Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 29, 2011

Πρωινή προσευχή.



Πρωινή προσευχή.

Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.
Δόξα Σοι, ο Θεός ημών, δόξα Σοι.


Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.


(Το Τρισάγιον)
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (Τρις).
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Αγιε επίσκεψαι και ίασαι τας ασθαινείας ημών, ένεκεν του ονόματός Σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου, γεννηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.


(Μετά τα παρόντα τριαδικά)
Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν Σοι, Αγαθέ, και τον Αγγέλων τον ύμνον βοώμεν Σοι, Δυνατέ. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.


Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Της κλίνης και του ύπνου εξεγείρας με, Κύριε, τον νουν μου φώτισον, και την καρδίαν και τα χείλη μου άνοιξον, εις το υμνείν Σε, Αγία Τριάς. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.


Και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Αθρόον ο Κριτής επελεύσεται, και εκάστου αι πράξεις γυμνωθήσονται. Αλλά φόβω κράξομεν εν τω μέσω της νυκτός. Αγιος, Αγιος, Αγιος ει ο Θεός, δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.


Κύριε, ελέησον ιβ' (12).


(Ευχαριστήριες ευχές)
Εκ του ύπνου εξανιστάμενος, ευχαριστώ Σοι, Αγία Τριάς, ότι δια την πολλήν Σου αγαθότητα και μακροθυμίαν, ουκ ωργίσθης εμοί τω ραθύμω και αμαρτωλώ, ουδέ συναπώλεσάς με ταις ανομίαις μου, αλλ' εφιλανθρωπεύσω συνήθως και προς απόγνωσιν κείμενον ήγειράς με, εις το ορθρίσαι και δοξολογήσαι το κράτος Σου. Και νυν φώτισόν μου τα όμματα της διανοίας, άνοιξόν μου το στόμα, του μελετάν τα λόγιά Σου, και συνιέναι ταις εντολαίς Σου, και ποιείν το θέλημά Σου, και ψάλλειν Σοι εν εξομολογήσει καρδίας, και ανυμνείν το πανάγιον όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Δόξα Σοι, Βασιλεύ, Θεέ Παντοκράτορ, ότι τη θεία Σου και φιλανρώπω προνοία ηξίωσάς με τον αμαρτωλόν και ανάξιον εξ ύπνου αναστήναι και τυχείν της εισόδου του αγίου Σου οίκου. Δέξαι Κύριε, και την φωνήν της δεήσεώς μου, ως των Αγίων και νοερών Σου δυνάμεων, και ευδόκησον εν καρδία καθαρά και πνεύματι ταπεινώσεως, προσενεχθήναι Σοι την εκ των ρυπαρών χειλέων μου αίνεσιν. Όπως καγώ κοινωνός γένωμαι των φρονίμων παρθένων, εν φαιδρά λαμπηδόνι της ψυχής μου, και δοξάζω Σε, τον εν Πατρί και Πνεύματι δοξαζόμενον Θεόν Λόγον. Αμήν.


Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άγιος Φιλούμενος (29 Νοεμβρίου)



«Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυνάμενων ἀποκτεῖναι• φοβεῖσθε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» (Ματθ. ι΄, 28)
Ο λόγος αυτός του Κυρίου προς τους μαθητές Του εφαρμόστηκε, κατ’ απόλυτο τρόπο, μέτρο και βαθμό και εις τον παρά το Φρέαρ του Ιακώβ μαρτυρικώς τελειωθέντα Αγιοταφίτη Αρχιμανδρίτη Φιλούμενο και νυν πια, επισήμως και κανονικώς, Ιερομάρτυρα και Άγιο της Εκκλησίας μας, γνωστό σ’ όλη την απανταχού της γης, Ορθοδοξία.
Ο Άγιος Φιλούμενος έγινε σκεύος εύχρηστο του Θεού από τη νεότητά του, η οσιακή ζωή και το μαρτυρικό του τέλος στη συνέχεια, τον ανέδειξαν, στη συνείδηση του λαού, ως ένα «Χριστοφόρο, Θεοφόρο και Πνευματοφόρο ήρωα» του πληρώματος της Εκκλησίας.
Ο ζωντανός αυτός φορέας της Χάριτος είναι γέννημα της Αγιοτόκου και μαρτυρικής νήσου Κύπρου. Συγκεκριμένα, ο κατά κόσμον Σοφοκλής γεννήθηκε στη Λευκωσία, στις 15 Οκτωβρίου 1913 και έλκει την καταγωγή του από το χωριό Ορούντα της επαρχίας Μόρφου. Ήταν δίδυμος αδελφός με τον Αλέξανδρο, τον μετέπειτα π. Ελπίδιο και από μικροί διακρίνοντο για την αγάπη τους προς τον Θεό.

Μαθήτευσαν «παρά τους πόδας» της ευσεβέστατης γιαγιάς τους Λωξάντρας, μυηθέντες στα ιερά γράμματα της πίστεως και παράδοσής μας, αποκτώντας έτσι εκκλησιαστική και ορθόδοξη συνείδηση. Η «μύηση» αυτή, ο ιδιαίτερος ζήλος για προσευχή, η τακτική «διατριβή» στους Βίους των Αγίων και ειδικότερα η «αδυναμία» τους στον βίο του Οσίου Ιωάννου του Καλυβίτη, γίνονται οι κινητήριοι οδοδείκτες που επιδρούν και ανάβουν μέσα τους την επιθυμία να ακολουθήσουν τον αγγελικό βίο. Έτσι το 1927, τα δίδυμα αδέλφια, σε ηλικία 14 μόλις ετών, αφού έλαβαν την ευχή του πνευματικού τους, αλλά και των ευλαβών γονέων τους, ανεχώρησαν για το κάστρο του Κυπριακού μοναχισμού, την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου.
Παρέμειναν εκεί για 6 περίπου χρόνια και το 1934 έρχονται στα Ιεροσόλυμα, μετά από μεσολάβηση του Έξαρχου του Παναγίου Τάφου, για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο του Πατριαρχείου, ως μαθητές στη Σχολή της Αγίας Σιών.
Η συμπεριφορά, ο χαρακτήρας, το ήθος, η υπακοή, ο ζήλος και η προσήκουσα επιμέλειά τους είναι αξιοθαύμαστη. Πολύ σύντομα, τα δίδυμα αδέλφια ενδύονται το αγγελικό σχήμα και εισέρχονται στις αγκάλες της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Ο π. Ελπίδιος φεύγει στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ακολούθως στην Ελλάδα και καταλήγει στο Άγιο Όρος. Ο π. Φιλούμενος παραμένει στις επάλξεις των Αγίων Τόπων και χειροτονείται διάκονος στις 5 Σεπτεμβρίου του 1937, υπηρετώντας για περισσότερο από ένα χρόνο στη Λαύρα του Αγίου Σάββα και στη συνέχεια στα Πατριαρχικά γραφεία.
Την 1η Νοεμβρίου 1943 δέχεται στο Φρικτό Γολγοθά τον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης και συνεχίζει τη διακονία του ως φροντιστής στο κεντρικό μαγειρείο, ηγούμενος στην Τιβεριάδα, στην Ιόππη, ως διευθυντής του Οικοτροφείου της Πατριαρχικής Σχολής, ηγούμενος στη μονή του Αρχαγγέλου και τυπικάρης στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ακολούθησε η ηγουμενία του στη μονή της Μεταμορφώσεως στη Ραμάλα, στις μονές του Αγίου Θεοδοσίου και του Προφήτου Ηλιού και τέλος στις 8 Μαΐου 1979 μετατίθεται στον τόπο του μαρτυρίου του, το προσκύνημα του Φρέατος του Ιακώβ.
Παντού, όπου κι αν διακόνησε, η ταπεινή του απλότητα, η διάθεση προσφοράς που τον διέκρινε, η αθόρυβη πνευματική του παρουσία, η αγάπη του για τις ιερές ακολουθίες, αλλά και πάνω απ’ όλα η πατρική και αδιάκριτη φροντίδα του προς όλους, τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό. Απλός και συμπονετικός. Συγκαταβατικός με τους άλλους και αυστηρός με τον εαυτό του, δεν παρέλειψε ποτέ τα μοναχικά του καθήκοντα και τον προσωπικό του κανόνα. Απέκτησε φήμη εξαιρετικού πνευματικού καθοδηγητή και συμπαραστάτη και τον ευλαβούνταν όλοι, ακόμα και οι αλλόθρησκοι.
Στο τελευταίο του διακόνημα έρχεται αντιμέτωπος με πολλές δυσκολίες. Συχνά τον επισκέπτονταν φανατισμένοι σιωνιστές, ισχυριζόμενοι ότι ο χώρος ήταν Εβραϊκός ιερός τόπος και απαιτούσαν να αποσύρει τους σταυρούς και τις εικόνες από το υπόγειο παρεκκλήσιο του Φρέατος, διότι θεωρούσαν ότι ο τόπος εκείνος τους ανήκε, μιας και ήταν δημιούργημα του Ιακώβ, τον οποίο θεωρούν ως γενάρχη τους. Ο γέροντας, με την πραότητα και την ταπείνωση που τον διέκρινε, προσπαθούσε να μην τους προκαλεί, χωρίς να υποχωρεί βέβαια, αλλά ούτε και να φοβάται τις απειλές τους. Τους επισημαίνει ότι ο χώρος χρησιμοποιείται ως Ορθόδοξος Χριστιανικός ιερός τόπος για δεκαέξι αιώνες πριν δημιουργηθεί το ισραηλινό κράτος, υποδεικνύοντάς τους μάλιστα ότι το πάτωμα του προσκυνήματος είχε κατασκευαστεί από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο πριν από το 331 μ.Χ. και ότι οκτώ αιώνες πριν από αυτό, ο χώρος ήταν στα χέρια των Σαμαρειτών.
Το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου 1979, «άγνωστοι» εισέρχονται στο χώρο του προσκυνήματος, την ώρα που ο Άγιος τελούσε την εσπερινή ακολουθία, εκμεταλλευόμενοι την ισχυρή και χειμαρρώδη νεροποντή της ημέρας, ούτως ώστε να πραγματοποιήσουν το ειδεχθές έγκλημά τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από κανένα κάτοικο της περιοχής. Επιτίθενται στο γέροντα με τσεκούρι, τον χτυπούν στο πρόσωπο, του αποκόπτουν τα τρία δάκτυλα με τα οποία έκανε το σημείο του Σταυρού και τον κατακρεουργούν άγρια. Στη συνέχεια βεβήλωσαν την εκκλησία, την Αγία Τράπεζα, τα ιερά σκεύη και φεύγοντας από το χώρο έριξαν, εντός του προσκυνήματος, μία χειροβομβίδα για να ολοκληρώσουν το ανόσιο έργο τους.
Το σκήνωμα του αγίου παραδόθηκε στους ορθοδόξους μετά από 6 μέρες και είναι συγκλονιστική η μαρτυρία του π. Σωφρονίου που παρέλαβε το τίμιο λείψανο του μάρτυρα για να το ντύσει και να το ετοιμάσει για την ταφή, ότι διατηρούσε την ευκαμψία του, παρέμεινε ζεστό και εύκαμπτο και «βοήθησε» το Γέροντα Σωφρόνιο για να τον ντύσει. Συγκλονιστική είναι, επίσης, η μαρτυρία του κατά σάρκα αδελφού του π. Ελπιδίου, που αν και μίλια μακριά, άκουσε τη φωνή του π. Φιλουμένου να του λέγει: «Αδελφέ μου με σκοτώνουν προς δόξα Θεού. Σε παρακαλώ μην αγανακτήσεις».
Ο άγιος ετάφη στο κοιμητήριο της Αγίας Σιών και μετά από τέσσερα χρόνια στην ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο και ευωδίαζε. Τότε, έκλεισαν τον τάφο και τον ξανάνοιξαν τα Χριστούγεννα του 1984, οπότε το ιερό σκήνος διατηρούσε μερική αφθαρσία και το τοποθέτησαν σε γυάλινη λειψανοθήκη στο βόρειο τμήμα του ιερού βήματος, στο ναό της Αγίας Σιών.
O ιερομάρτυς Φιλούμενος, 30 χρόνια μετά το μαρτύριό του, συγκαταλέχθηκε μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Η Εκκλησία τον τιμά ως άγιο στις 29 Νοεμβρίου και το ευωδιάζον και θαυματουργό σκήνωμά του βρίσκεται εντός του νέου τρισυπόστατου μεγαλοπρεπούς ιερού ναού που χτίστηκε στο Φρέαρ του Ιακώβ, επ’ ονόματι της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, του Αγίου Φιλουμένου και του αγίου Ιουστίνου. Κτίτωρ του νέου αυτού ναού είναι ο Αρχιμανδρίτης π. Ιουστίνος, στον οποίο ο Άγιος Φιλούμενος εμφανίζεται συχνά και τον προστατεύει από τις επιθέσεις των φανατικών Εβραίων, που συνεχίζονται.
Σεμνύνεται και δικαίως καυχάται η Σιωνίτης Εκκλησία για το γεγονός ότι στους εσχάτους τούτους χρόνους, τους οποίους διερχόμαστε και παρά την μαστίζουσα αυτή λειψανδρία, γεννά και σήμερα αγίους και μάρτυρας.
Το μαρτύριο και η παρουσία του Νέου Ιερομάρτυρος Φιλουμένου επισφραγίζει «την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού» στις μέρες μας, καταδεικνύει το αμετάβλητο της κλήσεως του Χριστού μέσα από τους αιώνες και μας καλεί να αντισταθούμε στον ανατρεπτικό άνεμο της ολιγοπιστίας, της αμφιβολίας και των ποικιλώνυμων αναστατώσεων.
Λουκάς Α. Παναγιώτου – Εκκλησία Κύπρου

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΜΕΡΟ.Παιδικές αναμνήσεις του Γιάννη Βαρδακουλά.

















Ενώ ετοιμαζόμουνα ν’ αρχίσω κάποια εργασία μου στή γραφομηχανή και συμβουλευόμουνα το ημερολόγιό μου, για να ρυθμίσω το βήμα προόδου, είδα ότι σήμερα είναι του Αγίου Φιλίππου και ο νούς μου στράφηκε σε παλιές εικόνες. Στο Φίλιππο, που παρ’ ό,τι ήταν των Απόκρεω, αυτός εργαζόταν στο χωράφι κατά την παράδοση που λέει: “Κι ο φτωχός ο Φίλιππος στο χωράφι απόκρευε….”. Δέν ήταν βέβαια αμαρτία ότι Απόκρεω, χρονιάρα ημέρα, αυτός έκανε τις αγροτικές εργασίες του. Από την εποχή ακόμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, νομοθετική ρύθμιση (Νεαρά 69), απαγόρευε την εργασία τις γιορτινές ημέρες μόνο στούς “εκ τεχνών βιούντας”’ οι αγρότες, όπως ο Φίλιππος, εξαρτώμενοι από τις καιρικές συνθήκες, μπορούσαν να εργασθούν και κατά τις ημέρες της θρησκευτικής αργίας. Σοφοί οι πρόγονοί μας προέβλεπαν και τις εξαιρέσεις του ρυθμιστικού κανόνα, εξανθρωπίζοντας έτσι το Δίκαιο.
Γύρισα και πάλι πίσω, τόσο προσφιλές αυτό σε μένα, και θυμήθηκα ότι από την επομένη αρχίζει το Σαραντάμερο. Ξύπνησαν μέσα μου οι παιδικές και μαθητικές μου μνήμες, που για πολλή ώρα με είχαν απορροφήσει… Αυτές τις στιγμές με την ομορφιά και τή συγκίνησή τους θα προσπαθήσω ν’ αποτυπώσω στή συνέχεια.
Ήμουν από ένα σπίτι στο οποίο βαραινε η εκκλησιαστική ζωή’ μετά το βραδυνό φαγητό, αρκετή ώρα έψαλλε ο πατέρας μου και οι αδελφές μου’ ήσαν και οι τρείς γλυκόφωνοι, σωστοί και “παπαδιαμαντικοί” με χαμηλούς τόνους’ οι προσταγές της Εκκλησίας ρύθμιζαν σε πολλά σημεία τή ζωή μας. Έτσι βρέθηκα κι εγώ από μικρός υπηρέτης στο Ιερό του ναού και αργότερα χειροθετημένος αναγνώστης. Τό τυπικό της Εκκλησίας ήταν ο ρυθμιστικός κανόνας ενός μέρους της ζωής μας, υπό τον έλεγχο πάντα του πατέρα, που ήταν παπαδοπαίδι…
Από την επομένη της εορτής του Αγίου Φιλίππου αρχίζει το Σαραντάημερο’ αρχίζει η περίοδος της προπαρασκευής για τα Χριστούγενα με νηστεία και καθημερινό εκκλησιασμό. Τό τεσσαρακονθήμερο επαναλαμβάνεται και σε άλλες εκδηλώσεις του θρησκευτικού μας βίου, όπως μεταξύ Χριστουγέννων και Υπαπαντής και τοκετού και πρώτου εκκλησιασμού της λεχώνας.
Όταν άρχιζε η περίοδος του Σαραντάμερου, κάθε πρωΐ, στις τέσσερις τή νύχτα χτυπούσε η καμπάνα της Εκκλησίας για τον εκκλησιασμό. Επί σαράντα ημέρες, και αν ακόμη ήθελα να κοιμηθώ περισσότερο, ο πατέρας μου με ξυπνούσε να τρέξω γρήγορα στην Εκκλησία, γιατί ο Ιερέας, ο Παπακάρμας θα με περίμενε, για να τον υπηρετήσω. Δέν υπήρχε δυνατότητα ν’ αποφύγω, γιατί ο πατέρας μου δεν μού το επέτρεπε οποιεσδήποτε και αν ήσαν οι καιρικές συνθήκες, κρύο ή βροχή’ πραγματική πολιτεία στρατοπέδου…Φυσικά, μετά τις πρώτες δύο-τρείς ημέρες συνήθιζα τόσο που πολλές φορές ξυπνούσα πρίν το “εγερτήριο” του πατέρα μου’ το είχα από βραδίς έγνοια, που ζυμωνόταν με την ύπαρξή μου. Πολλές φορές έφτανα πρίν ακόμη κατέβει από το αντικρυνό στην εκκλησία σπίτι του ο Ιερέας και τον περίμενα.
Κι άρχιζε σιγά-σιγά η Λειτουργία. Η Εκκλησία έπλεε στο μισοσκόταδο με τα καντήλια που τρεμούλιαζαν, τα λίγα αναμμένα κεριά και την ευωδία του μοσχολίβανου, ενώ ο ψάλτης, ο Κώστας ο Κονταξής, που είχε σύζυγο την ανεψιά του παλαιότερου Μητροπολίτη Δαυΐδ, άρχιζε τις ψαλμωδίες του, που τα λόγια τους σε συνέπαιρναν. Μού έχει μείνει η ηχώ του “Ετοιμάζου Βηθλεέμ, ήνοικται πάσιν η Εδέμ” και το άλλο με τα δοξαστικά του λόγια και τή θριαμβική του ψαλμωδία “Χριστός γεννάται δοξάσατε…”. Στό σύθαμπο της εκκλησιάς γλιστρούσαν μιά-μιά οι γριές στ’ αραδιασμένα στασίδια, στην ίδια πάντα θέση, λές και κάποιοι γέροντες, σκελετωμένοι καλόγεροι, έμπαιναν σάν αερικά, για να μήν ταράξουν τή θρησκευτική εκκλησιαστική γαλήνη…..
Δέν έλειπαν ποτέ μαθητές και μαθήτριες, που πολλοί κρατούσαν στα χέρια τα βιβλία τους, γιατί, σάν σχόλαγε η εκκλησιά, παίρναμε το δρόμο για το Σχολείο. Συνήθιζαν να φέρνουν σιτάρι για τις ψυχές των πεθαμένων, που σε μερικές περιπτώσεις αποτελούσε το “πρωϊνό” τους. Δέν έλειπε, βέβαια, πάντα και κάποιος καθηγητής. Στό παγκάρι της εκκλησιάς πάντα παρών ο κ. Σχολάρχης, ο Φιλόλογος καθηγητής Λαούρδας, που μέτραγε και ξαναμέτραγε τις δεκαρούλες του δίσκου και στή συνέχεια κατέθετε την όποια είσπραξη σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα για τις ανάγκες και τούς μισθούς του ψάλτη και του νεωκόρου.
Αυτές οι μνήμες γυρίζουν πολλές φορές στο μυαλό μου, καθώς τώρα εσίγησε η νυκτερινή καμπάνα του Σαραντάημερου και ξεθώρισε εκείνη η παλαιά παράδοση και μαζί η νύχτια εκκλησιαστική μυσταγωγία, που απαλλαγμένη από τή σημερινή “εκκοσμίκευση” πληρούσε με ευωδιά και χρώμα την ανθρώπινη ύπαρξη.
Θά τελειώσω το ψυχογράφημά μου αυτό με τή στροφή από ένα ποίημα, που αναφέρεται στο Σαραντάημερο και πολλές φορές αυτή την περίοδο ανεβαίνει στα χείλη μου:
Ώ Νύχτα, νύχτα των ψυχών με τή μυσταγωγία!
Τού Σαραντάημερου νυχτιά πώς έχεις βουβαθεί;
Νά ήταν τότε άραγε αλλοιώτικ’ η θρησκεία
ή νά’ μουν τότε άδολο κι αγνό μόνο παιδί..;
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Τα Ναι και το Όχι του αββά Αγάθωνος

 



Οί κοσμικοί άνθρωποι όταν θέ­λουν νά πλήξουν κάποιον συνειδητό χριστιανό, χρησιμοποιοΰν τη μέθο­δο τών κατηγοριών καί συκοφαν­τιών. Στόχος τους είναι νά τόν εμφα­νίσουν ώς αμαρτωλό καί διεφθαρ­μένο, γιατί ξέρουν ότι αύτό θά τόν πονέσει περισσότερο. Οί ίδιοι βέ­βαια είναι αποδεδειγμένα άμαρτωλοί καί διεφθαρμένοι, θέλουν όμως νά εμφανίζονται στην κοινωνία ώς υπερασπιστές τής ηθικής! Παρόλο πού είναι αναξιόπιστοι, δημιουργοΰν εντυπώσεις καί σκανδαλίζουν τόν ανυποψίαστο λαό, ό όποίος δέν γνωρίζει πρόσωπα καί πράγματα.


Τό φαινόμενο αύτό είναι σύνηθες ,καί πικραίνει πολλούς αδελφούς, πού τό αντιμετωπίζουν. Γι’ αύτό καί  κάθε προσπάθεια νά εξηγηθεί καί
νά βρεθεί ή λύση του είναι χρήσιμη. Τούς κατήγορους καί τούς συκοφάντες δέν είναι εύκολο νά τούς  περιορίσουμε. Θά συνεχίσουν τό
καταστροφικό τους έργο. Χρειάζεται όμως νά υποδείξουμε στούς  αδελφούς, πού πληγώνονται, τόν  τρόπο μέ τόν όποίο πρέπει νά αντιμετωπίζουν τούς συκοφάντες τους.
Γιά τούς αληθινούς χριστιανούς  γενική αρχη είναι ότι δέχονται τίς  συκοφαντίες μέ απάθεια καί σιωπή.
Η ήσυχη συνείδηση αύτό ύποδεικνύει.

Έγνοια τους δεν είναι τι θα πούν στους ανθρώπους που τους γνωρίζουν , αλλά τί θέλει ό Θεός από αυτούς.
Οί συκοφαντίες πρέπει να οδηγούν στην ταπείνωση καί νά    σταθεροποιοΰν στόν πνευματικό   αγώνα. Η καλύτερη διάψευση   είναι ό κατά Θεόν βίος  καί ή ακριβης τήρηση τών έντολών.
Είναι ενδιαφέρον νά δοΰμε πώς   αντιδρά ένας άγιος άνθρωπος, όταν αδίκως τόν κατηγοροΰν οί έχθροί του. Τό παράδειγμα μας τό δίνει ό Αββας Αγάθων τοΰ Γεροντικοΰ. Κά  ποτε, λοιπόν, τόν έπισκέφθηκαν με ρικοί κοσμικοί γιά νά επιβεβαιώσουν  μόνοι τους τη μεγάλη φήμη πού είχε.
Γνώριζαν ότι ήταν πολύ διακριτικός  καί οί εκδηλώσεις του ήταν πάντα είναι.
Τόν ξαναρώτησαν:
Έσύ είσαι ό Αγάθων, ό φλύα­ρος καί φιλοκατήγορος;
Ό Αββας απάντησε πάλι μέ ήρεμία:
Έγώ είμαι.
Τόν ρώτησαν καί τρίτη φορά: Έσύ είσαι ό Αγάθων ό αίρετικός;
Ό Αββας ένοχλημένος απάντη­σε:
Δέν είμαι αίρετικός. Τότε οί συνομιλητές του τόν πα­ρακάλεσαν:

Πές μας, γιατί όλα όσα σοΰ είπαμε τά παραδέχτηκες έκτός από τό τελευταίο, τό όποίο δέν άντεξες;
Καί ό διακριτικός Αββας Αγάθων τούς απάντησε:
Τά πρώτα τά παίρνω έπάνω μου, γιατί είναι χρέος γιά την ψυχή μου. Αλλά τό νά μέ πεί κάποιος αίρετικό δέν τό δέχομαι, γιατί είναι χωρισμός από τό Θεό καί έγώ δέν θέλω νά χωριστώ από τό Θεό.
Βλέπουμε ότι ό Αββας δέν ανησυχοΰσε καθόλου γιά τίς κατηγο­ρίες. Αδιαφοροΰσε άν θά μειωνόταν ή φήμη του. Δέν στόχευε στην έκ τών ανθρώπων δόξα. Τόν ένδιέφερε τί έλεγε ό Θεός γι’ αύτόν. Γι’ αύτό καί ασκοΰνταν στην έρημο, έλεύθερος από τίς κρίσεις τών άσχετων, τίς  συκοφαντίες έχθρών καί την περιέργεια τών κο­σμικών ανθρώπων. Αύτό πού έμείς χαρακτηρίζουμε ώς μεγάλο πρό­βλημα, δηλαδη τίς άδικες κατηγο­ρίες καί τίς πικρές συκοφαντίες, γιά έκείνον δέν ήταν τίποτα. Τό θεωροΰσε έρέθισμα γιά περισσότερη άσκηση, περισσότερη προσευχη καί βαθύτερη ταπείνωση.


Ό ήρεμος καί απαθης Αγάθων αμέσως άλλαξε στάση, μόλις τόν κατηγόρησαν ότι είναι αίρετικός. Αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Δέν ήταν δυ­νατόν αύτός, πού όλα τά αρνήθηκε γιά τό Χριστό καί ζοΰσε στην έρημο μέ αύστηρότατη άσκηση, νά είναι αίρετικός. Γιά την όρθη πίστη ήταν έτοιμος νά δώσει καί τη ζωή του. Ασυμβίβαστος πέρα γιά πέρα.


Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης

Από τον Μωάμεθ στον Χριστό ( Νικόλαος Χειλαδάκης Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος)

 


Μια από τις πιο σημαντικές αλλά και άγνωστες σελίδες της Οθωμανικής ιστορίας την οποία αποφεύγει σαν «κόκκινο πανί» η σύγχρονη Τουρκία, είναι η αναφορά στους μεγάλους εκείνους μουσουλμάνους «αγίους» που τελικά αποδέχτηκαν την ανωτερότητα του Ιησού Χριστού έναντι του Μωάμεθ και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις μαρτύρησαν και εκτελεστήκαν για αυτή τους την πίστη. Οι μουσουλμάνοι αυτοί δεν βαπτιστήκαν χριστιανοί και φυσικά δεν κατατάσσονται στον συναξάρι των αγίων της Ορθοδοξίας μας, αποτελούν όμως ένα μεγάλο κόλαφο για το Ισλάμ και ειδικά για την σημερινή ισλαμική Τουρκία, που ακροβατεί επικίνδυνα πάνω σε ένα χάρτινο οικοδόμημα μιας επίπλαστης και τεχνητής εθνοθρησκευτικής ταυτότητας.
Σεΐχης Μπεντρεντίν
Στα τέλη του δέκατου τέταρτου και στις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα εμφανίστηκε στην Μικρά Ασία ο Σεΐχης Μπεντρεντίν Μαχμούτ, (1359- 1420), ένας θρησκευτικός και λαϊκός ηγέτης ο οποίος από πολλούς μουσουλμάνους τιμάται ακόμα και σήμερα σαν άγιος. Ο Μπεντρεντίν γεννήθηκε στην πόλη Σιμάβ της Ανατολίας, σε μια εποχή που η θρησκευτική ταυτότητα ήταν πολύ μπερδεμένη και συμβίωναν μαζί χριστιανοί ορθόδοξοι, χριστιανοί αιρετικοί, μουσουλμάνοι και εξισλαμισμένοι με ατελή θρησκευτική συνείδηση. Ήταν Ρωμιός από την μητέρα του και είχε ανατραφεί με χριστιανικά πρότυπα ενώ μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά και ήξερε αρκετές χριστιανικές προσευχές. Η χριστιανική ελληνορθόδοξη παιδεία του τον επηρέασε καθοριστικά στην μετέπειτα περιπετειώδη ζωή του, που σημαδεύτηκε από μια μεγάλη ανταρσία ενάντια στο θρησκευτικό μουσουλμανικό κατεστημένο. Έκανε θρησκεύτηκες σπουδές στην Αίγυπτο και όταν γύρισε στην Μικρά Ασία άρχισε να κηρύττει την διδασκαλία του σε ένα κοινό που τον δέχτηκε σαν μεγάλο δάσκαλο. Κήρυττε την ισότητα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ το κήρυγμα του περιείχε βασικές χριστιανικές θέσεις. Αλλά το κυριότερο στοιχείο της διδασκαλίας του που τον έκανε και πολύ γνωστό, ήταν ότι κήρυττε την λατρεία προς τον Ιησού Χριστό, σε σημείο μάλιστα να προκαλέσει τους δογματικούς μουσουλμάνους και να κατηγορηθεί σαν επικίνδυνος γκιαούρης.
Κάποιοι τον είχαν χαρακτηρίσει, (Χαλίλ Ιναλτσίκ), σαν θεολόγο, άγιο, μυστικιστή αλλά πολύ περισσότεροι μουσουλμάνοι θεολόγοι τον θεωρούσαν άπιστο και καταραμένο. Είχε μια καταπληκτική ικανότητα να διεγείρει το ποίμνιό του και εμφανίζονταν σαν τους χριστιανούς Αποστόλους περιοδεύοντας σε πόλεις και χωριά, κηρύττοντας την νέα του διδασκαλία που ανέτρεπε την μέχρι τότε επικράτηση του Ισλάμ στην Μικρά Ασία. Οι περισσότεροι οπαδοί του προέρχονταν από τις περιοχές της Σμύρνης, του Σαρουχάν, (δυτική Μικρά Ασία), και από την περιοχή των Βαλκανίων, δηλαδή περιοχές όπου πλειοψηφούσε το ελληνορθόδοξο χριστιανικό στοιχείο. Το εντυπωσιακό ήταν πως τον δεχτήκαν και τον πίστεψαν αμέσως οι ελληνορθόδοξοι χριστιανοί. Τον ακολουθούσαν πολλοί χριστιανοί αγρότες που έβλεπαν στο πρόσωπο του τον λυτρωτή από την καταπίεση που υφίσταντο. Ο Σεΐχης Μπεντρεντίν πίστευε στον Χριστό, γι’ αυτό και οι χριστιανοί τον τιμούσαν σαν άγιο ενώ κήρυττε πως το πνεύμα του Χριστού είναι αιώνιο. Ένα άλλο ιδιαίτερο στοιχείο που τον έκανε να ταυτίζεται με τον χριστιανισμό, ήταν ότι επέτρεπε το κρασί στους οπαδούς του, κάτι που το Ισλάμ το θεωρεί αμαρτία, ενώ δεν έδινε καμιά σημασία αν ο οπαδός του ήταν μουσουλμάνος, ορθόδοξος, αιρετικός, ή χριστιανός. Μάλιστα ήταν τόσο αυστηρός στο θέμα αυτό, ώστε κήρυττε πως όποιος μουσουλμάνος έλεγε και χαρακτήριζε απίστους τους χριστιανούς, θα έπρεπε να θεωρηθεί ο ίδιος άπιστος.
Από τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του δέκατου πέμπτου αιώνα οι οπαδοί του είχαν γίνει τόσο πολλοί, ώστε άρχισαν να απειλούν την ιδία την οθωμανική εξουσία. Γύρω στα 1416 ο Μπεντρεντίν αρχίζει μια κανονική ανταρσία, όπως την χαρακτήρισαν οι Οθωμανοί, ενάντια στο μουσουλμανικό θρησκευτικό κατεστημένο. Ο σουλτάνος για να τον αντιμετωπίσει πριν η εξέγερση πάρει επικίνδυνες διαστάσεις, έστειλε ισχυρό στρατό και άρχισε να τον κυνηγά. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως ήταν πολύ δύσκολο να τον καταβάλει καθώς οι οπαδοί του και ιδιαιτέρα οι ορθόδοξοι χριστιανοί Έλληνες οπαδοί του, ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν για τον δάσκαλο τους. Τελικά μετά από πολλές μάχες και σκληρή καταδίωξη ο Μπεντρεντίν συλλαμβάνεται και οδηγείται στην πόλη των Σερρών, στην ανατολική Μακεδονία, για να δικαστεί από μουσουλμανικό δικαστήριο. Εκεί τον κατηγορούν ανοιχτά ότι απαρνήθηκε την πατρική του θρησκεία, το Ισλάμ, και ότι κήρυττε την επιστροφή στον χριστιανισμό. Στις Σέρρες ο Μπεντρεντίν καταδικάστηκε σε θάνατο και κρεμάστηκε δημόσια για να παραδειγματιστούν οι οπαδοί του.
Μουσταφά Μπορκλουτζέ
Οι δυο κυριότεροι μαθητές του Μπεντρεντίν, ήταν ο Τοπράκ Κεμάλ και ο Μουσταφά Μπορκλουτζέ. Η περίπτωση του Μπορκλουτζέ είναι εξαιρετική, γιατί η ζωή του, όπως εξιστορήθηκε από τους οπαδούς του, δείχνει την μεγάλη επίδραση που είχε πάνω τους η ζωή του Ιησού Χριστού. Ο Μπορκλουτζέ ήταν ένας δάσκαλος που δίδαξε στο ποίμνιό του, την ανωτερότητα του χριστιανισμού πιάστηκε από τους μουσουλμάνους Οθωμανούς, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, σταυρώθηκε και πέθανε πάνω στον σταυρό. Αλλά το πιο εκπληκτικό είναι, όπως διαδόθηκε μετά τον θάνατο του, ότι επανήλθε στην ζωή και κυκλοφορούσε στην νήσο Σάμο μέχρι να χαθεί με ένα περίεργο τρόπο για πάντα. Είναι δηλαδή προφανής η παρομοίωσή του με τον Χριστό που του έγινε από τους πιστούς οπαδούς του. Ο Μπορκλουτζέ, όπως υποστήριξαν οι οπαδοί του, ήταν ένας δάσκαλος που θυσιάστηκε για τους μαθητές και οπαδούς του, αλλά και ένας μύθος, ένας θρύλος που παρουσιάστηκε σαν μια παράλληλη μορφή με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, σε ένα μουσουλμανικό περιβάλλον, γι’ αυτό και αποτελεί μια εξόχως ιδιαίτερη περίπτωση.
Έζησε και αυτός στα τέλη του δέκατου τέταρτου και στις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα. Σαν γενέτειρά του αναφέρετε η πόλη του Αϊδίνου, στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης, μια περιοχή όπου πάντα κατοικούσε πυκνός ελληνορθόδοξος πληθυσμός. Ακολούθησε τον δάσκαλό του Μπεντρεντίν, αλλά γρήγορα απέκτησε το δικό του ποίμνιο στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας. Λέγεται ότι τον ακολουθούσαν, κατά άλλους 4.000, κατά άλλους 10.000 πιστοί οπαδοί του. Ο Μπορκλουτζέ, (που θεωρήθηκε σαν ο διάδοχος του Μπεντρεντίν), κήρυττε όπως και ο Μπεντρεντίν την ανωτερότητα του χριστιανισμού έναντι του Ισλάμ. Είχε όμως προχωρήσει ακόμα περισσότερο από τον Μπεντρεντίν και συμπεριφέρονταν στους χριστιανούς σαν να ήταν άγγελοι, ανεβάζοντάς τους πιο πάνω από τους μουσουλμάνους. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να καλέσει τους παπάδες της Χίου να προσχωρήσουν στο κήρυγμα του. Έτσι μετά από λίγο καιρό παρατηρήθηκε να τον ακολουθούν ανάμεσα στους οπαδούς του και ελληνορθόδοξοι ιερείς, δίνοντας μια ιδιαίτερη διάσταση στην διδασκαλία του στην περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας.
Το κίνημα του, όπως και το κίνημα του Μπεντρεντίν, θεωρήθηκε από τον σουλτάνο σαν ανταρσία και στάλθηκε ισχυρή στρατιωτική δύναμη να τον αντιμετωπίσει. Οι δυνάμεις του σουλτάνου προέβησαν σε σφαγές χιλιάδων οπαδών του. Τελικά μετά από ένα άγριο κυνηγητό ο Μουσταφά Μπορκλουτζέ συνελήφθη και υπέστη από τους άντρες του σουλτάνου, όπως χαρακτηριστικά ιστορούσαν οι οπαδοί του, τα βάσανα του ίδιου του Ιησού Χριστού. Τον οδήγησαν σε ένα λόφο όπου και τον σταύρωσαν με την κατηγορία ότι δεν είναι μουσουλμάνος, αλλά γκιαούρης και σύμμαχος των χριστιανών τους οποίους αυτός και οι οπαδοί του θεωρούσαν αγγέλους. Το μαρτύριο αυτό του Μπορκλουτζέ θρηνήθηκε έντονα από τους οπαδούς του, αλλά το εκπληκτικό, και αυτό δείχνει την μεγάλη αγάπη που του είχαν οι οπαδοί του, ήταν πως μετά τον θάνατο του πάνω στον σταυρό, πίστεψαν πως αναστήθηκε, (Ölümünden sonra aslında ölmeyip Sisam Adasında yaşamaya devam ettiği yayıldı = Μετά τον θάνατο του στην πραγματικότητα δεν πέθανε και διαδόθηκε πως συνέχισε την ζωή του στην νήσο Σάμο). Από τότε πολλοί θρύλοι και τραγούδια τραγούδησαν τον μάρτυρα Μουσταφά Μπορκλουτζέ, που πέθανε πάνω στον σταυρό
Μολά Καμπίζ
Τον δέκατο έκτο αιώνα εμφανίστηκε στην Μικρά Ασία ένας πολύ σημαντικός μουσουλμάνος σεΐχης, ο Μολά Καμπίζ, Ο Καμπίζ δίδασκε στους μουσουλμάνους ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν κατά πολύ ανώτερος από τον προφήτη Μωάμεθ αλλά και την υπεροχή της ελληνορθόδοξης θρησκείας έναντι του ιδιότυπου Ισλάμ που είχε επικρατήσει στην Μικρά Ασία. Άρχισε την διδασκαλία του πολύ νωρίς και απέκτησε χιλιάδες οπαδούς και στην Μικρά Ασία αλλά και στην Ρούμελη. Το εκπληκτικό με τον Μολά Καμπίζ, ήταν πως δίδασκε φανερά πως ο Χριστός ήταν ανώτερος από τον Μωάμεθ. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε εκπληκτικό από ένα κατά επίφαση μουσουλμάνο.
Μόλις έγινε ευρέως γνωστή η διδασκαλία του, η φήμη του έφτασε και στην οθωμανική αυλή προκαλώντας μεγάλη ταραχή στο μουσουλμανικό ιερατείο. Η διδασκαλία του εξόργισε τους θρησκευτικούς κύκλους της οθωμανικής αυλής και αφού τον συνέλαβαν τον παρέπεμψαν σε δίκη. Εκεί εμφανίστηκε αγέρωχος, σίγουρος και σταθερός στην πίστη του ότι ο χριστιανισμός είναι ανώτερος από το Ισλάμ και ότι ο Χριστός είναι κατά πολύ ανώτερος από τον Μωάμεθ. Τελικά το δικαστικό συμβούλιο των καζασκέρηδων δεν κατάφερε, εξ αιτίας της μεγάλης του ευγλωττίας με την οποία στήριξε τα επιχειρήματα του, να το καταδικάσουν για να τον εκτελέσουν. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μολά Καμπίζ έφερε σαν επιχειρήματα για να στηρίξει την διδασκαλία του, ρητά από το ίδιο το Κοράνι υποστηρίζοντας ότι έτσι επαληθεύεται η άποψή του πως ο Χριστός είναι ανώτερος από τον Μωάμεθ. Το αποτέλεσμα της δίκης και η προσωρινή αθώωση εξόργισε τον τότε σουλτάνο, Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Ο σουλτάνος οργισμένος, γιατί «ο άπιστος αυτός που εξευτέλιζε την δόξα του Προφήτη κατάφερε να φύγει ατιμώρητος», συγκάλεσε γρήγορα μια άλλη δίκη με την παρουσία του ιδίου του τότε Σειχουλισλάμη, (θρησκευτικού αρχηγού των μουσουλμάνων), Κεμάλπασα –Ζαντέ και το καδή της Κωνσταντινούπολης. Ακολούθησε έντονη λογομαχία ανάμεσα στον Σειχουλισλάμη και τον Μολά Καμπίζ. Ο Σεΐχουλισλάμης πάσχιζε να αποστομώσει τον Καμπίζ χωρίς όμως να τον καταφέρει να αποκηρύξει τις απόψεις του. Στο τέλος το δικαστήριο, (το 1527), κάτω από την έντονη πίεση του σουλτάνου Σουλεϊμάν του πρώτου, τον καταδίκασε σε θάνατο.
Τελικά ο Μολά Καμπίζ εκτελέστηκε γιατί δεν δίστασε μπροστά στο ανώτατο θρησκευτικό συμβούλιο της αυτοκρατορίας να υπερασπιστεί την πίστη του με θάρρος και με αντίτιμο την ίδια του την ζωή. Η δίκη του παρομοιάστηκε από τους οπαδούς του με την δίκη του Ιησού Χριστού και η καταδίκη του σε σταυρικό θάνατο θρηνήθηκε με έντονο τρόπο. Οι οπαδοί του Καμπίζ αναφέρονται ότι υπήρχαν μέχρι τα τέλη του δεκάτου έκτου αιώνα. Η διδασκαλία του είχε διαδοθεί σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας αλλά και της Θράκης και μέχρι σήμερα αναφέρεται πως υπάρχουν πυρήνες οπαδών του στην μικρασιατική Ανατολία
O.O.Δ.Ε

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, «Σκέτη κοροϊδία τα περί ειρήνης συμπόσια»


Ερμηνεύοντας το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής στον ιερό ναό Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης στις 27 Νοεμβρίου 2011 ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης μίλησε για τον Χριστό που είναι «η ειρήνη ημών», κατά τον Απόστολο Παύλο. Έπειτα αναφέρθηκε στα σύγχρονα συμπόσια για την ειρήνη που γίνονται με τη συμμετοχή ηγετών όλων των θρησκειών και ομολογιών αλλά και επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 
Τόνισε μεταξύ άλλων ο π. Θεόδωρος: «Σήμερα δυστυχώς ακόμη και οι εκκλησιαστικοί άρχοντες παρασυρόμενοι από τους πολιτικούς προσπαθούν δήθεν να φέρουν στον κόσμο την ειρήνη. Τον τελευταίο καιρό παντού συνέρχονται εκπρόσωποι των διαφόρων ομολογιών και των διαφόρων θρησκειών και μιλούν για την ειρήνη. Συμπόσια για την ειρήνη. Ο Πάπας, ο Πατριάρχης, οι Βουδιστές, οι Κομφουκιανιστές, οι Μουσουλμάνοι μαζεύονται και μιλούν για την ειρήνη. Και το κάνουν αυτό παρασυρόμενοι από τους πολιτικούς, οι οποίοι ευθύνονται που ο κόσμος έχει γεμίσει διαμάχες και πολέμους και υποδαυλίζουν τους πολέμους σε όλα τα μέρη της γης και μετά ρίχνουν το βάρος στους εκκλησιαστικούς, στις θρησκείες, στο χριστιανισμό, ότι αυτοί φταίνε για τους πολέμους... 

Και είναι κανείς να λυπάται ότι παρασύρονται και οι Ορθόδοξοι αρχιερείς, Πατριάρχαι, Αρχιεπίσκοποι, Θεολόγοι και μετέχουν σε τέτοιους είδους συμπόσια περί ειρήνης, τα οποία είναι σκέτη κοροϊδία, όπως κοροϊδία ήταν και το μεγάλο ειρηνιστικό κίνημα που είχε ξεκινήσει η πρώην σοβιετική ένωση, η οποία είχε προκαλέσει εκατόμβες θυμάτων Νεομαρτύρων. Και με όλα αυτά διαψεύδουν το πραγματικό κήρυγμα της ειρήνης και την πραγματική δυνατότητα να επικρατήσει στη γη η ειρήνη.
Θα ακούσουμε σε λίγο, στα Χριστούγεννα: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Δεν πρόκειται ποτέ να επικρατήσει στην γη η ειρήνη αν όλοι οι άνθρωποι δεν εγκολπωθούν τις αρχές του Ευαγγελίου του Χριστού. Εκεί που πηγαίνουν οι δικοί μας τους λένε «ελάτε στην Εκκλησία, ο Χριστός μόνο θα φέρει την ειρήνη»; Ποιος θα φέρει την ειρήνη; Θα φέρει την ειρήνη το Ισλάμ, το οποίο με το σπαθί και με το μαχαίρι επιτίθεται και κατακτά λαούς και κάνει του κόσμου τις σφαγές και τις λεηλασίες; Θα φέρουν την ειρήνη όλα τα άλλα θρησκεύματα τα οποία υποκινούνται από τον Εωσφόρο;».
Τέλος ο π. Θεόδωρος αναφέρθηκε στο παράδειγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο οποίος ένωσε την αυτοκρατορία που ήταν διηρημένη κάτω από το σημείο του Σταυρού χωρίς να προχωρήσει σε συγκρητιστικού είδους συνενώσεις και συμμαχίες αλλά προκρίνοντας την αληθινή Πίστη στο Χριστό.

Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Λόγοι Δ΄. Τὰ καθυστερημένα παιδιὰ

 

Λόγοι Δ΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
 "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
   

   ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  
Κεφάλαιο 3ο
Ἡ ἀναπηρία εἶναι εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ 
Τὰ καθυστερημένα παιδιὰ


Οἱ μάνες ποὺ ἔχουν καθυστερημένα παιδιὰ, ποὺ κάνουν συνέχεια σκηνές, ποὺ λερώνουν, τί τραβᾶνε οἱ καημένες!  Μαρτύριο!  Γνώρισα μιὰ μάνα ποὺ ἔχει κοτζάμ παιδὶ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουμαντάρη, γιατὶ κάνει ἀταξίες!.... 
Τὸ καημένο παίρνει τὶς ἀκαθαρσίες καὶ πασαλείβει τὰ ντουβάρια, τὰ σεντόνια.... Ἡ μάνα νὰ συμμαζεύη, νὰ καθαρίζη τὸ σπίτι, νὰ κάνη ὅλο τὸ νοικοκυριό, καὶ αὐτὸ νὰ τὰ κάνη ὅλα ἄνω-κάτω, ὅλα νὰ τὰ λερώνη.
  Νὰ κρύβη ἡ φουκαριάρα τὰ ἀπορρυπαντικὰ καὶ αὐτὸ νὰ τὰ βρίσκη καὶ νὰ τὰ πίνη!  Ὁλόκληρα ντουλάπια τὰ πετάει κάτω ἀπὸ τὸ μπαλκόνι.  Φύλαξε ὁ Θεὸς καὶ δὲν σκότωσε κανέναν μέχρι τώρα.  Καὶ δὲν εἶναι μιὰ μέρα καὶ δυό.  Χρόνια ὁλόκληρα εἶνα αὐτὴ ἡ κατάσταση!
-Μπορεῖ, Γέροντα, κάποιος ποὺ εἶναι λειψὸς στὸ μυαλὸ νὰ ἔχη ταπείνωση καὶ καλωσύνη;
-Πῶς δὲν μπρεῖ!  Νὰ, αὐτὸ τὸ παιδάκι ποὺ ἔρχεται συχνὰ ἐδῶ στὸ μοναστήρι μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητικὰ καθυστερημένο, ἀλλὰ τὴν καλωσύνη ποὺ ἔχει αὐτό, ποιός λογικὸς ἄνθρωπος τὴν ἔχει; Τί προσευχή, τί μετάνοιες κάνει! Ὅταν μὲ τὴν κήλη δυσκολευόμουν νὰ κάνω μετάνοιες, τοῦ εἶπαν οἱ γονεῖς του: «Ὁ Παππούλης εἶναι ἄρρωστος· δὲν μπορεῖ νὰ κάνη μετάνοιες». «Κάνω’γώ», εἶπε ἐκεῖνο, καὶ ἔκανε μετὰ μετάνοιες γιὰ μένα καὶ γινόταν μούσκεμα στὸν ἱδρώτα.

Πόσο φιλότιμο, πόση ἀρχοντιά ἔχει!  Μιὰ φορὰ τὸ ἔδειρε ἕνα παιδί στὴν γειτονιά, κι ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἔφαγε τὸ ξύλο, τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι του καὶ τοῦ εἶπε: «Γειά, χαρά!». Ἀκοῦς; Ποιός γνωστικὸς τὸ κάνει αὐτό, κι ἄς ἔχη διαβάσει Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα σωρό πνευματικὰ βιβλία.  Νά,  καὶ πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ποὺ εἶχε ἔρθει ἐδῶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του νὰ μὲ δῆ, αὐτὸ κάθησε δίπλα μου καὶ ἡ ἀδελφούλα του πιὸ πέρα.  Μόλις εἶδε τὴν ἀδελφούλα του ποὺ κάθησε μακριά μου «ἔλα, κοντὰ Παππούλη», τῆς λέει καὶ τὴν ἔβαλε δίπλα μου.
Πολὺ μὲ συγκίκνησε καὶ τοῦ ἔδωσα εὐλογία ἕναν μεγάλο φιλντισένιο σταυρὸ ποὺ μοῦ εἶχαν φέρει ἀπὸ τὰ Ἱεοσόλυμα.  Μόλις τὸν πῆρε στὰ χέρια του «γιαγιά», εἶπε καὶ ἔδειξε πῶς θὰ τὸν βάλη στὸν τάφο τῆς γιαγιᾶς του!  Φοβερό!  Τίποτε δὲν θέλει γιὰ τὸν ἑαυτό του· ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους!  Αὐτὸ θὰ πάη μὲ τὰ τσαρούχια στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ θὰ βάλη καὶ τοὺς γονεῖς του στὸν Παράδεισο.
Μακάρι νὰ ἥμουν καὶ ἐγὼ στὴ θέση του, καὶ ἄς μὴν καταλάβαινα καὶ ἄς μὴ μιλοῦσα. Ἐνῶ ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε ὅλα τὰ ἀγαθά, ἐγὼ τὰ ἀχρήσετυσα.  Στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ κρύβωνται μπροστά του ἀκόμη καὶ θεολόγοι.  Μοῦ λέει ὁ λογισμὸς ὅτι οἱ θεολόγοι Ἅγιοι στὸν Οὐρανὸ δὲν θὰ εἶναι σὲ καλύτερη θέση ὡς πρὸς τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιάκια. Ἵσως σ’ αὐτὰ νὰ δώση ὁ δίκαιος Θεὸς καὶ κάτι παραπάνω, γιατὶ ἐδῶ ἔζησαν στερημένα.



Ἀπόσπασμα ἀπό τίς σελίδες 237-238 τοῦ βιβλίου:
       ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                           ΛΟΓΟΙ Δ΄  
             ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
               ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

Λάζαρος μοναχός Ξενοφωντινός (1939-2010)

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgoBRLP9mwvyniJSYvqkAHr6clG1289x1no48ZV0ZV_gNd4nvMEJVyY6LwL5yuMMIEdwqfJhS69EXJm-mUcxLvsO-ViEM0bw7_xrau4CXtkknv0FOgyIvnoiZpMv8_NoD3yy1KwtSDfJl3a/s1600/384442-0011.jpg

Ο προσφάτως κοιμηθείς π. Λάζαρος, κατά κόσμον Εμμανουήλ Καρράς του Νικολάου και της Δεσποίνης, κατήγετο από την νήσον Σπέτσαι, γεννηθείς την 21ην Οκτωβρίου 1939. Ήλθε και εγκαταβίωσεν εις την Ιεράν Μονήν μας το 1972, την 4ην Φεβρουαρίου. Το 1978, την 9ην Απριλίου, έλαβεν από τον σεβαστόν Γέροντά μας Αρχιμ. Αλέξιον το μέγα Αγγελικόν Σχήμα, ονομασθείς εις Λάζαρον Μοναχόν.
Υπήρξε ο τελευταίος Μοναχός της παλαιοτέρας Ξενοφωντινής Αδελφότητος. Όταν ήλθαμεν οι νεώτεροι πατέρες από τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, ευρήκανεν τον π. Λάζαρον να διακονή εις το Καθολικόν ως τυπικάρης και αριστερός ψάλτης και ως διαβαστής εις την Τράπεζαν. Ήταν φιλακόλουθος, υπάκουος, υπομονητικός.
Υπέφερεν ο π. Λάζαρος από την ασθένειαν της μυοπαθείας, η οποία εν συνεχεία τον καθήλωσεν εις το κρεββάτιον του πόνου. Περνούσε τας ημέρας του καθήμενος εις το αναπηρικόν κάθισμα, εις το κελλίον του, προσευχόμενος νοερώς, και διακονούμενος από τους νεωτέρους πατέρας με αδελφικήν αγάπην και αφοσίωσιν. Επέδειξεν Ιώβειον υπομονήν, παράδειγμα προς μίμησιν εις τους πατέρας της Μονής μας και τους προσκυνητάς, οι οποίοι ήρχοντο να τον ίδουν και να λάβουν την ευχήν του.
Ο Γέροντάς μας πολλάκις έλεγεν ότι «τον π. Λάζαρον τον κρατά ο Θεός εν τη ζωή, παρ' όλον το σοβαρόν της υγείας του, προς παραδειγματισμόν όλων μας, δια την πολλήν του υπομονήν». Όταν τον επεσκέπτετο κανείς εις το κελλίον του και τον ρωτούσε: -Τι κάνεις π. Λάζαρε; Η απάντησίς του ήτο: -'Όπως θέλει ο Θεός.
Είχε πλήρη διαύγεια έως την τελευταίαν στιγμήν της ζωής του. Τελειώνοντας το Απόδειπνον της 9ης Οκτωβρίου 2010, ετελείωσε και ο π. Λάζαρος την επίγειον ζωήν του και παρέδωσε την οσιακήν ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Αδελφέ Λάζαρε, εύχου υπέρ ημών.
Ιερομόναχος Θεωνάς Ξενοφωντινός

Περιοδικόν ΠΡΩΤΑΤΟΝ, αριθ. 121
Ιανουάριος-Μάρτιος 201

Ανοίγουν τα Μοναστήρια για να φιλοξενήσουν άπορους πολίτες


Του Γιώργου Ντουδεσκέα, Realnews – 03.25

Σε καταφύγια θαλπωρής μετατρέπουν οι μητροπόλεις της χώρας πολλά μοναστήρια, προκειμένου να φιλοξενήσουν τους άστεγους των πόλεων που χτυπήθηκαν από την κρίση και κοιμούνται τις νύχτες σε παγκάκια και πλατείες...
Σε πολλές μονές ολοκληρώθηκαν οι τελευταίες εργασίες ώστε να είναι έτοιμες να υποδεχθούν στα μετόχια τους πρώτους αστέγους ενώ πολλοί άποροι βρήκαν πρόσφατα καταφύγιο σε ξενώνες μητροπόλεων.
«Το κάναμε παλαιότερα, την περίοδο της επιστράτευσης όταν ανοίξαμε το μοναστήρι για να μπουν οικογένειες και θα το κάνουμε και τώρα αν χρειαστεί», τόνισε στη Realnews η ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παναγίας Κάτω Ξενιάς στον Αλμυρό Βόλου, αδελφή Νυμφοδώρα, συμπληρώνοντας ότι το μοναστήρι διαθέτει ξενώνα 20 κλινών.
Στη Μεσσηνία, ο μητροπολίτης κ. Χρυσόστομος έσπευσε να προετοιμαστεί για παν ενδεχόμενο, κάνοντας τις σχετικές επαφές με τον δήμαρχο της Καλαμάτας και την κοινωνική υπηρεσία του δήμου.
Ο κ. Χρυσόστομος μάλιστα, τούς πρότεινε η παλαιά Μονή Γαρδικίου, που διαθέτει 60 δωμάτια, να εξυπηρετήσει τις ανάγκες που θα προκύψουν.
«Όπου χρειαστεί να παρέμβουμε για να λύσουμε το πρόβλημα άστεγων συνανθρώπων μας θα το πράξουμε», επισημαίνει.
Την ίδια στιγμή, έτοιμα να βοηθήσουν με κάθε τρόπο δηλώνουν και τα μοναστήρια.
«Δεν θα αφήσουμε έτσι τον κόσμο, αβοήθητο. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε τους δύσκολους αυτούς καιρούς που ζούμε», δήλωσε στην «R» ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Άνω Ξενιάς Αλμυρού, πάτερ Νεκτάριος.
«Κάθε μέρα έχουμε και άλλους ανθρώπους νέους με οικογένειες που καταφεύγουν σε εμάς ζητώντας στέγη και φαγητό. Σε κάθε ενορία έχουμε στέγες ενώ προσφέρουμε 1.500 μερίδες φαγητό την ημέρα», αναφέρει στην «R» ο μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος.
«Τα μοναστήρια –λέει- είναι ο τόπος όπου καταφεύγουν οι άνθρωποι όταν δεν βρίσκουν στέγη στην κοινωνία».
Τις πύλες τους για τη φιλοξενία αστέγων και απόρων θα ανοίξουν τα μοναστήρια στη Μαγνησία, ύστερα από πρωτοβουλία του μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιου.
«Καταβάλλονται προσπάθειες προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες των περίπου 1.350 απόρων της περιοχής. Όποτε παραστεί ανάγκη, θα είμαστε σε θέση να φιλοξενήσουμε άπορους στα μοναστήρια που διαθέτουν ξενώνες» , δήλωσε στην R ο μητροπολίτης κ. Ιγνάτιος.
Στον Βόλο, η μητρόπολη λειτουργεί τρεις ξενώνες όπου φιλοξενούνται περίπου 15 άστεγοι, οι οποίοι σιτίζονται σε καθημερινή βάση από τα 25 Σπίτια Γαλήνης, ενώ δεκάδες άποροι στεγάζονται σε διάφορα οικήματα και διαμερίσματα ιδιοκτησίας της τοπικής εκκλησίας.

Γέροντας Πορφύριος: «Στοὺς δύσκολους καιροὺς θὰ βοηθήσουν τὰ μοναστήρια»

 
«Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1985, εὑρισκόμενη (ἀφηγεῖται ἡ Γερόντισσα Θεοδοσία) εἰς τὴν Μονὴν τῶν ἁγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα περίπου 2.30 πρωϊνή, ἄκουσα λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ μου, στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς, κάποιον νὰ σκάβει. Γιὰ νὰ βεβαιωθῶ, ἔσβησα τὸ φῶς τοῦ κελλιοῦ μου καὶ κοίταξα ἀπὸ τὸ παράθυρο. Εἶδα ὅτι ἀναβόσβηνε ἕνας φακός. Τότε ἔκανα μία προσευχὴ στοὺς θαυματουργοὺς Ἁγίους μας νὰ μᾶς προστατεύσουν. Ἤλεγξα τὰ παράθυρα καὶ τὶς σαθρὲς πόρτες πρὸς τὴν αὐλὴ τῆς ἐρειπωμένης Μονῆς, μήπως εἰσχωρήσουν στὸ ἐσωτερικό της, καὶ ἀφοῦ διεπίστωσα ὅτι ἐπικρατοῦσε ἡσυχία στὸ χῶρο αὐτό, ἐπέστρεψα στὸ κελλί μου.
Τὸ πρωΐ εἴχαμε μία ἰδιωτικὴ λειτουργία. Τὴν ὥρα ποῦ ἑτοιμαζόμουν νὰ πάω στὴν Ἐκκλησία, ὥρα 5.55 πρωϊνή, χτύπησε τὸ τηλέφωνο. Σκέφτηκα μήπως κάποια πονεμένη ψυχὴ ἔχει κάποιο πρόβλημα – κάτι ἄλλωστε ποῦ συνέβαινε συχνὰ – καὶ σήκωσα τὸ τηλέφωνο. Πρὸς μεγάλη μου ἔκπληξη ἄκουσα:
- «Ἄκου παιδάκι μου, εἶμαι ὁ Γέροντας Πορφύριος. Μὴ βγεῖς ἔξω ποὺ ἀκοῦς καὶ σκάβουν, θὰ σὲ χτυπήσουν. Διαβολεμένοι ἄνθρωποι γυρίζουν στὸ Μοναστήρι σου».
- Τὸν ἐρωτῶ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρῆκαν τίποτα;»
- Ἀπαντᾶ: «Ὄχι παιδάκι μου, τὰ ἔχουν πάρει ἄλλοι νωρίτερα».
- Τὸν ἐρωτῶ πάλι: «Γέροντα ἔχετε ἔλθει στὸ Μοναστήρι μας;»
- Μοῦ ἀπαντᾶ: «Ὄχι παιδάκι μου, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἐκεῖ. Ρώτα μὲ ὅτι θές». Παίρνοντας λοιπὸν ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ αὐτό, τὸν ρώτησα γιὰ...

 τὴν ἱστορικῆς σημασίας σπηλιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ μας…

… – Μὲ ἐρωτᾶ: «Ποιὰ σπηλιά; Γιατί εἶναι δύο σπηλιὲς κοντά σας. Αὐτὴ ποῦ κάθισαν οἱ πρῶτοι μοναχοί;»

- Τοῦ ἀπαντῶ: «Ναὶ Γέροντα». Μοῦ λέει: «Καλὸ εἶναι, παιδάκι μου, νὰ τὸ κάνης αὐτό, γιατί ἡ σπηλιὰ εἶναι ἁγιασμένη. Ἀλλὰ θὰ σὲ ἀφήσουν οἱ χωρικοί; Θὰ ἀντιδράσουν».

Ἔμεινα μὲ τὸ ἀκουστικὸ στὸ χέρι, χωρὶς νὰ μιλάω ἀπὸ τὴν ἔκπληξή μου, γιατί μου μιλοῦσε γιὰ γεγονότα.

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὄντως ὑπάρχουν δύο σπηλιές, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ τὴ δεύτερη σπηλιά, καίτοι εἴχαμε ἐγκατασταθεῖ στὴ Μονὴ περισσότερο ἀπὸ ἕνα χρόνο. Μᾶς τὸ εἶχαν πεῖ ὅμως οἱ βοσκοὶ τῆς περιοχῆς, ὅτι ὑπάρχει καὶ δεύτερη σπηλιά.

Τὴν ὥρα λοιπὸν ποὺ εἶχα μείνει ἀμίλητη μὲ τὸ ἀκουστικὸ στὸ χέρι, ἀκούω τὸ Γέροντα νὰ μοῦ λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».

- Τὸν ἐρωτῶ: «Τί ψάρια, Γέροντα;»

- «Παιδάκι μου», μοῦ λέει, «τὸ νερὸ ἀπὸ τοὺς κούτουλες δὲν εἶναι κατάλληλο γιὰ ψάρια; Βάλε λοιπὸν ψάρια νὰ φάει ὁ κόσμος. Θὰ ‘ρθοῦν δύσκολοι καιροί!».

Καὶ ὄντως, ὅταν εἴχαμε ἐγκατασταθεῖ στὸ Μοναστήρι, ἐξήτασα στὸ Χημεῖο τῶν Πατρὼν τὸ νερό, ποὺ τρέχει ἄφθονο ἀπὸ τοὺς δύο κούτουλες (πηγὴ) στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς, ἂν εἶναι πόσιμο καὶ παράλληλα ἂν εἶναι κατάλληλο γιὰ ψάρια, ὥστε νὰ καλύπτει τὶς ἀνάγκες τῆς Μονῆς καὶ τῶν φιλοξενουμένων προσκυνητῶν της. Ὄντως τὸ νερὸ ἀπεδείχθη καθαρὸ καὶ κατάλληλο γιὰ ἰχθυοτροφεῖο… (ἀπὸ τὶς σέλ. 60, 62).

Τὴν παρουσία τοῦ Γέροντα (Πορφύριου) τὴν αἰσθανόμεθα1 ἔντονα, γιατί σὲ κάθε δίλημμα μᾶς ἐκεῖνος ἐπικοινωνοῦσε μαζί μας καὶ μᾶς ἔδινε λύση. Μία φορά, μοῦ εἶχε πεῖ τηλεφωνικῶς:

- «Παιδάκι μου, ἔχεις μεγάλο ἀγώνα, ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι, ἐγὼ κάθε βράδυ κάνω μαζί σας προσευχή».

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι μὲ τὸν Γέροντα δὲν εἴχαμε συναντηθεῖ ποτέ, οὔτε τὸν εἶχα δεῖ ποτέ, μόνον εἶχα ἀκούσει γιὰ τὸ προορατικό του χάρισμα ἀπὸ ἄλλους, οὔτε ποτὲ εἶχα τηλεφωνικῶς ἐπικοινωνήσει μαζί του. Ἀπόρησα λοιπόν. Πῶς ἤξερε ἐμᾶς καὶ τὰ προβλήματά μας; Ποῦ βρῆκε τὸ τηλέφωνό μας;

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ πῆρα τηλέφωνο μία ἡγουμένη ἄλλου Μοναστηριοῦ, ποῦ γνώριζε τὸν Γέροντα, καὶ τὴν ρώτησα: «Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τὸν ἀριθμὸ τοῦ τηλεφώνου μας στὸν Γέροντα Πορφύριο;» Μοῦ ἀπαντᾶ: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ τοῦ τὸν δώσω; Τὸ μυαλὸ τοῦ πατρὸς Πορφυρίου εἶναι τηλεόραση».

Κάποτε ἐπεσκέφθην μὲ μερικὲς ἀδελφές της Μονῆς μᾶς ἕνα ἄλλο Μοναστήρι. Ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἐπειδὴ ὑπῆρχε ἕνα ἐπεῖγον καὶ σημαντικὸ θέμα, πῆρε ἐκεῖ τηλέφωνο, μὲ ζήτησε καὶ μοῦ εἶπε: «Παιδί μου, τοὺς πέντε ἀνθρώπους ποῦ θέλουν νὰ καταθέσουν ὡς μάρτυρες γιὰ τὰ ὅρια τῆς Μονῆς σας, νὰ τοὺς ἀφήσεις νὰ προσέλθουν στὸ δικαστήριο. Πρέπει νὰ ἀκουστεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ ὑπερασπισθεῖς ὅ,τι ἀνήκει στὴ Μονή, γιατί θαρθοῦν δύσκολοι καιροὶ καὶ ὁ κόσμος θὰ χρειασθεῖ φροντίδα ἀπὸ τὰ Μοναστήρια».

Πραγματικά, πέντε γηραιοὶ ἄνθρωποι, ποῦ ἤσαν εὐγνώμονες στὸ Μοναστήρι, μοῦ ζητοῦσαν ἐπιμόνως νὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια σὲ μία ἀδικία ποῦ εἶχε γίνει εἰς βάρος τῆς Μονῆς. Ἔτσι κι ἔγινε καὶ ἡ Μονὴ δικαιώθηκε. (Ἀπὸ τὶς σέλ. 63, 64).

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ
-Καθηγητοὺ τῆς Παιδαγωγικῆς της Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν-
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...