό τόν Ἰησοῦ.Γιατί ὁ Χριστός εἶναι μέσα, σ' ἐκεῖνον πού ταπεινά τόν δέχεται.
Καί οἱ στίχοι στό Ἱερό Τριῴδιο λέγουν τά ἀκόλουθα :
«Ὁ Δημιουργός τῶν ἄνω καί τῶν κάτω,
Τρισάγιον μέν ὕμνον ἐκ τῶν Ἀγγέλων,
Τριῴδιον δέ καί παρ' ἀνθρώπων δέχου».
Αὐτά σημαίνουν τά ἀκόλουθα :
Σύ ὁ θεῖος Δημιουργός, πού δημιούργησες τά ἄνω καί τά κάτω (τήν ἀόρατη καί τήν ὁρατή δημιουργία) τόν Τρισάγιο ὕμνο μέν ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό Τριῴδιο δέ καί ἀπό τούς ἀνθρώπους δέξου το.
Στή συνέχεια στό ἱερό Συναξάρι τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου
διαβάζουμε τά ἑξῆς (τά παραθέτουμε σέ ἁπλῆ γλῶσσα): «Κατά τήν παροῦσα ἡμέρα, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε τό Τριῴδιο. Τό Τριῴδιο πολλοί μέν ἀπό τούς ἁγίους καί θεοφόρους μουσουργούς Πατέρας μας ἄριστα καί ὅπως ἔπρεπε τό ἐμελούργησαν μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρῶτος δέ ἀπ' ὅλους αὐτούς ἐπενόησε τοῦτο, τίς τρεῖς δηλ. ᾠδές, εἰς τύπον, νομίζω, τῆς Ἁγίας καί Ζωαρχικῆς Τριάδος ὁ μέγας ποιητής καί ὑμνογράφος Κοσμᾶς στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτός ὁ ἱερός ὑμνογράφος ἐπενόησε τά μέλη μέ τίς Ἀκροστιχίδες κατά τήν ὀνομασία σχεδόν κάθε ἡμέρας. Ἀπό αὐτή τήν πρωτοβουλία του παρακινούμενοι καί οἱ ἄλλοι ὑμνογράφοι Ἅγιοι Πατέρες, καί περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους ὁ Θεόδωρος καί ὁ Ἰωσήφ οἱ Στουδῖτες, ἀκολουθώντας τόν ἱερό ζῆλο του, καί στίς ἄλλες Ἑβδομάδες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς συνέταξαν ἱερά τριῴδια καί τά παρέδωσαν πρῶτα στή δική τους Μονή τοῦ Στουδίου καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ ἱεροῦ βιβλίου τοῦ Τριῳδίου τά συγκέντρωσαν ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες.

Σκοπός, λοιπόν, τῶν Ἁγίων Πατέρων μέ τό ἱερό βιβλίο τοῦ Τριῳδίου εἶναι νά μᾶς ὑπενθυμίση ὅλες τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἀρχή γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους καί νά φέρνη στό νοῦ μας πῶς πλασθήκαμε ἀπό τόν Θεό καί πῶς, ἀφοῦ ἀθετήσαμε τήν θεία ἐντολή, πού μᾶς δόθηκε γιά νά γυμνασθοῦμε πνευματικά, ἐξορισθήκαμε ἀπό τόν Παράδεισο καί τήν τρυφή του. Πῶς ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό ἐκεῖνον λόγῳ τοῦ φθόνου τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καί ἐχθροῦ διαβόλου, πού ἔπεσε ἀπό τή δόξα τοῦ οὐρανοῦ γιά τήν ἔπαρσί του καί πῶς παραμένουμε στερημένοι ἀπό τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας καί παρασυρόμενοι ἀπό τόν διάβολο. Πῶς ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, παρακινούμενος ἀπό τά φιλάνθρωπα σπλάγχνα του, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, κατῴκησε στήν μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας καί γιά χάρι μας ἔγινε ἄνθρωπος καί μέ τή δική του θεία βιοτή καί πολιτεία μᾶς ἔδειξε τήν ἄνοδο πρός τούς οὐρανούς, μέ τήν ταπείνωσι καί τήν νηστεία καί τήν ἀποχή τῶν κακῶν πράξεων. Καί πῶς ὁ Σωτήρας μας Χριστός ἔπαθε ἐπάνω στόν Σταυρό καί ἀναστήθηκε ὡς Θεός Παντοδύναμος καί πάλιν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς μέ τήν Θεία του Ἀνάληψι καί ἐξαπέστειλε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἁγίους Μαθητές του καί Ἀποστόλους. Καί πῶς ἀνακηρύχθηκε ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τέλειος Θεός καθ' ὅλα. Καί ἀκόμη τί κατώρθωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τήν Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος∙ ὅτι, δηλαδή, τούς Ἁγίους ὅλους ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου τούς προσείλκυσαν καί τούς συνένωσαν μέ τήν δύναμι τοῦ Θείου Κηρύγματος καί ἔτσι ἀναπλήρωσαν καί συμπλήρωσαν τόν ἄνω, τόν οὐράνιο κόσμο, (ἀπό τόν ὁποῖο ἀποστάτησε τό ἄλλοτε ἀγγελικό τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου).

Αὐτός, λοιπόν, ἦταν καί ὁ σκοπός τοῦ Κτίστου καί Δημιουργοῦ μας ἀπό τήν ἀρχή. Καί ὁ σκοπός τοῦ Ἱεροῦ Τριῳδίου εἶναι ὁ ἴδιος, νά μᾶς προετοιμάση γιά τόν ἄνω μακάριο καί τρισευδαίμονα κόσμο∙ νά τόν γνωρίσωμε, νά τόν ἀγαπήσωμε καί νά τόν ἀποκτήσωμε ὅταν ἔλθη ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Τό Ἱερό Τριῴδιο, πού ἀρχίζουμε σήμερα εἶναι μία οὐρανομήκης κλῖμαξ (σκάλα), ἡ ὁποία μέ τήν ἐκ βάθους ψυχῆς ὁλόθερμη καί συντριπτική κραυγή τοῦ Τελώνη∙ «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», μέ τήν συγκλονιστική ὁμολογία τοῦ ἀσώτου υἱοῦ∙ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου» καί μέ τήν ἐγκάρδια προσευχή τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ∙ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου», ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἱερούς καί κατανυκτικούς ὕμνους, τά ἱερά Ἀναγνώσματα καί τίς Ἱερές Ἀκολουθίες τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς περιόδου ἀνυψώνει πνευματικά τόν λαόν τοῦ Θεοῦ καί τόν μεταρσιώνει στά οὐράνια σκηνώματα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐπαληθεύεται τό περιεχόμενον τοῦ κατανυκτικοῦ ὕμνου τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου : «Ἐν τῷ Ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης Σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν».

Εἴθε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τά ἅγια καί ἱερά πρότυπα, πού προβάλλονται ἀπό τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία κατά τήν ἁγία αὐτή περίοδο τοῦ Τριῳδίου (ὁ Τελώνης, ὁ πρῴην Ἄσωτος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Πάγκαλος, ἡ πρῴην πόρνη, ὁ εὐγνώμων ληστής καί ὁ ἅγιος Λογγῖνος ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ ἐπί Σταυροῦ) νά μᾶς ἐμπνεύσουν, ἰδιαίτερα κατ' αὐτήν τήν περίοδο, καί οἱ ἅγιες ἑορτές τοῦ Τριῳδίου καί μάλιστα τά Ἅγια Πάθη καί ἡ Ἀνάστασις τοῦ Θείου Λυτρωτοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νά ἐνισχύσουν τήν ἁγία θεοπαράδοτη πίστι μας καί τόν κατά Θεόν πνευματικόν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς καί τελειώσεως.

Καί ἐπί τούτοις, εὐχόμενος εἰς ὅλους σας καλό, εἰρηνικό καί εὐλογημένο Τριῴδιο διατελῶ,

Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης
Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Κυθήρων Σεραφείμ

Τι ονομάζουμε Τριώδιο και τι είναι αυτό το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας; π. Χρίστος Πιτυρίνης



 Τριώδιο είναι το λειτουργικό βιβλίο που αποτελείται από Ύμνους, Ιερές Ακολουθίες και Συναξάρια της περιόδου που προετοιμάζουν τους Χριστιανούς για το Άγιο και Ιερό Πάσχα. Η περίοδος της προετοιμασίας αυτής, αρχίζει από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και λήγει το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου. Ο όρος Τριώδιο (από τις λέξεις «τρία» και «ωδή») οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί από τους Κανόνες των Ακολουθιών που περιέχονται σε αυτό έχουν μόνο τρεις ωδές: την 8η και την 9η πάντοτε, ύστερα δε μία από τις πέντε πρώτες.
Το Τυπικό της Εκκλησίας μας ορίζει ότι το Σάββατο στον Εσπερινό του Τελώνου και του Φαρισαίου, ο Δεξιός Ιεροψάλτης κατέρχεται από το αναλόγιό του και λαμβάνει το Τριώδιο που βρίσκεται κάτω από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο, κάνει τρεις μετάνοιες προσκυνά τον Κύριο και πηγαίνει ξανά στο αναλόγιο του όπου και άρχετε η ακολουθία του Εσπερινού.
Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην άκρως διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε προκειμένου να διδάξει την αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την έπαρση, με μοναδικό σκοπό την σωτηρία των ψυχών μας.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο απλό και κατανοητό, μας μεταφέρει την παραβολή αυτή ως εξής:
«Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην …άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το Ιερὸν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος Τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ᾿ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος· ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 18,10-14).
Οι Φαρισαίοι την εποχή εκείνη εκπροσωπούσαν την υποκρισία, την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση, με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή τους από τον δρόμο του Θεού. Αποκομμένοι από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο συγκρίσεως της ευσεβείας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντιθέτως οι Τελώνες ήσαν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτίας. Ως εισπράκτορες φόρων οι Τελώνες διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό δικαιολογημένα τους μισούσε ο λαός.
Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο Ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος, ο κατ’ όνομα και χαρακτηρισμό ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του. Τις εξέθετε προκλητικότατα με τέτοιο τρόπο ώστε απαιτούσε, θα λέγαμε, από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να πετύχει το στόχο του και να πιστεύει ότι είναι αρεστός στο Θεό έκανε αήθη σύγκριση του εαυτού του με τους άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα, την συγκεκριμένη στιγμή, με τον συμπροσευχόμενο στο Ναό Τελώνη.
Αντίθετα, ο αμαρτωλός Τελώνης, συναισθανόμενος την δεινή του κατάσταση και γνωρίζοντας τα λάθη και τα πάθη του, με συντριβή και ταπείνωση ζητά το έλεος του Θεού, πιστεύοντας ότι μόνο με το έλεος του Θεού μπορεί να βρει την λύτρωσε και την αγαλλίαση της ψυχής και της καρδιάς του. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, του οποίου η προσευχή όχι μόνο δεν έγινε δεκτή, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα και περισσότερες αμαρτίες, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου αφιερωμένη στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο. Αυτή τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού, ενώ η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, στην οποία οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.
Με πολύ απλά λόγια, το Τριώδιο είναι η χρονική περίοδος που οι Χριστιανοί μας ετοιμάζονται για την νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής και το Άγιο Πάσχα.
Οι εβδομάδες και οι ξεχωριστές Κυριακές που μας οδηγούν προς το Άγιο Πάσχα είναι οι εξής:
Η πρώτη, η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου που προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί όπως ο Τελώνης και όχι υπερήφανοι όπως ο Φαρισαίος.
Η δεύτερη, είναι η Κυριακή του Ασώτου, που μας διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχωρήσεως.
Η τρίτη, είναι η Κυριακή της Απόκρεω, όπου αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία, στην κρίση που θα λάβει χώρα, καθώς και στην χριστιανική αγάπη. Ονομάζεται έτσι επειδή είναι η τελευταία ημέρα που οι Χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας.
Η τέταρτη, είναι η Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινή, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο.
Η επόμενη μέρα από την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινή είναι η Καθαρά Δευτέρα, η αρχή της Μεγάλης Νηστείας, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπου είναι μία περίοδος νηστείας, προσευχής, και περισυλλογής που μας προετοιμάζει για την μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Κυρίου.
Ευχόμαστε εκ βάθους καρδίας αυτή η Κυριακή να είναι η απαρχή της μετάνοιάς μας και η διδακτική αυτή Παραβολή να γίνει το εφαλτήριο μιας νέας πνευματικής ζωής απαλλαγμένης από τις πολλές μας αμαρτίες, μια πνευματική ζωή ομοιάζουσα προς κλίμακα από γης προς ουρανό, η οποία θα οδηγήσει όλους μας στον Βασιλέα και Αναστάντα Κύριό μας ο οποίος μας προσμένει στην αγκαλιά του για να μας σκεπάσει«ον τρόπον όρνις επισυνάγει τα νοσσία αυτής υπό τας πτέρυγας».

Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου «Κατέβη δεδικαιωμένoς εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ» π. Χρίστος Πιτυρίνης

«Κατέβη δεδικαιωμένoς εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ»
telonis farisaiosΔυο εικόνες αντίθετες αλλά εξαιρετικά διδακτικές, αγαπητοί μου αδελφοί, μας παρουσιάζει η περικοπή του σημερινού ευαγ­γελίου. Δυο άνθρωποι ξεκινούν για ένα κοινό σκοπό αλλά κα­ταλήγουν σε αντίθετα αποτελέσματα. Ο ένας είναι Φαρισαίος και ο άλλος Τελώνης. Έρχον­ται στο ναό και αυτό δείχνει πώς το θρησκευτικό τους συναί­σθημα είναι βαθιά ριζωμένο και δεν χάνεται όσο και αν το καταπιέζει η κακία και η αμαρτία, όσο και αν με χίλιους τρόπους αγωνίζονται να το ξεριζώσουν. Ο Φαρισαίος ανήκει στη τάξη των ανθρώπων της πί­στεως. Κρατάει το νόμο και τούς προφήτες και θεωρεί­ται καλός και άγιος. Όμως είναι υποκριτής. Εκμεταλ­λεύεται τη θρησκεία και την ευσέβεια του λαού.
Προσεύ­χεται μεγαλόφωνα, για να τον καμαρώνουν και να τον επαινούν οι άλλοι. Ο άλλος ήταν τελώνης. Την εποχή εκείνη τελώνης ήταν το φοβερό επάγγελμα που σήμαινε καταπίεση, εκμετάλλευση και αδικία. Ήλθαν και οι δυο στο ναό. Όμωςτί έπρεπε να κά­νουν για να είναι δεκτή η προσευχή τους από το Θεό; Έπρεπε να γκρεμίσουν τα είδωλα που τους τυραννούσαν. Να γνω­ρίσουν σωστά τον αληθινό Θεό, να κατανοήσουν την θρη­σκεία της αγάπης που έλειπε και από τους δυο. Έρχονται να κτυπήσουν την θύρα του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Τους εμποδίζει η αμαρτία τους.
Ο Φαρισαίος προχωρεί και σταματάει στη μέση του ναού, κοιτάζει δεξιά και αριστερά αν τον βλέ­πουν για να καμαρώνουν τη μεγαλοπρέπειά του και την α­γιότητα, την ευλάβεια και τα καλά του έργα. Η λατρεία του δεν απευθύνεται στο Θεό. Εκείνος λατρεύει τον εαυτό του, το εγώ του. Η προσευχή του είναι ένα εγκώμιο, ένας έπαινος της φαινομενικής αρετής του. Σε ευχαριστώ Θεέ μου, λέει, γιατί δεν είμαι σαν τους άλ­λους αμαρτωλούς ανθρώπους ή και σαν αυτόν τον δυ­στυχισμένο Τελώνη. Εγώ τηρώ  τον νόμο, γιατί νη­στεύω, προσφέρω ελεημοσύνη και τηρώ τις υποχρεώσεις μου στο ναό σου.
Αρετή δεν είχε και τους άλλους κατέκρινε. Ύψωνε το ανάστημά του, και τούς άλλους τους έβλεπε τιποτέ­νιους και μηδαμινούς. Δεν είχε καμιά συναίσθηση της ψυ­χικής του καταστάσεως. Θα νόμιζε κανείς πώς ήταν όλοι έτοιμοι να τον θαυμάσουν, να τον επαινέσουν ακόμα και να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είναι οι αιώνιοι Φαρισαίοι υποκριτές. Είναι λύκοι με ένδυμα προβάτου. Αιώνιοι εκμεταλλευτές της πίστεως, με τον επενδύτη της αγιότητας. Φαρισαίοι που με το προ­σωπείο του σοφού, του αρχηγού και ηγέτη, εκμεταλλεύο­νται την αφέλεια του λαού με παράνομα συστήματα και καταχθόνια σχέδια.
Έξω στην αυλή, στέκεται ο τελώνης. Δεν τολ­μά να μπει μέσα. Είναι σκυμμένος κάτω από το βάρος της ενοχής των αμαρτιών του. Συναισθάνεται την ψυχική του κατάσταση. Είναι περίλυπος και δεν σηκώνει ούτε τα μάτια ψηλά. Κτυπά το στήθος του με τα χέρια δυνατά και ή καρδιά του μέσα σπαράσσεται και πονάει. Συλλογίζεται τα λάθη του, τις αδικίες, τη σκληρή και πονηρή συμπεριφορά του στους άλλους. Δεν τολμά να πει τίποτε. Είναι ο αμαρ­τωλός που παίρνει την απόφαση να μετανοήση. Λίγες λέ­ξεις μόνο προφέρουν τα χείλη του: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἀμαρτωλῷ».
Γνωρίζει πόσο άγιος είναι ο Θεός και πόσο ε­κείνος τον πρόσβαλε με τις αμαρτίες του. Ξέρει πώς είναι τα πάντα γνωστά στον Θεό τον παντογνώστη. Ξέρει πως δεν μπορεί τίποτα να κρύψη και πως δεν μπορεί να ξεφύγει από τα μάτια του Θεού. Μόνο ένας δρόμος του μένει ανοικτός. Να ζητήση το  έλεός, του, να με­τανοήση, και να αλλάξει ζωή. Αναγνωρίζει το αμέτρητο έλεός του Θεού και το ασήκωτο βάρος των δικών του αμαρτιών. Η αλλαγή έγινε, ή μετάνοια καρποφόρησε. Η ευλογία και ή χάρης του Θεού απλώνεται στα βάθη της ψυχής του. Η προσευχή τέλειωσε.
Ο Φαρισαίος και ο Τελώνης κατέβηκαν από τον ναό και έφυγαν για τα σπίτια τους. Ο Χριστός τους βαθμολόγησε. Ο Φαρισαίος βαθμολογήθηκε με μηδέν, για τον εγωϊσμό του, για την υποκρισία του, για την φαι­νομενική αρετή του. Ο αμαρτωλός Τελώνης δικαιώθηκε με τους στεναγμούς με τα δάκρυα, και με την μετάνοιά του. Είδαμε και τους δυο τύπους ανθρώπων που χαρακτη­ρίζουν την κοινωνία μας. Και οι δυο αντιπροσωπεύουν τον άν­θρωπο που είναι στην αμαρτία.
Οι Φαρισαίοι και οι Τελώνες σε κάθε εποχή λερώνουν και μαυρίζουν την κοινωνία με αδικίες και υποκρισίες, με βιαιότητες και απάτες, με ασπλαχνία και δο­λιότητα. Μόνο όταν μετανοήση ο άνθρωπος αγαπητοί μου, παύει να εί­ναι συμφορά για τους άλλους. Ενώ απενα­ντίας γίνεται ευεργετικός και τίμιος. Όσο κανείς μένει σαν τον Φαρισαίο, πάντα θα είναι άδικος και πονηρός περισσότερο από τον Τελώνη γιατί χρησιμοποιεί σαν μέσον την ίδια του τη θρησκεία και εκμεταλλεύεται την πίστη και την ευσέβεια των άλλων.
Από σήμερα, αδελφοί μου, στην αρχή του Κατανυκτικού Τριωδίου, στην αρχή και την εί­σοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία, μας καλεί σε συναίσθηση της πνευματικής και ηθικής μας καταστά­σεως και ζητά την μετάνοια μας και τη διόρθωση του βίου μας. Κανείς δεν μπορεί να καυχάται για την αρετή και την αγιό­τητά του. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ένοχοι μπροστά στο Θεό. Η επίδειξη αρετής είναι φαρισαϊσμός. Η ψυχή μας ζητά τον Θεό της και όταν ακόμα επιδιώκουμε να τον αρνηθούμε.
Δεν ζούμε στο θέλημά του και παραμερίζουμε τον νόμο του, γιατί μας εμ­ποδίζουν τα πάθη μας σαν τον Φαρισαίο και τον  Τελώνη του σημερινού ευαγγελίου, ο εγωϊσμός και ή δίψα του πλούτου. Η ψυχή μας στενάζει κάτω από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας. Μετάνοια ειλικρινής και ταπείνωση είναι το κλειδί της σωτηρίας, όπως επιγραμματικά τονίζει στην ση­μερινή περικοπή του ευαγγελίου ο Κύριος: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἐαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἐαυτόν ὑψωθήσε­ται».

Την 9ην του μηνός Φεβρουαρίου 2014, Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου.

Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την έπαρση.

Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής:


«Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». (Λουκ.18,10-14).

Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας . Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό τους μισούσε δικαιολογημένα ο λαός. Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη.
Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν, καὶ Τελώνου μάθωμεν, τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς, πρὸς τὸν Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε.

ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2014 ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ) Στις κορυφογραμμές της ταπείνωσης «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».



(Λουκ. ιη΄ 10-14)                                                                      (Β Τιμ. γ΄ 10-15)
Στις κορυφογραμμές της ταπείνωσης
«Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».
Η είσοδος στην περίοδο του Τριωδίου σπρώχνει τον άνθρωπο να εγκολπωθεί την άσκηση, τη μετάνοια και κυρίως την ταπείνωση, ως τρόπο ζωής. Η Εκκλησία απευθύνει πρόσκληση για να περάσουμε από τις πνευματικές εκείνες βαθμίδες που οδηγούν στην ένωσή μας με τον Θεό. Τα αναγνώσματα, η υμνολογία και όλες οι λατρευτικές ακολουθίες της περιόδου, είναι εναρμονισμένες με το κατανυκτικό κλίμα των ημερών και με τις πνευματικές ανατάσεις, που προβάλλουν ως βίωμα και εμπειρία αληθινής ζωής.
Πολύ διδακτική είναι ως προς τα μηνύματα και τα νοήματά της, η σημερινή πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, η οποία ονομάζεται του Τελώνου και του Φαρισαίου, από τη γνωστή ευαγγελική περικοπή. Θέλει ακριβώς να μας δείξει ότι η πνευματική πορεία του ανθρώπου περνά μέσα από το ταπεινό φρόνημα, από την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του. Γκρεμίζει τους μηχανισμούς της υπερηφάνειας, την περιστροφή γύρω από το εγώ και την αυτοαξία του ανθρώπου. Οι καταστάσεις αυτές, δηλαδή από τη μια η υψοποιός ταπείνωση και από την άλλη η υπερηφάνεια και η εγωκεντρικότητα, βρίσκουν την έκφρασή τους στα πρόσωπα του Τελώνη και του Φαρισαίου, όπως αυτά ξεπροβάλλουν μέσα από τη γνωστή διήγηση.
Το αυτοείδωλο
Η περίπτωση του Φαρισαίου αποτελεί καθρέφτη των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι προσπαθούν να συζεύξουν την επιφανειακή θρησκευτικότητα με τους μανδύες της υποκρισίας. Είναι η χειρότερη συνταγή που οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή και στην απώλεια. Πρόκειται για εκείνους που επιλέγουν να εφαρμόζουν τις εντολές του Θεού με ένα εξωτερικό και τυπικό τρόπο, αφήνοντας σ την καρδιά τους να ριζοβολούν τα ζιζάνια της σκληροκαρδίας και της έπαρσης. Σ’ αυτή την κατάσταση , ο άνθρωπος βλέπει τα πάντα ως ικανότητες δικές του, διαχωρίζοντας τον εαυτό του από τους άλλους. Στην πραγματικότητα, φυλακίζει τον εαυτό του στον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Τόση είναι η διαστροφή που βιώνει και η αλαζονεία που τον κυριεύει, ώστε κάνει τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίζει τα χειροκροτήματα και την επιβράβευση των άλλων. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι τους περιφρονεί και τους απορρίπτει με τον εγωισμό του. Σ’ αυτή την φάση ή καλύτερα την αντίφασή του, ο άνθρωπος από «εικόνα του Θεού» αφήνει τον εαυτό του να μετατρέπεται σε μια διχασμένη και δυστυχισμένη προσωπικότητα.
Δυστυχώς και στις μέρες μας, βιώνουμε ένα διαβρωμένο πολιτισμό που προάγει και αποθεώνει την υπερηφάνεια και την αυτάρκεια του Φαρισαίου. Σήμερα ο άνθρωπος οικοδομεί και οργανώνει τη ζωή του στην αλαζονεία, στήνει σύγχρονους «πύργους της Βαβέλ», ειδωλοποιεί τα πάντα και κυρίως εξορίζει από τη ζωή του την παρουσία και την χάρη του Θεού. Ανήγαγε την ύλη σε αυτοαξία και με την οικονομική σήμερα κρίση βλέπει όλα να έχουν γκρεμισθεί και ο ίδιος να βυθίζεται στην απόγνωση και την απελπισία. Μέσα ακριβώς από την έπαρσή, μετέτρεψε τη ζωή του σε εφιάλτη και την άφησε εντελώς αποψιλωμένη από την χαρά, την ελπίδα και την αισιοδοξία.
Η ταπείνωση
Το πώς ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τον φαύλο κύκλο που με τα έργα του ο ίδιος εξέθρεψε και να υπερβεί τα φοβερά αδιέξοδα της ζωής του, μάς το δείχνει ο δρόμος που ακολούθησε ο Τελώνης. Είχε την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του και αυτό που τον διέκρινε ήταν η αναγνώριση της αποκοπής του από τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Για τον ξεπεσμό του αυτό, δεν καθιστούσε οποιοδήποτε άλλο υπεύθυνο παρά μόνο τον εαυτό του.
Ωστόσο, ο Τελώνης παρά την αμαρτωλή ζωή του, το ταπεινό φρόνημα που εγκολπώθηκε στη ζωή του τον απογειώνει σε δυσθεώρητα πνευματικά ύψη. Ανεβαίνει τόσο ψηλά που προβάλλεται ως πρότυπο ζωής από την Εκκλησία. Αναγνώριζε την παρουσία του Θεού μέσα από τους άλλους ανθρώπους. Τους αντίκριζε πραγματικά ως «εικόνες του Θεού». Γι’ αυτό και όταν τους αδικούσε έβλεπε τις ενέργειές του να συνιστούν προσβολή στη θεία αγάπη. Αυτό που άρδευε ευλογημένα την καρδιά του ήταν η συμπάθεια, το έλεος, η αγάπη και η συγχώρηση του Θεού. Γι’ αυτό και δεν παρέλειπε να λέει: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είναι πραγματικά εδώ που στο πρόσωπο του Τελώνη αποκαλύπτεται ένα μεγάλο θαύμα που μπορεί να συντελεστεί στον καθένα που θα θελήσει ν’ ακολουθήσει τη δική του πορεία. Εγκολπώθηκε την υψοποιό αρετή της ταπεινοφροσύνης. Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν πολύ χαρακτηριστικά: «Στολή της θεότητος εστίν η ταπεινοφροσύνη». Άλλωστε και η δόξα του Θεού αποκαλύπτεται στην ταπείνωσή του.
Αγαπητοί αδελφοί, όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να είναι δεκτικός στην χάρη του Θεού, τότε ο καρπός που γεννάται μέσα μας είναι η πραότητα και η ταπείνωση. Ιδιαίτερα η αρετή της ταπείνωσης που τόσο εξυμνείται από την πατερική γραμματεία, αποτελεί το θεμέλιο όλων των άλλων αρετών και κυρίως τη βάση στην οποία μπορεί να στηρίζεται ο άνθρωπος για να περάσει από τους σταθμούς της μεγάλης αυτής πνευματικής περιόδου του Τριωδίου. Άς μην λησμονούμε, λοιπόν, ότι «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται».





Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ Η ταπείνωσις είναι ανάγκη ψυχής

Θα προσπαθήσωμεν να εντρυφήσωμεν, αδελφοί μου, εις τα δύο στοιχεία, τα οποία συναντώνται εις την σημερινήν ευαγγελικήν διήγησιν. Στοιχεία, τα οποία επί αιώνας κοσμούν την ανθρωπίνην υπόστασιν και συναντώνται εις πάσαν εποχήν και χώραν.

Την υπερηφάνεια και την ταπεινοφροσύνην. Ο υπερήφανος Φαρισαίος, υπερίπταται εις την σφαίραν της αλλαζονείας. Δεν ημπορεί να προσεγγίση ουδείς, τα πλεονεκτήματά του. Είναι μόνον αυτός και ο εαυτός του• ουδείς άλλος.

Καμμία κατηγορία δεν έχη να προσάψη εις τον εαυτόν του, αλλά αυτοθαυμάζεται, κατηγορώντας και εξευτελίζοντας τους συνανθρώπους του. Δεν κάμη ποτέ λάθη, η ζωή του, η ύπαρξίς του φαινομενικώς αγία και με αρετάς, αλλά η προσευχή του προς τον Θεόν, αποτελεί βλασφημία και ύβριν και προς τούτο απορρίπτεται υπό του καρδιογνώστου Θεού.

Ο ταπεινός τελώνης, δεν έχη το προσωπείον του νομοδιδασκάλου Φαρισαίου, τηρητού των νόμων του Θεού, διότι λόγω του επαγγέλματός του καταδυναστεύει τον λαόν με την είσπραξιν των φόρων και αφ’ εαυτού του είναι μισητός υπό πάντων.

Έχει όμως την αρετήν της ταπεινώσεως, η οποία μονομιάς εξαλοίφει τα αμαρτήματά του. Συναισθάνεται βαθύτατα την αμαρτωλότητά του και την ομολογεί δημοσίως, εις τον ναόν το Θεού όπου προσεύχεται. Δεν υψώνει τους οφθαλμούς του εις τον ουρανόν όπως ο Φαρισαίος.

Ψελλίζει την προσευχήν της μετανοίας του «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Δεν δικαιολογείται και δεν προσπαθεί να συγκαλύψη την ενοχήν του. Ευρίσκει μόνον στήριγμα εις το έλεος του Θεού και με συντριβήν καρδίας, προσεύχεται εκζητών την λύτρωσιν και την σωτηρίαν.

Εις αυτήν την ταπείνωσιν, την κλείδα της ουρανίου βασιλείας ιστάμεθα. Διότι η ταπείνωσις είναι αυτογνωσία, ειλικρινής εξομολόγησις, ομολογία, αναγνώρισις, σωτηρία. Η ταπείνωσις είναι ανάγκη ψυχής. Μέγιστον παράδειγμα το της ευαγγελικής διηγήσεως, αγαπητοί μου, εν ω ευρισκώμεθα εις την απαρχήν του Τριωδίου. Η εκκλησία καλεί και κατευθύνει σήμερον τον άνθρωπον «Υψηγορίαν φύγωμεν Φαρισαίου και Τελώνου μάθωμεν το ταπεινόν» (Δοξ. των Αίνων).
Μακάριος ο Χριστιανός ο οποίος σπεύδει εις εξομολόγησιν παθών και λέγει το «ήμαρτον» και εκζητεί υπό του Θεού, το έλεος και την σωτηρίαν. Ο αμαρτωλός άνθρωπος, συνδέεται δια της ταπεινώσεως με τον Θεόν και ευρίσκει ειρήνην εις την ζωήν του και ανάπαυσιν εις την ψυχήν του.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ- ΠΟΝΗΡΟΙ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΣ ΠΡΟΚΟΨΟΥΣΙΝ


Ένα από τα πιο δύσκολα στην απάντηση ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε όσοι πιστεύουμε στο Θεό είναι το  γιατί  «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται και πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β’ Τιμ.  3, 12-13). Όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο. Θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν. Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο, λίγο καιρό πριν το μαρτύριό του στην Ρώμη στα χρόνια του Νέρωνα, κάνει τον απολογισμό της ζωής του και περιγράφει αυτό το οποίο πάντοτε οι χριστιανοί είχαμε και έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Να διαπιστώνουμε ότι εκείνοι οι οποίοι όχι μόνο δεν τηρούν το θέλημα του Θεού, αλλά δρούνε εναντίον Του, εναντίον της αλήθειας και της δικαιοσύνης, προκόπτουν. Δοξάζονται. Ζούνε καλά. Εξαπατούν τους άλλους ανθρώπους και εξαπατούνται από εκείνους, καθώς μεταξύ των πονηρών υπάρχει ανταγωνισμός στο κακό. Θριαμβεύει το συμφέρον και η ανομία. Και την ίδια στιγμή, όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με σεβασμό στο Θεό και σύμφωνα με το θέλημά Του, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς, είτε αίματος, είτε συνειδήσεως.  
Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα. Όποιες ερμηνείες και να δοθούν, έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη δυνατότητα κατανόησης των πραγμάτων και όχι με τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός δρα. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι στη σχέση Θεού και ανθρώπου δεν λειτουργεί η λογική της ανταπόδοσης και του συμφέροντος, δηλαδή θα δώσουμε στο Θεό και θα περιμένουμε από Εκείνον να λάβουμε, δείχνει ότι η σχέση μας με το Θεό στηρίζεται στην αγάπη και την ελευθερία. Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας, τις αποφάσεις μας, τον τρόπο με τον οποίο πορευόμαστε, ακόμη κι αν αυτός δεν έχει να κάνει με το θέλημά Του, ακόμη κι αν αυτός είναι βλαπτικός για τους άλλους ανθρώπους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι εντός μας δεν έχουμε σήματα, τα οποία δείχνουν τι αληθινά ζητά από εμάς ο Θεός και τι από όσα πράττουμε είναι αντίθετο. Τοποτηρητής του Θεού στην ψυχή μας είναι η φωνή της συνείδησής μας. Αυτή μας υπενθυμίζει τι είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού και τι όχι. Τι μας κάνει να εκφράζουμε το νόημα και τα έργα της ζωής μας στηριγμένοι στην αγάπη για το Θεό και τον συνάνθρωπο και τι όχι. Το ερώτημα είναι κατά πόσον επιτρέπουμε στη συνείδησή μας να λειτουργήσει ή την έχουμε περιορίσει σε μία ψυχολογική λειτουργία επίγνωσης ότι υπάρχουμε και ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους, χωρίς να τη συνδέουμε με το ήθος της ζωής μας.
Μας βολεύει να αποδίδουμε στο Θεό ευθύνες για το κακό στον κόσμο, όπως επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, όντας πονηροί και γόητες, προοδεύουν. Έτσι αποφεύγουμε τις ευθύνες μας διότι ανεχόμαστε οι δομές του κόσμου και της κοινωνίας να προχωρούν χωρίς το Θεό. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να προχωρήσει, εάν δε γίνει αποδεκτός από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Εάν η συμπεριφορά του απορριφθεί, τότε αναγκαστικά και αυτός θα κατανοήσει ότι δεν μπορεί ν θέλει να προοδεύσει μέσα στην πονηρία και την ανηθικότητα. Την ίδια στιγμή κατεχόμαστε από έναν κρυφό θαυμασμό γι’  αυτούς,διότι θεωρούμε πως έχουν κέρδος από την αντίθεη ζωή και συμπεριφορά τους, ενώ όσοι είμαστε χριστιανοί και θέλουμε να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αντιμετωπίζουμε απόρριψη και διωγμό.  Άλλοτε πάλιχρησιμοποιούμε φαρισαϊκά το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων για να αυτοδικαιωθούμε, διότι δεν είμαστε όπως εκείνοι και έτσι θεωρούμε ότι δικαιούμαστε την αποδοχή του Θεού για τις δικές μας επιλογές.
Το κοινωνικό κακό, η εξαπάτηση των ανθρώπων από όσους ελεύθερα επιλέγουν να ζούνε αντίθετα με το θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να διορθωθεί εάν δεν πεινάσουμε για την δικαιοσύνη, δηλαδή για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού στη ζωή μας και στη ζωή του κόσμου, όπως επίσης και δεν αγωνιστούμε γι’  αυτήν στην κοινωνία, στο περιβάλλον, στον εαυτό μας, στη. Αγώνας σημαίνει πρωτίστως μη αποδοχή τέτοιας ζωής και συμπεριφοράς ως υγιούς. Σημαίνει καταγγελία όχι του ανθρώπου, αλλά του τρόπου. Σημαίνει διακήρυξη της ανάγκης για μετάνοια και ταπεινότητα. Την ίδια στιγμή σημαίνει αγώνας να κρατηθεί η συνείδησή μας στα όσα έχει μάθει από αυτούς που αγαπούν το Θεό, αλλά και εμάς, τους αγίους, τους πνευματικούς μας πατέρες, την παράδοση της Εκκλησίας μας. Γι’  αυτό και ο Παύλος προτρέπει τον Τιμόθεο: «Συ δε μένε εν οις επιστώθης, ειδώς παρά τίνος έμαθες» (Β’  Τιμ. 3,14). Εσύ όμως να μένεις σ’  αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια.
 Ας θριαμβεύουν οι πονηροί και οι γόητες. Ας μας διώκουν για το ότι τηρούμε το θέλημα του Θεού. «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 10). Την ίδια στιγμή που μας διώκουν, εμείς καλούμαστε να προσευχόμαστε, να συγχωρούμε και να εμμένουμε στο θέλημα του Θεού. Όχι για να αυτοδικαιωθούμε, αλλά γιατί αγαπούμε ελεύθερα Αυτόν που μας άνοιξε το δρόμο της σωτηρίας. Και εμπιστευόμαστε σε Εκείνον το γιατί επιτρέπει σε όσους Τον αρνούνται να δείχνουν ότι επικρατούν. Δεν μας εκφράζει το ήθος τους. Άλλωστε, προσωρινή είναι η επικράτησή τους, καθώς ο θάνατος καραδοκεί. Την ίδια στιγμή όμως δεν υπερηφανευόμαστε για ό,τι κάνουμε, αλλά αναγνωρίζουμε ότι έναντι του Θεού είμαστε ελλιπείς. Και δεν προσδοκούμε δικαίωση διότι βλέπουμε και την δική μας κατάσταση. Και ο Κύριος θεωρεί την δική μας τελωνική αυτεπίγνωση και δίνει το έλεός Του, αλλά και την ενίσχυση στη ζωή μας ώστε να παραμείνουμε επιθυμούντες ευσεβώς ζην. Αυτό είναι και το νόημα του Τριωδίου, στο οποίο εισερχόμαστε. Να μην αλλοτριωθούμε από το ήθος του κακού και της πονηρίας, αλλά να αναζητούμε τον δρόμο του θελήματος του Θεού. Τον τρόπο που μας οδηγεί στην βίωση της Βασιλείας Του. Την ελευθερία από τα πάθη και τον έπαινο των ανθρώπων, την μετάνοια και την υιοθέτηση της αγάπης προς το Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Ό,τι κι όπως είναι. Ας αφήσουμε λοιπόν την συνείδησή μας να λειτουργεί κατά Θεόν κι Εκείνος δεν θα μας αφήσει αστήρικτους.

Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 2014

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...