Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακὴ ιζ´(Β´Κορινθ. στ´16-ζ´1)



25 Σεπτεμβρίου 1966



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Γνώρισμα καὶ χρέος τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ἁγιοσύνη. Χριστιανὸς θὰ πῆ ἄνθρωπος ἅγιος. Καὶ ἅγιος θὰ πῆ ἁγνός, καθαρός, εἰλικρινὴς καὶ φωτεινὸς στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, δηλαδὴ στὰ φρονήματα καὶ τὰ αἰσθήματά του, στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις του, στὶς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς πόθους του, στὶς ἀναστροφὲς καὶ τὶς σχέσεις του. Ὁ χριστιανός, κάθε ἡμέρα ποὺ λέγει τὸ «Πάτερ ἡμῶν...», θυμᾶται τὸ χρέος του νὰ εἶναι ἅγιος· γιατί ὅποιος θέλει νὰ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ πὼς ὁ Θεὸς δὲν ξέρει γιὰ παιδιὰ του ἐκείνους ποὺ ἀμετανόητα ἁμαρταίνουν. Ἂς ἀκούσουμε τώρα στὸ σημερινὸ Ἀνάγνωσμα πῶς ὁ Ἀπόστολος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἁγιωσύνη τῶν χριστιανῶν, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ.

Ἀδελφοί, ἐσεῖς εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ζῆ στοὺς αἰώνας, καθὼς τὸ εἶπεν ὁ Θεός, ὅτι δηλαδὴ θὰ κατοικήσω ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς καὶ θὰ περπατήσω μαζί τους καὶ θὰ εἶμαι Θεός τους κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου. Γι' αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος· βγῆτε ἀπὸ μεταξύ τους καὶ ξεχωρίστε τὸν ἑαυτό σας καὶ μὴν πλησιάζετε στὴν ἁμαρτία κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ κοντὰ μου· καί, ὅπως πάλι λέγει ὁ παντοκράτορας Κύριος, θὰ εἶμαι σὲ σᾶς γιὰ πατέρας καὶ σεῖς θὰ εἴσασθε σὲ μένα γιὰ παιδιὰ καὶ θυγατέρες. Ἔχοντας λοιπὸν ἐτοῦτες τὶς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμὸ κι ἂς γινώμαστε ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τιμᾶ τοὺς Ἁγίους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου των. Κάθε χρόνο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὶς μνῆμες τῶν Ἁγίων, ἐπικαλεῖται τὶς εὐχὲς καὶ τὴν πρεσβεία τους κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ τοὺς παρουσιάζει ἐμπρὸς στὰ μάτια μας γιὰ ζωντανὰ παραδείγματα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Οἱ ἑορτὲς καὶ οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων εἶναι σὲ μᾶς οἱ ἄριστες εὐκαιρίες, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴ συνέχεια καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐδῶ καὶ στοὺς οὐρανούς, στὰ περασμένα χρόνια καὶ στὰ τωρινά, καὶ γιὰ νὰ μαθητέψουμε στὸ σχολεῖο τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῶν διδαγμάτων τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ βίος καὶ ἡ πείρα τῶν Ἁγίων εἶναι ὁ ὁδηγός μας γιὰ νὰ γινώμαστε κι ἐμεῖς ἅγιοι καὶ συγχρόνως εἶναι ἡ βεβαίωση πὼς τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστο κι ἡ ἁγιωσύνη δὲν εἶναι ἀκατόρθωτη. Οἱ Ἅγιοι, ποὺ τοὺς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία, εἶναι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἁπλὰ παραδείγματα γιὰ νὰ τὰ μιμηθοῦμε· εἶναι, ὅπως τὸ γράφει ὁ Ἀπόστολος σήμερα, ναοὶ «Θεοῦ ζῶντος»· καί, καθὼς τὸ διδάσκει ὁ Μέγας Βασίλειος, οἱ Ἅγιοι εἶναι «εἰκόνες ἔμψυχοι» τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν θὲς νὰ δῆς τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ἡ θεία Γραφή, πὼς ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ πλάσθηκε «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ», τὸ βλέπεις λοιπὸν στοὺς Ἁγίους της Ἐκκλησίας.

Ὅμως, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει κοντά μας τοὺς Ἁγίους, ἀφιερώνοντας τὴν κάθε ἡμέρά τοῦ χρόνου στὴ μνήμη τους, γιὰ νὰ ἁγιάση τὸ βίο μας καὶ γιὰ νὰ μᾶς θυμίση τὸ χρέος μας, ἐμεῖς μένουμε μᾶλλον μὲ τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ ἁγιωσύνη τώρα εἶναι πολὺ μακρυὰ ἀπό μᾶς, πὼς εἶναι κατόρθωμα τοῦ παλιοῦ καιροῦ, πὼς ἔκλεισε πιὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἁγίων μὲ ὅσους ἐμαρτύρησαν καὶ μὲ ὅσους ἀσκήτεψαν στὰ περασμένα χρόνια. Ἔτσι ἡ ἁγιωσύνη στὸ λογισμὸ μας εἶναι σὰν ἐκεῖνα τὰ παληὰ ἀντικείμενα, ποὺ τὰ βλέπουμε, τὰ μελετοῦμε ἤ καὶ τὰ θαυμάζουμε στὰ διάφορα μουσεῖα. Μὰ ἡ ἁγιωσύνη, χριστιανοί μου, δὲν εἶναι κειμήλιο στὸ μουσεῖο· εἶναι τὸ «σήμερα» στὴν Ἐκκλησία, εἶναι τὸ γνώρισμα καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν πάντα σὲ κάθε ἐποχή· εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποὺ δὲν εἶναι μόνο «μία», «καθολικὴ» καὶ «ἀποστολική», μὰ εἶναι καὶ «ἁγία». Πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ἁγία τὴν Ἐκκλησία σ' ὅλους τοὺς καιρούς, στοὺς περασμένους καὶ στοὺς τωρινούς· καὶ σ' ὅλους τοὺς τόπους, στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Σὲ πειράζει τάχα ποὺ πλεονάζει στὸν κόσμο ἡ ἁμαρτία; Σὲ σκανδαλίζει ποὺ βλέπεις ἐλλείψεις, καὶ μεγάλες ἐλλείψεις, στοὺς πιστοὺς ἤ καὶ στοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας; Μὴν κρίνεις «κατ' ὄψιν» καὶ μὴ γελιέσαι· εἶναι καὶ σήμερα μεταξὺ μας πολλοὶ ἅγιοι, κι ἂς μὴν τοὺς βλέπουμε, μάρτυρες καὶ ὅσιοι, ποὺ ἐπιτελοῦν ἁγιωσύνη. Γιατί ἡ ἁγιωσύνη ἐδῶ στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει ποτὲ στὴν τέλεια μορφή της, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὅριο καὶ τέλος στὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωση τῶν ἁγίων. Τὸ «ἐπιτελοῦντες», ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος, αὐτὸ θὰ πῆ, νὰ γινώμαστε κάθε μέρα ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι. Ἡ ἁγιωσύνη δὲν ἔχει τέλος καὶ τέρμα, εἶναι πορεία τελειώσεως· ἡ πορεία τῶν ἁμαρτωλῶν στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Γι' αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅταν ἑορτάζη μνήμη ἁγίου Μάρτυρος, λέγει· «Ξίφει τελειοῦται»· κι ὅταν ἑορτάζη μνήμη ὁσίου Ἀσκητοῦ, λέγει· «Ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται». Αὐτὸ τὸ «τελειοῦται» δὲν θέλει νὰ πῆ πὼς ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὸ τέλος τοῦ βίου του, ἀλλὰ πὼς πῆρε τὸ βαθμὸ τῆς τελειώσεώς του στὴν πορεία τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς του ζωῆς.

Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὸ «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην» προσθέτει τὸ «ἐν φόβῳ Θεοῦ». Τὸ ἴδιο πράγμα γράφει σὲ μιά του ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, λέγοντας· «ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε»· δηλαδή, νὰ περάσετε τὸν χρόνο τῆς ἐδῶ ζωῆς σας μὲ φόβο. Αὐτὰ θέλουνε νὰ ποῦνε πὼς ἡ ἁγιωσύνη δὲν κατορθώνεται παρὰ μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Γιατί καὶ ἡ ἁμαρτία, δηλαδὴ τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἁγιωσύνη, ὅπως διδάσκει κάπου ὁ Μέγας Βασίλειος, «κατ' ἀπουσίαν τοῦ θείου φόβου γίνεται». Ὅταν λείψη ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, τότε μήτε ἁγιωσύνη μήτε ἀρετὴ στέκει, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀδίσταχτοι δὲν ξέρουνε καὶ δὲν ἔχουνε ὅριο στὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τους καὶ φραγμὸ στὶς ἐγκληματικές τους πράξεις. Γι' αὐτὸ πάλι ἡ θεία Γραφὴ λέγει πὼς «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου»· ἀρχὴ καὶ βάση τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς, δηλαδὴ τῆς ἁγιωσύνης, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Γνώρισμα τῶν Ἁγίων εἶναι ὅτι φοβοῦνται· ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν μέσα τους ριζωμένο τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος βέβαια δὲν εἶναι εὐγενικὸ συναίσθημα, παρεκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γλυτώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἄλλο φόβο, ὅποιος δηλαδὴ φοβᾶται τὸ Θεὸ δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ τίποτ' ἄλλο. Συμβαίνει ὅμως νὰ μὴ φοβοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸ Θεὸ καὶ γι' αὐτὸ εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους φόβους. Οἱ φόβοι αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ φόβοι τῆς ἁγιωσύνης, εἶναι οἱ φόβοι τῆς ἁμαρτίας. Ὁ φόβος τῆς ἁγιωσύνης προηγεῖται καὶ μᾶς συγκρατεῖ, γιὰ νὰ μὴν πέσουμε καὶ νὰ μὴν ἁμαρτήσουμε· ὁ φόβος τῆς ἁμαρτίας ἀκολουθεῖ, ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ θείου νόμου, εἶναι ἔλεγχος καὶ συναίσθημα ἐνοχῆς καὶ προσμονὴ τῆς δίκαιης τιμωρίας ποὺ ἔρχεται. Ὁ φόβος γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «κόλασιν ἔχει»· πρόκειται γιὰ τὸ φόβο τῆς ἁμαρτίας, φοβόμαστε δηλαδὴ τὴ δίκαιη τιμωρία ποὺ μᾶς περιμένει, φοβόμαστε καὶ ντρεπόμαστε ἀκριβῶς ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στὸν Παράδεισο μετὰ τὴν παρακοή. Τέλος πάντων εἶναι κι αὐτὸς ὁ φόβος ὠφέλιμος, γιατί μπορεῖ νὰ ὁδήγηση στὴ μετάνοια. Μὰ τί νὰ πῆς γιὰ κείνους, ποὺ ξεπέρασαν τὰ ὅρια τοῦ φόβου; Γιὰ κείνους ποὺ μήτε πρῶτα μήτε ὕστερα φοβοῦνται; Αὐτοὶ πιὰ εἶναι πωρωμένοι ἄνθρωποι, ἔγινε πέτρα ἡ καρδιά τους. Ἄλλοι ὅμως ἀκοῦνε τὸν Εὐαγγελιστὴ ποὺ λέγει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ» καὶ ὅτι «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», ὅτι δηλαδὴ ὁποῖος ἀγαπᾶ δὲν φοβᾶται, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη διώχνει τὸ φόβο, ἀκοῦνε λοιπὸν τὸν Εὐαγγελιστὴ νὰ λέγη ἐτοῦτα τὰ λόγια καὶ θαρροῦνε πὼς μποροῦνε νὰ πετάξουνε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχουνε τάχα τὴν ἀγάπη. Μὰ κανένας, χριστιανοί μου, δὲν φθάνει στὴν ἀγάπη, ἂν δὲν ξεκινήση ἀπὸ τὸ φόβο· ὄχι τὸν κάθε φόβο, μὰ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἁγιωσύνη, ἡ ἀρετὴ δηλαδὴ τῶν Ἁγίων· μὰ κανένας δὲν προάγεται σὲ ἁγιωσύνη καὶ δὲν φθάνει στὴν τέλεια ἀγάπη, ἂν δὲν ἔχη μέσα του τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Τὸ λέγει καθαρὰ ὁ Ἀπόστολος καὶ δὲν χωρεῖ ἀντιλογία· «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ».



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ ἁγιωσύνη δὲν εἶναι μόνο ἀνθρώπινο κατόρθωμα· εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τὸν παράγει τὸ δένδρο τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, ριζωμένο στὸν ἀγρὸ τῆς πίστεως. Ἐσὺ πίστευε κι ἔχε φόβο Θεοῦ κι ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώση τὴ δύναμη νὰ εἶσαι ἅγιος. Ὅπου δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπιτελοῦν ἁγιωσύνη, δὲν προάγονται στὴν ἀρετή, δὲν ἀνεβαίνουν ἕνα ἕνα τὰ σκαλοπάτια τῆς τελειώσεώς των. Ἀντίθετα δικαιολογοῦνε τὴν ἁμαρτία γιὰ φυσικὸ πράγμα κι ἀντὶ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι, πέφτουν καὶ κάθε μέρα καταντοῦνε ὅλο καὶ πιὸ ἁμαρτωλοί. Μὴν ἔχοντας μέσα τους τὸ θεῖο φόβο, μένουνε ἀμετανόητοι, καὶ μένοντας ἀμετανόητοι, δὲν ἔχουνε τὴ θεία χάρη· ἡ ἀμετανοησία κλείνει τὴ θύρα τῆς θείας χάριτος. Ἡ ἁγιωσύνη εἶναι σωτηρία γιατί κανένας δὲν σώζεται, ἂν δὲν εἶναι ἅγιος. Ἂς ἔχουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς φόβο Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπιτελοῦμε ἁγιωσύνη, γιὰ νὰ βροῦμε σωτηρία μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου