Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Σύ­να­ξις τῶν ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ«Τὶ ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅ­τι μι­μνή­σκῃ αὐ­τοῦ,ἤ υἱ­ός ἀν­θρώ­που ὅ­τι ἐ­πι­σκέ­πτῃ αὐ­τόν;»


(Ἑ­βρ. β΄ 2-10)

«Τὶ ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅ­τι μι­μνή­σκῃ αὐ­τοῦ,ἤ υἱ­ός ἀν­θρώ­που ὅ­τι ἐ­πι­σκέ­πτῃ αὐ­τόν;»

Σή­με­ρα, ἀ­δελ­φοί μου, ἑ­ορ­τά­ζουν ἀ­να­ρίθ­μη­τα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἄγ­γε­λοι καί ἀρ­χάγ­γε­λοι. Ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή μᾶς βο­η­θᾶ νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων καί νά τούς τι­μή­σου­με ὅ­πως πρέ­πει. Στό πρῶ­το ἄρ­θρο τοῦ «Πι­στεύ­ω» ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι «ποι­η­τής οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, ὁ­ρα­τῶν τέ πάν­των καί ἀ­ο­ρά­των».


Ὁ Θε­ός ἔ­φτια­ξε τά ὁ­ρα­τά καί τά ἀ­ό­ρα­τα. Ὁ­ρα­τά εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να πού βλέ­που­με μέ τά μά­τια μας ἤ μέ τή βο­ή­θεια ὀρ­γά­νων καί δι­α­κρί­νον­ται σέ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες. Στήν πρώ­τη αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν, ὅ­πως τά βου­νά, τά λαγ­κά­δια, οἱ πο­τα­μοί, οἱ θά­λασ­σες. Στή δεύ­τε­ρη ἀ­νή­κουν αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν καί αὐ­ξά­νον­ται. Ρί­χνου­με ἕ­να σπό­ρο στή γῆ καί ἀ­π’ αὐ­τόν φυ­τρώ­νει ὁ­λό­κλη­ρο δέν­τρο. Τά φυ­τά καί τά ζῶ­α ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­τήν τήν κα­τη­γο­ρί­α.

Ὑ­πάρ­χει καί ἡ τρί­τη κα­τη­γο­ρί­α, ἡ ἀ­νώ­τε­ρη, στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει ὁ ἄν­θρω­πος, πού ἐ­κτός ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη καί τήν αὔ­ξη­ση ἔ­χει καί τή σκέ­ψη, τό μυα­λό, τήν ψυ­χή, πού τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει κο­ρω­νί­δα τῆς θεί­ας δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι δι­πλός, ὁ­ρα­τός καί ἀ­ό­ρα­τος. Ὁ­ρα­τό εἶ­ναι τό σῶ­μά του καί ἀ­ό­ρα­τη ἡ ψυ­χή του. Τό ὁ­ρα­τό τό βλέ­που­με. Τό ἀ­ό­ρα­το εἶ­ναι ἄ­γνω­στο. Βλέ­πεις ἕ­ναν χα­μο­γε­λα­στό ἄν­θρω­πο καί πᾶς νά τοῦ πεῖς κα­λη­μέ­ρα, σέ κοι­τά­ζει ἀ­μή­χα­να καί σοῦ βά­ζει τίς φω­νές. Μυ­στι­κός κό­σμος ἡ ψυ­χή τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που. Τό σῶ­μά μας συγ­γε­νεύ­ει μέ τόν ὑ­πό­λοι­πο ὁ­ρα­τό κό­σμο, τούς ἀγ­γέ­λους. Ὅ­λος ὁ ὑ­λι­κός κό­σμος ἔ­χει μι­κρή ἀ­ξί­α μπρο­στά στήν ἀ­ξί­α μιᾶς ψυ­χῆς. Γι’ αὐ­τό ὁ Χρι­στός μᾶς εἶ­πε: «Τί ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­άν κερ­δί­ςῃ τόν κό­σμον ὅ­λον καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ»;

Ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τά ζῶ­α καί τά ζῶ­α ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά φυ­τά καί τά φυ­τά ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά βρά­χια, ἔ­τσι ὑ­ψη­λό­τε­ρα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα πά­νω ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοι. Δέν ἔ­χουν σῶ­μα ὑ­λι­κό οἱ ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά λε­πτό­τα­το, αἰ­θέ­ριο, σχε­δόν ἄ­ϋ­λο. Καί λό­γῳ τῆς αἰ­θέ­ριας σύ­στα­σής τους κι­νοῦν­ται τα­χύ­τα­τα. Οἱ ἄγ­γε­λοι δέν εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Θε­ός ἀλ­λά κι­νοῦν­ται μέ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα.  Ἔ­τσι βλέ­πουν τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ, τόν ὑ­μνοῦν καί τόν δο­ξο­λο­γοῦν λέ­γον­τας τό «Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος Κύ­ριος Σα­βα­ώθ, πλή­ρης ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ τῆς δό­ξης σου». (Θ. Λειτ. Ἡσ. 6,3).

Ἐ­κτός ἀ­πό τούς ἀ­κα­τά­παυ­στους ὕ­μνους πρός τό Θε­ό οἱ ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δι­αγ­γε­λεῖς, πού με­τα­φέ­ρουν τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, φύ­λα­κες τῶν ἀν­θρώ­πων. «Ἄγ­γε­λον εἰ­ρή­νης, πι­στόν ὁ­δη­γόν, φύ­λα­κα τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των ἡ­μῶν» ζη­τοῦ­με κά­θε μέ­ρα στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δί­πλα μας. Τί με­γά­λο πράγ­μα εἶ­ναι αὐ­τό! Τό σκε­φτή­κα­με; Τό πι­στεύ­ου­με; Σέ κά­θε βῆ­μά μας ἔ­χου­με ἄγ­γε­λο φύ­λα­κα. Δί­πλα στόν κά­θε χρι­στια­νό ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού θά βα­πτι­σθεῖ μέ­χρι τήν ὥ­ρα πού θά ξε­ψυ­χή­σει, ἄγ­γε­λος πα­ρα­στέ­κει. Καί ὁ ἄγ­γε­λός μας χαί­ρει, ὅ­ταν ἐ­μεῖς κά­νου­με τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, λυ­πᾶ­ται δέ καί θρη­νεῖ ὅ­ταν ἐ­μεῖς τό πα­ρα­βαί­νου­με. «Χα­ρά γί­νε­ται ἐν οὐ­ρα­νῶ ἐ­πί ἐ­νί ἁ­μαρ­τω­λῶ με­τα­νο­οῦν­τι». (Λουκ. 15,10) Ὅ­ταν ἐ­δῶ πέ­φτει ἕ­να δά­κρυ με­τα­νοί­ας, στόν οὐ­ρα­νό οἱ ἄγ­γε­λοι πα­νη­γυ­ρί­ζουν. Ἔ­λε­γε ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός: «Ὅ­πως δέν τολ­μᾶς μπρο­στά σ’ ἕ­να μι­κρό παι­δί νά κά­νεις κά­ποι­α αἰ­σχρή πρά­ξη, ἔ­τσι καί μπρο­στά στόν ἄγ­γε­λό σου νά ζεῖς μί­α ζω­ή ἀ­κη­λί­δω­τη».

Ὁ ἄγ­γε­λος, λοι­πόν, εἶ­ναι τό ἀ­νώ­τε­ρο δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς οὐ­ρα­νούς. Ἀλ­λά καί ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­δῶ στή γῆ μπο­ρεῖ νά γί­νει ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος, νά μι­μη­θεῖ τούς ἀγ­γέ­λους, νά γί­νει ἔν­σαρ­κος ἄγ­γε­λος, ὅ­πως ἔ­γι­νε ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της, ὅ­σιοι καί ἀ­σκη­τές καί πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἔγ­γα­μοι καί ἄ­γα­μοι. Στόν κό­σμο τοῦ­το σή­με­ρα ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ὡς ὑ­λι­κά ὄν­τα καί τε­τρά­πο­δα, ἄλ­λοι ὡς ἄν­θρω­ποι καί ἄλ­λοι ζοῦν ὡς ἄγ­γε­λοι.

Πα­ρα­πά­νω, ὅ­μως, ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς ἀγ­γέ­λους εἶ­ναι ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός. Αὐ­τός πού κυ­βερ­νᾶ τά πάν­τα, πού κα­τέ­χει τά κλει­διά τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. «Εἷς ἅ­γιος, εἷς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός». Σ’ Αὐ­τόν ἁρ­μό­ζει τό εἰ­σα­γω­γι­κό χω­ρί­ο «Τί ἐ­στιν ἄν­θρω­πος». Πό­σο σπου­δαῖ­ο πλά­σμα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος καί τόν θυ­μᾶ­σαι, Κύ­ρι­ε; Τί εἶ­ναι τό παι­δί, ὁ ἀ­πό­γο­νος τοῦ ἀν­θρώ­που καί τόν προ­σέ­χεις, ἔρ­χε­σαι καί τόν βο­η­θεῖς;

Ἀ­δελ­φοί μου, πολ­λά κυ­ρί­ως ὑ­λι­κά καί ἀν­θρώ­πι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα θαυ­μά­ζου­με σή­με­ρα καί κά­ποι­α φυ­σι­κά το­πί­α, γιά τά ὁ­ποῖ­α, δυ­στυ­χῶς, θε­ο­ποι­οῦ­με τή φύ­ση καί λέ­με: «τί κά­νει ἡ φύ­ση!», ἀν­τί νά λέ­με: «Τίς Θε­ός μέ­γας ὡς ὁ Θε­ός ἡ­μῶν∙ Σύ εἶ ὁ Θε­ός ὁ ποι­ῶν θαυ­μά­σια μό­νος». Ἀ­γνο­οῦ­με, ὅ­μως, πώς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν ξα­να­βά­λει στόν Πα­ρά­δει­σο ὅ­που ἀ­νή­κει. Ἀ­μήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου