Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 21, 2011

Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγίας Φωτεινής)- Πνευματικό ξεδίψασμα


Πνευματικό ξεδίψασμα
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
“ός δ’ άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον”.
Xριστός Ανέστη!
O Ιησούς συναντάται με την Σαμαρείτιδα.
Η συνάντηση αυτή αποτελεί ένα γεγονός που διακλαδώνεται μέσα από ζωηφόρα μηνύματα από τα οποία μπορεί να ξεδιψάσει πνευματικά ο κάθε άνθρωπος. Στο πρόσωπο της Σαμαρείτιδας γυναίκας, ο Χριστός συναντάται με ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία βρίσκεται βυθισμένη στο έρεβος της αμαρτίας και απεγνωσμένα επιζητεί στηρίγματα σωτηρίας που βέβαια μόνο ο Κύριος μας προσφέρει.
Ιδιαίτερα για το σημερινό άνθρωπο που έχει περιέλθει σε φοβερά αδιέξοδα που δεν του επιτρέπουν να αισθανθεί ότι το πρόσωπό του είναι εικόνα του Θεού, η συνάντηση που μας περιγράφει η σημερινή ευαγγελική περικοπή γίνεται δείκτης πορείας μιας αληθινής ζωής. Όσο κι αν ο ίδιος συνθλίβεται από τα αδιέξοδα της αμαρτίας και αισθάνεται τον εσωτερικό του κόσμο να είναι στημένος πάνω σε ερείπια της ζωής μακριά από το Θεό, αναμένει την αγάπη εκείνη που θα του δώσει τη δυνατότητα και με τη δική του ανταπόκριση - όπως συνέβη με τη Σαμαρείτιδα - να ανυψώσει τον εαυτό του στις αγκάλες της Θεϊκής στοργής. Ο Χριστός, όπως αναφέρεται και στην Αποκάλυψη “Ίσταται επί την θύρα και κρούει”. Μας καλεί όλους προσωπικά για να δεχθούμε την προσφορά της Θεϊκής Του αγάπης. Εξαρτάται από εμάς κατά πόσο θα ανταποκριθούμε.
Ο Χριστός κάθεται στο πηγάδι του Ιακώβ και συζητεί με τη Σαμαρείτιδα. Ζητεί νερό από μια γυναίκα και μάλιστα με τη συγκεκριμένη καταγωγή. Όταν λοιπόν ο Χριστός απευθύνεται στον άνθρωπο και του δίνει ευκαιρίες για προσφορά και διακονία στην προοπτική ανάπτυξης κάθε έργου αγάπης μέσα από τις αγκάλες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ουσιαστικά ανοίγει ορίζοντες ενός μεγαλείου. Ενός μεγαλείου που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μέσα από την πνευματική ερημία που βιώνει, να ξεδιψά με το ύδωρ της αιώνιας ζωής.
Το ύδωρ το ζων
Μέσα από τη συνομιλία με τη Σαμαρείτιδα φαίνεται καθαρά ότι ο Χριστός θέλει να της προσφέρει το ύδωρ το ζων ικανοποιώντας δική της επιθυμία. Έτσι και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους δικαίους ή αδίκους και τους ζητά να έρθουν να ξεδιψάσουν από τις κρυστάλλινες πηγές της. Έκείνο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο Κύριος ήθελε από την γυναίκα εκείνη να αποκτήσει τη συναίσθηση της ψυχικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Έτσι κι από μας σήμερα η Εκκλησία ζητά να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας και να βαδίζουμε στο δρόμο της μετάνοιας. Βέβαια, ο Κύριος ως Παντογνώστης γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό μας και περιμένει τη δική μας ανταπόκριση για να μας προσφέρει το νερό εκείνο με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να ξεδιψάσει. Δηλαδή να γνωρίσει τη ζωή εκείνη που θα πλημυρίσει την ύπαρξή του και θα την ανεβάσει ψηλά.
Αγαπητοί αδελφοί, μια Σαμαρείτιδα γυναίκα αξιώθηκε θείων αποκαλύψεων επειδή ακριβώς κατέστησε η ίδια διάφανη την καρδιά της προς τον Κύριο και εμπειστεύτηκε τον εαυτό της στον παραγματικό Σωτήρα. Οι αποκαλύψεις αυτές ανοίγουν το δρόμο και για τη δική μας πορεία. Όταν δεχόμαστε την αγάπη Του Κυρίου τότε είμαστε σε θέση να τον λατρεύουμε αληθινά. Αυτή τη λατρεία ακριβώς ζήτησε και η Σαμαρείτιδα και ο Χριστός βέβαια της αποκάλυψε ότι η αληθινή λατρεία του Θεού είναι “η εν Πνεύματι και αληθεία”. Είναι η λατρεία εκείνη που αποτελεί απαύγασμα της πίστης του ανθρώπου και της επιτέλεσης κάθε έργου αγαθού. Μόνο έτσι ο άνθρωπος αγκιστρώνεται στην μοναδική ελπίδα που είναι ο Σωτήρας Χριστός.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος- Εκκλησία Κύπρου

Κυριακή της Σαμαρείτιδος, Μια καρποφόρα ιεραποστολή


ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
«Πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός»
Θαύμα μεγάλο και πολλαπλό μας παρουσιάζει ή σημερινή ευαγγελική περικοπή. Πρόκειται για τη θαυμαστή μεταστροφή της Σαμαρείτιδος, ή οποία ύστερα από τη σωτήρια συνάντηση της με τον Κύριο Ιησού αξιώθηκε να γίνει ή πρώτη ιεραπόστολος κηρύττοντας την πίστη στον αληθινό Θεό με θαυμαστά αποτελέσματα.Άς δούμε όμως πώς εργάστηκε ιεραποστολικά ή Σαμαρείτιδα και αξιώθηκε να δει τόση μεγάλη καρποφορία στο έργο της.
Ενθουσιασμός
Ή Σαμαρείτιδα είχε πάει στο πηγάδι για να αντλήσει νερό, κι εκεί βρήκε το «ύδωρ το ζων». Ό Κύριος Ιησούς της αποκάλυψε σπουδαίες αλήθειες με αποκορύφωμα τη διαβεβαίωση του ότι Αυτός είναι ό Μεσσίας. Ή γυναίκα συγκλονίστηκε. Τώρα πια δεν την ενδιέφερε το πηγάδι και το νερό. Παράτησε τη στάμνα της κι έτρεξε πίσω στην πόλη, για να διηγηθεί τα περί του Ιησού.
«Άφήκεν ούν την ύδρίαν αυτής...». Ή πράξη αυτή της γυναίκας δείχνει τον ενθουσιασμό της. Άφησε προς στιγμήν τις βιοτικές ανάγκες και έτρεξε για να μιλήσει για τον Χριστό. Τα λόγια του Χριστού αντηχούσαν ακόμη μέσα στην καρδιά της και γι' αυτό έσπευσε να τα μεταδώσει και στους άλλους. Αυτός ό ιερός ενθουσιασμός της δεν μπορούσε παρά να συγκινήσει όσους την άκουσαν και να τούς παροτρύνει στη μετάνοια.
Με παρόμοιο ενθουσιασμό ας ξεκινούμε κι εμείς, κάθε φορά πού μας παρουσιάζεται κάποια ευκαιρία ιεραποστολής. Δεν είναι μικρό πράγμα να βοηθήσουμε τούς αδελφούς μας να γνωρίσουν την αλήθεια, να εξομολογηθούν, να συνδεθούν με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. 'Άν συναισθανόμαστε την αξία ενός τέτοιου έργου, τότε ή ψυχή μας θα φλέγεται από ιερό ενθουσιασμό και θα εμπνέει και άλλες ψυχές να πιστέψουν και να αγαπήσουν τον Κύριο.
Προσωπική πείρα
Υπάρχει όμως κι ένα ακόμη βασικό στοιχείο, πού συνετέλεσε στην καρποφορία του κηρύγματος της Σαμαρείτιδος: το γεγονός ότι μίλησε από την προσωπική της πείρα, με θάρρος και ειλικρίνεια. «Δεύτε ίδετε άνθρωπον ός είπε μοι πάντα όσα έποίησα», έλεγε. Ελάτε να δείτε κάποιον πού μου αποκάλυψε όλα όσα έκαμα, και αυτά ακόμη πού ήταν μυστικά. Ή γυναίκα αυτή πού είχε αμαρτωλό παρελθόν δεν φο­βήθηκε ούτε ντράπηκε να ομολογήσει ότι ό Χριστός της αποκάλυψε τις παρανομίες της. Αυτή ή προσωπική της μαρτυρία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν δίδαξε με θεωρίες και λόγια πού δεν αγγίζουν τις ψυχές, αλλά μέσα από την καρδιά της, από αυτό πού ή ίδια έζησε.
Κι εμείς δεν χρειάζεται να έχουμε ρητορικά προσόντα ούτε να απομνημονεύσουμε σειρά επιχειρημάτων, προκειμένου να μιλήσουμε για την πίστη μας. Αυτό πού χρειάζεται είναι ή κατάθεση της προσωπικής μας εμπειρίας όχι μόνο με το λόγο αλλά και με το παράδειγμα μας.
«Έρχου και ίδε», είπε ό Φίλιππος στον φίλο του Ναθαναήλ (Ίω. α' 47)-και αυτό αποτελεί την εγγύηση της καρποφορίας κάθε ιεραποστολικής προσπάθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ή αλήθεια δεν επιβάλλεται με τη βία ή με δελεάσματα. Έχει από μόνη της τη δύναμη να ελκύει και να πείθει. Ας τη φανερώνουμε πρώτα με τη ζωή μας κι έπειτα με τα λόγια μας. Και ή χάρις τού Θεού θα βοηθήσει, ώστε να γίνεται αποδεκτή από όλο και περισσότερες ψυχές.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή και πολύ διδακτική ή ιστορία αυτής της Σαμαρείτιδος, ή οποία έγινε ή γνωστή πλέον σ' εμάς άγια Φωτεινή ή ισαπόστολος. Αξιώθηκε μάλιστα και να μαρτυρήσει μαζί με τις τέσσερις αδελφές της και τούς δύο γιους της. Ας την παρακαλούμε να πρεσβεύει για όλους μας, ώστε κι εμείς να δίνουμε μαρτυρία Χριστού στο περιβάλλον μας και να απολαμβάνουμε πλούσια πνευματική καρποφορία!
«Ο ΣΩΤΗΡ»15.05.2011

Κυριακή της Σαμαρείτιδος, «Και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων»


Απόστολος: Πραξ. ια΄ 19-30
Ευαγγέλιο: Ιωαν. δ΄ 5-42
Γιώργος Σαββίδης
«Και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων»
Ο Ιησούς Χριστός έφθασε στα μέρη της Σαμάρειας. Έξω από το χωριό Συχάρ κάθισε σε ένα πηγάδι, ενώ οι μαθητές Του πήγαν στο χωριό να αγοράσουν τρόφιμα. Εκεί συνάντησε ο Κύριος μια γυναίκα Σαμαρείτισσα που ήρθε να πάρει νερό και βρήκε την ευκαιρία να της μιλήσει για το άλλο εκείνο νερό, που δροσίζει και καθαρίζει τις ψυχές. Της μίλησε για την Θεία Χάρη, παίρνοντας σαν παράδειγμα το νερό του πηγαδιού. Και ποια σχέση μπορεί να έχει το νερό με την Χάρη του Θεού; Δεν έχει σχέση, αλλά έχει ομοιότητες και διαφορές που μας διευκολύνουν να καταλάβουμε τις ιδιότητες και τα χαρίσματα της θείας Χάριτος.
Το νερό καθαρίζει, βγάζει και διώχνει κάθε ακαθαρσία. Η Θεία Χάρις διώχνει από τις ψυχές την αμαρτία και τις καθαρίζει και τις κάνει λευκότερες από το χιόνι. Το νερό είναι απαραίτητο για την ζωή των ανθρώπων, των ζώων, των φυτών και όλης της φύσεως. Χωρίς νερό δεν υπάρχει ζωή, αλλά και χωρίς την Χάρη του Θεού δεν υπάρχει πνευματική ζωή και σωτηρία. Το νερό διώχνει τη δίψα του σώματος που είναι τόσο βασανιστική και τόσο επικίνδυνη, ώστε περισσότερο αντέχει ο άνθρωπος από στέρηση τροφής και ολιγότερο από έλλειψη νερού.
Το νερό κάνει τους σπόρους να μαλακώνουν στην γη και να φυτρώνουν και να δίνουν ζωή στον άνθρωπο και η θεία Χάρις κάνει να φυτρώνουν στην ψυχή οι αρετές, που δίνουν χαρά στον άνθρωπο και ευλογία στην κοινωνία. Το νερό σβήνει τη φωτιά, όπως και η θεία Χάρις σβήνει τις φωτιές των παθών, που καίνε και καταστρέφουν ψυχές και σώματα.
Το νερό παίρνει το σχήμα του δοχείου στο οποίο το βάζουμε, όπως το βλέπουμε και παγωμένο που παίρνει διάφορα σχήματα. Αλλά και η Θεία Χάρις αλλάζει μορφή ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου. Στον ένα εμφανίζεται σαν συγχώρεση αμαρτιών, στον άλλο σαν φωτισμός του Θεού, σε άλλο ευσπλαχνία και μακροθυμία του Θεού. Η ίδια Θεία Χάρις διαφορετικά εμφανίζεται κατά την ώρα του Βαπτίσματος, διαφορετικά κατά την ώρα της χειροτονίας, διαφορετικά κατά την ώρα του γάμου και ιδιαιτέρως κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας.
Και όπως ο Θεός βρέχει «επι δικαίους και αδίκους», δίδει και την χάρη Του σε όλους. Για τούτο γράφει και ο απόστολος Παύλος «ενί εκάστω ημών εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού». Και η ποικιλία των εκδηλώσεων της Θείας Χάριτος φανερώνει την αγάπη του Θεού που θέλει όλους να τους βοηθήσει, όλους να τους σώσει.
Αλλά υπάρχουν και διαφορές· και μια ουσιώδης διαφορά είναι αυτή την οποία επισημαίνει ο Κύριος, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Είπε στην Σαμαρείτισσα: «Πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν·ος δ’αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα». Το φυσικό νερό, όσο κι αν πιεις θα ξαναδιψάσεις, αλλά αυτός που θα ξεδιψάσει την ψυχή του με την Θεία Χάρη δεν πρόκειται να ξαναδιψάσει στον αιώνα. Το ένα φυσικό, υλικό, προσωρινὀ, το άλλο θεϊκό, πνευματικό, αιώνιο. Δίκαια είχε να πει η Σαμαρείτισσα, «Κύρια δος μου αυτό το νερό, για να μην έρχομαι κάθε τόσο στο πηγάδι και κοπιάζω».
«Κύριε, δος μοι το ύδωρ, το ύδωρ της Θείας Χάριτος», θέλουμε να πούμε και εμείς, παρακαλώντας τον Κύριο να μας το δόση. Και όμως, μας το έχει δώσει το ύδωρ της ζωής ο Κύριος. Το έχουμε στην διάθεση μας. Υπάρχει άφθονο νερό στο φρέαρ, στο πηγάδι που λέγεται Εκκλησία.
Πηγή της Θείας Χάριτος είναι ο Σταυρός του Χριστού. Και άντλημα, με το οποίο μπορούμε να πάρουμε το νερό αυτό της Θείας Χάριτος, είναι το κάθε Μυστήριο της Εκκλησίας. Το Βάπτισμα, το Χρίσμα, η Θεία Κοινωνία, η Εξομολόγηση, η Ιεροσύνη, ο Γάμος, το Ευχέλαιο. Αλλά και η προσευχή και η μελέτη του λόγου του Θεού και η νηστεία και η τήρηση των εντολών του Θεού και μάλιστα της αγάπης, της ταπεινώσεως, της πραότητας, της συγχωρήσεως των άλλων, διευκολύνουν να έλθει η Χάρις του Θεού στην ψυχή μας. Η Χάρις του θεού ανέδειξε αυτήν την Σαμαρείτισσα Αγία της Εκκλησίας μας. Είναι η Αγία Φωτεινή, την οποία εορτάζουμε την 26η Φεβρουαρίου.
Αλλά και όλο το χωριό εκείνο της Σαμαρείας ξεδίψασε με την Χάρι του Θεού. Έτρεξαν και είδαν και γνωρίσαν τον Ιησού Χριστό. Και δήλωσαν ότι πιστεύουν όχι γιατί τους μίλησε η συγχωριανή τους Σαμαρείτισσα, αλλά γιατί οι ίδιοι, όπως είπαν, άκουσαν τον Ιησού, τον είδαν και πίστεψαν: «αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτος εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός» και παρακάλεσαν τον Κύριο να μείνει στο χωριό τους και ο Κύριος δέχθηκε «και έμεινεν εκεί δύο ημέρας». Από εμάς εξαρτάτε να ζητήσουμε το νερό της Θείας Χάριτος να καθαρίσει και να ξεδιψάσει την ψυχή μας. Το φρέαρ της Εκκλησίας είναι πάντοτε στην διάθεση μας.
Γιώργος Σαββίδης- Μητρόπολη Πάφου

Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Το τεύχος αυτό του περιοδικού μας, με την επικαιρότητα της μεγάλης ημέρας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της απελευθερώσεως του Γένους μας θέλει να βροντοφωνήση την αλήθεια της Ιε­ρής Ιστορίας του Λαού μας. Αυτήν την αλήθεια, που εκ­δι­ώ­κεται πού κάθε μέρα και περισσότερο από την Πατρίδα μας μαζί με την Αυτοαλήθεια Χριστός!
Είναι πια κατάδηλο ότι η μεθοδευμένη παραχάραξη της ιστορικής πραγματικότητος της περιόδου από την Άλωση της Βασιλεύουσας μέχρι την Παλιγγενεσία του 1821, με τάχα ιστορικά επιχειρήματα “βαθύτατης ερεύνης”(!), αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο να πείση τους Έλληνες πως η Εκκλησία καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν σύμμαχος με τον ...Τούρκο κατακτητή(!) και γι’ αυτό, ως κατάπτυστη και άχρηστη, δεν έχει πλέον καμμιά θέση στη δημόσια ζωή!
Ευτυχώς, όμως, «και οι λίθοι κεκράξονται» στην αιματοβαμμένη Πατρίδα μας, αφού τα αποτυπώματα των μαρτυρικών κατορθω­μάτων των κληρικών μας είναι ανεξίτηλα, όπως ανεξίτηλο είναι και το αίμα, γιατί έχουν μέσα τους ζωή και η Ζωή ποτέ δεν εξα­λεί­φεται!
Έχουμε τόσες φορές τονίσει ότι, ήδη από την αρχαιότητα, ο άρρηκτος δεσμός της καθημερινής ζωής με την πνευματική ζωή και θρησκευτικότητα ήταν το συστατικό στοιχείο του Έλληνα και η ειδοποιός του διαφορά από όλα τα άλλα έθνη. Αυτό, όχι μόνο διατηρήθηκε στους αιώνες, αλλά και γιγαντώθηκε με την «εις Χριστόν Πίστιν» τόσο, ώστε η εις Χριστόν Πίστη να γίνη, με την Α΄
Εθνοσυνέλευση του ελεύθερου Κράτους μας, το μοναδικό κριτήριο προκειμένου να λάβη κάποιος την ιθαγένεια του Έλ­ληνα!
Αυτά είναι ιστορικά στοιχεία αμετακίνητα, γιατί ήταν και είναι αδιανόητο στον Έλληνα να ιδή νόημα και σκοπό σε μια ζωή επίπεδη, υλιστική, περιορισμένη και εξαντλημένη μόνο στη βιολογική της λειτουργία, χωρίς αιωνιότητα.
Η Ελληνική ψυχή με τον πόθο των προγόνων μας για «τον Άγνω­στον Θεόν» «κατέβασε», χωρίς να Τον γνωρίζη, τον «Μόνον Αληθινόν Θεόν» στη γη και Τον κράτησε φυλαγμένο σφικτά στην αγκαλιά της Υπεραγίας Θεοτόκου, Αυτόν τον Σαρκωθέντα Θεόν, για να είναι βέβαιο το έθνος μας πως δεν θα Τον χάση ποτέ.
Αυτός ο Θεός μας έγινε η Ψυχή της ψυχής του Έλληνα. Γι’ αυτό παιανίζαμε και παιανίζουμε με βεβαιότητα πως «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Γιατί έχει για ψυχή της τον Χριστό που είναι Α­θάνατος!
Αυτή η αγία κληρονομικότητα, το να ταυτίζη ο Έλληνας τη ζωή του και την ψυχή του με τον Χριστό συνεχίζεται, δόξα τω Θεώ, μέχρι σήμερα και φλέγει και ζωοποιεί πολλούς συμπατριώτες μας, κληρικούς και λαϊκούς.
Αυτοί είναι οι γνήσιοι Έλληνες, όσοι κι’ αν είναι, πολλοί ή λίγοι. Αυτοί μόνο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, γιατί «η Ρωμηοσύνη θα χαθή όντας ο κόσμος λείψη»!
Οι άλλοι, οι παραχαράκτες, είναι από τώρα χαμένοι...!
Πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»
Αριθμ. Τεύχους 105 – Μάρτιος 2011

Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Ιωάν. δ’ 5-42)

Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Ιωάν. δ’ 5-42)

Ο Χριστός συνομιλεί με την Σαμαρείτιδα. Από πίνακα του δανού ζωγράφου Carl Bloch (1834-1890).
Ο Χριστός συνομιλεί με την Σαμαρείτιδα. Από πίνακα του δανού ζωγράφου Carl Bloch (1834-1890).
Ο τόπος της αληθινής λατρείας
Το σημερινό Ευαγγέλιο μας μεταφέρει στη Σαμάρεια της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα στο «φρέαρ τοΰ Ιακώβ». Εδώ θα δούμε τον Κύριο να οδοιπορεί, να κουράζεται και να διψά «τήν των πλανεμένων επιστροφήν». Η σωτηρία του ανθρωπου ήταν η πείνα και η δίψα Του. «Βρώμα Του και πόμα Του» (=τροφή και ποτό Του) είναι να εκπληρώσει το θέλημα τοϋ Πατέρα Του, να σώσει τον άνθρωπο. Κάθεται στο πηγάδι, όχι για δική Του άνεση, αλλά για να «ζητήση και σώση» ένα άπολωλός πρόβατο Του, τη γνωστή Σαμαρείτιδα, από το Βάρος της αμαρτίας και να την ποτίσει άπό την πηγή του «ζώντος ύδατος».
1. Συνάντηση με τη Σαμαρείτιδα
Ή Σαμαρείτιδα ήρθε άπό το σπίτι της να πάρει νερό άπό το πηγάδι να δροσίσει το σώμα της και συνάντησε τον Χριστό, ό όποιος συνωμίλησε μαζί της. Όλη ή ζωή της και ή ελαχίστη λεπτομέρεια, ήταν μπροστά Του γυμνή, ολοφάνερη. Δεν την εκθέτει όμως. Δεν την προσβάλλει. Δεν της είπε πώς είναι πολύγαμη, ουτε πώς ζεϊ παράνομα. Ή αγάπη δεν τα επιτρέπει αυτά, γιατί «πάντα στέγει» (=όλα τα σκεπάζει). Την βλέπει πώς είναι διψασμένη στο σώμα, αλλά και η ψυχή της διψά τον Θεό. Βρίσκεται στον άδη των παθών της αμαρτίας. Είχε ανάγκη, όχι μόνο άπό τη δροσιά του πηγαδιού, αλλά και από το «ζών ύδωρ» του Αγίου Πνεύματος, για να δώσει ζωοποιό κίνηση στη νεκρωμένη ψυχή της, την ξηρή και άγονη για το καλό, όπως την έκανε η κακουργία του διαβόλου.
Την πλανούσε ό μισάνθρωπος να νομίζει, πώς θα γεμίσει την ψυχή της και θα βρει πλήρωμα ζωής στις πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις και ηδονές. Ήταν δούλη και λάτρις στα πάθη αυτά, αλλά πάντα στερημένη άπό την εσωτερική ανάπαυση, γιατί αυτή μόνο ό Θεός τη δωρίζει. Δοκίμασε όλα τα αισθητά και τα γήϊνα, πού δίνουν τρυφή στη σάρκα. Γνώρισε πέντε άνδρες, τους άφησε, ζουσε με έκτο, χωρίς να βρει το πλήρωμα της ζωής, γιατί της έλειπε το πνευματικό και ουράνιο. Τώρα λοιπόν συναντιέται με τον μοναδικό Νυμφίο, ό όποιος θα την καλέσει σε γάμο άφθαρτο και αμίαντο, σε αγαπητική σχέση και κοινωνία μαζί Του, πού είναι πηγή ζωής αιωνίας και παντός αγαθού.
Ο διάλογος πού αρχίζει ό Χριστός μαζί της, φανερώνει πώς, έκτος από τα αισθητά και τα γήϊνα πού την ενδιέφεραν, είχε και άλλες αναζητήσεις. Ζήτησε άπό τον Χριστό το «ύδωρ το ζών», πού γι’ αυτήν ήταν νερό φυσικό, ενώ για τον Χριστό ήταν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. και όταν αντιλήφθηκε πώς ο συνομιλητής της δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά κάποιος Προφήτης, ζήτησε να πληροφορηθεί για τη λατρεία του Θεου. τον αληθινό Θεό βέβαια δεν τον γνώριζε και τη θέση Του στη ζωή της την πήραν τα αμαρτωλά πάθη, τα οποία την κυβερνούσαν. Γνώριζε μόνο μια τυπική λατρεία του Θεου, την «έν τόπω», σύμφωνη με τον Νόμο και ζητά άπό τον Χριστό να της πε, ποιος είναι ό αληθινός τόπος της λατρείας του Θεου. Ασφαλώς η Σαμαρείτιδα δεν μπορουσε να καταλάβει, πώς η ακόλαστη ζωή και η λατρεία του σώματος της, απέκλειαν τη λατρεία του Θεου. Νόμιζε πώς μπορουν και τα δυο να συνυπάρχουν, φτάνει να μάθει τον τόπο. Αν είναι το όρος Γαριζείν η ό Ναός του Σολομώντος.
2. Η νομική λατρεία
Η λατρεία αυτή δεν προέρχεται άπό τα μυστικά Βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Είναι η φαινόμενη λατρεία, η εξωτερική, η «κατά Νόμον». Οπωσδήποτε όμως αυτό πού ζήτησε η Σαμαρείτιδα, δεν είναι κάτι για το σώμα, για το κάλλος, για την υγεία η για χρήματα, αλλά κάτι διαφορετικό, για την πίστη. Φαίνεται πώς κάτι καινούργιο ξεκινά μέσα της. Κάτι αναμένει να της αποκαλύψει ό Χριστός. Ξέρει κάτι και επείγεται να δεχθεί την τελειότερη γνώση, παρατηρούν οι Πατέρες.
Ο Χριστός δεν της άπαντα για τον τόπο της λατρείας, γιατί μ’ αυτή τη λατρεία δεν εύαρεστείται ό Θεός, άφου δεν σώζει τον άνθρωπο. Θα την οδηγήσει «θεοπρεπέστατα» να αντιληφθεί, πώς ό άνθρωπος είναι ό αληθινός «τόπος» λατρείας, στον όποιο ευαρεστείται ό Θεός. και σ’ αυτό πρέπει να στοχεύει. Λατρεία πού ασχολείται με «τόπους», με προσφορές θυσιών ζώων η καρπών της γης και δεν ελευθερώνει τον άνθρωπο άπό τη δουλεία των παθών, δεν αρέσει στον Θεό.
Ο λαός του Ισραήλ είχε πολλούς γειτονικούς λαούς, πού λάτρευαν τα είδωλα και ήταν δυνατό να παρασυρθεί στη λατρεία των ειδώλων. Ο Θεός λοιπόν «διά την των Ιουδαίων παχύτητα και ασθένειαν», πού δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν, ότι ό «Θεός είναι πνεύμα», κατά παραχώρηση, δέχθηκε τις διάφορες θυσίες του Ισραήλ για να συντηρήσει την πίστη του σε ένα Θεό, καθώς και για να τον προετοιμάσει να δεχθεί τη μόνη θυσία πού σώζει, του «Αμνού του Θεού, του αίροντος την άμαρτίαν του κόσμου». η νομική λατρεία ήταν παιδαγωγική, με προοπτική τον ερχόμενο Χριστό.
Παρόλη τη συγκατάβαση του Θεου σ’ αυτού του είδους τη λατρεία, με τους Προφήτες Του καλουσε τον Λαό Του στην πνευματική λατρεία, τη συμμετοχή της καρδίας και όχι μόνο του σώματος, πού πρόσφερε την τυπική θυσία. Ό Θεός με τους Προφήτες εκφράζει το παράπονο, ότι ό Λαός Του τον τιμά μόνο «τοις χείλεσι» (=μέ λόγια) «ή δε καρδία αυτού πόρρω απέχει» (=βρίσκεται πολύ μακρυά) άπ’ Αυτόν.
Η νομική λατρεία, χωρίς την εσωτερική συμμετοχή, δεν είναι τίποτε. Δεν βοηθεϊ τον άνθρωπο να αποφύγει την αμαρτία και να συνδεθεί με τον Θεό. η Σαμαρείτιδα π.χ. ζούσε στον βυθό της αμαρτίας και αυτό δεν την προβλημάτιζε. και θεωρούσε κακό να δώσει λίγο νερό στον συνομιλητή της. Ακόμη και να ήταν Ιουδαίος, όχι μόνο δεν θα τη μόλυνε, αλλά θα την βοηθούσε να αφήσει τη σκληρότητα της και να επιδείξει αγάπη στον συνάνθρωπο της, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του. Ο Θεός δηλαδή δεχόταν τις θυσίες και τους «τόπους» της λατρείας, με την προυπόθεση ότι ο Λαός θα επιδιώκει την αγιότητα στη ζωή του, όπως άγιος είναι και ο Θεός.
Όταν ο άνθρωπος δουλεύει στα πάθη του, δεν μπορεί να δουλεύει και να λατρεύει και τον Θεό. Γι΄ αυτό δεν απαντα στην απορία της Σαμαρείτιδας, γιατί ο τόπος πού αναζητά δεν την ξεδιψά, δεν έχει σχέση με τη σωτηρία της. Τόπος θα γίνει η ίδια. Αυτό πρέπει να επιδιώξει. Όχι τόπον θυσίας, αλλά να γίνει η ίδια θυσία ζώσα, ευάρεστος τώ Θεώ».
3. Λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία»
Ο Χριστός θα βοηθήσει τη Σαμαρείτιδα να υπερβεί τον τύπο και να δεχθεί την ουσία, την «δωρεάν του Θεού». Να αφήσει την προσκόλληση στα επίγεια, πού μοιάζουν με το νερό του πηγαδιού, πού το πίνει και πάλι διψά και να δεχθεί τα ουράνια, τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πού είναι «ύδωρ ζωής», πληρότητα ζωής, ύδωρ αφθαρσίας και αθανασίας. Με την αναφορά του αυτή ο Κύριος θα την οδηγήσει σε Μετάνοια και θα την προσανατολίσει στον Θεό και το θέλημα Του.
Αφήνει λοιπόν τον τόπο, πού ζητά η Σαμαρείτιδα, τόσο το όρος Γαριζείν όσο και τον Ναό του Σολομώντος και για να την κάνει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή σ΄αυτά πού θα της αναφέρει, πού είναι η ουσία της σωτηρίας, της λέγει: «Γύναι, πίστευσόν μοι…». Με αυτές τις λέξεις «καταρτίζει την πίστιν της γυναικός και την οδηγεί επί την πνευματικωτέραν λατρείαν», σχολιάζει Ο ιερός Χρυσόστομος. και συνεχίζει: «Προσέξετε, πώς λίγο-λίγο ανεβάζει ανάλαφρα την ψυχή της στον ουρανό. Χωρίς να λογαριάζει την ιδιότητα της πόρνης, γίνεται διάκονος της σωτηρίας της ψυχής της». και συνεχίζει ο Κύριος: «Έρχεται ώρα ότε, ούτε έν τώ όρει τούτω, ούτε έν Ίεροσολύμοις προσκυνήσετε τώ πατρί… έρχεται ώρα και νύν έστί, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τώ πατρί έν πνεύματι και αληθεία· και γάρ Ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνουντας αυτόν. Πνεύμα Ο Θεός, και τους προσκυνουντας αυτόν έν πνεύματι και άληθεία δεϊ προσκυνεΐν». Δεν περιορίζεται δηλαδή σε λόγια και σε τόπους και νομικές διατάξεις η αληθινή λατρεία του Θεου.
Ο Χριστός με τη θυσία Του ξεπέρασε τη λατρεία του Νόμου. Η «ώρα» για την οποία μιλά ο Χριστός, ότι ήλθεν, είναι Ο καιρός της ενανθρωπήσεως, της θυσίας Του και της Αναστάσεως Του. Ο νέος Ναός, στον όποιο λατρεύεται ο Θεός, είναι το «σταυρωθέν και ταφέν και άναστάν» Σώμα Του. το εξηγεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ο Ιησους έλεγε περί του ναου του σώματος αυτού», όταν είπε: «λύσατε τον ναόν τούτον και έν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».
Τώρα λοιπόν, τόσο το Γαριζείν όσο και ο Ιουδαϊκός Ναός των Ιεροσολύμων, καταργουνται ως τόποι λατρείας και μαζί τους οι νομικές διατάξεις για Σάββατα, για θυσίες, για μόσχους και αμνούς και περιτομήν. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά πάντα». η «σκιά του Νόμου» μεταποιείται τώρα σε λατρεία πνευ ματική, «έν πνεύματι και αληθεία». η πνευματική λατρεία είναι θεοπρεπής. Ο πνευματικός άνθρωπος λατρεύει τον Θεό και αποβλέπει στην «οικειότητα Θεού», στη σχέση και κοινωνία μαζί Του και διαλάμπει πνευματικά με τα έργα της αρετής του.
Ο Χριστός λοιπόν με «σοφίαν αρίστην» (ιερός Χρυσόστομος) εισάγει τη Σαμαρείτιδα στον νέο τρόπο λατρείας, πού ταυτίζεται με τον πνεύμα τικό τρόπο ζωης. η Σαμαρείτιδα τώρα καλείται σε αλλαγή, σε Μετάνοια, σε εγκατάλειψη του παλιού τρόπου ζωής, στη νέκρωση των παθών, του σαρκικου φρονήματος, πού είναι η περιτομή της καρδίας, στην υπέρβαση των γήινων απολαύσεων. Όλα αυτά μοιάζουν με το νερό του πηγαδιού, πού σταματά την αισθητή δίψα προσωρινά. Τώρα χρειάζεται η καθαρότητα του νου, της ψυχής ολόκληρης για να δεχθεί το ανώτερο νερό, το «υδωρ το ζών», μια άλλη απόλαυση διαρκείας, αθανάτου ζωής, πού είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Ο πνευματικός άνθρωπος, πού παλαίει να νεκρωθεί από τα πάθη του, συμμετέχει στα πάθη και τον Σταυρό του Κυρίου και ανίσταται και ζωοποιείται με τη συμμετοχή στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Γίνεται «έκ νεκρών ζών», γιατί η Ανάσταση πάντοτε ανατέλλει «έκ του τάφου». Αυτή πλέον είναι εισαγωγή σε ένα άλλο τρόπο ζωής, πού υπερβαίνει τη φυσική ζωή, τα αισθητά πράγματα και προχωρεί από την προσωρινότητα στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία από την ίδρυσή της, στα κοινά δείπνα πού ωργάνωνε γά τους πιστούς, δεν αρκείτο μόνο στην τροφή πού προσφερόταν και έδινε πρόσκαιρη ζωή, αλλά έπεσφράγιζε τις «αγάπες» (=τά κοινά δείπνα) με την «Κλάσιν του Άρτου», δηλαδή με τη θεία Ευχαριστία, πού δίνει «ζωήν αίώνιον».
Με άλλα λόγια, το έν «πνεύματι και άληθεία» είναι η άρχή, αλλά και Ο τελικός σκοπός της Λατρείας του «καινου αιώνος», πού αρχίζει με τον Χριστό. το «πνεύματι» αναφέρεται στο Αγιο Πνεύμα και το «άληθεία» στον Χριστό. Επομένως για να λατρεύσει η Σαμαρείτιδα τον Θεό, αλλά και ο κάθε άνθρωπος, προυποθέτει ζωήν «έν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι». Αυτό όμως αποτελεί και τον σκοπό, στον όποίο αποβλέπει η λατρεία.
4. Η μεταστροφή
Η Σαμαρείτιδα «εστράφη εις τα οπίσω», στην επανάκτηση του αρχαίου κάλλους, στην οδό της θεώσεως, όπου την κάλεσε θεο-πρεπέστατα, Ο «καλέσας αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». Πήγε να καλέσει τους συμπατριώτες της να δούν τον Χριστό και «άφηκε την υδρίαν αυτής» στο πηγάδι, δηλαδή τη στάμνα πού περιείχε το φυσικό νερό. Δεν τη μετέφερε στο σπίτι της. Αυτό δεν σημαίνει, πώς δεν θα ξαναέπινε νερό. Είναι κάτι συμβολικό. το σημειώνει όμως ο Ευαγγελιστής, για να δείξει τη μεταστροφή της. Προτίμησε δηλαδή τη ζωή του Χρίστου από τη ζωή των παθών και τις ηδονές του σώματος, πού ήταν το καθημερινό «νερό» της. η ψυχή της γεμίζει πλέον με Χριστό. Αφήνει τα άχυρα και πιάνει το σιτάρι. Παίρνει διαζύγιο από τους πέντε άνδρες, για να συζευχθεί και να συναφθεί με τον Χριστό σε μόνιμο γάμο, «άφθαρτον και άμίαντον».
5. Η «χώρα» των αγιαζομένων
Τόπος των αγιαζομένων είναι το Άγιο Πνεύμα, λέγει ο Μέγας Βασίλειος. Και συνεχίζει: Στο όρος Σινά ο Θεός είπε στον Μωυσή: «Ιδού τόπος, παρ’ έμοί και στήθι επί της πέτρας». Τί άλλο εννοεί με τον «τόπον», παρά το Άγιο Πνεύμα, με του οποίου τον φωτισμό μπορούμε να δουμε τον Θεό και να τον γνωρίσουμε; Το Άγιο Πνεύμα είναι ο «τόπος» της αληθινής λατρείας. η Αγία Γραφή λέγει: «Πρόσεχε να μή προσφέρεις σε οποιονδήποτε τόπο τη θυσία σου, αλλά στον τόπο, πού θα διαλέξει Κύριος ο Θεός σου». Ποιά είναι αυτή η θυσία; Η θυσία των παθών, πού είναι δοξολογία στον Θεό (θυσία αίνέσεως). Σε пою δε άλλο τόπο προσφέρουμε αυτήν, παρά στον «τόπο», πού λέγεται Άγιο Πνεύμα; Και που το μάθαμε αυτό; Από τον ίδιο τον Κύριο πού λέγει: «οί αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί έν πνεύματι και άληθεία». Ώστε το Άγιο Πνεύμα είναι πράγματι ο «τόπος» των Αγίων, γιατί το έχουν στην ψυχή τους. Όπως δε το Πνεύμα είναι ο «τόπος» των Αγίων, έτσι και οι Άγιοι είναι «τόπος» του Αγίου Πνεύματος, γιατί προσφέρουν τους εαυτούς τους καθαρούς για να κατοικήσει το Άγιο Πνεύμα και γίνονται ναός Του, «τόπος» της αληθινής λατρείας. Έτσι έγινε και η Σαμαρείτιδα: Ισαπόστολος, αγία και μάρτυς του Χριστού. Λάτρευε τον Θεό «έν πνεύματι και άληθεία», γιατί έγινε κατοικη-τήριο της Αγίας Τριάδος. Τώρα μπορεί να λατρεύει τον Θεό «έν παντί τόπω της δεσποτείας Αυτού».
Είθε με τις πρεσβείες της να γευθούμε κι’ έμείς, έστω και λίγο, την εμπειρία του «ζώντος ύδατος».
Πηγή: Παύλου Μουκταρούδη, «Διήρχετο δια των σπορίμων Ομιλίες εις τα ευαγγέλια των Κυριακών και Δεσποτικών Εορτών», Έκδοσις: Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού 2008

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ Ἰωαν. 4,5-42


Κὺριε, δος μου τοῦτο τὸ ὓδωρ ἳνα μὴ διψῶ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Κὺριε δος μου αὐτὸ τὸ νερὸ γιὰ νὰ διψὼ


            Κυριακὴ τῆς Σαμαρεὶτιδος σὴμερα, ἀδελφοὶ μου, καὶ ὃλο τὸ Εὐαγγὲλιο μᾶς μιλᾶ γιὰ μιὰ δὶψα, γιὰ μιὰ αἰὼνια ἒλλειψη τοῦ ἀνθρὼπου. Ἡ ἀναζὴτηση αὐτὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱκανοποὶησὴ της ἦταν ἓνα ἀπὸ τὰ μεγαλὺτερα αἰτὴματα τοῦ ἀνθρὼπου ὃλα του  τα χρόνια. Ἡ γυναὶκα ἀπὸ τὴ Σαμὰρεια προσφὲρει νερὸ στὸ Χριστὸ μας χωρὶς νὰ ξὲρει ποιὸς εἶναι καὶ ὃτι τελικὰ Ἐκεῖνος θὰ τὴν ξεδιψὰσει. Τὸ πηγὰδι εἶναι βαθὺ καὶ ὁπωσδὴποτε μπορεῖ νὰ καλὺψει τὸ ἐσωτερικὸ κενὸ ποὺ δημιοὺργησε ἡ προσκὸλλησὴ μας σὲ ἂλλου εἲδους «νερὰ», ἂσχετα μὲ τὴν ψυχικὴ μας δὶψα. Αἰὼνες τὼρα ἀντλοῦμε συμβουλὲς καὶ ιδὲες ἀπὸ ἀκατὰλληλους ἂνθρὼπους χωρὶς πὶστη καὶ μεταφυσικὲς ἀνησυχὶες. Οἱ διὰφοροι «Μεσσὶες» μᾶς ἒχουν κουρὰσει, ἀλλὰ καὶ ἡ διὰθεσὴ μας νὰ βροῦμε τὸ νερὸ τῆς ζωῆς ἒχει ἐπικὶνδυνα ἀλλοτριωθεῖ. Ὁ Χριστὸς ξεδιψᾶ σὴμερα τὴν γυναὶκα ποῦ Τὸν πλησὶασε μὲ τὸν λὸγο καὶ τὴν παρηγοριὰ Του ποὺ εἶναι βὰλσαμο, διὸτι ἀναφὲρονται στὴν ἀγὰπη, τὴ συγχὼρεση, τὴν καθαρὸτητα καρδιᾶς, ψυχῆς καὶ σὼματος καὶ δὶνουν ταυτὸχρονα καὶ τὶς ἀνὰλογες ἐμπειρὶες σ’ αὐτὸν ποὺ τὶς ψὰχνει. Ὁ ἃγιος ἃνθρωπος τοῦ Θεοῦ σοῦ προσφὲρει γαλὴνη καὶ δὺναμη ἐνὼ ὁ σατανικὸς ἂνθρωπος σὲ γεμὶζει μὲ ταραχὴ, πονηριὰ καὶ σοῦ δημιουργεῖ διὰθεση γιὰ ἂρνηση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζωῆς.
            Σ’ αὐτὴ τὴ βὰση ἐπὰνω ἂς κρὶνουμε καὶ ὃλες ἐκεὶνες τὶς μορφὲς ποὺ πὲρασαν ἀπὸ τὸν κὸσμο αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ  τὶς τεχνολογικὲς προὸδους καὶ τ’ ἀποτελὲσματὰ τους. Τὸ δὲντρο φαὶνεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς του, ἀδελφοὶ μου, καὶ δυστυχὼς ἀποδεικνὺεται ὃτι ἡ εὐτυχὶα δὲν βρὶσκεται στὰ γλὲντια, τὶς σαρκικὲς ἀπολαὺσεις, τὴν κακῶς ἐννοοὺμενη ἀνεξαρτησὶα ἀκὸμα καὶ στὴ σὺγχυση τοῦ ρὸλου τοῦ ἂνδρα καὶ τῆς γυναῖκας. Εἲμαστε ἀνικανοποὶητοι οἱ ἂνθρωποι καὶ χρειαζὸμαστε κὰποιον ἂλλον γιὰ νὰ συμπληρὼσουμε τὴν ἀδυναμὶα μας. Τρὲχουμε συνεχῶς καὶ μὲ πολὺ ἂγχος γιὰ τὴ ζωὴ μας χωρὶς μετὰνοια, χωρὶς συγχὼρεση, χωρὶς προσευχὴ, χωρὶς νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς ν’ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν οὐρὰνια πηγὴ τοῦ Χριστοῦ, νερὸ σωτηρὶας. Ὃλες οἱ ἐπιστὴμες πλὲον παραδὲχονται τὴν εὐεργετικὴ παρουσὶα τῆς πὶστεως στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρὼπου. Ἂνθρωποι ποὺ πιστεὺουν γὶνονται καλὺτεροι, ξεμπλὲκουν ἀπὸ τὰ ναρκωτικὰ, δημιουργοῦν ὂμορφες οἰκογὲνειες, πετυχαὶνουν καὶ γιὰ τοὺς ἂλλους, ζοῦν καὶ χαὶρονται μὲσα σ’ ἓνα κὸσμο τὸσο ἂχαρο. Πιστεὺουν στὸ Θεὸ, ἀλλὰ δὲν στὲκονται μὲ σταυρωμὲνα τὰ χὲρια Διαρκῶς ἀναζητοῦν τὸ πνεὺμα Του, τὴν ἁγιὸτητὰ Του καὶ δὲν προσπαθοῦν νὰ δημιουργὴσουν ἂλλους Θεοὺς ποὺ θὰ βολεὺουν τὰ πὰθη καὶ τὶς ἀδυναμὶες τους. «Πνεῦμα ὁ Θεὸς» γι’ αὐτὸ καὶ ζητᾶ τὶς ἁμαρτὶες μας καὶ τὴν καρδιὰ μας πρὼτα καὶ μετὰ τὰ προσκυνὴματα, τὰ τὰματα καὶ τὸ κερὶ μας. Δυστυχῶς πολλὲς φορὲς «ἀφὴνουμε τὸ γὰμο καὶ πὰμε στὰ πουρνὰρια» ὃπως λὲει ἡ σχετικὴ θυμὸσοφη ἑλληνικὴ παροιμὶα μας.
            Τελειὼνοντας, ἀδελφοὶ μου, θὲλω νὰ προσὲξετε κὰτι σημαντικὸ ἀπὸ τὴν σημερινὴ συνὰντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν  Σαμαρεὶτισσα, ἡ ὃποὶα ὃπως γνωρὶζετε εἶναι ἡ σημερινὴ Ἁγὶα Φωτεινὴ ἡ ἱεραπὸστολος ποὺ ἃλλαξε τὴ  δικὴ της ζωὴ καὶ αὐτῶν ποὺ τὴν πλησὶασαν μετὰ ἀπὸ ἐκεὶνη τὴ συνὰντηση. Ὁ Χριστὸς λοιπὸν μὶλησε μαζὶ της μιὰ ὣρα ποὺ ἦταν γιὰ ὃλους ὣρα ξεκοὺρασης. Ἡ ἓκτη ὣρα, δηλαδὴ τρεὶς τὸ μεσημὲρι, ὃπως θὰ λὲγαμε σὴμερα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς μᾶς κὰνει νὰ σκεφτὸμαστε ὃτι οἱ ἐλεὺθερες ὣρες μας δὲν σημαὶνει ὃτι πρὲπει νὰ εἶναι ἂχρηστες ὣρες. Φεὺγουν συνὲχεια καὶ εἶναι πολὺτιμες. Πὰντοτε καὶ παντοῦ μποροὺμε νὰ μιλοῦμε γιὰ τὸν Χριστὸ. Πὰντοτε νὰ δροσὶζουμε τὸν ἂλλο μὲ τὸ νερὸ Του, τὸ νερὸ τὴς παρηγοριᾶς, τῆς κατανὸησης, τῆς ἀγὰπης. Πὰντοτε νὰ καθαρὶζουμε τὰ πνευματικὰ νεφρὰ μας, τὶς αισθὴσεις μας δηλαδὴ, ποὺ λερὼνονται συνεχῶς καὶ δὲν καθαρὶζουν χωρὶς τὸ νερὸ τῆς αἰωνιότητας . Πὰντοτε νὰ δυναμὼνουμε τὸν ἂλλον ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτὸ μας, διὸτι δὶνοντας χαρὰ καὶ ἀγὰπη, παὶρνουμε χαρὰ καὶ ἀγὰπη ἀπὸ τοὺς ἂλλους, ἰδὶως ὃταν μὰς λεὶπει πολὺ. Ἂς ζητὴσουμε ταπεινὰ καὶ ἐμεῖς νερὸ ἀπὸ τὸν Χριστὸ. Ἐκεῖνος δὲν φοβᾶται νὰ μᾶς ζητὴσει τὴν καρδιὰ μας. Ἂς Του τὴν δὼσουμε γιὰ νὰ κερδὶσουμε τὴν αἰὼνια Βασιλεὶα Του, τὴν ὁποὶα εὐχομαι σὲ ὃλους. Αμὴν.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος του π. Αγγέλου Σπυροπουλου

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή μας λέγει ότι ο θείος Διδάσκαλος βαδίζει προς την Γαλιλαία. Περνώντας όμως από την Σαμάρεια, την καταραμένη για τους Ιουδαίους διότι είχαν εθνικές και δογματικές διαφορές, κουρασμένος από την οδοιπορία κάθισε να ξεκουραστεί κοντά στο πηγάδι του Ιακώβ.
Τότε μια γυναίκα από την περιοχή εκείνη, έρχεται με την στάμνα στον ώμο να αντλήσει νερό από το πηγάδι.
Σαν πλησίασε κοντά στο πηγάδι είδε τον ξένο και αμέσως κατάλαβε ότι είναι Ιουδαίος, βιαστικά βιαστικά προσπαθεί να γεμίσει την στάμνα της και να φύγει γρήγορα ώστε να μην έρθει σε καμία επαφή με τον Ιουδαίο.
Ο Χριστός όμως, ως καρδιογνώστης, γεμάτος αγάπη και στοργή, της λέγει: «δος μοι πιείν» δηλαδή της ζητά να του δώσει να πιει νερό.
Η Σαμαρείτιδα, ξεχειλισμένη από οργή, τον κοιτάζει έτσι ώστε να απαντήσει κατάλληλα, μα μόλις συναντήθηκε με τον γαλήνιο κι υπέρθεο βλέμμα Εκείνου, αισθάνθηκε τόσο δυνατή την επιρροή Του μέσα στα βάθη τής ψυχής της, που με τόνο χαμηλό τού λέγει: «πως συ Ιουδαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος»; δηλαδή του λέει πως είναι δυνατόν εσύ Ιουδαίος να ζητάς νερό από μία Σαμαρείτιδα;
Ο Χριστός, ως μέγας Μυσταγωγός, διέκρινε τη διάθεση, της γυναικός, να δεχθεί τον αποκαλυπτικό Λόγο, και αρχίζει την ιερή Του μυσταγωγία μέσα στην καρδιά της γυναίκας εκείνης.
Πρώτον, αρχίζει μ’ ένα ωραίο και αποκαλυπτικό διάλογο, όπου κάνει την γυναίκα, να συναισθανθεί την αμαρτωλότητά της˙ δεν την αποπαίρνει, δεν την βρίζει, αλλά με περίτεχνο τρόπο της αποκάλυψε την αμαρτωλή ζωή της.
Δεύτερον, με «πρόσχημα» την σωματική δίψα θα της μιλήσει για μια άλλη αναγκαιότερη δίψα, αυτή της ψυχής, και της λέγει: «ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, Δος μοι πιείν˙ συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων…ος δ’αν πίη εκ του ύδατος ού εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα», δηλαδή: αν γνώριζες τα δώρα του Θεού και αν ήξερες ποιος είμαι εγώ˙ εσύ θα μου ζήταγες να σου δώσω νερό…και το νερό, που δίνω εγώ σε κάθε άνθρωπο που μου ζητάει, είναι πνευματικό, αστείρευτο, καθαρίζει, δροσίζει και ζωοποιεί τις ψυχές.
Είναι το νερό εκείνο, που όποιος το πιει, δε θα διψάσει ποτέ, είναι εκείνο το νερό που χαρίζει στον άνθρωπο την πραγματική ζωή, τη πραγματική χαρά, τη πραγματική γαλήνη, τη πραγματική ευτυχία.
Αφού της έδωσε να πιει την πρώτη μικρή γουλιά από το «ύδωρ της ζωής» είδε, η γυναίκα, την διαφορά και ζήτησε να πιει ακόμα μία μεγαλύτερη γουλιά ζήτησε να μάθει που κατοικεί ο Θεός και ο Χριστός αποκαλύπτεται και της λέγει: «ο Θεός είναι πνεύμα κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την Αλήθεια».
Τότε αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός είναι κάτι το διαφορετικό και του λέγει: «οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός, όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν άπαντα» δηλαδή του λέγει ότι: οι γραφές ομιλούν για τον Μεσσία τον λεγόμενο Χριστό, όταν έλθει εκείνος θα μας διδάξει τα πάντα και θα μας βγάλει από το σκοτάδι της άγνοιας, και ο Κύριός μας, αποκαλύπτεται πάλι και μάλιστα σε μια γυναίκα και δη αμαρτωλή λέγοντάς της: «Εγώ ειμί ο λαλών σοι».
Αξιώθηκε η Σαμαρείτιδα, αγαπητοί μου αδελφοί, να δεχθεί τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις από τα ίδια τα χείλη του αποκαλυπτικού Λόγου.
Ο Θεός έλαβε «δούλου μορφή» για να κάνει το δούλο κατά χάρη Θεό, ο Θεός γίνεται οικείος με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος γίνεται συγκάτοικος με τον Θεό μας λέγουν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Η Σαμαρείτιδα, με την ευλογημένη αυτή συνάντηση και συνομιλία, γέμισε την στάμνα της ψυχής της με νερό που άντλησε όχι από το πηγάδι του Ιακώβ, αλλά από την πηγή που αναβλύζει το νερό της αιώνιας ζωής.
Η Σαμαρείτιδα, χωρίς να αντιληφθεί από την αρχή με ποιόν μιλά, στάθηκε δίπλα στο Χριστό με πολύ ενδιαφέρον, καθαρότητα και ειλικρίνεια, και δέχθηκε την Αλήθεια.
Η Σαμαρείτιδα, από αμαρτωλή γυναίκα μεταβλήθηκε, σε ευαγγελίστρια, φωτίσθηκε η ίδια από το φως της αλήθειας˙ δροσιστικέ από την πηγή του ύδατος˙ «βαπτίστηκε» με το ύδωρ της ζωής˙ καθαρίστηκε και αναδημιουργήθηκε από την πηγή της ζωής˙ Φωτίστηκε η ίδια από το υπέρλαμπρο Φως και από μια απλή και ασήμαντη αμαρτωλή γυναίκα έγινε η ίδια υπέρλαμπρος φανός για να φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων˙ αξιώθηκε να γίνει η αγία Φωτεινή που φωτίζει από την πρώτη στιγμή τους ανθρώπους τον δρόμο της αλήθειας λέγοντας: «μήτι ούτος εστιν ο Χριστός;».
Αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς δίδαξε ότι η μόνη πηγή που μάς ξεδιψά πραγματικά είναι μόνο ο Χριστός, είναι η μόνη πηγή που μας δείχνει το δρόμο της ζωής. Όμως δεν αρκεί να υπάρχει απλώς η πηγή με το γάργαρο νερό, για να ξεδιψάσει ο άνθρωπος πρέπει να πλησιάσει την πηγή, για να ξεδιψάσει ο άνθρωπος πρέπει να δεχθεί την Αλήθεια Του και να ζήση.
Σήμερα έχουμε τα πάντα, αλλά μας λείπει η Πηγή και γι’ αυτό οι ψυχές μας είναι κατάξερες, διψασμένες.
Προσπαθούμε να βρούμε πηγές να ξεδιψάσουμε, να σβήσουμε την δίψα της ψυχής μας εκεί που δεν υπάρχει καθαρό νερό.
Ζητούμε πηγές μολυσμένες με το φρόνιμα του κόσμου τούτου. Πηγές που έξωθεν μεν είναι ωραίες έσωθεν δε βρωμιά και δυσωδία.
Πηγές που σου δίνουν πλούτη εφήμερα, ηδονές σαρκικές, απολαύσεις της ζωής, δόξα και αξιώματα και η ψυχή σου γεμίζει με σκουπίδια, με κατάθλιψη, με οργή και θλίψη.
Πηγές που υπόσχονται στον άνθρωπο ζωή αλλά στο τέλος του προσφέρουν θάνατο.
Πηγές που αδειάζουν την ψυχή, κάνουν τον άνθρωπο σκιά του εαυτού του, σκλάβο στο χειρότερο τύραννο.
Καμιά δόξα, καμιά τιμή, κανένας πλούτος, καμιά σοφία, καμιά απόλαυση δεν μπορούν να χορτάσουν την ψυχή του ανθρώπου.
Ούτε το χρήμα, για το οποίο τόσος λόγος γίνεται σήμερα, κατόρθωσε να ικανοποιήσει τη ψυχική δίψα του ανθρώπου, να του χαρίσει την ευτυχία, απεναντίας του χάρισε δυστυχία, ερείπια, ψυχικά συντρίμμια και αυτοκτονίες, διαστρέφει τους πόθους και κουρελιάζει τα ιδανικά.
Αδελφοί μου οι ψυχές μας θα είναι έτσι μέχρι να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση που μας απευθύνει ο Λυτρωτής Χριστός: «Εάν τις διψά ερχέσθω προς με και πινέτω» μας λέγει.
Αδελφοί μου, μην ψάχνουμε λοιπόν να βρούμε τη πηγή όπως μερικοί αφηρημένοι ψάχνουν να βρουν τα γυαλιά τους, ενώ τα φορούν. Η μόνη Πηγή είναι η Εκκλησία που καθοδηγητής είναι ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, αυτή που σου προσφέρει την αιώνια ζωή όχι την εφήμερη, αυτή που σου γεμίζει την ψυχή με ευτυχία, με αγάπη, με καλοσύνη, με τον Χριστό.
Σας εύχομαι η αγία Φωτεινή που εορτάζουμε σήμερα να γίνει το φωτεινό παράδειγμα για την προσωπική αναζήτηση και γνωριμία με τον Θεό, Αυτόν τον ζωντανό και αληθινό Θεό. Αμήν

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Μελετώντας ἢ ἀκούγοντας τὴ διήγηση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Ἰωάννου γιὰ τὴ συνάντηση τῆς Σαμαρείτιδος μὲ τὸν Χριστό, καὶ βλέποντας τὴ μετἀστροφή της, δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπάρξεώς της, μᾶς διαφεύγει πάντα ἕνα ἐξ ἴσου σημαντικὸ γεγονός. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Μὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτήν, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ τῆς Σαμάρειας πίστευσαν  στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Νά, ἀκριβῶς πὼς τὸ περιγράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Ἐτούτοι οἱ κάτοικοι ἔλεγαν πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα. «Δὲν πιστεύουμε πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ· διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσίας ὁ Χριστός».
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ συνεπῶς ἀποτελεῖ τὴν καλὴ καὶ σωτήρια σαγήνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτή «συλλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θὰ θελήσει νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἀναγεννᾶ. Φωτίζει τὸν κόσμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου Του· γεμίζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ χαρίζει σ᾿ αὐτὸν πλούσια τὰ πνευματικὰ δῶρα Του».
Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καταγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ καθαρὸς καὶ γνήσιος σπόρος. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια, ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία διαφυλάσσει μὲ ἱερὸ δέος καὶ τὴν κηρύττει μὲ θέρμη καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λαὸς δὲ ἀποτελεῖ τὸ γεώργιο καὶ τὴ φυτεία, δηλαδὴ τὸν ἀγρὸ καὶ τὸ περιβόλι ποὺ θὰ φυτευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δέχεται τὸν λόγο Του, φυτεύει μέσα του «τὸ θεῖο σπόρο, πίνει τὸ νερὸ τοῦ οὐρανοῦ, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦ Θείου Πνεύματος, θάλπεται καὶ ζωογονεῖται κάτω ἀπὸ τὸν ἤλιο τῆς ζωῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του τονίζει πὼς «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικὸς καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι...». Αὐτὸς δὲ ὁ λόγος ἔχει τὴ δική του δύναμη ἐνεργώντας πάντα ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιστρέφει ἄπρακτος πρὸς τὸ Θεὸ κατὰ τὸν προφήτη. «Οὐ μὴ ἀποστραφῇ ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἠθέλησα... Τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα...».
Ἐτούτη βεβαίως ἡ δυναμικὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀποτελεῖ «τὴ ζωτικὴ ἀρχὴ ποὺ διαμορφώνει καὶ διέπει τὰ ὀργανικὰ ὄντα». Μήτε κἂν δύναμη ἢ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπειδὴ εἶναι δύναμη πνευματική. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, τὰ ἀποτελέσματά της «δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ συνδομὴ φυσικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν».
Μ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνήργησε καὶ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Συχάρ. Ὡς μία δύναμη ἢ μάλλον τὴ δύναμη, ποὺ ἀφυπνίζει πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρέχει μιὰ καινούργια καὶ πρωτόγνωρη προοπτικὴ. Τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ ἔτρεξαν, ἄκουσαν καὶ πίστευσαν στὸ Χριστό. Οἱ ἄλλοι κώφευσαν, Τὸν ἀγνόησαν καὶ ἔμειναν ἐγκλωβισμένοι στὰ σχήματα τοῦ κόσμου καὶ στὰ εἴδωλα τῆς καθημερινότητας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ· τὸν διαβάζουμε ἴσως. Εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ πιστεύσουμε ἀκλόνητα σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε; Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τῆν περίπτωση, θ᾿ ἀκούγεται ξεκάθαρος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάση».
Ι.Μ Μ κ Λ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ π. ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΙΤΥΡΙΝΗΣ



Τη νύχτα της Αναστάσεως, αγαπητοί μου, ανάβουμε λαμπάδα και ακούμε για πρώτη φορά το «Χριστός ανέστη». Στα παλιά τα χρόνια τα ευλογημένα οι άνθρωποι το «Χριστός ανέστη» το λέγανε πρωί, μεσημέρι, βράδυ επί σαράντα μέρες. Τώρα ακούγεται μόνο τη νύχτα της Αναστάσεως, και μετά σβήνει πλέον και στις καρδιές μας και στα χείλη μας. Το «Χριστός ανέστη», η ανάσταση του Χριστού, είναι ή πιο τρανή απόδειξη ότι ό Χριστός ζει και βασιλεύει, ότι είναι Θεός, ότι ή θρησκεία μας είναι αληθινή, και ότι κανένας σατανάς δεν μπορεί να ξεριζώσει το δέντρο που λέγεται Εκκλησία του Χριστού. Θεός ό Χριστός. Αυτό φωνάζει και ή σημερινή ήμερα. Ακούσατε τι είπε το ευαγγέλιο; Μιλάει για μία γυναίκα. Κατοικούσε σ’ ένα μικρό χωριό της Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ. Αυτή παντρεύτηκε, πήρε άντρα, αλλά δεν έζησε μαζί του πολύ. Σε λίγο τον άφησε και πήρε δεύτερον άντρα. Σύντομα όμως πήρε και τρίτο. Αλλά και αυτόν τον χώρισε και πήρε τέταρτο. Δεν άργησε να παρατήσει και αυτόν και να πάρει πέμπτο άντρα. Μα ούτε εκεί σταμάτησε, έδωσε και σ’ αυτόν μια κλωτσιά και πήρε έκτο άντρα. Έξι άντρες άλλαξε!  Ε, λοιπόν αυτή ή γυναίκα, αυτό το κουρέλι του διαβόλου, σώθηκε και έγινε - τι; αγία! Πώς; Πήγε ό Χριστός και τη βρήκε. Ξεκίνησε από μακριά, πέρασε βουνά λαγκάδια γεφύρια, περπάτησε με τα πόδια του. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, βάδισε χιλιόμετρα, και έφτασε στο χωριό. Πήγε γι’ αυτήν. Σταμάτησε ο Χριστός εκεί στη βρύση κουρασμένος. Και όπως ό κυνηγός περιμένει το λαγό να πέραση, όπως ό ψαράς ρίχνει το αγκίστρι να πιάσει το ψάρι, έτσι και εκείνος περίμενε. Και να’ την έρχεται. Δεν τον ήξερε το Χριστό. Κατάλαβε από τα ρούχα του και στη συνέχεια από τα λόγια και την προφορά του, ότι είναι ξένος. Αυτή ήταν ντόπια. Και οι ντόπιοι όπως και μέχρι σήμερα δυστυχώς μισούσαν τους ξένους. Οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να βλέπουν τους Σαμαρείτες και οι Σαμαρείτες δεν ήθελαν να βλέπουν τους Ιουδαίους. Ο Χριστός, όπως ήταν διψασμένος, λέει στη γυναίκα. Δός μου λίγο νερό να πιω. Αντέδρασε εκείνη. Πώς τολμάς Ιουδαίος εσύ να ζητάς από μένα τη Σαμαρείτισσα νερό; τι δουλειά έχουμε εμείς οι ντόπιοι με τους ξένους; Αλλά ο Χριστός, που ήρθε να ένωση τον κόσμο και να κάνη όλους μια οικογένεια, της λέει. Αν ήξερες ποιος είναι αυτός πού σου ζητάει νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό αθάνατο. (Εγώ, δηλαδή, έχω το αθάνατο νερό - εννοούσε την αλήθεια του και τη σωτηρία)... Έτσι άρχισε μια μοναδική συζήτηση, που έκανε τη γυναίκα να θαυμάσει και, ή αμαρτωλή αυτή, να ξυπνήσει και να πει. Περιμένουμε το Μεσσία, όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξήγηση όλα.  Εγώ είμαι πού σου μιλώ! της είπε ο Χριστός. Η αποκάλυψη αυτή της έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε άφησε εκεί τη στάμνα της, τρέχει στο χωριό και φωνάζει. Ελάτε να δείτε κάποιον, που μου είπε όλα τα μυστικά της ζωής μου μήπως αυτός είναι ό Χριστός; Οι χωριανοί άφησαν τις δουλειές τους, χωράφια και ζώα, και βγήκαν όλοι εκεί πού ήταν ό Χριστός. Αυτή ή μαρτυρία της έκανε πολλούς να πιστέψουν. Κάθισαν και τον άκουγαν αχόρταγα. Τον παρακάλεσαν μάλιστα και έμεινε εκεί δύο μέρες. Νηστικοί έμεναν κοντά του και τον άκουγαν συνεχώς - όχι μια ώρα, που στεκόμαστε εμείς  στην εκκλησία. Κι από τη διδαχή του πίστεψαν πολύ περισσότεροι. Και έλεγαν στη γυναίκα. Τώρα πιστεύουμε στηριζόμενοι όχι πλέον στα δικά σου λόγια οι ίδιοι ακούσαμε και διαπιστώσαμε, ότι αυτός είναι πράγματι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός. Η γυναίκα αυτή τι απέγινε; Αφού πίστεψε στο Χριστό, άλλαξε ζωή. Διέλυσε το παράνομο συνοικέσιο. Με το βάπτισμά της ονομάσθηκε Φωτεινή. Πήρε κατόπιν ένα ραβδί και έφυγε. Έγινε ιεροκήρυκας. Πέρασε βουνά και λαγκάδια, πήγε παντού. Έφτασε πού νομίζετε;  στη Μικρά Ασία, στη Σμύρνη. Κήρυξε και εκεί το Χριστό. Γι' αυτό αργότερα οί Έλληνες, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, έχτισαν στη Σμύρνη μια όμορφη εκκλησία της Αγίας Φωτεινής. Την έχτισαν μέσα σε δύο μήνες! θα τη θυμούνται όσοι ως στρατιώτες πήγαν στη Μικρά Ασία και πέρασαν από το ναό της Αγίας Φωτεινής να ανάψουν ένα κερί στην εικόνα της. Μετά μπήκαν οί Τούρκοι στη Σμύρνη και βάλανε φωτιά. Το περίφημο τέμπλο της εκκλησίας εκείνης σώθηκε και έχει μεταφερθεί στην Αθήνα. Βρίσκεται τώρα στο ναό της Άγιας Φωτεινής Νέας Σμύρνης, πού σήμερα πανηγυρίζει. Αυτά με λίγα λόγια λέει το ευαγγέλιο σήμερα, αγαπητοί μου. Εγώ θέλω να σταματήσω σ' ένα σημείο. Είδαμε, ότι ή γυναίκα αυτή, όταν πίστεψε, πήγε στο χωριό και φώναξε• Ελάτε να δείτε το Χριστό!... Και πήγαν όλοι. Καταλαβαίνετε τι θέλω τώρα να πω; Ότι και σήμερα, κάθε φορά πού γίνεται θεία λειτουργία, ό Χριστός είναι εδώ. Μη βλέπετε ότι οί λειτουργοί είμεθα άνθρωποι, παπάδες ή δεσποτάδες. Αμαρτωλοί άνθρωποι είμεθα, ατελείς άνθρωποι είμεθα, ανίκανοι να κρατούμε στα χέρια μας τα άγια αλλά όταν φορέσουμε την ιερατική στολή, εκείνη την ώρα ό παπάς δεν είναι πλέον άνθρωπος, δεν είναι ο παπά -Χρήστος ή ό παπα – Ηρακλής, αλλά είναι ό Χριστός ό ίδιος. Κι όταν χτυπούν οί καμπάνες τι λένε; Ελάτε Χριστιανοί, λένε, είναι ό Χριστός στην εκκλησιά!... Εδώ είναι το Ευαγγέλιο, εδώ ό Απόστολος, εδώ ή κανδήλα της πίστεως, εδώ το θυμίαμα της προσευχής, εδώ ή κολυμβήθρα του βαπτίσματος, εδώ το πανάγιο σώμα και το τίμιο αίμα του Χριστού, εδώ είναι ή ευλογία του Χριστού, ό ίδιος ό Χριστός. Αλλά οί Χριστιανοί τι κάνουν; Οί Σαμαρείτες έτρεξαν αφήνοντας τα πάντα. Τώρα, πού είναι πάλι ό Χριστός εδώ και ή καμπάνα κράζει Ελάτε, ποιοι έρχονται; Για μετρήστε. Πού είναι τα παιδιά; που είναι οί νέοι; πού είναι οί νέες; πού είναι οί Χριστιανοί; Βλέπετε λοιπόν, ότι εμείς σήμερα αμαρτάνουμε, υστερούμε σε σύγκριση με εκείνους. Μην επηρεάζεστε, αδελφοί μου, από το πνεύμα του κόσμου. Όταν ακούτε την καμπάνα, φτερά στα πόδια! Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν να χτυπούν καμπάνες αλλά και χωρίς καμπάνα γέμιζαν οι εκκλησιές. Τώρα χτυπούν καμπάνες, αλλά «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα». Φτάσαμε σε χρόνια σατανικά. Γι' αυτό τιμωρούμεθα και σειόμεθα. Και θα γίνουν κι άλλα φοβερά πράγματα• γιατί αφήσαμε το Θεό, φύγαμε απ' το Θεό. Αυτά μας διδάσκει μια αμαρτωλή γυναίκα, πού είχε έξι άντρες, αστεφάνωτη, και μετανόησε και έγινε ή αγία Φωτεινή, πού εορτάζουμε σήμερα και ακούσαμε το ευαγγέλιό της.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ-«Ὅς ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῆ, οὐ μη διψήσῃ εἰς τόν αἰώνα…»

«Ὅς ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῆ, οὐ μη διψήσῃ εἰς τόν αἰώνα…»            
Το νερό είναι στοιχείο για τη ζωή του ανθρώπου. Το νερό τρέφει, συντηρεί και καθαρίζει το σώμα του ανθρώπου. Η έλλειψη νερού προκαλεί το φοβερό μαρτύριο της δίψας. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που χάθηκαν μέσα στη Σαχάρα και αναγκάστηκαν από τη μεγάλη δίψα να κόψουν τις φλέβες τους, δοκιμάζοντας να πιούν το ίδιο το αίμα τους. Άλλοι βρέθηκαν στην ανάγκη να πνίξουν τις καμήλες τους και να ανοίξουν το στομάχι τους «ελπίζοντας να βρούν εκεί μια δυο λίτρες υγρό ξεραστικό που μόνο ένας παράφρονας μπορεί να πιστέψει πως πίνεται». Ένα από τα φαινόμενα της εποχής μας είναι η μείωση των υδάτινων πόρων και γενικά η εξάντληση των πηγών της ζωής και ενέργειας. Και δεν είναι μόνο η οικολογική λειψυδρία. Δεν είναι μόνο το αίσθημα της σωματικής δίψας ανικανοποίητη. Εξ ίσου ανικανοποίητο είναι και το αίσθημα της πνευματικής δίψας. Ο άνθρωπος έχει πόθους: ποθεί και διψάει για ζωή, για χαρά, για ελευθερία, για δόξα, για δύναμη, για ειρήνη και ασφάλεια. Όλους αυτούς τους πόθους τους κλείνουμε στο βάθος της υπάρξεώς μας. Είναι η δίψα της ψυχής μας.
            Τρέχουμε από πηγή σε πηγή με το άντλημα της ψυχής μας αδειανό κάθε φορά. Τρέχουμε όλοι για να ικανοποιήσουμε τους πόθους μας, για να σβήσουμε τη δίψα μας και δεν το πετυχαίνουμε. Και αν υπάρχουν τόσοι διψασμένοι σήμερα είναι γιατί πίνουν απ΄ όλες τις ακατάλληλες πηγές, πίνουν αλμυρό και θολωμένο νερό. Οι πηγές ζωής στην εποχή μας έχουν μολυνθεί. Για «μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα» γίνεται καθημερινά λόγος. Το ίδιο ισχύει και για τις πνευματικές πηγές. Γι΄ αυτό χρειάζεται προσοχή στο τι νερό πίνουμε. Και, ειδικότερα, πρέπει να ελέγχουμε, το πνευματικό νερό που μάς προσφέρεται: το τι ακούμε, τι βλέπουμε, τι διαβάζουμε και να αρκούμεθα να πιούμε ό,τι δεν προέρχεται από την Πηγή της Ζωής και της Αληθείας.
            Ο Χριστός ήλθε για να σβύσει όχι την σωματική, αλλά την πνευματική δίψα του ανθρώπου. Να ικανοποιήσει τους πόθους του. Και τούτο το πέτυχε με το «νερό» που μας έφερε. Ένα νερό όχι, βέβαια, γήινο, αλλά επουράνιο. Όχι από επίγεια πηγή, αλλά από την καρδιά του ουράνιου Πατέρα μας. Και το νερό αυτό είναι η Χάρη Του, η Αγάπη Του, το Έλεός Του, η Αλήθειά Του, με ένα λόγο ο ίδιος ο Θεός. Το «νερό» αυτό ικανοποιεί απόλυτα τον άνθρωπο γιατι η ύπαρξη του είναι πλασμένη για το Δημιουργό της. Όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος «μάς έχει πλάσει για τον εαυτό σου και η ψυχή μας θα είναι πάντα ανήσυχη, Θεέ μου, μέχρις ότου έλθει να αναπαυθεί κοντά σε Σένα». Τι απομένει να κάνουμε;
            Διψασμένη Σαμαρείτισσα η ύπαρξή μας, με το άντλημα των παθών της αδειανό, ας ζητάμε από τόν Χριστό να μάς χορηγεί πάντοτε το ουράνιο, θείο και αστείρευτο ύδωρ της χάριτός Του. Όλοι το έχουμε ανάγκη. Ας πούμε στον Κύριο: Δος μου, Κύριε, τη χάρη Σου, δός μου τον αιώνιο λόγο Σου, δός μου τον ίδιο τον Εαυτό Σου, Αμήν 
κ. Μ. Σ.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...