Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμου (Α μέρος)


Η ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΚΗΤΗΣ

            Το έτος 1754 η Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, αποφάσισε να κτίσει μεγαλύτερο Κυριακό. Χρειάσθηκαν πολλά χρήματα. Οι Χριστιανοί έστειλαν από παντού βοήθεια εις μνημόσυνον γονέων και συγγενών. Τα μνημόσυνα όμως που έπρεπε να γίνουν στη σκήτη, και που εντάσσονταν σε αγρυπνίες, κούραζαν τους μοναχούς και δεν μπορούσαν να δουλέψουν την επομένη. Για το λόγο αυτόν, ύστερα από συμβουλή του κοινού τους πνευματικού παπά - Φιλοθέου του Πελοποννησίου, άρχισαν να κάνουν τα μνημόσυνα τις Κυριακές που, λόγω της αργίας, δεν επρόκειτο έτσι και αλλιώς να δουλέψουν.
            Η καινοτομία μαθεύτηκε στο υπόλοιπο Όρος και προκάλεσε αντιδράσεις. Οι Αγιαννανίτες όπου πήγαιναν γίνονταν αντικείμενο ελέγχων γιατί μνημόσυνο νεκρών την Κυριακή ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αντέβαινε στο αναστάσιμο της Κυριακής. Τότε μερικοί από τους μοναχούς της Σκήτης εξομολογήθηκαν στον πνευματικό ότι έχουν πρόβλημα συνειδήσεως. Ο πνευματικός τους επέτρεψε να αποχωρούν από τον ναό μόλις άρχιζε το μνημόσυνο. Η αποχώρηση όμως αυτή αναστάτωσε όσους έμεναν, εφ’ όσον ήταν έμπρακτος έλεγχος. Έτσι άρχισε στο Άγιο Όρος η περίφημη «περί μνημοσύνων έρις» που έμεινε στην Ιστορία.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

            Στην Αγία Άννα εκείνο τον καιρό έμενε ο πρώην Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος. Όταν άκουσε για την αποχώρηση ορισμένων από τα μνημόσυνα της Κυριακής είπε: «Εγώ όταν ήμουν στον θρόνο, συνεχώς έδινα άδεια και έψαλλαν την Κυριακή μνημόσυνα νεκρών» Τα λόγια αυτά του πρώην Πατριάρχου ενίσχυσαν τους καινοτόμους που, με το επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολις κάνει μνημόσυνα τις Κυριακές, εξασκούσαν ηθική βία στους διστάζοντας. Το πείσμα των καινοτόμων δεν άργησε να μεταβληθεί σε μίσος, και το μίσος σε διωγμό αυτών που δε δέχθηκαν τελικά να υποκείψουν.
            Η Σκήτη της Αγίας Άννης υπάγεται στη Μεγίστη Λαύρα. Κατήγγειλαν λοιπόν στη Λαύρα οι καινοτόμοι τους διαφωνούντες σαν ταραχοποιούς. Οι Λαυριώτες, χωρίς να καλέσουν τους κατηγορουμένους σε απολογία, έβγαλαν αμέσως αφορισμό εναντίον τους και διέταξαν τους Αγιαννανίτες να μη τους δέχονται ούτε στην εκκλησία, ούτε στα κελλιά, ούτε στο μύλο. Ο μύλος ήταν μοναδικός στην περιοχή και η απαγόρευση να τον χρησιμοποιήσουν ήταν καίριο πλήγμα για τη διατροφή τους. Οι υπερασπιστές της Παραδόσεως έδωσαν τόπο στην οργή και έφυγαν από την Αγία Άννα, αφήνοντας τα κελλιά τους, μερικοί σε προχωρημένη ηλικία, «μάλλον ελόμενοι κακουχείσθαι διά την εκκλησιαστικήν αλήθειαν ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν». Αλλά, όπου και αν βρήκε καταφύγιο ο καθένας, οι Αγιαννανίτες δεν τους άφηναν ήσυχους. Κοινοποιούσαν τον Λαυρεωτικό αφορισμό σε όλες τις Σκήτες και τις Μονές επισυνάπτοντας και ονομαστικό κατάλογο, όλων αυτών που είχαν εκφράσει δημόσια την υποστήριξή τους προς την Παράδοση, έστω και αν δεν υπήρξαν ποτέ κάτοικοι της Αγίας Άννας. Και απαιτούσαν να εκδιωχθούν αμέσως! Στο διωγμό αυτόν πρωτοστάτησαν δύο Επίσκοποι που συνέπεσε να βρίσκονται τον καιρό εκείνο στο Όρος: ο προαναφερθείς πρώην Κων/λεως Κύριλλος (που είχε και την ιδέα για τον μύλο), και ο Μητροπολίτης πρώην Χαλεπίου Γεννάδιος. Οι ορθόδοξοι διώχνονταν σαν αφορισμένοι και αιρετικοί. Τους ονόμασαν χλευαστικά «Κολλυβάδες» και διέδωσαν εμπιστευτικά ότι ήσαν δήθεν μασόνοι. Ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός έκανε μεγάλη εντύπωση στους απλούστερους μοναχούς, που ήσαν και η πλειονότης, και οι οποίοι μόλις τον άκουσαν, χωρίς να ερευνούν περισσότερο, αποστρέφονταν τους συκοφαντούμενους με όλη τους την ψυχή. Ακόμη και ο λαϊκός καραβοκύρης, που έκανε την συγκοινωνία, δεν δεχόταν Κολλυβά στο πλοίο του!

ΘΕΛΕΙΣ ΜΗΛΟΝ ΕΠΑΡΕ, ΘΕΛΕΙΣ ΚΥΔΩΝΙΝ ΛΑΒΕ»
           
            Μπροστά στην κατάσταση αυτήν οι παραδοσιακοί μοναχοί αποφάσισαν να καταφύγουν για τη δικαίωση και προστασία τους στο Πατριαρχείο. Για το σκοπό αυτό μαζεύτηκαν στο κελλί του παπα - Παρθενίου του Ζωγράφου του Σκούρτου. Εκεί έγραψαν ομολογία πίστεως που την υπέγραψαν όλοι οι παρόντες, και αργότερα και πολλοί άλλοι, και την έστειλαν στο Πατριαρχείο μαζί με αναφορά για τα γεγονότα. Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Θεοδόσιος Β΄ ο Κρής, μεγάλη δε επιρροή στη Σύνοδο είχε ο Νικομηδείας Μελέτιος και ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος. Το Πατριαρχείο απάντησε τον Ιούνιο του 1772. Έγραφε: «... Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ άν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι...»
            Μετά ένα έτος, τον Ιούνιο του 1773, το Πατριαρχείο ξαναέγραψε: «... Ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων να μέμφονται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι...»
            Σε μια τρίτη επιστολή, λίγο μετά την προηγούμενη ξαναγράφει το Πατριαρχείο ότι «οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος» δεν πρέπει «να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας» και ότι «όλοι οι εν σκήταις ασκούμενοι... να έπωνται και να ακολουθώσιν απαρασαλεύτως εις την φυλαττομένοιν εν τοις Μοναστηρίοις τάξιν και συνήθειαν περί των μνημοσύνων...».
            Ήταν φανερό ότι το Πατριαρχείο δεν ήθελε να πει την αλήθεια καθαρά, ότι οι Κολλυβάδες έχουν δίκαιο και να σταματήσει η παρανομία, γιατί από καιρό ήδη το ίδιο παρανομούσε κάνοντας μνημόσυνα τις Κυριακές, για να ευχαριστήσει την κοσμικοφροσύνη των αρχόντων. Εφαρμόζοντας όμως Φαναριωτική πολιτική δίνει μια λύση που αν την εφήρμοζαν οι καινοτόμοι θα σταματούσε η παρανομία και κάθε έρις, γιατί κανένα Μοναστήρι δεν έκανε μνημόσυνα Κυριακή.

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΪΣΙΟΥ

            Μόλις οι διώκτες των Κολλυβάδων πήραν στα χέρια τους την διακήρυξη του Πατριαρχείου ότι «ουκ υποκείνται κρίματι» έγιναν αχαλίνωτοι. Λησμόνησαν όχι μόνον το σχήμα του μοναχού που έφεραν αλλά και το χριστιανικό τους βάπτισμα, και ακολούθησαν την οδό του Κάϊν. Στην αρχή επιχείρησαν δυο φορές να δολοφονήσουν τον ασκητικό και ενάρετο Καππαδόκη μοναχό Σίλβεστρο. Την πρώτη φορά του έριξαν πέτρα καθώς περνούσε έξω από την Αγία Άννα. Την δεύτερη φορά, όταν μπήκε σε πλοίο για να φύγει από το Όρος, έπεισαν τον πλοίαρχο να τον σκοτώσει καθ’ οδόν. Όμως ο πλοίαρχος μετάνοιωσε και έτσι ο γέρο Σίλβεστρος γλίτωσε και έφθασε στην Πάρο. Για να γίνουν αποτελεσματικοί οι αββάδες της Αγίας Άννας και της Νέας Σκήτης, προσκάλεσαν τον αρχιληστή καπετάν - Μάρκο, του έδωσαν 700 αργυρά νομίσματα και τα ονόματα ένδεκα μοναχών Κολλυβάδων, που παρέμεναν ακόμη στα όρια των δύο Σκήτεων. «Οι μοναχοί αυτοί, του είπαν, είναι μάγοι και μασόνοι και κάνουν μεγάλο κακό στο Όρος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γλιτώσει ο τόπος παρά μόνον αν φονευθούν».
            Τα παλικάρια του καπετάν - Μάρκου έφθασαν στο Κυριακό της Άγίας Άννης Σάββατο βράδυ, παραμονή της εορτής των Αγίων Πάντων του έτους 1773, ενώ είχε αρχίσει η αγρυπνία. Μπήκαν στο ναό και ζήτησαν οδηγό να τους δείξει τις καλύβες των μελλοθάνατων. Οι αββάδες υπέδειξαν κάποιον Τιμόθεον αλλά αυτός δεν ήθελε να πάει. Τον έπεισαν λέγοντας ότι πρέπει να κάνει υπακοή. Όταν έφυγαν οι ληστές με τον Τιμόθεο αυτοί συνέχισαν τον Προοιμιακό. Ο Τιμόθεος έδειξε στους ληστές την πόρτα του Παϊσίου και έφυγε. Ο ιερομόναχος Παϊσιος κατοικούσε στην καλύβη του προφήτη Ηλιού, πάνω από το Κυριακό της Αγίας Άννης και ήταν καλλιγράφος. Οι αντικολλυβάδες τον μισούσαν πολύ γιατί τους αποστόμωνε σε κάθε συζήτηση. Οι ληστές εισέβαλαν στην καλύβη του παπα - Παϊσίου, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια, γιατί δεν πίστευαν ότι δεν είχε κρυμμένα χρήματα. Τέλος ζήτησαν φαγητό και, αφού έφαγαν, φόρτωσαν στον παπά - Παϊσιο και τον γέροντά του Θεοφάνη τα κλοπιμαία και τους ζήτησαν να τους οδηγήσουν στον παπα - Αγάπιο, που ήταν τρίτος στη λίστα. Οι Πατέρες όμως δε μαρτύρησαν τις καλύβες των άλλων, παρά τους δαρμούς και τις ύβρεις. Η θλιβερή συνοδεία, έφθασε στο Κυριακό την ώρα που έψαλλαν την εβδόμη ωδή. Οι εξαντλημένοι από τους δαρμούς και τα βάρη πατέρες ακούμπησαν πίσω από το άγιο βήμα, και οι ληστές μπήκαν στην εκκλησία και φώναξαν έξω τους συνασκητές των μελλοθανάτων, για να τους δείξουν «το καλό κυνήγι». Αυτοί έβγαιναν λίγοι - λίγοι και, όπως γράφει ο Αθανάσιος Πάριος «στοχαζόμενοι συνομίλουν. Και ην να εκπλαγή τινας δια την τόσην απανθρωπίαν εκείνων των ασκητών... Καθ’ ότι ενώ έβλεπον τους αδελφούς αυτών εις τοσαύτην αθλίαν κατάστασιν, ουδείς ευρέθη ίνα είπη, τι τούτο εις αυτούς;... ουδείς ηκούσθη ίνα εκβάλη λόγον συμπαθείας εκ του στόματος.. τινάς δεν δείχνει έλεος εις εκείνους όπου κάθηνται δεδεμένοι οπίσω εις το βήμα, εκδεχόμενοι τον θάνατον». Αφού οι ληστές λεηλάτησαν και το κελλί του παπα - Γαβριήλ χωρίς να βρούν τον ίδιο, φόρτωσαν τα νέα κλοπιμαία σε κάτι λαϊκούς κτίστες που βρέθηκαν εκεί, και πήγαν στη Νέα Σκήτη την ώρα που οι εκεί πατέρες, έβγαιναν από τη λειτουργία. Ούτε αυτοί δεν έδειξαν την ελάχιστη χριστιανική συμπάθεια προς τους δύο καταδίκους, μόνον παρατηρούσαν το μαρτύριο από μακριά. Οι ληστές κατέβασαν τον παπα - Παϊσιο και τον γέροντα Θεοφάνη στο γιαλό, όπου είχαν το πλοίο τους, έδεσαν πέτρες στο λαιμό τους, ανοίχθηκαν λίγο και, λέγοντάς τους: «Σκυλιά, γιατί δεν θέλετε να κάνετε κόλλυβα τις Κυριακές, όπως λέγουν οι Πατριάρχες και οι πνευματικοί του Όρους;» τους έριξαν από το πλοίο στη θάλασσα, μπροστά στα μάτια όλου του πλήθους των μοναχών της Νέας Σκήτης, προσθέτοντας στους Αγίους Πάντες, που γιόρταζαν εκείνη την ημέρα, άλλους δύο οσιομάρτυρες.

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

            Το ισχυρότερο πλήγμα κατά των Κολλυβάδων το έδωσε το Πατριαρχείο Κων/λεως το έτος 1776, πατριαρχεύοντος του Κων/λεως Σωφρονίου Β΄. Μεγάλη κληρικολαϊκή Σύνοδος, αποτελούμενη απ’ όλους τους ενδημούντας στην Πόλη αρχιερείς και από πολλούς άρχοντες, καταδίκασε και αφόρισε όλους τους Κολλυβάδες και όλους όσους μαζί μ’ εκείνους και μετά από εκείνους φρονούν ότι μνημόσυνα νεκρών δεν επιτρέπει η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να γίνονται ημέρα Κυριακή. Διακήρυξε η Σύνοδος αυτή ότι ανέκαθεν η ιερά της Εκκλησίας τάξη και κανονική διατύπωση ήταν να γίνονται τα μνημόσυνα και Σάββατο και Κυριακή και οποιαδήποτε άλλη μέρα της εβδομάδος αδιακρίτως και ότι αυτό δήθεν είναι Αποστολική Παράδοσις, και όσοι δεν την δέχονται και δεν τελούν Κυριακή μνημόσυνα είναι αντάρτες, καινοτόμοι και κακόδοξοι. Ως αντιπροσώπους όλων των Κολλυβάδων, προταίτιους και αρχηγούς η Σύνοδος καθήρεσε και αφόρισε τέσσαρες ιερομονάχους αναφέροντάς τους ονομαστικά.
            Το «θέσπισμα» αυτό της Συνόδου του 1776 το οποίο έκτοτε ακυρώθηκε, γράφει κατά λέξη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σωφρόνιος ελέω Θεού... επειδή ταραχή και σύγχυσις κατέλαβε την Εκκλησίαν... δια τινων δοκησισόφων και δοκοφρόνων.. ασέβειαν και ανταρσίαν νοσούντων... της ούν καινοτομίας ταύτης και κακοδοξίας καταδήλου γενομένης... διορίζοντες δια τούτο και αποφαινόμενοι κατά την ανέκαθεν ιεράν της Εκκλησίας τάξιν και κανονικήν διατύπωσιν απαρατηρήτως τελείσθαι και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα κατά την Παράδοσιν των Αποστολικών Διατάξεων... Όσοι μεν ουν συνωδή τη Εκκλησία και τω παρόντι Συνοδικώ θεσπίσματι και φρονούσι και πράττουσι, τελούντες απαρατηρήτως και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν όλαις ταις ημέραις της εβδομάδος τα μερικά των Ορθοδόξων μνημόσυνα, οι τοιούτοι είησαν συγκεχωρημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος». Αυτό φυσικά σημαίνει ότι όσοι μέχρι σήμερα, δεν φρονούσι και πράττουσι συνωδά τω παρόντι θεσπίσματι είησαν ως και οι πρωταίτιοι και αρχηγοί και συνίστορες της τοιαύτης δόξης... καθηρημένοι.. και γεγυμνωμένοι πάσης Θείας Χάριτος και ιεροπραξίας... και πάντη ανίεροι εν βάρει αργίας και αλύτου αφορισμού... Εξ αποφάσεως... 9ης Ιουνίου 1776» (Το πλήρες κείμενο βλέπε εν Ph. Meyer: «Die Haupturkϋnden fϋr die geschichte der Athos Kloster», Leipjig 1894 σ. 236-241 όπου και τα προαναφερθέντα κείμενα).

«ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΡΑΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥ ΕΥΛΟΓΗΣΕΙΣ»

            Καταδικασμένοι από το Πατριαρχείο και κυνηγημένοι από τους συνασκητές τους, όσοι ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στην Ιερά Παράδοση της Ορθοδοξίας, έφυγαν από το Όρος και βρήκαν καταφύγιο στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί, αγκαλιασμένοι από ένα λαό που διψούσε για αλήθεια και παράδειγμα, οι Κολλυβάδες έσπειραν τον λόγο του Χριστού, και η σπορά εκαρποφόρησε «εις εκατόν». Αυτή η καρποφορία ονομάσθηκε από την Ιστορία: «η πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνος». Σ’ αυτήν οφείλουμε την «Φιλοκαλία», τον «Ευεργετινό», τα «Ευρισκόμενα του Συμεών του Νέου Θεολόγου», τα δύο βιβλία «περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως», τον «Αντίπαπα», το «Πηδάλιο», τον «Συναξαριστή», το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», και πλήθος άλλα. Οι Κολλυβάδες ίδρυσαν στα νησιά ονομαστά μοναστήρια, πηγές αγιασμού, που πότιζαν τον λαό του Θεού θεία νάματα έναν ολόκληρο αιώνα, στην Πάτμο, στην Ικαρία, στην Πάρο, στη Σκιάθο, στη Χίο. Οι «αφορισμένοι» Κολλυβάδες αποδείχθηκαν άγιοι και πολλών από αυτούς τα οστά ευωδίασαν και θαυματούργησαν: ο Νήφων ο κοινοβιάρχης της Σκιάθου, ο Παρθένιος ο ζωγράφος ο Σκούρτος, ο Μακάριος Κορίνθου ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Αρσένιος ο Νέος ο εν Πάρω ο θαυματουργός. Στους Κολλυβάδες χρωστούμε πνευματικά αναστήματα σαν τον Νεομάρτυρα Πολύδωρο, τον Όσιο Παρθένιο της Χίου, τον Γέροντα Διονύσιο ιδρυτή της Ι. Μονής Παναγίας της Κονιστρίας της Σκιάθου και συνεργάτη του αναγεννητού της Πελοποννήσου Παπουλάκου, τον Μωραϊτίδη και τον Παπαδιαμάντη. Μ’ ένα λόγο σ’ αυτούς χρωστούμε το ότι υπάρχει ακόμη Ορθοδοξία στην Ελλάδα παρά την θύελλα του Φαρμακίδη και των Βαυαρών. Αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα. Η Ρουμανία δέχθηκε γρήγορα την επίδραση Κολλυβάδων που εξωρίσθηκαν σ’ αυτήν. Η Ρωσία, τσακισμένη από το νεοειδωλολατρικό, δυτικόπληκτο και αντιμοναστικό πνεύμα του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄, κείτονταν, παρά το πολιτικό μεγαλείο και την δύναμη της, σε πνευματικά ερείπια. Από αυτά την σήκωσε ο Μολδαβός στάρετς Όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκι φέρνοντάς της, από το Άγιον Όρος, τον κολλυβαδικό ησυχασμό και την «Φιλοκαλία». Οι Αρχιερείς καταδίκασαν και αφόρισαν αυτούς που αγάπησαν την αλήθεια και αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Ο Θεός όμως τους ευλόγησε και τους δόξασε στον αιώνα.
 πηγή 
Αλέξανδρος Καλόμοιρος
 περιοδικό ΟΙ ΡΙΖΕΣ
Τεύχος 23 Καλοκαίρι 1988
Copyright ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΕΦΥΡΟΣ

Γ.ΠΑΪΣΙΟΣ: «Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ»


πηγή

                                      Ή γενιά της αδιαφορίας

- Τι είναι αυτό πού ακούγεται;
- Αεροπλάνο, Γέροντα!
- Κλείσε το παράθυρο, µην µπει µέσα! Έτσι πού είναι παλάβωσε o κόσµος, και αυτό σιγά-σιγά µπορεί να γίνει!... Έχουν διαλυθεί όλα, οικογένεια, παιδεία, υπηρεσίες...  Α, δεν τους καίγεται καρφί! Τίποτε δεν έχουν µεσά τους...
- Γέροντα, ποιος φταίει πού φθάσαµε σ' αυτήν την κατάσταση;
- Μιλάω γενικά, θέλω να πω, µέχρι πού έχει φθάσει ή αδιαφορία!

Πήγαινε σε µια σχολή και θα δεις, αν λ.χ. χτυπούν τα παράθυρα από τον αέρα, ζήτηµα να βρεθεί ένα παιδί να τα κλείσει, για να µή σπάσουν. Αλλά θα χαζεύουν, άλλα θακοιτάζουν πώς χτυπούν, άλλα θα περνούν από 'κει σαν να µή συµβαίνει τίποτε. Αδιαφορία! Μού έλεγε ένας αξιωµατικός πού ήταν υπεύθυνος στις αποθήκες: «Τροµάζω να βρω έναν στρατιώτη σωστό, να τον βάλω φρουρό στην αποθήκη πετρελαίων, για να µή βάλουν οι άλλοι καµµιά φωτιά ή ό ίδιος µην πετάξεικανένα τσιγάρο απρόσεκτα». Υπάρχει ένα πνεύµα χλιαρό, καθόλου ανδρισµός. Χαλάσαµε τελείως! Πώς µας ανέχεται ό Θεός! Παλιά τι αξιοπρέπεια υπήρχε!

Τι φιλότιµο! Στον πόλεµοτού '40, στα σύνορα, οι Ιταλοί είχαν πότε-πότε κάποια επικοινωνία µε τους Έλληνες φρουρούς και έκαναν καµµιά επίσκεψη στο ελληνικό φυλάκιο. Και ναδείτε τι φιλότιµο οι Έλληνες! Μια φορά πού πήγαν οι Ιταλοί στο ελληνικόφυλάκιο, οι Έλληνες έβαλαν να τους φτιάξουν καφέ. Βγάζει τότε µπροστά τουςένας Έλληνας αξιωµατικός ένα µάτσο χρήµατα, πενηντάρικα, εκατοστάρικα -και είχαν αξία τότε αυτά τα χρήµατα - και τα ρίχνει για προσάναµµα στηνφωτιά, για να δείξει στους Ιταλούς ότι είναι πλούσιο το ελληνικό κράτος! Οι Ιταλοί τα έχασαν. Βλέπετε θυσία!



Σήµερα µπήκε και σ' εµάς το πνεύµα πού συναντάει κανείς στα κοµµουνιστικά κράτη. Στην Ρωσία, παρόλο πού φέτος είχαν σοδειά, ξέρετε τι πείνα θα έχουν; ∆εν θέρισαν το σιτάρι στον καιρό του, πήγαν το φθινόπωρο να θερίσουν. Θερίζουν το φθινόπωρο; Αν δεν είναι δικό τους, πώς να το πονέσουνκαι να πάνε να το θερίσουν; Ή ζωή τους είναι µία αγγαρεία.

∆εν έχουν τονζήλο να δηµιουργήσουν κάτι, γιατί τόσα χρόνια δεν δηµιουργούσαν. Με αυτότο ρέµπελο πνεύµα πού µπήκε, µε αυτήν την αδιαφορία, πάει, βούλιαξε όλο το κράτος.

Βρέχει και είναι απλωµένο το σιτάρι; ∆εν τους νοιάζει. Ήρθε ή ώρα ναφύγουν; Φεύγουν. Το παίρνει το σιτάρι ή βροχή. Την άλλη µέρα θα πάνε στηνώρα τους να µαζέψουν όσο έµεινε! Όταν όµως είναι δικό σου το σιτάρι και τοέχεις απλωµένο στο αλώνι, αν βρέξει, το αφήνεις να χαθεί; ∆εν θα κοιµηθείς, γιανα το σώσεις. Και νιώθεις χαρά, αγαλλίαση από την κούραση. Ή αδιαφορία για τον Θεό φέρνει την αδιαφορία και για όλα τα άλλα.

Ή πίστη στον Θεό είναι µεγάλη υπόθεση. Λατρεύει όάνθρωπος τον Θεό και υστέρα αγαπάει και τους γονείς του, το σπίτι του, τους συγγενείς του, την δουλειά του, το χωριό του, τον νοµό του, το κράτος του, τηνπατρίδα του. Ένας πού δεν αγαπάει τον Θεό, την οικογένεια του, δεν αγαπάειτίποτε, και φυσικά δεν αγαπάει ούτε την πατρίδα του, γιατί και ή πατρίδα είναιµία µεγάλη οικογένεια.

Θέλω να πω, όλα από εκεί ξεκινάνε. ∆εν πιστεύει όάνθρωπος στον Θεό, και µετά ούτε γονείς ούτε οικογένεια ούτε χωριό ούτε πατρίδα υπολογίζει. Και αυτά είναι πού πάνε τώρα να διαλύσουν, γι' αυτό δηµιουργούν µία κατάσταση ρεµπελιό.

Μού έγραφε ένας αστυνοµικός: «∆ενµπόρεσα να έρθω, γιατί µού έπεσε πολλή δουλειά. Μείναµε δύο στην περιοχή,ενώ έπρεπε να είµαστε οκτώ». Ακούς πράγµατα; Αντί τώρα να προσθέσουν άλλους δύο, αφήνουν µόνο δύο! Ευτυχώς υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Ήρθε µία φορά ένας πατέρας καιµού λέει: «Κάνε προσευχή για τον Αγγελο, γιατί θα τον σκοτώσουν». Τον ήξερα τον γιό του από µικρό παιδί. Τότε υπηρετούσε την θητεία του. «Γιατί, τού λέω, τι συµβαίνει;». «Πήγε µία φορά, µού λέει, και βρήκε τους άλλους να παίζουν χαρτιά, ενώ είχαν υπηρεσία. Τους έκανε παρατήρηση, δεν τον άκουσαν. Τους έκανε µετά αναφορά, και ένας από εκείνους τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει». «Κοίταξε, τού λέω, για να τον σκοτώσουν, δεν τον σκοτώνουν.

Εγώ θα κάνω προσευχή, για να µην περάσουν τον Άγγελο στρατοδικείο, πού δεν έπαιζε και αυτός χαρτιά...»!
Έµαθα και κάτι άλλο και είπα: «∆όξα τω Θεό, υπάρχουν ακόµη Έλληνες πού πονούν για την πατρίδα. 

Τίποτε ἄς μή μᾶς σταματᾶ


πηγή


«Ο προφήτης Νάθαν ήταν πνευματικός πατέρας και διδάσκαλος του Βασιλέως Δαβίδ. Το Άγιον Πνεύμα φανέρωσε στον Προφήτη ότι ο Δαβίδ επρόκειτο να παραβεί το θέλημα του Θεού και να πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας. Ο Προφήτης τότε έσπευσε να αναγγείλει στον Βασιλέα τον κίνδυνο που διέτρεχε…
Δυστυχώς όμως ο διάβολος εμπόδισε τον Προφήτη να εκπληρώσει το σχέδιό του. Ο Νάθαν, πορευόμενος προς το Παλάτι, βρήκε μπροστά του πεσμένο ένα σκοτωμένο. Στάθηκε, άνοιξε ένα λάκκο και τον έθαψε.
Εν τω μεταξύ , ο Δαβίδ έπεσε στο αμάρτημα. Ο Νάθαν το διεγνώρισε . Επέστρεψε στο σπίτι του και άρχισε να κλαίει και να οδύρεται» ( Συναξάρι ,26 Δεκεμβρίου) .
Στα πνευματικά θέματα δεν χωράει αναβολή. Ούτε για λίγη ώρα. Ο διάβολος που πληροφορείται τις αποφάσεις μας, ενεργεί αμέσως, για τη  ματαίωσή τους.

 Πόσο καλά δεν έγιναν και δεν γίνονται εξαιτίας της αναβολής. Η αναβολή πάντοτε είναι υπέρ του διαβόλου. Είναι ο χρόνος και η ευκαιρία του διαβόλου.
Ακόμη και καλές απασχολήσεις μπορεί να γίνουν εμπόδιο για άλλες καλύτερες. Ο προφήτης Νάθαν έθαψε ένα νεκρό και έχασε τη δυνατότητα να προφυλάξει τον Βασιλέα Δαβίδ από την αμαρτία. Όταν ξεκινάμε να κάνουμε κάτι καλό, πριν από μας και με μεγαλύτερη ταχύτητα τρέχει ο διάβολος, σπέρνοντας στο δρόμο μας παγίδες και εμπόδια.
 Έχοντας αυτό υπ’ όψιν , τίποτε ας μη μας σταματά, όταν ξεκινάμε για ένα αγαθό σκοπό. Ακόμη και ένα λεπτό αργοπορία ή καθυστέρηση είναι αρκετός χρόνος, για να μας προλάβει ο διάβολος και να καταστρέψει αυτό που σπεύδαμε εμείς να πετύχουμε.
 Αν δεν αναβάλαμε, αν σπεύδαμε πόσα κακά θα προλαβαίναμε ! Και, αντίθετα. Πόσα κακά συμβαίνουν στη ζωή μας και στη ζωή των αδελφών μας, γιατί αναβάλαμε, γιατί αργήσαμε να ξεκινήσουμε , γιατί καθυστερήσαμε στο δρόμο λίγα μόλις δευτερόλεπτα…

Από το βιβλίο: «+ Μητροπολίτου Αχελώου
ΕΥΘΥΜΙΟΥ (Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ)
ΟΙ ΑΕΤΟΙ
Ορθόδοξο Θεολογικό Αγιολόγιο»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ο Γέροντας Παϊσιος εξηγεί την Κόλαση



- Γέροντα, πως είναι η κόλαση;

- Θα σου πω μια ιστορία που έχω ακούσει:

Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση.

Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: «Έλα, να σου δείξω την κόλαση».

Βρέθηκε τότε σε ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στην μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μία πολύ μακριά κουτάλα. Έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…

Μετά άκουσε την ίδια φωνή να τού λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο».

Βρέθηκε τότε σε ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι ίδιο με το προηγούμενο και στην μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλον.

Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;

            Οποίος κάνει το καλό, αγάλλεται, διότι αμοίβεται με θεϊκή παρηγοριά. Όποιος κάνει το κακό υποφέρει και κάνει τον επίγειο παράδεισο επίγεια κόλαση.

Έχεις αγάπη, καλωσύνη; Είσαι άγγελος και, όπου πας ή σταθείς μεταφέρεις τον Παράδεισο. Έχεις πάθη, κακία; Έχεις μέσα σου τον διάβολο και, όπου πας ή σταθείς, μεταφέρεις την κόλαση.

Από εδώ αρχίζουμε να ζούμε τον Παράδεισο ή την κόλαση.

Πηγή: Αναδημοσίευση από το βιβλίο
«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ τ. Ε’΄», ΣΕΛ. 48.
© ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
πηγή

Ή μεγαλύτερη αρρώστια: οί αριστεροί λογισμοί



- Γέροντα, αγωνιώ, όταν έχω νά τακτοποιήσω ένα πρόβλημα, καί δέν μπορώ νά κοιμηθώ.

- Σ' εσένα το βασικό πρόβλημα είναι οί πολλοί λογισμοί. Άν δέν είχες αυτούς τους πολλούς λογισμούς, θά μπορούσες νά άποδώσης πολύ περισσότερα καί στην διακονία σου καί στά πνευματικά σου. Άκου έναν τρόπο, γιά νά άποφεύγης τους πολλούς λογισμούς: Όταν σοϋ έρχεται στον νού κάτι πού πρόκειται π.χ. νά κάνης αύριο, να λες στον λογισμό σου:

Αύτη ή δουλειά δεν είναι γιά σήμερα, θά την σκεφθώ αύριο. Επίσης, όταν είναι νά άποφασίσης γιά κάτι, μην ταλαιπωρήσαι με την σκέψη νά βρής το καλύτερο και αναβάλλεις συνέχεια.

Διάλεξε κάτι και προχώρα. Άφησε έπειτα τόν Θεό νά φροντίση γιά τά παραπέρα. Προσπάθησε νά άποφεύγης την σχολαστικότητα, γιά νά μή ζαλίζης το μυαλό σου. Νά κάνης ό,τι μπορεΐς μέ φιλότιμο και νά κινήσαι απλά και με μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό. Τόν υποχρεώνουμε, κατά κάποιον τρόπο, τόν Θεό νά βοηθήση, όταν αναθέτουμε το μέλλον και τις ελπίδες μας σ' Αυτόν.

Μέ τους πολλούς λογισμούς κι ένας υγιής άνθρωπος αχρηστεύεται. Ένας πού πάσχει και υποφέρει, είναι δικαιολογημένος, αν στενοχωριέται. Ένας όμως πού έχει τήν υγεία του και ζαλίζεται καί υποφέρει από αριστερούς λογισμούς, αυτός είναι γιά δέσιμο! Νά είναι μιά χαρά καί νά βασανίζεται μέ τους λογισμούς του!

Στην εποχή μας ή μεγαλύτερη αρρώστια είναι οι μάταιοι λογισμοί των κοσμικών ανθρώπων. Οι άνθρωποι όλα μπορεί νά τά έχουν εκτός άπό καλούς λογισμούς.

Ταλαιπωρούνται, γιατί δεν αντιμετωπίζουν τά πράγματα πνευματικά. Π.χ. ξεκινάει κανείς
νά πάη κάπου, παθαίνει μιά μικρή βλάβη ή μηχανή τού αυτοκινήτου του, καί καθυστερεί λίγο νά φθάση στον προορισμό του. Άν εχη καλό λογισμό, θά πή:

Φαίνεται, ό Καλός Θεός έφερε αυτό το εμπόδιο, γιατί ϊσως θά πάθαινα κάποιο ατύχημα, άν δεν είχα αυτήν τήν καθυστέρηση. Πώς νά Σέ ευχαριστήσω, Θεέ μου, γι' αυτό, καί δοξάζει τόν Θεό. Ένώ, άν δεν εχη καλό λογισμό, δεν θά αντιμετώπιση πνευματικά τήν κατάσταση, θά τά βάλη μέ τόν Θεό καί θά βρίζη:
Νά, θά πήγαινα νωρίτερα, άργησα, τί αναποδιά! Καί Αυτός ό Θεός...

Ό άνθρωπος, όταν δέχεται ό,τι τού συμβαίνει μέ δεξιό λογισμό, βοηθιέται. Ένώ, όταν
δουλεύη αριστερά, βασανίζεται, λειώνει, παλαβώνει. Μιά φορά, πριν άπό χρόνια, μπήκαμε
σε ένα φορτηγό πού είχε γιά καθίσματα κάτι σανίδες, γιά νά έρθουμε από την Ούρανούπολη στην Θεσσαλονίκη. Μέσα ήταν άνω-κάτω βαλίτσες, πορτοκάλια, ψάρια, βρώμικα
καφάσια από ψάρια πού τά επέστρεφαν, παιδιά από την Άθωνιάδα, άλλα καθιστά, άλλα
όρθια, καλόγεροι, λαϊκοί...

Ενας λαϊκός ήρθε και κάθησε δίπλα μου. Ήταν και χονδρός καί, επειδή κάπως στρυμώχθηκε, έβαλε τις φωνές: Τί κατάσταση είναι αυτή! Πιο εκεί ήταν ένας μοναχός πού, ό φουκαράς, ήταν κουκουλωμένος μέχρι επάνω άπό τά καφάσια καί μόνον το κεφάλι του είχε εξω. Έν τω μεταξύ, όπως κουνιόταν το φορτηγό - ό δρόμος ήταν ένας καρρόδρομος χαλασμένος, έπεφταν τά στοιβαγμένα καφάσια καί ό καημένος προσπαθούσε νά τά πετάη άριστερά-δεξιά μέ τά χέρια του, γιά νά μήν τον χτυπήσουν στο κεφάλι. Καί ό άλλος φώναζε, επειδή καθόταν λίγο στρυμωχτα. Δεν βλέπεις, τού λέω, εκείνος πώς είναι, κι εσύ φωνάζεις; Ρωτάω καί τον μοναχό: Πώς τά περνάς, πάτερ; Κι εκείνος χαμογελώντας μού λέει: Άπό τήν κόλαση, Γέροντα, καλύτερα είναι εδώ!
Ό ένας βασανιζόταν, άν καί καθόταν, καί ό άλλος χαιρόταν, παρόλο πού τά καφάσια κόντευαν νά τον κουκουλώσουν. Καί είχαμε δυο ώρες δρόμο δέν ήταν καί κοντά. Ό νους τού λαϊκού γύριζε στην άνεση πού θά είχε, αν ταξίδευε μέ λεωφορείο, καί πήγαινε νά σκάση, ενώ ό μοναχός σκεφτόταν τήν στενοχώρια πού θά είχε, άν βρισκόταν στην κόλαση, καί ένιωθε χαρά.
Σκέφθηκε: Σε δυο ώρες θά φθάσουμε καί θά κατεβούμε, ενώ οι καημένοι στην κόλαση ταλαιπωρούνται αιώνια. Ύστερα έκεϊ δέν έχει καφάσια, κόσμο κ.λπ., άλλα είναι κόλαση. Δόξα Σοι ό Θεός, εδώ είμαι καλύτερα.

- Πού οφείλεται, Γέροντα, ή διαφορά εμπιστοσύνης λ.χ. δύο υποτακτικών προς τον Γέροντα τους;

- Στον λογισμό. Μπορεί κανείς νά εχη χαλασμένο λογισμό γιά οτιδήποτε καί γιά οποιονδήποτε. Άν ό άνθρωπος δέν εχη καλό λογισμό και δέν βγάζη τόν εαυτό του άπό τις ενέργειες του - αν ενεργή δηλαδή με ιδιοτέλεια -, δέν βοηθιέται ούτε και άπό έναν Άγιο. Όχι άγιο Γέροντα ή άγια Γερόντισσα νά εχη, όχι τόν Άγιο Αντώνιο νά είχε Γέροντα, αλλά και όλους τους Άγιους, δέν μπορεί νά βοηθηθη. Ούτε ό ϊδιος ό Θεός
δέν μπορεί νά βοηθήση έναν τέτοιον άνθρωπο, άν και τό θέλη πολύ. Όταν κανείς άγαπάη τόν εαυτό του, εχη δηλαδή φιλαυτία, όλα τά ερμηνεύει όπως τά αγαπάει ό εαυτός του. Και βλέπεις, άλλοι τά ερμηνεύουν αμαρτωλά, άλλοι όπως τους αναπαύει, και σιγά-σιγά γίνονται φυσιολογικές αυτές οι παράλογες ερμηνείες τους. Όπως και άν φερθής, σκανδαλίζονται

Είναι μερικοί πού, άν τους προσέξης λίγο, άν τους πής έναν καλό λόγο, πετούν. Άν δέν τους προσέξης, λυπούνται πολύ, πιάνουν τά άκρα, πού είναι τοΰ πειρασμού. Βλέπουν λ.χ. μία κίνηση καί λένε: ά! έτσι θά έγινε, και ύστερα καταλήγουν νά είναι σίγουροι ότι έτσι έγινε. Ή βλέπουν τόν άλλον σοβαρό καί νομίζουν ότι κάτι έχει μαζί τους, ένώ ό άλλος μπορεί νά είναι σοβαρός, γιατί τόν απασχολεί κάτι.

Προ ήμερων ήρθε καί σ' εμένα κάποιος καί μού είπε: Γιατί παλιά μού μιλούσε ό τάδε καί τώρα δέν μού μιλάει; Τοΰ είχα κάνει μιά παρατήρηση, μήπως γι' αυτό. Κοίταξε, τοΰ
λέω, μπορεί νά σέ είδε καί νά μή σέ πρόσεξε ή είχε κανέναν άρρωστο καί είχε στον νού του νά ψάξη γιά γιατρό ή νά βρή συνάλλαγμα, γιά νά πάη στο εξωτερικό κ.λπ.. Καί πράγματι ό άλλος είχε άρρωστο άνθρωπο, είχε ένα σωρό φροντίδες, καί αυτός είχε τήν απαίτηση νά σταθή νά τοΰ μιλήση καί έβαζε ένα σωρό λογισμούς.

πηγή

Να μαζεύουμε τρόφιμα; Τι είχε πει ο Πατέρας Παΐσιος.



Κάποτε είχε ερωτηθεί ο πατέρας Παίσιος... "Γέροντα, τι να κάνουμε, να μαζεύουμε κανένα τρόφιμο, όταν θα ξεκινήσουν τα γεγονότα;" 

"Οι παλιοί..." άρχισε να του λέει ο Γέροντας... "μάζευαν τα τρόφιμα της χρονιάς, έτσι τους έβγαιναν και πιο φτηνά".
Αυτό το περιστατικό το έχει διηγηθεί ο κύριος Θανάσης Ρακοβαλής, που ήταν κοντά στον Γέροντα και έχει γράψει και διάφορα βιβλία για αυτόν.
Προτείνω στους φίλους, που ρωτάνε, να μαζέψουνε μερικά τρόφιμα και φάρμακα χωρίς όμως υπερβολές και προπάντως για να βοηθήσουν και τους γύρω τους, όταν θα ξεκινήσουνε τα δύσκολα.
Υπάρχουν πολλοί πνευματικοί, που είναι κάθετα αντίθετοι στο να συλλέγουνε τρόφιμα τα πνευματικοπαίδια τους... να 'ναι ευλογημένο.

Υπάρχουν και άλλοι βέβαια, που λένε να μαζεύουμε... να 'ναι ευλογημένο και αυτό.

Ψυχραιμία, όχι πανικός και Πίστη στο Θεό!

Το Άγιο Πνεύμα στη Θεία Λειτουργία.- Boris Bobrinskoi



22ΙΟΥΝ

Το Άγιο Πνεύμα, Πνεύμα του Χριστού και της Εκκλησίας.

Ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια μετοχή στο μυστήριο του Χριστού, στη λυτρωτική Του θυσία, στο αιματηρό κι ένδοξο Πάσχα Του. Όχι λιγότερο, είναι μια ενσωμάτωση στο μυστήριο της Πεντηκοστής. Μια αποδοχή των δώρων του Αγίου Πνεύματος, που δόθηκαν στην Εκκλησία με την ιερατική μεσιτεία του Αρχιερέα Ιησού. Ποιά σημασία, λοιπόν, έχει για τον Χριστιανό η παρουσία κι η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας κι ειδικά στη θεμελιακή και «Θεσμική» πράξη της, στην Ευχαριστιακή Λειτουργία;
Ας προσπαθήσουμε πρώτα-πρώτα να καθορίσουμε την Ορθόδοξη αντίληψη της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία.
α) Το Άγιο Πνεύμα, μάρτυρας του Χριστού, μας οδηγεί και μας ενώνει μαζί Του και πραγματοποιεί την υιοθεσία μας απ’ τον Πατέρα.
β) Το Άγιο Πνεύμα έχει αποσταλεί σε μας με τη μεσιτεία του Χριστού κοντά στον Πατέρα. Κι είναι παρόν στην Εκκλησία προσωπικά. Είναι χρήσιμο να σταματήσουμε στις δυο αυτές απόψεις, που βοηθούν στην κατανόηση του έργου του Αγίου Πνεύματος.
1) Το Άγιο Πνεύμα είναι «κατ’ εξοχή» Πνεύμα του Υιού. Αν, απ’ το ένα μέρος «παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιωάν. ιε’ 26), απ’ το άλλο, αναπαύεται στον Υιό και κατοικεί σ’ Αυτόν, σα μια Χρίση στο πλήρωμα της παρουσίας Του προαιώνια.
Αλλά το Πνεύμα του Υιού είναι Πνεύμα του Χριστού, του σαρκωμένου Λόγου. Το Άγιο Πνεύμα, που γέμιζε τους δικαίους και τους Προφήτες της Παλιάς Διαθήκης, αναπαύεται στον Μεσσία. Κατά το Βάπτισμα του Χριστού στον Ιορδάνη, φανερώθηκε αυτή η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον Υιό. Ολόκληρη η επίγεια ζωή του Χριστού είναι σφραγισμένη με το Άγιο Πνεύμα. Απ’ την άσπιλη σύλληψή Του στη Ναζαρέτ, μέχρι τους μεγάλους σταθμούς της ιδιωτικής του ζωής και μέχρι τη δημόσια ζωή και το Πάθος και, τέλος, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Το Άγιο Πνεύμα ξεχύνεται στο Χριστό σα μια Χρίση, αλλά αυτή η Μεσσιανική Χρίση του άνθρωπου-Χριστού συνεχίζει ν’ αντανακλάει την προαιώνια Χρίση του θείου Λόγου από το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός, λοιπόν, είναι ποτισμένος με το Άγιο Πνεύμα κι είναι ντυμένος με Αυτό, σαν με το φως (Μεταμόρφωση). Κι η περιχώρησή τους είναι τέτοια, που κι αυτό το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος μας είναι κρυμμένο και το καθαυτό όνομά Του παραμένει άγνωστο κι η ύπαρξή Του μυστηριώδης κι απρόσιτη στη γνώση μας. Η κύρια αποστολή του Αγίου Πνεύματος είναι ν’ αποκαλύπτει το πρόσωπο του Χριστού, να το κάνει «παρόν», να το «ξαναπαρουσιάζει», να δίνει μαρτυρία γι’ Αυτό και να μας ενώνει μαζί Του.
2. Απ’ αυτό τον καθολικό προσανατολισμό του Αγίου Πνεύματος στον Χριστό, δεν συμπεραίνεται, πως η έλευση του Αγίου Πνεύματος έχει ένα χαρακτήρα υποδεέστερο, βοηθητικό του έργου του Χριστού, Μ’ όλο, που το Άγιο Πνεύμα δεν φανερώνει το πρόσωπό Του, είναι πραγματικά Παρόν κι εργάζεται μέσα στην Εκκλησία. Αν το Άγιο Πνεύμα έρχεται να μαρτυρήσει «περί του Χριστού», δεν είναι λιγότερο αλήθεια, πως ο Χριστός μας στέλνει το Άγιο Πνεύμα και πως ο σκοπός της λυτρωτικής Σάρκωσης και της «εν δόξη» Ανάληψης είναι η προπαρασκευή της έλευσης του «άλλου Παρακλήτου». Το έργο του Χριστού προπαρασκεύαζε το έργο του Αγίου Πνεύματος. Η Εκκλησία δεν σημαδεύεται λιγότερο απ’ τη σφραγίδα της Πεντηκοστής, απ’ όσο σημαδεύεται απ’ τη σφραγίδα του Σταυρού και της Ανάστασης. Ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας κι ολόκληρη η λατρεία της χαρακτηρίζονται, όπως θα το δούμε, απ’ αυτόν τον δυαλισμό. Υπάρχει αμοιβαιότητα κι όχι υποταγή μεταξύ της έλευσης του Αγίου Πνεύματος και της έλευσης του Χριστού. Αυτή η αμοιβαιότητα παραμορφώθηκε, κατά ένα μέρος, στη Δύση απ’ το Filioque. Υπογραμμίζω εδώ την πεποίθησή μου, ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία, «περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος» «εκ του Πατρός» μόνο, μπορεί μόνη αυτή να θεμελιώσει και να δικαιώσει αυτή την περιχώρηση και την αμοιβαιότητα του Θείου Λόγου και του Αγίου Πνεύματος σ’ ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας και στη λατρεία της και στην ίδια την υπόστασή της.
Η Πεντηκοστή είναι κάτι περισσότερο από ένα ιστορικό γεγονός. Αν ο Σταυρός κι ή Ανάσταση πραγματοποιήθηκαν «άπαξ» , η ουράνια μεσιτεία, η ικεσία του Αρχιερέα Ιησού στα δεξιά του ουράνιου Πατέρα είναι σταθερή κι αδιάκοπη. Αποτελεί την ουράνια όψη της λύτρωσής μας. Ο Υιός δεν διακόπτει ποτέ την ικεσία για το ανθρώπινο γένος, για τους αδελφούς Του. Να γιατί η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή δεν είναι παρά ένας «εγκαινιασμός» και δεν μπορεί καθόλου να θεωρηθεί σαν ένα γεγονός απομονωμένο.
Η βίαιη πνοή κι οι πύρινες γλώσσες του «Υπερώου» φανερώνουν την «έλευση» της καινούργιας εποχής της Πεντηκοστής, των Μεσσιανικών χρόνων, των «έσχατων ήμερων» ), της βασιλείας του Θεού. Αυτή η νέα κατάσταση είναι οριστική. Αποτελεί το Status Patriae, μέσα στο οποίο η Εκκλησία υπάρχει. Το εσχατολογικό πλήρωμα, που της δόθηκε από Εκείνον, ο οποίος «πληροί τα πάντα εν πάσι». Η αντίληψη αυτή της συνεχιζόμενης Πεντηκοστής στη Μυστηριακή κι Ευχαριστιακή ζωή της Εκκλησίας είναι σημαντική. Και τη βρίσκει κανείς συχνά στους Πατέρες. «Ο σκοπός και ο προορισμός ολόκληρου του έργου της λύτρωσής μας απ’ τον Ιησού Χριστό ήταν το να λάβουν οι πιστοί το Άγιο Πνεύμα» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος). Ποιά είναι η έκβαση και ποιό το αποτέλεσμα των παθημάτων του Χριστού και των διδασκαλιών Του και του έργου Του; ρωτάει ο βυζαντινός λειτουργιολόγος Νικόλαος Καβάσιλας. «Ει τις προς ημάς αυτά θεωρεί, ουδέν έτερον ή, η του αγίου Πνεύματος εις την Έκκλησίαν επιδημία,.,». Στο υπερώο, η Εκκλησία «και τότε εδέξατο το Πνεύμα το άγιον, μετά το αναληφθήναι τον Χριστόν εις τους ουρανούς και νυν δέχεται την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, προσδεχθέντων των δώρων εις το υπερουράνιον θυσιαστήριον, αντικαταπέμποντος αυτήν ημίν του προσδεξαμένου ταύτα Θεού, κατά τα προειρημένα, ότι μεσίτης ο αυτός και τότε και νυν και το αυτό Πνεύμα».
Η Εκκλησία-Σώμα του Χριστού και Ναός του Αγίου Πνεύματος ,αναγγέλλει, λοιπόν, απ’ τη μια μεριά την έλευση και το πλήρωμα της Βασιλείας του Θεού με τη ζωοποιό κι αΐδιο παρουσία του Αγίου Πνεύματος κι απ’ τήν άλλη μεριά ικετεύει κι επικαλείται (επίκληση) την έλευση αυτής της Βασιλείας, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο πάντοτε περιμένει.

(Boris Bobrinskoi, άρθρο στο περιοδικό Studia Liturgica, Νο 1)

Μεγάλη ατιμία εις βάρος της πίστεως η αγιοποίησις του Κορανίου υπό Ορθοδόξων Αρχιερέων και Επισκόπων το Θεολόγου Νικολάου Σωτηροπούλου υ





 
 


 
 
Ἀτιμία εἰς βάρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Κορανίου ὡς ἁγίου βιβλίου ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου, ἄλλων Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιεπισκόπων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν

 
 
ΣΤΟΥΣ χαλεποὺς καιρούς μας συμβαίνουν πράγματα, τὰ ὁποῖα στὶς προηγούμενες ἐποχὲς ἦταν ἀδιανόητα, οὔτε ἀπὸ τὴ φαντασία ἦταν δυνατὸ νὰ περάσουν. ῞Ενα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀδιανόητα καὶ ἀφάνταστα πράγματα θὰ ἀναφέρωμε ἐδῶ.
῾Ο ἕνας τῆς Τριάδος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, μὲ τὴν ἐνανθρώπησί του ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ δύο κυρίως λόγους· Γιὰ νὰ κηρύξῃ τὴν ἀλήθεια, καὶ νὰ θυσιασθῇ. Καὶ τὰ δύο γιὰ τὴ σωτηρία μας.
 
῾Ως πρὸς τὸ πρῶτο, ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, διακήρυξε· «᾿Εγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (᾿Ιωάν. ιη´37).᾿Εγὼ γι᾿ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦλθα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσω μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. Καθένας, ὁ ὁποῖος εἶνε τέκνο τῆς ἀληθείας,παραδέχεται τὴ διδασκαλία μου.
 
 
῾Η ἀλήθεια, τὴν ὁποία δίδαξε ὁ Χριστός, «ὁ ᾿Αμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός» (᾿Αποκ. γ´ 14), ὀνομάζεται Εὐαγγέλιο. Περιέχεται δὲ στὸ βιβλίο, ποὺ ἐπίσης φέρει τὸ ὄνομα Εὐαγγέλιο. Εἶνε τὸ ὡραιότερο ὄνομα βιβλίου. Τὸ Εὐαγγέλιο διδάσκει ὅλα τὰ καλά, καὶ κανένα κακό· ὅλα τὰ ὠφέλιμα, καὶ τίποτε τὸ ἐπιζήμιο. Χρυσὸ βιβλίο τὸ Εὐαγγέλιο, πάγχρυσο, ἀφοῦ ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε χρυσά. ᾿Αστυνομικὰ ὄργανα τῶν ἐχθρῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀπεσταλμένα νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν των, ὅταν ἄκουσαν τὰ λόγια του ἀφωπλίσθηκαν καὶ ὡμολόγησαν·«Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (᾿Ιωάν. ζ´46). Καὶ μεγάλοι συγγραφεῖς τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ πατριάρχες τῆς ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας, κατακυριευόμενοι ἀπὸ τὴ δύναμι τῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελίου ὡμολόγησαν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἀσύγκριτο καὶ ἄφθαστο.
 
 
῞Ενας ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶπε· ῍Αν ὑπάρχουν λογικὰ ὄντα σὲ ἄλλους πλανῆτες, δὲν εἶνε δυνατὸ νὰ ἔχουν Θρησκεία ἀνώτερη ἀπ᾿ αὐτή, ποὺ θεμελίωσε ὁ᾿Ιησοῦς παρὰ τὸ φρέαρ Συχάρ. Μόνο μικροὶ ἄνθρωποι, ἀμαθεῖς μὲ τὴβαθύτερη ἔννοια τῆς λέξεως, ἀπνευμάτιστοι, ποὺ κατάργησαν τὸ πνεῦμα καὶ ζοῦν γιὰ τὴ σάρκα, τὴ γαστέρα καὶ τὰ ὑπογάστρια, ὅπως οἱ πλεῖστοι πολιτικοὶ τῆς ᾿Ορθόδοξης Χριστιανικῆς ῾Ελλάδος, δὲν εἶνε σὲ θέσι νὰ ἐκτιμήσουν τὸ Εὐαγγέλιο. Δυστυχεῖς ἄνθρωποι, ἀξιολύπητοι καὶ ἀξιοθρήνητοι. Συνέφερε νὰ μὴ εἶχαν γεννηθῆ.
῾Ο Παῦλος, ὁ οὐρανοβάμων ἀπόστολος, στόμα Χριστοῦ, ἔγραψε γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο· «Οὐκ ἐπαισχύνομαι τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, ᾿Ιουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι» (Ρωμ. α´ 16). Δὲν ἐντρέπομαι γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπειδὴ εἶνε δύναμι Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν γιὰ καθένα, ὁ ὁποῖος πιστεύει, τὸν ᾿Ιουδαῖο πρῶτα καὶ ὕστερα τὸν ῞Ελληνα (τὸν εἰδωλολάτρη). Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε δύναμι, ποὺ σῴζει. ᾿Αλλ᾿ οἱ μικροὶ ἄνθρωποι, καὶ μεταξὺ αὐτῶν οἱ πλεῖστοι πολιτικοὶ δὲν τιμοῦν τὴ σωτηριώδη δύναμι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ δουλεύουν στὶς ἀδυναμίες τους, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ὄλεθρο.
 
 
Γιατί τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε δύναμι Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν; Γράφει ὁ μέγας Παῦλος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο· «Οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον… ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. α´ 11-12). Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶνε ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀλλ᾿ ἀποκάλυψι ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεὸς ἐνανθρωπήσας, Θεάνθρωπος. Στὸ Εὐαγγέλιο ἀποκαλύπτονται οὐράνιες ἀλήθειες, ποὺ πρέπει νὰ πιστεύῃ ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὸ θεῖο θέλημα, ποὺ πρέπει ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ ἐφαρμόζῃ, γιὰ νὰ τύχῃ σωτηρίας. ᾿Επειδὴ τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἐξ ἀποκαλύψεως, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔχει οὔτε ἕνα τρωτὸ σημεῖο· γι᾿ αὐτὸ περιέχει ὅλα τὰ καλά, «ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος» (Φιλιπ. δ´ 8)· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔχει τὴ δύναμι νὰ σῴζῃ.
 
 
«Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ», εἶπεν ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεώς του (Μάρκ. α´ 15). Ν᾿ ἀλλάξετε μυαλὰ καὶ νὰ πιστεύετε στὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ στὸ τέλος τῆς παρουσίας του στὴ γῆ εἶπε στοὺς μαθητάς του· «Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. ῾Ο πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. ιστ´ 15-16). Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ κηρύξετε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. ῞Οποιος θὰ πιστεύσῃ καὶ θὰ βαπτισθῇ, θὰ σωθῇ. ᾿Ενῷ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ πιστεύσῃ, θὰ καταδικασθῇ.
 
 
Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η δὲ θεοπνευστία του βεβαιώνεται μὲ ἐκπλήρωσι προφητειῶν, μὲ τέλεσι θαυμάτων καὶ μὲ δημιουργία ἑκατομμυρίων ἁγίων, μαρτύρων καὶ θαυματουργῶν, τῶν ὁποίων καὶ τὰ ὀστᾶ ἀναδίδουν ἄρωμα Χριστοῦ.
 
 
᾿Ερχόμεθα τώρα στὸ ἀδιανόητο καὶ ἀφάνταστο φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου ὅτι θ᾿ ἀναφέρωμε. Ποῖοι πρῶτοι ἀπ᾿ ὅλους ἔπρεπε νὰ τιμοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ θεόπνευστο καὶ ἱερὸ καὶ ἅγιο καὶ σωτήριο κείμενο τῆς ᾿Εκκλησίας; ᾿Ασφαλῶς οἱ ἐκπρόσωποι καὶ προκαθήμενοι τῆς ᾿Εκκλησίας. «Σοφία, ὀρθοί!», ἀναφωνεῖ ὁ λειτουργὸς τῆς ᾿Εκκλησίας ὑψώνοντας τὸ Εὐαγγέλιο ἐν μέσῳ τοῦ ναοῦ. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε «σοφία», ἡ ἀληθινὴ σοφία, καὶ προτρέπονται οἱ ἄνθρωποι τῆς ᾿Εκκλησίας νὰ σταθοῦν «ὀρθοί», γιὰ νὰ τιμήσουν τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ βεβαίως τυπικῶς, μὲ τὴν ὀρθία στάσι τοῦ σώματος, οἱ ἐκκλησιαζόμενοι τιμοῦν τὸ Εὐαγγέλιο. ᾿Αλλ᾿ οὐσιαστικῶς, μὲ ὀρθὴ στάσι στὴ ζωή, πόσοι βαπτισμένοι χριστιανοὶ τιμοῦν τὸ Εὐαγγέλιο; ᾿Ολίγοι δυστυχῶς, «τὸ μικρὸν ποίμνιον», «τὸ λεῖμμα», οἱ συνειδητοὶ χριστιανοί. Οἱ ἄλλοι, οἱ πολλοί, «ὁ κόσμος», δὲν τιμᾷ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ τὸ περιφρονεῖ, καὶ μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ ἀσεβῆ ζωή του τὸ καταπατεῖ. Στοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς καταφρονητὰς καὶ καταπατητὰς τοῦ Εὐαγγελίου, ἀνήκουν δυστυχῶς, δυστυχέστατα, καὶ μεγαλόσχημοι ρασοφόροι. Τρεῖς δὲ Πατριάρχες ἔφθασαν καὶ στὸ ἑξῆς ἀδιανόητο καὶ ἀφάνταστο σημεῖο. ῾Ο Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Θεόδωρος καὶ ὁ Πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων Θεόφιλος σὲ πρόσωπα τοῦ Μουσουλμανικοῦ κόσμου ἀντὶ τοῦ Εὐαγγελίου προσέφεραν τιμῆς ἕνεκεν τὸ Κοράνιο, τὸ ὁποῖο μάλιστα ἡ λεγομένη Κορυφὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἀρχιοικουμενιστὴς Βαρθολομαῖος χαρακτήρισε «ἅγιον»!
 
 
Τὸ νὰ τιμοῦν τὸ Κοράνιο οἱ ᾿Ισλαμισταί, τὸ καταλαβαίνουμε. ᾿Αλλὰ νὰ τὸ τιμοῦν καὶ νὰ τὸ προσφέρουν τιμῆς ἕνεκεν ὡς δῶρο Πατριάρχες τῆς ᾿Εκκλησίας, αὐτὸ εἶνε ἀτιμία εἰς βάρος τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως· αὐτὸ εἶνε ἄρνησι καὶ προδοσία τοῦ Χριστιανισμοῦ· αὐτὸ εἶνε ἀδιανόητον τῶν ἀδιανοήτων, καὶ ἀφάνταστον τῶν ἀφαντάστων. Μὲ τὴν προσφορὰ στοὺς Μουσουλμάνους «τοῦ ἁγίου Κορανίου» καὶ ὄχι τοῦ Εὐαγγελίου οἱ Πατριάρχες τῆς ᾿Εκκλησίας εἶνε σὰν νὰ λέγουν σ᾿ αὐτούς· Δὲν χρειάζεται νὰ σᾶς κηρύξωμε τὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν χρειάζεται νὰ γίνετε Χριστιανοί. Τὸ Κοράνιο εἶνε ἅγιο καὶ ἡ Θρησκεία σας εἶνε ἀληθινὴ καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἁγιωσύνη καὶ στὴ σωτηρία. Καθῆστε λοιπὸν ἐκεῖ, ὅπου βρίσκεσθε. ῾Ο Χριστὸς κακῶς μᾶς διέταξε νὰ κηρύξωμε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ ψευδῶς εἶπε, ὅποιος ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ δὲν πιστεύει, αὐτὸς θὰ καταδικασθῇ.
 
 
Δυστυχεῖς, εἴπαμε, ἀξιολύπητοι καὶ ἀξιοθρήνητοι ὅσοι δὲν ἐκτιμοῦν τὸ Εὐαγγέλιο. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ οἱ πλεῖστοι πολιτικοί. Περισσότερο δὲ αὐτοί, διότι, ὄχι μόνο δὲν ἐκτιμοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καὶ νομοθετοῦν ἀντιθέτως πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἐσχάτως καταβαράθρωσαν τὴν ῾Ελληνικὴ Πατρίδα. Οὐαὶ στὸν ἀποστάτη λαὸ μία φορά. Οὐαὶ στοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντες δύο φορές. ᾿Αλλὰ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι καταφρονοῦν καὶ καταπατοῦν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ προσφέρουν δῶρο τὸ Κοράνιο, τρεῖς φορὲς οὐαί.
 
 
᾿Ανυπόφορο γιὰ τοὺς συνειδητοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἀληθεῖς λάτρες τοῦ Θεοῦ νὰ προσφέρουν Πατριάρχες δῶρο ἀντὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου «τὸ ἅγιον Κοράνιον». Αὐτοὶ οἱ Πατριάρχες ἐξέπεσαν τῆς πίστεως, ἐὰν εἶχαν πίστι, καὶ ἐξέπεσαν τῆς χάριτος, ἐὰν εἶχαν χάρι. Καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ καταλάβουν τὸν πυθμένα τῆς Κολάσεως, στὴν ὁποία βεβαίως δὲν πιστεύουν, ἀλλ᾿ ἡ ὁποία εἶνε ὑπαρκτή. ῾Η ῾Αγία Γραφή, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ γιὰ Κόλασι, ἀποδεικνύεται θεόπνευστη καὶ ἀληθὴς μὲ πλῆθος ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα. ᾿Αποροῦν δὲ οἱ πιστοὶ καὶ ἐξίστανται, πῶς Πατριάρχες δὲν πιστεύουν.
 
 
Οἱ καλοὶ ῾Ιεράρχες, γιὰ νὰ μὴ πᾶνε καὶ αὐτοὶ στὴν Κόλασι, ὀφείλουν νὰ ἐξεγερθοῦν, καὶ δημοσίως καὶ ὀνομαστικῶς καὶ «ἀποτόμως»(Τίτ. α´ 13), σφοδρότατα, νὰ ἐλέγξουν τοὺς ἐν λόγῳ Πατριάρχες καὶ νὰ ζητήσουν τὴν καταδίκη καὶ καθαίρεσί τους. Αὐτὸ ἐπιτάσσει τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὸ περιμένουν οἱ συνειδητοὶ Χριστιανοί. Αὐτὸ νὰ πράξουν οἱ καλοὶ῾Ιεράρχες.
Ορθόδοξος Τύπος ,22/06/2012

Ένας μικρός άγγελος χρειάζεται τη βοήθειά μας...


πηγή




Ένας μικρός "άγγελος" νοσηλεύεται στην Ογκολογική Μονάδα Παίδων Μ. Βαρδινογιάννη "Ελπίδα", με διάγνωση οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας.
 
Η παραμονή του στο νοσοκομείο θα είναι πολύμηνη (τουλάχιστον 6 με 7 μήνες) και η θεραπεία του θα διαρκέσει 2 με 3 χρόνια. 

Προκειμένου να δοθεί το σωστό σχήμα πρέπει να γίνονται οι απαραίτητες εξετάσεις αρχικά κάθε εβδομάδα και στη συνέχεια κάθε μήνα.
 
Οι εξετάσεις αυτές δεν πραγματοποιούνται από κανένα δημόσιο νοσοκομείο και δεν καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ. 

Τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται είναι υπέρογκα.
 
Οι γονείς του παιδιού, ο ένας εκ των οποίων άνεργος, κάνουν έκκληση για βοήθεια. 

Όλοι μπορούμε, εκτός από τις προσευχές μας, να δώσουμε ελπίδα και ζωή στο αγγελούδι, καταθέτοντας όποιο χρηματικό ποσό μπορούμε, στον παρακάτω τραπεζικό λογαριασμό.
 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
 

Τραπεζικός Λογαριασμός: 
36929943 Χαρίση Ευαγγελία

ΙΒΑΝ :
 GR1207300410000000036929943

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος: «Οι Πατέρες της Εκκλησίας έρχονται να νοηματοδοτήσουν την κοινή πορεία του Έθνους μας στον 21ο αιώνα»





Παρών στην Ημερίδα της Μητροπόλεως Πειραιώς για την πατερική θεολογία και την μεταπατερική αίρεση (15/2/2012) ήταν και ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός και σήμερα ορισθείς Υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος. Στον σύντομο χαιρετισμό του κατά την έναρξη της Ημερίδας ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είχε τονίσει μεταξύ άλλων: «Ο δρόμος της επανεύρεσης της ταυτότητας μας περνάει και μέσα από τις μεγάλες μορφές και τις διδαχές των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
 


Γιατί εκείνοι με βαθιά γνώση του κόσμου τούτου, με τον θεολογικό τους στοχασμό προίκισαν το Έθνος μας με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά της αγάπης για την αλήθεια, του αισθήματος δικαίου, της κοινοτικής –συνοδικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, της υπέρτατης αρετής της ελευθερίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έρχονται να νοηματοδοτήσουν την κοινή πορεία του Έθνους μας στον 21ο αιώνα».


Κλείνοντας τον χαιρετισμό του τόνισε: «Η αντιμερώπιση αυτής της βαθιάς υπαρξιακής κρίσης που βιώνουμε ως Ένθος, προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη την ενότητά μας, την ενότητα του Έθνους, την ενότητα όλων μας. Ο πολιτικός μεταπρατισμός που είναι εφήμερος και επίκαιρος στη χώρα μας και πρεσβεύεται από διάφορους διανοούμενους από τη μια αλλά και η μεταπατερική θεολογία που πρεσβεύουν κάποιοι θεολόγοι από την άλλη δεν υπηρετούν αυτό το σκοπό της εθνικής ενότητας. Κι αυτό γιατί γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει ο όρος αίρεση στην ελληνική γλώσσα. Σημαίνει την κατάτμηση, την κατάτμηση της αλήθειας, την προτίμηση μέρους της αλήθειας εις βάρος όλης της αλήθειας, της καθολικής αλήθειας. Και σ’ αυτές τις στιγμές δεν έχουμε το περιθώριο να κάνουμε καμία έκπτωση από την ακεραιότητα της αλήθειας. Γιατί η αλήθεια είναι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία».

Πως γνώρισα τον Χριστό(του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου)



α. Ο Προβληματισμός
1. Όταν ήμουν έφηβος, ήθελα να είμαι πάντοτε χαρούμενος. Ήθελα να είμαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον κόσμο! Ακόμη ήθελα η ζωή μου να έχη νοήμα! Έψαχνα να βρω απάντηση στα ερωτήματα:
• Ποιός είμαι;
• Γιατί γεννήθηκα;
• Γιατί ζω;
• Πού με οδηγεί η πορεία της ζωής μου;
Παράλληλα ήθελα να είμαι πάντοτε ελεύθερος. Και μάλιστα ο πιο ελεύθερος άνθρωπος στον κόσμο! Για μένα ελευθερία δεν ήταν, να μπορούσα να έκανα ό,τι ήθελα∙ (αυτό όλοι το μπορούν∙ και οι πιο πολλοί αυτό κάνουν!) Εγώ ήθελα, να είχα την δύναμη να κάνω αυτό που είχα χρέος να κάνω. Γιατί πολλοί ξέρουν, τι οφείλουν να κάνουν, μα δεν έχουν την δύναμη να το κάνουν∙ δηλαδή δεν έχουν δύναμη θελήσεως, να πουν όχι σε μερικές άλογες τάσεις τους, που τους σπρώχνουν σε «άλλα». Να. Ένας ναρκομανής ξέρει πόσο είναι τραγική η κατάστασή Του! Θέλει να διορθωθή! Μα μια εσωτερική τάση τον κάνει κουρέλι! Το ίδιο συμβαίνει και με διάφορα άλλα «σαρκικά» πάθη!
2. Τί φοβερό πράγμα, να θέλη ο νέος να είναι εντελώς ελεύθερος, να έχη φιλοσοφία του την απόλυτη ελευθερία του, και τελικά να διαπιστώνη, πως είναι δούλος∙ και μάλιστα σιδηροδέσμιος!
β. Η στραβή πορεία.
1. Έτσι άρχισα να ψάχνω για μια απάντηση στο θέμα αυτό της εσωτερικής ελευθερίας. Και τί λέτε, διαπίστωσα; Διαπίστωσα, ότι όλοι (ή… σχεδόν όλοι!) εκείνοι που είχαν κάποια εσωτερική ελευθερία, είχαν και κάποια θρησκευτικότητα. Επήρα λοιπόν μια μεγάλη απόφαση. Έκαμα και εγώ ένα ανάλογο βήμα: Επήγα στην Εκκλησία! Μα δεν μου άρεσε! Δεν ευρήκα εκεί καμμιά ψυχική άνεση. Αντίθετα. Αισθάνθηκα πολύ στενόχωρα!
Είμαι άνθρωπος πολύ πρακτικός. Όταν λοιπόν βλέπω, πως κάτι δεν μου ταιριάζει, βάζω τελεία και παύλα! Στο θέμα «θρησκεία» έκαμα κάτι περισσότερο. Έβαλα όχι απλώς τελεία και παύλα, αλλά κάτι περισσότερο. Έβαλα και σταυρό (. – +)!
2. Τότε έκαμα την σκέψη, πως το πιο ουσιαστικό είναι να επιτύχω στην ζωή. Να αγωνισθώ. Να γίνω διάσημος. Να γίνω ηγέτης…
Στο πανεπιστήμιο διαπίστωσα, πως τα προεδρεία των διαφόρων ετών διέθεταν πολλά μέσα∙ και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην ζωή των πανεπιστημίων, των φοιτητών και του τόπου. Αποφάσισα λοιπόν και εγώ να θέσω υποψηφιότητα. Και έτσι έγινα πρόεδρος του πρώτου έτους! Και έγινα έτσι παράγων! Με ήξεραν όλοι! Ερρύθμιζα ομιλίες! Διαλέξεις. Αγώνες. Καταλήψεις. Απεργίες. Μετείχα σε συμβούλια. Και τί το όφελος; Μετά από λίγο άρχισα να πλήττω.
Μια Δευτέρα ξύπνησα με φοβερό πονοκέφαλο. Είχα την Κυριακή πέσει στο κρεβάτι πολύ αργά. Σκέφθηκα: Πέντε ημέρες στο μαγγανοπήγαδο! Περιμένοντας ναρθή η Παρασκευή! Γιατί η «απόλαυση» ήταν τα τρία «ελεύθερα» βράδυα: Παρασκευής, Σαββάτου και Κυριακής! Και «φτου» από την αρχή!…
3. Μέχρι τότε όλοι οι νεαροί με θεωρούσαν σαν την «προσωποποίηση» της αποφασιστικότητας και της χαράς! Μα τα πράγματα δεν ήσαν έτσι. Εγώ ήξερα ότι ήμουν σαν μια βαρκούλα στα κύματα του ωκεανού! Περιστάσεις, καταστάσεις και συναισθήματα, που δεν τα έλεγχα καθόλου, με επήγαιναν, όπου ήθελαν! Και η ζωή μου ήταν κόλαση! Και το χειρότερο; Δεν ήξερα τότε κανέναν, που να μπορούσε να μου ειπή δυο ωφέλιμα λόγια. Μα και αν βρισκόταν, τα λόγια του δεν θα με ωφελούσαν! Δεν θα αρκούσαν! Γιατί πάνω από τα καλά λόγια εχρειαζόμουν την δύναμη (που χρειάζεται!), για να τα κάμω πράξη. Και αυτήν την δύναμη δεν την εύρισκα πουθενά!
Μέσα στην κατάσταση αυτή άρχισα να συλλογίζωμαι:
Άραγε υπάρχει άνθρωπος πιο ειλικρινής από εμένα στην προσπάθεια του να βρη το σωστό, να βρη την αλήθεια;
γ. Μια νέα διαπίστωση
1. Κάποτε έπεσε στην αντίληψή μου, ότι το Πανεπιστήμιό μας υπάρχει και ένας άλλος «κύκλος»: Λίγοι φοιτητές και δύο καθηγητές. Ήταν ένας «χριστιανικός κύκλος». Που ξεχώριζε από τους άλλους. Γιατί τα μέλη του εφαίνονταν, πως ήξεραν: και τι πιστεύουν∙ και γιατί το πιστεύουν. Είχαν ειρήνη. Και συνέπεια.
Αποφάσισα να τους πλησιάσω. Δεν με απασχολούσε, αν θα συμφωνήσουν μαζί μου. Είχα μάθει να έχω «κατανόηση». Να βλέπω ήρεμα τις πεποιθήσεις των άλλων. Και να τις σέβωμαι. Είχα φιλία και συνεργαζόμουν αρμονικά: με αριστερούς∙ με αναρχικούς∙ με δεξιούς∙ και άλλους.
2. Μα – όπως είπα – η ομάδα αυτή ήταν κάπως διαφορετική. Αυτό με έκαμε να απασχοληθώ μαζί τους στα σοβαρά. Και τι διαπίστωσα! Ότι έλεγαν λιγώτερα από όσα έπρατταν. Δεν μιλούσαν απλώς για αγάπη. Είχαν αγάπη. Και, σε αντίθετη με όλους τους άλλους, δεν άφηναν να επηρεάζωνται από τις περιστάσεις. Δεν εθυσίαζαν τις αρχές τους. Δεν ήσαν βαρκούλες, που τις πηγαίνουν όπου θέλουν τα κύματα! Έδειχναν, πως είχαν μια βαθειά χαρά. Που δεν προερχόταν από εξωτερικές ευχάριστες περιστάσεις: παιχνίδι, γλέντι, έρωτα… κλπ. Είχαν την χαρά μέσα τους. Μια βαθειά χαρά. Ήσαν χαρούμενοι σε βαθμό, που με έκανε να νευριάζω. Είχαν κάτι, που εγώ δεν το είχα.
Όλοι να ζηλεύομε αυτό που δεν έχομε. Έτσι και εγώ εζήλευα αυτή την εσωτερική χαρά τους. Και επήρα την απόφαση να συνδεθώ μαζί τους.
Ωφέλεια θα έχω! σκέφθηκα.
3. Και να, μετά από λίγες ημέρες, βρίσκομαι και εγώ στην συντροφιά τους. Είμαστε έξι φοιτητές και δυο καθηγητές. Και αρχίζει η συζήτηση. Για το Θεό.
Μέχρι τότε, κάθε φορά που άκουγα κουβέντα για τον Θεό, έβαζα τις φωνές! Για να δείξω πως τάχαείμαι «έξυπνος»! Όπως ξέρετε σε τέτοιες περιπτώσεις ο «έξυπνος» φωνάζει, όσο πιο δυνατά μπορεί.
- Για σκέψου, παιδί μου! Είναι χριστιανός! Χα-χα-χα… Και τρέχει πίσω από τους παπάδες!… Χα-χα-χα… Σαν γριούλα!… Νέος άνθρωπος!… Φοιτητής σχολής θετικών επιστημών!…
Και χρειάστηκε πολύς καιρός ακόμη, μέχρι που κατάλαβα, ότι όσο πιο πού φωνάζει κανείς, τόσο πιο κουφιοκέφαλος είναι!
Η συζήτηση αυτή δεν τραβούσε το ενδιαφέρον μου. Έτσι αφοσιώθηκα να κοιτάζω μια όμορφη κοπέλλα, που ήταν στην ομάδά τους. Μέχρι τότε είχα την ιδέα, πώς οι χριστιανοί είναι όλοι τους αποκρουστικοί. Διαπίστωσα, ότι είχα και σ’ αυτό λάθος. Και θέλοντας να κρύψω τον λογισμό μου, άρχισα να στριφογυρίζω στην καρέκλα μου. Και μετά ερώτησα, σαν τάχα να είχαν τα λόγια τους τραβήξει το ολόψυχο ενδιαφέρον μου.
- Έχετε την καλωσύνη να μου ειπήτε, τί είναι εκείνο που άσκησε την πιο μεγάλη επίδραση στην ζωή σας; Γιατί η ζωή σας δεν είναι σαν των άλλων φοιτητών και καθηγητών;
Η φοιτήτρια για την οποία σας μίλησα, πρέπει να ήξερε, τι επίστευε! Με κύτταξε στα μάτια με μια ήρεμη σοβαρότητα και είπε μόνο δυο λέξεις, που δεν περίμενα να τις ακούσω!
- Ο Ιησούς Χριστός!
Απάντησα κάπως νευριασμένος:
- Ω, για το Θεό! Άφησέ τα αυτά. Την βαρέθηκα πια την θρησκεία! Την βαρέθηκα την Εκκλησία! Τα μπούχτισα τα θρησκευτικά βιβλία! Γιατί όλα, όσα έχουν σχέση με την θρησκεία, προκαλούν μαρασμό!…
- Μα εγώ δεν σας μίλησα για θρησκεία! Εγώ είπα: Ιησούς Χριστός!…
Αυτήν την διάκριση δεν την είχα ξανακούσει!
Και η κοπέλλα συνέχισε:
- Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Θρησκεία είναι η προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να βρη το δρόμο προς το Θεό! Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία! Ο Χριστιανισμός μας μιλάει για κάτι το αντίθετο: Για την προσπάθεια που κάνει ο Θεός να βρη τον άνθρωπο.
Αυτό δεν το είχα ακούσει ποτέ. Οι απόψεις που κυκλοφορούν είναι τραγικά απλές. Και συνήθως με ωρισμένες απλοϊκής μορφής απλοποιήσεις φαντάζονται πως λύνουν τα προβλήματα επιστημονικά!
Τελευταία είχα γνωρίσει έναν καθηγητή πανεπιστημίου, που έλεγε στα σοβαρά:
- Ο κάθε άνθρωπος που πάει στην Εκκλησία είναι Χριστιανός!
Δεν κρατήθηκα και είπα:
- Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, κάθε άνθρωπος, που πηγαίνει στο γκαράζι, γίνεται αυτοκίνητο! Τί σχέση έχει η σωματική παρουσία σε μια Εκκλησία με την χριστιανική πίστη; Χριστιανός είναι εκείνος, που πιστεύει στον Χριστό σωστά!
δ. Μεγάλη η αλήθεια!
1. Κάποτε στον κύκλο αυτό μου ανέθεσαν να τους ειπώ δυο λόγια για τον Χριστό. Και συγκεκριμένα: Πως έγινε άνθρωπος. Πως εσταυρώθη. Γιατί εσταυρώθη. Πως ετάφη. Πως αναστήθηκε. Και τι μπορεί να προσφέρη σε έναν νέο του εικοστού αιώνα.
Εγώ τότε όλα αυτά τα θεωρούσα βλακείες. Είχα την ιδέα, ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά είναι όλοι παλαβοί, κρετίνοι. Στις φοιτητικές συνάξεις μέχρι τότε καραδοκούσα με μανία να ακούσω κανέναν να ειπή κάτι για θρησκεία και Χριστό, για να ορμήσω επάνω του… να τον κονιορτοποιήσω… να τον ξετινάξω! Η γνώμη μου ήταν: Για να είναι κανείς Χριστιανός πιστός, πρέπει να μην έχη όχι ένα κουκούτσι, αλλά ούτε ένα ελάχιστο μόριο φαιά ουσία. Μα ήρθε η ώρα και κατάλαβα, ότι αυτό ίσχυε για μένα!
Προσπάθησα να το αποφύγω. Τί δουλειά έχω εγώ με τέτοια θέματα; έλεγα μέσα μου. Μα δεν μπόρεσα. Οι νεαροί του χριστιανικού κύκλου δεν με άφησαν! Και έτσι το επήρα το θέμα. Μα με εγωϊστική διάθεση. Με την σκέψη: Θα τους ξετινάξω! Θα τα βροντήξω! Και θα φύγω!
Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι.
2. Όταν καταπιάστηκα με το θέμα, είδα να γίνεται λόγος για κάτι αποδείξεις, που χρειάστηκε να τις ερευνήσωμε, για να εκτιμήσω την σοβαρότητά τους. Γιατί διαφορετικά κινδύνευα να γίνω περίγελως στα μάτια τους, αφού αμέσως μετά οι νεαροί εκείνοι θα με έκαναν εμένα σκόνη! Έτσι ρίχτηκα να μελετώ αυτές τις «αποδείξεις» με μόνο στόχο να ιδώ, πως θα τις αποκρούσω. Μα δεν τα κατάφερα. Κατέληξα στο συμπέρασμα, ό,τι τα βιβλία, που χρησιμοποιούν οι πιστοί, δίνουν την πιο σωστή εικόνα για το πρόσωπο του Χριστού. Η διαπίστωση αυτή εντυπωσίασε φοβερά.
Κατάλαβα, πως το ζήτημα της σχέσης μας με τον Χριστό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα της ζωής μας. Θυσίασα τα πάντα. Και στρώθηκα στην μελέτη. Διάβασα κάθε είδους αθεϊστικό και κάθε είδους χριστιανικό απολογητικό βιβλίο, που μπόρεσα να βρω. Και το συμπέρασμα μου ήταν πάντοτε το ίδιο:
Η αλήθεια βρίσκεται στα βιβλία της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι αυτός που μας λέγει η Εκκλησία: Θεός και Σωτήρας μας.
3. Και έγινα Χριστιανός.
(Από το βιβλίο -ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ)

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...