Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2015

Τέσσερις είναι οι μορφές της σοφίας ( Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός )


Τέσσερις είναι οι μορφές της σοφίας: η φρόνηση, δηλαδή η γνώση και εκείνων που πρέπει και εκείνων που δεν πρέπει να κάνομε και η εγρήγορση του νου. η σωφροσύνη, δηλαδή να γίνει ορθό το φρόνημά μας, ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε τον εαυτό μας μακριά από κάθε έργο, λογισμό και λόγο που δεν αρέσει στο Θεό. η ανδρεία, δηλαδή η δύναμη και η καρτερία στους κατά Θεόν αγώνες και στους πειρασμούς. η δικαιοσύνη, δηλαδή η διανομή που γίνεται 
με την ισότητα σε όλα αυτά. Αυτές οι τέσσερις γενικά αρετές γεννιούνται από τις τρεις δυνάμεις της ψυχής. Από το λογισμό, δηλαδή το νου, γεννιούνται δύο, η φρόνηση και η δικαιοσύνη, δηλαδή η διάκριση. Από το επιθυμητικό γεννιέται η σωφροσύνη, και από το θυμικό, η ανδρεία. Κάθε μία από αυτές βρίσκεται ανάμεσα σε δύο παρά φύση πάθη. Η φρόνηση έχει πάνω της την υπερβολική ιδέα και κάτω την ανοησία. Η σωφροσύνη έχει πάνω την ευήθεια και κάτω την ακολασία. Η ανδρεία έχει πάνω το θράσος και κάτω τη δειλία. Η δικαιοσύνη έχει πάνω την κτήση του λιγότερου και κάτω την πλεονεξία. Και αυτές οι τέσσερις αρετές είναι εικόνα του επουράνιου στοιχείου, ενώ τα οκτώ πάθη που τις περιβάλλουν, είναι εικόνα του χωμάτινου.


Αυτά όλα τα γνωρίζει ακριβώς ο Θεός, όπως γνωρίζει τα περασμένα, τα παρόντα και τα μέλλοντα, και εν μέρει τα γνωρίζει και εκείνος που έμαθε κατά χάρη τα έργα του Θεού από Αυτόν, και αξιώθηκε να γίνει «κατ' εικόνα και ομοίωσιν Του». Εκείνος ου λέει ότι γνωρίζει ορθά μόνον εξ ακοής ψεύδεται. Γιατί ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί χωρίς χειραγώγηση να ανεβεί ποτέ στον ουρανό. Ούτε πάλι, αν δεν ανεβεί και δει, μπορεί να πει εκείνο που δεν είδε. Αλλ' ό,τι ακούει από τη Γραφή, εκείνο μόνο οφείλει να λέει εξ ακοής με ειλικρίνεια και να ομολογεί τον Πατέρα του Λόγου, όπως είπε ο Μέγας Βασίλειος. Αλλιώς θα νομίζει ότι έχει γνώση, και θα είναι χειρότερος από εκείνον που δεν έχει. Γιατί όταν νομίζει κανείς ότι είναι κάτι, δεν μπορεί να γίνει, ό,τι νομίζει πως είναι, λέει ο άγιος Μάξιμος. Υπάρχει και αξιέπαινη αγνωσία, όπως λέει ο Χρυσόστομος, όπως όταν συνειδητά γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Και υπάρχει και αγνωσία πέρα από κάθε αγνωσία , όταν δε γνωρίζει κανείς ότι αγνοεί. Υπάρχει και γνώση ψευδώνυμη, όταν νομίζει κανείς ότι γνωρίζει, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε, όπως λέει ο Απόστολος.
 
Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός 
το είδαμε εδώ

Κυριακή Δ Ματθαίου Πίστη, ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀπουσία της



Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μόνο σὲ δυὸ περιπτώσεις τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει ὅτι ὁ Χριστὸς θαύμασε γιὰ κάτι. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις πρόκειται γιὰ τὴν πίστη. Γιὰ τὴν ἀξιοθαύμαστη δύναμή της, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν τραγικὴ ἀπουσία της. Στὴν πρώτη περίπτωση ἀνήκει τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἑκατόνταρχου τῆς Καπερναούμ, ποὺ περιγράφει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε».


Ἡ δύναμη τῆς «πίστεως»

Ὁ Ρωμαῖος ἀξιωματοῦχος, μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἐνδιαφέρεται ὄχι γιὰ κάποιον συγγενῆ του, ἀλλὰ ἱκετεύει τὸν Χριστὸ γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παράλυτου ὑπηρέτη του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ξένος καὶ ἄσχετος μὲ τὴν πίστη καὶ τὶς παραδόσεις τῶν Ἰουδαίων. Δὲν γνωρίζει τὸν Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Ἀλλὰ ἀγαπᾶ τὸν συνάνθρωπο, τὸν ὑπηρέτη του, καὶ ἔτσι συναντᾶ τὸν Χριστό. Ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὴν ἀρνητικὴ ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντός του. Ἀνοίγεται ὁλόκληρος στὸν Χριστό. Παραδίνει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀγάπη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀναγνωρίζει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἕναν Κύριο καὶ λυτρωτή. Ὁ ἑκατόνταρχος ἀγνοοῦσε αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς γνωρίζουμε γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ὅμως, Τὸν ἐμπιστεύθηκε πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο τὸν ἐμπιστευόμαστε ἐμεῖς.

Αὐτὴ ἡ δυνατὴ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου γίνεται μία ὁρμητικὴ κίνηση τῆς ὅλης ὕπαρξής του πρὸς τὸν Χριστό. Μεταφράζεται στὴν πράξη σὲ βεβαιότητα, ποὺ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ ἄρρωστου ὑπηρέτη. Ἁπλὰ ταπεινώνεται, περιμένει καὶ ἐξαρτᾶ τὰ πάντα ἀπὸ ἕναν καὶ μόνο λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἀλλὰ μόνο εἰπὲ λόγῳ». Ἐδῶ ἡ πίστη δὲν εἶναι ἔκρηξη ἑνὸς πρόχειρου συναισθηματισμοῦ. Δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ πεποίθηση δίπλα στὶς τόσες ἄλλες πεποιθήσεις καὶ ἰδεολογίες. Ἡ ζωντανὴ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου γίνεται τὸ μέτρο ποὺ ζυγίζει, κρίνει καὶ ἀξιολογεῖ ὄχι μόνο τὴν πίστη τῶν Ἰσραηλιτῶν τῆς ἐποχῆς του -«ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον», σᾶς βεβαιώνω ὅτι οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν βρῆκα τόση πίστη- ἀλλὰ καὶ τὴν πίστη ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν.


Ἡ ἀπουσία τῆς ζωντανῆς πίστεως

Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ὅπως καὶ ὅλα τὰ θαύματα ποὺ περιγράφονται στὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι καρπὸς τῆς πίστεως καὶ ὄχι αἰτία της. Γιατί ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα, ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη, ὅπως μᾶς λέει ξεκάθαρα ὁ Χριστὸς στὴ συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ. Ἐκεῖ οἱ συμπατριῶτες Του δὲν δέχονται τὸν Ἴδιο καὶ τὸ κήρυγμά Του: «καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ ποιῆσαι οὐδεμίαν δύναμιν [...] καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν» (Μκ. 6,5-6), καὶ δὲν μποροῦσε ἐκεῖ νὰ κάνει κανένα θαῦμα [...] καὶ ἔμεινε κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἀπιστία τους.

Εἶναι ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς θαυμάζει, αὐτὴ τὴ φορὰ ὄχι τὴν πίστη, ἀλλὰ τὴν ἀπουσία της. Καὶ ὅμως, οἱ κάτοικοι τῆς Ναζαρὲτ εἶχαν ὀρθὴ πίστη καὶ τελετουργικὸ σύμφωνο μὲ τὶς πατρικὲς παραδόσεις. Ἀλλὰ αὐτὸ ἂν καὶ εἶναι ἀπαραίτητο δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Ὅταν ἡ ὀρθὴ πίστη εἶναι στείρα καὶ ἡ «ὀρθοδοξία» μας νεκρὴ καὶ κλειστὴ στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τότε δὲν μᾶς ὠφελεῖ. Τότε λειτουργεῖ μέσα μας ὅπως ἡ ἀπιστία. Ἡ ἀπιστία, ποὺ θέλει νὰ γίνει πίστη μόνο ὅταν δεῖ, ὅταν ἀγγίξει, ὅταν μετρήσει καὶ ὅταν ἀναλύσει καὶ ἐξηγήσει τὰ πράγματα καὶ τὰ θαύματα, εἶναι τραγική. Σκλαβώνει τὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ὑποτάσσει στὴ φυλακὴ τῆς λογικῆς καὶ τῶν αἰσθήσεων. Κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, γιὰ νὰ κάνει θαύματα. Ὅμως ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς τόπους ἐπιμένουν νὰ λένε ὅτι βλέπουν τὸν Θεὸ καὶ τὰ θαύματά Του, ὄχι, βέβαια, μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, ἀλλὰ τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος ξεπέφτει, ὅταν ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι, γιὰ νὰ πιστέψει, πρέπει νὰ μάθει νὰ ἐξηγεῖ, νὰ μετρᾶ, καὶ νὰ ἀναλύει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διεισδύει στὰ μύχια του ἑαυτοῦ μας, στὸ βαθύτερο εἶναι τῆς ὕπαρξής μας. Ἐκεῖ βλέπει τί ἔχουμε μέσα μας. Βρίσκει, ἄραγε, σὲ ἐμᾶς τὴν πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου ἤ τὴν ἀπιστία τῶν κατοίκων τῆς Ναζαρέτ; θαυμάζει γιὰ τὴν πίστη μας ἤ γιὰ τὴν ἀπιστία μας; Μᾶς βρίσκει φυλακισμένους στὴ λογική μας ἤ παραδομένους στὴν ἀγάπη τῆς παρουσίας Του; Ἡ ἀπάντηση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν καθένα μας, ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ ἀπὸ τὸν ἀγώνα του. Ἀμήν.

Κυριακή Δ Ματθαίου Ἡ δύναμη τῆς πίστεως «Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι» Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ


«Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι»

Μιὰ συγκινητικὴ ἱστορία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἕνας Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ἦλθε νὰ παρακαλέσει τὸν Κύριο νὰ θεραπεύσει τὸ δοῦλο του, «ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος›› (Ματθ. 8,6). Εἶναι ἀξιόλογος καὶ θαυμαστὸς ὁ διάλογος ποὺ διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ τοῦ Ἰησοῦ. Ἂς δοῦμε πιὸ ἀναλυτικάτα στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ θαύματος.


Τὸ πρόσωπο τοῦ ἑκατοντάρχου

Ὁ ἑκατόνταρχος προκειμένου νὰ πλησιάσει τὸ Χριστὸ κατ’ ἀρχὴν ἔστειλε ἄλλους· «ἀπέστειλεν πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων» (Λουκ. 7,3). Μετὰ ἀφοῦ ἄνοιξε κάπως τὸ δρόμο γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Ἰησοῦ, πῆγε καὶ ὁ ἴδιος προσωπικὰ νὰ Τὸν συναντήσει (Ματθ. 8,5). Αὐτὸ δείχνει πὼς εἶχε πάρει στὰ σοβαρὰ τὴν ὑπόθεση τῆς θεραπείας τοῦ δούλου του. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ κάποιο συγγενή του, ἀλλὰ γιὰ τὸ δοῦλο του. Εἶναι δὲ γνωστὸ πόση μηδαμινὴ ἀξία εἶχαν οἱ δοῦλοι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ὁ Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς εἶχε βαθιὰ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴν τὴν πίστη ἤθελε νὰ ἀποκαλύψει ὁ Θεάνθρωπος. Χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήσει ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Χριστὸς ζήτησε νὰ πάει στὸ σπίτι του. Ὁ Ζιγαβηνὸς σημειώνει πὼς ὁ Κύριος «ἠθέλησε τὴν πολλὴν αὐτοῦ πίστιν ἐκκαλυφθῆναι καὶ τοῖς ἀκολουθοῦσι», δηλ. ἤθελε τὴν πολλή του πίστη νὰ τὴν ἀποκαλύψει καὶ στοὺς μαθητὲς ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν. Δὲ θαύμασε μόνο τὴν πίστη του ὁ Κύριος, ἀλλὰ τὴν πρόβαλλε γιὰ νὰ τὸν μιμηθοῦν κι ἄλλοι. Ἤθελε ἀκόμη ὁ Κύριος νὰ ταπεινώσει καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἀλαζονευόντουσαν πὼς κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἐνῶ παράλληλα ἤθελε νὰ δώσει θάρρος στοὺς ἐθνικοὺς γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσουν καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπίσης ἡ παρατήρηση τοῦ ἀξιωματικοῦ πὼς μπορεῖ νὰ κάνει τὸ δοῦλο του καλὰ χωρὶς νὰ πάει στὴν οἰκία του δείχνει τὴν μεγάλη του ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καὶ ὅπως λέγει ἕνας ἀρχαῖος συγγραφεύς, «καὶ ζωῆς καὶ θανάτου εἶχεν ὁ ἑκατόνταρχος τὸν Ἰησοῦν ἐξουσιαστήν».


Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ

Παντοῦ ὁ Κύριος ἀκολουθοῦσε τὴν προαίρεση τῶν αἰτουμένων ἀπ’ Ἐκεῖνον κάτι. Μέσα στὰ κείμενα τῶν Εὐαγγελίων δὲν Τὸν βλέπουμε νὰ πίκρανε ποτὲ ἄνθρωπο. Ὅποιος πλησίαζε τὸν Ἰησοῦ, πάντοτε ἔφευγε ὠφελημένος. Ἀρκετὲς φορὲς πραγματοποιοῦσε καὶ τὶς ἁπλὲς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων ποὺ πήγαιναν κοντά Του, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν. Π.χ. ἤθελε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα νὰ πιάσει τὸ ροῦχο Του καὶ νὰ γίνει καλά. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς ἔδωσε τὴ θεραπεία της. Στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ὅμως ξεπέρασε κάθε ὅριο φιλανθρωπίας. Ὄχι μόνον ἤθελε νὰ τὸν θεραπεύσει, ἀλλὰ προθυμοποιήθηκε νὰ πάει καὶ καὶ στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκανε γιὰ νὰ φανεῖ ἡ πίστη κι ἡ ἀρετὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τοῦ ζητοῦσαν κάτι. Ἐδῶ γιὰ νὰ λάμψει ἡ πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου. Ὁ Χριστὸς εἶναι εὐμήχανος καὶ ἔχει ποκίλα φάρμακα γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πράγματι μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶδε νὰ ὑπάρχει ὁ πλοῦτος τῆς πίστεως, γι’ αὐτὸ καὶ συγκατέβη καὶ ταπεινώθηκε ὁ Κύριος καὶ εἶπε πὼς ἐπιθυμεῖ νὰ πάει στὸ σπίτι του νὰ δεῖ κι ἀπὸ κοντὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο.


Ἡ δύναμη τῆς πίστεως

Ὁ πιστὸς χριστιανὸς εἶναι βέβαιος πὼς καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὸν πνευματικό του ἀγώνα θὰ ἐξαφανισθεῖ, ἐφ’ ὅσον ἔχει σύμμαχο τὸ Θεό. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς δὲν εἶναι εὐκολόπιστος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἄπιστος. Εἶναι πιστός. Ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ οἱ λοιπὲς ἀρετὲς εἶναι βιώματα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὰ θαύματα. Ἡ πίστη δὲν εἶναι πολυπραγμοσύνη. Ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτὴς Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτω μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν» (Ματθ. 17,20). Ἡ πίστη καὶ βουνὰ μετακινεῖ ἀκόμη καὶ μπροστά της ἐξαφανίζονται ὅλα τὰ ἐμπόδια. Ὁ πιστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς πιστός, ἀλλὰ βεβαιόπιστος, δηλ. ἔχει ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὴν πορεία τῆς ζωῆς του. Ὅλα τὰ ἀναθέτει σ’ Αὐτόν. Τὸ δικό μας χρέος εἶναι νὰ ἔχουμε πίστη ζωντανή, χωρὶς ἀμφιβολίες, γεμάτη ἀπὸ βεβαιότητα γιὰ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ποτὲ σ’ ὅλα τὰ συμβάντα τῆς ζωῆς μας.


Απόστολος Κυριακής δ' Εβδομάδος (28-6-2015) Δούλοι και λεύτεροι

Απόστολος Κυριακής δ' Εβδομάδος (28-6-2015)


 Δούλοι και λεύτεροι Ρωμ. 6.18-23


 Ἀδελφοί, ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ἀνθρώπινον λέγω, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν· ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε, ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ, ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος· τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.


 Δούλους μάς αποκαλεί σήμερα ο απόστολος Παύλος· δούλους της δικαιοσύνης. Σε μια εποχή, κατά την οποία έχει εκλείψει η δουλεία μεταξύ των ανθρώπων, επισήμως τουλάχιστον, τι σημασία μπορεί να έχουν τέτοιου είδους παρομοιάσεις με τους σύγχρονους ανθρώπους, και δη τους χριστιανούς; Ας δούμε όμως πρώτα το περιεχόμενο της σημερινής αποστολικής περικοπής, και θα επανέλθουμε. «Αδελφοί», μάς λέει, «αφού έχετε απελευθερωθεί από την αμαρτία, γίνατε δούλοι της δικαιοσύνης. Ανθρώπινο παράδειγμα μεταχειρίζομαι, εξαιτίας της αδυναμίας της σάρκας σας. Γιατί, όπως ακριβώς καταστήσατε τα μέλη σας υπόδουλα στην ακαθαρσία και στην ανομία, για να πράττετε την ανομία, έτσι τώρα παρουσιάστε τα μέλη σας ως δούλα στην δικαιοσύνη προς αγιασμό. Γιατί όταν ήσασταν δούλοι της αμαρτίας, ήσασταν ελεύθεροι από την δικαιοσύνη. Τί λοιπόν καρπό είχατε τότε, για τα οποία τώρα ντρέπεστε; γιατί η κατάληξη εκείνων είναι θάνατος. Τώρα όμως, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία και γίνατε δούλοι του Θεού, ο μεν καρπός των έργων σας είναι ο αγιασμός, το δε τέλος η αιώνιος ζωή. Διότι ο μισθός της αμαρτίας είναι ο θάνατος, ενώ το δώρο του Θεού η αιώνιος ζωή διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού». Αντιπαραβάλει, όπως είδαμε, ο απόστολος Παύλος την αμαρτία και την δικαιοσύνη του Θεού. Δηλώνει μάλιστα, όταν ομιλεί για δούλους, ότι το σχήμα λόγου που χρησιμοποιεί είναι ανθρώπινο. Άλλωστε, ο σκοπός μιας παρομοίωσης είναι να δείξει κάποια σημεία τα οποία είναι κοινά ανάμεσα στο παράδειγμα και στο πραγματευόμενο θέμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα δύο αυτά είναι όμοια κατά πάντα. Η ουσιώδης ομοιότητα ανάμεσα σε έναν δούλο και στον δούλο της αμαρτίας ή τον δούλο του Θεού, είναι ότι πράττουν αυτό που επιτάσσει ο κύριός τους. Η ουσιώδης πάλι διαφορά, είναι ότι στη μεν κυριολεκτική δουλεία ο δούλος με τη βία έγινε δούλος και δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα δεσμά που τού επιβάλλει ο ιδιοκτήτης του, ενώ στην πνευματική δουλεία (είτε στην αμαρτία είτε στο θέλημα του Θεού) βρισκόμαστε με δική μας επιλογή και μπορούμε, εάν το θέλουμε, να μεταβούμε από την μία κατάσταση στην άλλη. Αυτό είναι και το νόημα των λόγων του Χριστού, ότι «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»[1]. Αλλά και διάφορες παροιμίες της θυμοσοφίας του λαού, δηλώνουν αυτή την αυτονόητη αλήθεια, ότι δηλαδή δεν μπορεί ένας άνθρωπος να υπηρετεί εκ διαμέτρου αντίθετους σκοπούς. Ότι η αμαρτία καθίσταται αληθινή δουλεία, είναι σε όλους μας φανερό, τουλάχιστον από τις δικές μας πτώσεις. Όταν ενδώσουμε στην αμαρτία, τότε μάς δυναστεύει, θολώνει το μυαλό μας και σκεφτόμαστε συνέχεια τρόπους για να την διαπράξουμε, και δεν μάς αφήνει εύκολα να ξεφύγουμε. Γι αυτό, όταν η αμαρτία χρονίσει, γίνεται πάθος, συνήθεια, δεύτερη φύση. Γι αυτό και όταν πάρουμε την απόφαση να αποδεσμευθούμε από τα δεσμά της, χρειάζεται σταθερή απόφαση και αγώνας χωρίς εκπτώσεις, και προσευχή πολλή, ώστε όσα δε μπορούμε από μόνοι μας να τα πραγματοποιήσει η χάρις του Θεού. Σε αντίθεση με τα ολέθρια και θανατηφόρα αποτελέσματα της αμαρτίας, όταν γίνουμε δούλοι στο θέλημα του Θεού, δηλαδή όταν με τη θέλησή μας υπακούμε στο Ευαγγέλιο της θείας δικαιοσύνης, οι καρποί που δρέπουμε είναι ο αγιασμός της ύπαρξής μας, και το αποτέλεσμα είναι η αιώνιος ζωή. Και τούτο, γιατί όσο εργαζόμαστε τα έργα της δικαιοσύνης, την αγάπη, την πίστη, την μακροθυμία, την αρετή, τόσο καθαρίζεται και φωτίζεται ο έσω άνθρωπος, και έρχεται η χάρις του Αγίου Πνεύματος και καταυγάζει ολόκληρο τον άνθρωπο και τον γεμίζει με την κατά Θεόν χαρά. Όταν τέλος επισκεφθεί τον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα, τότε γινεται κατά χάριν θεός, δεν καθαίρεται μόνο αλλά και ζωοποιείται, νικά με την χάρη του Θεού το κοσμικό φρόνημα και καθίσταται ουρανοπολίτης [2] και κληρονόμος των επουρανίων αγαθών. Ας τρέχουμε, επομένως, τον καλόν αγώνα της πίστεως, ας αφήσουμε κατά μέρος την αμαρτία, η οποία περιπλέκει την ζωή μας και μάς ταλαιπωρεί, οδηγώντας μας σε ολισθηρές ατραπούς. Ας συνταχθούμε με τον αγαθό Κύριο, ας γίνουμε υπήκοοι των εντολών του και ας βάλουμε αρχή, ώστε να εργαζόμαστε το θέλημά του και να καλλιεργούμε τις αρετές. Και ο αγαθός Κύριός μας, ο οποίος βλέπει την προαίρεση και την διάθεση της καρδιάς και τιμά τον εργάτη της ενδεκάτης ώρας εξίσου με εκείνον της πρώτης, θα δει την διάθεση της καρδιάς μας, θα σπεύσει σε βοήθεια, θα αγιάσει την ζωή μας ολόκληρη και θα μάς χαρίσει πλούσια τα αγαθά της Βασιλείας του [3], τα οποία ετοίμασε για τους αγγέλους και για όλους τους δίκαιους. Αμήν.

 π. Χερουβείμ Βελέτζας 

Απλά και Ορθόδοξα 


[1] Ματθ. 6.24 
[2] Φιλιπ. 3.20: «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν». 
[3] Βλ. Ματθ. 25.31-46


Το κέρδος του χρόνου και η απώλεια του νοήματος - Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος Ράντοβιτς


Το φιλοκαλικό κίνημα, γνωστό ως «το κίνημα των Κολλυβάδων», είναι από τα πιο αξιόλογα πνευματικά φαινόμενα και από τις πιο γόνιμες πνευματικές κινήσεις μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας την εποχή της Τουρκοκρατίας.
Σε όλους είναι γνωστό το ρήγμα που άνοιξε στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των ορθόδοξων λαών η κατάκτησι των χωρών τους από τους Οθωμανούς κατά τον ΙΔ’ και IE’ αί.
Εκείνο που διέσωσε την αυτοσυνειδησία τους και την ιερή ανάμνησι ότι αποτελούν ένα περιούσιο Λαό τού Θεού είναι η Εκκλησία που ανανεώθηκε από τον ησυχασμό στην αρχή ακριβώς αυτής της κρίσιμης εποχής για την ορθόδοξη Ανατολή.
Depositphotos_23242056_original2
Η εξασθένησι της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η ανάπτυξι των άλλων βαλκανικών ορθόδοξων κρατών και των τοπικών Εκκλησιών, οι συγκρούσεις μεταξύ των χωρών αυτών και οι εσωτερικές τους ακαταστασίες κ.λπ. είχαν κατά την εποχή αυτή ήδη προκαλέσει όχι μόνο μια κρίσι κοινωνικών δομών αλλά και μια βαθύτερη πνευματική κρίσι, η οποία κατά κανόνα προηγείται όλων των άλλων. Η κρίσι αυτή ήταν μια σοβαρή πρόκλησι, που βρήκε απάντησι και λύσι στον ησυχασμό.
Ο ησυχασμός, με τη βαθιά πνευματική εμπειρία του και με τη στηριγμένη σ’ αυτή εξ ίσου βαθιά πίστι στην πραγματική παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία και σ’ όλα τα ιστορικά γεγονότα, στερέωσε την κλονιζόμενη ενότητα των ορθοδόξων και ανανέωσε τη μοναδική και ασάλευτη ελπίδα και εμπιστοσύνη τους στην πρόνοια του Θεού. Ο ησυχασμός, λοιπόν, δεν ήταν μόνο ορθόδοξη θεωρητική απάντησι στο σύγχρονό του φιλοσοφικό και θεολογικό προβληματισμό της Δύσεως ή της αρχαίας ελληνικής σκέψεως. Ταυτόχρονα είχε και συγκεκριμένη ιστορική αποτελεσματικότητα, πολύτιμη για την επιβίωση των ορθοδόξων λαών και τη διατήρησι της καθολικης αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας στους καιρούς των δεινών της τουρκοκρατίας.
Ο IE’ αί. διατηρεί ακόμα ζωντανή ανάμνησι αυτής της ησυχαστικής αναγεννήσεως, ενώ αποτελεί συχνά και τη γνήσια συνέχειά της, παρά τα τραγικά γεγονότα και τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι ορθόδοξοι λαοί αυτή την ιστορική περίοδο. Τον ΙΣΤ’ και το πρώτο μισό του IZ’ αι. συντηρείται απλώς η παράδοσι, αλλά δεν είναι πλέον σε θέσι, λόγω των περιστάσεων και της ελλείψεως παιδείας, να δώση νέους καρπούς.
Το IZ’ αι. η ορθόδοξη ανατολή ανοίγεται ολοένα και περισσότερο προς τη Χριστιανική Δύσι, έτσι ώστε να αναβιώσουν παλαιές διαμάχες αλλά και να υποστή η Ανατολή νέες επιδράσεις από τη σύγχρονη δυτική σκέψη και στάσι ζωής. Είναι γνωστό ότι τότε πολλοί Έλληνες εκπαιδεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσεως και μεταφέρουν τις ιδέες της Αναγεννήσεως στην ορθόδοξη Ανατολή. Μερικοί απ’ αυτούς τους λογίους ιδρύουν και σχολεία, στα οποία διδάσκουν νέες επιστήμες καθώς και θεολογία και φιλοσοφία κατά τα δυτικά πρότυπα.
Στο άγιο Όρος, που θα γίνει το κέντρο του φιλοκαλικού κινήματος τον IH’ αί., ιδρύεται αυτή την εποχή η Αθωνιάδα σχολή, η οποία θα παίξη σπουδαίο ρόλο στις πνευματικές ζυμώσεις ιδιαίτερα με την εκεί παρουσία του Ευγένιου Βούλγαρη.
Είναι μια περίοδος κατά την οποία όλοι αναζητούν την αναγέννησι της ζωής της Εκκλησίας και των ορθοδόξων λαών· μόνο που οι μεν στηρίζονται στην πολιτιστικά πιο αναπτυγμένη Δύσι, στη δυτική επιστήμη, φιλοσοφία και παιδεία, οι δε στην παράδοσι της Εκκλησίας και την πατροπαράδοτη πνευματική κληρονομιά. Η σύγκρουσι μεταξύ των λεγόμενων «νέων φιλοσόφων» ή φιλελευθέρων (δυτικών) και των παλαιών φιλοσόφων ή παραδοσιακών διευρύνεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο στον ελληνικό χώρο αλλά σ’ όλες τις ορθόδοξες χώρες, χωρις να εξαιρείται ούτε η ορθόδοξη Ρωσσία.
Η Δύσι ασκεί παντού με την επιστήμη, το διαφωτισμό και την πολιτιστική πρόοδο τεράστια γοητεία. Το πρακτικό πνεύμα της, η πειστικότητα της λογικής της και τα ιστορικά αποτελέσματα των ιδεών της παρουσιάζονται σε πολλούς ως ισχυρότατο μέσο για την απελευθέρωσι των ορθοδόξων λαών από την ιστορική οπισθοδρόμησι και καθυστέρησι της πολιτιστικής αναπτύξεως.
[Συνεχίζεται]
πηγή

Τα λόγια μας είναι ακάθαρτα όχι τα φαγητά!

Τα λόγια μας είναι ακάθαρτα όχι τα φαγητά!
«Ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον» (Μρ. 7, 15).
Αυτά τα λόγια του Χριστού οι άνθρωποι που δεν θέλουν να νηστεύουν τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Λένε πως δεν υπάρχουν φαγητά ακάθαρτα, γι' αυτό και δεν νηστεύουν. Είναι σωστό αυτό που λένε;
Όχι, καθόλου δεν είναι σωστό. Λέγοντας αυτό η αγία μας Εκκλησία δεν εννοεί ότι υπάρχουν φαγητά που κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο, ότι υπάρχουν τρόφιμα ακάθαρτα. Τίποτα απ' αυτά που δημιούργησε ο Θεός δεν είναι ακάθαρτο, όλα είναι καθαρά και καλά λίαν, αν τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, και κανένα φαγητό που μπαίνει στο στόμα μας δεν μας κάνει ακάθαρτους, διότι τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω δεν μπορεί να τον κάνει ακάθαρτο.
Ποια είναι αυτά που μπαίνουν μέσα μας; Είναι οι επιδράσεις που δεχόμαστε από τους άλλους ανθρώπους. Αν οι άνθρωποι μας βρίζουν, μας προσβάλλουν, μας ταπεινώνουν αυτό δεν μας κάνει ακάθαρτους. Ας τους αφήσουμε να μας βρίζουν, να μας κακολογούν και να μας συκοφαντούν, δεν πρέπει αυτό να μας ενοχλεί και να μας κάνει ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας.
Ποια είναι αυτά που βγαίνουν από μέσα μας;
Πρώτα απ' όλα είναι τα λόγια μας. Αν τα λόγια αυτά είναι άσχημα, αν το στόμα μας, με το οποίο λαμβάνουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού ανοίγει για να λέμε διάφορες βρισιές και αισχρολογίες, αυτό μας κάνει ακάθαρτους. Ο άνθρωπος που βρίζει, τον εαυτό του βρίζει, και αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτό του συκοφαντεί και φανερώνει μ' αυτό τον τρόπο την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του. Αυτός που βρίζει, μιαίνει τον εαυτό του και όχι εκείνον που βρίζει.
Μας κάνουν ακάθαρτους όλα εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας. Και από μέσα μας βγαίνουν όχι μόνο τα λόγια αλλά και οι πράξεις και γενικά όλη η συμπεριφορά μας. Τα λόγια, τα έργα, ακόμα το βλέμμα μας φανερώνουν την κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Αν τα λόγια μας είναι γεμάτα κακίες και συκοφαντίες, αν τα έργα μας δεν είναι καθαρά και όλη η συμπεριφορά μας δείχνει την κακία, την υπερηφάνεια, τη μεγαλομανία και την τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας, αυτό μας κάνει ακάθαρτους.
Γινόμαστε ακάθαρτοι όταν η ζωή μας μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους ο άγιος προφήτης Δαβίδ λέει στον 72ο ψαλμό του: «Διά τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών, εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης» (Ψα. 72, 6-9)
Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη. Αν λοιπόν είμαστε σαν τούς ανθρώπους που περιγράφει στον ψαλμό του ο προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει την γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνεια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.
Οι πράξεις μας αυτές που βγαίνουν από μέσα μας, όχι μόνο από το στόμα μας βγαίνουν, αλλά μέσα από τον ίδιο τον εαυτό μας, από το πνεύμα μας και αποκαλύπτουν στους άλλους ανθρώπους την πνευματική μας υπόσταση. Την ακαθαρσία του πνεύματος μας την βλέπουν οι άνθρωποι. Αυτή μας κάνει ακάθαρτους. Οι άνθρωποι μας βλέπουν μέσα στο θολό φως, μέσα στο σκοτεινό φως της ψυχής μας. Αυτό το σκοτεινό φως μας μιαίνει.
Αντίθετα πρέπει να ζούμε και να ενεργούμε έτσι ώστε να εκπέμπουμε το Φως του Χριστού, την ευωδία του και όχι την κακία, την υπερηφάνεια, την έπαρση, την συκοφαντία, που όλα αυτά είναι ακαθαρσία. Αυτό να θυμόμαστε. Τίποτα απ' αυτά που μπαίνουν μέσα μας από το στόμα μας δεν μπορούν να μας κάνουν ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους αυτά που βγαίνουν από το στόμα μας και κάνουν φανερό στους άλλους το εσωτερικό μας είναι. Να το θυμάστε, να είστε πράοι και ταπεινοί για να εκχέεται από μέσα σας το Φως και η ευωδία του Χριστού. Αμήν.
Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τὸ γενέθλιο τοῦ Προδρόμου


 



Τὴν μεγαλύτερη προφητικὴ μορφή, ἐκείνη τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, θυμᾶται σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Συγκεκριμένα, προβάλλει τὴ σημερινὴ ὡς τὴ γενέθλια ἡμέρα ἐκείνου γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι «... οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» μεγαλύτερός του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης βρίσκεται στὶς κορυφογραμμὲς τῆς ἁγιότητας καὶ τοῦ προσφέρει ἀνάλογη τιμὴ ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ εἰκονίζεται στὰ εἰκονοστάσια τῶν ναῶν ἀριστερά του Κυρίου, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία τὸν τιμᾶ καὶ μὲ τὴν εἰδικὴ μερίδα ποὺ βγαίνει κάθε φορὰ στὴν Ἁγία Πρόθεση, στὸ ὄνομά του.



Προδρομικὴ μορφὴ


Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει λεπτομερῶς ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴ σύλληψη καὶ τὴ γέννηση τοῦ Βαπτιστῆ, γιατί ἀκριβῶς αὐτὰ ἐντάσσονται ἁρμονικὰ στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Προδρόμου καὶ μάλιστα ἀπὸ γονεῖς ὑπερήλικες καὶ στείρα μητέρα, ὅπως εἶχε συμβεῖ καὶ μὲ τὸν Ἰσαάκ, τὸν Σαμψών, τὸν Σαμουὴλ καὶ ἄλλα ἱερὰ πρόσωπα, ἀποτελεῖ κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν πρώτη προδρομικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἰωάννη, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἑρμηνεύεται καὶ ὡς προτύπωση τῆς ὑπερφυσικῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ ὅπως εἶναι γνωστὸ ἀκολούθησε μετὰ ἀπὸ ἕξι μόλις μῆνες.

Ὁ Ἰωάννης ἦταν σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ θεοῦ, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ ἀναγγελία τῆς σύλληψής του ἔγινε μέσα στὸ ναὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς λατρείας, ἐνῶ μὲ τὴν ἁγία πορεία ποὺ ἀκολούθησε ἀναδείχθηκε πρῶτος ἀνάμεσα στοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους. Ἔκλεισε τὸν κύκλο τῶν Προφητῶν καὶ ἄνοιξε τὸν κύκλο τῶν ἀποστόλων. Ὁ ἐρχομὸς λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ ἀπετέλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρμόσυνα γεγονότα ποὺ ἔστησαν τὶς πιὸ αὐθεντικὲς γέφυρες ἐπικοινωνίας μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἦταν γεμάτος μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνόσῳ ἀκόμη βρισκόταν στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρα του. Καὶ ὅπως εἶχε προαναγγείλει ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, αὐτὸς θὰ προπορευόταν τοῦ Μεσσία καὶ μὲ τὸ προφητικό του χάρισμα θὰ καλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ θὰ γινόταν αἰτία νὰ ἐπιστρέψουν πολλὲς ψυχὲς στὸν Θεὸ καὶ σὲ πολλὲς οἰκογένειες νὰ ἐπικρατήσει ἡ συνεννόηση καὶ ἡ γαλήνη.



«Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται;»

Ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐλισάβετ καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός της ὡς ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ντροπὴ τῆς ἀτεκνίας καὶ κυρίως ὡς φανέρωση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτήν. Ὅπως ἡ στείρα φύση τῆς μητέρας τοῦ Βαπτιστῆ καρποφόρησε κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ γενεθλίου του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἡ στείρα γλώσσα τοῦ Ζαχαρία, ποὺ κατὰ τὴ ρήση τοῦ Γαβριὴλ ἔμεινε ἄλαλη σὲ πιστοποίηση τῆς ἀλήθειας τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἐλάλησε καὶ προφήτευσε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς περιτομῆς καὶ ὀνοματοδοσίας τοῦ παιδιοῦ. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ θαυμαστὰ γεγονότα προκάλεσαν τὸ φόβο καὶ τὴν κατάνυξη ὅλων ὅσων τὰ πληροφορήθηκαν καὶ ὅλοι διαπίστωσαν πὼς τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί του καὶ τὸν προστάτευε.

Ἡ παρουσία τόσων θαυμαστῶν γεγονότων κατὰ τὴ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Ἰωάννη εἶχε δημιουργήσει βαθειὰ αἴσθηση καὶ προβληματισμὸ ποὺ ἐκφράζονταν οὐσιαστικὰ μὲ τὸ ἐρώτημα «τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται»; Τί θὰ γίνει ἄραγε αὐτὸ τὸ παιδὶ ποὺ ἡ ἔλευσή του στὴ ζωὴ συνοδεύτηκε μὲ τέτοια σημεῖα, ποὺ δὲν ἔχουν παρατηρηθεῖ προηγουμένως οὔτε σὲ βασιλιάδες, οὔτε σὲ προφῆτες, οὔτε σὲ ἁγίους; Ἡ ἀπάντηση δόθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ διὰ στόματος τοῦ Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος κυριεύτηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ προφήτευσε. Καὶ εἶπε γιὰ τὸ γιό του πὼς θὰ ἀναδειχθεῖ προφήτης τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θὰ προπορευθεῖ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Υἱό Του, ποὺ θὰ ἔρθει στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν σώσει. Καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη θὰ εἶναι νὰ γνωστοποιεῖ στὸ λαὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ μεσσία καὶ τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐκείνους ποὺ βρίσκονται ὑποδουλωμένοι στὸ θάνατο.




«Ἡ γέννησή σου, προμηνύει Πρόδρομε Ἀνατολὴν τὴν νοητὴν»


Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νὰ τιμήσουμε σήμερα τὴ μεγάλη προδρομικὴ μορφὴ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Νὰ γιορτάσουμε τὴν ἡμέρα, νὰ πανηγυρίσουμε μὲ τὴ γέννησή του. Νὰ ἀτενίσουμε τὸ ὑπερλόγο μυστήριο, νὰ δοῦμε τὸ παράδοξο τελούμενο σήμερα. Ὁ συντονισμὸς τῆς ζωῆς μας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννη ἀποβαίνει πρὸς ἁγιασμό μας καὶ μᾶς ἀνεβάζει πνευματικά. Ἡ μορφὴ του δείχνει ἀκριβῶς καὶ σήμερα τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Χριστὸ καὶ σὲ κοινωνία μαζί Του, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ κυοφορούμενος, ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου καὶ ἀναδείχθηκε θαυματουργός.

Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος

Γεννήθηκε στο χωριό Κώστος της Πάρου το 1721 από ευκατάστατους γονείς. Ο πατέρας του Απόστολος Τούλιος καταγόταν από τη Σίφνο και είχε άλλα τρία παιδιά. Στο νησί του έμαθε τα πρώτα γράμματα από ρασοφόρους των εκεί μονών. Η Πάρος του έδωσε το επίθετό του.
Το 1745 μεταβαίνει για σπουδές στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου παραμένει επί εξαετία. Τότε δίδασκαν εκεί οι γνωστοί παραδοσιακοί δάσκαλοι Ιερόθεος Δενδρινός ο Ιθακήσιος και Χρύσανθος Καραβίας, οι οποίοι τον επηρέασαν αρκετά στην υγιή εντρύφηση του κάλλους της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Το 1751 έφθασε στο Άγιον Όρος, στην επίσης ξακουστή Αθωνιάδα Σχολή, που είχε ιδρύσει πλησίον της μεγάλης και πλούσιας μονής του ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Βατοπαιδινός, με καθηγητή του τον πολύ Ευγένιο Βούλγαρη και συμμαθητή του τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Η εξάχρονη φοίτηση του Αθανασίου στην Αθωνιάδα ήταν γόνιμη και τον βοήθησε πολύ στην κατοπινή του πορεία. Σε αυτό συνέβαλε ιδιαίτερα η μαθητεία του στον Βούλγαρη.
Το 1758 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Σχολής του Ελληνομουσείου της Θεσσαλονίκης επί διετία. Η εκεί καταστρεπτική ασθένεια της πανώλης τον αναγκάζει ν’ αναχωρήσει για την Κέρκυρα και να μαθητεύσει ξανά στον Νικηφόρο Θεοτόκη. Από εκεί προσκαλείται από τον συμμαθητή του Παναγιώτη Παλαμά στο Μεσολόγγι ως ιεροκήρυκας. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη το 1767 και διευθύνει το Ελληνομουσείο μέχρι το 1770, όπου έχουμε την έκρηξη επαναστάσεως. Καταφεύγει στη γνωστή φίλη αθωνική ησυχία, μένει για λίγο στη μονή Ιβήρων και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Αθωνιάδος Σχολής (1771-1776). Την εποχή αυτή χειροτονείται ιερέας από τον επίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά, με τον οποίο θα συνεργασθεί και συναγωνισθεί στο θέμα της διατηρήσεως και επανόδου των ιερών θεσμών της Ορθοδόξου Παραδόσεως, «αναδεικνυόμενος απολογητής και μαχητικός ηγέτης των Κολλυβάδων». Ο σοφός Αθανάσιος «εμφανίζεται ως σθεναρός υπέρμαχος του ορθού και της αλήθειας, εις την περίπτωσιν αυτήν προσπαθεί να συμβιβάση τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, να αμβλύνη τις διαφορές και να ενώση τα διεστώτα». Δυστυχώς η στάση του Αθανασίου παρεξηγήθηκε, και κατόπιν συκοφαντικών εισηγήσεων από ψευδαδέλφους καταδικάσθηκε το 1776 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι εισηγείται ετεροδιδασκαλίες. Έτσι απομακρύνεται λυπημένος από το φίλτατο Άγιον Όρος.
Στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει πάλι τη διεύθυνση του Ελληνομουσείου. το 1781 αποκαθίσταται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εγκωμιάζεται ως «ανήρ ων ου των ευκαταφρονήτων σοφίας τε μετεσχηκώς της θύραθεν και της καθ’ ημάς και καλώς μεμυημένος τα θεία και ευπαιδευσία τω όντι τη καθηκούση κεκοσμημένος». Μάλιστα τον καλούν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και του προτείνουν επισκοποποίηση. Εκείνος ειλικρινά και ταπεινόφρονα τους απαντά: «Τας μεν αρχιερατείας τιμώ και προσκυνώ, αλλά δεν είμαι άξιος. Αν εκαταλάμβανα ότι έκαμα περισσότερον καρπόν εις την Βασιλεύουσαν πόλιν, ήθελα έλθει αυτόκλητος· άφετέ με, παρακαλώ, εδώ εις τα πέριξ να ωφελώ όσον δύναμαι τους αδελφούς μου και το Γένος μου».
Το 1787 μεταβαίνει στη Χίο, όπου θα παραμείνει έως της μακαρίας κοιμήσεώς του, διδάσκων, κηρύττων, συγγράφων, λειτουργών, προσευχόμενος και ασκούμενος.
Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, κατά τις δύο περίπου εξαετίες της παραμονής του στην Αθωνιάδα, την πρώτη φορά ως μαθητής άριστος και τη δεύτερη ως σχολάρχης εξαίρετος, μελετά με φιλοπονία και ετοιμάζεται για μεγάλο έργο. Γράφει ένας των βιογράφων του: «Άπληστος και ακαταπόνητος στη φιλομάθειά του, καταγίνεται εντατικά στις ιδιαίτερές του αυτές μελέτες με την έρευνα της ελληνικής ιστορίας και της κλασσικής παιδείας… ερευνά τις βιβλιοθήκες της Σχολής και όλων των αγιορειτικών μονών… καταρτίζεται λοιπόν η γεμάτη από άγιους οραματισμούς αυτή καρδιά και διάνοια και για “εργάτης του Ευαγγελίου”. Εξασκείται εντατικά και συστηματικά στο θείο κήρυγμα, για να «ωφελήση», όπως συχνά εδήλωνε «το Γένος του». Είναι πλασμένος για ιεραπόστολος και εθναπόστολος».
Όπως αναφέραμε, ο όσιος Αθανάσιος υπήρξε ενεργό, δραστήριο, τολμηρό και άφοβο μέλος της ευκλεούς τριάδος, μετά του Μακαρίου και Νικοδήμου, των Κολλυβάδων. «Η προσωνυμία τούτη έλαβε από τότε χαρακτήρα ιερό, τίτλο τιμής, για τους μεγάλους αυτούς ανακαινιστές… Κολλυβάς έγινε ταυτόσημο μέ το αναδημιουργός. Γιατί πραγματικά οι Κολλυβάδες εζητούσαν αλλαγές. Όχι βέβαια νεωτεριστικές μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα· εννοούσαν να ξαναφέρουν τόσο στο μοναχισμό όσο και στου λαού γενικά τη ζωή, το πρωτοχριστιανικό, το γνήσιο του Χριστού πνεύμα. Πλην δε από τα άλλα συνιστούσαν και τη συχνή θεία Κοινωνία, σύμφωνα με την παράδοσι του Μυστηρίου από τον Κύριο και την πράξι της Αρχαίας Εκκλησίας. Σε τούτο όμως σφοδρά αντιδρούσανε μεγάλο μέρος Αγιορειτών Πατέρων. Η Εκκλησία μ’ αλλεπάλληλες αποφάσεις εκανόνισε το θέμα κατά την αρχική παράδοσι. Μάλιστα ο Γρηγόριος ο Ε΄ με δυο του εγκυκλίους (1807 και 1819) εδικαίωσε πέρα για πέρα των Κολλυβάδων τις απόψεις».
Ο όσιος Αθανάσιος και οι ομόφρονές του Κολλυβάδες «δεν ημπορεί να εζήτουν απλώς μίαν στενόκαρδον προσήλωσιν εις τύπους. Πίσω από την ημέραν της τελέσεως των μνημοσύνων και την συνεχή θεία μετάληψιν εκρύπτετο το πλέον σοβαρόν αίτημα της Ορθοδοξίας. Η Παράδοσις». Πιστός πάντοτε στις παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας αγωνίσθηκε πολύ κατά των επιδράσεων του ρωμαιοκαθολικισμού και του γαλλικού διαφωτισμού. Στον αγώνα του είχε πρότυπα δύο μεγάλους αγίους, τον Αγιορείτη Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Μάρκο Ευγενικό Εφέσου. Για τον πρώτο γράφει βιβλίο, που περιλαμβάνει σε παράφραση τον βίο του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, και για τον δεύτερο επίσης βιβλίο με τον τίτλο «Ο Αντίπαπας».
Η παραμονή του οσίου Αθανασίου του Παρίου στη διεύθυνση της Σχολής της Χίου από το 1788 ως το 1811 της έδωσε μεγάλη φήμη και φοίτησαν σπουδαίοι μαθηταί. Το έργο του Αθανασίου συνίστατο κυρίως στην προβολή των ιερών κειμένων της Ορθοδόξου Παραδόσεως απέναντι στο δυνατό ρεύμα του Διαφωτισμού. Αφετηρία, τροφή και πηγή εμπνεύσεως του διδακτικού του έργου είναι τα αγιοπατερικά έργα και όχι οι νέες ιδέες της Δύσης, οι ξένες από την πλούσια παράδοση του εγχώριου πολιτισμού. Αρκετοί λόγιοι της εποχής εκείνης αντέδρασαν στη στάση, το ήθος, τον τρόπο και την εμμονή του Αθανασίου στις πατροπαράδοτες παραδόσεις, όπως οι Βενιαμίν Λέσβιος, Αδαμάντιος Κοραής και Κωνσταντίνος Κούμας, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για συντηρητισμό, οπισθοδρομικότητα, στενοκεφαλιά και γεροντικό πείσμα. Εντούτοις ο υπομονετικός, σοβαρός, σοφός, θεοσεβής και ελληνοτραφής Αθανάσιος υπήρξε βράχος ακλόνητος της πίστεως, «κυρίαρχη μορφή λογίου ανδρός που αγωνίσθηκε κατά της δυτικής αλλοτριώσεως του χώρου της Ορθόδοξης Ανατολής… η ενσάρκωση μιάς πνευματικής στάσης, πιστά προσκολλημένης στην Παράδοση των Πατέρων, Παράδοση εκκλησιαστικής εμπειρίας, εκκλησιαστικού γεγονότος, κάλλους και σοφίας».
Ο όσιος Αθανάσιος πέρα από την πολύτιμη διδακτική και κηρυκτική του δράση άφησε, όπως και οι άλλοι Κολλυβάδες, ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, που περιέχεται σε αξιόλογα βιβλία απολογητικού, δογματοκανονικού, λειτουργικού, παιδαγωγικού, αγιολογικού, υμνολογικού, ομιλητικού, επιστολογραφικού περιεχομένου. Ο μαθητής και βιογράφος του όσιος Νικηφόρος ο Χίος (1760-1821) γράφει για το πλούσιο έργο του σεβαστού και αγαπητού του διδασκάλου: «Εις διάστημα τόσον ολιγοχρόνιον εξέδωκεν εις φως τόσα και τόσα βιβλία αξιόλογα και επαίνου παντός υπεράξια, ρητορικάς αντιφωνήσεις, χριστιανικάς απολογίας, κρίσεις του ουρανού, μεταφυσικά, θεολογίας… Τα δε λοιπά όλα συνθέματα σχολής βιβλία όσον αναγκαία τόσον και σπάνια, και όσον σπάνια τόσον και αναγκαία, βιβλία καινούργια, καινοφανή, πρωτοφανούσικα, ως προς ημάς, διά να μεταχειρισθώ αυτήν την λέξιν».
Ο άλλος βιογράφος του Αθανασίου, ο Χίος λόγιος Ανδρέας Ζανής Μάμουκας, σε «Υπόμνημα αληθέστατον υπό ανωνύμου τινός περί του περιωνύμου και αοιδίμου κυρίου Αθανασίου του Παρίου» αναφέρει ότι το 1811 υπέργηρος και κατάκοπος ο Αθανάσιος παραιτήθηκε από τη διεύθυνση της Σχολής και αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο του Αγίου Γεωργίου στα Ρευστά, έχοντας συνοδεία τον όσιο Νικηφόρο από τα Καρδάμυλα και τον Ιωσήφ από τον Φουρνά των Αγράφων. Γράφοντας ως τα τέλη του, μελετώντας, προσευχόμενος και διδάσκοντας τελείωσε τον μακάριο βίο του, όπως ωραία αναφέρει ο Μάμουκας: «Μόλις δ’ εις μέσου του προοιμίου όντι, επήλθε αυτώ ρεύμα αποπληξίας, και διέκοψε την εργασίαν. Μετά δύο εβδομάδας μικρόν αναλαβών, εξακολούθησε την συγγραφήν και τω επήλθε δεύτερον, ισχυρότατον του πρώτου ρεύματος, τούτο δε μόνον έφθασε να είπη «ετοιμάσατε τα χρειώδη». Η γλώσσα του έμεινε δεδεμένη, εκ δε του νεύματος των οφθαλμών και εκ μικράς κινήσεως της χειρός εννοήσαν οι μετ’ αυτού, ότι χρειώδη είπε την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων. Λαβών δε το εφόδιον τούτο του ουρανίου δρόμου, σύννους και εν γνώσει φρενών, έμεινεν έτι ζων και νοών επί μίαν ημέραν και μίαν νύχτα, και ετελειώθη εν Κυρίω ατάραχος τη 24η Ιουνίου 1813 έτους. Ετάφη εν τω προπυλαίω του ναού του μονυδρίου εκείνου».
Τα μάτια του έκλεισε ο ιεροδιάκονος Ιωσήφ. Αυτή ήταν η περιουσία του: «Την ευσέβειαν ήσκει ουχί εν λόγοις, αλλ’ εν έργοις· μεριμνών περί των άλλων πάντοτε, ημέλει εαυτού και απέθανε πάμπτωχος, ενώ έσχε πλείστας ευκαιρίας να πλουτίση. Εθεώρει αμάρτημα θανάσιμον, εάν η ανατολή της πρώτης του έτους εύρισκεν εν τω θηλακίω αυτού οβολόν του παρελθόντος έτους· διό αποθανών κατέλιπεν ως περιουσίαν μίαν ενδυμασίαν, ένα λύχνον και ένα μελανοδοχείον».
Ετάφη στην είσοδο του ναού του Αγίου Γεωργίου Ρεστών. Στην επιτύμβια πλάκα ο συνασκητής του όσιος Νικηφόρος έγραψε:
« Η πολύκροτος Αθανασίου φήμη
Η περικλεής και πανένδοτος μνήμη
Πάντων τοις ωσίν ενηχεί θαυμασίως
Και εις έπαινον πάντας κινεί αξίως…».
Στον ίδιο τάφο ετάφη αργότερα ο όσιος Νικηφόρος. Τα οστά του οσίου Αθανασίου μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκειο του εκεί ναϋδρίου, αλλά αποτεφρώθηκαν κατά τον εμπρησμό του 1822. Ημέτεροι και ξένοι επαινούν επάξια τον όσιο Αθανάσιο για τη δράση και το έργο του, υπάρχει μάλιστα πλούσια βιβλιογραφία. Σήμερα θεωρείται πλέον ισχυρός, σοφός και ενάρετος άνδρας. Αντέδρασε δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα στον δυτικό διαφωτισμό, που ήθελε ν’ αλλοιώσει βάναυσα το ορθόδοξο ήθος και ύφος της αγιοτόκου Ελλάδος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατόπιν ενεργειών των μακαριστών Γερόντων Φιλοθέου Ζερβάκου και Νικολάου Αρκά διά του μητροπολίτου Παροναξίας κ. Αμβροσίου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας κατέταξε το 1991 τον όσιο Αθανάσιο τον Πάριο στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έτσι οι τρεις πρόμαχοι του αναγεννητικού κινήματος των Κολλυβάδων Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος εστέφθησαν αγιωνυμίας επάξια.
Ακολουθία προς τιμήν του αγίου έγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ο άγιος συντιμάται και μετά των αγίων της Αθωνιάδος.
Η μνήμη του τιμάται στις 24 Ιουνίου.
πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Τὸ Γενέθλιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου


 


Ἔτσι προφήτευσε ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τὸν Πρόδρομο τοῦ Κυρίου, Ἰωάννη:

«Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὀδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Δηλαδή, φωνὴ ἀνθρώπου, ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο καὶ λέει: «Ἑτοιμάστε τὸ δρόμο, ἀπ᾿ ὅπου θὰ ἔλθει ὁ Κύριος σὲ σᾶς. Κάνετε ἴσιους καὶ ὁμαλούς τους δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσει».
Ξεριζῶστε, δηλαδή, ἀπὸ τὶς ψυχές σας τὰ ἀγκάθια τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ ῥῖξτε μακριὰ τὰ λιθάρια τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς πώρωσης καὶ καθαρίστε μὲ μετάνοια τὸ ἐσωτερικό σας, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Κύριο.

Ἡ φωνὴ αὐτή, ποὺ ἦταν ὁ Ἰωάννης, γεννήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο.

Ὁ πατέρας του Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας. Τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος μέσα στὸ θυσιαστήριο, εἶδε ἄγγελο Κυρίου, ποὺ τοῦ ἀνήγγειλε, ὅτι θὰ ἀποκτοῦσε γιὸ καὶ θὰ ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Ὁ Ζαχαρίας σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἀλλὰ δυσπίστησε.
Ἡ γυναῖκα του ἦταν στεῖρα καὶ γριά, πῶς θὰ γινόταν αὐτὸ ποὺ ἄκουγε; Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε ὅτι γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ ἡ δυσπιστία του, μέχρι νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ ἔμενε κωφάλαλος.

Πράγματι, ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε, καὶ μετὰ ἐννιὰ μῆνες ἔκανε γιό. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρες, στὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ, οἱ συγγενεῖς θέλησαν νὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία.

Ὅμως, ὁ Ζαχαρίας, ἔγραψε ἐπάνω σὲ πινακίδιο τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Ἀμέσως δέ, λύθηκε ἡ γλῶσσα του, καὶ ἡ χαρὰ γιὰ ὅλους ἦταν μεγάλη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται.

Κοντάκιον
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

Μεγαλυνάριον
Ἄνθος τὸ θεόσδοτον ἐκφυέν, σήμερον ἐκ στείρας, εὐωδίας ἁγιασμοῦ, ἔπλησε τὰ πάντα, τὴν ἔρημον τὰ ὄρη, τῶν ποταμῶν τὰ ῥεῖθρα, Χριστοῦ ὁ Πρόδρομος.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης

Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιουνίου 1765
Πολύ λιτά αναφέρεται ο συναξαριστής στη ζωή και το μαρτύριο του Αγίου Παναγιώτη.
Καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και ήταν γιος ενός ευσεβούς ανθρώπου, ονόματι Ισραήλ.
Το εσωτερικό του Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής στην Κωνσταντινούπολη, πριν την καταστροφή του
Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη σε ηλικία περίπου είκοσι ετών.
Το Άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε από τους Χριστιανούς στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...