Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα (Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ
Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα
(Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)

Πάσχα! Πάσχα Κυρίου Πάσχα, αδελφοί! Ανάστασις Κυρίου Ιησού Χριστού!
Και για τον λόγο αυτό, η χαρά μας είναι ασυγκράτητη. Την διαλαλούμε δε και την κηρύσσουμε στα πέρατα της οικουμένης. Συμψάλλουμε με την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία τον παιάνα της Νίκης «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»!
Γι' αυτό ακριβώς το θεμελιώδες γεγονός της πίστεώς μας, κάνει λόγο και το Αποστολικό ανάγνωσμα. Γράφει ο Έλληνας Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ότι ο Κύριος Ιησούς, προ της Αναλήψεώς του στους ουρανούς «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις», στους μαθητές του. (Πράξ. Αποστ. Α΄3).
Δηλ. ο Αναστάς Κύριος, τους παρουσίασε τον εαυτόν του ζώντα μετά το πάθημα του Σταυρού. Και το θαυμαστό είναι ότι αυτό έγινε με πολλές αποδείξεις. Εμφανιζόταν ο Κύριος «δι ημερών τεσσαράκοντα».
Επί σαράντα ημέρες, κατά διαλείμματα τους έλεγε περί της βασιλείας του Θεού. Και τους ετόνιζε ότι «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» θα βαπτισθούν «εν Πνεύματι Αγίω».(Πράξ. Απ. Α΄5). Θα λάβουν δηλ. το Πνεύμα το Άγιον, και αφού δεν είναι δικό τους θέμα το να γνωρίζουν τους «χρόνους ή τους καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. Απ. Α΄7), δηλ. περί των εσχάτων, τους δίνει την ευλογημένη εντολή να γίνουν «μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. Απ. Α΄8). Δηλαδή τους είπε ότι θα λάβετε ενίσχυση και δύναμη, όταν έλθει επάνω σας η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και θα είστε μάρτυρες του βίου μου και της διδασκαλίας μου και στον χώρο της Ιερουσαλήμ και της Ιουδαίας και Σαμαρείας, αλλά και έως το έσχατον και το πλέον απομεμακρυσμένο σημείο της γης.
Φυσικά όλ' αυτά που είπε ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιήθηκαν, αλλά και θα πραγματοποιούνται προς δόξαν του Τριαδικού Θεού έως το τέλος της Ιστορίας. Ουδέποτε θα παύσει να κηρύσσεται η ένδοξος Ανάστασις του Χριστού «έως εσχάτου της γης», προς πείσμα των δαιμόνων.
Τι κι αν κατά καιρούς φαίνεται ότι σε ορισμένα σημεία του κόσμου κυριαρχούν οι σκοτεινές δυνάμεις του Άδου; Όχι μόνο δεν εμποδίζουν την αλήθεια της Ευαγγελικής διδαχής και την πραγματικότητα της Αναστάσεως, αλλ΄όλως αντιθέτως, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δίχως να το θέλουν, κατορθώνουν το εντελώς αντίθετο.
Κλασσικό πλέον παράδειμα τούτου, για την γενεά μας την «μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» αποδείχθηκε ο θρίαμβος της Εκκλησίας του Χριστού στα πρώην κουμουνιστικά κράτη.
Εκεί που φαινόταν ότι είχε τον θρόνο του, το αιμοβόρο θηρίο του αθεϊσμού και του απαίσιου και ξεπερασμένου πλέν μαρξισμού, στην Μόσχα, εκεί δηλαδή ακριβώς που φαινόταν να κυριαρχούσε η άρνηση της Αναστάσεως, εκεί ήταν που υπέστη και τον εξευτελισμόν του. Διαλύθηκε εις τα εξ' ων συνετέθη, και στους ίδιους χώρους τώρα κτίστηκε από την επίσημη Ρωσική κυβέρνηση ο μεγαλοπρεπής Ορθόδοξος Ναός του Σωτήρος Χριστού!
Εκεί που οι ανόητοι αντίχριστοι ετύπωναν το περιοδικό «Άθεος» για να χτυπήσουν την πίστη των Χριστιανών, εκεί τώρα οι Αρχές και οι εξουσίες τη νύκτα της Αναστάσεως θα κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού! Εκεί που υπήρχε ο πάγος και η βουβαμάρα του διωγμού, τη νύχτα της Αναστάσεως, και όχι μόνον, οι πελώριες καμπάνες του Κρεμλίνου θα μεταφέρουν πανηγυρικώς τον θρίαμβο της Αναστάσεως, έως τις εσχατιές της αχανούς αυτής χώρας. Θα μεταφέρεται το ζεστό και γλυκό, συνάμα δε και λαμπρό μήνυμα της Αναστάσεως, έως εκεί που μέχρι προσφάτως υπήρχαν τα αλήστου μνήμης γκουλάγκ. Τα πλέον σκληρά και φρικτά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στα οποία εγκλείονταν τα τέκνα του φωτός και της Αναστάσεως, για να περάσουν από κει στο φωτεινό χώρο των Αγίων, και για να ικετεύσουν τον Θεό υπέρ των δεινώς χειμαζομένων και δεδιωγμένων αδελφών τους (Αποκάλυψις ΣΤ΄10).
Αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τις ιστορικές και αδιαμφισβήτητες πλεόν αυτές αλήθειες; Πού να πρωτοσταθούμε, και πού να εστιάσουμε το βλέμμα μας; Να ανοίξουμε την τραγική, συνάμα δε και τόσο λαμπερή σελίδα, όσον αφορά τη δύναμη της Αναστάσεως; Να ανοίξουμε την μαύρη βίβλο της γειτονικής μας Αλβανίας, ή με κομμένη την ανάσα να ατενίσουμε σε τόσα άλλα μέρη της πονεμένης Ρωμιοσύνης, και της όπου γης Εκκλησίας του Χριστού, δηλ. της Ορθοδοξίας μας;
«Επιλήψει με διηγούμενον ο χρόνος».
Αναμφιβόλως, για όσους διαθέτουν τον κοινόν νουν και θέλουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες, όλα αυτά είναι ακαταμάχητες αλήθειες, «εν πολλοίς τεκμηρίοις». Αλήθειες για το ότι ο Χριστός «εξήλθε νικών και ίνα νικήση»! (Αποκάλ.ΣΤ΄2).
Και τονίζουμε αδελφοί μου τον «κοινόν νουν» και το «ελεύθερον της προσωπικότητος», κυρίως δε της ορθοδόξου και δη Ελληνικής Χριστιανικής προσωπικότητας.
Ας μη λησμονούμε δε ότι το φως της Αναστάσεως για όσους συνειδητά το αρνούνται ή νομίζουν ότι μπορούν να «παίξουν» με τον Ιησού, γίνεται «πυρ καταναλίσκον» αφού «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» κατά τον αψευδή λόγο του Θεού, αλλά και όπως αποδεικνύει η ίδια η ζωή που είναι η αδιάψευστη πραγματικότητα.
Αδελφοί μου. Ζούμε και θα ζούμε προς δόξαν Θεού, πάντα και για πάντα, το φως, την χαρά, την ευωδία, τον θρίαμβο και την αιώνια νίκη του Αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!
Χριστός Ανέστη-Αληθώς Ανέστη!


Αμήν.

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Π Α Σ Χ Α 2 0 1 5 Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ κ.κ.ΚΟΣΜΑ

Π Α Σ Χ Α 2 0 1 5
Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η   Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Κ Ο Σ Μ Α Σ
ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
Πρός τόν ἱερόν κλῆρον, τίς μοναστικές ἀδελφότητες
καί τόν εὐσεβῆ λαό τῆς καθ’ ἡμᾶς θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως
«Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως…» (Λουκ. κδ, 34)
            Τά λόγια αὐτά δέν εἶναι μιά ἁπλῆ φράσις τήν ὁποία εἶπαν οἱ συγκεντρωμένοι στό Ὑπερῶον τῆς Ἱερουσαλήμ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου στούς ἐπιστρέψαντας μαθητάς ἀπό τούς Ἐμμαούς.
            Εἶναι ἡ πίστις καί τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ ὁποία ἐπί εἴκοσι αἰῶνας, δέν παύει νά διακηρύσσῃ καί νά ζῇ τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός ἀνέστη τριήμερος ἐκ τοῦ τάφου καί ὅτι εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς.  
            Ναι, ἀγαπητοί, σήμερα Κυριακή τοῦ Πάσχα ἄς στερεώσουμε τήν ἀκράδαντο πίστι στήν καρδιά μας, τήν πίστι στήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί ἄς ὁμολογήσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις: «Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως…».
            Ἀνέστη ἀφοῦ προηγουμένως διά τοῦ θανάτου Του, συνέτριψε τό κράτος τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
            Τά ἁγιογραφικά κείμενα ἀποδεικνύουν καί ἐπιβεβαιώνουν, τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας.
            «Μετά τό πάθος του καί τό θάνατό του παρουσιάσθηκε σέ αὐτούς τούς ἴδιους τούς Ἀποστόλους ζωντανός», γράφει στό βιβλίο τῶν Πράξεων ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Καί συνεχίζει: «Καί μέ πολλές ἀποδείξεις ὁ Ἀναστημένος Κύριος τούς βεβαίωσε, ὅτι πραγματικά ἦταν ζωντανός. Καί ἐπί σαράντα ἡμέρες ἐμφανιζόταν σέ αὐτούς κατά διαστήματα καί τούς μιλοῦσε γιά τίς ἀλήθειες καί τά μυστήρια, πού ἀναφερόταν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Πραξ. α΄, 3).
            Κατά τίς αὐθεντικές πληροφορίες τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων, οἱ αὐτόπτες μάρτυρες, οἱ Ἀπόστολοι, δέν πίστευσαν εὔκολα καί ἀβασάνιστα, στό ἱστορικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως.
            Μαρτυροῦν οἱ ἄγγελοι ὅτι Χριστός ἀνέστη, μαρτυροῦν οἱ μυροφόρες ὅτι εἶδαν τόν Ἀναστάντα, συμμαρτυροῦν οἱ δύο πρός Ἐμμαούς μαθηταί, συνεπιμαρτυρεῖ ὁ Ἀπ. Πέτρος καί ὅμως ὅταν ὁ Χριστός μετά ἐμφανίζεται στό Ὑπερῶο κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καί προσφωνεῖ τούς Ἀποστόλους λέγοντας: «Εἰρήνη ὑμῖν», αὐτοί καταπτοοῦνται καί νομίζουν ὅτι βλέπουν φάντασμα.
            Ταπεινώνεται ὁ Ἀναστάς Κύριος, δείχνει τίς πληγές τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του, καταδέχεται νά ψηλαφίσῃ τήν λογχευθεῖσα πλευρά του, ὁ Ἀπ. Θωμᾶς, γιά νά πιστεύσουν. Καί γιά νά ἄρῃ τήν παραμικρή ἀμφιβολία ἀπό τίς ψυχές τους, ζητεῖ καί τρώει, ἀναστημένος πλέον, «ἰχθύος ὁπτοῦ μέρος καί ἀπό μελισσίου κηρίου» (Λουκ. κδ΄, 42).
            Γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος πρός Κορινθίους: «Ἀνέστη ὁ Κύριος κατά τάς Γραφάς καί ἐμφανίσθηκε μετά τήν Ἀναστασί του στόν Κηφᾶ (Πέτρο) κι ἔπειτα στούς δώδεκα Ἀποστόλους. Ἔπειτα ἐμφανίσθηκε γιά μιά φορά συγχρόνως σέ περισσότερους ἀπό πεντακοσίους ἀδελφούς , ἀπό τούς ὁποίους βέβαια μερικοί πέθαναν, οἱ περισσότεροι ὅμως ζοῦν ἕως τώρα.
            Ἔπειτα ἐμφανίσθηκε στόν Ἰάκωβο καί ὕστερα σέ ὅλους τούς Ἀποστόλους. Καί τελευταία ἀπό ὅλους, ἐμφανίσθηκε καί σέ μένα, σάν σέ ἔκτρωμα» (Α΄ Κορ. ιε΄, 5-7).
            Κανένα ἄλλο γεγονός τῆς παγκοσμίου ἱστορίας δέν στηρίζεται σέ τόσες ἀδιάσειστες μαρτυρίες ὅσο τό μοναδικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.
            Παρ’ ὅτι ἔδειξαν δυσπιστία σάν ἄνθρωποι οἱ Ἀπόστολοι, ἐφ’ ὅσον ἔζησαν τήν Ἀνάστασι, εἶδαν τόν Ἀναστάντα Κύριο ἐμπρός τους, ἀνάμεσά τους, συνέφαγαν μαζί Του μετά τήν ἀνάστασι Του, παραδόθηκαν στήν ὑπακοή Του, ἔζησαν μέ ἀπόλυτη ὑπακοή καί συνέπεια τό θέλημά Του, ἔγιναν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του «ἐν Ἱερουσαλήμ ἐν πάσῃ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ, ἀλλά καί ἕως ἐσχάτων τῆς γῆς» (Πράξ. α΄, 8). «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὁ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν …ἀπαγγέλομεν ὑμῖν» (Α’ Ἰω. α΄, 1-2), ὁμολογεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
            Καί δέν ἔγιναν μόνο μέ τά λόγια τους μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔγιναν καί μέ τό φρικτό μαρτύριό τους. Ἀλήθεια, ἦταν δυνατόν οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ἄν δέν ἦταν βέβαιοι γιά τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας, νά ὑποστοῦν τόσους κόπους γιά τήν διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί νά χύσουν τό αἵμα τους διά τοῦ μαρτυρίου γιά ἕνα ψεῦδος;
            Ἕνας φανατικός Φαρισαῖος πρίν, ἕνας φοβερός διώκτης τῶν χριστιανῶν, ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἦταν ποτέ δυνατόν νά προσφέρῃ τόσα γιά τό Χριστό καί νά πεθάνῃ μαρτυρικά γιά τό Χριστό, ἄν δέν ἦταν βέβαιος γιά τήν Ἀνάστασι;
            «Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως», ἀγαπητοί, γιά νά μᾶς χαρίσῃ ζωή, ἀφθαρσία, ἀθανασία, αἰώνια ζωή στήν ἀνέσπερο παραδείσια δόξα.
            «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή…» (Ἰω. ια΄, 26) διακηρύσσει ὁ Ἀναστάς Χριστός. Αὐτός εἶναι «ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα…» (Πραξ. ζ΄, 25) φωνάζει ἀπό τήν Πνύκα ὁ Ἀπ. Παῦλος.
            Ὡς δημιουργός προσφέρει ζωή ἐπίγειο, ἀνατέλει τόν ἥλιο, βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους, ἀνοίγει τά πατρικά του χέρια καί μᾶς προσφέρει κάθε εὐλογία.
            Μᾶς προσφέρει καί τήν πνευματική ζωή, τή ζωή τήν ἀληθινή καί συνειδητή τῆς ψυχῆς. Μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά ζοῦμε ἐν πνεύματι ἁγίῳ μέσα στήν ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας, νά ζοῦμε τίς ἅγιες ἐντολές Του, νά ἐλευθερώνουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τά πάθη μας μέ τή θεία χάρι Του, νά καλλιεργοῦμε ἀρετές, νά γινώμαστε σύσσωμοι καί σύναιμοι Χριστοῦ μέ τό πανάχραντο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, νά ἑνωνόμαστε μαζί Του, νά γινώμαστε κατά χάριν Θεοί.
            Μᾶς προσφέρει, ὅμως, μέ τήν Ἀνάστασί Του ὁ Ἀναστάς Κύριος καί τήν δυνατότητα τῆς πρσωπικῆς μας ἀναστάσεως καί τήν αἰώνια ζωή τῆς ἐνδόξου βασιλείας Του. «…Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο…» (Α΄ Κορ. ιε΄, 20) διαλαλεῖ ὁ Ἀπ. Παῦλος.
            «Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε πρῶτος ἀπό τούς ἄλλους καί βεβαιώνει μέ τήν Ἀνάστασί Του ὅτι θά ἀκολουθήσῃ ἔπειτα ἡ ἀνάστασι καί τῶν ἄλλων νεκρῶν».     «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλι, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14), γράφει πρός Ἑβραίους πάλι ὁ Ἀπ. Παῦλος. Δέν ἔχουμε ἐδῶ μόνιμη καί διαρκῆ πατρίδα καί πόλι, ἀλλά μέ πόθο ζητοῦμε τήν μελλοντική, τήν οὐράνια πατρίδα.
            Αὐτή τήν οὐρανία ζωή μᾶς χαρίζει ὁ Κύριός μας, δυνάμει τῆς Ἀναστάσεώς του, γιά νά ζήσουμε αἰωνίως μέ τήν Παναγία μας, τούς ἁγίους ἀποστόλους, τούς πανενδόξους μάρτυρας, τούς θεοφωτίστους πατέρας καί προμάχους τῆς ὀρθοδόξίας μας, τούς ὁσίους, τούς ἀσκητάς, τούς Νεομάρτυρας, μέ ὅλους ὅσους εὐαρέστησαν στόν Κύριο.
            «Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως»!
            Ἀγαπητοί, τά πάντα σήμερα «πεπλήρωνται φωτός» καί μιλᾶνε γιά τήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Παρά ταῦτα ὑπάρχουν καί πολλοί πού ἔμειναν ξένοι πρός τήν Ἀνάστασι. Καί σήμερα, ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας πολεμεῖται μέ πάθος. Ἄνθρωποι μέ ἐγωισμό, ἔπαρσι καί θόλωσι, σκοτισμένοι καί μικρόψυχοι, δέν μποροῦν νά πλησιάσουν, νά πιστέψουν τό ἱστορικό γεγονός καί θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως.
            Δέν βλέπουν ὅτι στόν κόσμο, ἀνά τούς αἰῶνας, μόνο ἕνας τάφος εἶναι κενός, ὁ τοῦ Χριστοῦ, οὔτε τό ἅγιο φῶς, πού μόνο αὐτό ἀνάβει μόνο του κάθε Πάσχα στόν κενό τάφο τοῦ Κυρίου.
            Μή μᾶς φοβίζει ὁ μανιακός πόλεμος τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς Ἀναστάσεώς του. Ἀλήθεια, ποῦ εἶναι γιά παράδειγμα ὁ Νέρων, ὁ Διοκλητιανός, ὁ Μαξιμιανός, ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης καί τόσοι ἄλλοι, πού πολέμησαν τόν Ἀναστάντα;
            Ἐμεῖς, ἄς δυναμώσουμε, ἄς στερεώσουμε μέσα μας τήν πίστι στόν Ἀναστάντα καί τήν Ἀνάστασί Του. Ἄς κρατοῦμε καθαρή τήν καρδιά μας ἀπό τά ἁμαρτήματα καί τά πάθη μας, γιά νά μπορεῖ νά ἀναπαύεται μέσα μας ὁ Χριστός.
            Ἄς ζοῦμε γνήσια ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή ζωή γιά νά ἑνώνουμε ἀξίως τόν ἑαυτό μας μέ τόν ἀναστημένο Κύριό μας. Γιά νά μᾶς χαρίζῃ πλουσία τήν εὐλογία Του στήν ἐπίγειο αὐτή ζωή, νά μᾶς ἐνισχύῃ μέ τήν χάρι Του στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Γιά νά μᾶς ἀναστήσῃ καί ἐμᾶς κατά τήν ἔνδοξο Δευτέρα παρουσία Του, γιά νά μᾶς χαρίσῃ τήν αἰώνιο ἀναστημένη καί ἔνδοξο ζωή.
            Τό εὔχομαι μέ ὅλη μου τήν πατρική ἀγάπη.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!! ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΚΑΤΑΚΛΥΖΕΙ ΤΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ - ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ:Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

CapθοήθοηθοηνθνηοCapγδγιθδγθιγθ΄δγ΄θδγθ΄γθ΄δγθ Caγυθγιθγιθγιθ΄γίθγθί
Στο ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα εν αναμονή του αγίου Φωτός υψώθηκε η ελληνική σημαία ενώ οι παλαιστίνιοι χριστιανοί εν χορδαίς και οργάνοις και αλλαλαγμούς αναμένουν το άγιο Φως…….Xριστός Ανέστη….Την τελετή της αφής του Αγίου Φωτός παρακολούθησαν 10.000 εντός του ναού και πολλοί αλλοι στην αυλή.Έλληνες, κόπτες, αρμένιοι, συρορθόδοξοι, αραμαίοι, αιθίοπες, σέρβοι, ρώσοι και πολλοί παλαιστίνιοι……..αλλά και από όλον τον ορθόδοξο κόσμο πιστοί…….
πηγή'
Το είδαμε εδώ

Πάσχα: Ἀναζητώντας τὸ χαμένο νόημα




Αποτέλεσμα εικόνας για ανασταση


Ἔφτασε ξανὰ τὸ Πάσχα, ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων, ὅπως μας λέει ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Μέσα στὸν κατακλυσμὸ ὅμως μηνυμάτων, διαφημίσεων, προτιμήσεων, καταναλωτικῶν εἰδῶν, προκύπτει τὸ πρόβλημα τοῦ πραγματικοῦ νοήματος τῶν ἡμερῶν. Χάνουμε τὶς περισσότερες φορὲς τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἑορτῆς, τὸ ἀντικαθιστοῦμε μὲ ὑποκατάστατα, ποὺ εἶναι ὅλος αὐτὸς ὁ καταναλωτικὸς θρίαμβος, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα προσπερνοῦμε τὴν οὐσία καὶ μένουμε στὸ κέλυφος.
Τί δὲν εἶναι Πάσχα;
 Πάσχα δὲν εἶναι τὸ ἀρνί, δὲν εἶναι τὸ κόκκινο αὐγό, δὲν εἶναι τὸ τσουρέκι, δὲν εἶναι ἡ λαμπάδα, δὲν εἶναι τὰ καινούρια ροῦχα, δὲν εἶναι ἡ παρουσία μας στὴν Ἐκκλησία δέκα λεπτὰ πρὶν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἕνα λεπτὸ μετά. Πάσχα δὲν εἶναι ἡ λατρεία τοῦ φαγητοῦ, τὸ πανηγύρι, ὁ χορὸς καὶ τὸ ποτό. Πάσχα δὲν εἶναι οἱ σοῦβλες στὸ δρόμο, δὲν εἶναι ἡ ἀνταλλαγὴ εὐχῶν, δὲν εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὸ χωριό. Ἤ, τουλάχιστον, δὲν εἶναι μόνο αὐτά.

Πάσχα εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ γεύση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ φωνὴ τοῦ Οὐρανοῦ ποὺ ἔρχεται μέσα μας, ὅταν μεταλαμβάνουμε στὴν Θεία Λειτουργία. Τότε ἡ ψυχή μας, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, μεταμορφώνεται, ἠρεμεῖ, νιώθει κάτι ἀπὸ τὴν συγγνώμη καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀνατέλλει μέσα ἀπὸ τὸν Τάφο. Τότε, νιώθουμε πὼς μ᾿ ὅλο τὸν κόσμο εἴμαστε ἀδέλφια, γιατὶ μετέχουμε τοῦ κοινοῦ ποτηρίου τῆς Ζωῆς.
Πάσχα εἶναι
ἡ ἀλλαγὴ τῆς ζωῆς μας, ἡ ἀνάστασή μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες ποὺ μᾶς δέρνουν. Δὲν ἀξίζει νὰ λέμε ὅτι ἦρθε τὸ Πάσχα κι ἐμεῖς δὲν εἴμαστε συμφιλιωμένοι μὲ τὸ Θεό, τὸ συνάνθρωπο, τὸ γείτονα, τὸν ἑαυτό μας, ὅτι δὲν νιώθουμε πιὸ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς κακίας καὶ τοῦ θανάτου. Πάσχα ἄλλωστε εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ ἔσχατου ἐχθροῦ της ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος: Θανάτω θάνατον πατήσας...
Πάσχα εἶναι
ἡ ἀφορμὴ γιὰ ἑνότητα, ἑνότητα μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ τῶν κοινωνιῶν. Δὲν γίνεται νὰ λέμε ὅτι γιορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση καὶ ὁ πόλεμος καὶ ἡ διχόνοια κυριαρχεῖ στὶς ψυχές μας. Δὲν γίνεται νὰ λέμε ὅτι πιστεύουμε στὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐπικαλούμαστε αὐτὴ τὴν ἰδιότητά μας καὶ νὰ συντρίβουμε λαούς, ὑπολήψεις, συνειδήσεις, συνανθρώπους, πλησίον, ἀδελφούς μας. Δὲν γίνεται νὰ κάνουμε Πάσχα μὲ κακία γιὰ τοὺς ἄλλους, ὅποιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί, ὅ,τι κι ἂν μᾶς ἔχουν κάνει!
Πάσχα δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ νοηθεῖ καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Ὅλα ὅσα περιλαμβάνει τὸ φολκλορικὸ καὶ παραδοσιακὸ μέρος τῆς ἑορτῆς, ἀποκρυσταλλώνονται μὲ τὴ βίωση τῆς Πασχαλινῆς χαρᾶς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἂν δὲν ἀκουστοῦν οἱ καμπάνες τ᾿ Οὐρανοῦ μέσα στὶς ψυχές μας, ἂν δὲν νιώσουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ, ἀλλὰ κυρίως στὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου δὲν ἔχει σημασία, τότε εἶναι σὰ νὰ γιορτάζουμε ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ σταύρωναν ἕναν Ἀθῷο καὶ δὲν ἔμπαιναν μέσα στὴν αὐλὴ τοῦ Πιλάτου γιὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν!
Τὴν ὥρα τοῦ Πάσχα ἡ φύση βάζει τὴν πιὸ καλὴ καὶ πιὸ γλυκιά της ὥρα. Ἡ Ἀνάσταση ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία γιορτὴ τοῦ πολιτισμοῦ μας γιατὶ ἀποτυπώνει τὸ θρίαμβο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ζωῆς: ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς καὶ ζεῖ ἀναστημένος γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς. Μᾶς καλεῖ νὰ ξαναβροῦμε τὸ ἀληθινὸ νόημα τοῦ Πάσχα, τὸ ὁποῖο φωλιάζει στὴ Λαμπριάτικη ἀτμόσφαιρα, ὄχι μόνο ἐξωτερικά, ἀλλὰ κυρίως ἐσωτερικά. Γιατὶ ἐκεῖ βρίσκεται τὸ μόνο καὶ ἀληθινὸ νόημα, στὴν μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς μας, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔστω καὶ γιὰ μία ἡμέρα, Χριστὸς Ἀνέστη!
* Τινὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Διαδικτυακοῦ τόπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι..

«Ἑορτή τῶν ἑορτῶν» καὶ «πανήγυρις τῶν πανηγύρεων» εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ «μία τῶν Σαββάτων» δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ἀφετηρία μιᾶς καινούριας ἑβδομάδας, ἀλλὰ τὰ ἐγκαίνια τῆς νέας κτίσεως, ἡ ἀρχὴ ἑνὸς καινούριου κόσμου.

Ἡ Κυριακή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου μας εἶναι ὁ ἀργαλιὸς ποὺ πάνω του ὑφαίνει ἡ Ἐκκλησία μας ὁλόκληρη τὴ λατρεία της. Γι' αὐτὸ κάθε Κυριακὴ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γιορτάζει, τὴν Ἀνάστασή Του ψέλνει καὶ προσκυνᾶ. «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι...» ψάλλομε σὲ κάθε εὐχαριστία τῆς Κυριακῆς, γινόμενοι ἔτσι μυστικὰ θεατὲς καὶ ὁμολογητὲς τῆς Ἀνάστασής Του.

Στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, ὑπάρχει ἕνας συγκλονιστικὸς διάλογος ἀνάμεσα στὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν ἀδελφή τοῦ Λαζάρου τὴ Μάρθα. Εἶναι τέτοια ἡ θλίψη καὶ ἡ στεναχώρια της ποὺ λέει στὸν Κύριο «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει». Καὶ ὁ Κύριος τῆς ἀπαντᾶ: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα· πιστεύεις τοῦτο;». (Ἰωάν.39-44). Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας, ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικὰ σὲ κάθε πιστό, σὲ κάθε χριστιανό ποὺ ἀναζητᾶ ἐναγωνίως λύση καὶ διέξοδο στὰ ποικιλόμορφα προβλήματά του. Ὁ ἴδιος βέβαια μᾶς ἀπέδειξε μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα ὅτι εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάσταση. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἐμψυχώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἔγινε ἁπλῶς οἰκεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀνυψώθηκε στὴ θεότητα. Καὶ ἀκριβῶς στὴν ἀνύψωση αὐτή, οἱ πατέρες μας διαβλέπουν τὴν οὐσία καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. «Σώζεται ὅ,τι ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό· ὅ,τι δὲν ἑνωθεῖ μαζί Του δὲν σώζεται» λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

Ἐνανθρώπησε λοιπὸν γιὰ νὰ πεθάνει καὶ ἔτσι νὰ μᾶς καταστήσει κληρονόμους τῆς αἰώνιας Ζωῆς. Ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἔπρεπε νὰ εἶναι νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀνέλαβε τὸ σῶμα μας γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπ' τὴ φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὁ Θεὸς σαρκώθηκε, γιὰ νὰ θεοποιήσει τὴ σάρκα. Ὑπέστη τὴ σάρκωση καὶ τὸ θάνατο γιὰ νὰ νικήσει τὴ θνητότητα καὶ τὴ φθορά. Ὁ θάνατός Του ἔγινε ἡ δική μας ἀνάσταση καὶ νίκη ποὺ κερδήθηκε ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Καταθέτει τὴ Ζωή Του γιὰ νὰ ζωοποιήσει τὴ δική μας. Πεθαίνει, μὰ μὲ τὸ θάνατό Του σκορπᾶ ἀπλώχερα τὴ Ζωή. Ἐνταφιάζεται μὰ ἡ γῆ ἀδυνατεῖ νὰ τὸν κρατήσει μέσα της. Κατεβαίνει στὰ σκοτεινὰ ὑπόγεια τοῦ Ἅδη καὶ εὐθὺς αὐτὰ φωτίζονται καὶ καταυγάζονται ἀπ' τὸ δικό του ἄσβεστο φῶς. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί ὁ θάνατός Του δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα φυσικῆς-σωματικῆς ἀδυναμίας ἢ βιολογικῆς νομοτέλειας, ἀλλὰ ἡ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλλάξει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ βάρη τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἦταν ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Θείας Ἀγάπης. «Ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος, γιατί ὑπάρχω ἀϊδίως, καὶ ὁ ἔσχατος, γιατί θὰ εἶμαι πάντοτε. Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ζεῖ διαρκῶς, γιατί ἡ ζωή μοῦ ἀνήκει. Ἔγινα νεκρὸς καὶ πέθανα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ κρατῶ στὰ χέρια μου τὰ κλειδιὰ τοῦ Ἅδη, γιατί μὲ τὸ θάνατό μου κατέλυσα τὴν ἐξουσία του» (Ἀποκ. α' 17-18).


 



Τὴν ἀπάντηση στὴν ἐρώτηση πρὸς τὴ Μάρθα «πιστεύεις τοῦτο;» τὴν ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λίγες μέρες ἀργότερα. Ἡ Ἀνάστασή του δὲν εἶναι ἕνα ὑπερβατικὸ ὅραμα ἢ ψευδαίσθηση, οὔτε βέβαια ἀποτέλεσμα κάποιου μαγικοῦ γιὰ νὰ καταπλήξει τοὺς ἀδαεῖς καὶ ἀφελεῖς. Εἶναι ἡ εἴσοδος τῆς αἰώνιας ζωῆς στὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα. Εἶναι ἡ εἰσόρμηση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὰ ὄνειρα καὶ τοὺς ὁραματισμοὺς τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ ἀναστημένο Σῶμα Του εἶναι ἡ δική μας φύση ἐλεύθερη καὶ ἀποδεσμευμένη πλέον ἀπὸ κάθε περιορισμὸ καὶ καταναγκασμό. Τὸ ἀναστημένο Σῶμα Του ἔχει σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἀλλὰ δὲν παίρνει ζωὴ ἀπ' τὶς βιολογικὲς λειτουργίες, γιατί ζεῖ καὶ ὑπάρχει χάρη στὴν προσωπικὴ σχέση καὶ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό, ποὺ μόνη αὐτὴ τὸ συγκροτεῖ καὶ τὸ ζωοποιεῖ. Τὸ ἀναστημένο Σῶμα Του μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή του ἀπ' τὸ Θεό, δὲν πεθαίνει, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ζεῖ μαζί Του εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Τὸ ἀναστημένο Σῶμα Του εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον ὁ μισητὸς ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀπολύτρωσις τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, οὔτε ἡ «καταλλαγὴ» καὶ συμφιλίωσή του μὲ τὸ Θεό. Εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπ' τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀνέλαβε τὸ σῶμα μας, γιὰ νὰ τὸ ἀφθαρτοποιήσει καὶ νὰ τὸ ζωοποιήσει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Καὶ ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος στὸν Περὶ Ἐνανθρωπήσεως λόγο του «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, γιὰ νὰ ἀπαλείψει τὴ φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὁ θάνατος ὅμως δὲν καταργεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς ζωῆς στὸ θνητὸ σῶμα, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο τῆς Ἐνσάρκου Ζωής». Τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας ψάλλομε στὸ νικητὴ τῆς Ζωῆς «Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας...» καὶ ἔτσι ὁμολογοῦμε ὅτι εἶναι ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Ἑνός, ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος ἡ Αἰώνια Ζωή. Νίκησε τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο γιατί ποτὲ δὲν ὑπέστη τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.

Ἡ ἀπάντησή μας στὴν ἐρώτηση-πρόσκληση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ πρέπει νὰ εἶναι πειστικὴ καὶ ἀποτελεσματική. Αὐτὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἐλεύθερα ἀπ' τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ ἡ μακαρία θέα καὶ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, προϋποθέτουν τὴ δική μας θέληση καὶ ἄρα παρέχονται μόνο σὲ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν. Ὁ Θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασή Του προσφέρουν τὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἀφθαρσία σὲ ὅλους, ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἐπειδὴ ὅλοι ἔχουμε τὴν ἴδια φύση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Κανεὶς ὅμως δὲν ἐξαναγκάζεται νὰ τὴν ἐπιθυμήσει. Ἡ Ἀνάστασή Του εἶναι κοινὸ δῶρο καὶ ἀγαθὸ γιὰ ὅλους, ἡ εὐλογία καὶ ἡ χάρη ὅμως θὰ δοθεῖ μόνο σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν τὴν συνανάσταση μαζί Του. Γιὰ ὅσους παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ ἔχουν ἀποκλείσει τὴ ζωὴ τους ἀπ' τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἀνάστασή Του μοιάζει ἀνωφελὴς καὶ ἀδικαιολόγητη. Ὅσοι ὅμως ἀποδέχονται ἐλεύθερα τὴν Ἀνάστασή Του ὡς πηγὴ ζωῆς καὶ ἐγγύηση τῆς δικῆς τους ἀνάστασης καὶ ὡς ἀρραβώνα μὲ τὴν αἰωνιότητα, αὐτοὶ ἤδη ἀπὸ σήμερα πολιτεύονται στὴν ἀνατολὴ τῆς νέας Ζωῆς ποὺ “νεοποιεῖ τοὺς γηγενεῖς». Τὸ πιστεύεις τοῦτο ἀδελφέ μου;
Πάσχα 2012

Ἀνάσταση Νεκρῶν

Λέγει ὁ πανεύφηµος ἀπόστολος Παῦλος: Τὸ σῶµα µας εἶναι τὸ σπίτι τῆς ψυχῆς µας ἐδῶ στὴν γῆ. Ὅταν θὰ φύγουµε ἀπό τη ζωὴ αὐτή, ὁ Θεὸς θὰ µᾶς δώσει γιὰ τὴν ψυχή µας ἕνα ἄλλο σπίτι στὸν οὐρανό, ἕνα σπίτι ποὺ δὲν θὰ χτιστῆ «µὲ χέρια ἄνθρωπου». Αὐτὸ περιµένουµε. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ µεγάλη µας ἀµοιβή. Γι’ αὐτὸ µιλᾶµε, ὅταν λέµε τὸ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» (Βλ. Β’ Κόρ. 5,1-4). Ἡ ἀχειροποίητη αὐτὴ οἰκία µας, δὲν θὰ εἶναι σὰν τὸ σῶµα τοῦ Λαζάρου µετὰ τὴν ἀνάστασή του: ποὺ ἦταν πάλι σῶµα θνητό. Θὰ εἶναι σὰν τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ: πού µετὰ τὴν ἀνάσταση ἦταν σῶµα ἀθάνατο µεταπλασµένο σὲ ἀφθαρσία.

Γι’ αὐτὸ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσµο. Γιὰ νὰ µᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Καὶ γι’ αὐτὸ ἀναστήθηκε γιὰ νὰ χαρίσει καὶ σέ µᾶς ἀνάσταση καὶ ζωή: τὴν δική Του ἀνάσταση καὶ ζωή. Ἦρθε στὴν γῆ γιὰ νὰ µᾶς σώσει. Καὶ σταυρώθηκε γιά µᾶς. Καὶ ἀναστήθηκε. Ὄχι µὲ τὴν δύναµη τῆς ἀνθρωπίνης φύσης Του, ἀλλὰ µὲ τὴν δύναµη τῆς θεότητάς Του. Ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως σὰν Θεός, γιατί ἦταν καὶ Θεός! Γιατί, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος: σ’ Αὐτόν, στὸν Χριστό, κατοικοῦσε καὶ κατοικεῖ «πᾶν τὸ πλήρωµα τῆς θεότητος σωµατικῶς» (Κόλ. 2,9). Νικιέται ὁ θεός; Περιορίζεται ὁ θεός;

Σὰν νεκρὸς κατέβηκε καὶ ὁ Χριστὸς στὸν ἅδη. Ἀλλὰ σὰν θεὸς ἀθάνατος, καθεῖλε τὴν δύναµη τοῦ ἅδη. Καὶ ἀνέστη ὡς νικητής. Καὶ ἔδωσε καὶ σέ µᾶς, ἀνάσταση καὶ ζωή. Ὄχι γιατί τὸ ἀξίζαµε. Ὄχι γιατί αὐτὴ ἦταν τάχα ἡ φυσικὴ πορεία τῆς φύσης µας. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔτσι τὸ θέλει.

Λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος: «Ἂν ἕνας καὶ µόνο ἄνθρωπος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, τολµάει ἄνθρωπος νὰ εἰπεῖ, ὅτι δὲν γίνεται ἀνάσταση νεκρῶν;» Ἂν ἔστω καὶ ἕνας µόνο ἄνθρωπος, ὁ Χριστός, ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν µὲ τὴν δύναµη τοῦ Θεοῦ, τί ἐµποδίζει µὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ ἀναστηθοῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι; Μήπως ἔπαυσε νὰ τὸ θέλει ὁ Θεός; Μήπως γέρασε καὶ δὲν θὰ τὸ µπορεῖ πιὰ ὁ Θεός; Ἀρχὴ καὶ Ἀπαρχὴ ὁ Χριστός. Ἔπειτα οἱ τοῦ Χριστοῦ: οἱ χριστιανοὶ . Πότε; Ἐν τῇ παρουσίᾳ Αὐτοῦ. Τότε θὰ ἔλθει.
Ἀργεῖ; Περιµένετε. Ἡ πίστη εἶναι ἀναµονή! Δὲν µπορεῖτε νὰ περιµένετε; Πίστη δὲν ἔχετε!

Ἡ Ἀνάσταση θὰ εἶναι ΔΩΡΟ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν θὰ ἀναστηθοῦµε µόνοι µας! Μόνος του δὲν ἀναστήθηκε οὔτε ὁ Ἰησοῦς.
Καὶ ὅπως τὸ νεκρὸ σῶµα τοῦ Ἰησοῦ τὸ ἀνάστησε ὁ Θεός, µὲ τὴν δύναµή Του τὴν θεϊκή, ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει καὶ ἐµᾶς. Καὶ θὰ µᾶς πάρει ὅλους κοντά Του. Μὲ τὸ σῶµα µας αὐτό, µὲ τὸ ὁποῖο Τὸν δοξολογοῦµε• καὶ Τὸν προσκυνοῦµε. Καὶ τηροῦµε τὸ θέληµά Του.

Περὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος






Γιὰ τὸ πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντας τὸν ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἑβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.

Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς. Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο» (Α´ Κορ. 12, 3)· καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη· ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29)· καί ἀλλοῦ· «αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε· «αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.

Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδύτητα Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος






1. Ἡμέρα ἀναστάσεως καὶ ἀρχὴ δεξιά! Ἂς λάμψουμε ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὴν ἑορτή, καὶ ἂς ἀγκαλιάσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο! Ἂς ποῦμε, ἀδερφοί, ὄχι μόνο εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἀγάπη μᾶς ἔχουν εὐεργετήσει ἢ ἔχουν εὐεργετηθεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς μισοῦν. ἂς συγχωρήσουμε τὰ πάντα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀναστάσεως. ἂς δώσουμε συγχώρηση ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω τυραννηθεῖ ἀπὸ τὴν καλὴ τυραννία τῶν ἐπαίνων σας – αὐτὸ σᾶς τὸ ὁμολογῶ τώρα – καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἀσκήσει τὴν καλὴ αὐτὴ τυραννία, ἐὰν μὲ κατηγορεῖτε γιὰ τὴν βραδυπορία μου, ἐπειδὴ βεβαίως ἡ βραδυπορία αὐτὴ εἶναι καλύτερη καὶ πολυτιμότερη γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν βιασύνη ἄλλων.

Διότι εἶναι καλὸ καὶ νὰ διστάζουμε γιὰ λίγο νὰ δεχθοῦμε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ Μωυσῆς παλαιότερα καὶ ὁ Ἱερεμίας ἀργότερα, ἀλλὰ καὶ νὰ τρέχουμε μὲ προθυμία ὅταν μᾶς καλεῖ, ὅπως ὁ Ἀαρὼν καὶ ὁ Ἠσαΐας, ἀρκεῖ μόνο νὰ τὰ κάνουμε μὲ εὐσέβεια καὶ τὰ δύο, νὰ διστάζουμε δηλαδὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσεώς μας, καὶ νὰ σπεύδουμε μὲ προθυμία ἐξ αἰτίας τῆς δυνάμεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ.

+ + +

2. Μυστήριο μὲ ἔχει καλέσει, καὶ ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου δίστασα γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ἐξετάσω τὸν ἑαυτό μου. Μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ μυστηρίου παρουσιάζομαι πάλι, χρησιμοποιώντας ὡς καλὴ σύμμαχο τῆς δειλίας καὶ τῆς ἀδυναμίας μου τὴν ἑορτή, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει καὶ ἐμένα μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε σήμερα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀφοῦ μὲ ἐνδύσει μὲ τὸν νέο ἄνθρωπο νὰ μὲ παραδώσει στὴν νέα δημιουργία, σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ὡς καλὸ δημιουργὸ καὶ διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος μὲ προθυμία ἀποθνήσκει καὶ ἀνίσταται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.

+ + +

3. Χθὲς σφαζόταν τὸ ἀρνίο καὶ ἀλείφονταν οἱ παραστάτες τῶν θυρῶν καὶ θρήνησε ἡ Αἴγυπτος τὰ πρωτότοκα καὶ πέρασε ἀπὸ κοντά μας ὁ ἐξολοθρευτὴς χωρὶς νὰ μᾶς πειράξει, ἐπειδὴ ἡ σφραγίδα ἦταν φοβερὴ καὶ σεβαστή, καὶ εἴχαμε περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ τίμιο αἷμα.

Σήμερα ἔχουμε φύγει ὁλότελα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν Φαραώ, τὸν φοβερὸ ἡγεμόνα, καὶ ἀπὸ τοὺς σκληροὺς ἐπιστάτες, καὶ ἀπὸ τὸν πηλὸ καὶ τὴν κατασκευὴ πλίνθων, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσει κανεὶς νὰ πανηγυρίσουμε στὸν Θεὸ μας ἑορτὴ γιὰ τὴν ἔξοδο καὶ νὰ ἑορτάσουμε «ὄχι μὲ τὴν παλαιὰ ζύμη τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας ἀλλὰ μὲ τὰ ἄζυμα τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας», χωρὶς νὰ φέρουμε μαζί μας οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὸ ἄθεο αἰγυπτιακὸ προζύμι.

+ + +

4. Χθὲς σταυρωνόμουν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ σήμερα δοξάζομαι μαζί του. Χθὲς νεκρωνόμουν, καὶ σήμερα ζωοποιοῦμαι μαζί του. Χθὲς θαπτόμουν, καὶ σήμερα ἀνίσταμαι μαζί του. Ἐμπρὸς ἂς προσφέρουμε καρποὺς σ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔπαθε χάριν ἡμῶν καὶ ἀνεστήθη.

Ἴσως νομίσετε ὅτι ἐννοῶ χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ ὑφάσματα ἢ διαφανεῖς καὶ πολύτιμους λίθους, τὴν ρευστὴ δηλαδὴ ὕλη τῆς γῆς, ἡ ὁποία μένει κάτω, καὶ τῆς ὁποίας τὸ μεγαλύτερο μέρος κατέχουν οἱ κακοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι στὰ γήινα καὶ στὸν κοσμοκράτορα διάβολο. Ἂς προσφέρουμε ὡς καρποὺς τοὺς ἑαυτούς μας, τὸ πολυτιμότατο καὶ τὸ ἀγαπητότατο κτῆμα τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἀποδώσουμε στὴν εἰκόνα τὸ κατ’ εἰκόνα, ἂς κατανοήσουμε τὴν ἀξία μας, ἂς τιμήσουμε τὸ πρωτότυπο τῆς εἰκόνας μας, ἂς γνωρίσουμε τὴν δύναμη τοῦ μυστηρίου, καὶ ἂς μάθουμε πρὸς χάριν ποιοῦ ἀπέθανε ὁ Χριστός.

+ + +

5. Ἂς γίνουμε ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ὅμοιος μὲ ἐμᾶς. Ἂς γίνουμε Θεοὶ γι’ αὐτόν, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος πρὸς χάριν μας. Ἔλαβε τὸ χειρότερο γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὸ καλύτερο.

Ἔγινε πτωχὸς γιὰ νὰ πλουτίσουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πτωχεία του. Ἔλαβε μορφὴ δούλου γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε ἐμεῖς τὴν ἐλευθερία. Κατέβηκε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε. Ὑπέμεινε τοὺς πειρασμοὺς γιὰ νὰ νικήσουμε. Ὑπέμεινε τὴν ἀτίμωση, γιὰ νὰ μᾶς δοξάσει. Ἀπέθανε, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, καὶ ἀνέβηκε γιὰ νὰ μᾶς σύρει κοντά του ἀπὸ κάτω, ὅπου βρισκόμαστε ξαπλωμένοι καὶ ἀπονεκρωμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ἂς δώσει ἕκαστος τὰ πάντα! Ἂς προσφέρει τὰ πάντα σ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸν ἑαυτόν Του ὡς λύτρον καὶ ἀντάλλαγμα χάριν ἡμῶν! Δὲν μπορεῖ δὲ νὰ προσφέρει τίποτε καλύτερο ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐννοήσει τὸ μυστήριο καὶ θὰ ἔχει γίνει ὅλα ὅσα ἔγινε ἐκεῖνος πρὸς χάριν μας.

+ + +

6. Καὶ σὲ σᾶς μέν, ὅπως βλέπετε, προσφέρει ποιμένα. Διότι τοῦτο ἐλπίζει καὶ εὔχεται καὶ ζητεῖ ἀπό σᾶς, οἱ ὁποῖοι ποιμαίνεσθε, ὁ καλὸς ποιμήν, ὁ ὁποῖος δίνει τὴν ψυχή του γιὰ τὰ πρόβατα. Καὶ σᾶς δίνει τὸν ἑαυτὸ του ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ δύο.

Τὴν ράβδο, ἡ ὁποία στηρίζει τὸ γῆρας, τὴν κάνει ράβδο τοῦ πνεύματος, καὶ προσθέτει στὸν ἄψυχο ναό, τὸν ἔμψυχο, στὸν δὲ περικαλλῆ καὶ οὐράνιο τὸν οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος, ὅσο μικρὸς κι ἂν εἶναι, εἶναι γι’ αὐτὸν τὸ πολυτιμότατο πράγμα καὶ ἔχει συντελεσθεῖ μὲ πολὺ ἱδρώτα καὶ κόπους, θὰ μπορούσαμε δὲ νὰ ποῦμε ὅτι ἀξίζει τοὺς κόπους αὐτούς.

Καὶ σᾶς προσφέρει ὅλα τὰ δικά του (ὤ! πόσο μεγάλη εἶναι ἡ μεγαλοψυχία του, ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ὀρθότερα, ἡ ἀγάπη του πρὸς τὰ τέκνα!), τὸ γῆρας, τὴ νεότητα, τὸν ναό, τὸν ἀρχιερέα, τὸν κληροδότη καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ποθεῖτε.

Καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, ὄχι τοὺς μάταιους, οἱ ὁποῖοι πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ σταματοῦν στ’ αὐτιά, ἀλλὰ ἐκείνους τοὺς ὁποίους γράφει τὸ πνεῦμα καὶ ἐντυπώνει σὲ λίθινες πλάκες, δηλαδὴ σὲ σαρκικές, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν χαράσσονται στὴν ἐπιφάνεια οὔτε ἀπαλείφονται εὔκολα, ἀλλὰ ἐγχαράσσονται βαθιὰ μέσα μὲ τὴν χάρη καὶ ὄχι μὲ μελάνη.

+ + +

7. Αὐτὰ λοιπὸν ὅλα σας τὰ προσφέρει ὁ σεμνὸς αὐτὸς Ἀβραάμ, ὁ πατριάρχης, ἡ τίμια καὶ σεβάσμια κεφαλή, ὁ κάτοχος ὅλων τῶν καλῶν, τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἱεροσύνης, ὁ ὁποῖος προσφέρει σήμερα ὡς ἐθελοντικὴ θυσία στὸν Κύριο τὸν μονογενῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖο εἶχε ἀποκτήσει κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ.

Σεῖς δὲ προσφέρετε στὸν Θεὸ καὶ σὲ μᾶς τὸ ὅτι ποιμαίνεσθε καλῶς μὲ τὸ νὰ ἔχετε κατασκηνώσει σὲ τόπο δροσερὸ καὶ νὰ τρέφεστε μὲ ὕδωρ ἀναπαύσεως, νὰ γνωρίζετε καλῶς τὸν ποιμένα καὶ νὰ γνωρίζεστε ἀπὸ αὐτόν, καὶ νὰ τὸν ἀκολουθεῖτε μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή σας καὶ νὰ εἰσέρχεστε ἀπὸ τὴν θύρα ὅταν σᾶς καλεῖ ὡς ποιμένας, νὰ μὴν ἀκολουθεῖτε δὲ ξένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πηδήσει καὶ ἔχουν μπεῖ στὴν αὐλὴ κατὰ τρόπο ληστρικὸ καὶ ὕπουλο.

Οὔτε νὰ ἀκοῦτε ξένη φωνή, ἡ ὁποία σᾶς παρασύρει τὸ νοῦ καὶ σᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια στὰ ὄρη καὶ στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βάραθρα καὶ στοὺς τόπους τοὺς ὁποίους δὲν τοὺς ἐπισκέπτεται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀπομακρύνει μὲν ἀπὸ τὴν ὑγιῆ πίστη στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στὴν μία δύναμη καὶ Θεότητα (φωνὴ τὴν ὁποία ἄκουγα πάντοτε καὶ ἀκοῦν τὰ πρόβατά μου), καὶ μὲ λόγους ψευδεῖς καὶ διεφθαρμένους κλέπτει καὶ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ καὶ πρῶτο ποιμένα.

Εἴθε ὅλοι ἐμεῖς, καὶ οἱ ποιμένες καὶ τὸ ποίμνιο, νὰ βοσκώμεθα καὶ νὰ βόσκουμε μακριὰ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, σὰν νὰ ἦσαν δηλητηριῶδες καὶ θανάσιμο φυτό, μὲ τρόπο ὥστε νὰ εἴμαστε ὅλοι ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, καὶ τώρα καὶ στὴν μετὰ θάνατο ζωή. Ἀμήν.

Καταδικασμένοι νά εἶναι ἀθάνατοι Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς





Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον. Ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς. Διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας. Διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν. Καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.

Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.

Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.

Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένος. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.

Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.

Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.

- Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.

Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.

Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; - Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.

Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.

Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.

Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1

Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. 26, 24).

Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου - ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!

Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.

Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! - Ἀληθῶς Ἀνέστη!... Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»



Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, - καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ - τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν - ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον. Πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν. Πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.

Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους.

Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις.

Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι;

Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον;

Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ... Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας.

- Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη!



Ὑποσημειώσεις: 
1. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, εἰς Α’ Κορ. ὁμ. 39, 2. PG 61, 334: «Εἰ δ᾽ οὐκ ἐγείρονται (τά σώματα), διά τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διά τί ἦλθε; διά τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μή ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γάρ ἐδεῖτο αὐτός, ἀλλά δι᾽ ἡμᾶς».

2. Λόγος εἰς τό Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. καί Κανών τοῦ Πάσχα, ὡδή γ’.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...