Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 20, 2016

“και αρξάμενος καταποντίζεσθαι, έκραξε, λέγων, Κύριε, σώσόν με.” ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Η σώζουσα πίστη

Επέδειξε πραγματικά μεγάλη τόλμη και θάρρος ο Πέτρος όταν ζήτησε να περπατήσει πάνω στη γεμάτη τρικυμίες και φουρτούνα θάλασσα. Μπορεί βέβαια ο μαθητής του Χριστού να ήταν εξοικειωμένος με το υγρό στοιχείο λόγω του επαγγέλματός του αλλά πρέπει να είχε και πικρή εμπειρία από το θυμό της θάλασσας όταν ξεσπούσαν φουρτούνες.
κείνο όμως που τον έκανε τώρα να αψηφά με τόση περιφρόνηση τον φόβο των κυμμάτων και τον κίνδυνο του καταποντισμού δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η μεγάλη αγάπη προς τον Διδάσκαλό του, το Χριστό. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι εξεδήλωσε έντονη επιθυμία να σπεύσει να πάει κοντά Του. Έστω και αν χρειαζόταν να περπατήσει πάνω στα κύμματα.
Αναποδογυρίσματα ολιγοπιστίας
Ωστόσο, η ολιγοπιστία που τον κυρίευσε εκείνη τη στιγμή παρολίγο να του στερήσει τη χαρά να ξαναβρεθεί κοντά στον Κύριο. Είχε ξεκινήσει με μεγάλη πίστη και μπορούμε να πούμε ότι πέτυχε το ανθρωπίνως αδύνατον. Όμως στην κρίσιμη στιγμή δεν έμεινε σταθερός μέχρι τέλους στην πίστη του, με αποτέλεσμα να βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο του καταποντισμού. Και όμως, ο Πέτρος είχε έντονη την εμπειρία της παρουσίας του Διδασκάλου που αποβαίνει τόσο σωτήρια στη ζωή μας.
Όταν και εμείς βρισκόμαστε μπροστά στις τρικυμίες της ζωής, τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μας καταλαμβάνει η ολιγοπιστία και μας λυγίζει, όπως στο περιστατικό με τον Πετρο. Αυτό δείχνει ότι δεν εναποθέτουμε πάντοτε με απόλυτη εμπιστοσύνη τον εαυτό μας στην αγάπη του Κυρίου, ούτε και θυμούμαστε αδιάλειπτα την παντοδυναμία Του, αλλά και την πανταχού παρουσία Του.
Είναι οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες στηριζόμαστε περισσότερο στις δικές μας δυνάμεις που δεν είναι λίγες οι φορές που μας προδίδουν και μας εγκαταλείπουν. Στηριζόμαστε ακόμα στην ανθρώπινη λογική που συχνά φαντάζει τόσο άλογη μπροστά στην αγάπη του Θεού, η οποία μας καθιστά ικανούς να επιτυγχάνουμε τα πάντα. Όταν ο Πέτρος εμφάνισε συμπτώματα ελλείμματος πίστης, τότε ο Κύριος τον αποκάλεσε ολιγόπιστο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το πρώτο βήμα που έκανε να περπατήσει στα κύμματα, το κατάφερε με την πίστη που διέθετε. Στο δεύτερο όμως που βυθίστηκε στα βαθειά νερά απέτυχε γιατί φοβήθηκε τον ισχυρό άνεμο. Ο άλλοτε τολμηρός μαθητής δεν είχε σκεφθεί σίγουρα ότι Εκείνος που τον ενίσχυσε και περπάτησε στα κύμματα θα τον ενίσχυε για να αντισταθεί και στον ισχυρό άνεμο. Κοντά μας ο Χριστός
Πόσο διδακτική αλήθεια είναι η διήγηση της Ευαγγελικής περικοπής που τόσο όμορφα ξετυλίγεται μπροστά μας σήμερα. Μήπως και εμείς πολλές φορές δεν ξεκινάμε με πολύ μεγάλη λαχτάρα για να βρεθούμε κοντά στην αγάπη του Κυρίου και να αισθανόμαστε έτσι ασφάλεια; Ξεκινάμε με μεγάλο πόθο αλλά και με ενθουσιασμό για να βρεθούμε κοντά σε Αυτόν που είναι η Ζωή, το Φως, η μεγάλη Ελπίδα. Μένουμε όμως μέχρι τέλους σταθεροί στην πίστη;
Αγαπητοί αδελφοί, μπορεί οι φουρτούνες και οι τρικυμές της ζωής να υψώνονται απειλητικά και οι δοκιμασίες να εμφανίζονται σε κάθε μας βήμα. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι στο τιμόνι του καραβιού της ψυχής μας στέκει πάντοτε ο Χριστός, ο μόνιμος και ασφαλής οδηγός. Έτοιμος να απλώσει το προστατευτικό και πανίσχυρο χέρι Του για να μας στηρίζει στις περιπτώσεις που αισθανόμαστε ότι βυθιζόμαστε. Γιατί λοιπόν να κλονιζόμαστε και να δειλιούμε όταν είμαστε βέβαιοι ότι κοντά μας έχουμε πάντοτε τον Παντοδύναμο Κύριο; Είναι δυνατόν να μας εγκαταλείψει αβοήθητους σ΄ ένα τόσο ωραίο αγώνα στον οποίο ο ίδιος μας κατευθύνει και μας καθοδηγεί; Η ισχυρή διαβεβαιώσή Του “ου μη σε ανώ, ουδ’ μη σε εγκαταλείπω” αποτελεί τον δείκτη εκείνο που μπορεί να μας παρακινεί σε μια πορεία που κατευθύνεται από την αγάπη του Θεού και εξασφαλίζει τη σωτηρία μας από τους οποιουσδήποτε κινδύνους και τις παγίδες της ζωής.

ΞΕΠΕΡΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΦΟΒΟ! «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε»

ΞΕΠΕΡΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΦΟΒΟ!


ΞΕΠΕΡΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΦΟΒΟ!
«Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε»
   Ὅλη νύχτα οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου πάλευαν μὲ τὰ κύματα μέσα στὸ μικρό τους πλοιάριο. Ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ πυκνὸ ­σκοτάδι, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ­φουρτουνιασμένη θά­­λασσα, εἶχαν δημιουργήσει στὶς ­ψυ­­χές τους μιὰ ἀτμόσφαιρα τρόμου καὶ ­ἀ­­­­­­­­­­­­­­­­γωνίας. Γι’ αὐτό, ὅταν εἶδαν τὸν ­Κύριο νὰ ­περ­πα­­τᾶ πάνω στὰ κύματα, ­ξέσπα­σαν σὲ ἕ­­­­να ­δυνατὸ ἐπιφώνημα τρόμου.    Ἀ­­­πὸ τὸ φόβο τους νόμιζαν ὅτι ἔβλεπαν ­φάντα­σμα. Πόσο ἄλλαξε ὅμως ἡ ­διάθεσή τους, ὅταν ἄκουσαν τὴ γλυκύτατη φω­­νή του: ­«Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι‧ μὴ φοβεῖ­σθε», τοὺς εἶπε. Ἔχετε θάρρος! Μὴ φοβάστε!
   Αὐτὴ ἡ τόσο εὔγλωττη σκηνὴ ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε πῶς ὁ παντο­δύναμος Θεὸς μᾶς δίνει θάρρος στὸν ἀ­­γώνα μας γιὰ τὴν καθημερινὴ ἐπιβίωση, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ καὶ στὶς ὧρες ἐσχάτου κινδύνου.
1. ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ
   Φόβος δημιουργεῖται στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν καθημερινή τους ἐπιβίωση καὶ βλέπουν μπροστά τους νὰ διαγράφεται ζοφερὸ τὸ μέλλον. Νέοι ἄνθρωποι στὸ ­ξεκίνημα τῆς ζωῆς τους βλέπουν νὰ ὀρθώνον­ται μπροστά τους ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, ποὺ τοὺς ἀνακόπτουν τὴν πορεία πρὸς τὴν ἐπιθυμητὴ ἐπαγγελματικὴ καὶ οἰκογενειακὴ ἀποκατάσταση. Τί ἀπομένει λοιπὸν νὰ κάνουν, παρὰ μόνο νὰ καταφύγουν μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν ποὺ φροντίζει γιὰ «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» καὶ «τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ» (Ματθ. ς΄ 26, 28) καὶ πολὺ περισσότερο ­ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς πιστοὺς μαθητές του. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς συμβουλεύει καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος: Μὴν ἀγωνιᾶτε γιὰ τὸ μέλλον! Ἀφῆστε κάθε φροντίδα σας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, διότι «αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 7). Αὐτὸς νοιάζεται καὶ ἐνδιαφέρεται γιὰ σᾶς.
2. ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
   Φόβος ἐπίσης δημιουργεῖται στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ βλέπουν τὸ ρεῦμα τοῦ κακοῦ νὰ κατακλύζει καὶ νὰ παρασύρει τὰ πάντα σὰν ὁρμητικὸς χείμαρρος. Ἄραγε μπορεῖ νὰ ἀντέξει κανεὶς μέσα σ’ αὐτὴν τὴν πλημμύρα τῆς ἁμαρτίας; Πῶς θὰ μεγαλώσουν τὰ παιδιὰ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τῆς κακίας καὶ τῆς διαφθορᾶς; Δικαιολογημένοι οἱ φόβοι καὶ οἱ ἀνησυχίες γιὰ κάθε ἐχέφρονα ἄνθρωπο. Ὅμως ὁ πιστὸς χριστιανὸς λαμβάνει θάρρος καὶ ἐνίσχυση, καθὼς ἀκούει τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη νὰ ἀπευθύνεται στοὺς πιστοὺς μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια: «Μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. δ΄ 4). Μὴ φοβάστε τὸ κακό! Μπορεῖτε νὰ τὸ νικήσετε, διότι ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι μέσα σας καὶ σᾶς φωτίζει καὶ σᾶς ἐνισχύει, εἶναι πιὸ μεγάλος καὶ πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν σατανᾶ, ποὺ ἐξουσιάζει τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο. 
3. ΣΤΟΝ ΕΣΧΑΤΟ ΚΙΝΔΥΝΟ
   Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ βρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος σὲ κίνδυνο γιὰ τὴ ζωή του, ὅπως τότε οἱ δώδεκα μαθητές. Ἀκοῦμε συχνὰ γιὰ σεισμούς, πλημμύρες, ἐμπρησμούς, ἐκρήξεις, ληστεῖες, τρομο-κρατικὲς ἐνέργειες καὶ ἄλλα ἔκτακτα γεγονότα, ποὺ ἀπειλοῦν τὴ ζωή μας. Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε τέτοιες ἐφιαλτικὲς καταστάσεις; Νὰ ὁπλιστοῦμε μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη ὅτι ὁ Κύριος εἶναι δίπλα μας, ἀκούει τὶς προσευχές μας καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ μᾶς ἁρπάξει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ μᾶς κρατήσει στὴ δύσκολη αὐτὴ ὥρα. Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια διακηρύττει καὶ ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβὶδ στὸν 22ο Ψαλμό: «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ». Ἂς προσευχόμαστε κι ἐμεῖς μὲ τὰ ἴδια λόγια: Κύριε, κοντά σου εἶμαι ἀ­­­σφαλής. Κι ἂν ποτὲ βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ ὁποιονδήποτε κίνδυνο, ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὸν τὸν θάνατο, δὲν θὰ φοβηθῶ μήπως πάθω κάτι κακό, διότι Ἐσὺ εἶσαι μα­ζί μου παντοῦ καὶ πάντοτε!
   Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴ δοκίμασε φόβους στὴ ζωή του. Καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς φόβους ποὺ ἀναφέραμε ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι: μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἀσθένεια, θάνατος... Μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ ἀποτυπώματα ποὺ ἀφήνει κά­θε φόβος στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. 
   Ἐμεῖς ἂς σταθοῦμε καὶ πάλι ν’ ἀκούσου­­με τὴ φωνή του: «Θαρσεῖτε»! Προχω­ρῆ­στε μὲ θάρρος στὴ ζωή! Ἂν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς ἀκούγαμε ἀπὸ ὁποιονδή­ποτε ἄνθρωπο, δὲν θὰ κερδίζαμε ­τίποτε περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ­ψυχολογι­κὴ ἐνίσχυση. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ ὁ παντοδύναμος Θεός, ὁ ­Νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς ­Χριστός, οἱ λόγοι αὐτοὶ μᾶς μεταδίδουν ­χάρη, δύναμη, θάρρος καὶ ἐλπίδα γιὰ νὰ ξεπερνοῦμε κάθε φόβο καὶ δυσκολία!

Τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπόστολος Κυριακῆς Θ΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνο



Τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας
Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου (Α΄ Κορ. 3,9-17)
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
Μία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ στὴ γῆ εἶνε ἡ στέγη, τὸ σπίτι. Βράδιασε; Ὅπως τὸ πουλὶ κι αὐ τὸ τὸ ἄγριο θηρίο γυρίζει στὴ φωλιά του, καὶ δὲν ὑπάρχει ζων τα νὸ ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ φωλιά, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα μέρος ποὺ θὰ στεγάσῃ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του.
Κανείς δὲν θέλει νά ᾽νε ἄστεγος· ὅλοι προσπαθοῦν νὰ χτίσουν ἕνα σπίτι. Κάνουν τὰ πάντα γι᾽ αὐτό· καὶ οἰκόπεδα ἀγοράζουν, καὶ χρήματα δανείζονται, καὶ τότε θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους εὐτυχῆ ὅταν μπορέσουν νὰ μποῦν μέσα στὸ σπίτι. Σπίτια διάφορα, μεγάλα, πολυώροφα, παλάτια, οὐρανοξύστες.
Ὁ κόσμος θεωρεῖ αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦν σὲ τέτοια μέγαρα εὐτυχισμένους. Ἀλλὰ εἶνε ἔτσι;
Ὅταν ὁ Θεὸς σείει τὴ γῆ, τότε τὰ σπίτια πέφτουν κ᾽ οἱ ἄνθρωποι φονεύονται. Τὸ εἶπε κι ὁ Χριστός· ὅταν στὰ Ἰεροσόλυμα τοῦ ἔδειχναν τὶς μεγάλες οἰκοδομὲς εἶπε· Ὅλα αὐτὰ θὰ γκρεμιστοῦν, δὲ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθῳ»(Λουκ. 19,44).
Τὰ καλύβια εἶνε εὐλογημένα· τὰ μέγαρα ποὺ στήθηκαν μὲ ἀδικίες καὶ πλεονεξίες, ἂν ἕνας ἄγγελος Κυρίου τὰ πιάσῃ καὶ τὰ στύψῃ, θὰ στάξουν αἷμα ἀδικημένων.
Ἀλλὰ γιατί, ἀδελφοί μου, σᾶς ἀπασχολῶ μὲ τὰ σπίτια, μικρὰ καὶ μεγάλα; Διότι γι᾽ αὐτὸ μᾶς μιλάει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς ἀπόστολος λέει γιὰ κάποια οἰκοδομή.
Θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἂν μποροῦσα νὰ κάνω τὸν καθένα σας νὰ ἐπιθυμήσῃ ν᾽ ἀγοράσῃ ἕνα διαμέρισμα σ᾽ αὐτήν!
Εἶνε μιὰ μεγάλη – τεράστια οἰκοδομή· ἀρχίζει ἀπὸ ᾽δῶ στὴ γῆ καὶ φτάνει μέχρι τὸν οὐρανό· χωράει μέσα ὅλους, ὄχι μόνο τοὺς βασιλιᾶδες ἀλλὰ καὶ τοὺς πιὸ φτωχούς· οἰκοδομὴ ἀθάνατη καὶ αἰωνία. Ποιά ἆραγε νὰ εἶνε αὐτὴ ἡ οἰκοδομή; Καὶ πῶς μπορεῖ καθένας μας ν᾽ ἀποκτήσῃ ἕνα μέρος σ᾽ αὐτήν, νὰ συμπεριληφθῇ στοὺς ἐνοίκους της;
Μᾶς τὸ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε»(Α΄ Κορ. 3,9). Ἡ οἰκοδομὴ αὐτὴ εἶνε ἡ Ἐκκλησία.
* * *
Ἀλλ᾽ ὅταν λέμε «Ἐκκλησία», ἀγαπητοί μου, δὲν ἐννοοῦμε τὸ κτήριο τοῦ ναοῦ. Τὰ κτήρια μπορεῖ νὰ τὰ γκρεμίσουν οἱ ἄπιστοι καὶ μιὰ μέρα νὰ μὴν ὑπάρχῃ καμμιά ἐκκλησιὰ πάνω στὴ γῆ.
Ἡ οἰκοδομὴ ὅμως τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία, εἶνε κάτι ἄλλο, πολὺ μεγαλύτερο καὶ ὑψηλότερο.
Ἡ Ἐκκλησία θὰ ὑπάρχῃ στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ δάση, ὅπως τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν. Ἐκκλησία δὲν εἶνε τὰ ντουβάρια. Ἐκκλησία εἶνε ὅλοι ὅσοι πιστεύουν στὸ Χριστό. Ἐκκλησία δὲν εἶνε μόνο ὁ δεσπότης μὲ τὰ χρυσᾶ καὶ τὶς μίτρες, ὁ παπᾶς καὶ ὁ διᾶκος, οἱ ἐπίτροποι καὶ οἱ ψαλτάδες καὶ οἱ νεωκόροι· Ἐκκλησία εἶνε καὶ μιὰ γριούλα ἀγράμματη ποὺ τὸ Δεκαπενταύγουστο γονατίζει στὴν Παναγιά, κ᾽ ἕνα παιδάκι φτωχὸ ποὺ ἀκούει τὸ μάθημα τοῦ κατηχητικοῦ καὶ τραγουδάει σὰν ἀηδονάκι τὰ τραγούδια τοῦ Χριστοῦ μας, κ᾽ ἐκεῖνος ὁ ζητιάνος ποὺ προσκυνάει τὶς εἰκόνες καὶ ζητάει τὴν προστασία τῶν ἁγίων· καθένας ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, ἀπὸ τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ κρατάει στὴν ἀγκαλιὰ ἡ μάνα μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέρο, ὅλοι εἶνε Ἐκκλησία, οἰκοδομὴ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία δέχεται τοὺς μεγάλους, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο οἱουδήποτε χρώματος, κοινωνικῆς καταστάσεως καὶ φυλῆς. Προχωρῶ. Ἐκκλησία δὲν εἴμαστε μόνο ὅσοι ζοῦμε σήμερα· Ἐκκλησία εἶνε καὶ οἱ γονεῖς μας καὶ οἱ παποῦδες μας, γενεὲς γενεῶν, ὅλοι ὅσοι κοιμοῦνται στὰ νεκροταφεῖα.
Γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει θάνατος· «δὲν εἶνε Θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων» (Λουκ. 20,38). Ὅλοι αὐτοὶ εἶνε Ἐκκλησία. Μὲ τὴ διαφορά, ὅτι ὅσοι εἶνε ἀκόμα ἐδῶ στὴ γῆ λέγονται Ἐκκλησία στρατευομένη, γιατὶ κάνουν πόλεμο, ἐνῷ ὅσοι πέρασαν τὶς πύλες τοῦ θανάτου καὶ εἶνε στὰ οὐράνια λέγονται Ἐκκλησία θριαμβεύουσα.
Αὐτὴ εἶνε Ἐκκλησία, καὶ αὐτὴν ὀνομάζει «οἰκοδομὴ» ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἀλλὰ ὅπως κάθε οἰκοδομὴ ἔχει θεμέλιο κι ὅσο πιὸ μεγάλη εἶνε τόσο τὰ θεμέλια πρέπει νά ᾽νε πιὸ γερὰ καὶ νά ᾽νε χτισμένη πάνω σὲ βράχο, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ οἰκοδομή, τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, ἔχει θεμέλιο.
Θεμέλια ὑπάρχουν πολλά· θεμέλιο γιὰ τὸ χρηματιστήριο εἶνε τὸ χρῆμα, θεμέλιο γιὰ τὸ πανεπιστήμιο εἶνε ἡ σοφία καὶ ἡ γνῶσι, θεμέλιο γιὰ τὸ κράτος εἶνε τὰ ὅπλα καὶ ὁ στρατός.
Καὶ θεμέλιο γιὰ τὴν Ἐκκλησία ποιό ἔχει; Τίποτε ἀπ᾽ αὐτά. Ἀλλοίμονο ἂν ἡ Ἐκκλησία στηριχθῇ στὴ βία, στὴν ἔπαρσι τῆς ἐπιστήμης, στὸ χρῆμα καὶ στὰ τιμολόγια.
Τότε θὰ ἔρθῃ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὁ προφήτης Ἠλίας μὲ τὴ ῥομφαία του, νὰ μᾶς κόψῃ ὅλους τοὺς κληρικούς, ὅσοι μεταβάλλουν τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ σὲ «οἶκον ἐμπορίου»  (Ἰω. 2,16). Δὲν ἔχουν θέσι οἱ δίσκοι. Τί φοβερὸ τὴν ἱερώτερη στιγμὴ ν᾽ ἀκούγωνται τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα!
Μὴ δίνουμε δικαίωμα στοὺς χιλιαστὰς καὶ τοὺς προτεστάντες νὰ κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία μας.
Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ λαὸς θὰ δώσῃ περισσότερα χωρὶς δίσκους. Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας;
Μεγάλο λόγο λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τὸν θεμέλιο λίθο τῆς Ἐκκλησίας δὲ μποροῦν νὰ τὸν κλονίσουν οὔτε ὅλοι οἱ δαίμονες. Κανείς, λέει ὁ ἀπόστολος, δὲν μπορεῖ νὰ βάλῃ ἄλλον θεμέλιο στὴν Ἐκκλησία ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶνε Κύριος ἡ μῶν Ἰησοῦς Χριστός (Α΄ Κορ. 3,11).
Θεμέλιό της δὲν εἶνε ὁ τάδε βασιλιᾶς ἢ ἡ τάδε βασίλισσα ἢ οἱ κυρίαρχοι τοῦ κόσμου· θεμέλιο εἶνε ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστὰς Χριστός, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Γι᾽ αὐτὸ εἶνε πολὺ μικρὸς αὐτὸς ποὺ θὰ τὰ βάλῃ μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Τὸ εἶπε ὁ ἴ διος ὁ Χριστός. Ὅταν ρώτησε τοὺς ἀποστόλους «Τί λέει ὁ κόσμος γιὰ μένα;» καὶ ἄλλοι εἶπαν «Εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής», ἄλλοι «Εἶσαι ὁ Ἠλίας», ἄλλοι «Εἶσαι ὁ Ἰερεμίας ἢ ἕνας τῶν προφητῶν», τοὺς λέει· «Ἐσεῖς τί ἰδέα ἔχετε γιὰ μένα;». Τότε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε· «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος».
Καὶ ὁ Χριστὸς χάρηκε καὶ τοῦ λέει· «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν». Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Ὄχι ὅπως τὰ ἑρμη- νεύουν οἱ φράγκοι, ἀλλ᾽ ὅπως τὰ ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες· Πέτρε, εἶπες μιὰ μεγάλη ἀλήθεια.
Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι αὐτὸς ὁ Θεός, ὁ ἕνας τῆς ἁγίας Τριάδος, αὐτὴ ἡ πίστις στὸ πρόσωπό μου, αὐτὸ εἶνε τὸ θεμέλιο ἐπάνω στὸ ὁποῖο θὰ θεμελιώσω τὴν Ἐκκλησία μου (Ματθ. 16,16-18).
Μιὰ οἰκοδομὴ ὅμως ἐκτὸς ἀπὸ θεμέλιο ἔχει καὶ στύλους, κολῶνες. Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιές εἶνε οἱ κολῶνες, οἱ στῦλοι της; Ἂν διαβάσετε τοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἀπολυτίκια, θὰ δῆτε ὅτι κολῶνες ποὺ μετὰ τὸ Χριστὸ στηρίζουν τὴν ἁγία μας πίστι, «κρηπῖδες», «βάσεις», «στῦλοι» τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, λέγονται οἱ προφῆται, οἱ ἀπόστολοι, οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτοὶ εἶνε οἱ στῦλοι της. Μιὰ οἰκοδομὴ ἐπίσης χτίζεται μὲ λιθάρια, πλῆθος λιθάρια. Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἂν ὁ Χριστὸς εἶνε τὸ θεμέλιο καὶ οἱ πατέρες οἱ στῦλοι, ἐμεῖς εἴμαστε τὰ λιθάρια της.
Ὁ κάθε πιστὸς εἴμαστε ἕνα λιθαράκι, λιθαράκι ὄχι νεκρὸ ἀλλὰ ζωντανό, ποὺ τὸ παίρνει ἡ ἁγία Τριάδα μέσα ἀπ᾽ τὰ χώματα τὴ λάσπη καὶ τὴ βρώμα, τὸ πλένει καὶ τὸ καθαρίζει μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα, καὶ τὸ πελεκάει γιὰ νὰ τὸ βάλῃ στὴ θέσι του.
Ὅπως ὁ μάστορας χτυπάει κάθε πέτρα μὲ τὴ σμίλη καὶ τῆς δίνει τὸ σχῆμα ποὺ θέλει, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε ἐλαττώματα, μᾶς χτυπάει – πελεκάει ὁ Θεός. Πῶς; Μὲ τὴ θλῖψι, τὰ δυστυχήματα, τὸν πόνο, τὰ δάκρυα, ἔτσι γινόμαστε πέτρες κατάλληλες γιὰ τὴν θεία οἰκοδομή.
Ἂς προσέξουμε κάτι ἀκόμη. Σ᾽ ἕνα τοῖχο, γιὰ νὰ κολλήσῃ τὸ ἕνα λιθάρι μὲ τὸ ἄλλο, χρειάζεται κονίαμα, λάσπη μὲ ἀσβέστη· χωρὶς αὐτὸ σπίτι δὲν χτίζεται. Ἔτσι καὶ στὴν οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ ἑνώνει τὸν ἕνα Χριστιανὸ μὲ τὸν ἄλλο καὶ μᾶς κάνει ἕνα; Ἡ ἀγάπη· ἡ ἀγάπη ὅπως τὴν δίδαξε καὶ τὴν ἐφήρμοσε ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς ἦταν «ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (Πράξ. 4,32).
* * * 
Μιὰ προφητεία καὶ τελείωσα. Εἶπε ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, ὅτι θά ᾽ρθη μέρα ποὺ καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν σὰν τὰ φύλλα τῆς συκιᾶς. Ἀπὸ τότε ποὺ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία του πέρα σαν δυὸ χιλιάδες χρόνια καὶ θὰ περάσουν κι ἄλλα. Στὸ διάστημα αὐτὸ πολλὰ ἔγιναν καὶ θὰ γίνουν· θὰ πέσουν θρόνοι καὶ βασίλεια, θ᾽ ἀλλάξῃ ὁ χάρτης πολλὲς φορές.
Μέσ᾽ στὸν ὠκεανὸ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου τί μένει; Μικρὰ – μεγάλα καράβια θὰ πνιγοῦν, ἀλλὰ ἕνα θὰ μείνῃ ἀβύθιστο καὶ θὰ θριαμβεύῃ αἰωνίως· ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ὅσο κι ἂν τὴν πολεμήσουν οἱ διῶκται, οἱ αἱρέσεις, οἱ δαίμονες, ἡ Ἐκκλησία θὰ μείνῃ· γιατὶ ἔχει θεμέλιο τὸ Χριστό, κι ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ᾅδου δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ νικήσουν (Ματθ. 16,18).
Ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὴν Ἐκκλησία θὰ σπάσῃ τὰ μοῦτρα του, θὰ γίνῃ στάχτη· ἡ Ἐκκλησία θὰ μείνῃ μὲ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Κυριακή Θ΄ Επιστολών Αποστολικό ανάγνωσμα: Α΄Κορ. γ΄ 9-17


Διακόνου Επιφανίου Παπαντωνίου
Η σημερινή αποστολική περικοπή, μπορούμε να πούμε ότι κινείται στην ίδια συνάφεια του αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής. Εκεί γινόταν λόγος για τα σχίσματα και τις διαιρέσεις, που παρατηρήθηκαν στην Εκκλησία της Κορίνθου και που λύπησαν την καρδιά του Αποστόλου Παύλου. Σήμερα, αναφέρεται στο πνευματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας και στην ενότητά της, θέμα το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισε και που διαπραγματεύεται σε ολόκληρη την Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του.
Η θεολογική γραφίδα του αποστόλου των εθνών, προβάλλει ως θεμέλιο της ανθρώπινης αξίας «την κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργία του. Θεμέλιο της Εκκλησίας είναι ο ίδιος ο Χριστός. Κανείς άλλος δεν μπορεί να βάλει άλλο λίθο και να θεμελιώσει άλλη Εκκλησία. Αυτό είναι ένα αναντίρρητο δεδομένο γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος παρατηρεί: «έκαστος δε βλεπέτω πως εποικοδομεί». Η νέα πραγματικότητα του Θεού έχει φυτευτεί από τον ίδιο τον Θεό με θεμέλιο τον Χριστό. Όλοι όσοι εργάζονται στο έργο της σωτηρίας, οι πνευματικοί ποιμένες δηλαδή, είναι «Θεού συνεργοί». Δεν κάνουν δικό τους έργο, αλλά οφείλουν τα πάντα στο Θεό. Γι’ αυτό ο λαός στον οποίο απευθύνονται είναι «γεώργιον» και «οικοδομή» του Θεού. Είναι «λογικό χωράφι», που καλλιεργείται με «ρήματα ζωής αιωνίου», που δίδαξε ο Χριστός και εμπνέει το Άγιο Πνεύμα.
Ο Θεός ενεργεί, χωρίς να παραβιάζει την ελευθερία  του ανθρώπου και να τον εξαναγκάζει να υποκύψουμε στο δικό του θέλημα. Η πρωτοβουλία σ Αυτόν. Ο ίδιος αποκαλύπτεται αόρατα και διακριτικά σ’ εμάς και αναμένει την απάντησή μας. Από την αρνητική ή θετική απάντηση εξαρτάται η σωτηρία μας. Χωρίς τη θέληση του ανθρώπου, ο Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ελεύθερα αποδέχεται την κλήση και έκτοτε επιδεικνύει πίστη ακράδαντη στον  Τριαδικό Θεό και τον Ιησού Χριστό.
Ο ζήλος που επιδεικνύουν όλοι οι εργάτες του Ευαγγελίου κατά την επιτέλεση του έργου τους αντιστοιχεί στην ποιότητα των οικοδομικών υλικών. Αυτά μπορεί να είναι χρυσός, άργυρος, λίθοι τίμιοι, (αρετές πολύτιμες) ξύλα, χόρτος, καλάμη (κάθε είδους κακίες). Κατά την δευτέρα παρουσία θα κριθεί και θα δοκιμαστεί και το έργο του καθενός όσα έργα αντέξουν θα πει ότι είναι γερά και κατά Θεόν ορθά και ότι ο αυτός που το έκτισε είχε επενδύσει ζήλο και αγάπη και κόπο, χρησιμοποίησε δηλαδή καλά υλικά. Όσα όμως, έργα γίνουν παρανάλωμα της φωτιάς σημαίνει ότι ήταν αδόκιμα και τα υλικά προς οικοδομή σαπρά.
«Η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότης, η αγαθωσύνη, η πίστις, η πραότης, η εγκράτεια» (Γαλ. ε , 22-23) και «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά...ει τις αρετή και ει τις έπαινος» (Φιλ. δ , 8) είναι τα πολύτιμα δομικά υλικά , με τα οποία οικοδομείται το οικοδόμημα της χριστιανικής ζωής. Ο απόστολος Παύλος παραινεί σε μία ορθή και πνευματική ζωή, καλώντας μας να οικοδομήσουμε επί της πέτρας του Χριστού, επί του θεμελίου δηλαδή που ο ίδιος, με τη χάρη του  Θεού έβαλε. Η εποικοδόμηση δεν είναι τίποτε άλλο από τα ορθά και κατά Θεόν έργα.
Ας κοιτάξει, λοιπόν, ο κάθε ένας πως και με ποιό τρόπο οικοδομεί στο ασάλευτο θεμέλιο του Χριστού˙ ενώ έχει την ορθή πίστη και αυτόν τον ίδιο τον Χριστό, ας μη λησμονεί να κάνει αγαθά, σωστά και πνευματικά έργα. Η πίστη στον Χριστό δεν είναι θεώρημα, αλλά ζωή που χαρακτηρίζεται από τις ανάλογες πράξεις. Ο πόνος, η θλίψη, οι δυσκολίες και ο θάνατος, θερμομετρούν την πίστη μας. Η υπομονή στον πόνο, η καρτερία στη θλίψη, η μακροθυμία στις  δυσκολίες, η  υπέρβαση  του  θανάτου, εγγυώνται τη γνησιότητα της πίστεως και των έργων μας, και εξασφαλίζουν τη σωτηρία μας. Τέλος δε η αυτομεμψία και η μετάνοια ενεργούν συντελεστικά στην σωστική αντιμετώπιση των ποικίλων δοκιμίων, τα οποία η αγάπη του Θεού επιτρέπει και χρησιμοποιεί προκειμένου όλοι να σωθούμε. Αμήν.

Κυριακή Θ. Ματθαίου - Ομιλία Νικηφόρου Θεοτόκη, εις το, ολιγόπιστε, εις τί εδίστασας;


Ομιλία του Νικηφόρου Θεοτόκη, Αρχιεπισκόπου Αστραχάν και Σταυρουπόλεως, εις την πρότασιν του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, «ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;», την οποίαν είπεν ο Κύριος εις τον Πέτρον.

Ο κατά του Πέτρου έλεγχος, τον οποίον ηκούσαμε σήμερα στο Ιερόν Ευαγγέλιον, μας δίδει αφορμή να ερευνήσωμε με ακρίβεια τα περί της ολιγοπιστίας, η οποία ψυχραίνει τον πόθο της αρετής, και κατακρημνίζει εύκολα στα βάραθρα της αμαρτίας.

Ο ολιγόπιστος διαφέρει από τον πιστό και από τον άπιστο, όπως το χλιαρό νερό από το θερμό και το ψυχρό. Το χλιαρό νερό έχει πυρ συσσωρευμένο μέσα του, αλλά λίγο, το θερμό έχει πολύ, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει πίστη, όμως ολίγη, ο πιστός πολλή, ο άπιστος καθόλου. Το χλιαρό νερό έχει δύναμη, όμως ολίγη, το θερμό έχει πολλή, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει ζήλον, όμως πολύ ολίγον, ο πιστός έχει πολύν, ο άπιστος καθόλου. Γι’ αυτό ο άπιστος, επειδή καθόλου δεν πιστεύει στον Θεό, χωρίς καμία συστολή περιφρονεί τις εντολές Του. Επειδή δεν έχει κανένα ζήλο, δεν λαμβάνει καμία φροντίδα για την κατόρθωση της αρετής, ο δε πιστός, επειδή και θερμώς πιστεύει και πολύν ζήλον έχει, δύσκολα παραβαίνει τις εντολές του Θεού, δύσκολα αμελεί της αρετής τα έργα. Ενώ ο ολιγόπιστος, επειδή διστάζει στα λόγια του Θεού και έχει ολίγον ζήλον, εύκολα περιφρονεί τους θείους νόμους, εύκολα απογυμνώνεται από το επουράνιον ένδυμα της αρετής. Αυτό μας διδάσκει ο λόγος, αυτό μας δεικνύουν τα πράγματα.

Η πίστις κηρύττει ότι ο Θεός, ως άπειρος, είναι πάντοτε πανταχού παρών και πληροί τα πάντα: «εάν αναβώ εις τον ουρανόν, Συ εκεί εί. Εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει. Εάν αναλάβομαι τας πτέρυγάς μου κατ’ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και γαρ εκεί η χειρ σου οδηγήσει με, και καθέξει με η δεξιά σου». Ουδείς τόπος κατ’ ουδένα καιρόν, ούτε καν εν ριπή οφθαλμού, μένει στερημένος της παρουσίας του Θεού. Ο πιστός, ο οποίος το πιστεύει αυτό αδιστάκτως, βλέπει με τα όμματα της πίστεως τον Δεσπότην Σαβαώθ ιστάμενον πάντοτε ενώπιόν του. Όθεν είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει εμπρός στο πρόσωπο του Θεού να πράξει την αμαρτία. Ποίος, ευρισκόμενος ενώπιον επιγείου βασιλέως, πράττει, δεν λέγω καν αμαρτίαν, αλλά και μικροτάτην ακόμα αταξίαν; Ουδείς. Ο Προφήτης Δαυίδ, ο οποίος είχε τη θερμότητα της πίστεως, έλεγε: «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ». Για τον ίδιον λόγο, ο Πατριάρχης Ιωσήφ απέφυγε τη μοιχεία και εφύλαξε τη σωφροσύνη. Η ασελγής αιγυπτία τον επίεζε: «Κοιμήθητι μετ’ εμού» του έλεγε. Ο δε ‘Ιωσήφ, πιστεύοντας αδιστάκτως ότι ο Θεός είναι ενώπιόν του, αντέκρουσε την πίεση λέγοντας: «Και πώς ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο, και αμαρτήσομαι ενώπιον του Θεού;».

Ο ολιγόπιστος, επειδή με τους σωματικούς μεν οφθαλμούς δεν βλέπει ότι παρίσταται ο Θεός ενώπιόν του, οι δε οφθαλμοί της ψυχής του μυωπάζουν και σχεδόν είναι κλεισμένοι εξ αιτίας της ολιγοπιστίας του, γι’ αυτό εύκολα κλονίζεται και σαλεύεται από τον άνεμο των παθών, εύκολα τον καταποντίζουν τα κύματα της αμαρτίας. Τι συλλογίζεσθε για τον Ιούδα τον Ισκαριώτη; Άραγε αυτός δεν επίστευε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός τού Θεού; Και βέβαια επίστευε. Διότι, εάν δεν επίστευε, δεν θα τον ακολουθούσε, ούτε θα εγίνετο μαθητής του. Επίστευε, άλλα λίγο. Επίστευε, αλλά εδίσταζε. Γι’ αυτό την ολίγη πίστη του την έσβησε το πάθος της φιλαργυρίας, και έτσι από μαθητής έγινε προδότης. Είχε η Εύα πίστη στον Θεό. Αλλά η πίστη της ήταν ολίγη και χλιαρή. Ο Θεός είπε σ’ αυτήν και στον Αδάμ: «Η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, αποθανείσθε». Ο όφις της είπε το αντίθετο, δηλαδή, το «ου θανάτω αποθανείσθε, αλλά έσεσθε ως θεοί». Αυτή επίστευσε περισσότερο στα λόγια του όφεως, παρά στα λόγια του Θεού. Κι έτσι η ολιγοπιστία την κατακρήμνισε στην αμαρτία της παρακοής, την απογύμνωσε από τη Θεία Χάρη, και την εξώρισε σ’ αυτή την αθλία γη.

Κατεφρονήθη παντελώς η εργασία της αρετής, ελύθη της αμαρτίας ο χαλινός, καθένας από εμάς χωρίς καμία συστολή και φόβο αμαρτάνει κάθε είδος αμαρτίας. «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών αγαθόν, ουκ έστιν έως ενός». Πού οφείλεται αυτό; Στην ολιγοπιστία. Πώς, λέγετε, είμεθα εμείς ολιγόπιστοι; Εμείς καθημερινώς αναγινώσκουμε και κηρύττουμε το Σύμβολον της Πίστεως. Εμείς καθημερινώς κραυγάζουμε μεγαλοφώνως «Πιστεύω εις έναν Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γης», και τα υπόλοιπα όσα περιέχει το «Πιστεύω». Είμεθα λοιπόν ολιγόπιστοι; Τα έργα, αδελφοί, και όχι τα λόγια είναι η απόδειξη της πίστεως, καθώς θεοπνεύστως εδίδαξεν ο αδελφός του Κυρίου, ο Ιάκωβος. «Δείξον μοι», λέγει, «την πίστιν σου εκ των έργων σου, καγώ δείξω σοι εκ των έργων μου την πίστιν μου».

Ποίαν όμως πίστη δεικνύουν τα έργα μας; Αυτά δεικνύουν φανερά ότι είμεθα υπερβολικά ολιγόπιστοι. Όχι τα λόγια, αλλά τα πράγματα κηρύττουν ότι έχουμε πολύ ολίγη πίστη στον Θεό.
Ο Θεός προστάσσει να αγαπούμε τους εχθρούς μας: «εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Ο Θεός προστάσσει, λέγοντας: «ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς». Υπόσχεται δε σε όποιους αγαπούν τους εχθρούς των και τους ευεργετούν, μεγάλες ανταμοιβές: «και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί του Υψίστου». Εκτός αυτού, μας αναγγέλλει ότι Αυτός φροντίζει για την εκδίκηση εκείνων πού μας αδικούν, αυτός υπόσχεται να τους ανταποδώσει την πρέπουσα τιμωρία. «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος». Ο κόσμος συμβουλεύει το αντίθετο. Κατάτρεχε, λέγει, και βλάπτε, όσον ημπορείς τον εχθρόν σου, διότι εάν τον συγχωρήσεις χωρίς την πρέπουσα εκδίκηση, χάνεις την αξιοπρέπειά σου, όλοι σε καταφρονούν, σου επιτίθενται και σε βλάπτουν με κάθε τρόπο. Και εμείς πειθόμεθα περισσότερο στις συμβουλές του κόσμου παρά στα προστάγματα του Θεού, πιστεύουμε περισσότερο στα λόγια του κόσμου παρά στις υποσχέσεις του Θεού’ όθεν μισούμε τους εχθρούς μας και τους εχθρευόμεθα έως θανάτου. Και για να τους εκδικηθούμε, χρησιμοποιούμε ύβρεις, επιβουλές, συκοφαντίες, καταδρομές, προδοσίες, πληγές, φόνους, κακά μέγιστα και αμαρτήματα φοβερότατα.

Είναι αυτά έργα πίστεως; Όχι, αυτά είναι έργα ολιγοπιστίας, για να μην ειπώ απιστίας. Βλέπε τι έπρατταν οι άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι είχαν θερμή την πίστη στον Χριστόν. Αυτοί, «υβριζόμενοι, ευλογούσαν. Διωκόμενοι υπέμεναν, βλασφημούμενοι παρεκάλουν» τους εχθρούς των να μετανοούν. Βλέπε από τα έργα τι πίστη είχεν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος. Αυτός, λιθοβολούμενος, έκλινε τα γόνατα και προσηυχήθη υπέρ εκείνων που τον λιθοβολούσαν, λέγοντας: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Και τούτο ειπών, εκοιμήθη».

Ο Θεός προστάσσει, λέγοντας, «πλην τα ενόντα (τα υπάρχοντα δηλαδή) δότε
ελεημοσύνην». Θρέψε, λέγει, αυτόν που πεινά, πότισε αυτόν που διψά, ένδυσε τον γυμνόν, υποδέξου τον ξένον, επισκέφου τον ασθενή, επιμελήσου τον φυλακισμένο». Ο πτωχός, λέγει, είναι αδελφός μου, ο πτωχός με αντιπροσωπεύει, ό,τι κάμεις στον πτωχό, σ’ εμέ το κάμεις: «αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Υπόσχεται στους ελεήμονες αμοιβές εκατονταπλάσιες στον κόσμον αυτό, και βασιλείαν αιωνία στη μέλλουσα ζωή. «Εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει». Τα πιστεύεις αυτά;
- Ναι, λέγεις, πιστεύω και ομολογώ.
- Καλώς. Αλλά έπειτα παρουσιάζεται ενώπιόν σου ο πεινασμένος, ο διψασμένος, ο γυμνός, ο ξένος, ο ασθενής, και συ όχι μόνον αποστρέφεις το πρόσωπο σου από αυτόν, αλλά μερικές φορές τον περιφρονείς και τον ελέγχεις. Αυτά είναι τα έργα της πίστεώς σου; Αυτή είναι η πίστις σου; Αυτή δεν είναι πίστις, αλλά ολιγοπιστία. Ο πεπλανημένος λογισμός της φιλαργυρίας σου λέγει: μη δώσεις, για να μη γίνεις και συ πτωχός όπως εκείνος. Ο αψευδής Θεός σου λέγει: εάν δώσεις ένα, λαμβάνεις εκατό. Και συ πιστεύεις περισσότερο στην πλάνη του νοός σου παρά στον Παντοκράτορα Θεό.

Εάν είχε η καρδία μου πίστη θερμή, όσο θερμός είναι ο κόκκος του σινάπεως, θα φοβόμουν την ημέρα της κρίσεως και την κόλαση που περιμένει αυτούς που αμαρτάνουν, και έτσι θα συνέστελλα τα χέρια μου από την αρπαγή και την αδικία, θα έφευγα μακριά από την ξένη κλίνη, θα εδάμαζα τα πάθη της σαρκός μου, θα απέστρεφα τους οφθαλμούς μου από κάθε αμαρτία. Εάν είχε η καρδία μου πίστη θερμή, όσο θερμή ήταν η πίστις των Αγίων, θα άπλωνα τα χέρια μου σε ευεργεσίες πτωχών, θα ηγόραζα τον άγιο χιτώνα της σωφροσύνης, θα απέφευγα τη ματαιότητα του κόσμου, θα εφύλαττα τις εντολές του Θεού, και θα έτρεχα αόκνως τον δρόμο της αρετής.

Αλλά προς αυτό αποκρίνονται κάποιοι και λέγουν: Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είπε: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Εμείς επιστεύσαμε και βαπτισθήκαμε, άρα είμεθα σωσμένοι. Ναι, αληθώς. Αλλά γιατί ο ίδιος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήλεγξε τον Πέτρον ως ολιγόπιστον; «Ολιγόπιστε», είπε, «εις τι εδίστασας;». Τον ήλεγξε για να μάθωμε ότι άλλο πίστις και άλλο ολιγοπιστία. Πίστιν ονόμασεν ο Κύριος την πίστιν την τελείαν, την μεγάλην, την θερμήν, και η πίστις αυτή ποτέ δεν είναι χωρισμένη από τα καλά έργα. Γι’ αυτό και ο αδελφός του Κυρίου, ο Ιάκωβος, έλεγε: «Δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου, καγώ δείξω σοι εκ των έργων μου την πίστιν μου». Αυτή είναι η σωτηριώδης πίστις, για την οποίαν ο Σωτήρ είπεν: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Η ολιγοπιστία είναι πίστις νεκρά και πολλές φορές ξένη και εντελώς γυμνή από τα καλά έργα. Είναι αυτή για την οποίαν ο ίδιος Ιάκωβος είπε: «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί».

Εμείς θαυμάζουμε και απορούμε που δεν βλέπουμε σήμερα το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία υπεσχέθη ο Κύριος σε όσους πιστεύουν. «Σημεία» είπε «τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει. Εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς, όφεις αρούσι. Καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει. Επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι, και καλώς έξουσιν». Ευκολότατα όμως λύεται το θάμβος και η απορία. Διότι ο Κύριος είπεν ότι αυτά τα σημεία θα επακολουθήσουν «τοις πιστεύουσι», όχι «τοις ολιγοπίστοις» . Όταν οι θερμοί στην πίστη ήσαν πολλοί, την εποχή δηλαδή των Αποστόλων και στους μετά ταύτα αιώνες, τότε εγίνοντο καθημερινώς αμέτρητα θαύματα. Σήμερα πολύ ολίγοι είναι αυτοί που έχουν τη θερμή και φλογερή πίστη. Όλοι σχεδόν είναι ολιγόπιστοι. Εάν όμως και σήμερα έχει κάποιος πίστη θερμή σαν τον κόκκο του σινάπεως, «ερεί τω όρει τούτω. Μετάβηθι εντεύθεν εκεί», και μεταβήσεται. Έπαυσε λοιπόν το πλήθος των θαυμάτων, επειδή έσβησεν η θερμότης της πίστεως. «Διατί», είπαν στον Κύριον οι Απόστολοι, «ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν το δαιμόνιον;» «Δια την απιστίαν υμών», τους απεκρίθη ο Κύριος, δηλαδή, «δια την ολιγοπιστίαν υμών». Διότι δεν ήσαν άπιστοι οι Απόστολοι, αλλά ατελείς ακόμη στην πίστη.

Βλέπετε, λοιπόν, αδελφοί, ότι η ολιγοπιστία είναι η ρίζα όλων των κακών, η δε πίστις είναι η ρίζα κάθε αρετής και αγαθοεργίας; Αλλά άραγε ημπορεί ο άνθρωπος να θερμάνει την ψυχράν του πίστη; Ναι, ημπορεί, εάν θέλει. Η πίστις οδηγεί στην αρετή, και η αρετή θερμαίνει την πίστη. Γίνε λοιπόν πράος, ταπεινός, φιλοδίκαιος, εύσπλαχνος, σώφρων, μακρόθυμος, «φρόνιμος ως ο όφις, ακέραιος ως η περιστερά», «οικτίρμων ως ο πατήρ σου ο επουράνιος». Αυτά ανάπτουν στην καρδιά του ανθρώπου εκείνο το πυρ, την πίστη δηλαδή, την οποίαν ήλθε να βάλει ο Ιησούς στη γη, δηλαδή στην καρδία όσων θα πιστεύσουν σ’ Αυτόν.

Κύριε Ιησού Χριστέ, μονογενή Λόγε του Θεού, Συ είσαι και της πίστεως χορηγός, και της αρετής δοτήρ. Εγώ πιστεύω και ομολογώ ότι Συ είσαι αληθώς ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο οποίος ήλθες εις τον κόσμον για να σώσεις τους αμαρτωλούς, ων πρώτος είμαι εγώ, αλλά η πίστις μου είναι ολίγη και ψυχρά, δεν είναι τόσο θερμή όσον είναι αναγκαίο για τη σωτηρία μου. Προς Σε, λοιπόν, πανοικτίρμων, κλίνω τα γόνατά μου και με δάκρυα, όπως ο πατέρας του παιδιού που είχε το πνεύμα το άλαλον, κράζω και βοώ «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία».

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 209 και εξής.

Επιμέλεια κειμένου Δημήτρης Δημουλάς.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θʹ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. ιδ΄, 22-34)

ΚΥΡΙΑΚΗ  Θʹ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθ. ιδ΄, 22-34)
«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἀνάγκασε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητές του νὰ μποῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν πρὶν ἀπ᾽ αὐτὸν στὴν ἀπέναντι ὄχθη, ἕως ὅτου διαλύση τοὺς ὄχλους. Καὶ ἀφοῦ διέλυσε τοὺς ὄχλους ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθῆ μόνος του. Ὅταν βράδιασε ἦταν μόνος του ἐκεῖ. Τὸ πλοῖο βρισκόταν πλέον μέσα στὴ θάλασσα καὶ χτυπιόταν ἀπὸ κύματα· διότι ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος. Κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νύχτας, δηλαδὴ κατὰ τὰ ξημερώματα,  πῆγε σ᾽αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περπατώντας ἐπάνω στὴ θάλασσα. Καὶ ὅταν τὸν εἶδαν οἱ μαθητές του νὰ περπατᾶ πάνω στὴ θάλασσα, ταράχτηκαν καὶ ἔλεγαν ὅτι εἶναι φάντασμα, καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους φώναξαν. Ἀμέσως τοὺς μίλησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· πᾶρτε θάρρος, ἐγὼ εἶμαι· μὴ φοβᾶστε. Ἀποκρίθηκε τότε ὁ Πέτρος σ᾽αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε· Κύριε, ἐὰν εἶσαι ἐσύ, παρήγγειλε νὰ ἔλθω σὲ σένα ἐπάνω στὰ νερά. Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε· ἔλα. Καὶ ἀφοῦ κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ περπατάη ἐπάνω στὰ νερὰ γιὰ νὰ ἔλθη στὸν Ἰησοῦ. Βλέποντας ὅμως τὸν ἄνεμο ἰσχυρὸ φοβήθηκε, καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ καταποντίζεται φώναξε καὶ εἶπε· Κύριε, σῶσε με. Ἀμέσως τότε ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε  τὸ  χέρι  του,  τὸν  ἔπιασε καὶ τοῦ εἶπε· ὀλιγόπιστε! γιατί δίστασες; Καὶ ἀφοῦ ἀνέβηκαν αὐτοὶ στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος· καὶ αὐτοὶ ποὺ ἦσαν στὸ πλοῖο ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν καὶ εἶπαν· Ἀλήθεια εἶσαι υἱὸς Θεοῦ. Καὶ ἀφοῦ πέρασαν ἀπέναντι, ἔφθασαν στὴ χώρα Γεννησαρέτ».
* * *
Στὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ βλέπουμε ὁλοκάθαρα τὴ μέριμνα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές του ποὺ βασανίζονταν ὅλη νύχτα μέσα στὰ ἄγρια κύματα τῆς θάλασσας·  δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πνιχτοῦν, ἀλλὰ πῆγε καὶ τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὴ φοβερὴ αὐτὴ τρικυμία μὲ τὴ θεία παρουσία του. Ἔδωσε ἀκόμα καὶ στὸν ἀπόστολο Πέτρο τὴ δύναμη νὰ περπατᾶ καὶ αὐτὸς ἐπάνω στὰ νερά, γιὰ νὰ τοῦ δείξη, ὅτι ἐὰν βλέπη σ᾽ αὐτὸν καὶ ἔχη πίστη, μπορεῖ νὰ ξεπεράση κάθε φυσικὸ ἐμπόδιο καὶ νὰ φτάση σ᾽αὐτόν. Μὰ καὶ ἄν ὀλιγοπιστήση κάπου ὡς ἄνθρωπος, πάλι αὐτὸς εἶναι δίπλα του καὶ δὲν θὰ τὸν ἀφήση νὰ καταποντισθῆ μέσα στὰ ἄγρια κύματα τῆς θάλασσας τοῦ κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγαπᾶ τοὺς μαθητές του καὶ δὲν τοὺς ἐγκαταλείπει ποτέ, ἀλλὰ πάντα τοὺς προστατεύει καὶ τοὺς βοηθάει. Εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἔχει ὄχι μόνο τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ τὴ θεία δύναμη γιὰ νὰ σώση τοὺς ἁγίους ἀποστόλους του ἀπὸ ὅποιοδήποτε κίνδυνο καὶ ἄν βρεθοῦν ὡς ἄνθρωποι.
Στὸ πλοῖο αὐτὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅλη τὴν Ἐκκλησία του. Στὸ πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ βαίνουν ὅλοι οἱ πιστοί, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔλαβαν τὸ ἅγιο βάπτισμα. Κάθε χριστιανὸς εἶναι καὶ ἕνας ἐπιβάτης τοῦ ἀποστολικοῦ αὐτοῦ πλοίου. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ πλοίου αὐτοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία λέγεται καὶ Ἀποστολική. Ὁ πηδαλιοῦχος καὶ ὁδηγὸς αὐτοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός· αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ὁδηγεῖ καὶ κατευθύνει σωστὰ καὶ ἀλάνθαστα τὸ πλήρωμά του στὸ δρόμο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ μπῆκε μέσα στὸ πλοῖο αὐτὸ θὰ φτάση καὶ στὴν ἀπέναντι ὄχθη, ποὺ εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δὲν θὰ πνιχθῆ ὅσο μένει μέσα σ᾽ αὐτό.
Ἐμεῖς βλέπουμε στὴν Ἐκκλησία ἀνθρώπους νὰ διοικοῦν καὶ νὰ κατευθύνουν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα· βλέπουμε ὅμως ὅτι καὶ τὸ σκάφος τῆς Ἐκκλησίας νὰ χτυπιέται ἄγρια ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ὥστε νὰ κινδυνεύη νὰ καταποντισθῆ, ἀκοῦμε τὶς φωνὲς τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ φωνάζουν κατατρομαγμένοι ὅπως ἐδῶ     οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, καὶ πολλοὶ νὰ λέγουν· πάει ἡ Ἐκκλησία, χάθηκε. Ἐπάνω ὅμως στὸ ὄρος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ προσεύχεται γιὰ τὴν Ἐκκλησία του στὸ Θεὸ Πατέρα, ὁ ὁποῖος τώρα κατεβαίνει μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο, περπατάει ἐπάνω στὰ νερὰ καὶ προχωρεῖ πρὸς τοὺς μαθητές του. Ἔρχεται γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύση στὸ ἔργο τους, ὥστε τὸ πλοῖο νὰ φτάση στὴν ἀπέναντι ὄχθη χωρὶς νὰ χαθῆ κανεὶς ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ εἶναι μέσα σ᾽ αὐτό. Τοὺς λέγει καθαρά, γιατί αὐτοὶ φοβήθηκαν μὲ τὴν παρουσία του· «Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμι».
Πόσο παρήγορη εἶναι ἡ φωνὴ αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Οἱ μαθητὲς παίρνουν θάρρος, καὶ ὁ Πέτρος ζητάει νὰ περπατήση καὶ αὐτὸς ἐπάνω στὰ νερὰ σὰν τὸν Κύριο, καὶ τὸ κάνει ὅσο βλέπει στὸ Χριστὸ· καὶ τότε μόνο ἀρχίζει νὰ καταποντίζεται, ὅταν χάνη τὴν πίστη του, ὅταν δὲν κοιτάζη στὸν Κύριο. Δίπλα του εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ τὸν σώζει. Ἀνεβαίνουν μαζὶ στὸ πλοῖο καὶ ἡ θάλασσα ἀμέσως κοπάζει, γιατί καμία δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθῆ στὸ Χριστό ὅσο δυνατὴ καὶ ἄν φαίνεται, ἀφοῦ τὰ πάντα ὑπακούουν στὸν Κύριο καὶ ὑποτάσσονται σ᾽αὐτόν, καὶ ἡ θάλλασα καὶ ὁ ἄνεμος. Ὅλοι ὅσοι εἶναι μέσα στὸ πλοῖο τὸν προσκυνοῦν καὶ τὸν ὁμολογοῦν καὶ λέγουν· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν.
π. Γ.Δ.Σ.                                 
                              

Τὸ καναρίνι!…Κυριακή Θ΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

Τὸ καναρίνι!…
«Ὀλιγόπιστε! εἰς τὶ ἐδίστασας;»
Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄22-34)
(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας
Εἶναι ἀληθινὰ συγκλονιστιὴ καὶ πολὺ διδακτικὴ ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ, ἀγαπητοί.
Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων καὶ τὴν ἀγαλλίασιν ποὺ ἐδοκιμασαν οἱ μαθηταὶ ἀπὸ τὸ ἐκπληκτικὸν γεγονός, ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολὴν νὰ ἐπιβιβασθοῦν εἰς τὸ πλοῖον καὶ νὰ πλεύσουν πρὸς τὴν Καπερανούμ. Ἡ ἐντολὴ ἐξετελέσθη ἀμέσως. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μαζὺ των. Ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος μόνος. Ὅλην τὴν νύκτα σχεδὸν ἦτο ἐκεῖ, προσευχόμενος.
Οἱ μαθηταὶ ἐν τῷ μεταξὺ δοκιμάζονται εἰς τὴν θάλασσαν. Κύματα πελώρια ὀρθώνονται καὶ τὸ πλοιάριον κινδυνεύει νὰ καταποντισθῇ. Πλησιάζει νὰ ξημερώσῃ. Αἴφνης ἔντρομοι οἱ μαθηταὶ διακρίνουν μίαν σκιὰν βαδίζουσαν ἐπὶ τῶν κυμάτων. Δὲν ἡμποροῦν ἀκριβῶς νὰ διακρίνουν τί εἶναι. Τὰ μέλη των παραλύουν. Ἡ καρδιὰ των κτυπᾶ δυνατά. «Φάντασμα»!, φωνάζουν τρομαγμένοι. Τὴν ἴδιαν ὅμως στιγμὴν ἀκούεται γλυκειὰ ἡ θεία φωνὴ τοῦ Διδασκάλου· «Μὴ φοβεῖσθε, ἐγὼ εἶμαι· ἔχετε θάρρος». Ἦτο ὁ Ἰησοῦς.
Τότε ὁ Πέτρος, ὁρμητικὸς ὅπως πάντα, ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ βαδίσῃ καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῶν κυμάτων.  Καὶ ὅταν τὴν ἐπῆρε, ἐπήδησεν ἐπάνω εἰς τὰ νερά. Καὶ νὰ, βαδίζει καὶ αὐτός, ὡσὰν νὰ εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Δὲν μένει παρὰ ὁλίγη ἀπόστασις διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν Χριστόν.
Αἴφνης λιποψυχεῖ. Ὁ ἄνεμος σηκώνει κύμα ἀπειλιτικά. Ἀρχίζει νὰ βυθίζεται.  Τὸ θάρρος τὸν ἔχει ἐγκαταλείψει. «Κύριε, σῶσον με», φωνάζει μὲ ἀγωνίαν.  Καὶ ὁ Χριστὸς ἁπλώνει τὸ ἅγιο χέρι Του, τὸν πιάνει, τὸν ἀνασύρει ἀπὸ τὰ κύματα καὶ τοῦ λέγει ἐπιτιμητικά. «Ὀλιγόπιστε, εἰς τὶ ἐδίστασας;»
Εἰς τὶ ἐδίστασας;
Νά κάτι, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν μεγαλυτέραν προσοχήν. Ἄς τὸ μελετήσωμεν δι’ αὐτὸ βαθύτερον.
1.Τὰ κύματα.
Ὅταν, ἀγαπητοί, ἐξεκίνησαν οἱ Μαθηταί, ἡ θάλασσα ἦταν ἥσυχη. Λεπτὸ ἀεράκι ἐφούσκωνε τὰ πανιὰ τοῦ πλοιαρίου. Τίποτε δὲν προεμήνυε τὴν θύελλαν…
Αἴφνης ὅμως ἡ σκηνὴ ἀλλάσσει. Τὴν γαλήνην τὴν διαδέχεται ἡ τρικυμία. Σφοδρὸς ἄνεμος σηκώνει τεράστια κύματα, ποὺ κτυποῦν ἀλύπητα τὸ μικρὸ καράβι. «Ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος», σημειώνει ὁ Ἱερὸς Εὐγγελιστὴς.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ζωήν. Ἀμέριμνοι καὶ ἡμεῖς πολλάκις ταξιδεύομεν εἰς τὸ πέλαγος τοῦ βίου. Διερχόμεθα τὰ νεανικὰ μας χρόνια ἤρεμα, ἐλπιδοφόρα. Πλάθομεν ὄνειρα.  Καταστρώνομεν σχέδια.  Καὶ αἴφνης ὅλα μεταβάλλονται.  Πεθαίνει ὁ πατέρας καὶ ἡ πεῖνα ἀπειλεῖ τὴν οἰκογένειαν. Ἀρρωσταίνει ἡ μητέρα καὶ ἑρημώνονται τὰ πάντα στὸ σπίτι. Ἀνατρέφει ἡ μητέρα μὲ λαχτάρα τὸ παιδί της, καὶ ὅταν ἔρχετα ἡ ὤρα νὰ χαρῇ κι αὐτή, περιπέτειαι ἀπρόβλεπτοι ἤ τὸ ξαπλώνουν νεκρὸ στὸ φέρετρο ἤ τὸ ρίπτουν ἀνάπηρο στὸ κρεββάτι.
Ἐπιστρέφει τὸ βράδυ ὁ σύζυγος ἀπὸ τὴν ἐργασία, μὲ καρδιὰ γεμάτη πόνο καὶ πικρία.  Καὶ ἀντὶ νὰ εὕρῃ στὸ σπίτι τὴ γαλήνη, συναντᾷ τὴν γκρίνια, τὰς συγκρούσεις.  Καὶ ὁ πόνος του διπλασιάζεται.
Περιμένει ἡ σύζυγος τὸν συντροφό της τὸ μεσημέρι καὶ τὸν βλέπει τὸ μεσονύκτιον νὰ ἔρχεται μὲ μάτια ποὺ πετοῦν φλόγες ἀπὸ τὸ πιοτό, μὲ καρδιὰ ἐπαναστατημένη, διότι ἔχασε στὸ χαρτοπαίγνιο.
Καὶ μαζεύεται σὲ μιὰ γωνιὰ φοβισμέη καὶ δυστυχής.
Ὁ ἕνας, χωρὶς νὰ πταίῃ, δέχεται τὴ μαχαιριὰ τῆς συκοφαντίας, ἡ ὁποία τοῦ κόβει τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν του.
Ἡ ἄλλη, ἐξ αἰτίας τῆς συκοφαντίας, βλέπει νὰ συντρίβεται ἡ εὐτυχία τῆς οἰκογενείας της. Αὐτὸς δὲν τὴν α αἰτίαν, ἐκείνη διὰ τὸν β΄ λόγον, θρηνοῦν καὶ πονοῦν.
Ναὶ, αὐτὸς εἶναι ὁ βίος…. Κύματα, ποὺ ὑψώνονται καὶ χτυποῦν τὸ καράβι τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.  Συχνὰ ἀσταμάτητα.  Μὲ ὁρμὴν καὶ μανίαν…..
2. Τὸ λάθος.
Οἱ Μαθηταὶ ἀγωνίζονται. Παλαίουν μὲ τὴν μανίαν τῶν κυμάτων.  Προσπαθοῦν νὰ συγκρατήσουν ὄρθιον τὸ πλοιάριοιν, ποὺ στριφογυρίζει σὰν ἄχυρο.  Τὰ γόνατά των παραλύουν.  Τὰ χέρια τῶν εἶναι πλέον ἀνίκανα νὰ ὁδηγήσουν τὸ καράβι.  Αὐτοὶ, οἱ ψαράδες μὲ τὰ ἡλιοκαμένα σώματα, ποὺ ἀντίκρυσαν τόσες φουρτοῦνες, τώρα ἀπέκαμαν. Ἀφήνουν τὰ κουπιά. Ἔσβησεν ἡ ἐλπίδα των. Ἡ θάλασσα θὰ γίνῃ ὁ ὑγρὸς των τάφος.
Αὐτὸ παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς, συνήθως.  Μὲσα στὴ φουρτούνα τῆς ζωῆς, κάτω ἀπὸ τὸ συνεχὲς σφυροκόπημα τῶν ταλαιπωριῶν, ἡ ψυχή μας λυγίζει.  Τὰ χάνομεν.  Λιποψυχοῦμεν.  Ἀποκαρδιωνόμεθα.  Κοιτάζομεν νὰ κρατήσωμεν τὸ καράβι τῆς ζωῆς μας ὄρθιο στὰ κύματα τῶν πόνων, τῶν ἀτυχημάτων, τῶν περιπετειῶν. Ἀλλ’ εἶναι τόσον δύσκολον μόνος του κανεὶς νὰ νικήσῃ!  Συχνὰ ἐγκαταλείπεται ὁ ἀγών.  Καὶ τερματίζεται, ἐνίοτε βιαίως ὁ βίος.  Μὲ μίαν σφαῖραν στὴν καρδιά. Ἤ μὲ ἕνα δηλητήριον….. Ἤ ἄν δὲν γίνῃ αὐτὸ, ἡ ψυχὴ πάντως εἶναι νικημένη καὶ ἀνίσχυρη διὰ τὸν ἀγῶνα.  Τὸ σῶμα τότε ἁπλῶς ζῇ, χωρὶς ἡ καρδιὰ νὰ φλογίζεται ἀπὸ πόθους ὡραίους καὶ εὐγενικὰ ὄνειρα…
Καὶ τοῦτο διότι, στὶς περιπτώσεις αὐτές, ὁ ἄνθρωπος κάνει τὸ λάθος νὰ παλεύῃ  μ ό ν ο ς  τ ο υ!  Χωρὶς τὴν θείαν βοήθειαν.  Χωρὶς τὸν  «ἰσχυρὸν Βραχίονα».  Ὅποιοι λησμονοῦν τὴν κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Χριστοῦ: «Χωρὶς Ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδἐν» ( Ἰωάν. ιε΄, 5), στὸ τέλος βλέπουν ἐρείπια τὰ πάντα στὴ ζωή τους.  Τὰ πάντα..
3.Ἰησοῦς Χριστός.
Ἄς ἐπανέλθωμεν ὅμως εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν ἀφήγησιν.  Τὴν περιπέτειαν τῶν μαθητῶν Του τὴν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος, καίτοι ἦτο εἰς τὸ ὄρος προσευχόμενος.  Καὶ ὅταν, κατὰ τὰ ξημερώματα, ἤρχετο πρὸς τὸ πλοῖον, περιπατῶν ἐπὶ τῶν κυμάτων, καὶ οἱ μαθηταῖ ἐφοβήθησαν, διότι τὸν ἐθεώρησαν ὡς φάντασμα, ὁ Χριστὸς ἀπήντησε. «Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε».  Καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγον ὁ Πέτρος ἤρχισε νὰ βυθίζεται καὶ ἐφώναξε ἔντρομος· «Κύριε, σῶσόν με», ὁ Ἰησοῦς τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ εἶπε· «Ὀλιγόπιστε, εἰς τὶ ἐδίστασας»;
Ἔχετε, τοὺς λέγει, κοντά σας τὸν Δημιουργόν, τὸν Ἐξουσιαστήν, τὸν Παντοδύναμον Κυρίαρχον.  Μὴ φοβεῖσθε.  Πάρετε θάρρος.  Μὴν εἶσθε ὀλιγόπιστοι.  Μὴν τὰ χάνετε. Ἐμπιστευθῆτε τὴν ζωὴν σας καὶ τὴν σωτηρίαν σας εἰς Ἐμέ. Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω τὴν δύναμιν νὰ περιπατῆτε ἐπάνω εἰς τὰ κύματα τοῦ βίου, χωρὶς νὰ καταποντίζεσθε. Ἐγὼ θὰ σᾶς ὁπλίσω μὲ πνοήν, ὥστε νὰ κατανικήσητε τὶς δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ τῶν ψυχῶν σας, τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ ἀναδειχθῆτε «τέκνα φωτὸς καὶ ἀληθείας». «Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. ι΄, 19).
Μὴ εἶσθε, λοιπόν, ὀλιγόπιστοι, διότι τότε οὐδεμία ἄλλη ἀνθρωπίνη δύναμις, οὔτε ἡ ἐπιστήμη καὶ αἱ τέχναι, οὔτε ἡ πρόοδος καὶ ὁ πολιτισμὸς, θὰ σᾶς σώσουν.  Στηριχθῆτε μόνον εἰς τὸ παντοδύναμο χέρι Μου καὶ προχωρεῖτε.
Ὅσοι Τὸν ἐπίστευσαν, ὅσοι ἀληθινὰ ἐστήριξαν τὴν ζωήν των εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν, αἰῶνας τώρα, εὑρῆκαν τὴν γαλήνην, τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν νίκην. Ὁ οἰκογενειάρχης τὴν ὁμόνοιαν. Ὁ κατατρεγμένος τὴν προστασίαν. Ὁ συκοφαντημένος τὴν δικαίωσιν. Ἡ χήρα, τὴν ὑποστήριξιν.  Τὸ ὀρφανὸ, τὴν κηδεμονίαν. Ὁ ἀσθενής, τὴν καρτερίαν καὶ τὴν ὑπομονήν. Ὁ καθένας, ποὺ εἶχε πόνον, καὶ πληγὴν εἰς τὴν καρδίαν του, τὸ παυσίπονον καὶ τὴν θεραπείαν.
Δι’ ὅλους ὁ Χριστὸς, καθὼς κυλοῦν τὰ χρόνια, ἔγινε καὶ γίνεται προστάτης, ἐνισχυτής, σωτὴρ ψυχῶν καὶ σωμάτων. Ἀόρατος, παραστέκει ὅπως ἡ μητέρα στὸ παιδί της. Ἕτοιμος νὰ σπεύση στὴν πρόσκλησί μας· νὰ ἁπλώσῃ τὸ χέρι Του καὶ νὰ μᾶς πῆ: «Θάρρος.  Μὴ φοβεῖσαι. Εἶμαι μαζύ σου….».
Ναὶ!  Εἶμαι μαζὺ σου!
Τὶ γλυκειά· τὶ παρηγορητικὴ διαβεβαίωση!
Ἀγαπητοί,
Σ’ ἕνα Ἀγγλικὸ σιδηροδρομικὸ σταθμό, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, συνεκρούσθησαν δύο ἁμαξοστοιχίες μὲ ἀναρίθμητα θύματα.
Τὸ γεγονὸς συνεκλόνισε τὴν παγκόσμιο εἰδησεογραφία. Ἀνάμεσα ὅμως στὰ ἀλληλοσφηνωμένα βαγόνια, τὰ συντρίμμια, τὰ πολτοποιημένα κορμιά, τὶς κραυγές, τοὺς θρήνους καὶ τὸν ὀδυρμό, βρέθηκε καὶ ἕνα κλουβί μὲ ἕνα καναρίνι, ποὺ ξένο πρὸς τὸν ἀνθρώπινο θρῆνο, τραγουδοῦσε ἤρεμο καὶ εὐχαριστημένο.
Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὸν πιστόν. Ἐπάνω ἀπὸ τὰ συντρίμματα, ποὺ ἀφήνουν αἱ θλίψεις, τὰ βάσανα, ὁ θάνατος ἀκόμη, ὁ Χριστιανός, ποὺ αἰσθάνεται στὴν πορεία του τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, μένει ἤρεμος καὶ γαλήνιος καὶ τραγουδάει ἁπαλὰ τὸν ὕμνο τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς πίστεως εἰς τὸν Σωτῆρα Χριστόν.
Ὅπως ἀκριβῶς στὸ χαλασμὸ τῶν συντριμμάτων τραγουδοῦσεν ἤρεμα ἐκεῖνο τὸ ἀθῶο καναρίνι…
Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.91-95)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία 
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου

Ματθαίου  ιδ΄ 22 – 34
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐπέδειξε πραγματικὰ μεγάλη τόλμη καὶ θάρρος, ὅταν ζήτησε νὰ περπατήσει πάνω στὴ γεμάτη τρικυμίες καὶ φουρτοῦνα θάλασσα. Μπορεῖ βέβαια ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ νὰ ἦταν ἐξοικειωμένος μὲ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο λόγω τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶχε καὶ πικρὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὸ θυμὸ τῆς θάλασσας ὅταν ξεσποῦσαν φουρτοῦνες.
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἔκανε τώρα νὰ ἀψηφᾶ μὲ τόση περιφρόνηση τὸν φόβο τῶν κυμάτων καὶ τὸν κίνδυνο τοῦ καταποντισμοῦ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ μεγάλη ἀγάπη πρὸς τὸν Διδάσκαλό του, τὸ Χριστό. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξεδήλωσε ἔντονη ἐπιθυμία νὰ σπεύσει νὰ πάει κοντά Του. Ἔστω καὶ ἂν χρειαζόταν νὰ περπατήσει πάνω στὰ κύματα.
Ὡστόσο, ἡ ὀλιγοπιστία ποὺ τὸν κυρίευσε ἐκείνη τὴ στιγμὴ παραλίγο νὰ τοῦ στερήσει τὴ χαρὰ νὰ ξαναβρεθεῖ κοντὰ στὸν Κύριο. Εἶχε ξεκινήσει μὲ μεγάλη πίστη καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι πέτυχε τὸ ἀνθρωπίνως ἀδύνατον. Ὅμως στὴν κρίσιμη στιγμὴ δὲν ἔμεινε σταθερὸς μέχρι τέλους στὴν πίστη του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βρεθεῖ μπροστὰ στὸν κίνδυνο τοῦ καταποντισμοῦ. Καὶ ὅμως, ὁ Πέτρος εἶχε ἔντονη τὴν ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ποὺ ἀποβαίνει τόσο σωτήρια στὴ ζωή μας.
Ὅταν καὶ ἐμεῖς βρισκόμαστε μπροστὰ στὶς τρικυμίες τῆς ζωῆς, τὶς δυσκολίες καὶ τὶς δοκιμασίες, δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ μᾶς καταλαμβάνει ἡ ὀλιγοπιστία καὶ μᾶς λυγίζει, ὅπως στὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Πέτρο. Αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν ἐναποθέτουμε πάντοτε μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό μας στὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, οὔτε καὶ θυμούμαστε ἀδιάλειπτα τὴν παντοδυναμία Του, ἀλλὰ καὶ τὴν πανταχοῦ παρουσία Του.
Εἶναι οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες κατὰ τὶς ὁποῖες στηριζόμαστε περισσότερο στὶς δικές μας δυνάμεις ποὺ δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ μᾶς προδίδουν καὶ μᾶς ἐγκαταλείπουν. Στηριζόμαστε ἀκόμα στὴν ἀνθρώπινη λογικὴ ποὺ συχνὰ φαντάζει τόσο ἄλογη μπροστὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ ἐπιτυγχάνουμε τὰ πάντα. Ὅταν ὁ Πέτρος ἐμφάνισε συμπτώματα ἐλλείμματος πίστης, τότε ὁ Κύριος τὸν ἀποκάλεσε ὀλιγόπιστο. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πρῶτο βῆμα ποὺ ἔκανε νὰ περπατήσει στὰ κύματα, τὸ κατάφερε μὲ τὴν πίστη ποὺ διέθετε. Στὸ δεύτερο ὅμως ποὺ βυθίστηκε στὰ βαθειὰ νερὰ ἀπέτυχε γιατί φοβήθηκε τὸν ἰσχυρὸ ἄνεμο. Ὁ ἄλλοτε τολμηρὸς μαθητὴς δὲν εἶχε σκεφθεῖ σίγουρα ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἐνίσχυσε καὶ περπάτησε στὰ κύματα θὰ τὸν ἐνίσχυε γιὰ νὰ ἀντισταθεῖ καὶ στὸν ἰσχυρὸ ἄνεμο.
Πόσο διδακτικὴ ἀλήθεια εἶναι ἡ διήγηση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ τόσο ὄμορφα ξετυλίγεται μπροστὰ μας σήμερα. Μήπως καὶ ἐμεῖς πολλὲς φορὲς δὲν ξεκινᾶμε μὲ πολὺ μεγάλη λαχτάρα γιὰ νὰ βρεθοῦμε κοντὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καὶ νὰ αἰσθανόμαστε ἔτσι ἀσφάλεια; Ξεκινᾶμε μὲ μεγάλο πόθο ἀλλὰ καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ, γιὰ νὰ βρεθοῦμε κοντὰ σὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ Ζωή, τὸ Φῶς, ἡ μεγάλη μας Ἐλπίδα. Μένουμε ὅμως μέχρι τέλους σταθεροὶ στὴν πίστη;
Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, μπορεῖ οἱ φουρτοῦνες καὶ οἱ τρικυμὲς τῆς ζωῆς νὰ ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ οἱ δοκιμασίες νὰ ἐμφανίζονται σὲ κάθε μας βῆμα. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουμε ὅτι στὸ τιμόνι τοῦ καραβιοῦ τῆς ψυχῆς μας στέκει πάντοτε ὁ Χριστός, ὁ μόνιμος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγός. Καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἁπλώσει τὸ προστατευτικὸ καὶ πανίσχυρο χέρι Του γιὰ νὰ μᾶς στηρίζει στὶς περιπτώσεις ποὺ αἰσθανόμαστε ὅτι βυθιζόμαστε. Γιατί λοιπὸν νὰ κλονιζόμαστε καὶ νὰ δειλιοῦμε ὅταν εἴμαστε βέβαιοι ὅτι κοντὰ μας ἔχουμε πάντοτε τὸν Παντοδύναμο Κύριο; Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ἀβοήθητους σ’ ἕνα τόσο ὡραῖο ἀγῶνα στὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος μᾶς κατευθύνει καὶ μᾶς καθοδηγεῖ; Ἡ ἰσχυρὴ διαβεβαιώσή Του “οὐ μή σέ ἀνῶ˙ οὐδ’ οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω” ἀποτελεῖ τὸν δείκτη ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς παρακινεῖ σὲ μία πορεία ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξασφαλίζει τὴ σωτηρία μας ἀπὸ τοὺς ὁποιουσδήποτε κινδύνους καὶ τὶς παγίδες τῆς ζωῆς. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ὁ νοῦς χωρὶς τὴ νήψη βλέπει φαντάσματα




Οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὅπως ἔδειξαν σὲ κάποιες περιπτώσεις κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τρίχρονης σχέσεώς τους μαζί του, δὲν διέθεταν πάντοτε τὴν ἀναγκαία νήψη, προκειμένου νὰ ἀντιληφθοῦν κάποια σημαντικὰ γεγονότα ἢ νὰ κατανοήσουν ὀρθῶς κάποιους λόγους του ἢ ἐνέργειές του! Αὐτὸ συνέβη καὶ ὅταν τὸν εἶδαν κάποτε νὰ περιπατεῖ στὴν φουρτουνιασμένη θάλασσα. 

Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων, ὁ Κύριος ἀνάγκασε, εὐθὺς ἀμέσως, τοὺς μαθητές του νὰ ἀνεβοῦν στὸ πλοῖο, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδος, νὰ τὸν περιμένουν ἐκεῖ, μέχρις ὅτου ἀπολύσει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νὰ ἐπιστρέψουν στὰ σπίτια τους. Ἐκεῖνος ὅμως, ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ πολλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.

Ἀλλά, ὅταν πλέον εἶχε ἀρχίσει νὰ νυκτώνει, τὸ πλοῖο μὲ τοὺς μαθητὲς βρέθηκε ξαφνικὰ στὸ μέσον τῆς θαλάσσης, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, λόγω τοῦ σφοδροῦ θαλάσσιου ἀνέμου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Κύριος εἶδε τὴν ταλαιπωρία αὐτὴ τῶν μαθητῶν του, πλησίασε κατὰ τὰ χαράματα, πρὶν ἀκόμα τὸ φῶς τῆς ἡμέρας φωτίσει τὰ πάντα, περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης.

Ποιὰ ἦταν ἡ πρώτη ἀντίδραση τῶν μαθητῶν σ' αὐτὴ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου τους στὴν καρδιὰ τῆς θαλασσοταραχῆς ποὺ τοὺς ταλαιπωροῦσε; Ἐχάρησαν καὶ ἠρέμησαν; Ὄχι βέβαια! Ἀντίθετα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ φαντασθοῦν ὅτι ὁ Κύριός τους, ἀκόμη καὶ χωρὶς θαλάσσιο μέσον, θὰ μποροῦσε νὰ σπεύσει στὴν βοήθειά τους, μέσα μάλιστα σὲ μιὰ ἀσταμάτητη θαλασσοταραχή, ἰδόντες αὐτὸν ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν, λέγοντες - μεταξύ τους - ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν! 

Δὲν φαντάζονταν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ Κύριος ἐκείνη ἡ μισοσκότεινη ἀνθρώπινη φιγούρα ποὺ εἶδαν κάποια στιγμὴ μέσα στὰ ἄγρια κύματα. Ἔτσι, μὲ θολωμένο τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν ταραχή, ἐνόμισαν ὅτι ἔβλεπαν φάντασμα καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν! 

Τί ἔκραξαν ἄραγε; ποιὸ ἦταν τὸ αἴτημα τῆς κραυγῆς τους; Τὸ εὐαγγελικὸ κείμενο δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐντοπισμοῦ κάποιου αἰτήματος. Πιθανῶς ἡ κραυγή τους νὰ εἶχε τὸ νόημα μιᾶς ἐκρήξεως ἀπελπισίας θανάτου. Μιᾶς ὁριστικῆς, τελεσίδικης ἀπελπισίας. Χαθήκαμε. 


Ὁ Κύριος, λοιπόν, ἐφάνηκε στοὺς μαθητές του ὡς φάντασμα. Ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν δὲν βρισκόταν, ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ, ΣΕ ΝΗΨΗ. Ἦταν ἑπομένως τυφλός. Μόνο ὁ νηπτικός, ὁ νήφων νοῦς μπορεῖ νὰ ἰδεῖ τὸν Κύριον σ' ὁποιαδήποτε κατάσταση. Ἀλλὰ δὲν ἦταν ἡ μοναδικὴ αὐτὴ περίπτωση ποὺ ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν ἦταν σκοτισμένος καὶ δὲν ἀνεγνώρισε τὸν Διδάσκαλο. 

Ἀργότερα, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάστασή του, ὅταν ξαφνικά, ἐνῶ τὸν θεωροῦσαν νεκρό, θὰ ἐμφανισθεῖ ἐνώπιόν τους, καὶ τότε θὰ τὸν ἐκλάβουν, θὰ τὸν θεωρήσουν ὡς πνεῦμα, ὡς φάντασμα· «πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν! Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν»; (Λουκ. 24, 37-38). 

Καὶ στὴν πρώτη περίπτωση τοῦ πλοίου καὶ στὴν δεύτερη αὐτὴ περίπτωση, οἱ μαθητές, ἰδόντες τὸν Κύριον, ἐταράχθησαν (Ματθ. 14,26). 

Ἡ ἀπουσία τῆς νήψεως προσφέρει χῶρο στὴν ταραχή, ἡ ὁποία προκαλεῖ ποικίλους διαλογισμούς! Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι νηφάλιος, δὲν φιλοξενεῖ στὸ νοῦ καὶ στὸ πνεῦμα του τὴν ἀρετὴ τῆς νήψεως, εἶναι ἀποδιοργανωμένος ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς. Βρίσκεται σὲ σύγχυση καὶ θαλασσοδέρνεται, ἀπὸ τὴν ταραχή, ἡ ὁποία μὲ τὴν παρουσία της ἀποκαλύπτει τὸ ξεσήκωμα ψυχικῶν κινήσεων καὶ διαλογισμῶν, οἱ ὁποῖοι θολώνουν τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ καὶ συσκοτίζουν τὸν φακὸ τῆς νήψεως. 

Ἡ τελευταία διαπίστωση δείχνει ὅτι ἡ ἀπουσία τῆς νήψεως τελικὰ συσκοτίζει καὶ διαταράσσει τὴν ἀξιολογικὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Ἰησοῦ! Ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὴν ψυχικὴ κατάσταση τοῦ «μαθητοῦ» τοῦ Ἰησοῦ, ἡ εἰκόνα τοῦ προσώπου του φωτοσκιάζεται ἢ συσκοτίζεται καὶ τότε ὁ προβληματισμένος συνειδητὸς πιστὸς βλέπει τὸ Χριστὸ ὡς φάντασμα ἢ πνεῦμα, ἁπλῶς σὰν ἕνα ἐνδιαφέροντα συνοδοιπόρο τῆς ζωῆς. Ὅπως στὴν περίπτωση τῶν δύο μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀμέσως μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὁδοιποροῦν μαζὶ του πρὸς Ἐμμαοὺς καὶ δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν! Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «καρδία» αὐτῶν ἦτο καιομένη κατὰ τὴν συνοδοιπορία αὐτή, ὁ νοῦς τους δὲν διέθετε τὴν νήψη, ἡ ὁποία θὰ ἔριχνε φῶς στὸ πρόσωπο τοῦ ἄγνωστου συνοδοιπόρου! 

Ναί! Ἡ ἀπουσία τῆς νήψεως σοῦ στερεῖ τὴν θέα τοῦ πραγματικοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ! 

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (ο περίπατος του Κυρίου πάνω στα νερά της λίμνης).

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, αποτελεί συνέχεια εκείνου που ακούσαμε την περασμένη Κυριακή, με το οποίο ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας είχε εξιστορήσει το θαύμα της διατροφής των πεντακισχιλίων. Σήμερα ακούσαμε για τον περίπατο του Κυρίου πάνω στα νερά της λίμνης. Αλλ’  ας δούμε τα συμβάντα λεπτομερέστερα και με τη σειρά τους.
Ο Κύριος στη Γαλιλαία πολλαπλασίασε θαυματουργικά, με τη θεϊκή του δύναμη, τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια. Έφαγαν και με αυτά χόρτασαν όλοι οι παρευρισκόμενοι που θα πρέπει να ήταν πάνω από 10.000. Ο κόσμος καθώς είδε το πραγματικά καταπληκτικό αυτό θαύμα θέλησε να ανακηρύξει τον Χριστό βασιλέα επίγειο, πράγμα που δεν είχε καμμιά σχέση με τον πραγματικό χαρακτήρα της παρουσίας και του έργου του. Γι’ αυτό υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι ακτή, αυτός δε διέλυσε τα πλήθη. Κατόπιν ανέβηκε μόνος στο κοντινό βουνό για να προσευχηθεί.
Ο Κύριος μας όχι μόνο στην περίπτωση αυτή αλλά και σε πολλές άλλες, ιδίως σε κρίσιμες και σημαντικές ώρες της επίγειας ζωής του κατέφευγε στην προσευχή. Και το παράδειγμά του, μπορεί και πρέπει ο καθένας μας να μιμηθεί. Πρέπει να είμαστε, και αν δεν είμαστε να γίνουμε, άνθρωποι προσευχής.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας έχει την δημόσια λατρεία με τις πάμπολλες ακολουθίες της. Γι’ αυτό υπάρχουν τα ποικίλα προσευχητάρια για τις κατ’ ιδίαν προσευχές, το πρωί, το βράδυ, πριν και μετά το φαγητό και σε πολλές άλλες περιστάσεις, γι’ αυτό υπάρχει στην ορθόδοξη παράδοσή μας η «ευχή», το « Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Χρειάζεται δε να τονιστεί, ότι η προσευχή δεν θα πρέπει να είναι μια ευκαιριακή εκδήλωση της θρησκεύουσας ψυχής, κάτι δηλαδή που θα γίνεται μόνο σε κάποιες τακτές ώρες ή όταν το καλούν κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις. Η προσευχή ως κοινωνία με τον Θεό πρέπει να είναι συνεχής. Δεν είναι καθόλου σχήμα υπερβολής το «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (να προσεύχεσε χωρίς διακοπή) του απ. Παύλου ή το «μνημονευτέον θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευ­στέον» (αναγκαιότερη η μνήμη του Θεού από την αναπνοή) του αγ. Γρηγορίου Θεολόγου· για τον απλό λόγο ότι η διακοπή της προσευχής, η απομάκρυνση του νου από τον Θεό, την πηγή της ζωής είναι απομάκρυνση από τη ζωή, πορεία προς τον πνευματικό θάνατο.
Εύλογα όμως θα ρωτήσει κάποιος· είναι δυνατόν συνέχεια να απασχολώ το νου μου με την προσευχή; Ή μπορώ να προσεύχομαι και ταυτοχρόνως να ασχολούμαι με τα συχνά δύσκολα προβλήματα της καθημερινής ζωής;
Ναι. Ανθρωπίνως αυτό είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο. Είναι όμως δυνατόν, όταν με τις κατάλληλες προϋποθέσεις έλθει το άγιο Πνεύμα και προσεύχεται αυτό αδιαλείπτως στην καρδιά μας. Η προσευχή αυτή επειδή ακριβώς την κάνει μέσα μας το άγιο Πνεύμα, ούτε εμποδίζει ούτε εμποδίζεται από οποιαδήποτε άλλη απασχόληση, ούτε και από τον ύπνο. Όμως το θέμα χρειάζεται περεταίρω ανάλυση η οποία ξεφεύγει από τα στενά όρια του σημερινού μας κηρύγματος. Ίσως την επιχειρήσομε σε κάποια άλλη ευκαιρία. Τώρα την αντιπαρερχόμαστε για να προχωρήσομε στην ευαγγελική διήγηση.
 Βράδιασε και καθόλη τη νύκτα, το πλοίο με τους μαθητές, στη μέση της λίμνης, υπό την επίδραση αντίθετου ανέμου, «ἦν βασανιζόμενον ὑπό τῶν κυμμάτων». Ο Χριστός τους πλησιάζει περπατώντας πάνω στα νερά. Οι μαθητές νομίζουν ότι είναι φάντασμα, τρομάζουν και βάζουν τις φωνές. Ο Κύριος τους καθησυχάζει· έχετε θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε. Και ο Πέτρος· Κύριε, αν είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έλθω κοντά σου περπατώντας πάνω στα νερά. Και πράγματι αυτός με το «έλα» του Χριστού αρχίζει να περπατά στην επιφάνεια της λίμνης. Καθώς όμως βλέπει δυνατό τον άνεμο φοβάται, και καθώς φοβάται αρχίζει να βυθίζεται και τότε φωνάζει· Κύριε σώσε με. Ο Χριστός τον πιάνει, τον γλυτώνει και του λέγει· ολιγόπιστε γιατί δίστασες; Γιατί σ’ έπιασε η αμφιβολία;
Ο Πέτρος λοιπόν ενόσω προσέχει στον Χριστό, βασίζεται, εμπιστεύεται σ’ αυτόν είναι ανοικτός και δεκτικός στη δύναμη, στη χάρη του Χριστού. Και αυτή η θεϊκή δύναμη τον κρατά και δεν βυθίζεται. Όταν όμως με την αμφιβολία απομακρύνεται από το Χριστό, όταν στρέφει την προσοχή και την ελπίδα του σε κάτι άλλο και βασικά στη δική του αδυναμία, τότε εγκαταλείποντας τη χάρη δικαίως εγκαταλείπεται από αυτή και έτσι βουλιάζει.
Και εμείς που διαπλέουμε το πέλαγος της παρούσας ζωής και μάλιστα στη δύσκολη συγκυρία, ενόσω με την ζωντανή πίστη και παρά τις οποιεσδήποτε δυσκολίες διατηρούμε την κοινωνία μας με τον Χριστό δεν έχομε τίποτε να φοβηθούμε. Το άγχος θα είναι ξένο για μας. Είμαστε δικοί του, μέλη του σώματός του, είναι δυνατόν να μας αφήσει να χαθούμε; Αδύνατον.
Όχι ότι όλα θα είναι ρόδινα. Προβλήματα θα υπάρχουν. Αν όμως τα βλέπομε με την πίστη, δηλ. ότι ο Θεός και αυτά τα γνωρίζει και αυτά τα επιτρέπει για το καλό μας και έτσι τα σηκώνουμε με υπομονή και ευχαριστία, τότε τα μεταβάλουμε σε ευλογίες. Αυτά που άλλους τους απομακρύνουν από το Θεό, εμάς θα μας ενώνουν περισσότερο με το Χριστό. Έτσι η πίστη θα γίνει γνώση βέβαιη και εκ πείρας πλέον θα ομολογούμε για το Χριστό, όπως οι μαθητές του στο πλοιάριο, «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός εἶ». Αμήν.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...