Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2012

Οι ευθύνες του μητροπολίτη για τον κατηγορούμενο για παιδεραστία αρχιμανδρίτη



Αποκλειστικές πληροφορίες
Σοκάρει η είδηση που σίγουρα είναι η εξαίρεση στον κανόνα.
Τρία παιδιά από 10 έως 14 ετών (το ένα με διανοητικά προβλήματα) που πήγαιναν στο Κατηχητικό αποκάλυψαν στους γονείς τους  ότι έπεσαν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον αρχιμανδρίτη, π. Θ.Ρ. (κατά κόσμο Νικόλαο Ρ.). Και το χειρότερο...Τα παιδιά που έχουν πέσει θύματά του ίσως να είναι περισσότερα...
Οι γονείς τους αμέσως κατήγγειλαν τα πάντα στην αστυνομία και ο αρχιμανδρίτης (σε μητρόπολη της Αττικής) συνελήφθη χθες το βράδυ. Σύμφωνα με την αστυνομία σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του βρέθηκε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή υλικό παιδικής πορνογραφίας καθώς και ομοφυλοφιλικό.Επίσης κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε από το φιλόπτωχο ταμείο το ποσό των 6.500 ευρώ.

Ο αρχιμανδρίτης, που μένει στο Περιστέρι, οδηγήθηκε  στον Εισαγγελέα, όπου αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες.
Η πορεία του 42χρονου κληρικού σοκάρει. Ξεκίνησε από την Καλαμάτα, όπου έγινε διάκονος από τον επίσκοπο Τράλλεων, εκδιώχθηκε από την Καλαμάτα, και βρέθηκε σε νησί του Ιονίου ως ηγούμενος, αλλά μετά από καταγγελίες για παράξενη συμπεριφορά, βρήκε στέγη ως εφημέριος  στις Κυκλάδες (δύο φορές) και πέρασε και από το Καρπενήσι , όπου και από εκεί  τον έδιωξαν γιατί υπήρχαν καταγγελίες ότι «κάτι δεν πάει καλά με τον αρχιμανδρίτη».
Έξυπνος, με χάρισμα στην επικοινωνία κατάφερνε και κέρδιζε την εμπιστοσύνη ακόμη και των προϊσταμένων του.  
Τον περασμένο χρόνο , σύμφωνα με πληροφορίες του «ierovima»  ήρθε σε γνώση του μητροπολίτη της περιοχής όπου διακονούσε ο αρχιμανδρίτης, καταγγελία σύμφωνα με την οποία ο αρχιμανδρίτης επιδεικνύει ανήθικη συμπεριφορά και θα πρέπει να απομακρυνθεί από τη μητρόπολη. Ο μητροπολίτης το μόνο που έκανε ήταν να αλλάξει ενορία στον κατηγορούμενο και ζήτησε να μη δοθεί συνέχεια στις καταγγελίες…

Ο δεσπότης τώρα υποστηρίζει ότι είχε προειδοποιήσει τον αρχιμανδρίτη ότι αν δεχθεί και άλλη καταγγελία θα τον καθαιρέσει. Δηλαδή αντί να τον παραπέμψει στη Δικαιοσύνη αφού τον ξυρίσει δεδομένου ότι οι καταγγελίες ήταν πολλές, του τράβηξε το αυτί!
Το «ierovima» δημοσιεύει φωτογραφία του αρχιμανδρίτη .

Πρωτοφανές! Η μειοψηφία εξέλεξε επισκόπους! Τιτουλάριοι Επίσκοποι οι αρχιμανδρίτες Ιάκωβος Μπιζαούρτης και Αντώνιος Αβραμιώτης


Οι αρχιμανδρίτες Ιάκωβος Μπιζαούρτης  (φωτο)  και Αντώνιος Αβραμιώτης εξελέγησαν  Επίκοποι Θαυμακού και Σαλώνων αντιστοίχως , αν και αρκετοι ιεράρχες διαφώνησαν με την εκλογή νέων επισκόπων.
Να σημειωθεί ότι ο π. Αντώνιος εξελέγη ως Ταλαντίου, αλλά έδωσε Μεγάλο Μήνυμα ως Σαλώνων. Και αυτό γιατί ως Ταλαντίου θα έπρεπε να χειροτονηθεί μητροπολίτης!
Υπέρ της προτάσεως για την εκλογή δύο νέων Τιτουλαρίων Επισκόπων ευρέθησαν 33 θετικοί ψήφοι, 31 αρνητικοί ψήφοι, 7 λευκές και μία άκυρη ψήφος.  
Οι νέοι επίσκοποι θα υπάγονται στη δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Η χειροτονία του Θεοφιλεστάτου Εψηφισμένου Επισκόπου Σαλώνων κ. Αντωνίου, θα γίνει το Σάββατο 10 Μαρτίου 2012 στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου και του Θεοφιλεστάτου Εψηφισμένου Επισκόπου Θαυμακού κ. Ιακώβου την Κυριακή 11 Μαρτίου 2012, στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨH ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ



Τί εἶναι  κατάθλιψη- πομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου πό τόν Θεό καί  ἀλλοτρίωσή του.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Ἀπόσπασμα ἀπό τό νέο βιβλίο:
Τά πάθη καί  κατάθλιψη – Τί εναι καί πς θεραπεύονται 

 πομάκρυνση το νθρώπου πό τόν Θεό καί  λλοτρίωσή του.

.         Ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο, πού βουλιάζει ὅλο καί περισσότερο στήν θλίψη, στήν ἀνία, στήν σαρκικότητα, στήν μοναξιά. Εἶναι ὅλα αὐτά, τά πικρά ἀποτελέσματα τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό. Δυστυχῶς, ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων ἔχουν ἀρνηθεῖ τόν Δημιουργό τους.
.         «Ὅσο ἀπομακρύνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν φυσική ζωή, τήν ἁπλή», παρατηρεῖ ὁ ὁσιώτατος Γέροντας Παΐσιος, «καί προχωροῦν στήν πολυτέλεια, τόσο αὐξάνει καί τό ἀνθρώπινο ἄγχος. Καί ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, ἑπόμενο εἶναι νά μή βρίσκουν πουθενά ἀνάπαυση. Γι’ αὐτό γυρίζουν ἀνήσυχοι ἀκόμη καί γύρω ἀπό τό φεγγάρι –σάν τό λουρί τῆς μηχανῆς γύρω ἀπό τήν τρελλή ρόδα16–, γιατί ὁλόκληρος ὁ πλανήτης μας δέν χωράει τήν πολλή τους ἀνησυχία.
.         Ἀπό τήν κοσμική καλοπέραση, ἀπό τήν κοσμική εὐτυχία, βγαίνει τό κοσμικό ἄγχος. Ἡ ἐξωτερική μόρφωση μέ τό ἄγχος ὁδηγεῖ καθημερινῶς ἑκατοντάδες ἀνθρώπων (ἀκόμη καί μικρά παιδιά μέ ἄγχος) στίς ψυχαναλύσεις καί στούς ψυχιάτρους καί κτίζει συνεχῶς Ψυχιατρεῖα καί μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους …
.         Καί οἱ διάφοροι τουρίστες, πού ἔρχονται ἀπό ξένες χῶρες καί περπατοῦν στούς δρόμους, μέσα στόν ἥλιο, στήν ζέστη, μέσα στήν σκόνη, μέσα σέ τόση φασαρία, σκέψου πόσο ὑποφέρουν! Τί ζόρισμα, τί σφίξιμο ἐσωτερικό ἔχουν, ὥστε τό σκάσιμο αὐτό τό ἐξωτερικό τό θεωροῦν ἀνάσα! Πόσο τούς διώχνει ὁ ἐαυτός τους, πού θεωροῦν ἀνάπαυση ὅλη αὐτήν τήν ταλαιπωρία!
.         Ὅταν δοῦμε ἄνθρωπο μέ μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καί λύπη, ἐνῶ τά ἔχει ὅλα –τίποτε δέν τοῦ λείπει–, πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός»17.
.         Ἔλεγε ὁ πατὴρ Πορφύριος ὅτι «ὅλος ὁ κόσμος καὶ ποὺ πιστεύουνε καὶ ποὺ δὲν πιστεύουνε, ατ τ πράγμα τος τρώει…  πομάκρυνσιςπ τν Θεό, πο φέρνει τὴν μοναξιά. Καὶ ὅταν ἀρνεῖσαι ἕνα μυστήριο… ἕνα μυστήριο… χουνε γίνει τόσοι γιατρο ψυχίατροι, ψυχαναλυταί, ψυχολόγοι κα δέχονται σθενες… Ποιος σθενες, βρέ, ποιός εσαι σ πού θ δεχθες σθενες; Καὶ στὸ τέλος πάει: Τί βλέπεις γιατρέ μου… «Δὲν ἔχεις τίποτα… Ἔχεις ἀνασφάλεια». Τί θὰ πεῖ ἀνασφάλεια; «δὲν ἔχεις τίποτα· πάρε αὐτό». μα δν δώσεις τν αυτό σου στν Θεό, τί ν σοκάνει ατό. Θ σ ναρκώσει σήμερα, αριο μπορε ν σο ’ρθε πι μεγάλη»18.
.         Ὁ σύγχρονος κατατεθλιμμένος καί περίφροντις ἄνθρωπος τῆς Δύσης ζεῖ τήν δύση τοῦ πολιτισμοῦ του, διότι τόν στήριξε στήν αὐτονόμηση ἀπό τόν Θεό, στήν λογική καί στήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του.
.         «Μετήλλαξαν τήν λήθεια το Θεο σέ ψέμμα19, καί σεβάσθηκαν καί λάτρευσαν τήν κτίση καί χι τόν Κτίσαντα… Γι’ αὐτό καί  Θεός τούς παρέδωσε σέ πάθη τιμίας»20. Ἄφησε ὁ Θεός νά μάθουμε ἀπό αὐτά πού θά πάθουμε. Ἀπό τό ἀνωτέρω ρητό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συνάγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραδίδεται –κατά παραχώρηση το Θεο– στά διάφορα πάθη, τά ὁποῖα τόν ἀτιμάζουν καί τόν ἐξευτελίζουν. Ἡ αἰτία τῆς παιδαγωγικῆς αὐτῆς Θείας παραχώρησης εἶναι ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἡ ραθυμία, εἶναι τό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν θέλησαν νά γνωρίσουν τόν Θεόν. Δέν ἐπιδίωξαν νά Τόν ἔχουν «ν πιγνώσει» 21, δηλ. νά ἔχουν γνήσια αἴσθηση καί γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα τους, διά τῆς ὁλοκληρωτικῆς στροφῆς καί ἀγάπης πρός Αὐτόν.
.         Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά παραδοθοῦν ἀπό τόν Θεό στόν σκοτισμό τοῦ νοός, σ’ ἕναν νοῦ «δόκιμον» 22, ἀνίκανο νά διακρίνει τήν ἀλήθεια· ὁπότε καί τά ἔργα τους εἶναι ἄπρεπα καί ἁμαρτωλά, ἔργα σκότους.
.         Τό ἐνεργήματα-ἀποτελέσματα τῶν παθῶν εἶναι φοβερές παρεκτροπές τῶν ἀνθρώπων, ἀλλοτρίωση-φθορά τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Οἱ ἄνθρωποι γέμισαν μέ «κάθε δικία, πονηρία, πλεονεξία, φθόνο, φόνο, φιλόνεικη διάθεση, δόλο, κακοήθεια, ψιθυρισμό, καταλαλιά, μίσος πρός τόν Θεό, βρι, περηφάνεια, λαζονεία, πείθεια πρός τούς γονες, πανουργία, λλειψη σύνεσης, στοργία, νελεημοσύνη, διχασμό καίπομόνωση πό λους»23..         Αὐτή ἡ ἀπομόνωση ἀπό ὅλους, ἡ ἔλλειψη ἀγάπης καί κοινωνίας πραγματικῆς, δέν θεραπεύεται μέ χάπια ἤ ἠλεκτροσόκ ἀλλά μέ τήν ταπεινή ἐξομολόγηση καί τήν γνήσια μετάνοια. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν μετανοήσει ὁδηγεῖται στόν ὑπαρξιακό θάνατο.

16. Στά παλιά μηχανοστάσια “τρελλή ρόδα” ὀνόμαζαν τήν ρόδα πού δέν παρῆγε ἔργο, ἀλλά τήν χρησιμοποιοῦσαν ἁπλῶς γιά νά περνοῦν τό λουρί τοῦ τροχοῦ, ὅταν ἤθελαν νά τόν ἀπενεργο-ποιήσουν.
17. Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου, Λόγοι Α΄ – Δεύτερο Μέρος – Κεφάλαιο 3ον «Ἁπλοποιῆστε τήν ζωή σας, γιά νά φύγη τό ἄγχος», ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ”, ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001.
18. Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Κωνσταντίνου Γιαννιτσιώτη, «Κοντὰ στὸν γέροντα Πορφύριο». Ἔκδοση Ἱεροῦ Γυναικείου Ἡσυχαστηρίου ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Ἀθῆναι, 1995, σελ. 199.
19. Δηλ. διέστρεψαν τήν Εὐαγγελική Ἀλήθεια.
20. Ρωμ. α´ 25-26: «Μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει,καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα,ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας».
21. Ρωμ. α´ 28:«οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει,παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν,ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα».
22. Ὅ.π.
23. Πρβλ: Ρωμ. α´ 29- 1, 31:«πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ πονηρίᾳ πλεονεξίᾳ κακίᾳ,μεστοὺς φθόνου φόνου ἔριδος δόλου κακοηθείας, ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετὰς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀνελεήμονας»

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων


πηγή

Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσομε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή τη ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει. Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους.
Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.
Το όνομα της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.
Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα. Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία. Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.

Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.

Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…».

Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα. Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.

Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.

Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».

Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.

Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών».

Πηγή: Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία
.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ, ΟΙ ΕΝ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑ ΤΗ ΠΟΛΕΙ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ (9 ΜΑΡΤΙΟΥ)




«Οι άγιοι αυτοί που προέρχονταν από διάφορες πατρίδες, ήταν στρατιώτες στο ίδιο τάγμα. Συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν σε εξέταση, κι επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, κτυπήθηκαν καταρχάς με πέτρες στα πρόσωπα και στο στόμα. Οι βολές όμως των πετρών αντί να πλήττουν αυτούς, αντιστρέφονταν και  έπλητταν μάλλον αυτούς που τις έριχναν. Έπειτα, σε καιρό χειμώνα, καταδικάστηκαν να διανυκτερεύσουν στο μέσο της λίμνης που βρισκόταν μπροστά από την πόλη. Εκεί δείλιασε ο ένας από αυτούς, ο οποίος έτρεξε στο κοντινό λουτρό κι ευθύς  με την επαφή της θερμότητας διαλύθηκε. Ο δήμιος τότε που τους παρατηρούσε και τους φύλασσε, έβαλε αμέσως τον εαυτό του στη θέση αυτού που έφυγε, καθώς είδε μέσα στη νύκτα φως γύρω από τους μάρτυρες και στεφάνια να κατεβαίνουν πάνω στον καθένα τους.


Όταν ξημέρωσε, επειδή οι άγιοι δεν είχαν ξεψυχήσει και ανέπνεαν ακόμη, τους έσπασαν τα σκέλη και έτσι πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου. Αποδείχθηκε όμως ότι ο θάνατος  ήταν αποδεκτός και ευχάριστος από αυτούς και με το εξής: ο τύραννος άφησε ζωντανό κάποιον από τους μάρτυρες που ακόμη λόγω της ηλικίας του και της σωματικής του δύναμης ανέπνεε, γιατί νόμισε ότι ίσως αυτός αλλάξει γνώμη. Η μητέρα του όμως παρέμενε κοντά στους μάρτυρες, βλέποντας το παιδί της. Διότι ήταν ο νεώτερος από όλους στην ηλικία και φοβόταν μήπως η νεότητά του αυτή και η αγάπη του για τη ζωή τού φέρει δειλία και βρεθεί ανάξιος της τάξης και της τιμής των συστρατιωτών του. Στεκόταν λοιπόν βλέποντάς τον επίμονα και με το σχήμα  της και με το βλέμμα της, όπως φαινόταν, προσπαθώντας να του εμβάλει θάρρος, και με απλωμένα διαρκώς τα χέρια της σ’ αυτόν έλεγε: Γλυκύτατό μου τέκνο, τέκνο ήδη του ουράνιου Πατέρα, κάνε υπομονή λίγο ακόμη, για να γίνεις τέλειος. Μη φοβηθείς τα βάσανα. Γιατί, να, παρευρίσκεται βοηθός σου ο Χριστός ο Θεός. Λοιπόν, τίποτε άσχημο και καμιά ταλαιπωρία δεν πρόκειται να συναντήσεις. Όλα εκείνα έφυγαν, όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Από δω και πέρα έρχεται η χαρά, η ηδονή, η άνεση, η ευφροσύνη, που θα τα έχεις συμβασιλεύοντας με τον Χριστό και γινόμενος πρεσβευτής προς Αυτόν και για εμένα που σε γέννησα.


Οι άγιοι λοιπόν με συντριμμένα τα σκέλη παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Θεό. Οι δε στρατιώτες αφού έφεραν άμαξες και έβαλαν σ’ αυτές τα ιερά σώματα, τις οδήγησαν κοντά στο χείλος του γειτονικού ποταμού. Τον νέο όμως εκείνον, που το όνομά του ήταν Μελίτων, παρατηρώντας ότι είναι ακόμη ζωντανός, τον άφησαν για να ζήσει. Βλέποντάς τον η μητέρα του να έχει μείνει μόνος αυτός, θεωρώντας ότι τούτο είναι μάλλον θάνατος γι’ αυτήν και το παιδί της, άφησε κατά μέρος τη γυναικεία αδυναμία, ξέχασε τα σπλάγχνα αγάπης της μάνας, πήρε στους ώμους της τον γιο της κι ακολούθησε με μεγαλοψυχία τα αμάξια, πιστεύοντας ότι τότε θα ζήσει, όταν τον δει νεκρό μάλλον και να έχει φύγει από τη ζωή. Επειδή λοιπόν την ώρα που τον μετέφερε έτσι, άφησε το πνεύμα του, τότε η μάνα άφησε τις φροντίδες της, σκίρτησε πάρα πολύ από χαρά για το τέλος του γιου της, και πήγε το νεκρό σώμα του φίλτατου παιδιού της μέχρι τον τόπο που ήταν τα σώματα των αγίων. Τον έβαλε πάνω σ’ αυτά και τον συναρίθμησε μαζί με τους άλλους, ώστε ούτε και το σώμα να μείνει μακριά από τα σώματά τους, του γιου της που έσπευδε και η ψυχή του να συναριθμηθεί με τις ψυχές εκείνων. Αφού άναψαν δε μεγάλη φωτιά οι υπηρέτες του διαβόλου, κατακαίνε τα σώματα των αγίων. Κι έπειτα, κινούμενοι από φθόνο προς τα λείψανα των χριστιανών, τα ρίχνουν στο ποτάμι. Αλλά εκεί, με θεϊκή οπωσδήποτε οικονομία, συγκρατήθηκαν από κάποιο βράχο όλα μαζί. Κάποια χέρια χριστιανών τότε τα σήκωσαν και μας δώρισαν πλούτο παντοτινό. Τελείται δε η σύναξή τους στο αγιότατο Μαρτυρείο τους, που βρίσκεται πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου».


Σπάνια να βρεθεί χριστιανός, ο οποίος να μη γνωρίζει τη φράση «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος», έστω κι αν αγνοεί ότι σχετίζεται με τους αγίους σαράντα μάρτυρες. Πράγματι, η συγκεκριμένη γνωστή φράση αποτελεί σφραγίδα, θα λέγαμε, του μαρτυρίου των αγίων αυτών, δεδομένου ότι οι ίδιοι, λέγοντάς την, λειτουργούσουν ως αλείπτες του εαυτού τους, δηλαδή ως προπονητές, ως καθοδηγητές αυτών των ίδιων, που παρότρυναν και ενίσχυαν ο ένας τον άλλον, για να μείνουν σταθεροί στο μαρτύριο που περνούσαν. Κι είναι αυτό που έλεγαν ό,τι πιο επίκαιρο και καίριο μπορούσαν να σκεφτούν, δεδομένου ότι έδιναν ώθηση στον εαυτό τους να αντέξουν τη δεινότητά τους με μετάθεση του λογισμού τους στο πέρα από αυτό, στο ανώτερο και καλύτερο, στον ίδιο τον Παράδεισο. Αυτό σημαίνει ότι  οι άγιοι λειτουργούσαν ως αληθινοί και γνήσιοι θεραπευτές του εαυτού τους, αγωνιζόμενοι να κρατούν  τους λογισμούς εκείνους που κινούνταν στη χαρισματική διάσταση της αποκάλυψης του Χριστού. Ο Κύριος δεν αποκάλυψε ότι το μαρτύριο και οι θλίψεις αποτελούν την οδό που εκβάλλει στη βασιλεία του Θεού  - «διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού» - και ότι αυτό που υφίσταται ο πιστός στον κόσμο ως διωγμό συνιστά συμμετοχή στο δικό Του πάθος; «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν».   Το σημειώνει και ο απόστολος: «Πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται». Έτσι ο προσανατολισμός των αγίων και η στερέωση του λογισμού τους όχι στο φαινόμενο – το μαρτύριο και τα βάσανα – αλλά στο αποτέλεσμα ως βάθος και νόημα του μαρτυρίου – τη βασιλεία του Θεού – ήταν αφενός η επιβεβαίωση της γνησιότητας της πίστης τους: έβλεπαν τα πράγματα εν Χριστώ, αφετέρου και η λύτρωσή τους: ενεργοποιείτο έτσι η χάρη του Κυρίου στην ύπαρξή τους. Κι από την άποψη αυτή δείχνουν σε όλους τους χριστιανούς με ποιο τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε δυσκολία και θλίψη της ζωής, είτε λέγεται οικονομική κρίση είτε «αναποδιά» είτε ανατροπή των «κεκτημένων»: να μη μένουμε δηλαδή στο πρόβλημα, αλλά στη λύση του προβλήματος, την υπέρβασή του. Με τον τρόπο αυτό κινητοποιείται ολόκληρη η ύπαρξή μας, αποκτώντας μία δυναμικότητα που εκβάλλει, με τη χάρη του Θεού, εκεί που λάμπει ο ήλιος της χαράς και της ευφροσύνης.


Ο υμνογράφος των αγίων, Ιωάννης ο μοναχός, επιμένει πολύ στην παραπάνω αλήθεια. Ήδη από τα στιχηρά του εσπερινού επισημαίνει: «Υποφέροντας τα παρόντα με γενναιότητα, με χαρά γι’ αυτά που έλπιζαν, έλεγαν ο ένας στον άλλον οι άγιοι μάρτυρες: Μήπως τάχα ξεντυνόμαστε κανένα ρούχο; Τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας βγάζουμε. Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο παράδεισος. Προκαλεί πόνο η πήξη του νερού, αλλά είναι γλυκιά η απόλαυση. Μη λοιπόν χάσουμε τον δρόμο, ω συστρατιώτες. Ας υπομείνουμε για λίγο, ώστε να φορέσουμε τα στεφάνια της νίκης από τον Χριστό τον Θεό μας και Σωτήρα των ψυχών μας» («Φέροντες τα παρόντα γενναίως, χαίροντες τοις ελπιζομένοις, προς αλλήλους έλεγον οι άγιοι Μάρτυρες Μη γαρ ιμάτιον αποδυόμεθα; Αλλά τον παλαιόν άνθρωπον αποτιθέμεθα. Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος αλγεινή η πήξις, αλλά ηδεία η απόλαυσις. Μη ουν εκκλίνωμεν, ω συστρατιώται μικρόν υπομείνωμεν, ίνα τους στεφάνους της νίκης αναδησώμεθα, παρά Χριστού του Θεού και Σωτήρος των ψυχών ημών»). Και παρακάτω: «Ρίχνοντας τα ρούχα τους όλα, μπαίνοντας ατρόμητα στη λίμνη, έλεγαν μεταξύ τους οι άγιοι μάρτυρες: Χάριν του Παραδείσου που χάσαμε, ας μην κρατήσουμε σήμερα φθαρτό ιμάτιο. Ντυθήκαμε κάποτε εξαιτίας του φθοροποιού φιδιού διαβόλου, ας ξεντυθούμε τώρα χάριν της ανάστασης όλων» («Ρίπτοντες περιβόλαια πάντα, βαίνοντες ατρόμως εις λίμνην, προς αλλήλους έλεγον οι άγιοι μάρτυρες Διά Παράδεισον, ον απωλέσαμεν, ιμάτιον φθαρτόν σήμερον μη αντισχώμεθα δι’ όφιν ποτέ φθοροποιόν ενδυσάμενοι, εκδυσώμεθα νυν διά την πάντων ανάστασιν»). Ώστε για τους αγίους μας τα βάσανά τους ισοδυναμούσαν με την οδυνηρή πράγματι απέκδυση του παλαιού αμαρτωλού φρονήματός τους και την ταυτόχρονη ευφρόσυνη ένδυσή τους από τη χάρη του Θεού που τους έκανε να κερδίζουν τον Παράδεισο. «Σεις που μισήσατε εν Χριστώ τη σάρκα και τον αμαρτωλό κόσμο, ξεντυθήκατε μαζί με τα πρόσκαιρα ρούχα και τον παλαιό άνθρωπο, ντυθήκατε δε τη στολή της αφθαρσίας» («Οι εν Χριστώ σάρκα και κόσμον μισήσαντες, τον παλαιόν μεν άνθρωπον συνεξεδύσασθε, τη προσκαίρω εσθήτι, στολήν δε αφθαρσίας περιεβάλεσθε») (ωδή α΄).


Ο παραπάνω τονισμός της μετάθεσης των λογισμών των αγίων από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα βάσανα στην απόλαυση του Παραδείσου, παραπέμπει βεβαίως και σ’ αυτό που επισημαίνει και ο άγιος απόστολος Παύλος: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όπως και το: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Κίνδυνος ή μάχαιρα ή θλίψις ή στενοχωρία; Ουδέν ημάς δυνήσεται χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού», με άλλα λόγια κινητήρια δύναμη των αγίων ήταν η αγάπη τους για τον Χριστό, η προσκόλλησή τους σ’ Εκείνον. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «τω εν ουρανοίς Δεσπότη προσεκολλήθητε, αθλοφόροι Κυρίου τεσσαράκοντα» (κοντάκιο) «τον Χριστόν αντί πάντων εκληρώσαντο», τον Χριστό διάλεξαν αντί οποιουδήποτε άλλου (ωδή γ΄). Αλλά προχωρεί και πιο πολύ στη θεολογία του μαρτυρίου των αγίων. Ερμηνεύοντας το σπάσιμο των σκελών τους, διά του οποίου επέσπευσαν οι δήμιοι τον θάνατό τους, λέει ότι ανάγεται τούτο στο πάθος του ίδιου του Κυρίου: αναπλήρωναν έτσι το υστέρημα του πάθους Του, κάτι που τονίζει ιδιαιτέρως ο απόστολος Παύλος. «Τα παθήματα που περνάμε αναπληρώνουν τα υστερήματα του σώματος του Χριστού» (Πρβλ. Κολασ. 1, 24). «Αναπληρώνουμε οι σαράντα το υστέρημα του πάθους Σου, Σωτήρα Κύριε, καθώς μας συνέτριψαν τα σκέλη» («Πληρούμεν υστέρημα σου, Σώτερ, πάθους, τεσσαράκοντα, συντριβέντες τα σκέλη») (στίχοι συναξαρίου). Δεν παραξενεύει λοιπόν η θέση των αγίων, όπως το βάζει στο στόμα τους ο υμνογράφος, ο μοναχός Ιωάννης, ότι δηλαδή οι άθεοι με αυτά που έκαναν εναντίον τους αποδείκνυαν απλώς τη φρενοβλάβειά τους, διότι ενώ έκαναν κάτι που τους προξενούσε ζημιά, αυτοί τελικώς το επέλεγαν με τη θέλησή τους. «Φρενοβλαβείτε, έλεγον οι αθληταί, την πρόξενον ζημίας δωρεάν προτείνοντες, αθεώτατοι» (ωδή δ΄).


Ο υμνογράφος έχει πολλά να θίξει από τους αγίους σαράντα. Ο «φακός» του επικεντρώνει, εκτός του μεγαλείου των ίδιων των αγίων, και στη γενναία και θαυμαστή μητέρα του νεωτέρου μάρτυρα που άντεξε και δεν πέθανε αμέσως, στον φρουρό που πήρε τη θέση του λιπόψυχου στρατιώτη, αλλά και στον τραγικό και αξιοθρήνητο λιπόψυχο, που δείλιασε την τελευταία στιγμή.


 Και να ξεκινήσουμε αντίστροφα. Είναι μεγαλειώδεις ως προς τον πένθιμο χαρακτήρα τους οι στίχοι που αφιερώνει στην τραγική φιγούρα του έκπτωτου από τους σαράντα: τον θεωρεί ως λάφυρο του αρχέκακου διαβόλου, τον παραλληλίζει με τον προδότη Ιούδα, με τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, στον κήπο της Εδέμ. Κι η δραματικότητα των στίχων του φτάνει στο απώγειό της, όταν πικρόχολα θα πει: ο παρ’ ολίγον μάρτυς τελικά έχασε και τις δύο ζωές, και την αιώνια και την πρόσκαιρη. Η αγάπη του για τη ζωή, αποκομμένη από την πηγή της Ζωής, τον έκανε να χάσει κάθε ζωή. «Με μεγάλη χαρά ο αρχέκακος άρπαξε τον έκπτωτο από τη σαραντάδα, όπως από τη δωδεκάδα τον δειλό Ιούδα και τον άνθρωπο από την Εδέμ» («Γεγηθώς ο αρχέκακος ήρπασεν, ως της δωδεκάδος Ιούδαν τον δείλαιον, και της Εδέμ τον άνθρωπον, της τεσσαρακοντάδος τον έκπτωτον») (ωδή ς΄). «Είναι ματαιόφρονας και εντελώς άξιος για θρήνους όποιος αστόχησε και στις δύο ζωές: με τη θέρμη της φωτιάς διαλύθηκε και εκδήμησε προς την άσβεστη φωτιά» («Ματαιόφρων και θρήνων επάξιος, ος τις των ζωών αμφοτέρων διήμαρτε διά πυρός γαρ λέλυται, και προς πυρ εξεδήμησεν άσβεστον») (ωδή ς΄). «Έτρεξε γρήγορα στο ψυχοφθόρο λουτρό αυτός που αγαπούσε αυτήν τη ζωή, και πέθανε» («Λουτρώ προσδραμών ψυχοφθόρω θανατούται ο φιλόζωος») (ωδή η΄).


Ο Ιωάννης ο υμνογράφος επικεντρώνει όμως και στον φύλακα που η χάρη του Θεού τον κάλεσε την τελευταία στιγμή. Δεν μπορεί να μη συγκινηθεί από ό,τι συνέβη και να μη σκεφτεί αντίστοιχες στιγμές χάρης: τον ληστή πάνω στον σταυρό που πρώτος μπήκε στον Παράδεισο με το «μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία Σου», τον απόστολο Ματθία, που πήρε τη θέση του προδότη μαθητή Ιούδα. Όπως αυτοί, έτσι και ο φύλακας καλείται να αναπληρώσει τα ελλείποντα, με ταυτόχρονη οδύνη του τυράννου διαβόλου. «Επειδή είναι  αναιδής ο τύραννος διάβολος, δικαίως όπως παλιά φυσούσε και ξεφυσούσε από την οργή του για τον Ληστή και τον Ματθία, έτσι και τώρα σπαράσσεται από την κλήση του Θεού στον φρουρό» («Αναιδής ων δικαίως φρυάττεται, οία γαρ Ληστή και Ματθία το πρότερον, ούτω και νυν ο τύραννος του φρουρούντος τη κλήσει σπαράττεται») (ωδή ς΄). Για τον Ιωάννη ο μάρτυς φύλακας υπήρξε ένας φιλόχριστος άριστος άρπαγας, που η χάρη του Θεού τον έκανε με θεοσημία να ξεπεράσει και την ίδια τη φυσική αγάπη  για τη ζωή του. «Βρέθηκε σε έκσταση ο φρουρός των σαράντα, βλέποντας τα στεφάνια τους. Και κάνοντας πέρα την αγάπη για τη ζωή του, αναπτερώθηκε από τον έρωτα της φανερωθείσας δόξας Σου» («Εξέστη ορών τους στεφάνους ο φρουρός των τεσσαράκοντα, και παρωσάμενος το φιλόζωον, ανεπτερώθη τω έρωτι της επιφανείσης σου δόξης») (ωδή ζ΄). «Ο φιλόχριστος φρουρός έγινε άριστος άρπαγας των στεφανιών που είδε» («ο φιλόχριστος άρπαξ άριστος των θεαθέντων γενόμενος») (ωδή ζ΄).


Εκεί όμως που αποκορυφώνεται η λυρική διάθεση του υμνογράφου μας είναι όταν εστιάζει την προσοχή του στην όντως επική, ηρωική  και γεμάτη τραγικό μεγαλείο προσωπικότητα της μάνας του νεαρού μάρτυρα. Ποιος άνθρωπος δεν θα κλάψει μαζί της και δεν θα παραδειγματιστεί από το ρωμαλέο κυριολεκτικά  αυτό φρόνημά της; Κι η εξήγηση του υμνογράφου είναι μία: η μάνα αυτή ήταν φιλόθεη. Αγαπούσε τον Θεό παραπάνω από όλα, γι’ αυτό και δεν δίστασε να «θυσιάσει» τον υιό της, γινόμενη ένας δεύτερος Αβραάμ. Δεν ξέρουμε τίνος το μαρτύριο ήταν μεγαλύτερο: των αγίων σαράντα ή τελικά της μάνας που υψώνεται σε αιώνιο πρότυπο γυναίκας και μάνας; «Η φιλόθεη μητέρα, με ρωμαλέο νου, παίρνοντας στους ώμους της αυτόν που γέννησε, τον φέρνει μάρτυρα μαζί με τους μάρτυρες, σαν καρπό της πίστης της, μιμούμενη την ιερουργία του Αβραάμ» («Ρωμαλεότητι φρενών, ον εκύησεν επ’ ώμων αραμένη η φιλόθεος μήτηρ, της ευσεβείας καρπόν προσάγει συν Μάρτυσι Μάρτυρα, την ιερουργίαν Αβραάμ μιμουμένη») (ωδή η΄). «Γιε μου, τράβα τον δρόμο σου ίσια προς την αιώνια ζωή, φώναζε η φιλόχριστη μητέρα στο φιλόχριστο παιδί της. Δεν το αντέχω να εμφανιστείς δεύτερος στον αγωνοθέτη Θεό» («Την προς την άληκτον ζωήν ευθυδρόμως, ω υιέ, στέλλου πορείαν, η φιλόχριστος μήτηρ τω φιλοχρίστω παιδί, εβόα ου φέρω σε δεύτερον, τω αγωνοθέτη Θεώ εμφανισθήναι») (ωδή η΄).  


Ο υμνογράφος τελειώνοντας τον θαυμαστό κανόνα του στους αγίους σαράντα, εν είδει επιλόγου, τους σχετίζει με την περίοδο που διανύουμε, τη Μεγάλη Σαρακοστή. Σαράντα εκείνοι, σαράντα οι ημέρες της νηστείας. Για να πει τι; Ότι η μνήμη τους καθιστά πιο λαμπρή και πιο χαρμόσυνη από πλευράς πνευματικής τη νηστεία. Διότι με το μαρτύριό τους προβάλλουν το σωτήριο πάθος του Κυρίου που μιμήθηκαν, συνεπώς επιτείνουν τον αγιασμό της περιόδου αυτής με την άθλησή τους. «Αθλοφόροι Χριστού, κάνατε την πάνσεπτη νηστεία πιο λαμπρή και χαρμόσυνη με τη μνήμη της ένδοξης άθλησής σας. Διότι σαράντα εσείς, αγιάζετε την σαρανταήμερη νηστεία, καθώς μιμηθήκατε με την άθλησή σας υπέρ του Χριστού το σωτήριο πάθος Του. Γι’ αυτό έχοντας παρρησία, πρεσβεύσατε να φτάσουμε κι εμείς με ειρήνη στην τριήμερη Ανάσταση του Θεού και Σωτήρα των ψυχών μας» («Αθλοφόροι Χριστού, την πάνσεπτον νηστείαν φαιδροτέραν απειργάσασθε, τη μνήμη της ενδόξου υμών αθλήσεως Τεσσαράκοντα γαρ όντες, την τεσσαρακονθήμερον αγιάζετε, το σωτήριον πάθος μιμησάμενοι, διά της υπέρ Χριστού υμών αθλήσεως. Διό έχοντες παρρησίαν πρεσβεύσατε, εν ειρήνη καταντήσαι ημάς εις την τριήμερον Ανάστασιν του Θεού, και Σωτήρος των ψυχών ημών») (δοξαστικό αίνων όρθρου).
πηγή

Η Ορθόδοξη Superwoman

k
-Γέροντα, μιὰ γυναίκα τὴν ἐγκατέλειψε ὁ ἄνδρας της, πῆρε καὶ τὸ παιδὶ, καὶ ἔχει σχέσεις μὲ δὺο ἄλλες γυναὶκες. Μὲ ρώτησε τί νὰ κάνη.
-Νὰ τῆς πῆς, ὅσο μπορεῖ, νὰ κάνη ὑπομονή, προσευχή, καὶ νὰ φέρεται μὲ καλοσύνη. Νὰ περιμένη· νὰ μὴ διαλύσει τὸν γάμο ἡ ἴδια. Κάποιος περιφρονοῦσε τὴν γυναίκα του, τὴν κακαμεταχειριζόταν, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατιμετώπιζε ὅλα μὲ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη, μέχρι ποὺ πέθανε σχετικὰ νέα. Ὅταν ἔκαναν τὴν ἐκταφή της, βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο μία εὐωδία.
Ἀπόρησαν ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ.
Βλέπετε, αὐτὴ ἀντιμετώπιζε τὰ πάντα μὲ ὑπομονὴ σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, γι’ αὐτὸ δικαιώθηκε στὴν ἄλλη ζωή.
Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Ἕνα κοσμικὸ παιδὶ εἶχε συμπαθήσει μιὰ κοπέλα ποὺ ζοῦσε πνευματικά. Γιὰ νὰ τὸν συμπαθήση καὶ ἡ κοπέλα, προσπαθοῦσε νὰ ζῆ κι αὐτὸς πνευματικά, ἐκκλησιαζόταν κ.λπ. Τελικὰ παντρεύτηκαν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ χρόνια ἐκεῖνος ἄρχισε πάλι τὴν κοσμικὴ ζωή.
Ἐνῶ εἶχαν καὶ μεγάλα παιδιὰ -ἕνα ἀγόρι στὸ πανεπιστήμιο καὶ δύο κοπέλες, μία στὸ λύκειο καὶ μία στὸ γυμνάσιο –αὐτὸς συνέχιζε νὰ ζῆ ἄσωτα. Εἶχε μιὰ μεγάλη ἐπιχείρηση καὶ ἔβγαζε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα τὰ ἐξόδευε μὲ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Ἡ καημένη ἡ σύζυγός του κρατοῦσε τὸ σπίτι μὲ τὴν οἰκονομία ποὺ ἔκανε καὶ τὰ παιδιά της μὲ τὶς συμβουλές της. Δὲν κατηγοροῦσε τὸν πατέρα τους, γιὰ νὰ μὴν τὸν σιχαθοῦν καὶ τραυματισθοῦν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν.
Τὰ βράδια ποὺ γύριζε ἀργά, εὔκολα τὸν δικαιολογοῦσε, λέγοντας στὰ παιδιὰ ὅτι ἔχει δουλειὲς, ἀλλὰ τὸ μεσημέρι ποὺ πήγαινε στὸ σπίτι μὲ κάποια φιλαενάδα του, τί νὰ ἔλεγε; Γιατί, τί ἔκανε ὁ ἀθεόφοβος αὐτὸς ἄνθρωπος; -ἄν καὶ δὲν ἀξίζει νὰ τὸν λέη κανείς ἄνθρωπο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε καθόλου ἀνθρωπιά.
Τηλεφωνοῦσε στὴν γυναίκα του νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὰ φαγητὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσε καὶ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι μὲ κάποια ἀπὸ τὶς φιλενάδες του γιὰ φαγητὸ. Ἡ καημένη ἡ μάνα, γιὰ νὰ μὴν μποῦν σὲ ἄσχημους λογισμοὺς τὰ παιδιά της, τοὺς καλοδεχόταν.
Ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι δική της φίλη καὶ πέρασε ὁ σύζυγος της ἀπὸ τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἔφερε στὸ σπίτι τους, μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ἔστελνε μὲ τρόπο τὰ παιδιὰ στὰ δωμάτιά τους, γιὰ νὰ διαβάσουν, γιατὶ φοβόταν μήπως δοῦν καμμιὰ ἄσχημη σκηνή, ἐπειδὴ δυστυχῶς αὐτὸς δὲν πρόσεχε, ἀλλὰ ἀσχημονοῦσε καὶ μέσα στὸ σπίτι. Αὐτὸ γινόταν κάθε μεσημέρι καὶ κάθε τόσο τῆς κουβαλοῦσε καὶ ἄλλο πρόσωπο.
Ἀφοῦ τὰ παιδιὰ ἔφθασαν νὰ λένε στὴν μητέρα τους: «Πόσες φίλες ἔχεις, μαμά;» . «Γνωριζόταμασταν ἀπὸ παλιά», τοὺς ἔλεγε ἐκείνη. Ἐν τῷ μεταξὺ αὐτὸς τὴν εἶχε τὴν καημένη χειρότερα καὶ ἀπὸ ὑπηρέτρια, διότι τῆς φερόταν μὲ πολλή βαρβαρότητα.
Σκεφθῆτε τώρα, αὐτὴ ἡ μάνα κάθε μέρα νὰ ὑπηρετῆ δύο κτήνη, ποὺ ἀτίμαζαν τὸ σπίτι, καὶ νὰ βάζη συνέχεια καλοὺς λογισμοὺς στὰ παιδιά της. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι ἤξερε πὼς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ λήξη ἔπειτα ἀπὸ ἕνα διάστημα, ὥστε νὰ πῆ: «θὰ κάνω ὑπομονὴ» καὶ νὰ ἔχη καὶ λίγη παρηγοριά.
Αὐτὴ ἡ κατάσταση συνεχίστηκε ἀρκετὰ χρόνια. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε δώσει ὁ ταλαίπωρος πολλὰ δικαιώματα στὸν διάβολο, ἑπόμενο ἦταν νὰ δέχεται φοβερὲς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Ἦταν σὰν τρελλός, δὲν ἤλεγχε τὸν ἑαυτό του, ὅλα τοῦ ἔφταιγαν.
Μιὰ μέρα λοιπὸν, ὅπως ἔτρεχε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του, καθὼς ἦταν μεθυσμένος ἀπὸ τὴν σαρκικὴ μέθη, ξέφυγε ἀπὸ τό δρόμο καὶ ἔπεσε στὸ γκρεμό. Τὸ αὐτοκίνητο διαλύθηκε καὶ αὐτός τραυματίστηκε σοβαρά. Τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο καὶ ὕστερα ἀπὸ μιὰ σχετικὴ νοσηλεία τὸν πῆγαν στὸ σπίτι σακατεμένο.
Καμμιὰ φιλενάδα του δὲν τὸν πλησίασε, γιατὶ δὲν εἶχε πιὰ οὔτε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν παραμορφωμένο. Ἡ καλὴ σύζυγος ὅμως καὶ καλὴ μάνα τὸν περιποιόταν μὲ πολλὴ καλωσύνη, χωρίς νὰ τοῦ θυμίζη τίποτε ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Αὐτὸ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἀλλοίωσε πνευματικὰ. Μετανόησε εἰλικρινὰ, ζήτησε καὶ ἐξομολογήθηκε, ἔζησε λίγα χρόνια χριστιανικά, μὲ ἐσωτερική εἰρήνη, καὶ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ. Μετὰ τὸν θάνατο του τὸ ἀγόρι ἀνέλαβε τὴν δουλειά του καὶ συντηροῦσε τὴν οἰκογένεια.
Ζοῦσαν ἀγαπημένα τὰ παιδιὰ, γιατὶ εἶχαν πάρει καλὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὴν καλὴ μάνα. Αὐτὴ ἡ μάνα ἦταν ἡρωίδα.
Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, γιὰ νὰ μὴ διαλυθῆ ἡ οἰκογένειά της καὶ πικραθοῦν τὰ παιδιὰ της, κράτησε τὴν οἰκογένεια σωστά, ἔσωσε καὶ τὸν ἄνδρα της, ἀποταμίευσε καὶ αὐτὴ οὐράνιο μισθό. Ὁ Θεὸς αὐτὴν τὴν γυναίκα θὰ τὴν βάλη στὴν καλύτερη θέση στὸν Παράδεισο.
Πηγή: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (σελίδες 51-54 )

Β' Στάσις Χαιρετισμών Πρόβατα της ποίμνης του Χριστού. «Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων»- + Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος


 ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

Β' Στάσις Χαιρετισμών

Πρόβατα της ποίμνης του Χριστού.
«Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων»


ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, λέγεται ό Ακάθιστος ύμνος, οι Χαιρετισμοί. Τι είναι οΐ Χαιρετισμοί; Ένα τραγούδι. Υπάρχουν τραγούδια του σατανά, πού εγκωμιάζουν το διάβολο και τους αισχρούς έρωτες κι ακούγονται σε διάφορα κέντρα ή μεταδίδονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και τα τραγούδια του Θεού και της Εκκλησίας, πού ψάλλονται στους ναούς από τους ψάλτες και τους Ιερείς μας. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της Εκκλησίας μας είναι οι Χαιρετισμοί της υπεραγίας Θεοτόκου ή Ακάθιστος ύμνος. Αυτός ό ύμνος ψάλλετε σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Σερβία και στη Βουλγαρία και στη "Ρουμανία και στη Ρωσία, και παντού σ' όλη τη γη όπου υπάρχουν ορθόδοξοι, από την Αυστραλία ως την Αμερική. Ψάλλονται οι Χαιρετισμοί και δάκρυα τρέχουν από τα μάτια.
Ποιο είναι το ιστορικό του Ακάθιστου ύμνου; Εψάλη για πρώτη φορά πριν 14 αιώνες, το 626 μ.Χ., εκεί στην πόλη των ονείρων μας, στην Κωσταντινούπολι. Βάρβαροι πολιόρκησαν τότε στενά την πόλη από ξηρά και από θάλασσα. Βέβαιοι ότι θα νικήσουν, απειλούσαν τους κατοίκους της Πόλεως, ότι μόνο αν γίνουν πουλιά για να πετάξουν στον αέρα ή ψάρια για να κολυμπήσουν στη θάλασσα θα σωθούν. Υπερήφανα λόγια. Άλλα οι Χριστιανοί δεν έχασαν το θάρρος τους. Ενώ οι λίγοι άντρες μάχοντο στα τείχη, τα γυναικόπαιδα ήταν στην εκκλησία και παρακαλούσαν την υπεραγία Θεοτόκο. Καί ή Παναγία έκανε το θαύμα της. Το λέει ή ιστορία. Τη νύχτα στη θάλασσα του Βοσπόρου φύσηξε-άνεμος δυνατός, σήκωσε κύματα, και όλα τα καράβια των έχθρων πνίγηκαν. Οι βάρβαροι τόσο πολύ φοβήθηκαν, ώστε έλυσαν την πολιορκία κι έφυγαν. Όταν οι χριστιανοί είδαν με τα μάτια τους το θαύμα αυτό μαζεύτηκαν όλοι στο ναό των Βλαχερνών, έκαναν δοξολογία, και για πρώτη φορά έψαλαν το «Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...» και όλο τον ύμνο όρθιοι, εξ ου και Ακάθιστος.

Ό Ακάθιστος ύμνος έχει 144 «Χαίρε». Τα «Χαίρε» αυτά είναι μαργαριτάρια, διαμάντια, ανεκτίμητα πετράδια της αγίας μας Εκκλησίας• αξίζουν παραπάνω από χρυσό και άργυρο. Να τα ερμηνεύσουμε όλα; Χρειάζεται ώρα πολλή. Γ ια αυτό, άπ' όλα τα «Χαίρε», θα ερμηνεύσουμε συντόμως ένα, αυτό πού ακούσαμε στην αρχή. Στρέφεται ό ποιητής προς την υπεραγία Θεοτόκο και λέει «Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων» (Άκάθ. ύμνος. Η16').

Θα προσπαθήσω να μιλήσω άπλα, ώστε να με καταλάβει και ό πλέον ολιγογράμματος.

«Χαίρε», λέει, «αυλή λογικών προβάτων». Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Ό ποιητής πού έκανε τον Ακάθιστο ύμνο μιλάει εδώ για «πρόβατα», πού ασφαλώς έχουν τσοπάνο, μιλάει και για «αυλή», μαντρί. Ας τα δούμε αυτά. • Πρώτα τα πρόβατα. Τα πρόβατα είναι δύο ειδών. είναι κατ' αρχήν πρόβατα φυσικά, αυτά πού ξέρουμε όλοι. Τα πρόβατα διακρίνονται από τα άλλα ζώα με τρία γνωρίσματα πού έχουν. Το πρώτο γνώρισμα τους• είναι ήμερα. Δεν αγριεύουν σε κανένα, δεν επιτίθενται. Δεν έχουν δόντια σαν του λύκου να δαγκώνουν. Δεν έχουν κέρατα σαν των βοδιών να τρυπούν και να ξεσχίζουν. Δεν έχουν νύχια σαν της γάτας να πληγώνουν. είναι άκακα και ήσυχα. Ιδίως τα μικρά αρνάκια είναι χαριτωμένα. Τα παιδιά τ' αγαπούν κι όταν έρχεται ή ώρα να σφάξουν το αρνάκι, παρακαλούν τον πατέρα να μην το σφάξει. είναι ζώα αγαπητά, πολύ προσφιλή. Ακόμα, το πρόβατο είναι ωφέλιμο , το ωφελιμότερο ίσως ζώο. Δίνει το γάλα του, που γίνεται τυρί και βούτυρο δίνει το κρέας του, πού γίνεται εκλεκτό φαγητό• δίνει το δέρμα του, πού γίνεται υποδήματα, παπούτσια• δίνει τα κόκαλα του, πού γίνονται κουμπιά• δίνει ακόμα και τα έντερα του, πού —δέ' θα το ξέρετε αυτό— γίνονται χορδές πού παίζει κιθάρα ό οργανοπαίκτης. Το πρόβατο είναι όλο χρήσιμο. Ακόμα, το πρόβατο είναι υπάκουο. Ακολουθεί τον τσοπάνο• όπου πάει εκείνος πάει κι αυτό. Όταν το φωνάζει, τρέχει και πάει κοντά του, και δέ' φεύγει από τον τσοπάνο. Για αυτό ό τσοπάνος γνωρίζει ένα προς ένα τα πρόβατα του.

Άλλ' έκτος από τα φυσικά υπάρχουν και τα λογικά πρόβατα, οι Χριστιανοί, πού πρέπει κι αυτοί να έχουν ανάλογα γνωρίσματα. Πρώτον όπως το πρόβατο είναι ήμερο, έτσι κι ό Χριστιανός να είναι ήσυχος, ειρηνικός• ν' αποφεύγει όσο το δυνατόν φιλονικίες, καυγάδες, πολέμους και μάχες• να ειρηνεύουν οι Χριστιανοί μεταξύ τους. Ιδίως οι Χριστιανές γυναίκες πρέπει μέσα στο σπίτι να διατηρούν τη γαλήνη και ηρεμία, πού αναπαύει τους συζύγους και τα παιδιά τους και το εκτιμούν ιδιαιτέρως. Δεύτερον όπως τα πρόβατα είναι ωφέλιμα, έτσι οι Χριστιανοί πρέπει να 'ναι αγαθοεργοί, να προσφέρουν πάντα το καλό στην κοινωνία. Χριστιανός πού δεν έχει καλά έργα είναι σαν το στέρφο πρόβατο. Και τρίτον όπως το πρόβατο υπακούει στον τσοπάνο του, έτσι κι ό Χριστιανός πρέπει να υπάκουη. Ό μαθητής στο δάσκαλο, το παιδί στον πατέρα, ή γυναίκα στο σύζυγο, ό πολίτης στους νόμους και τΙς αρχές, και ό Χριστιανός να υπάκουη στους ποιμένας της Εκκλησίας του.

• Είπαμε για τα πρόβατα, ας πούμε τώρα για τον τσοπάνο. Ό τσοπάνος, πού βόσκει τα πρόβατα, τα αγαπάει. Προς χάριν τους σηκώνεται νύχτα' τα οδηγεί σε χλοερά λιβάδια να βρουν τροφή και σε δροσερά νερά για να πιουν. Όταν χαθεί κανένα πρόβατο, το αναζητεί. Κι όταν αρρωστήσει, το φροντίζει ιδιαιτέρως. Ό καλός ποιμένας περιποιείται τα πρόβατα του και τα προστατεύει από κάθε κίνδυνο.

Όπως λοιπόν υπάρχει τσοπάνος στα πρόβατα, έτσι και στην Εκκλησία υπάρχει καλός ποιμένας. είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ό Χριστός αγαπάει τα πρόβατα του σαν το βοσκό κι ακόμη παραπάνω. Γιατί κανένας βοσκός δεν θυσιάζεται για τα πρόβατα του, αλλά τουναντίον τα εκμεταλλεύονται και τα σφάζουν τα πρόβατα για να βγάλουν το ψωμί τους. Ενώ ό Χριστός θυσίασε και αυτή τη ζωή του και έδωσε το τίμιο του αίμα πάνω στο σταυρό, για να δώσει ζωή στα πρόβατα του ζωή ανωτέρα και αιωνία, και να σώσει από την αμαρτία τα λογικά του πρόβατα. • Σάς μίλησα για τα πρόβατα, σας μίλησα για τους Χριστιανούς πού πρέπει να 'ναι σαν τα πρόβατα, σας μίλησα για τον τσοπάνο και για τον καλόν Ποιμένα. Τώρα θα σας πω και για το μαντρί, την «αυλή» των προβάτων. Τα πρόβατα τη νύχτα μαζεύονται στο μαντρί. Εκεί είναι ασφαλισμένα. Έρχεται ό λύκος, αλλά δεν τολμά να πλησίαση, γιατί υπάρχουν τσοπανόσκυλα πού γαβγίζουν όλη νύχτα• μέσα στο μαντρί υπάρχει προστασία και ασφάλεια.

Όπως λοιπόν τα πρόβατα έχουνε μαντρί, έτσι κ' εμείς οι Χριστιανοί, τα πρόβατα του Χριστού, έχουμε μαντρί. Ποιο είναι το μαντρί μας; Ή Εκκλησία του Χριστού μας. Όσοι είναι μέσα στην Εκκλησία, έχουν προστασία, ασφάλεια, ανάπαυση, ειρήνη, κάθε καλό. Το πρόβατο έξω από τη μάντρα το τρώει ό λύκος• κι όταν κάποιος ξεμακραίνει από την Εκκλησία, μένη μακριά από τη λειτουργία και τη διδαχή, μακριά από την προσευχή και τα μυστήρια, μακριά από την ιερά εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, μακριά από το αντίδωρο και τις άλλες ευλογίες της Εκκλησίας, τον Χριστιανό αυτόν θα τον φάει ό μεγάλος λύκος, δηλαδή ό σατανάς, και οι άλλοι λύκοι, δηλαδή οι άπιστοι και άθεοι καί προ παντός οι πλανεμένοι αιρετικοί (λ.χ. οι ψευδομάρτυρες του Ίεχωβά και άλλες αιρέσεις).

Αυτά, αγαπητοί μου, είχα να σας πω εξηγώντας τον χαιρετισμό προς την Παναγία «Χαίρε, ουλή λογικών προβάτων». Διότι «αυλή», είπαμε, είναι ή Εκκλησία• καί ή Παναγία, ή μητέρα του καλού ΠΟΙΜΕΝΟΣ, βρίσκεται στο κέντρο της Εκκλησίας• ή αγκάλη της, πού κρατεί το Χριστό, δέχεται καί κάθε πιστό• έτσι ταυτίζεται με τη μάνδρα της Εκκλησίας.

Ένας ύμνος της Παρακλητικής λέει «Πρόβατο ειμί της λογικής σου ποίμνης και προς σε καταφεύγω, τον Ποιμένα τον καλόν ζήτησαν με τον πλανηθέντα, ό Θεός, και ελέησαν με» (ήχ. δ', Δευτ., άπόστ. αίν.).

Μακάρι να είμαστε πρόβατα, καί να μη μοιάζουμε με κατσίκια, «ερίφια» πού λέει ό Χριστός (Ματθ. 25,32-33). Γιατί μερικοί είναι σαν τα κατσίκια, πού τρέχουν δεξιά κι αριστερά, ανεβαίνουν σε βράχους, είναι άτακτοι και ανήμεροι. Όχι λοιπόν κατσίκια, άλλα πρόβατα πράοι, ταπεινοί, ήσυχοι, ευεργετικοί, για να έχουμε την ευλογία του καλού Ποιμένος, της ύπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων των αγίων αμήν.

Επίσκοπος Αυγουστίνος
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΟΣΙΟΥ ΝΑΟΥΜ ΑΡΜΕΝΟΧΩΡΙΟΥ – ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 12-03-1982 ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 25-03-2005

Διά πρεσβειών τής Υπ. Θεοτόκου ο Ιησούς Χριστός γιά μάς σοφία Θεού,δικαιοσύνη,καί αγιασμός καί απολύτρωσις. Β Χαιρετισμοί -π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος


Λέγαμε χριστιανοί μου την περασμένη Παρασκευή, ότι δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο Υιός της και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, γίνεται για μας σοφία παρά του Θεού Πατρός, και μάλιστα όταν εμείς απαγγέλουμε συχνά πυκνά τους Χαιρετισμούς της. 
Και όχι μόνον με σοφία θεϊκή και θεογνωσία, μπορεί να εμπλουτιστεί ο πεπερασμένος νους του αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, αλλά και με άλλα ουράνια χαρίσματα. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος στην πρώτη του Προς Κορινθίους Επιστολή, και στο πρώτο Κεφάλαιο γράφει, «εξ αυτού δε υμείς εστέ εν Χριστώ Ιησού, ως εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε αγιασμός και λύτρωσις». 
Εγεννήθη ημίν σημαίνει ότι έγινε για μας, και συνεχώς γίνεται σοφία και θεογνωσία. Ποιος; Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της Παρθένου, ο Υιός της Παναγίας. Σημαίνει όμως και κάτι άλλο. Ότι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας και Λυτρωτής του Σύμπαντος κόσμου, μας έδωσε τον εαυτόν Του που είναι πηγή πάσης σοφίας, και πάσης δικαιοσύνης και παντός αγιασμού, και πάσης λυτρώσεως. 
Οι Χαιρετισμοί λοιπόν αδελφοί μου, όταν λέγονται με ευλάβεια και προσοχή, αναγκάζουν την Παναγία μας να σκύψει από τους ουρανούς και να τους ακούσει. Και κάθε αίτημά μας που θα ακολουθήσει μετά από τους Χαιρετισμούς, αυτό θα το παραλάβει και θα το κάμει μεσιτεία προς τον ουράνιο θρόνο του Υιού της. Και κείνος, ο Ιησούς Χριστός και Θεός ημών θα πάρει την μεσιτεία της, και θα την κάμει έργο και πράξη θείων χαρισμάτων για μας. Έτσι θα γίνει για μας όχι μόνον σοφία από Θεού αλλά και δικαιοσύνη. Γιατί για δικαιοσύνη; Διότι ο Ιησούς Χριστός, με την θεανθρώπινη αναμάρτητη ζωή Του, με την Σταυρική Του Θυσία και την Ανάστασή Του εκ νεκρών, έγινε για μας που βαπτιστήκαμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και που μυρωθήκαμε με το Άγιον Χρίσμα, λαμβάνοντες την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος δικαίως, χρωστούσαμε ας πούμε ένα δισεκατομμύριο ευρώ, και ο Χριστός ήρθε και πλήρωσε και ξόφλησε το χρέος αντί για μας. Και αυτή την θεία ευγνωμοσύνη θα είχαμε αν το έκανε για μας κάποιος συνάνθρωπός μας. Είμασταν καταδικασμένοι σε θάνατο, και ήλθε ο Χριστός και πέθανε για μας, ήλθε στη φυλακή, μας δικαίωσε, και μας ελευθέρωσε, το είπε και το έκανε πράξη, δηλαδή πέθανε πάνω στο Σταυρό αντί για μας. 
Εδώ σ’ αυτόν τον κόσμον, αν χρωστάμε στην εφορία, ή στην τράπεζα, ή στους τοκογλύφους, και δεν μπορούμε να εξοφλήσουμε το χρέος μας, ή δεν μας δημεύσουν την περιουσία, αν τυχόν έχουμε κάποιο ακίνητο, ή θα πάμε φυλακή. Αν πάλι κλέψουμε, απατήσουμε, ή σκοτώσουμε κάποιους, ο νόμος και η ανθρώπινη δικαιοσύνη θα μας βάλουν για πολλά χρόνια φυλακή. Και όπου ισχύει η θανατική ποινή και καταδίκη, εκεί βέβαια μπορεί να μας βάλουν και στην ηλεκτρική καρέκλα ή να μας απαγχονίσουν. 
Ο Ιησούς Χριστός όμως, όταν εμείς, δηλώσουμε έμπρακτη μετάνοια, μας συγχωρεί τελείως, μας παίρνει το βάρος, και μας αφαιρεί όλες τις ενοχές των αμαρτιών, διότι είναι Αυτός που πλήρωσε όλα τα χρέη μας πάνω στο Σταυρό. Έτσι και πάλι σε αντίθεση με την κοινωνία των ανθρώπων, ο Θεός μας αναγνωρίζει ως παιδιά Του. Δηλαδή, όχι μόνο ως παιδιά Του, ως δίκαια παιδιά Του, ως ηθικά παιδιά Του, - μα προηγουμένως αμαρτήσαμε, απατήσαμε, πορνεύσαμε, χίλια δυό άλλα πράγματα κάναμε – και όμως μας αναγνωρίζει και ως έντιμα παιδιά Του, και ως θεοσεβή και υπάκουα παιδιά Του, και μας καθιστά πάλιν κληρονόμους Του. Φοβερόν. Ποιός ανθρώπινος νόμος το κάνει αυτό; Κανένας! Και όμως ο Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Υιός της Παναγίας και ο Θεός ημών, το έκαμε και συνεχίζει να το κάνει. Και συνεχίζει να το κάνει και με τα άλλα δύο σωστικά μυστήρια, την Θεία Κοινωνία και την Ιερά Εξομολόγηση. 
Η συμμετοχή μας όμως στη Θεία Κοινωνία, προϋποθέτει την άδεια του πνευματικού, και την μετά φόβου, πίστεως και αγάπης προσέλευσή μας. 
Δεύτερον, η Εξομολόγησις προϋποθέτει την αληθινή μετάνοιά μας. Την αποστροφή μας προς την αμαρτία. Την αλλαγή της ζωής μας και τον αγώνα μας εναντίον των παθών, της πονηριάς, της κακίας. Και ιδού λοιπόν η επαναδικαίωσις από τον Θεόν, σε μας τους μετανοημένους αμαρτωλούς.
Στο Ευαγγέλιο βλέπουμε, όταν βέβαια το διαβάζουμε καμιά φορά, εκεί στα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος, ότι η ανθρώπινη δικαιοσύνη, τον κακούργο, το ληστή και τον φονιά πού ήταν σταυρωμένος εκ δεξιών του Θεού, τον καταδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Ο Χριστός όμως ως Θεός, ακούγοντας την ομολογία του και βλέποντας την μετάνοιά του, τον δικαιώνει, τον σώζει και τον βάζει πρώτον στον Παράδεισο. 
Ο Ιησούς Χριστός αδελφοί μου, γίνεται και στον καθέναν από μας, τους Ορθοδόξους Νεοέλληνας Χριστιανούς δικαιοσύνη, ή καλύτερα δικαίωση, εφόσον υπάρχει η βασική προϋπόθεσις πρώτα της αληθινής μετανοίας, και αν βέβαια έχουμε ζωή, και της Θείας Κοινωνίας, που δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. 
Άλλωστε αυτό είναι και το πλέον ανεκτίμητο δώρο, το πλέον αναντικατάστατον αγαθόν. Ποιό; Η άφεσις. Η συγχώρεσις όλων των αμαρτημάτων, είναι αγαθόν που δεν μπορούν να μας το δώσουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις Αγγέλων και Αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνων και Κυριοτήτων, και όλοι οι άνθρωποι μαζί. 
Έτσι λοιπόν χριστιανοί μου, βλέποντας η Παναγία τα πονεμένα δάκρυά μας, και ακούγοντας τους στεναγμούς μας και τις παρακλήσεις μας, που της προσφέρουμε με τις προσευχές μας και τους Χαιρετισμούς προς αυτήν, παρακαλεί και μεσιτεύει προς τον Υιόν της και Θεόν ημών, να μας συγχωρήσει, να μας βοηθήσει, να μας δικαιώσει και να μας σώσει. Και ο Ιησούς Χριστός το κάνει. 
Η δικαίωσις όμως του Θεού απέναντι στα πλήθη των αμαρτιών μας, λειτουργεί όσο ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Μετά όμως από το θάνατό μας, θα λειτουργήσει ως απόλυτη δικαιοσύνη, δηλαδή ως δικαία κρίσις, αυστηρή, αμερόληπτη, απροσωπόληπτη. Ο Θεός που δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψει και ζείν αυτόν, που τον περιμένει όσο ζει σ’ αυτόν εδώ τον κόσμον, να επιστρέψει κοντά Του με αληθινή μετάνοια, εκείνος όχι μόνον θα τον σώσει, αλλά και θα τον δικαιώσει. Και όχι μόνον θα τον δικαιώσει, αλλά και θα τον κάμει και πάλιν κληρονόμον, των αιωνίων αγαθών της Βασιλείας Του. 
Επανατονίζω και πάλιν ότι όταν ο Υιός του Θεού, θα έλθει για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, με αμερόληπτη δικαιοσύνη όπως το προείπαμε και το τονίσαμε, και για τότε ακόμη, για τη φοβερά εκείνη κρίση δηλαδή, παρακαλούμε να γίνει η Παναγία μας και πάλι μεσίτρια. Και αυτό το ζητάμε στο Μικρό και το Μεγάλο Απόδειπνο με την παρακλητική ευχή που θα ακούσουμε πάλι ύστερα από λίγο, «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, Αγνή Παρθένε» και τα λοιπά. Και ποιο είναι αυτό το αίτημά μας; «Εν δε τη φοβερά ημέρα της κρίσεως, της αιωνίου με ρυομένη κολάσεως, και της απορρήτου δόξης του σου Υιού και Θεού ημών, κληρονόμον με αποδεικνύωσον». Δηλαδή είναι σα να λέμε, «Γλυκιά μας Παναγία, Υπεραγία Θεοτόκε, όταν θα έλθει η φοβερή ημέρα της κρίσεως, σε παρακαλώ θερμά, σε ικετεύω, με δάκρυα σε παρακαλώ, να με λυτρώσεις με τις πρεσβείες σου, από την αιώνιον κόλασιν και να με καταστήσεις άξιον κληρονόμον της απορρήτου δόξης του Υιού σου και Θεού ημών». 
Για να γίνει όμως αυτό χριστιανοί μου, μια ζωντανή πραγματικότητα, θα πρέπει από τούτη τη στιγμή, από τώρα, απ’ αυτή την ημέρα, απ’ αυτή την βραδυά, να ζήσουμε ζωή με αληθινή μετάνοια κοντά στο Θεό. Την αρχή την κάνετε με την παρουσία σας στους ιερούς ναούς, αλλά απαιτούνται ακόμα, η συμμετοχή μας στα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας, με έργα ζωντανής πίστεως και ενεργουμένης αγάπης, με προσευχή και τήρηση των εντολών, με νηστεία στις αισθήσεις, στη γλώσσα μας, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, και στους κακούς λογισμούς, στους αισχρούς και στους πονηρούς και σε άλλα πολλά ακόμη. 
Καθημερινή μας μετάνοια θα είναι να τηρήσουμε μια εντολή, που ο ίδιος ο Κύριος μας την έδωσε. «Ζητείτε στις προσευχές σας», μας λέγει, «πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Του». Εδώ η λέξις δικαιοσύνη έχει την έννοια της αρετής, της οποιασδήποτε αρετής. Αν λοιπόν καλλιεργούμε τις αρετές που διδάσκει το Ευαγγέλιον, και που τις ζητάει από εμάς ο Θεός, τότε αυτές μας βοηθούν στην δικαίωσή μας απέναντι στο Θεό. 
Αν δηλαδή καθημερινά καλλιεργούμε το πνεύμα της μετανοίας και λέμε «Θεέ μου συγχώρεσέ με, είμαι αμαρτωλός», 
αν κάνουμε υπομονή στις θλίψεις, στα βάσανα και στους πειρασμούς της ζωής, 
αν συγχωρούμε τον πλησίον μας για τα λάθη του, 
αν έχουμε ζωντανή πίστη και όχι νερόβραστη και χλιαρή, 
αν έχουμε αγάπη μέχρι αυτοθυσίας και προς τον πλησίον και προς τον Θεόν, 
αν κάνουμε κρυφά τις ελεημοσύνες μας, 
αν πενθούμε για τις αμαρτίες μας, 
αν συμμετέχουμε τακτικά στα Πανάγια Μυστήρια και άλλα πολλά, 
τότε όλες αυτές οι αρετές ελκύουν το έλεος του Θεού, που απορρέει από τη Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού και μας δικαιώνουν απέναντί Του. Μας χορταίνουν δηλαδή με χίλιες δυό ευλογίες. Το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται». 
Αγαπάς και καλλιεργείς μέσα στην καρδιά σου την δικαιοσύνη και κάθε Ευαγγελική αρετή; Αν ναι, τότε ο Θεός θα σε υπερχορτάσει, με γεύση Θείας ευφροσύνης και μακαριότητος και πολλών άλλων ουρανίων αγαθών. 

Χριστιανοί μου, ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της Παναγίας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, έγινε για μας και για τη σωτηρία μας, σοφία από Θεού και δικαιοσύνη. Κατέστη για μας όχι μόνο σοφία και θεογνωσία, θεολογία και φως, αλλά και δικαίωση για όλες τις αμαρτίες μας. Πότε; Όταν μετά το Άγιον Βάπτισμα και Χρίσμα ακολουθεί η έμπρακτη μετάνοια και η μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης Θεία μας Κοινωνία. 
Τα δυό αυτά αγαθά, της σοφίας και της δικαιώσεως, πολλαπλασιάζονται από τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, προς τον Υιόν της και Θεόν ημών, όταν εμείς προσευχόμεθα προς αυτήν με τους Χαιρετισμούς και τις Παρακλήσεις, με δάκρυα όμως στα μάτια, και πόνο πολύ στην καρδιά. 
Η δοκιμή θα πείσει όλους μας.

Θα συνεχίσουμε όμως την άλλη Παρασκευή, 
και η Παναγία βοήθειά μας,
Αμήν.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...