Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Απριλίου 09, 2015

Πάθος Θεού=Ελευθερία της Δημιουργίας Πρωτοπρ. Γερασίμου Ζαμπέλη

Πρωτοπρ. Γερασίμου Ζαμπέλη, Σταυρός και Ανάσταση,Λευκάδα 2004, σελ. 37-45
Ο ιερός χώρος της Ιουδαϊκής γης, από την στιγμή, που εξαγιάστηκε με την παρουσία του Θεανθρώπου, δεν αποτελεί ένα μικρό, μηδαμινό κομμάτι της ανθρωπότητας. Έχει έκτοτε πάρει θεόρατες, οικουμενικές διαστάσεις. Τα δραματικά γεγονότα, που τόσο σύντομα ξετυλίχθηκαν πάνω στο πονεμένο κορμί εκείνης της άκρης του κόσμου, έχουν την αντοχή και την δυνατότητα να προσδώσουν την αναγκαία πνευματική έκταση, η οποία ταυτόχρονα προσφέρει το λυτρωτικό και σωτηριολογικό μέγεθος σε κάθε ψυχή, που ταπεινά και αληθινά προσεγγίζοντας, ατενίζει, με θεραπευτική διάθεση, το Όλύμπιο αυτό ύφος.
Σε κείνο τον ιερό χώρο θυσιάσθηκε ο «χορηγός της ζωής». Δοκιμάστηκε η άφθαρτη αγάπη του Θεού μέσα στο πύρινο χωνευτήρι της αδικίας· της αστοχίας - του εγωϊσμού και της ανόητης πνευματικότητας του τραγικού διαχρονικού «Προμηθέα Δεσμώτη» άνθρωπου. Ενώ ταυτόχρονα αντιπροσωπεύτηκε το βαρύτατα τραυματισμένο «γένος των ανθρώπων», από την αμείωτη φορά και ανίατη φθορά της Προπατορικής ανταρσίας, με τον Σταυρό και την θυσία του μεγαλομάρτυρα Χριστού. Έτσι ο Ιησούς γίνεται τώρα ο δεύτερος γενάρχης της Χάριτος. Αφού ο έντονα τραυματισμένος και ακέφαλα «χτυπημένος» από την ιοβόλο πρόκληση στον υπέροχο κήπο της Εδέμ κόσμο η Δημιουργία, δεν είχε την δύναμη και την δυνατότητα να συγχωρήσει τα πολυδύναμα διαλυτικά της πταίσματα. Ο Θεάνθρωπος ανέλαβε το βάρος των αδυναμιών του κόσμου· σήκωσε στους Πανάχραντους ώμους Του τις αμαρτίες των ανθρώπων και με το Πανάγιο Αίμα Του ξέπλυνε την ενοχή τους, σχίζοντας το τραγικό χειρόγραφο της αμαρτίας (Κολ. 2.14), που τόση οδύνη, μαρτύριο και αποστασία προσέφερε στον τραγικό ναυαγό του γαλήνιου πελάγους της θείας αγάπης. Και αποκατέστησε τις διαταραγμένες σχέσεις Θεού - Δημιουργίας.
Και μη ξεχνάμε! Ο Σταυρός του Θεού είναι η υπέρτατη και αποτελεσματική πράξη επαναλειτουργίας και διαφύλαξης της ιερότητας και της καθαρότητας της Δημιουργίας. Ο πόνος, η αγωνία και το Αίμα του Θεού, που τόσο πολύ άφθονα έρρευσαν την μεγάλη στιγμή της φοβερής δοκιμασίας Του, εξαγόρασαν την δημιουργική πνοή· την ειρήνη και την ελευθερία στο πάντιμο έργο των «θείων δακτύλων». Ο Χριστός άπλωσε τα πονεμένα χέρια Του στον μαρτυρικό Σταυρό και «ήνωσε τα το πριν διεστώτα», δηλαδή τον Θεό και τον κόσμο, που τόσο γρήγορα και φτηνά η Έωσφορική αλαζονεία τους είχε διαχωρίσει.
Και όχι μόνο! Συμφιλιώθηκε και ειρήνευσε ο Πλάστης με το Πλάσμα. Όλα πια κινήθηκαν με την αμάραντη δύναμη και φορά της Ελευθερίας του Χριστού, που με τόση προκλητικότητα και πονηριά νόθευσε ο «αντίδικος» διάβολος, αλλοιώνοντας το νόημα και τον σκοπό του ανθρώπου και της Δημιουργίας ολόκληρης. Παγιδεύοντας αυτό το «καλά λίαν» δημιουργημένο έργο του Θεού σε μία άντίστροφή και έντονα αρνητική κίνηση θανάτου. Οδηγώντας το έξω από τον ζωηφόρο χώρο της θείας αγάπης, μέσα σε αφανή και εμφανή κυκλώματα πνευματικής υποταγής και βεβήλωσης· σε ηθικά ναρκοπέδια που απεργάζονται την έκπτωση από την αγάπη· τον μολυσμό· τον παραλογισμό και την αιχμαλωσία σε «λογικές» θανάτου.
Ο Χριστός με το υπερφυές μεγαλείο του θείου Του Πάθους, με την αιμορραγία Του πάνω στο χαριτόβρυτο Σταυρό, «χτύπησε το αταπείνωτο κεφάλι» (της διαχρονικής και μεταπτωτικής έχθρας (Έφεσ. 2,16), που κρυφοζούσε μέσα στα ηφαιστειώδη σπήλαια των καρδιών και της επαναστατημένης δημιουργίας, προσφέροντας «αντίτιμο» ισχυρό και θείο, την ίδια την ζωή Του, που όμως οδήγησε στην λύση τοϋ δράματος και την λύτρωση της τραγωδίας του κόσμου.
Έτσι ο Σταυρός του Θεανθρώπου αποτελεί μία ακόμη στρόφιγγα ζωής και ελευθερίας, που μπορεί ολοκληρωτικά και αποτελεσματικά να διασώσει το περιβάλλον και τον περιβαλλόμενο, την μαρτυρική κτίση και τον τραγικό άνθρωπο, από τις καταθλιπτικές δαγκάνες της μεγάλης και περίεργης μόλυνσης -κύρια πνευματικής- ηθικής, που μετασχηματίζονται στη συνέχεια σε εκρηκτικές εστίες πολύμορφου θανάτου - που τόσο «χτυπούν» τυφλά τα νεύρα της όλης της Δημιουργίας. Και ασφυκτικά επίπονα· και επίμονα βασανίζουν ψυχές και σώματα, αλλά και ολόκληρη την κτίση κάτω άπό ασφυξιογόνο και μολυσματικό τους «δηλητήριο», για να τα οδηγήσουν από την πνευματική-ηθική νάρκωση, στον ευτελισμό, τον παραλογισμό και την αλόγιστη φθορά.
Η Εκκλησία με την καταπληκτική και αγιότεκνη υμνολογία της επισημαίνει την μεγάλη αυτή αλήθεια. Αποθέτει με εμπιστοσύνη στην τραυματισμένη καρδιά του ταλαίπωρου κόσμου την θεία του και σωτήρια πρόκληση. Και δείχνει, μέσα στο νοσογόνο και μολυσματικό σκοτάδι της εποχής, την ολόδροση πηγή της ελπίδας και την χαριτόβρυτη βρυσομάνα της ζωής και της ελευθερίας. Δεν αγνοεί την προκλητικότητα της εποχής. Ούτε αρνείται την δραματικότητά της. Βλέπει ακριβώς το δράμα της το μεγάλο και καταθέτει την ζωηφόρο αγάπη της, για το ευλογημένο ξεπέρασμα. Για το άνθισμα της λύτρωσης της από τα πολυχρόνια φθοροποιά δεσμά της.
Μέσα από το λειτουργικό-υμνολογικό μας περιβόλι θα δρέψουμε ελάχιστα άνθη ζωής και ελευθερίας, που τόσο πολύχυμα τα ποτίζει ο Σταυρός του Κυρίου και γίνονται μυστικοί πήδακες, που αποκαθαίρουν το «λύμα» της φθοράς και το μεταποιούν σε δύναμη και περιουσία αθανασίας.
«Τα πάθη τα σεπτά η παρούσα ήμερα, ως φώτα σωστικά, ανατέλλει τω κόσμω· Χριστός γαρ επείγεται του παθείν αγαθότητι· ο τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων καταδέχεται αναρτηθήναι εν ξύλω του σώσαι τον άνθρωπον».
Ο Χριστός ξεκινάει το δρόμο του μαρτυρίου Του, που περνάει από τον Σταυρό προκειμένου να διαγράψει και να ακυρώσει την φυγόκεντρη φορά της αρχαίας παρακοής, που δηλητηρίαζε επικίνδυνα την δημιουργία τοΰ Θεοϋ. Τώρα η άφθαρτη αγάπη του Θεού εισβάλλει δυναμικά στην νοσογόνο πρόκληση του θανάτου και της φθοράς, για ν' ανθίσει το λυτρωτικό χαμόγελο της ευτυχίας στην ταλαίπωρη κτίση και τον αιχμάλωτο άνθρωπο.
Ο ιερός υμνογράφος προχωρεί. Αποκαλύπτει την τραγωδία της ένοχης δημιουργίας. Που αγωνιά· πονάει· αιματώνεται στο χαράκωμα της αμαρτίας και κατακαίγεται στην υψικάμινο των ένοχων έργων.
«...Ίδε την βεβυθισμένην τη αμαρτία, την απηλπισμένην δια τας πράξεις, την μη βδελυχθείσαν παρά της σης αγαθότητος· και δος μοι Κύριε, την άφεσιν των κακών και σώσον με».
Η αμαρτία πληγώνει τον άνθρωπο. Σκοτίζει την λογική. Εξαγριώνει και μολύνει την δημιουργία. Την φωτογράφιση αυτού του μαρτυρικού «τοπίου» κάνει με τον παραπάνω λόγο του ο υμνογράφος. Και προσφέρει ταυτόχρονα το θεραπευτικό «εργαλείο». Την σώζουσα αγάπη του Θεού, που δεν αρνείται τον ασθενή, τον απελπισμένο, τον πληγωμένο από τις δαγκάνες της αμαρτίας. Αντίθετα μάλιστα. Προσφέρει την αγάπη Του και την ζωή Του, για να αποχτήσουν ξανά την ζωή, που έχασαν ή που πλήγωσαν.
Δια του υμνογράφου η Εκκλησία μας, που είναι «η σωτηρία αυτών που χάνονται», απευθύνεται στον χορηγό και ελευθερωτή Ιησού. Στον «πραθέντα και ελευθερώσαντα ημάς».
Εξαλλου η ζωή και η δημιουργία έχουν ραγίσει από τότε που ο άνθρωπος αυτονομήθηκε από τον λόγο της θείας αγάπης. Έχασαν την ποιοτική τους βαρύτητα. Και βυθίσθηκαν σ' ένα σκληρό, τυραννικό σκοτάδι. Ένα σκοτάδι θανάτου.
Μ' ένα πρωτόγνωρο και θαυμάσιο λυρικό ξέσπασμα ο ποιητής αγγίζει τον φλεγόμενο χώρο. Και χρησιμοποιώντας εικόνες από το φυσικό μεγαλείο της δημιουργίας, με κάλλος εκφράσεως μοναδικό - ιεροπρέπεια βιώματος ασύγκριτη και ταπείνωση υψιπετή, αποκαλύπτει το δράμα της αιχμαλωσίας. Ενώ ταυτόχρονα παραδίδει την βαρυαλγούσα ύπαρξη στα χέρια της θείας αγάπης.
«...Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ· κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη άφάτω σου κενώσει.
Ο πόνος οργώνει την αμαρτωλή ψυχή. Κι όσο περισσότερο αυτή έχει αυτογνωσία, τόσο περισσότερο γονατίζει· ταπεινώνεται· συντρίβεται ενώπιον του μεγαλομάρτυρα Δημιουργού. Ενώπιον του «ταπεινού γίγαντα», που έδειξε τον καλύτερο δρόμο για την ελευθερία..
«Ο λίμνας και πηγάς και θάλασσας ποιήσας, ταπείνωσιν ημάς εκπαιδεύων αρίστην, λεντίω ζωννύμενος υπερβολή ευσπλαχνίας και υψών ημάς από βαράθρων κακίας, ο μόνος φιλάνθρωπος».
Ελευθερώνεται σιγά-σιγά ο δρόμος. Ο Ιησούς με το υπέρτατο παράδειγμά του -την ταπείνωση- α νθίζε ι, το χαμόγελο της ελπίδος στην ανήσυχη και τόσο χαλαιπωρημένη δημιουργία. Θεληματικά πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου προκειμένου να συντρίψει τα άθλια δόκανα του διαβόλου και να ελευθερώσει τον άθλιο αποστάτη από την μεγάλη, βασανιστική περιπέτεια του θανάτου. Ο Σταυρός του Χριστού είναι η πληρωμή Του για την ελευθερία του αανθρώπου και της κτίσεως.
Έτσι, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον γυμνός εις κρίσιν ίστατο και εν σιαγόνι ράπισμα εδέξατο υπό χειρών ων έπλασε· ο δε παράνομος λαός τω σταυρώ προσήλωσε τον Κύριον της δόξης» και στην μεγάλη εκείνη προδοσία του Σωτήρα και Ευεργέτη «το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη· ο ήλιος εσκότασε, μη φέρων θεάσασθαι Θεόν υβριζόμενον, ον τρέμει τα σύμπαντα».
Τα γεγονότα που ύφαναν το στιμόνι της τραγωδίας του Γολγοθά, οπωσδήποτε ξεπερνούν την αντοχή της ανθρώπινης λογικής. Γι' αυτό έκπληκτος ο ιερός υμνωδός θα α ναφωνήσει : «φρίξον ήλιε, στέναξον η γη και κλονουμένη βόησον· Ανεξίκακε Κύριε δόξα σοι». Συνοδός, βέβαια στην ιερή αποτίμηση των θείων γεγονότων ο άνθρωπος και η κτίση. Ολόκληρη η δημιουργία ακτινογραφεί αθόρυβα ή συνοδοιπορεί και συμπάσχει με τον «μόνο εν μακροθυμία ανείκαστο» Χριστό. Αυτόν που είναι «ο Λόγος του Θεού ο ζων και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν» (Εβρ. Δ', 12). Αυτόν, που θυσιάζεται για την ελευθερία τους. Που προσφέρει τον Εαυτό Του στον Σταυρό για την σωτηρία όλων μέσα στους ατελεύτητους αιώνες.
«Σταυρωθέντος σου, Χριστέ, πάσα η κτίσις βλέπουσα έτρεμε· τα θεμέλια της γης διεδονήθησαν φόβω του κράτους σου· σου γαρ υψωθέντος σήμερον, γένος εβραίων απώλετο· του ναού το καταπέτασμα διερράγη διχώς· τα μνημεία ηνεώχθησαν και νεκροί εκ των τάφων εξανέστησαν...».
Η Σταυρική όμως θυσία του Θεανθρώπου άγγιξε λυτρωτικά την δημιουργία. Απετέλεσε την πρωτοπόρο μιας αναγκαίας οικολογικής επανάστασης, που ξεκινάει άπό την ελευθερία των ψυχών την ολοκληρωτική ανάσταση του ανθρώπου και διαχέεται λυτρωτικά στην κτίση. Η καρδιά και τα νεύρα· ο αληθινός μηχανισμός σωτηρίας του δράματος της δημιουργίας είναι ο Σταυρός και η Ανάσταση του Θεανθρώπου. Μέσα από το ασίγαστο αυτό ποτάμι ζωής ξεχύνεται η σωτηρία του κόσμου.
«Έδυς υπό γην ο φωσφόρος της δικαιοσύνης και νεκρούς ώσπερ εξ ύπνου εξήγειρας, εκδιώξας άπαν εν τω άδη σκότος».
Ο Ιησούς Χριστός είναι «ο Λόγος της Σωτηρίας» (Πραξ. ΙΓ, 26), «ο Λόγος της ζωής» (Φιλ. Β', 16). Ο θάνατος του Χριστού αποτελεί τον πρωτογενή καρπό αγωνίας της βάναυσα κακοποιημένης από την αμαρτία Δημιουργίας. Θεατές στο «πανηγύρι του θανάτου» και συνεργάτες στο απαίσιο έγκλημα ο άνθρωπος και η κτίση, αντικρύζουν τώρα το δράμα με θλίψη· περίσκεψη· προβληματισμό. Και συμπάσχουν στην κορύφωση της τραγωδίας. Η προσέγγιση και η αποκάλυψη γίνεται από τον ιερό υμνογράφο:
«Εκστηθι φρίττων ουρανέ, και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης. Ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οικών και τάφω σμικρώ ξενοδοχείται· ον παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας».
Συμμετέχει, λοιπόν, αληθινά η κτίση στο πένθος για τον θάνατο και την ταφή του Θεού. Έτσι σκοτάδι βαθύ «στεφάνωσε» εφιαλτικά την ταραγμένη γη των ανθρώπων αμέσως μετά την Σταύρωση του Κυρίου. Σεισμός ισχυρός συγκλόνισε τα θεμέλια της γης. Οι νεκροί ξεσηκώνονται και βηματίζουν στην έρημη κοινωνία των ανθρώπων. Ο άνθρωπος προδίδει τον Θεάνθρωπο!
Πως θα μπορούσε η πονεμένη κτίση να αντικρύζει με απάθεια το μεγάλο δράμα του Θεού; Πως θα ήταν δυνατόν να βλέπει τον άνθρωπο να ανεβάζει στον σταυρό τον «συνέχοντα δρακί την κτίσιν» δίχως να πενθεί για την εφιαλτική πόρωση, που δημιουργεί πια εκρήξεις παραλογισμού;
Ο λαός όμως του Θεού παρακολουθεί τον Σταυρό και την Ταφή, την παράδοση του Θεού στα σπλάγχνα της γης και αναμένει την δική του λύτρωση και ελευθερία. Του Χριστού και της δημιουργίας ολόκληρης την Ανάσταση.
Σήμερα, εποχή αποϊεροποίησης και ευτελισμού της ζωής και του ανθρώπου, το μυστικό πέρασμα του Θεανθρώπου από την ταλαιπωρημένη και βασανισμένη γη μας, που τόσο απλά - ανίερα και βλάσφημα καθημερινά βεβηλώνουμε, ραγίζοντας ταυτόχρονα και τα ζωηφόρα υπαρξιακά μας νεϋρα, θα πρέπει να σημάνει την ευλογημένη επανάσταση της ελευθερίας του ανθρώπου και της δημιουργίας.
Η αναταραχή· η σκοτοδίνη· το ηθικό μαστίγωμα και πνευματικό μαρτύριο· η ρύπανση του κοινωνικού σώματος και της κτίσης· η έσχατη και τόσον ενοχλητική ανθρώπινη ένδεια τονίζουν, με ευθύνη και πόνο, την ανάγκη της
παρουσίας του Εσταυρωμένου Θεοΰ μας στην άσημη και
ραγισμένη ζωή μας.
Ναι! Ήλθε η ώρα του Θεού. Για να ζήσει «εν αγάπη και ελευθερία» ο τραγικός άνθρωπος και το «θαύμα του Θεού»· η δημιουργία.

Το φοβερό μίσος των Εβραίων προς των Ιησού Χριστό, μέσα από τα Τροπάρια της Μεγάλης Πέμπτης (που προσπαθούν να απαγορέψουν)

Το φοβερό μίσος των Εβραίων προς των Ιησού Χριστό, μέσα από τα Τροπάρια της Μεγάλης Πέμπτης (που προσπαθούν να απαγορέψουν)
 
Παρότι το Κ.Ι.Σ (Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο) και διάφορες άλλες εβραϊκές οργανώσεις έχουν προσπαθήσει να τα απαγορέψουν (κάτι που πέτυχαν με τα ενοχλητικά για εκείνους Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής), εντούτοις τα ακόλουθα τροπάρια ψάλλονται σήμερα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, υπενθυμίζοντας στους πιστούς το μίσος, τον φθόνο, την κακία και την αχαριστία των Ιουδαίων προς τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό. Επίσης, απαντούν στις «απορίες» ορισμένων «θεολόγων» για το ποιος σταύρωσε τον Κύριο και αποστομώνουν όσους έχουν το θράσος να μιλάνε για «αντισημιτισμό». Προσέξτε τα «κοσμητικά επίθετα» που χρησιμοποιούν οι Άγιοι Υμνογράφοι για τον «εσμό των θεοκτόνων», δηλαδή «τα γένη των Εβραίων».
Αναλυτικά, όπως τα βρήκαμε εδώ:
Ἀντὶ ἀγαθῶν, ὧν ἐποίησας Χριστέ, τῷ γένει τῶν Ἑβραίων σταυρωθῆναί σε κατεδίκασαν, ὄξος καὶ χολήν σε ποτίσαντες. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι οὐ συνῆκαν, τὴν σὴν συγκατάβασιν.

Ἐπὶ τῇ προδοσίᾳ οὐκ ἠρκέσθησαν Χριστὲ τὰ γένη τῶν Ἑβραίων, ἀλλ' ἐκίνουν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, μυκτηρισμὸν καὶ χλεύην προσάγοντες. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Οὔτε γῆ ὡς ἐσείσθη, οὔτε πέτραι ὡς ἐρράγησαν, Ἑβραίους ἔπεισαν, οὔτε τοῦ Ναοῦ τὸ καταπέτασμα, οὔτε τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου τί ἐποίησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα; τοὺς τυφλούς σου ἐφώτισα, τοὺς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπὶ κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ με προσηλώσατε· οὐκέτι στέγω λοιπόν, καλέσω μου τὰ ἔθνη, κᾀκεῖνα με δοξάσουσι, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, κᾀγὼ αὐτοῖς δωρήσομαι, ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Σήμερον τοῦ Ναοῦ τὸ καταπέτασμα, εἰς ἔλεγχον ῥήγνυται τῶν παρανόμων· καὶ τὰς ἰδίας ἀκτῖνας, ὁ ἥλιος κρύπτει, Δεσπότην ὁρῶν σταυρούμενον.

Τὸ ἄθροισμα τῶν Ἰουδαίων, τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσαντο, σταυρωθῆναί σε Κύριε· αἰτίαν γὰρ ἐν σοὶ μὴ εὐρόντες, τὸν ὑπεύθυνον Βαραββᾶν ἠλευθέρωσαν, καὶ σὲ τὸν Δίκαιον κατεδίκασαν, μιαιφονίας ἔγκλημα κληρωσάμενοι. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Μὴ ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός, ἀλλ' ἐκκαθάρωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ, καὶ εἰλικρινῶς δεηθῶμεν αὐτῷ. Ἀνάστα Κύριε, σῶσον ἡμᾶς ὡς φιλάνθρωπος.

Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον, πρὸς Πιλᾶτον ἐμμανῶς, ἀνακράζων ἔλεγε· Σταύρωσον, Χριστὸν τὸν ἀνεύθυνον. Βαραββᾶν δὲ μᾶλλον οὗτοι ᾐτήσαντο. Ἡμεῖς δὲ φθεγγόμεθα, Λῃστοῦ τοῦ εὐγνώμονος, τὴν φωνὴν πρὸς αὐτόν. Μνήσθητι καὶ ἡμῶν Σωτήρ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου.
Ὀλέθριος σπεῖρα θεοστυγῶν, πονηρευομένων, θεοκτόνων συναγωγή, ἐπέστη Χριστέ σοι, καὶ ὡς ἄδικον εἷλκε, τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων, ὃν μεγαλύνομεν.

Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς, φωνὰς Προφητῶν τε, μελετῶντες διακενῆς, ὡς πρόβατον εἷλκον, σὲ τὸν πάντων Δεσπότην, ἀδίκως σφαγιάσαι· ὃν μεγαλύνομεν.

Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον, πληγέντες, αὐτοφθόνῳ κακίᾳ τὸν φύσει Ζωοδότην, ὃν μεγαλύνομεν.

Ἐκύκλωσαν κύνες ὡσεὶ πολλοί, ἐκρότησαν, Ἄναξ, σιαγόνα σὴν ῥαπισμῷ, ἠρώτων σε, σοῦ δέ, ψευδῆ κατεμαρτύρουν, καὶ πάντα ὑπομείνας, ἅπαντας ἔσωσας.

Δύο καὶ πονηρὰ ἐποίησεν, ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ, ἐμὲ ἐγκατέλιπε, πηγὴν ὕδατος ζωῆς, καὶ ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον, ἐμὲ ἐπὶ ξύλου ἐσταύρωσε, τὸν δὲ Βαραββᾶν ᾐτήσατο, καὶ ἀπέλυσεν· ἐξέστη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε· σὺ δὲ Ἰσραὴλ οὐκ ἐνετράπης, ἀλλὰ θανάτῳ με παρέδωκας. Ἄφες αὐτοῖς Πάτερ ἅγιε· οὐ γὰρ οἴδασι τί ἐποίησαν.

Λαὸς δυσσεβὴς καὶ παράνομος, ἵνα τί μελετᾷ κενὰ; ἵνα τί τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων, θανάτῳ κατεδίκασε; Μέγα θαῦμα! ὅτι ὁ Κτίστης τοῦ Κόσμου, εἰς χεῖρας ἀνόμων παραδίδοται, καὶ ἐπὶ ξύλου ἀνυψοῦται ὁ φιλάνθρωπος, ἵνα τοὺς ἐν ᾍδῃ δεσμώτας ἐλευθερώσῃ, κράζοντας· Μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι.

Προφητεῖαι περὶ τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως



Ὡς διέγραψαν τὰς τοῦ Μεσαίου ἀρετὰς αἱ προφητεῖαι, οὕτω καὶ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον αὐτοῦ· ἔμελλεν νὰ αὐξήσῃ ὡς τρυφερὸν βαλαστάριον ἐν γῇ ἀνύδρῳ, εἰσελάσῃ εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν μετριόφρονι θριάμβῳ ὀχούμενος ἐπὶ πώλου ὄνου, προδοθῇ καὶ πραθῇ ἐπὶ τριάκοντα ἀργυρίοις· νὰ μαστιγωθῇ, κολαφισθῇ, ἐμπτυσθῇ καὶ χλευασθῇ, τρηθῇ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας, ἀλλὰ μὴ κατεαγῇ τὰ ὀστᾶ· λογχευθῇ τὴν πλευράν, ποτισθῇ ὄξος μετὰ χολῆς· ἔμελλον νὰ διανεμηθῶσι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ κληρώσωνται τὴν περιβολὴν αὐτοῦ· ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ καὶ ταφῇ, ἀλλὰ μὴ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν διαφθορᾷ. Ταῦτα πάντα προελέχθησαν καὶ ἀπήντησαν πληρωθέντα ἐπὶ λέξεως, καθ’ ἃ ἐπροφητεύθη.



Ἠσ. νγ’. 1,2,3

Ησ. 53,1 Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη;
Ησ. 53,1 Κύριε, ποιός ἐπίστευσεν εἰς αὐτά, ποὺ ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἀπό σὲ καὶ ἐκηρύξαμεν στοὺς ἀνθρώπους; Ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου εἰς ποῖον ἐφανερώθη καὶ ἔγινεν πιστευτή καὶ παραδεκτή;

Ησ. 53,2 ἀνηγγείλαμεν ὡς παιδίον ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς ῥίζα ἐν γῇ διψώσῃ. οὐκ ἔστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος·
Ησ. 53,2 Ἀνηγγείλαμεν αὐτόν ὡσάν μικρόν καὶ ἄσημον παιδίον ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, σὰν ρίζαν εἰς γῆν διψασμένην καὶ ξηράν. Δὲν εἶχεν ὡραίαν, ἔνδοξον καὶ ἑλκυστικήν τὴν ἐμφάνισιν. Δὲν εἶχεν ὡραιότητα καὶ λαμπρότητα προσώπου. Τὸν εἴδομεν καὶ δὲν εἶχε πρόσωπον ἐμφανίσιμον, οὔτε κάλλος.

Ησ. 53,3 ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν, ὅτι ἀπέστραπται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη.
Ησ. 53,3 Ἀλλὰ τὸ πρόσωπόν του ἦτο καταφρονημένον, χωρίς τιμήν καὶ δόξαν. Ὑπελείπετο ὡς πρὸς τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν εὐπρεπῆ ἐμφάνισιν μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός ἦτο ἄνθρωπος πληγωμένος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ βαστάζη καὶ νὰ ὑπομένη ταλαιπωρίας καὶ πόνους. Ἀντικείμενον ἀποστροφῆς ἔγινε τὸ πρόσωπον του, ἐδέχθη ἐξευτελισμούς καὶ ταπεινώσεις ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Τὸν ἐλογάριασαν σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχεν. 




Ζαχαρ. θ’. 9

Ζαχ 9.9 Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ. Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σου δίκαιος, καὶ σώζων αὐτὸς πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον. 
Ζαχ. 9,9 Χαῖρε λοιπόν παρά πολύ, κόρη μου Σιών, διαλάλησε Ἱερουσαλήμ ἰδού ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται εἰς σὲ δίκαιος, λυτρωτής και σωτήρ, πρᾶος, καθήμενος ἐπάνω εἰς ἕνα ὑποζύγιον, εἰς ἕνα νεαρόν πωλάριον.

Ζαχαρ. ια΄. 12,13

Ζαχ. 11,12 καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς.
Ζαχ. 11,12 Ὥρισαν λοιπόν καὶ ἐπλήρωσαν τὸν μισθόν μου, ἕνα εὐτελές πόσον, τριάκοντα ἀργυροῦς σίκλους.

Ζαχ. 11,13 καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον Κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον.
Ζαχ. 11,13 Ἔλαβα πράγματι τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς σίκλους, τοὺς ἔρριψα στὸν οἶκον τοῦ Κυρίου στὸ χωνευτήριον.



Ψαλ. 21,7-9


Ψαλ. 21,7 ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ.
Ψαλ. 21,7 Ἐγώ ὅμως εἶμαι ἄθλιος ὡσάν ἕνας σκώληξ, δὲν εἶμαι κἄν ἄνθρωπος. Ἔγινα χλευασμός καὶ περίγελως τῶν ἀνθρώπων. Σὰν μία τιποτένια ὕπαρξις θεωροῦμαι ἀπό τὸν λαόν.

Ψαλ. 21,8 πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με, ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν, ἐκίνησαν κεφαλήν·
Ψαλ. 21,8 Ὅλοι ὅσοι μὲ βλέπουν μὲ ἐμπαίζουν καὶ μὲ σαρκάζουν• μὲ ὑβρίζουν καὶ μὲ βλασφημοῦν, κινοῦν εἰρωνικῶς καὶ ἀπειλητικῶς τὴν κεφαλήν των λέγοντες•

Ψαλ. 21,9 ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, ῥυσάσθω αὐτόν· σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν.
Ψαλ. 21,9 ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει στηρίξει τὰς ἐλπίδας του στὸν Κύριον. Ἄν αὐτό εἶναι ἀληθινόν, ἄς τὸν σώση ὁ Θεός ἀπό τὸν θάνατον. Ἄς τὸν σώση, διότι αὐτός ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ Κυριος τὸν θέλει, ὅτι ὁ Κυριος τὸν ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως”.



Ψαλ. 21,15-19

Ψαλ. 21,15 ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου·
Ψαλ. 21,15 Ἡ καρδία μου μέσα στὸ στῆθος μου εἶναι ὡσάν κερί, τὸ ὁποῖον λυώνει ἀπό τὴν φωτιάν.

Ψαλ. 21,16 ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με.
Ψαλ. 21,16 Σὰν πήλινο σκεῦος, τὸ ὁποῖον χωρίς νερό ξηραίνεται στὸν φλογερόν ἥλιον, ἔτσι ἐξηράνθη καὶ ἐξέλιπεν ἡ δύναμίς μου. Ἡ γλῶσσα μου ἀπό τὴν δίψαν, ποὺ μὲ κατακαίει καὶ τὴν ἀγωνίαν, ἐκόλλησεν στὸν λάρυγγά μου. Καὶ σύ, Κύριε, φαίνεται σὰν νὰ μὲ ἄφησες, νὰ φθάσω στὸ χώμα τοῦ βαθέος τάφου.

Ψαλ. 21,17 ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας.
Ψαλ. 21,17 Διότι ἰδού, οἱ ἐχθροί μου σὰν ἀγέλη ἀγρίων κυνῶν μὲ ἔχουν περικυκλώσει. Ὁ συρφετός αὐτός τῶν κακούργων ἀνθρώπων σὰν μὲ φοβερά καρφιά ἔχουν διατρυπήσει τὰ χέρια μου καὶ τὰ πόδια μου.

Ψαλ. 21,18 ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με.
Ψαλ. 21,18 Ἀπό τὴν ἐξάντλησιν καὶ τὴν ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω καταντήσει, ἠμποροῦν ὅλοι νὰ διακρίνουν καὶ νὰ μετροῦν τὰ ὀστᾶ τοῦ σώματός μου. Οἱ ἐχθροί μου μὲ χαιρεκακίαν πολλήν κατέστησαν τὸν πόνον μου καὶ τὸν σπαραγμόν μου.

Ψαλ. 21,19 διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.
Ψαλ. 21,19 Ἐμοιράσθησαν μεταξύ των τὰ ἐνδύματά μου καὶ διὰ τὸ ἀκριβώτερον ἔνδυμά μου- τὸν ἄρραφον χιτώνα- ἔβαλαν κλῆρον, ποιός θὰ τὸ πάρη.



Ψαλμ. ξη’. 8-13,20-22, 30

Ψαλ. 68,8 ὅτι ἕνεκά σου ὑπήνεγκα ὀνειδισμόν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου.
Ψαλ. 68,8 Μὴ μὲ ἐγκαταλείψης Κύριε, διότι ἐγώ πρὸς χάριν σου ὑπομένω ἐμπαιγμούς καὶ ὕβρεις. Τὸ πρόσωπόν μου ἐπλημμύρισεν ἀπό ἐντροπήν, ἔγινε κατακόκκινον.

Ψαλ. 68,9 ἀπηλλοτριωμένος ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρός μου,
Ψαλ. 68,9 Ξένος καὶ ἀγνώριστος κατήντησα μεταξύ τῶν ἀδελφῶν μου. Ἄγνωστος καὶ ξένος καὶ εἰς αὐτούς ἀκόμη τοὺς ὁμομητρίους ἀδελφούς μου.

Ψαλ. 68,10 ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με, καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ.
Ψαλ. 68,10 Πάσχω δὲ ὅλα αὐτά, διότι ὁ φλογερός ζῆλος ὑπέρ τοῦ ναοῦ σου ὡς πῦρ μὲ ἔχει καταφλέξει• Αἱ ἀναίσχυντοι ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐκτοξεύονται ἐναντίον σου ἀπό τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, πίπτουν ὅλαι βαρεῖαι ἐπάνω μου.

Ψαλ. 68,11 καὶ συνεκάλυψα ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐγενήθη εἰς ὀνειδισμοὺς ἐμοί·
Ψαλ. 68,11 Διὰ τὴν ἀσέβειάν των αὐτήν ἐπόνεσα βαθύτατα. Ἐταπείνωσα μὲ ἀσιτίαν τὴν ζωήν μου καὶ ἀντί τὸ πένθος μου δι' αὐτούς νὰ τοὺς συγκινήση, ἔγινεν ἐξ ἀντιθέτου αἰτία ὀνειδισμῶν ἐναντίον μου.

Ψαλ. 68,12 καὶ ἐθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν.
Ψαλ. 68,12 Ἀντί τοῦ συνήθους ἐνδύματος ἐφόρεσα τρίχινον σάκκον θλίψεως καὶ μετανοίας. Κατήντησα δι' αὐτούς παροιμιῶδες πρόσωπον διακωμωδήσεως καὶ ὕβρεων.

Ψαλ. 68,13 κατ᾿ ἐμοῦ ἠδολέσχουν οἱ καθήμενοι ἐν πύλαις, καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον.
Ψαλ. 68,13 Ἐναντίον μου ἐφλυαροῦσαν οἱ ἀργόσχολοι πρὸ τῶν πυλῶν τῶν τειχῶν. Καὶ εἰς βάρος μου ἐτραγουδοῦσαν οἱ μέθυσοι πίνοντες τὸν οἶνον.


Ψαλ. 68,20 σὺ γὰρ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβοντές με.
Ψαλ. 68,20 Γρήγορα ἔλα εἰς βοήθειάν μου, Κύριε, διότι σὺ γνωρίζεις τοὺς ἐμπαιγμούς των, ποὺ ἐξαπολύουν ἐναντίον μου, τὴν αἰσχυνην καὶ τὴν ἐντροπήν μου ἐξ αἰτίας των. Ἐνώπιόν σου, Κύριε, εὑρίσκονται ὅλοι αὐτοί ποὺ μὲ θλίβουν καὶ τῶν ὁποίων ἡ κακία δέν σοῦ διαφεύγει.

Ψαλ. 68,21 ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε, καὶ παρακαλοῦντας, καὶ οὐχ εὗρον.
Ψαλ. 68,21 Ὅπου καὶ ἄν στραφῆ ἡ πονεμένη μου ψυχή, δὲν περιμένει τίποτε ἄλλο παρά ὕβρεις καὶ ταλαιπωρίαν. Ἐπερίμενα νὰ εὐρεθῆ κάποιος, νὰ μὲ συμπονέση καὶ κανείς δὲν παρουσιάσθηκε. Ἀνεζήτησα κάποιον νὰ μὲ παρηγορήση, καὶ δὲν εὑρῆκα κανένα.

Ψαλ. 68,22 καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος.
Ψαλ. 68,22 Ὅταν δὲ ἐπείνασα μοῦ ἔδωκαν ἀντί φαγητοῦ χολήν, καὶ ὅταν ἐδίψησα, μοῦ ἔδωκαν νὰ πιῶ ξίδι.


Ψαλ. 68,30 πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου.
Ψαλ. 68,30 Ἐγώ εἶμαι πτωχός καὶ ἀβοήθητος γεμάτος πόνους καὶ ὀδύνας. Ἡ σωτηρία σου, ὦ Θεέ μου, εἴθε νὰ μὲ στηρίξη καὶ μὲ βοηθήση.



Ὠσηέ. ιγ’. 14

Ωσ. 13,14 ποῦ ἡ δίκη σου, θάνατε; ποῦ τὸ κέντρον σου, ᾅδη; 
Ωσ. 13,14 ποῦ εἶναι ἡ καταδίκη σου, ὦ θάνατε, ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων; Ποῦ εἶναι τὸ δηλητηριῶδες κεντρί σου, ὦ ἅδη;


Κορινθ. Α’. ιε. 55.

Α Κορ. 15,55 ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;
Α Κορ. 15,55 Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ φαρμακερό κεντρί σου; Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου;



Ἠσ. νβ’. 13,14

Ησ. 52,13 ᾿Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα.
Ησ. 52,13 Ἰδού, ὁ παῖς μου, ὁ Μεσσίας, θὰ γεμίση ἀπό σοφίαν καὶ σύνεσιν, διὰ νὰ ἐννοήση πλήρως καὶ ἐκπληρώση τὴν ἀποστολήν του. Θὰ ὑψωθῆ, θὰ δοξασθῆ, θὰ μεγαλυνθηθῆ στὸν ὑπέρτατον βαθμόν.

Ησ. 52,14 ὃν τρόπον ἐκστήσονται ἐπὶ σὲ πολλοὶ - οὕτως ἀδοξήσει ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τὸ εἶδός σου καὶ ἡ δόξα σου ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων 
Ησ. 52,14 Ὅπως θὰ μείνουν κατάπληκτοι πολλοί ἐμπρός εἰς τὰ φοβερά παθήματά σου, τόσον πολύ θὰ χάση ἡ μορφή σου τὴν λάμψιν τῆς ὡραιότητάς σου μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καὶ τόσον πολύ θὰ διασυρθῆ καὶ θὰ πέση ἡ ὑπόληψίς σου ἀπό τοὺς υἱούς τῶν ἀνθρώπων



Ἠσ. νγ’. 3-9, 12

Ησ. 53,3 ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν, ὅτι ἀπέστραπται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη.
Ησ. 53,3 Ἀλλὰ τὸ πρόσωπόν του ἦτο καταφρονημένον, χωρίς τιμήν καὶ δόξαν. Ὑπελείπετο ὡς πρὸς τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν εὐπρεπῆ ἐμφάνισιν μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός ἦτο ἄνθρωπος πληγωμένος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ βαστάζη καὶ νὰ ὑπομένη ταλαιπωρίας καὶ πόνους. Ἀντικείμενον ἀποστροφῆς ἔγινε τὸ πρόσωπόν του, ἐδέχθη ἐξευτελισμούς καὶ ταπεινώσεις ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Τὸν ἐλογάριασαν σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχεν.

Ησ. 53,4 οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει.
Ησ. 53,4 Αὐτός ὅμως φέρει ἐπάνω του τὸ βαρύ φορτίον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐβυθίσθη στὸν πόνον καὶ τὴν ὀδύνην, καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ πλάνῃ μας ἐνομίσαμεν, ὅτι αὐτός εὑρίσκετο εἰς τὴν ὀδυνηράν αὐτήν πληγήν καὶ συμφοράν, ἐπειδή ἐτιμωρεῖτο ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ δι' ἰδικάς του ἁμαρτίας.

Ησ. 53,5 αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν.
Ησ. 53,5 Αὐτός ὅμως ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἰδικάς μας ἁμαρτίας, ἐταλαιπωρήθη καὶ ὑπέφερε διὰ τὰς ἀνομίας μας. Παιδευτική τιμωρία ἔπεσεν ἐπάνω του διὰ τὴν ἰδικήν μας εἰρήνην καὶ σωτηρίαν. Χάρις δὲ εἰς τὴν πληγήν ἐκείνου ἡμεῖς ἐθεραπεύθημεν.

Ησ. 53,6 πάντες ὡς πρόβατα ἐπλανήθημεν, ἄνθρωπος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλανήθη· καὶ Κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν.
Ησ. 53,6 Ὅλοι ὡσάν πρόβατα εἴχαμεν πλανηθῆ. Κάθε ἄνθρωπος στὸν δρόμον καὶ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς του ἐπλανήθη. Διὰ τὰς ἰδικάς μας ἁμαρτίας ὁ Κυριος παρέδωκεν αὑτόν εἰς παθήματα καὶ θάνατον.

Ησ. 53,7 καὶ αὐτὸς διὰ τὸ κεκακῶσθαι οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ· ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα.
Ησ. 53,7 Καὶ αὐτός, παρ' ὅλας τὰς κακώσεις ποὺ ὑπέστη, δὲν ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ• ὡσαν ἄφωνον πρόβατον ὡδηγήθη πρὸς σφαγήν. Ὡς ἀμνός ἄφωνος ἐνώπιον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν κουρεύει, ἔτσι πορεύεται χωρίς νὰ ἀνοίγη τὸ στόμα του.

Ησ. 53,8 ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον.
Ησ. 53,8 Μέσα εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν, ποὺ ἐβυθίσθη, παρεγνωρίσθη καὶ κατεπατήθη τὸ δίκαιόν του ἐν τῆ κρίσει. Ὕστερα δὲ ἀπό τὰ παθήματά του καὶ τὸν ἄδικον θάνατόν του, ποιός θὰ ὑπάρξη καὶ ποιός θὰ τολμήση νὰ διηγηθῆ τὴν γενεάν αὐτοῦ; Διότι ἀφηρέθη βιαίως καὶ ἀδίκως ἀπό τὴν γῆν ἡ ζωή αὐτοῦ. Ἀλλὰ ὠδηγήθη εἰς θάνατον ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ μου.

Ησ. 53,9 καὶ δώσω τοὺς πονηροὺς ἀντὶ τῆς ταφῆς αὐτοῦ καὶ τοὺς πλουσίους ἀντὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ὅτι ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ.
Ησ. 53,9 Ἐγώ δὲ εἰς ἐκδίκησιν τοῦ ἀδίκου θανάτου καὶ τῆς ταφῆς του, θὰ τιμωρήσω καὶ θὰ παραδώσω εἰς θάνατον τοὺς κακούς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ θὰ παραδώσω τοὺς πονηρούς πλουσίους καὶ ἄρχοντας. Διότι ὁ παῖς μου αὐτός δὲν διέπραξε καμμίαν παρανομίαν, οὔτε εὑρέθη ποτέ δόλος καὶ ψεῦδος στὸ στόμα του.



Ησ. 53,12 διὰ τοῦτο αὐτὸς κληρονομήσει πολλοὺς καὶ τῶν ἰσχυρῶν μεριεῖ σκῦλα, ἀνθ᾿ ὧν παρεδόθη εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη· καὶ αὐτὸς ἁμαρτίας πολλῶν ἀνήνεγκε καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν παρεδόθη.
Ησ. 53,12 Διὰ τοῦτο αὐτός θὰ πάρη ὡς ἰδικήν του πνευματικήν κληρονομίαν πολλούς• καὶ ἀπό τοὺς ἰσχυρούς θὰ πάρη καὶ θὰ διαμοιράση λάφυρα, διότι ἑκουσίως παρεδόθη στὸν λυτρωτικόν δι' ἡμᾶς θάνατον ἡ ζωή του. Κατετάχθη δὲ μεταξύ τῶν παρανόμων καὶ ὡς τοιοῦτος ἐθεωρήθη. Αὐτός ὅμως διὰ τῆς σταυρικῆς του θυσίας ἐπῆρεν ἐπάνω του τὰς ἀμαρτίας πολλῶν καὶ παρεδόθη στὸν σταυρικόν θάνατον διὰ τὰς ἁμαρτίας των.


Ψαλμ. ιε΄. 9-10

Ψαλ. 15,9 διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου, καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι,
Ψαλ. 15,9 Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ εὐφράνθη ἡ καρδία μου, ἡ δὲ γλώσσα μου ἐλάλησε λόγους ἀγαλλιάσεως, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ σῶμα μου, ὅταν ἀποθάνω, θὰ ἀποτεθῆ στὸν τάφον μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως.

Ψαλ. 15,10 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.
Ψαλ. 15,10 Διότι σὺ ὁ Θεός μου δὲν θὰ ἐγκαταλείψης τὴν ψυχήν μου στὸν ἅδην, ὥστε νὰ φυλακισθῆ διὰ παντός εἰς αὐτόν, οὔτε θὰ ἐπιτρέψης, ἐγώ ἀφωσιωμένος εἰς σὲ νὰ δοκιμάσω τὴν φθοράν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ τάφου. Θὰ μὲ ἀναστήσης.



Ταῦτα τὰ μὲν ὑπὲρ τὰ χίλια, τὰ δὲ ὑπὲρ τὰ ἑπτακόσια ἔτη πρὸ τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς γεγραμμένα, ἔκτοτε μέχρι δεῦρο τὰς Ἰουδαϊκὰς καὶ Χριστιανικὰς Ἱερὰς Γραφὰς ἀπαρτίζοντα, εἰσὶ προφητεῖαι διαγράφουσαι, ὡσεὶ ἦσαν αὐτόχρημα ἱστορία τῶν γεγονότων πρὸ ποδῶν τοῦ Σταυροῦ γραφεῖσαι, τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ταπεινόφρον, τὸ πρᾶον, τὴν θλῖψιν καὶ ἀγωνίαν Αὐτοῦ· ὅτι ἀπεδοκιμάσθη καὶ ἀπερρίφθη ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ὅτι οὐδένα ἔπειθε λέγων ὅτι καταπέπτωκεν ὑπὸ ἀλγεινῆς λύπης· ὅτι ἦτο ἄτιμον καὶ ἄδοξον τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅτι ταῦτα πάντα ὑπέστη σιγῶν, καὶ μόνον ὑπὲρ τῶν παρανόμων ἀρᾶς φωνήν, «πάτερ, ἀφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». (Λούκ. κγ’ 34)· εἰσὶν ἐπὶ λέξεως προλεχθέντα, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ γεγονότα. Καὶ μόνη δὲ ἡ τῶν ἐν ταῖς Ἰουδαϊκαῖς Γραφαῖς προφητειῶν τούτων περὶ τῆς ταπεινότητας τῶν παθῶν καὶ τῆς ἐκκοπῆς ἔκβασις δείκνυσιν, ὅτι οὗτος ἦν ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας- αὐτὸ δὲ τὸ τοῦ Σταυροῦ σκάνδαλον πανδήμως μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Ἰησοῦ· «Ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν», ὅστις τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, ἔργῳ ἐξεπλήρωσεν, ὅσα πάλαι ὁ Θεὸς διὰ τῶν προφητῶν προανήγγειλε τοῖς ἀνθρώποις.

Οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ἄγρυπνοι φύλακες τῶν Γραφῶν, ἔσονται οἱ αἰώνιοι μάρτυρες τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀληθείας τῶν περὶ Μεσσίου προφητειῶν, καίτοι ἤκιστα πιστοὶ καὶ ἐχθροὶ ἄσπονδοι τοῦ Μεσσίου.


(Ἡ ἀπόδοση καὶ ἑρμηνεία τῶν πρωτοτύπων κειμένων εἶναι τοῦ Ἰωάννου Κολιτσάρα)

Ο Ζ' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ «Καί φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἴπε· Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου » του +Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου

πρώην Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου,
Μηνύματα Μεγάλης Εβδομάδος,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 278-286
Ο Ζ' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ
«Καί φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἴπε· Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου »
Ό ταν οι άνθρωποι φθάνουν στις τελευταίες στιγμές της ζωής των δεν έχουν δύναμιν να φωνάξουν. Όταν εγγίζη το τέλος, τον άνθρωπον τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Μόλις ίσως κατορθώνει να προφέρη μερικές λέξεις, πολύ χαμηλόφωνα. Ολίγον κινούνται τα χείλη διακεκομμένα. Και σε λίγο ο άνθρωπος σβήνει.
Αλλ' όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποθνήσκη επί του Σταυρού, έχει πλήρη κυριαρχίαν σώματος και πνεύματος. Και «φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ είπε· Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου».
Και έπρεπε πράγματι με μεγάλην φωνήν να προφέρη ο Κύριος αυτά τα τελευταία λόγια Του επάνω στον Σταυρό. Έπρεπε να ακουσθή μεγαλοφώνως αυτός ο λόγος. Να τον ακούσουν δυνατά οι παριστάμενοι. Και να μείνη εις τους αιώνας το βαθύ νόημα και το υψηλόν δίδαγμα που πηγάζει από τον λόγον Του αυτόν, εις τον οποίον και θα επιστήσωμεν την προσοχήν κατά την αγίαν αυτήν ημέραν και ώραν.
1. «Φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ο Ιησούς είπε: Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου». Πλησιάζει η στιγμή του θανάτου Του επί του Σταυρού. Και θέλει να απευθυνθή προς τον ύψιστον Θεόν· και να Τον ονομάση, δια μίαν ακόμη φοράν, πατέρα. Και η λέξις αυτή έπρεπε να ακούσθη πολύ καθαρά. Διότι είναι η λέξις που εκφράζει την σχέσιν Του προς τον Θεόν. Και έπρεπε να το μάθη ο κόσμος από τα χείλη Του -προτού σιγήση η γλώσσα Του από τον επερχόμενον θάνατον- ότι επιμένει μέχρι τέλους να βεβαιώνη ότι είναι ο Υιός του Θεού.
Ναι. Αυτός που αποθνήσκει επί του Σταυρού· ο αιμόφυρτος αυτός κατάδικος « ὁ Ἐσταυρωμένος» ο χλευαζόμενος καί εμπαιζόμενος από τους σταυρωτάς Του και αποδοκιμαζόμενος από τα πλήθη του λαού που είχε ευεργετήσει και μέχρι πρό ολίγου τα ενέπνεε και τα ενθουσίαζε και του εφώναζαν «ὡσαννά· ε ὐ λογημένος ὁ ἐ ρχόμενος» - είναι ο Υιός του Θεού. Και το διακηρύσσει και την τελευταίαν στιγμήν, με την επίκλησιν «Πάτερ».
Αυτήν την λέξιν -δια να υπάρχη από αιώνων προεικόνισις του θείου Δράματος- την είπεν άλλοτε και ο Ισαάκ, την ώραν που επρόκειτο να τον θυσιάση ο Αβραάμ εις τον Θεόν. Έκπληκτο το παιδί εκείνο δεν έβλεπε, ανάμεσα στις άλλες προετοιμασίες δια την θυσίαν, να ύπάρχη και το απαραίτητο σφάγιον· και έρωτα με απορίαν τον πατέρα του Αβραάμ· «πάτερ... ἰδού τό πῦρ καί τά ξύλα· ποῦ ἐστι τό πρόβατον τό εἰς ὁλοκάρπωσιν;» (Γέν. κα' 7). Και ήτο αρκετή η λέξις αυτή («πατέρα μου»!) να συγκίνηση τον Αβραάμ. Και με πολλήν τρυφερότητα απήντησε· «παιδί μου»! Έχει ο Θεός! Και επηκολούθησε πράγματι άμεσος επέμβασις του Θεού. Επαρουσίασε ένα κριάρι, που πήρε την θέσιν του Ισαάκ επάνω εις τον βωμόν, δια να γίνη η θυσία που ετοιμάζετο...
Αλλά τώρα η θυσία του Εσταυρωμένου συνετελέσθη. Ο Χριστός προσέφερε την ζωήν Του «λύτρον ἀντί πολλῶν», δια την ιδικήν μας σωτηρίαν. Θα προφέρη όμως πριν αποθάνη επί του Σταυρού την λέξιν «Πάτερ». Και θα επιμείνη μέχρις εσχάτων εις την ομολογίαν και την διακήρυξίν Του ότι είναι ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, που θυσιάζεται διότι «ο ὕ τως ἤ γαπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἷον αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁπιστεύων εἰς αὐτόν μή ἄποληται, ἄλλ ἔχη ζωήν αἰώνιον».
Τι και αν οι εχθροί Του λέγουν ότι εβλασφήμησεν, ότι εαυτόν υιόν Θεού εποίησεν»; Εκείνος «φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ» πιστοποιεί ότι είναι ο Υιός του Θεού, δια να το γνωρίζουν αδιαμφισβήτως αι γενεαί πάσαι. Και μη θαυμάζετε ότι αποθνήσκει - « θανάτῳ σταυροῦ » μάλιστα. Ο Υιός του Θεού θα νικήση τον θάνατον δια της Αναστάσεως. Και θα καταισχυνθούν οι εχθροί Του.
2. Όταν δε λέγη· «Πάτερ, εἰς χείρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου», θέλει να εκφράση την βαθυτάτην επιθυμίαν Του να παραδοθή στα χέρια του Θεού. Δια τον αμαρτωλόν άνθρωπον είναι «φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος». Αλλά δια τον Χριστόν η αγάπη του επουρανίου Πατρός Του είναι δεδομένη προαιωνίως. Μόλις δε προ ολίγου, μετά τόν Μυστικόν Δείπνον, έλεγεν εις τους μαθητάς Του· «καθώς ἠγάπησε μέ ὁ πατήρ, κἀγώ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐντῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ... καθώς ἐγώ τάς ἐντολάς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καί μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ» (Ἰω. ιε' 920). Είναι ο Ἅγιος τῶν ἁγίων. Και ο άγιος Θεός Τον ωνόμασεν «Υἷόν Του ἀγαπητόν, ἐνᾧ η ὔδοκησεν».
Εξάλλου, όταν λέγη· «πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου», διακηρύσσει, μαζί με την απόλυτον αγιότητά Του, και την απόλυτον εξουσίαν Του. Ήτο βεβαίως, μέχρι αυτής της ώρας, εις χείρας των σταυρωτών Του. Διότι ήλθε προς το εκούσιον Πάθος. Αλλά τώρα έφθασε το τέλος. Το μαρτύριον και η θυσία Του ετελείωσε. Δεν είναι πλέον εις την διάθεσιν της κακότητος των ανθρώπων. Παραδίδει τον εαυτόν Του εις τον Θεόν, τον Πατέρα Του.
Προηγουμένως, εσημείωσεν ο Ευαγγελιστής, ότι «φωνή μεγάλη» είπε· «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;». Και τώρα, δια δευτέραν φοράν, «φωνῇ μεγάλῃ» ἐπίσης, λέγει· «πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου».
Την πρώτην φοράν ομιλεί, ενώ σηκώνει το βάρος της αμαρτίας της όλης ανθρωπότητος. Και αισθάνεται τον Θεόν να αποστρέφη το βλέμμα από επάνω Του, διότι τον έβλεπε να φέρη ένα απαίσιον φορτίον, «αἴρων τήν ἁ μαρτίαν τοῦ κόσμου». Αλλά εις το τέλος της μεγάλης θυσίας Του επιβλέπει πάλιν ο Θεός Πατήρ επί τον Υιόν Του, διότι είναι ο νικητής της αμαρτίας και του θανάτου. Τον βλέπει πάλιν ως τον Υιόν Του τον αγαπητόν εν ω ηυδόκησε».
Και ο Υιός αντιστοίχως, την ύστατην αυτήν ώραν του Πάθους Του, «φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ» προφέρει ως τελευταίον λόγον Του από του Σταυρού, μίαν φράσιν από τους ψαλμούς του Δαυίδ, που προσθέτει την λέξιν «Πάτερ» («Πάτερ, ε ἰ ς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου» [Ψαλμ. λ' 5]), δια να τονίση, όπως προείπομεν, την προς τον Πατέρα μοναδικήν σχέσιν Του, ως ο Υιός Του ο μονογενής και αγαπητός.
3. Εκ των ψαλμών ήντλησε και τους προηγουμένους λόγους που είπεν από του Σταυρού. Απ' αρχής δε της δημοσίας ζωής Του ομιλεί πολλάκις με φράσεις εκ της Γραφής, με την ρητήν μάλιστα δήλωσιν «γέγραπται». Και μέχρι της τελευταίας στιγμής έχει όλην την ψυχραιμίαν και το ζήλον νά θέλη νά εφαρμοσθούν μέχρι κεραίας αι Γραφαί, αφού, όπως λέγει ο Ε ὐ αγγελιστής, «ἵνα τελειωθῇ ἡ Γραφή», δέν παρέλειψε, κρεμάμενος ἐ πί του σταυρού, να είπη ακόμη και το «διψ ῶ », διότι αυτό μόνον υπελείπετο δια να εκπληρωθούν άπαντα τα περί αυτού γεγραμμένα (Λούκ. κδ' 44, Ἰω. ιβ' 16). Αφού δε όλα είχαν τελειώσει, υπεγράμμισεν εις τους μαθητάς, μετά την Ανάστασίν Του, « ὅ τι δε ῖ πληρωθῆναι πάντα τα γεγραμμένα ἐ ν τ ῷ νόμῳ Μωσέως καί προφήταις καί ψαλμοῖς περί ἐ μο ῦ » (Λούκ. κδ' 44).
Συνέδεσε την ζωήν Του και τον θάνατον του με τους λόγους του Θεού απολύτως. Όπως επίσης είχε συνδέσει όλην την ζωήν Του με την προσευχήν και την διαρκή επικοινωνίαν με τον ουράνιον Πατέρα Του. Και όπως εις τον κήπον της Γεθσημανής έτρεχε ο ιδρώτας Του «ὡσεί θρόμβοι α ἵ ματος» όταν προσηύχετο, με μεγάλην έντασιν και αγωνίαν, προς τον Πατέρα, έτσι και τώρα υψώνει με μεγάλην φωνήν τον τόνον της τελευταίας εκείνης από του σταυρού προσευχής Του. Και απέθανε με τας λέξεις της προσευχής εις τα χείλη· «Πάτερ, ε ἰ ς χεῖρας σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου». Δια να μάθωμεν ημείς ότι όπως ζώμεν, έτσι και αποθνήσκομεν. Εάν ζήσωμεν με ευσέβειαν και αρετήν, θα έχωμεν και χριστιανικά τα τέλη της ζωής ημών. Αλλά δι' όσους ζήσουν εν αμαρτίαις, θα είναι φοβερά η ώρα του θανάτου, εφ' όσον δεν μεσολάβηση μετάνοια.
Πρέπει δε, τέλος, να προσθέσωμεν ότι τα προσευχητικά αυτά λόγια που με μεγάλην φωνήν είπεν ο Εσταυρωμένος Κύριος εμπεριέχουν μήνυμα σωτηρίας προς τον κόσμον. Διότι ομιλεί μεν ως υιός προς τον Πατέρα τον εν τοις ουρανοίς, αλλά προς τους επί γης ανθρώπους ομιλεί ως κύριος και εξουσιαστής. Και τονίζει ότι η κακία των έπεσεν εις το κενόν. Όσον και αν Τον υπέβαλαν εις τα φρικτά και άχραντα Πάθη, Εκείνος τελικά είναι ο νικητής. Ο Χριστός «ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει· θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρώμ. ς' 9). Αυτός κυριαρχεί και όταν αποθνήσκη επί του Σταυρού. Και γι' αυτό μπορούσε να λέγη· «τίθημι τήν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. Οὐδείς αἴρει αὐτήν ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγώ τίθημι αὐτήν ἀπ' ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καί ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν» (Ἰω. ι' 18). Αποθνήσκω, διότι το θέλω· διότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού· και όχι διότι μου το επέβαλεν η κακία των ανθρώπων. Προσφέρω το αίμα μου και την ζωήν μου προς σωτηρίαν των ανθρώπων. Δέχομαι τον θάνατον από το πλάσμα μου, εγώ ο Πλάστης και Δημιουργός, δια την λύτρωσιν και σωτηρίαν του κόσμου.
Ναι. Δι' αυτό απέθανεν ο Κύριος επί του Σταυρού. Δια να αποπλύνη με το αίμα Του τον ρύπον των αμαρτιών μας.
Ημείς δε οι λάτρεις και προσκυνηταί του Εσταυρωμένου ας σταθώμεν ευλαβώς ενώπιον του Σταυρού Του. Και με βαθειάν συγκίνησιν - μέχρι δακρύων- και με συντριβήν και ευγνωμοσύνην ας ομολογήσωμεν ότι «Οὗτος τάς ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται».


Και είθε το τίμιον αίμα Του να «καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας». Και ο Σταυρός του, ως κλίμαξ ουρανομήκης, να μας ανεβάση μέχρι του θρόνου της μεγαλωσύνης Του, δια να ακούσωμεν από τον δι' ημάς Σταυρωθέντα τον μακάριον λόγον πουείπε εις τον ληστήν· «Σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ».

Ο ΣΤ' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ «Ὅτε οὖν ἔλαβε τό ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καί κλίνας τήν κεφαλήν παρέδωκε τό πνεῦμα» του + Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου

πρώην Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου,
Μηνύματα Μεγάλης Εβδομάδος,

Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 271-278
Ο ΣΤ' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ
«Ὅτε οὖν ἔλαβε τό ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καί κλίνας τήν κεφαλήν παρέδωκε τό πνεῦμα»
Οι σταυρωταί του Κυρίου, όταν ήκουσαν από το στόμα Του τη λέξιν «τετέλεσται» εθεώρησαν ότι επί του Σταυρού απέθνησκε και έσβηνεν όχι μόνον ο Χριστός, αλλά και ολόκληρον το έργον Του. Εις αυτό άλλωστε απέβλεπον οι εχθροί Του· έλαβον την απόφασιν να Τον εξοντώσουν, νομίζοντες ότι με την σταύρωσιν και την θανάτωσίν Του θα σβήση τελείως και η όλη υπόθεσις του Χριστού και της Εκκλησίας Του· ότι θα εξέλειπε γενικώς κάθε ίχνος «χριστιανικόν».
Αλλ' όχι. Αποθνήσκει βεβαίως ο Χριστός επί του Σταυρού ῦ, αλλά κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να είναι ο αιώνιος νικητής, ο θριαμβευτής των αιώνων. Και η λέξις «τετέλεσται», την οποίαν μόλις έλαβε το όξος είπε, και εν συνεχείᾳ «κλίνας τήν κεφαλήν παρέδωκε τό πνεῦμα», δεν είναι λέξις απογνώσεως, δεν είναι, όπως ίσως θα ενομίζετο, λέξις πικρίας και απογοητεύσεως. Αλλά σημαίνει 1) την αισίαν επισφράγισιν του έργου Του και 2) την αισίαν προοπτικήν περί του μέλλοντος της Εκκλησίας Του.
1. Μόλις την προηγουμένην ημέραν, μετά τον Μυστικόν Δείπνον, όταν απηύθυνε προς τον ουράνιον Πατέρα την Αρχιερατικήν Του προσευχήν, έλεγε· «Πάτερ, τό ἔργον ἐτελείωσα, ὁ δέδωκάς μοί ἵνα ποιήσω». Και ήδη, από του Σταυρού, προβαίνει ούτως ειπείν, εις ένα πανηγύρικον απολογισμόν του έργου Του. Και τον απολογισμόν αυτόν ακριβώς εκφράζει μετά βαθύτατης ικανοποιήσεως η λέξις «τετέλεσται», την οποίαν το ξηρόν από δίψαν στόμα Του απαγγέλλει και τα στεγνά χείλη Του προφέρουν.
«Τετέλεσται», λοιπόν. Εν πρώτοις έλαβον αίσιον πέρας και εξεπληρώθησαν όλαι αι προφητείαι, αι οποίαι ελέχθησαν περί του Μεσσίου. Και εξεπληρώθησαν, μέχρι κεραίας, κατά τρόπον όντως θαυμαστόν. Και τώρα ο Κύριος πιστοποιεί ότι το σύνολον των προφητειών έγινε πραγματικότης, «τετέλεσται». Προφητείαι αι οποίαι ελέχθησαν υπό των Προφητών εις διαφόρους αιώνας εξεπληρώθησαν όλαι εν τω προσώπω Εκείνου, τον Οποίον ο Θεός έστειλεν εις τον κόσμον, δια να φέρη την σωτηρίαν εις τους ανθρώπους.
«Τετέλεσται», λέγει ο Κύριος· και δια της λέξεως αὐτής βεβαιώνει επίσης ότι έφθασεν εις το τέρμα της επιγείου ζωής Του. Τελειώνει μία ζωή αγιότητος· ένας βίος τον οποίον ο Κύριος «διήλθεν ευεργετών» και ενώπιον του οποίου υποκλίνονται και φίλοι και εχθροί. Πάρα πολλοί Τον απεθαύμασαν δια την διδασκαλίαν Του. Αλλά Τον απεθαύμασαν ακόμη περισσότερον δια την αγιότητά Του. Τον βίον Αυτού τον λάμποντα και ακτινοβολούντα από αγιότητα αποθαυμάζουν οι αιώνες. Και αυτού του βίου το τέρμα σημαίνει η λέξις «τετέλεσται», την οποίαν απαγγέλλει από του ύψους του Σταυρού.
Αλλά «τετέλεσται», εν συνεχείᾳ, και επισφραγίζεται η επί γης αποστολή του Κυρίου. Ήλθεν εις τον κόσμον, δια να γίνη ο Λυτρωτής του κόσμου. Εδίδαξεν, εθαυματούργησεν, ωδήγησε τους ανθρώπους εις την επίγνωσιν της αληθείας, και μας προσήγαγε προς τον μόνον αληθινόν Θεόν. Και τώρα η επί του Σταυρού θυσία Του επισφραγίζει το επίγειον έργον Του, δια να έλθη ἐν συνεχείᾳ το σωτήριον αποτέλεσμα. Το «τετέλεσται», λοιπόν, είναι η επισφράγισις των πάντων. Ο Κύριος δύναται, τώρα προ πάντων, να λέγη προς τον Πατέρα «τό ἔ ργον ἔ τελειωσα ὁ δέδωκας μοί ἵνα ποιήσω».
Και αυτή όμως η Θυσία Του έφθασεν εις το τέρμα της. Ετελείωσε και τό μαρτύριον του Σταυρού. Και τώρα, με την αίσθησιν του νικητού, με την συναίσθησιν του ήρωος και μάρτυρος ο οποίος ηγωνίσθη και υπέστη το μαρτύριον και την θυσίαν του αίματος, λέγει «τετέλεσται». Θα σταματήσουν τώρα και οι πόνοι και το μαρτύριον και η οδυνηρά αλυσίδα των παθών Του. Η ζωή Του θα σβήση επί του Σταυρού· «καί κλίνας τήν κεφαλήν» θα παραδώση το πνεύμα. Δια τούτο με την λέξιν «τετέλεσται» συνοψίζει ένα απολογισμόν τόσο πλούσιον, όστις συμπεριλαμβάνει πλήρη την εκπλήρωσιν των προφητειών, το τέλος της αγίας ζωής Του, και την επισφράγισίν του επί της γης έργου Του και του μαρτυρίου το τέρμα.
2. Αλλά το «τετέλεσται» δεν είναι μόνον ένας απολογισμός, δεν είναι μόνον ένα αίσιον τέλος εις το οποίον έφθασεν ο Κύριος, παρ' όλην την οδυνηράν όψιν του ικριώματος και του σταυρικού Του πάθους. Αλλ' είναι και ο νικητήριος παιάν δια τον θρίαμβον που ακολουθεί. Ο Κύριος, με την λέξιν «τετέλεται» διακηρύσσει ότι ἔφθασεν εις το «τέλος», με την αρχικήν
σημασίαν της λέξεως, δηλαδή ότι έφθασεν εις τον σκοπόν· ο σκοπός Του επραγματοποιήθη. Ο Χριστος οραματίζεται ήδη τους καρπούς της θυσίας Του και την αιώνιαν πραγμάτωσιν του σωτηρίου έργου Του. Έχει ἐνώπιον Του από του ύψους του Σταυρού την προοπτικήν των αιώνων. Και καθ' ον χρόνον λέγει το «τετέλεσται», βλέπει ως πραγματικότητα ότι «κηρυχθήσεται ...τό εὐαγγέλιον ... ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ» (Μάτθ. κδ' 14). Βλέπει την διάδοσιν του Ευαγγελίου εις τον κόσμον, βλέπει δε ακόμη εις τα βάθη των αιώνων την επικράτησίν της βασιλείας Του. Βλέπει ήδη να πραγματοποιήται το θαύμα. Η Εκκλησία να επιζή των σκληρών διωγμών της. Η βασιλεία Του «ἐληλυθυῖα ἐ ν δυνάμει» εγκαθιδρύεται - τι λέγω;- ο Χριστός την βλέπει ήδη ότι εγκαθιδρύθη εις παγκόσμιον κλίμακα, «ὡς ἐν οὐραν ῳ καί ἐπί γῆς».
«Τετέλεσται», λέγει ο Κύριος, και οραματίζεται από του ύψους του Σταυρού τας αναρίθμητους στρατιάς των πιστών όλων των αιώνων. Οραματίζεται τα πλήθη τα οποία μέχρι σήμερον καί μέχρι τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων θά συρρέουν εἰς τούς ναούς, δια να λατρεύσουν το άγιον όνομά Του και δια να Του προσφέρουν τας καρδίας των ως ευλαβή προσφοράν. Ασφαλώς και ημάς τους παρακολουθούντας σήμερον με συγκίνησιν πολλήν το θείον δράμα περιέλαβε το βλέμμα του Χριστού, καθώς και τους εκ πάσης φυλής και γενεάς πιστούς λάτρεις Του.
’λλα μεταξύ όλων των πιστών, τους οποίους ο Κύριος διακρίνει, από του ύψους του Σταυρού, ατενίζων εις τα βάθη των αιώνων, ιδιαιτέρως ξεχωρίζει εκείνους οι ὅποιοι συνειδητότερον και συνεπέστερον επίστευσαν εις Αυτόν και, με τον τρόπον του έκαστος, ομολογοῦν· «Σύ εἶσαι ὁ Βασιλεύς μας. Ἡμεῖς βλέπομεν τόν ἀκάνθινόν Σου στέφανον ὡς στέμμα βασιλικόν. Βλέπομεν τόν κάλαμον εἰς τάς χεῖρας Σου ὡς σκῆπτρον. Ἀκούομεν καί τούς ἀλαλαγμούς τῶν ἔχθρων Σου ὡς κραυγαλέας ὁ μολογίας καί ζητωκραυγάς τοῦ θριάμβου Σου. Βλέπομεν ἡμεῖς διά τῶν πνευματικῶν μας ὀφθαλμῶν τόν αἱματοβαμμένον χιτώνα Σου ὡς τήν λαμπράν χλαμύδα τήν ὁποίαν φέρεις ὡς ὁ αἰώνιος Βασιλεύς ἡμῶν. Σύ θά διατάσσης καί ἡμεῖς θά ὑπακούωμεν. «Λάλει, Κύριε, καί ἀκούει ὁ δοῦλος Σου».
Αυτήν την χορείαν των πιστών που υπακούουν εις το θέλημά Του και τον νόμον Του ιδιαιτέρως ξεχωρίζει ο Κύριος· και την βλέπει συνεχώς να επεκτείνεται, δια να εδραιώνεται η βασιλεία Του επί της γης. Και λέγει «τετέλεσται», διότι είναι βέβαιον ότι όλα αυτά θα γίνουν «ἰῶ τα ἐν ἤ μία κεραία οὐ μή παρέλθη, ἕως ἄν πάντα γένηται»· και «τῆς φωνῆς τοῦ ἀκούσουσι καί γενήσεται μία ποίμνη, εἰς ποιμήν». Και εν μέσῳ πάλιν όλων των συνειδητών τούτων πιστών Του διακρίνει και άλλην εκλεκτοτέραν μερίδα. Διακρίνει εκείνους που η αγάπη και η αφοσίωσίς των φθάνει μέχρι θυσίας και μένουν «πιστοί ἄχρι θανάτου». Βλέπει τους μάρτυρας και τους αγίους πάντας, να φέρουν τον στέφανον του μαρτυρίου και της αγίας των ζωής.
Υπ' αυτήν την έννοιαν ο Κύριος λέγει το «τετέλεσται» ως αίσιον απολογισμόν του σωτηρίου έργου Του και ως μιαν θαυμαστήν προοπτικήν του μέλλοντος της Εκκλησίας Του. Και ούτω «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος».
Λέγει «τετέλεσται», και με την λέξιν αυτήν το ικρίωμα του Σταυρού Του μεταβάλλεται εις μεγαλοπρεπή αψίδα, κάτω από την οποίαν διέρχεται ο λαός Του, ο χριστιανικός κόσμος όλων των αιώνων, δια να Του προσφέρη την ευγνώμονα λατρείαν του και να εκδηλώση την αφοσίωσιν του προς Εκείνον ο Οποίος ήλθεν εξ ουρανού και έπαθεν επί του Σταυρού δι' ημάς.
3. Αλλά, τέλος, το «τετέλεσται» είναι ακόμη και σύνθημα, που απευθύνει ο Χριστός προς κάθε χριστιανικήν ψυχήν.
Χριστιανέ μου, ό,τι και αν σου συμβαίνη, είτε θλίψεις διέρχεσαι, είτε περιπέτειας καί δοκιμασίας, είτε οιονδήποτε πικρόν ποτήριον της ζωής δοκιμάζεις, είτε όποιον αγώνα έχεις να αντιμετώπισης, ο Χριστός σε προτρέπει να αισιοδοξής δια την έκβασιν. Εκείνος δεν βλέπει μόνον τον σημερινόν αγώνα σου, αλλά βλέπει και την έκβαση των πραγμάτων κατά την ευδοκίαν και το σχέδιον του Θεού δώσε και σου λέγει το «τετέλεσται», δια να μάθης ότι όλα έχουν ένα τέλος. Και τα ευχάριστα, αλλά και τα αλλά και τα δυσάρεστα.
Εάν είσαι χριστιανός αγωνιστής και αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλόν, δια να νικήσης την αμαρτίαν, ο Χριστός σου φωνάζει το «τετέλεσται» δια να σου είπη ότι είναι εξησφαλισμένη η ΝΊΚΗ σου, με την ιδικήν Του χάριν και την αγιαστικήν δύναμιν που απορρέει από του Σταυρού Του. Αρκεί να το θελήσεις και αρκεί να προσπαθής να μη συμβιβάζεσαι με το κακόν και την αμαρτίαν. Έσο βέβαιος ότι συν Χριστώ θα νικήσης. «Τετέλεσται». Ναι, η νίκη σου, η νίκη όλων μας είναι δεδομένη, «τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καί τόν λόγον βεβαιο ῦ ντος».
Πρέπει όμως δι' ημάς να είναι βέβαιον και κάτι άλλο. Δεν αρκεί να φθάσωμεν όπως όπως εις το τέρμα του δρόμου.
Αλλ' ο κάθε ένας εξ ημών που προσκυνούμεν σήμερον τον Εσταυρωμένον, και το σύνολον των πιστών του Κυρίου, όταν θα φθάσωμεν εις το τέλος της επιγείου πορείας μας, και θα ατενίζωμεν προς την πέραν του τάφου αιωνιότητα να δύναται να είπη το προσωπικόν του «τετέλεσται»· ότι κλείνει δηλαδή η μιά σελίς της ζωής δια να ανοίξη μία άλλη λαμπρότερα που θα περιλάβη την νέαν και αιώνιαν ζωήν μας.


Αυτήν την ευχήν ας δώσωμεν εις εαυτούς και αλλήλους κατά την παρούσαν ημέραν και, ακούοντες τον Χριστόν από του ύψους του Σταυρού να λέγη το «τετέλεσται», ας Του προσφέρωμεν τας καρδίας μας, με όλην μας την αγάπην, και ας Του ζητήσωμεν να μας αξιώση δυνάμει του Σταυρού Του, να έχωμεν αίσιαν την έκβασιν και χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ώστε το ιδικόν μας «τετέλεσται» να σημάνη την είσοδόν μας εκεί «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, ...ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος». Αμήν.

Ο Ε' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ «Ἵνα τελειωθῇ ἡ Γραφή, λέγει" διψῶ » του +Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου

πρώην Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου,
Μηνύματα Μεγάλης Εβδομάδος
,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 259-270
Ο Ε' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ
«Ἵνα τελειωθῇ ἡ Γραφή, λέγει" διψῶ »
(Ἰω. ιθ' 28)
Πολύ φυσικόν και ανθρώπινον το αίσθημα της δίψης που αισθάνεται έντονον ο Εσταυρωμένος.
Έ χουν μεσολαβήσει είκοσι ώρες από του Μυστικού Δείπνου. Και κατά το διάστημα αυτό όχι μόνον δεν έβαλε τίποτε στο στόμα Του, αλλ' επί πλέον διήλθεν ώρας εξαντλητικάς, ώρας αγωνίας και πόνου.
Α ρχικώς, ομιλητικώτατος και διδακτικώτατος, απευθύνει, μετά τον Μυστικόν Δείπνον, τας πολύτιμους υποθήκας Του προς τους μαθητάς Του. Και επακολουθεί, εν μέσ ῳ συγκινήσεως και κατανύξεως βαθύτατης, η «υπερφυής» προσευχή Του προς τον Ουράνιον Πατέρα, με την οποίαν επικαλείται τον Θεόν, εν όψει του Σταυρού και του Πάθους Του, και δέεται υπέρ πάντων εις τους οποίους αφορά η θυσία Του.
Κατόπιν μεταβαίνει εις την Γεσθημανή, δια να ζήση εκεί στιγμάς και ώρας αγωνίας, το μέγεθος της οποίας εξωτερικεύει η φράσις Του· «περίλυπός εστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Και όταν η αγωνία Του εντείνεται και η προσευχή του - πολύ δυνατή- υψώνεται προς τον ουρανον εκ βάθους ψυχής, το πρόσωπον Του περιλούεται από τον ιδρώτα. «Καί γενόμενος ἐνἀ γωνίᾳ -λέγει ὁ Εὐαγγελιστής- ἐκτενέστερον προσηύχετο, ἐγένετο δέ ὁ ἱδρώς αὐτοῦ ὡσεί θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπί τήν γῆν» (Λούκ. κβ' 44).
Εν συνεχείᾳ τα δραματικά γεγονότα επέρχονται αλλεπάλληλα. Η προδοσία του Ιούδα· η σύλληψίς Του από τους επιδραμόντας «ὡς ἐπί ληστήν... μετά μαχαιρῶν καί ξύλων» (αὔτ. 52)· η προσαγωγή Του από δίκης εις δίκην αλληλοδιαδόχως, ενώπιον του ’ννα, του Καϊάφα, του Συνεδρίου των Ιουδαίων, και του Ηρώδου και του Πιλάτου, των φορέων της ρωμαϊκής εξουσίας. Και, επί πλέον, η βάναυσος μεταχείρισις από αγροίκους στρατιώτας, χλευάζοντας, υβρίζοντας, ραπίζοντας και κακοποιούντας Αυτόν.
Το δράμα φθάνει εις την αποκορύφωσίν του με τα οδυνηρά μαρτύρια, τον ακάνθινον στέφανον, τους εμπαιγμούς με την πορφυράν χλαμύδα και τον κάλαμον ως γελοίον σκήπτρον και τα ειρωνικά «χαῖρε ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων» (Μάρκ. ιε' 18· Ἰω. ιθ' 3). Όλα δε αυτά είναι μόνον αρχαίωδίνων. Διότι επακολουθεί το φοβερόν φραγγέλιον - δηλ. αιματηρά μαστίγωσις- και ο ανήφορος προς τον Γολγοθάν υπό το βάρος του πελωρίου σταυροῦ . Πως δε να περιγράψωμεν το κάρφωμα χειρών και ποδών επάνω εις το ξύλον του σταυρού, ενώ θερίζει την καρδίαν ο πόνος και σπαράσσουν αι οδύναι το σώμα; Θα προστεθή όμως και ο βαθύτατος πόνος της ψυχής του Εσταυρωμένου, δια την αχαριστίαν, την εγκληματικότητα και την κακουργίαν των ανθρώπων, αλλά, πολύ περισσότερον, όταν αισθάνεται ότι έμεινε τελείως μόνος, αφού και Αυτός ο Επουράνιος Πατήρ Του κάποιαν ώραν Τον εγκαταλείπει, επειδή σηκώνει επάνω Του όλας τας αμαρτίας του κόσμου, και εν τω προσώπω Του τιμωρείται η αμαρτία, που προσβάλλει την αγιότητα του Θεού. Δια τούτο τότε, Αυτός, «ὁ Υἷος τοῦ Πατρός ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», αναφωνεί με οδύνην, από του Σταυρού, «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατατέλιπες;» (Μάτθ. κζ' 46).
Δεν είναι λοιπόν παράδοξον ότι, ύστερα από όλην αυτήν την μαρτυρικήν αγωνίαν και την εξάντλησιν, κατέχει τον Εσταυρωμένον ένα έντονον αίσθημα δίψης. Και το εξωτερικεύει προφέρων την λέξιν «διψῶ ».
«Διψῶ». Ποιός όμως προφέρει την λέξιν αυτήν; Δεν είναι αυτός, ο οποίος προηγουμένως προσεκάλει τον λαόν και έλεγεν· «ἐάν τίς διψᾶ, ἔρχεσθω πρός μέ καί πινέτω;» (Ἰω. ζ' 37). Δεν είναι εκείνος που έλεγεν «ὅς ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος ὅν ἐ γώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ εἰς τούς αἰώνας»; (αυτ. δ' 14). Εάν αυτήν την ώραν ευρίσκεται εις την εσχάτην εξουθένωσιν, και εάν ακόμη στερήται και μιαν σταγόνα ύδατος, δια να δροσίση την γλώσσαν Του, είναι εν τούτοις Εκείνος που εδημιούργησε τους ωκεανούς και τους ποταμούς και τας πηγάς των υδάτων. Είναι ο παντοδύναμος Δημιουργός, «ὁ ποιήσας τόν οὔρανον καί τήν γῆν, τήν θάλασσαν καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς» (Ψάλ. ρμε' 6).
Εάν τώρα ως άνθρωπος - ως εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους και ως λυτρωτής της ανθρωπότητος όλης- υποβάλλεται εις την οδύνην του Σταυρού, και εις τα άχραντα Πάθη Του περιλαμβάνεται και το μαρτύριο της δίψης, όλα αυτά είναι ενδεικτικά ότι ηυδόκησε προς χάριν μας να φθάση εις τοιαύτην συγκατάβασιν, «ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» και ότι, «ἐρχόμενος (ὁ Κύριος) πρός τό ἑκούσιον Πάθος», ηθέλησε να συμμετάσχη εις τον ανθρώπινον πόνον εις όλην του την έκτασιν και την έντασιν. Όπως άλλοτε, εις την έρημον, επείνασε, έτσι και τώρα αισθάνεται εντονώτατα την δίψαν, δια να γίνη καθ' όλα κοινωνός και μέτοχος των ανθρωπίνων καταστάσεων, πλην της αμαρτίας. Δια να ακριβολογήσωμεν δε, θα πρέπει να προσθέσωμεν ότι και αυτάς τας αμαρτίας μας επιφορτίζεται και αναλαμβάνει, Αυτός ο Αναμάρτητος, «Ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐ δέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἤ σ. νγ' 9· Α' Πέτρ. β' 22), δια να τας αποπλύνη με το Πανάγιον Αίμα Του και να τας εξάλειψη δια του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του.
Λοιπόν, άνθρωποι πονεμένοι, άνθρωποι πάσχοντες και υποφέροντες, ατενίζετε προς τον Εσταυρωμένον. «Ἐνᾧ γάρ πέπονθεν αὐτός πειρασθεῖς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» ( Ἔ βρ. β' 18).
Δεν βλέπει τον άνθρωπον, και τον πόνον και τας αμαρτίας των ανθρώπων, αφ' υψηλοϋ, μόνον ως Θεός. Αλλά εδοκίμασε τα ανθρώπινα, γενόμενος άνθρωπος. Εγνώρισε τον πόνον, και συμπαθεί τους πονούντας. Και επί του Σταυρού πάσχει μεν ως άνθρωπος -πληρώνει Εκείνος ό,τι έπρεπε να πληρώσωμεν ημείς- και σώζει ως φιλάνθρωπος Θεάνθρωπος τους εις Αυτόν πιστεύοντας και προστρέχοντας. Μη λησμονώμεν ποτέ ότι επί του Σταυρού πάσχει -και διψά- ο Αναμαρτητος, δια να λύτρωση τους αμαρτωλούς.
Η δίψα ήτο ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια του Εσταυρωμένου. Κατεκαίετο από σφοδρόν και παρατεταμένον πυρετόν, προκαλούμενον από τα φοβερά τραύματα των χεριών και των ποδιών και από το αποτρόπαιον εκείνο κρέμασμα και τον σπαραγμόν του σώματος επί ώρας ολόκληρους. Θα μπορούσε εν τούτοις και το ανυπόφορον τούτο μαρτύριον να το υπομείνη ο Κύριος σιωπηλός μέχρι τέλους, όπως είχε πράξει δι' όλα τα άλλα μέχρις αυτής της στιγμής. Αλλά, με όλην Του την νηφαλιότητα και την αυτοκυριαρχίαν, σκέπτεται ότι απομένει ακόμη να εκπληρωθή μία προφητεία· εκείνη με την ὁ ποίαν ο προφητάναξ Δαβίδ προέλεγε· «καί εἰς τήν δίψαν μου ἐπότισαν με ὄξος» (Ψάλ. ξη' 22). Και δια τούτο, «ἵνα τελειωθῇ, ἡ Γραφή, λέγει διψῶ»(Ἰω. ιθ΄ 28). Εκφράζει το αίσθημα της δίψης που Τον κατέχει· αλλά όχι μόνον δια να δοθή διέξοδος εις την φλόγα που τον κατακαίει. Μέσα εις τους πόνους και την αγωνίαν Του έχει τόσην διαύγειαν και τόσην επιβολήν του πνεύματος επί του σπαρασσόμενου σώματος Αυτού, ώστε σκέπτεται ότι «πάντα ἤ δη τετέλεσται» τα αφορωντα εις τον Μεσσίαν· όλα εξεπληρώθησαν όσα η προαιώνιος βουλή του Θεού είχε προαναγγείλει δια των προφητών· και δεν πρέπει να παραλειφθή και το τελευταίο τούτο· η απάνθρωπος αντιμετώπισίς της δίψης Του από τους σταυρωτός Του. Λέγει λοιπόν· «διψ ῶ ». Το λέγει όχι δι' ολίγες σταγόνες νερού που θα εδρόσιζαν τα χείλη Του. Αλλά δια να εκπληρωθή εις το ακέραιον το θέλημα του Θεού. «Οὐκ ἦλθε καταλῦσαι, ἀλλά πληρῶσαι», να εκπλήρωση εξ ολοκλήρου ό,τι έχει ορίσει ο Θεός.
Εξάλλου, είναι Εκείνος ο Οποίος είχε διακηρύξει το «μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὔτοϊ χορτασθήσονται» (Μάτθ. ἐ' 6). Και εν προκειμένῳ ο Εσταυρωμένος Ιησοῦς πεινά και διψά την δικαιοσύνην. Διψά να υπάρξη επί της γης η αληθής δικαιοσύνη· δηλ. η εκπλήρωσις του νόμου του Θεού, η πλήρης και τελεία εφαρμογή του θείου θελήματος. Και παρουσιάζεται ο ίδιος τέλειον πρότυπον εκπληρώσεως, μέχρι κεραίας του θελήματος του Θεού. Δια να διακηρύξη, και με τον δραματικόν αυτόν τρόπον της μεγάλης σταυρικής Του θυσίας, ότι προέχει να κατεχώμεθα πάντα από την δίψαν και τον πόθον της επικρατήσεως του θείου θελήματος.
Α κούοντες και ημείς σήμερον, από τα χείλη Του και το ικρίωμα του Σταυρού Του, το «διψῶ», ας διερωτηθώμεν, αν μας συνέχη αύτη η δίψα της βιώσεως και της εμπράκτου τηρήσεως των θείων εντολών Του. Και ας προβληματισθώμεν. Ο Χριστός διψά, και το φωνάζει. Προς ποίους όμως απευθύνεται; Και από ποίους θα μπορούσε να περιμένη να ενδιαφερθούν, να Τον ανακουφίσουν;
Ή σαν βεβαίως πλησίον Του πρόσωπα προσφιλή· η Παναγία Μητέρα Του, και άλλαι αφωσιωμέναι ευσεβείς γυναίκες που Τον ακολουθούσαν. Είναι εκεί και ο «ἤγαπημενός» Του μαθητής, ο Ιωάννης. Και, ασφαλώς, πολύ θα το ήθελαν, να σπεύσουν να Τον δροσίσουν. Αλλά οι άτεγκτοι φρουροί δεν επέτρεπον σε κανένα να έλθη εις τόσον άμεσον επαφήν με τον Εσταυρωμένον.
Οι μόνοι που είχον την δυνατότητα να του απαλύνουν το μαρτύριον της δίψης ήσαν οι ίδιοι οι σταυρωταί και φρουροί Του. Αλλ' αύτοι δεν πρόκειται να συγκινηθούν, δια να του ρίψουν ένα βλέμμα συμπαθείας και φιλανθρωπίας. Η μόνη «ἀνθρωπιστική» χειρονομία των, όταν επρόκειτο να Τον σταυρώσουν, ήτο το ότι Του προσέφεραν «ἐσμυρνισμένον ο ἶνον» (Μάρκ. ιε' 23) - ένα ποτόν κάπως ναρκωτικόν, δια να μετριασθή η αίσθησις του πόνου. Αλλ' ο Κύριος «γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν». Δεν το εδέχθη. Όχι μόνον διότι η γεύσις εκείνου του «οἶνον μετά χολῆς μεμιγμένον» (Μάτθ. κζ' 34) ήτο πικρά και αποκρουστική, από την ανάμειξιν χολής με σμύρναν και άλλα φαρμακευτικά είδη· αλλά κυρίως διότι το κράμα αυτό προωρίζετο να επιδρά αναισθητικώς. Και ο Χριστός θέλει, όχι ζαλισμένος, αλλά με πλήρη συνείδησιν και με τελείαν διαύγειαν, ακέραιας -όχι μειωμένας - τας αισθήσεις Του εις την οξύτητα των πόνων, να προσφέρη την ύψιστην αυτήν θυσίαν Του υπέρ του κόσμου. Διότι ήλθε προς το εκούσιον Πάθος. Και έλεγε ρητώς· «Οὐδείς αἴρει τήν ψυχήν μου ἀπ' ἐμοῦ, ἄλλ' ἐγώ τίθημι αὐτήν ἀπ' ἐμαυντοῦ. Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν καί ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν» (Ἰω. ι' 18). Εγώ ο ίδιος διαθέτω την ζωήν μου λύτρον υπέρ του κόσμου. Και θα πίω όλον «τό ποτήριον ὅ δέδωκε μοί ὁ Πατήρ» (Ἰω. ιη' 11).
Εις άλλο σημείον του σταυρικού μαρτυρίου Του, οι σκληροτράχηλοι Ρωμαίοι στρατιώται «ἐνέπαιζον αὐτόν, ὄξος προσφέροντες αὐτῷ». Ύψωναν το κύπελλον, με το υπόξινο κρασί τους,κερνώντες τρόπον τινά και Εκείνον, και πίνοντες ειρωνικώς ...εις υγειάν Του!, ως ψευτοβασιλέως των Ιουδαίων, και λέγοντες· «εἰ ἄν εἰ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν» (Λούκ. κγ' 36), δια να οἰκτίρουν και μυκτηρίσουν τας βασιλικάς αξιώσεις Του. Αγνοούν οι δυστυχείς ότι Αυτός είναι ο αιώνιος «βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων» (Α' Τιμ. ς' 16).
Θα Τον αγνοήσουν λοιπόν και ως ένα κατάδικον, ο οποίος εις την επιθανάτιον αγωνίαν του εκδηλώνει την κατέχουσαν αυτόν αφόρητον δίψαν;
Αλλά δια τους κατάδικους εις τον φρικτόν τούτον θάνατον υπήρχε στοιχειώδης πρόνοια. «Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν» (Ἰω. ιθ' 29). Κάπου εκεί υπήρχε ένα σκεύος γεμάτο από όξος (ξύδι). Και πλησίον του κάποιος σπόγγος και κάποιο κλωνάρι από ύσσωπον, γνωστόν φυτόν, εύχρηστον εις τους Ιουδαίους δια λειτουργικούς ραντισμούς. Θα γεμίσουν λοιπόν το σφουγγάρι με όξος· θα το δέσουν στο κλωνάρι του υσσώπου· και θα το θέσουν εις τα χείλη του Εσταυρωμένου.
«Τετέλεσται», θα είπη ο Κύριος. Εξεπληρώθησαν αι Γραφαί... «Καί κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε τό πνεῦμα»...

Έ ρχεται εις τον νουν ο απόηχος του Ψαλμού. «Ἔδωκαν εἰς τό βρῶμά μου χολήν, καί εἰς τήν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος» (ξη' 22).
Του ηρνήθησαν και απλήν σταγόνα νερού! Εστερήθη και τον ελάχιστον δροσισμόν! Ποιος; «Ὁ περιβάλλων τόν οὐρανόν ἐννεφέλαις» (Ψαλ. ργ' 3)! Ποίος; Ο δημιουργήσας τας ανεξάντλητους αβύσσους! Εκείνος, εις το νεύμα του Οποίου θα ηδύνατο να εκλείψη το ύδωρ από την γην, ή, αντιθέτως, να πληθυνθή απεριορίστως και να βυθίση εις νέον κατακλυσμόν πόλεις και χώρας.
Αυτός διψά, και το λέγει. Το λέγει όμως εις ώτα και καρδίας, εκ των οποίων δεν εύρεν ανταπόκρισιν.
Αλλά ας γίνη, παρακαλώ, σιγή απόλυτος.
«Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία· καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου», δια να ακούση σήμερον τον απόηχόν της φωνής του Εσταυρωμένου. «Διψῶ». Το λέγει και πάλιν. Το επαναλαμβάνει και σήμερον. Πόσοι άραγε θα μπορούσαν να το ακούσουν αυτήν την ώραν, εντείνοντες την ακοήν και την προσοχήν;
Το λέγει προς ημάς. Μας λέγει ότι διψά. Διψά την σωτηρίαν μας. Κανείς ας μη Τον ποτίση με το όξος της αδιαφορίας και με την χολήν της εξακολουθητικής αμαρτίας. Ας Του προσφέρωμεν όλοι -και ο καθένας προσωπικώς- τούτον τον δροσισμόν. Κύριε, «ἐδίψησέ σέ ἡ ψυχή μου». Διψά η ψυχή μου το έλεός Σου. «Σῶσον μέ, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου». Αμήν

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...