Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2012

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – Ο προάγγελος της βασιλείας του Θεού (Αποστολικό Ανάγνωσμα)




Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ΙΓ΄ 11 – ΙΑ΄, 4
Ο ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
«Ἡ ἡμέρα ἤγγικεν»
Ἑορτάζει σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία  τὸ Γενέθλιον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ. Τὸ Ἀποστολικὸ  ἀνάγνωσμα ποὺ ἀναγνώσθηκε πρὸς τιμήν του ἔχει ὡς κεντρικὸ νόημα αὐτὸ ποὺ  ἦταν τὸ βασικὸ κήρυγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὴν πνευματικὴ ἐγρήγορση, τὴ  μετάνοια. «Ἡ ἡμέρα ἤγγικεν»· πλησιάζει  ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γράφει ὁ ἀπόστολος  Παῦλος· «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», δηλαδὴ πλησίασε ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν  ὁποία θὰ ἔλθει ὁ Μεσσίας καὶ θὰ ἐγκαθιδρύσει τὴ Βασιλεία του, κήρυττε ὁ ἅγιος Ἰωάννης.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὸς ἦταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ποιὸ εἶναι τὸ μήνυμά του στὴν ἐποχή μας.
1. Ο μεγαλύτερος Προφήτης
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς  ἀναφερόμενος  στὸν Τίμιο Πρόδρομο, τὸν χαρακτήρισε  ὄχι μόνο προφήτη ἀλλὰ «καὶ περισσότερον προφήτου». Τόνισε μάλιστα ὅτι «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων  Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» μέχρι τώρα δὲν ἔχει γεννηθεῖ ἄλλος μεγαλύτερος στὴν ἀξία ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή (Ματθ. ια΄ 11). Γιατί ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης θεωρεῖται ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς προφῆτες;

Πρῶτον, διότι ἐνῶ οἱ ἄλλοι προφῆτες ἁπλῶς μίλησαν γιὰ τὸν Μεσσία, αὐτὸς ἀ ξιώθηκε ὄχι μόνο νὰ προαναγγείλει τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ νὰ Τὸν δεῖ καὶ νὰ Τὸν δείξει στοὺς μαθητές του. Ἔτσι ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἔγινε ἡ γέφυρα ποὺ ἑνώνει τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ  Διαθήκη ἤ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σ’ ἕνα θαυμάσιο  ἐγκωμιαστικό του λόγο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι «τὸ ἄνθος ποὺ φύτρωσε κι ἄνθισε στὸ μεσοδιάστημα τοῦ Νόμου καὶ τῆς Χάριτος τὸ ἀστέρι ποὺ προανήγγειλε τὴν ἀνατολὴ τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης ὁ στρατιώτης ποὺ προέτρεξε γιὰ νὰ κηρύξει τὸν ἐρχομὸ τοῦ βασιλιᾶ ὅλης τῆς κτίσεως». 
Ἐπιπλέον ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι ὁ  μόνος Προφήτης τοῦ ὁποίου ἡ δράση καὶ ἡ ἀ ποστολὴ προφητεύθηκε πρὶν  γεννηθεῖ. Πράγματι, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε γράψει ὁ προφήτης Μαλαχίας: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου» (Λουκ. ζ΄ 27)· δηλαδή, ἰδοὺ ἐγὼ θὰ στείλω πρὶν ἀπὸ Σένα τὸν ἀπεσταλμένο μου, ὁ ὁποῖος θὰ προετοιμάσει τὸ δρόμο μπροστά σου καὶ θὰ προπαρασκευάσει τὶς ψυχὲς νὰ Σὲ δεχθοῦν.
Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζουμε καὶ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, τόσο ὁ  ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τὴν ἐμφάνισή του στὸν πατέρα τοῦ Προδρόμου τὸν ἱερέα  Ζαχαρία, ὅσο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ζαχαρίας προφήτευσαν τὴν εἰδικὴ ἀποστολὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
«Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ...», εἶπε φωτισμένος ὁ  Ζαχαρίας ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅταν γεννήθηκε ὁ υἱός του (Λουκ. α΄ 76). Ὅλα ἔδειχναν ὅ τι τὸ παιδὶ αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβει μεγάλη ἀποστολή: νὰ προετοιμάσει τὶς ψυχὲς γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία.
2. Η ἡμέρα πλησιάζει
Κι ἦλθε κάποτε ἡ ἡμέρα ποὺ ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας ἄρχισε ν’  ἀκούγεται ὡς ἐγερτήριο σάλπισμα μετανοίας ἡ φωνὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ΄ 2). Ἀλλάξτε ἀποφασιστικὰ σκέψεις καὶ φρονήματα καὶ ζωή, διότι πλησιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν! Αὐτὴ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐγκαθίδρυσε ὁ Χριστὸς στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν  ἐρχομό του στὴ γῆ, καὶ παράλληλα  ἐγγυήθηκε τὴ φανέρωσή της σὲ τέλειο βαθμὸ στὴν αἰωνιότητα.
Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς αἰωνίου ζωῆς προσδοκοῦμε πλέον κι ἐ μεῖς. Κι ἡ ἡμέρα αὐτὴ πλησιάζει!  Διότι κι ἂν ἀκόμη δὲν ἔλθει ὁ Κύριος  σύντομα μὲ τὴν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία του, ἔρχεται ὅμως γιὰ τὸν καθένα μας μὲ τὸν θάνατο, τοῦ ὁποίου εἶναι ἄγνωστη ἡ ἀκριβὴς ὥρα.
Ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ  ἀνάγνωσμα εἶναι ἀφυπνιστικός: Ἀδελφοί, εἶναι ὥρα νὰ ξυπνήσουμε!, γράφει. «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» ἡ ζωὴ αὐτή, ποὺ μοιάζει μὲ νύχτα  σκοτεινή, προ χώρησε, ἐνῶ ἡ ἡμέρα τῆς ἄλλης ζωῆς, ποὺ  λάμπει μέσα στὸ φῶς τῆς αἰω νιότητος,  πλησίασε.
Ἂς πετάξουμε λοιπὸν ἀπὸ πάνω μας τὰ σκοτεινὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας κι ἂς φορέσου με τὰ φωτεινὰ ἐνδύματά μας, τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς: τὴ θερμὴ πίστη, τὴ ζωντανὴ προσευχή, τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τὴ συνειδητὴ συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐπίκαιρο μήνυμα καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου γιὰ τὴν ἐποχὴ μας.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Προφήτης καὶ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου, εἶναι ὁ μοναδικὸς ἅγιος, μετὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Κοίμηση ἑορτάζει καὶ τὰ Γενέθλια. Ἡ εἰδικὴ αὐτὴ ἐξαίρεση φανερώνει τὴν ἰδιαίτερα τιμητικὴ θέση ποὺ  καταλαμβάνει μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία. Εἶναι ὁ προάγγελος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀκούσουμε τὴν προφητικὴ φωνή του κι ἂς ἑτοιμάζουμε τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Νυμφίο Χριστὸ στὴν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς Βασιλείας του.
«Ο ΣΩΤΗΡ» 15-06-2012

Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Λόγος στη Γέννηση του Αγίου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου (24 Ιουνίου)




«Και του είπε ο άγγελος· μη φοβάσαι Ζαχαρία, γιατί ο Θεός δέχτηκε την προσευχή σου» (Λουκ. 1,13). Αμέσως με τη διαβεβαίωση αυτή του ᾽διωξε το φόβο, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε αγγελική οπτασία. Μετά δηλαδή από το φόβο που προκαλεί η εμφάνιση του αγγέλου, αφαιρείται από τον άνθρωπο η δειλία. Ενώ γίνεται ακριβώς το αντίθετο όταν εμφανίζεται ο δαίμονας.
Δηλαδή στην αρχή ο άνθρωπος που τον δέχεται είναι χαρούμενος και θαρραλέος, μετά όμως από λίγο γεμίζει ταραχή και φόβο.
«Μη φοβάσαι, είπε, Ζαχαρία, γιατί ο Θεός δέχτηκε την προσευχή σου και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα φέρει στον κόσμο ένα γιο» (Λουκ. 1,18).
Ω αξιοεπιθύμητο και θεόσδοτο παράγγελμα, σύμφωνο με τη βαθιά επιθυμία τους! Ω αγγελοφερμένη υπόσχεση, που είσαι καρπός τόσων επίμονων προσευχών! Κατάφερε ο Ζαχαρίας να κερδίσει εκείνο που η ψυχή του επιθυμούσε! Πέτυχε εκείνο για το οποίο παρακαλούσε με τόση θέρμη! Βρήκε εκείνο που ζητούσε. Βρήκε, όχι από φυσική συνάφεια αλλά από καρποφόρα προσευχή το ξανάνιωμα της άγονης μήτρας και την ικανοποίηση της λαχτάρας της να κάνει παιδί. Διότι η στείρωση της δεν ήταν βέβαια επιτίμιο και κατάρα του Θεού — μην πάει εκεί το μυαλό σας — αλλά ήταν προφητικό εξάγγελμα μεγάλου μυστηρίου.

Έχω την εντύπωση ότι, παρόλο που ο Ζαχαρίας είχε παραδοθεί σε πολλή προσευχή και παρακαλούσε το Θεό να λύσει τη στείρωση της Ελισάβετ, δεν εισακούστηκε αμέσως από το Θεό, γιατί δεν ήταν ακόμα ο κατάλληλος καιρός. Δεν είχε φτάσει ακόμα η εποχή που ο Χριστός θα σαρκωνόταν. Τότε μόνον να ελπίζεις ότι θα αποκτήσεις παιδί, Ζαχαρία, όταν έρθει στη γη Αυτός που χρόνια προσδοκούν και περιμένουνε τα έθνη. Τότε να περιμένεις πως η Ελισάβετ θα πάψει να είναι στείρα, όταν έρθει Αυτός που είναι η ελπίδα της οικουμένης. Επειδή όμως ήρθε πια αυτή η ώρα, δέξου με την προαγγελία του αρχάγγελου Γαβριήλ της καρδιάς σου το ποθούμενο. Σαν άλλος αετός ξαναπάρε το νεανικό σου σφρίγος (Ψαλμ. 102,5). «Γνώρισε, είπε ο άγγελος, τη σύζυγό σου. Γιατί έγινε δεκτή η προσευχή σου και η γυναίκα σου Ελισάβετ, θα σου γεννήσει ένα γιο και θα του δώσεις το όνομα Ιωάννης». Φανέρωσε έτσι ο άγγελος και το όνομα που θα ‘παίρνε το παιδί, όνομα που και από την ίδια την ετυμολογία του φανερώνει ότι το παιδί θα ήταν ουρανόσταλτο. (Το όνομα Ιωάννης στην Εβραϊκή σημαίνει «δώρον Θεού»)
Είπε δε ο Ζαχαρίας στον άγγελο- γιατί μιλάει με τον άγγελο με θάρρος σαν ίσος προς ίσο. «Πώς θα βεβαιωθώ γι’ αυτό, αφού εγώ είμαι γέροντας και η γυναίκα μου προχωρημένη στην ηλικία;» (Λουκ. 1,18). Η απόδειξη που χωρίς ιδιαίτερη σκέψη ζήτησε, για τον τρόπο που θα γινόταν πατέρας, του προσάπτει ως ιερέα το αμάρτημα της απιστίας. Αυτή η ερώτηση όμως δεν προέρχεται από την απιστία, αλλά από την ανάγκη εξακριβώσεως της αλήθειας. Έπαθε έτσι και ο Ζαχαρίας το ίδιο με τον Απόστολο Θωμά. Γιατί δεν ήταν δικαιολογημένο, προφήτης αυτός και γνώστης των θείων πραγμάτων, να αγνοεί ότι ο Θεός μπορεί να ανακαινίσει τη φύση, να ξανανιώσει τα γηρατειά, να βγάλει από το αδιέξοδο τον άνθρωπο, να βρει λύσεις στα προβλήματα, όπως άλλωστε συνέβη με τον Αβραάμ και τη Σάρρα, με τη Σωμανίτιδα και με τόσες και τόσες άλλες ανάλογες περιπτώσεις, που έδειξε τη θαυματουργική Του δύναμη. Αλλ’ όμως επειδή οι χαρούμενες αγγελίες, που μηνύουν την πραγματοποίηση των μεγάλων και ασυνήθιστων προσδοκιών της ψυχής, όταν ακουστούν απροσδόκητα και ξαφνικά φέρνουν συνήθως ταραχή, γι’ αυτό και τώρα ο Ζαχαρίας, επειδή ταράχτηκε, τηρεί επιφυλαχτική στάση. Και αυτό νομίζω ότι το κάνει όχι εξαιτίας της απιστίας του, αλλά γιατί βιάζεται να φτάσει στην αναμφισβήτητη και αδιάσειστη βεβαιότητα. Και αμέσως σαν να κυριεύτηκε από αφόρητη χαρά, φωνάζει προς τον άγγελο και λέει: «Πώς θα βεβαιωθώ γι’ αυτό που μου λες»; Μήπως παραλογίζεσαι; Μη και δεν βγουν αληθινά αυτά που μου αναγγέλλεις; Δος μου επίσημη διαβεβαίωση, δος μου χειροπιαστή απόδειξη, όπως παλιότερα έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ το σημείο της περιτομής, βεβαιώνοντας τον έτσι ότι θα γίνει πατέρας πολλών εθνών και ότι θα γεννηθούν απ’ τη γενιά του πολλοί βασιλείς. Και όπως διαβεβαίωσε πριν απ’ αυτόν το Νώε με το σημείο του ουράνιου τόξου, ότι δηλαδή δεν θα καταστρέψει με κατακλυσμό τη γη. Ακόμα όπως έκανε τη ράβδο του Μωυσή νά πάρει μορφή φιδιού και να ξαναγίνει αμέσως πάλι ραβδί, για να πιστέψουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι Αιγύπτιοι ότι του φανερώθηκε ο Θεός.
Και αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε: Να το σημείο που ζητάς: Θα χάσεις τη λαλιά σου και δεν θα μπορείς πια να βγάλεις λέξη, γιατί δεν πίστεψες στα λόγια μου – εννοείται βέβαια γιατί δεν πίστεψε απλά και ανεξέταστα – που θα εκπληρωθούν όταν φτάσει ο κατάλληλος καιρός. Πήρε λοιπόν την κατάλληλη για την περίσταση απόδειξη, που ζητούσε ο Ζαχαρίας, δηλαδή τη σιγή της φωνής του, μιας φωνής που κάποτε θα σταματούσε για πάντα μπροστά στη ζωντανή και σαρκωμένη φωνή, τον Πρόδρομο που θα γεννιόταν απ’ αυτόν. Και ενώ έμεινε με κλειστό στόμα συνέχισε να υμνεί, με μυστική πια φωνή το Δωρητή του παιδιού, που έμελλε να γεννηθεί. Όταν βγήκε, λέει ο ιερός ευαγγελιστής, από το ιερό του Ναού, «δεν μπορούσε πια να μιλήσει. Και απ’ αυτό κατάλαβαν οι άλλοι ότι είχε δει κάποιο όραμα στό ιερό, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να εξηγήσει με νοήματα και παρέμενε βουβός» (Λουκ. 1,22). Και έμεινε κωφάλαλος, πρώτα-πρώτα για να μη δέχεται ερωτήσεις, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να μην πληροφορήσει τους άλλους για το όραμα. Έπειτα δε επειδή κατά κάποιο τρόπο είχε βγει από τις αισθήσεις του και καθώς έμεινε κατάπληκτος και εμβρόντητος από το δράμα που εξακολουθούσε να το ζει τόσο βαθιά μέσα του, δεν μπορούσε να δώσει προσοχή στα κούφια λόγια των άλλων. Η σιωπή λοιπόν δεν είχε κανένα άλλο νόημα, παρά ήταν μονάχα μια προφητεία, που προδήλωνε ότι θα γινόταν πατέρας προφήτη. Και αυτό ήταν ίσως και σημείο του τέλους της λατρείας του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά και σημείο της ανατολής της εποχής της Χάρης, που θα άρχιζε με το γεγονός της γεννήσεως του Ιωάννη.
Προσπερνώντας όμως τα άλλα σημεία που σχετίζονται με το θέμα μας -γιατί δεν είναι ούτε της ημέρας, ούτε της δυνατότητας μας – ας έρθουμε αμέσως σ’ αυτό που μας ενδιαφέρει άμεσα.
Και συνέβη, όπως λέει ο ιερός ευαγγελιστής, το εξής: «Μόλις άκουσε η Ελισάβετ το χαιρετισμό της Μαρίας, σκίρτησε από χαρά μέσ’ την κοιλιά της το βρέφος» (Λουκ. 1,41).
Ω Ιωάννη, μακαριστό βρέφος, ακοίμητο έμβρυο! Ενώ ακόμα βρισκόσουν στην κοιλιά της μητέρας σου, πώς ένιωσες τι γίνεται στον κόσμο; Ενώ ακόμα δεν είχες τελειωθεί πώς παρουσιάζεσαι υπερτέλειος; Πώς έξι μόλις μηνών έμβρυο, εκφράστηκες σαν σοφός γέροντας; Πώς χωρίς ακόμα να μπορείς να διανοηθείς φάνηκες τόσο συνετός; Πώς μίλησες με τόση ευφράδεια, ενώ ακόμα δεν μπορούσες να αρθρώσεις λέξη; Πες μας, πες μας λοιπόν, πώς ενώ βρισκόσουν ακόμη στη σκοτεινή χώρα των μητρικών σπλάχνων, χωρίς να βλέπεις, χωρίς ν’ ακούς, χωρίς να έχεις αρθρώσει ακόμα μια λέξη, χωρίς να έχεις κάνει ακόμα ούτε ένα βήμα, χωρίς να έχεις ακόμα σκάσει το πρώτο χαριτωμένο παιδικό χαμόγελο, πώς βλέπεις τόσο καθαρά όσα δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι; Πώς έχεις μια τόσο σοφή γνώση; Πώς θεολογείς; Πώς σκιρτάς χαρούμενα; Γιατί χαίρεσαι τόσο πολύ; Απάντησε μας, απάντησε μας, πανθαύμαστέ!
Μεγάλο, λέει, το μυστήριο που συντελείται και δεν μπορεί να το συλλάβει νους ανθρώπινος αυτό που διαδραματίζεται. Αν και είμαι απλός άνθρωπος επιτελώ παράδοξα πράγματα, για να φανερώσω Εκείνον που πρόκειται ως Θεάνθρωπος να υπερβεί τους όρους της φύσης. Βλέπω μολονότι είμαι ακόμα έμβρυο, γιατί αισθάνομαι κοντά μου να κυοφορείται ο ήλιος της δικαιοσύνης. Έχω τη δυνατότητα να ακούω επειδή γνωρίζω πολύ καλά τα πάντα και επειδή γεννιέμαι για να είμαι η φωνή του Λόγου του Θεού. Κράζω με όλη μου τη δύναμη, γιατί νιώθω να σαρκώνεται ο Μονογενής Υιός του Πατρός. Σκιρτάω, γιατί αισθάνομαι να παίρνει ανθρώπινη μορφή ο Ποιητής όλης της κτίσης. Χαίρομαι με όλη μου τη ψυχή, γιατί λογίζομαι ότι σαρκώνεται ο Λυτρωτής του κόσμου. Σας αναγγέλλω την ώρα που ο Θεός έρχεται σαν άνθρωπος στον κόσμο. Τρέχω μπροστά, πριν φτάσει Εκείνος ανάμεσα σας, σαν κορυφαίος του δοξολογικού χορού σας και σαν το Δαυίδ λοιπόν σας παραγγέλλω προφητικά: Αρχίστε το τραγούδι, πάρτε καλόηχο τύμπανο, ψαλτήρι και κιθάρα. Τραγουδήστε, ψάλτε γι’ Αυτόν, υμνείστε όλο του το μεγαλείο που βρίσκεται σε όσα θαυμάσια επιτελεί.
Άρα λοιπόν Ιωάννη, σηκώθηκες πάνω απ’ τα επίγεια και αξιώθηκες να αντικρύσεις τα ουράνια; Ξεπέρασες και αυτές τις αγγελικές δυνάμεις που υπήρχαν πριν από τη δημιουργία του ορατού κόσμου; Πώς λοιπόν τιμήθηκες με το αξίωμα των αγγελικών ταγμάτων, ενώ δεν πλάστηκες άγγελος; Και πώς αγέννητος ακόμα, μας εμήνυσες και μας προανάγγειλες με άμεση θεϊκή έμπνευση εκείνο που και για τους αγγέλους ακόμα ήταν άγνωστο και αδίδακτο;
Δεν προσπάθησα ν’ ανέβω σε φανταστικά ύψη. Ούτε περπάτησα πάνω στα σύννεφα, ούτε ξεπέρασα τους ουρανούς, ούτε ανέβηκα πιο ψηλά από τις τάξεις των φλογερών και ασωμάτων αγγέλων. Κανένας ας μη φανταστεί κάτι τέτοιο. Αλλά μάθετε ότι Αυτός που βρίσκεται πάνω απ’ όλα και μένει στους Πατρικούς κόλπους μαζί με το Άγιο Πνεύμα, χωρίς να χωριστεί από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα διέφυγε την προσοχή – και αυτών ακόμα των πύρινων λειτουργών του – και εισήλθε στη μήτρα της «αειπαρθένου» Μαρίας, σαν σε άλλο ουρανό. Αυτός λοιπόν, μου φανερώθηκε – και με μύησε σ’ αυτά τα θεϊκά μυστήρια. Είμαι λοιπόν κήρυκας του βρέφους. Διαλαλώ ότι «γεννήθηκε παιδί για χάρη μας και μας δόθηκε σαν δώρο Αυτός που είναι ο προαιώνιος Θεός», όπως λέει και ο μεγάλος προφήτης Ησαΐας (Ησ. 9,6). Γεννήθηκα από μήτρα στείρα, γιατί πρόκειται να γεννηθεί παιδί από μάνα παρθένο. Πόσο υπερφυσικά πράγματα, πόσο παράδοξα θαύματα είναι αυτά, που χαρούμενα μας μηνύει σήμερα το αγέννητο ακόμα βρέφος! Πόσο πρωτοφανή μηνύματα θεολογώντας μας προανάγγειλε ο γιος της Ελισάβετ;
Σκίρτησε από χαρά λοιπόν ολόκληρη η οικουμένη, ψάλλε και ύμνησε Εκκλησία, τα προεόρτια πανηγυρίζοντας, πριν από τη Γέννηση του Χριστού, τα γενέθλια του Ιωάννη. Γέμισε από χαρά ολόκληρη η κτίση, καθώς δέχεσαι το μαντατοφόρο της Σαρκώσεως του βασιλιά των πάντων.
Μακαριστέ Ιωάννη, που είσαι μεγαλύτερος ακόμα και από τους πιο ένδοξους προφήτες, ο πιο επιφανής από τους αποστόλους, ο πιο αξιοτίμητος απ’ όλους τους μεγαλομάρτυρες, ο κοσμημένος με θεία κάλλη αρχηγός των ερημιτών, ο αγαπημένος φίλος του πάγκαλου Νυμφίου, το ετοιμασμένο λυχνάρι όπου λάμπει το φως εκείνο, που με λόγια δεν μπορεί να περιγραφεί, ο έμπιστος κήρυκας του άμωμου Αμνού, ο προσεκτικός ακροατής της πατρικής φωνής, ο φημισμένος Βαπτιστής του Χριστού, ο ατρόμητος έλεγχος της αμαρτίας του Ηρώδη, ο προάγγελος της ζωής για όσους βρίσκονταν στον Άδη, η σάλπιγγα που σημαίνει τα θεϊκά προστάγματα στην οικουμένη, μίλησέ μας και τώρα από τον ουρανό, με τις ιερές πρεσβείες σου και τις ευχές του μακαριστού πνευματικού πατέρα μου και δείξε την ευμένειά σου στο λαό και στο μικρό σου ποίμνιο που σε υμνεί, συγχωρώντας ταυτόχρονα το τολμηρό επιχείρημα ενός φτωχού, που στο προσφέρει όχι σαν δώρο, αλλά σαν ταπεινό χρέος και φόρο που οφείλεται από τιποτένιο δούλο, που προσφέρεται όμως με πόθο ψυχής.
Στον Κύριο Ιησού Χριστό πρέπει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, καθώς και στον Παντοκράτορα Πατέρα και στο Πανάγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Το θεϊκό Λυχνάρι, Ο Τίμιος Πρόδρομος, Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1984, σ. 39-53). Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου/

Κυριακή γ' Ματθαίου



Ἀδελφοί μου,
Ὁ Διδάσκαλος καί Κύριός μας, διδάσκει τούς μαθητές του πού τόν ἀκοῦν προσηλωμένοι:
«Ἐάν ἡ ψυχή σας ἀνήκει στόν Θεό μή μεριμνᾶτε τί θά φάγετε, τί θά πιεῖτε καί μέ τί θά ντύσετε τό σῶμα σας. Δέν ἀξίζει ἄραγε ἡ ψυχή περισσότερο ἀπό τό σῶμα;
Κοιτάξετε τά πτηνά πώς τρέφονται. Οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν. Ὁ οὐράνιος πατέρας φροντίζει γι’ αὐτά. Σεῖς δέν ἀξίζετε περισσότερο ἀπό αὐτά;
Μέ τήν μέριμνα ποῦ ἔχετε μπορεῖτε νά αὐξήσετε λίγο τό σῶμα σας;  Ὄχι, τί κατορθώνετε λοιπόν μέ τήν μέριμνά σας;
Κοιτάξετε τά λουλούδια τοῦ ἀγροῦ πώς μεγαλώνουν, τί ἄνθη δίνουν. Ἐάν φροντίζει ὁ Θεός γι’ αὐτά, δέν θά φροντίσει γιά σᾶς;
Γιατί εἶσθε ὀλιγόπιστοι;
Αὐτά ζητοῦν μόνο οἱ εἰδωλολάτρες γιατί γι’ αὐτούς αὐτά  μόνο ἔχουν ἄξια. Ὁ οὐράνιος Πατέρας γνωρίζει τίς ἀνάγκες σας, γι’ αὐτό ζητεῖτε τήν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν τῆς βασιλείας Του μέ τίς ἀρετές τίς ὁποῖες ζητεῖ ὁ Θεός ἀπό σᾶς γιά νά σᾶς χαρίσει τά ἀγαθά του».
Ὄμορφη αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ μεν Κυρίου μας νά διδάσκει, τῶν δέ μαθητῶν νά ἀκοῦν μέ προσοχή. Καί πώς νά μήν ἀκοῦν μέ προσοχή ἀφοῦ τούς ἀποκαλύπτει τήν μεγάλη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους καί τήν ἀξία πού ἔχει ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.
Μία φροντίδα πού πρέπει νά μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τόν βρόγχο τῆς ἀνασφάλειας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο γνώρισμά μας.
Θά μπορούσαμε μάλιστα νά ποῦμε ὅτι ὁμοιάζουμε μέ τά ὄστρακα πού σέρνονται στό βυθό τῆς θάλασσας γιά νά βροῦν κάποιο βράχο νά κολλήσουν ἐπάνω τοῦ γιά νά νιώσουν ἀσφάλεια. Ἔτσι καί ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά νιώσουμε ἀσφάλεια στό βράχο εἴτε τοῦ ἀξιώματος, εἴτε τῆς θέσεως, εἴτε τῶν χρημάτων.
Ὅμως δέν νιώθουμε αὐτή τήν ἀσφάλεια γιατί εἴτε τά ἔχουμε σήμερα καί αὔριο τά χάνομε, εἴτε γιατί δέν μποροῦν νά μᾶς τήν δώσουν. Ἔτσι νιώθουμε ἀνασφάλεια καί αὐτή ἀκριβῶς μας δείχνει τό λάθος πού κάνουμε. Τόν ἀναζητοῦμε ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει.
Ποῦ ὀφείλεται ὅμως τό λάθος μας;
Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέει ὅτι: «ὅταν ὁ ἄνθρωπος στρέφεται πρός τά πράγματα τοῦ κόσμου, τότε ἔχει μέσα τοῦ τό λόγο τοῦ κόσμου», πού σημαίνει ὅτι ἐγκλωβίζεται μέσα στόν κόσμο αἰχμαλωτίζεται. Ἡ ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν αἰχμαλωτίζει τήν ψυχή, τήν φυλακίζει.
Ἔτσι κάνει ὁ κόσμος ἐκεῖνο πού κάνει μία ἀράχνη τῆς Ἰαβας. Αὐτή ἐκκρίει ἕνα εὔοσμο ὑγρό πάνω στόν ἱστό της πού ἑλκύει τά ἔντομα καί ἔτσι τά πιάνει.  Ἔτσι ὁ κόσμος ἑλκύει μέ τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν του καί μᾶς αἰχμαλωτίζει μέ ἀποτέλεσμα νά ἀδιαφοροῦμε γιά τήν ψυχή μας.
Γι’ αὐτήν ὅμως ἐνδιαφέρεται ὁ Θεός, γιατί αὐτή θέλει νά σώσει, γι’ αὐτό καί μᾶς λέει «δέν ἀξίζει ἄραγε ἡ ψυχή περισσότερο» καί σέ ἄλλη περίπτωση τονίζει τήν ἄξια της λέγοντας: «Ἐάν κερδίσετε ὅλο τόν κόσμο, χάσετε ὅμως τήν ψυχή σας, ποιό θά εἶναι τό κέρδος σας;»
Τί ζητεῖ λοιπόν ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς;
Ἕνας ἄνθρωπος ἀποφάσισε γιά νά σώσει τήν ψυχή του νά ἀσκητεύσει μέσα στήν ἔρημο. Εὐρῆκε λοιπόν στήν πλαγια του βουνοῦ μία σπηλιά πού μέ δυσκολία ἀνέβαινε κανείς ἐκεῖ καί ἀποφάσισε νά μείνει ἐκεῖ.
Νερό ὅμως δέν εἶχε «Κύριε βρῆκα πού θά μείνω, νερό ὅμως πού θά βρίσκω». Ἀκούει μία γλυκεία φωνή νά τοῦ λέει: «ἔχε μου ἐμπιστοσύνη».  Ἔτσι ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἐμπιστεύθηκε τό Θεό καί νερό εὕρισκε.
Μία μέρα λοιπόν τόν ἐπισκέφθηκαν δυό ἀδελφοί μοναχοί καί γιά νά τούς περιποιηθεῖ ἔβρασε μέ τό λίγο βραστό νερό πού εἶχε σπόρους.  Ἔτσι ὅμως δέν εἶχε νερό γιά νά πιοῦν.
Ἄρχισε λοιπόν νά πηγαινοερχερχεται μέχρι τήν ἄκρη τῆς σπηλιᾶς του καί νά μουρμουρίζει. Τότε ἕνας ἀπό τούς μοναχούς, τόν ἐρώτησε «ἀδελφέ τί ἔχεις καί μουρμουρίζεις;» καί ἀπαντᾶ: «Ὁ Θεός μου ἔδωσε μία ὑπόσχεση ὅτι θά μοῦ στέλνει νερό ὅταν δέν θά ἔχω. Τοῦ ὑπενθυμίζω λοιπόν τήν ὑπόσχεσή του».
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ θεός τοῦ δείχνει τήν φροντίδα Του. Ὁ ἀέρας ἔσπρωξε μέχρι τήν σπηλιά ἕνα μικρό σύννεφο καί ἔβρεξε τόσο ὅσο ἤθελε νά γεμίσει ἕνα δοχεῖο πού εἶχε.
Νά λοιπόν τί ζητᾶ ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς. Νά τοῦ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη. Καί ἐμπιστεύομαι τόν Θεό σημαίνει ὅτι εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι θά μέ βοηθήσει στό πρόβλημά μου γιατί ὑπάρχει ἡ φροντίδα του γιά μένα, φροντίζει νά εὐεργετεῖ τήν ψυχή μου.
Ἀδελφοί μου,
Ἔτσι εἶναι! Ὁ Θεός φροντίζει μέσα στη φτώχεια μας, γι’ αὐτό καί τήν ὑπομένουμε, φροντίζει μέσα στήν ἀρρώστια μας γιατί βλέπουμε τήν ἀδυναμία μας καί χάνουμε τόν ἐγωισμό μας, φροντίζει καί μέσα στό κακό γι’ αὐτό βλέπουμε τήν ἄξια του καλοῦ καί τό λαχταροῦμε. Φροντίζει καί μέσα στό θάνατο γιά νά τόν κάνει πέρασμα στήν αἰώνια ζωή, φροντίζει καί μέσα στό πόνο πού δημιουργεῖ ὁ θάνατος γιατί τόν πραΰνει καί τόν παρηγορεῖ μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀντάμωσης γι’ αὐτό καί οἱ Ἀσκητές ὅταν πεθαίνουν ἀποχαιρετοῦν τούς παρευρισκομενους ἀδελφούς τους μέ τήν φράση «καλή ἀντάμωση».
Ἄς ἔχομε λοιπόν ἐμπιστοσύνη στόν Κύριό μας, ὅπως μας ζητεῖ. Καί ἄν τήν ἔχομε τότε Ἐκεῖνος θά φροντίσει γιά τό κάθε τί· γιατί ἡ φροντίδα Τοῦ εἶναι ἡ σωτηρία μας.
Ὁ Θεός νά σᾶς ἔχει καλά.

Η αγάπη του Θεού Κυριακή Γ Ματθαίου



Ειρήνευση με τον Θεό

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο απόστολος Παύλος μας εξηγεί πώς οι άνθρωποι, που με την αποστασία μας είχαμε γίνει εχθροί του θεού, ειρηνεύσαμε μαζί Του. Λέει λοιπόν ότι το έργο αυτό το επιτέλεσε ο Κύριό μας. Αυτός ειρήνευσε όλους εμάς τους αποστάτες ανθρώπους με τον Θεό Πατέρα μας. Με την ενανθρώπησή του και το απολυτρωτικό του έργο μας χάρισε τη συγχώρηση και τη σωτηρία μας. Τώρα πλέον όσοι πιστεύουμε σ’ Αυτόν «ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν». Διότι ο Κύριος μάς έχει ήδη οδηγήσει από την κατάσταση της εχθρότητας στην κατάσταση της χάριτος. Όσοι ζούμε πλέον σ’ αυτήν την κατάσταση δεν τρέμουμε πλέον, όπως οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, την οργή του Θεού. Αντίθετα επειδή ζούμε την κοινωνία και την αγάπη του Θεού καυχιόμαστε ελπίζοντας ότι θα απολαύσουμε και τη δόξα του. Καυχιόμαστε ακόμη και για τις θλίψεις μας· διότι γνωρίζουμε ότι κάθε θλίψη που υπομένουμε καλλιεργεί σιγά-σιγά μέσα μας την υπομονή και την κάνει τέλεια. Κι έτσι η υπομονή αυτή θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε δοκιμασμένη αρετή, κι αυτή με τη σειρά της θα μας γεμίσει με την ελπίδα στον Θεό. και η ελπίδα αυτή δεν θα μας διαψεύσει ποτέ.
Μέσα σε λίγες γραμμές ο άγιος Απόστολος μας περιγράφει την ασύλληπτη αλλαγή που έφερε ο Κύριός μας στις σχέσεις των ανθρώπων με τον Θεό. Και μας εξηγεί ότι οι άνθρωποι με τις αμαρτίες μας είχαμε γίνει εχθροί του Θεού. Τυφλοί και παράλυτοι ούτε είχαμε τις δυνάμεις, αλλά ούτε και ξέραμε το δρόμο να πλησιάσουμε κοντά Του και να βρούμε την ειρήνη που αναζητούσαμε. Μας πήρε λοιπόν από το χέρι ο Ιησού Χριστός και μας έφερε κοντά στον Θεό Πατέρα. Και μας χάρισε όχι μόνο την ειρήνη μας μαζί Του αλλά και την αποκατάσταση της κοινωνίας μαζί Του.
Τι όμως σημαίνει ειρήνευση με τον Θεό; και πώς μπορούμε να ζήσουμε την κατάσταση αυτή σήμερα; Ζούμε την ειρήνευση με τον Θεό, σημαίνει, ζούμε ζωή μετανοίας και αγάπης, ζούμε μέσα στην κατάσταση της χάριτος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευτυχία που μπορούμε να ζήσουμε, η αδιάλειπτη σχέση μας με τον Θεό της αγάπης. Αυτό μας πρόσφερε ο Χριστός: τη δυνατότητα να ζούμε μέσα στη χάρη του Θεού, μια χάρη που δεν έχει όρια. Και όσο περισσότερο ζούμε στην κατάσταση αυτή, τόσο περισσότερο αποκτούμε ανώτερα βιώματα. Η κατάσταση της χάριτος είναι ουσιαστικά μια εμπειρία που αρχίζει από αυτή τη ζωή και συνεχίζεται στην αιωνιότητα. Είναι μια κατάσταση που ζούμε ιδιαιτέρως μετά από μία ειλικρινή εξομολόγηση, ή από τη βιωματική μας συμμετοχή στη θεία λατρεία και πολύ περισσότερο στο ποτήριο της ζωής. Για να ζούμε όμως μόνιμα μέσα μας αυτήν την ιερή εμπειρία της ειρηνεύσεώς μας με τον Θεό, χρειάζεται μεγάλη προσοχή και αγώνας. Διότι πολύ εύκολα μπορεί να τη χάσουμε όταν είμαστε αμελείς και ράθυμοι και επανερχόμαστε εύκολα στις πτώσεις μας. Ας αγωνιζόμαστε λοιπόν για να ζούμε διαρκώς την ειρήνη του Θεού και την αίσθηση της χάριτός του.

Η αγάπη του Θεού

Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος περιγράφει το μεγαλείο της αγάπης του Θεού. Η αγάπη που έδειξε σε μας ο Θεός, λέει, εκχύθηκε και πλημμύρισε τις καρδιές μας: «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών». Και είναι μοναδική η αγάπη που μας έδειξε ο Θεός. Διότι ενώ εμείς ήμασταν πνευματικά ασθενείς, ο Χριστός πέθανε για να σώσει εμάς τους αμαρτωλούς. Αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη αγάπη του Θεού· διότι ενώ με πολύ δυσκολία μπορεί να βρεθεί άνθρωπος να πεθάνει για κάποιον δίκαιο, ο Χριστός όμως δεν πέθανε για κάποιους δίκαιους, αλλά για μας που ήμασταν γεμάτοι αμαρτίες, για να σωθούμε από την οργή της κολάσεως.
Πόσο πολύ λοιπόν μας αγάπησε ο Χριστός; Ο απόστολος Παύλος παρομοιάζει την άπειρη αγάπη του με ένα ποτάμι αστείρευτο που πλημμυρίζει τις καρδιές μας· ένα ποτάμι που εκχύνεται από τον ωκεανό της αγάπης του στις καρδιές μας. εκχύνεται σαν μύρο κάνοντας την ψυχή μας να ευωδιάζει. Εκχύνεται σαν βροχή του ουρανού που καθιστά την ψυχή μας καρποφόρα. Και σε ποιους εκχύνεται η αγάπη του Θεού; Έχουμε σκεφθεί ποτέ ποιους αγάπησε ο Θεός; Εμάς που ήμασταν αρνητές και προδότες της αγάπης του. Δεν έδειξε ο Θεός την αγάπη του σε φίλους του αλλά σε μας τους εχθρούς του. Κι αυτό ακριβώς δείχνει το μεγαλείο της αγάπης του Θεού. Για τέτοιους αποστάτες θυσιάστηκε ο Ιησούς Χριστός. Αλλά και από τον ουράνιο θρόνο του, όπου κάθισε με την Ανάληψή του, ως Μέγας Αρχιερεύς εξακολουθεί να εκχέει διαρκώς την ανεξάντηλη χάρη της αγάπης του σε μας τους αμαρτωλούς και να μεσιτεύει για μας. Μας προσφέρει μία αγάπη που δεν θα μπορέσουμε ποτέ να την κατανοήσουμε. Σ’ όλη την αιωνιότητα θα προσπαθούμε να την εξιχνιάσουμε και θα λατρεύουμε όλο και περισσότερο τον Κύριό μας. Κι αν αυτήν την αγάπη του Χριστού δεν μπορούμε να την εννοήσουμε τώρα, πώς θα μπορέσουμε κάπως να υποψιαστούμε πόση ακόμη αγάπη θα μας δείχνει ο Κύριός μας στην αιωνιότητα; Σ’ Αυτόν λοιπόν που μας αγαπά άπειρα, ας αντιπροσφέρουμε τη δική μας φτωχή αγάπη· αγάπη όμως έμπρακτη και αληθινή.

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Γ΄Κυριακή του Ματθαίου


Γ΄Κυριακή του Ματθαίου
Ματθ. στ΄,22-33
Γράφει ο Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Ουδέποτε ο άνθρωπος από μόνος του θα κατορθώσει να φτάσει στα αποκαλυπτικά ύψη που τον οδηγεί ο ίδιος ο Ιησούς με την «Επί του όρους ομιλίαν».
Ένα τμήμα από το θησαυρό αυτό θα ακούσουμε την Κυριακή αυτή στους ιερούς μας ναούς.
Πού αλήθεια να σταθεί κανείς; Σε ποιό διαμάντι από τους στίχους της περικοπής να εμβαθύνει; Αν πραγματικά η κοινωνία μας, έστω και πειραματικά, θα ήθελε για λίγο να εμβαθύνει στη θεία αυτή διδασκαλία, τότε ο κόσμος μας θα μεταβαλλόταν σε παράδεισο. Αν οι στόχοι μας ήταν υψηλοί και ουράνιοι, τότε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν, ακόμα και τα πλέον τεχνικά και πρακτικά, θα είχαν βρει τη σωστή τους λύση.
Ακριβώς όμως επειδή δεν θέλουμε ή δεν έχουμε μάθει να ζούμε με τις επιταγές του λόγου του Θεού, καταντούμε ώστε ο βίος μας να γίνεται μια τυραννία, με αποτέλεσμα αντί να χαιρόμαστε τη ζωή μας, να αγανακτούμε και να κινούμαστε μέσα σε μια συνεχή σύγχυση και ταραχή.
Αν θελήσουμε να επισημάνουμε ποιά ακριβώς είναι η κύρια αιτία που η ζωή μας έπαυσε να είναι όμορφη και γνήσια δημιουργική, θα καταλήγαμε στο υπερβολικό άγχος και στην εξοντωτική μέριμνα για πλουτισμό.
Όταν όμως ο στόχος μας γίνεται τόσο υλικός και όλες μας οι προσπάθειες στρέφονται στο να δουλέψουμε στο μαμωνά, τότε γινόμαστε ικανοί για τα πάντα, και θα πρέπει να περιμένουμε τα χειρότερα. Αν μάλιστα ο πιστός μπλέξει στα γρανάζια του εύκολου πλουτισμού, νομίζοντας ότι ταυτοχρόνως θα υπηρετεί και το Θεό, τότε η κατάστασις καταντά τραγική, αφού ξεκάθαρα: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. ού δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά.» (Ματθ. στ΄, 24). Δηλ. Κανείς δεν δύναται να είναι δούλος σε δύο κυρίους (συγχρόνως), διότι ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δε μπορείτε να είστε δούλοι και του Θεού και του μαμωνά (του χρήματος).
Μέσα στην απλότητά της αλλά και στο βάθος της η Επί του Όρους Ομιλία, περιέχει αυτές τις μοναδικές αλήθειες που αγγίζουν την καρδιά και φέρνουν την ειρήνη στη συνείδηση του ανθρώπου.
Το ότι ο ίδιος ο Θεός προνοεί για τις ανάγκες μας, αυτό θα πρέπει να μας γίνει συνείδηση και βίωμα. Όχι απλώς να βρίσκεται «στο πίσω μέρος του μυαλού μας», αλλά καθημερινώς να ζητούμε τη χάρη Του, ώστε να αποδεικνύουμε, κυρίως στον ίδιο τον εαυτό μας, ότι αυτά που πιστεύουμε τα ζούμε και τα εφαρμόζουμε.
Βεβαίως, σε καμμία των περιπτώσεων, η πίστη στην πρόνοια του Θεού δε θα μας οδηγήσει στην τεμπελιά ή σε άλλες απαράδεκτες κοινωνικές καταστάσεις… Η αρχαία ρήση «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», έχει και δω την εφαρμογή της. Θα σχεδιάσει ο άνθρωπος τη ζωή του και το επάγγελμά του, θα εργαστεί ο πιστός και μάλιστα έντονα, θα προσέξει να τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο σωστό επαγγελματικό του κύκλο κατά πάντα δίκαια και σύννομα, αλλά ουδέποτε θα επιτρέπει στη συνείδησή του να ξεφεύγει από τα όρια και να καταντά άπληστος και άπιστος.
Για το μεγάλο αυτό πειρασμό που κρύβεται στο σημείο τούτο, έρχεται ο Κύριος και μας δείχνει την πραγματικότητα, και μας διδάσκει μέσ’ από την ίδια τη φύση. Ούτε ένα πουλάκι και ούτε ένα λουλουδάκι δεν βρίσκεται έξω από την πρόνοια του Θεού. Αν λοιπόν όλα αυτά τα οποία είναι τόσο πρόσκαιρα και επιτέλους είναι άψυχα και εκμηδενίζονται, αν όλα αυτά βρίσκονται μέσα στην προνοητική αγάπη του Θεού, είναι ποτέ δυνατόν εμείς που δημιουργηθήκαμε σύμφωνα με την εικόνα Του, και προορισμό έχουμε να γίνουμε όμοιοί Του, είναι δυνατόν να μας εγκαταλείψει ποτέ;
Είναι ποτέ δυνατόν αυτός ο Δημιουργός μας που γνωρίζει καλύτερα από εμάς τους ίδιους τις ανάγκες μας, να μας εγκαταλείπει; Και αν με την αγωνιώδη μέριμνα που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, αποδεικνύεται αν όχι η απιστία, πάντως όμως η ολιγοπιστία, τότε πώς είναι δυνατόν να προκόψει κανείς στη δικαιοσύνη του Θεού, δηλ. στην απόκτηση των αρετών και στην εν Χριστώ ζωή;
Ήδη το τονίσαμε. Θα κάνει ο άνθρωπος ό,τι είναι δυνατόν να κάνει στη ζωή του, και κατόπιν θα πρέπει να ειρηνεύει. Εκεί που χρειάζεται ο αγώνας είναι στο να επιζητούμε «Πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού», και όλα τα άλλα θα δοθούν επιπροσθέτως από τον ίδιο το Θεό.
Δυστυχώς αρκετές φορές αντιστρέφουμε τα πράγματα, και εκεί που χρειάζεται όντως αγώνας και προσοχή, δείχνουμε μια καταστρεπτική απάθεια, αφήνοντας την πνευματική μας προκοπή. Και εκεί που χρειάζεται εμπιστοσύνη και ψυχραιμία, παρουσιάζουμε υπερβολική αγωνία και διάθεση ταραχής και άγχους, με καταστρεπτικές φυσικά συνέπειες στην όλη ύπαρξή μας.
Αδελφοί μου. Έχει λεχθεί και είναι μεγάλη αλήθεια ότι ο άνθρωπος καταστρέφει την υγεία του για να κερδίσει χρήματα, και κατόπιν δαπανά όλη του την περιουσία για να ξαναβρεί την χαμένη του υγεία!
Αυτή η νοοτροπία, ας το παραδεχτούμε όλοι μας, αποτελεί την μεγάλη ασθένεια της εποχής μας. Την ασθένεια που κάνει τα νοσοκομεία και τις κλινικές να είναι γεμάτα από παλαιές αλλά και νέες αρρώστιες…
Ας αφήσουμε να αγγίξει τη συνείδησή μας ο λόγος του σημερινού Ευαγγελικού αναγνώσματος και κάθε βράδυ που πέφτουμε για ύπνο, αντί άλλων βασανιστικών σκέψεων για το πώς θα τα βγάλουμε πέρα, ας ακούμε την φωνή του Κυρίου Ιησού που μας λέει: «Μή ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. στ΄, 34). Δηλ. Να μη μεριμνήσετε για την αυριανή ημέρα, διότι η αυριανή ημέρα θα μεριμνήσει η ίδια για τα δικά της πράγματα. Αρκεί στην (κάθε) ημέρα η δική της ταλαιπωρία.
Αμήν.

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Γ΄ Ματθαίου



ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ρωμ. Ε΄ 1-10
Γράφει ο Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Αποτελεί μεγάλη ευλογία το να γνωρίζουμε τις δογματικές αλήθειες της πίστεώς μας και να τις μελετούμε σε βάθος, όπως αυτές διατυπώνονται στην Αγία Γραφή, ερμηνεύονται από την Ιερά Παράδοση και φυσικά κηρύττονται από την Εκκλησία μας.
Μια τέτοια αλήθεια, από τις τόσες που διατυπώνει το Πνεύμα το Άγιον διά του Απ. Παύλου στο Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής, θα μελετήσουμε και θα θαυμάσουμε την ακατάληπτη αγάπη του Θεού σ’ εμάς τους ανθρώπους, τα αγαπημένα του δημιουργήματα. Τα θεότευκτα πλάσματά Του που διά της θυσίας του Υιού του και της προσωπικής μας πίστεως, αποκτούμε την υιοθεσία!
«Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως, ειρήνην έχομε προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Ρωμ. Ε΄ 1). Δηλ. Αφού λοιπόν γίναμε δίκαιοι διά της πίστεως, έχουμε ειρήνη μετά του Θεού διά της μεσιτείας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού......
Είναι τόσο μεγάλη και σοβαρή αυτή η αλήθεια που κηρύττεται επισήμως από την Εκκλησία μας, ώστε είναι ανάγκη να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και διά της ταπεινώσεως και του θείου φωτισμού, να αγγίξει ο νους μας, έστω και λίγο, τον αποκαλυπτικό λόγο του Αποστολικού στίχου.
Ο Κύριος με την απολυτρωτική του θυσία και την ένδοξη Ανάστασή του, πλήρωσε το τεράστιο χρέος των αμαρτιών μας. Μας εξασφάλισε την άφεση και την αιώνια σωτηρία, και επιπλέον λάβαμε αυτό που όλοι μας ποθούσαμε, δηλ. την ειρήνη με τον Θεό! Την ευλογημένη αυτή κατάσταση για την οποία έχουμε πλαστεί και από την οποία, διά της παρακοής μας είχαμε ξεπέσει.
Τίποτε άλλο δεν ποθεί ο άνθρωπος και τίποτε άλλο δεν διψά τόσο , όσο αυτή την επικοινωνία με τον Θεό και την ειρήνη που ο ίδιος του χαρίζει. Το δώρο δηλ. αυτό του Παναγίου Πνεύματος ( Φιλιπ. Δ΄7). Και πράγματι, αν θελήσουμε να ρίξουμε μια ουσιαστική ματιά στην ιστορία, περνώντας το βλέμμα μας, κάτω από την επιφάνεια της φοβερής ταραχής και της αιώνιας ανθρώπινης ανασφάλειας, τίποτε άλλο δεν θα ανακαλύψουμε, παρά την εναγώνια και σπασμωδική προσπάθεια του ανθρώπου, για να συνδεθεί αυτός και πάλι με τον αγαπημένο του Δημιουργό.
Ο άνθρωπος, μέσα στη μακρά και κοπιαστική πορεία των αιώνων, δεν ήταν παρά ο διψασμένος διαβάτης ο οποίος βίωνε αφάνταστα το έρεβος της αποστασίας και την φρικτή κατάσταση της αηδιαστικής αμαρτίας μέσα στην ταλαίπωρη ύπαρξή του. Ουδεμία δε ποιητική διάνοια, παρά τις φιλόπονες προσπάθειές , κατόρθωσε ποτέ να συλλάβει σε όλη της την έκταση την ανθρώπινη τραγικότητα του «ξεπεσμένου Βασιλέως». Ο εξόριστος από την χαρά του Παραδείσου άνθρωπος, διψούσε. Ναι, διψούσε. Το γνώριζε τούτο, πλην όμως δεν έβρισκε την πηγή της ζωής να ξεδιψάσει (Ιωάν. Δ΄14) .
Αλλά δόξα τω Θεώ αδελφοί μου, αυτό για το οποίο αγωνιούσε ο «μεθόριος» άνθρωπος, πέφτοντας αδιακόπως απ’ το κακό στο χειρότερο, αυτός ο μεγάλος πόθος της συμφιλιώσεως με τον Δημιουργό Θεό, η ειρήνευσις μαζί του που δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί διαφορετικά, ευτυχώς τώρα έγινε πραγματικότητα. Και πραγματοποιήθηκε με τίμημα το λύτρο το οποίο ήλθε και πρόσφερε εκουσίως ο Υιός και Λόγος του Θεού, κινούμενος από μεγάλη και ασύλληπτη αγάπη προς εμάς τα αποστατημένα πλάσματά Του!
Ας μη κάνουμε δεοντολογία στη αγάπη του Θεού και ας μη ψάχνουμε να ξεπεράσουμε τις πτωχές ανθρώπινες δυνάμεις μας, ερευνώντας τα ανεξερεύνητα. Ας υποταχτούμε με κάθε ελευθερία στην αγάπη Του.
Αυτή η συμφιλίωσις και ειρηνοποίησις με τον Θεό, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί διαφορετικά, και τούτο διότι εμείς οι άνθρωποι δεν είχαμε να προσφέρουμε τόσο μεγάλο τίμημα, τόσο ιερό και πολύτιμο στην δικαιοσύνη του Θεού. Οικονόμησε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός διά της αγάπης του την σωτηρία μας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν αδύνατον και αυτοί ακόμη οι Άγιοι Άγγελοι- που δοξολογούν ακαταπαύστως την Αγία Τριάδα- να συλλάβουν το θαυμαστό τούτο Θεϊκό σχέδιο. Όντως είναι τόσο μεγάλο το μυστήριο της απολυτρώσεώς μας εις το οποίον «επιθυμούσιν Άγγελοι παρακύψαι». (Α΄ Πέτρου α΄12).
Αυτός λοιπόν, ο Κύριός μας και ο Θεός μας Ιησούς Χριστός, με την απολυτρωτική θυσία πλήρωσε το τεράστιο χρέος των αμαρτιών μας και μας εξασφάλισε την άφεση και την σωτηρία. Και όπως μας τονίζει σε διαφορετικό σημείο ο θερμουργός κήρυκας της οικουμένης «Αυτός ο Χριστός εστίν η ειρήνη ημών... και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας». ( Εφες. Β΄ 14) Δηλ. Αυτός ο Χριστός είναι η ειρήνη μας ... που γκρέμισε το μεσότοιχο την έχθρα δηλ. με την θυσία του σώματός του.
Είναι τόσο συγκλονιστικές οι αποκαλυπτικές αυτές αλήθειες, που κάνουν, πρέπει να κάνουν τον κάθε πιστό να συγκινείται. Και δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει διαφορετικά. Αλλά, οι συγκινήσεις μας αυτές να μην είναι πρόσκαιρες. Να μη μοιάζουν με τον σπόρο που «έπεσεν επί την πέτραν, και φυέν εξηράνθη δια το μη έχειν ικμάδα» (Λουκ. Η΄6).
Είναι λοιπόν ανάγκη μαζί με την θεωρητική αποδοχή της πίστεως, να επιδείξουμε και την οφειλομένη ευγνωμοσύνη προς Αυτόν ο οποίος παραδόθηκε στον θάνατο για τα δικά μας παραπτώματα και αναστήθηκε για την προσωπική μας δικαίωση! Η ευγνωμοσύνη όμως αυτή και η αγάπη αυτή, είναι ανάγκη να φανεί στην πράξη. Πιο απλά; Να ξεκινήσουμε μια ευλογημένη ζωή υπακοής και αφοσιώσεως σ’ Εκείνον. Και αν συγκινούμαστε και ευγνωμονούμε κάποια πρόσωπα, όταν αυτά μας βοηθούν στις ανάγκες μας και στις ποικίλες δυσκολίες- που επιτέλους και αυτά τα πρόσωπα, το ίδιο με εμάς είναι άνθρωποι ομοιοπαθείς - πόσο τώρα θα πρέπει να αισθανόμαστε το δέος της αγάπης και της ευγνωμοσύνης προς Αυτόν που «Ευδοκησε πάν το πλήρωμα κατοικήσαι, και δι’ Αυτού αποκαταλλάξαι τα πάντα εις αυτόν, ειρηνοποιήσας διά του αίματος του σταυρού αυτού, δι’ αυτού είτε τα επί της γης είτε τα εν τοις ουρανοίς». (Κολ. Α΄19-20). Δηλ. προς Αυτόν (τον Χριστό). Γιατί μέσα σ’Αυτόν η Θεότητα έστερξε ολάκερη να κατοικήσει, κι όλα όσα στη γη κι όσα στον ουρανό μαζί της να συμφιλιώσει δι’ Αυτού που την ειρήνη έφερε με του σταυρού του το αίμα.
Αδελφοί μου. Την υπακοή και την αφοσίωση, ο λατρευτός μας Κύριος Ιησούς τις περιμένει ασφαλώς από τον καθένα μας. Όσο δε περισσότερο του δινόμαστε, τόσο και απολαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών και την ουράνια ειρήνη. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος


ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Κάθε παιδί που έρχεται στην ύπαρξη, από την στιγμή της συλλήψεως του, είναι δώρον Θεού. Ο Άγιος Ιωάννης όμως ο Πρόδρομος και Βαπτιστής είναι Το δώρο του Θεού, τόσο για τους γονείς του, όσο και για ολόκληρη την Εκκλησία μας.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μας περιγράφει κατά τρόπο συναρπαστικό και συγκινητικό τα περιστατικά με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Ζαχαρία, αλλά και τη μητέρα του Προδρόμου, την Ελισάβετ.
Ο Γαβριήλ «ο παρεστηκώς ενώπιον του Θεού», αποστέλλεται για να δώσει το μήνυμα του Ευαγγελισμού στον Ζαχαρία «απεστάλην λαλήσαι προς σε και ευαγγελίσασθαί σοι ταύτα».
Αλλά ο πατέρας του Προδρόμου, διστάζει και απορεί: Με ποιο σημείο θα βεβαιωθώ γι’ αυτά; Διότι εγώ και η σύζυγός μου είμαστε ηλικιωμένοι. Και ο Αρχάγγελος αποκρίθηκε: Το σημείο που ζητείς είναι, το ότι θα μείνεις άλαλος έως ότου γίνουν όλα αυτά. Διότι ο Θεός με απέστειλε να σου αναγγείλω το μεγάλο και χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Το γεγονός δηλ ότι όχι μόνο θα γεννηθεί το παιδί από μια στείρα και ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά και το ότι ακούγεται επιτέλους το πρώτο ουράνιο μήνυμα της λυτρώσεως και της ελπίδας του ανθρωπίνου γένους.
Αυτό που όχι μόνο ο Ισραήλ συνειδητά προσδοκούσε, αλλά και αυτό που όλοι οι λαοί ανέμεναν. Το γεγονός της λυτρώσεως και της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων. Αυτό αποτελεί μια μεγάλη αλήθεια, αφού όλα τα έθνη προσδοκούσαν τον Λυτρωτή. Οι παραδόσεις των λαών, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν. Και τώρα, ήρθε η στιγμή που ανατέλλει η νέα εποχή της Χάριτος!
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μεταφέρει την βουλή του Θεού και έτσι ο Ιωάννης που θα γεννηθεί και θα διακονήσει μοναδικά τον ίδιο τον Λυτρωτή, είναι το πρόσωπο που κλείνει την Παλαιά και ανοίγει την Κ. Διαθήκη. Την εποχή δηλ του Σώματος  του Χριστού. Της Εκκλησίας!
Εάν ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ζωή του Ιωάννου, όπως αυτή καταγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, θα δούμε ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένας επίγειος άγγελος και ένας ουράνιος άνθρωπος.
Από την αρχή που αναγγέλλεται «εξ ουρανού» η γέννησή του, έως και το ηρωικό του τέλος με κέντρο της όλης διακονίας του, την βάπτιση του Κυρίου Ιησού Χριστού, αποδεικνύεται ότι ο Ιωάννης είναι όντως ο μεγαλύτερος των προφητών και των ανθρώπων.
Ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού είναι ξεκάθαρος: «αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού. Ο δε μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστίν» (Ματθ ια’11) Δηλ. Αληθινά σας λέγω, γυναίκα δεν γέννησε άνδρα μεγαλύτερο από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Εν τούτοις, ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών (στην Εκκλησία ) είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν. (Εξ επόψεως πνευματικών προνομίων)!
Αλλά η Ευαγγελική περικοπή μας περιγράφει και τα γεγονότα της ονοματοδοσίας του. Αν και είπαν οι συγγενείς και φίλοι στην μητέρα του ότι «ουδείς εστίν εν τη συγγενεία σου, ος καλείται τω ονόματι τούτω», η Ελισάβετ επέμενε ότι το όνομα Ιωάννης θα πρέπει να δοθεί στο παιδί. Την λύση στο θέμα αυτό την δίνει ο πατέρας του παιδιού ο Ζαχαρίας, ο οποίος, κάνοντας τώρα υπακοή στην βουλή του Θεού, «αιτήσας πινακίδιον έγραψε λέγων, Ιωάννης εστί το όνομα αυτού» . Και όπως μας σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, όχι μόνο «εθαύμασαν πάντες», αλλ’ εκείνη τη στιγμή, άνοιξε το στόμα του ο Ζαχαρίας,  λύθηκε η γλώσσα του και ομιλούσε πλέον ελεύθερα δοξάζοντας και ανυμνώντας το Θεό. Επόμενο ήταν μπροστά σε αυτά τα γεγονότα όλοι να θαυμάσουν «και εγένετο επι πάντας φόβος…».
Η ωδή του Ζαχαρία στη συνέχεια, που αναφέρεται στον Ιωάννη, εμπνευσμένη από το Άγιον Πνεύμα, είναι μια ωδή που προφητεύει την έλευση Του Μεσσία και την Ιερά αποστολή του παιδιού του, του Ιωάννη, όπου στα ελληνικά το όνομα αυτό μεταφράζεται «Δώρον Θεού».
Είπαμε στην αρχή ότι όχι μόνο ο Ιωάννης -που βεβαίως αποτελεί μοναδική εξαίρεση απ’ όλους τους ανθρώπους- αλλά το κάθε παιδί που έρχεται στην ύπαρξη είναι ένα δώρον Θεού και για την οικογένειά του πρωτίστως αλλά και για την Εκκλησία και την κοινωνία μας γενικώτερα.
Αλήθεια φίλοι μου, έχουμε συνειδητοποιήσει αυτή την πραγματικότητα ή την γέννηση ενός ανθρώπου την βλέπουμε πολύ πολύ ταπεινά, ως κάτι το εντελώς ανθρώπινο; Και κάτι ακόμα ας δούμε που προβάλεται στις ημέρες μας, σε σχέση με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Όταν ήρθανε οι ημέρες του «παιδίου» (ακόμα βρέφος), του έδωσαν το όνομα, κάνοντας αυτά που προέβλεπε ο Νόμος της Π. Διαθήκης. Βεβαίως εμείς σήμερα δεν ζούμε στη σκιά του Νόμου και της Π. Διαθήκης, αλλά στην ευλογημένη εποχή της χάριτος και δια του ιερού μυστηρίου του Βαπτίσματος, όχι μόνο εντάσσουμε οργανικά το παιδί στην Εκκλησία μας, αλλά του προσφέρουμε και το όνομα.
Να όμως που τώρα τελευταία, μια μόδα καθαρώς σατανική και αυτή, επιβάλλει σε κάποιους γονείς (προφανώς δεν γνωρίζουν την σημασία του Βαπτίσματος), να δίνουν μεν το όνομα του τέκνου τους στο ληξιαρχείο, να αποφεύγουν δε το ιερότατο Βάπτισμα που εισάγει τον άνθρωπο στο Σώμα του Χριστού. Οι λόγοι φυσικά δεν είναι οικονομικοί. Αυτό που απαντούν είναι ότι : «δεν μπορούν να στερήσουν την “ελευθερία” του παιδιού και να προβούν στην πράξη του Βαπτίσματος, χωρίς δήθεν να ρωτήσουν το ίδιο το παιδί, και χωρίς τη συγκατάθεση του νηπίου. Θα μεγαλώσει και αν θέλει να βαπτιστεί μόνο του»! ….
Αλλ’ ω αφελείς γεννήτορες. Τα εννοείτε αυτά που λέτε; Πιστεύετε ότι το Βάπτισμα αποτελεί πράξη δεσμεύσεως και όχι απελευθερώσεως; Και δεν αισθάνεστε ότι με την πράξη σας αυτή α) συνεχίζετε να κρατάτε δεσμευμένο το τέκνο σας στο Προπατορικό αμάρτημα; β) Εμποδίζετε τα παιδιά σας να ενδυθούν τον Χριστό; γ) Τους στερείτε τα δώρα του Αγίου Πνεύματος που τα λαμβάνει ο άνθρωπος δια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και δ) τους στερείτε την προστασία του φύλακος Αγγέλου που λαμβάνουν δια του Μυστηρίου;
Βεβαίως δεν θα ρίξουμε το επίπεδο, ώστε να σας ρωτήσουμε κι εμείς, σύμφωνα πάντοτε με τη δική σας λογική, εάν το ρωτήσατε το τέκνο σας πριν το γεννήσετε, ούτε εάν το ρωτάτε για να το πάτε στο γιατρό για τα εμβόλια, ούτε το ρωτάτε βεβαίως αν θέλει να το αλλάξετε κτλ. (για να μην τρελαθούμε τελικώς).
Πιστεύουμε ότι αν και προέρχεται η μόδα αυτή από σατανικούς εγκεφάλους, με καλή ενημέρωση εκ μέρους της Εκκλησίας, όσο και με την καλή διάθεση των γονέων και κυρίως αυτόν τον φωτισμό του Θεού, η παράλογη αυτή εισήγηση, δεν θα λάβει διαστάσεις. Θα πρυτανεύσει η πίστη που ελευθερώνει, σε συνδυασμό με τη λογική και την σύνεση και που οδηγούν τον άνθρωπο «εις παν έργον αγαθόν και ευλογημένον».
Είθε το Δώρον Του Θεού= Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, να ευλογήσει όσες οικογένειες ζητούν να αποκτήσουν τέκνα, και να προστατεύει και να καθοδηγεί τα παιδιά μας προς Αυτόν τον Κύριο και Θεό μας Ιησούν Χριστόν!
Αμήν.
π. Ιωήλ.

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – π. Χερουβείμ Βελέντζας

Ρωμ. 5, 1-10


Ερμηνευτική απόδοση

«Εφόσον λοιπόν δικαιωθήκαμε εξαιτίας της πίστεως, έχουμε ειρήνη με τον Θεό διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος μας προσήγαγε στην πίστη και στην δωρεά αυτή την οποία αποκτήσαμε (δηλαδή την ειρήνη με τον Θεό), και καυχόμαστε προσμένοντας την δόξα του Θεού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καυχόμαστε ακόμα και για τις θλίψεις, γνωρίζοντας ότι η θλίψη καλλιεργεί την υπομονή, η υπομονή την δοκιμή*, η δοκιμή την ελπίδα, η οποία δεν αποτελεί ντροπή, μιας που η αγάπη του Θεού εκχέεται στις καρδιές μας διά του Αγίου Πνεύματος που έχει δοθεί σε εμάς.
Επιπλέον (δικαιωθήκαμε) επειδή ενώ ήμασταν χρόνια ασθενείς, ο Χριστός πέθανε υπέρ των ασεβών. Μόλις και μετά βίας ίσως κάποιος θελήσει να θανατωθεί στη θέση ενός δικαίου, ενώ για τον αγαθό ποιός άραγε τολμά να πεθάνει; Επομένως, το μέγεθος της αγάπης του Θεού προς εμάς συνίσταται στο γεγονός ότι ο Χριστός πέθανε για χάρη μας, παρόλο που είμαστε αμαρτωλοί. Κι ακόμα περισσότερο, μιας που δικαιωθήκαμε με το αίμα Του, θα σωθούμε και από την οργή. Γιατί, αν με τον θάνατο του υιού του Θεού έχουμε καταλλαγεί με τον ίδιο τον Θεό, παρόλο που ήμασταν εχθροί, πολύ περισσότερο τώρα που ειρηνεύσαμε θα σωθούμε με την ζωή Αυτού.»

* εννοεί την αξιοσύνη: λέμε π.χ. για κάποιον ότι είναι δόκιμος, δοκιμασμένος δηλαδή και άρα άξιος για να φέρει σε πέρας μια εργασία ή αποστολή.



Σχόλια

1. Η δικαίωση την οποία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, δεν αποτελεί νομική διαδικασία, αλλά την απολύτρωση την οποία προσέφερε στον κόσμο ο Χριστός με τον σταυρικό Του θάνατο και την Ανάστασή Του. Στην δικανική θεώρηση του όρου απαιτείται τιμωρία του ενόχου, “απόδοση δικαιοσύνης”, όπως λέμε. Εδώ όμως, η πίστη σώζει τον κάθε άνθρωπο, όσο αμαρτωλός και αν είναι, τον απαλλάσσει από την “τιμωρία” και τον αποκαθιστά, δικαιωμένο, ενώπιον του Θεού.
2. Η δικαίωση διά της πίστεως αντιδιαστέλλεται εδώ από τα έργα του Νόμου, στα οποία αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους ο Απ. Παύλος. Η ξερή εφαρμογή των “εντολών” του νόμου δεν αποτελεί προϋπόθεση σωτηρίας. Δεν σώζεται εκείνος που τηρεί τις εντολές του Θεού επειδή “έτσι πρέπει”, αλλά εκείνος που πιστεύει στην θεότητα του Χριστού, στο σωτήριο έργο Του και στην Ανάστασή Του.
3. Οι προηγούμενες παρατηρήσεις αφορούν την προσέλευση του κάθε ανθρώπου στο Μυστήριο της σωτηρίας, δηλαδή στην Εκκλησία: δεν προαπαιτείται η αρετή, ούτε η καθαρότητα, ούτε ο συμβιβασμός με κάποιους κανόνες τάξεως και ηθικής. Οι εξωτερικοί τύποι, όταν αποτελούν τήρηση “εντολών”, δεν καλλιεργούν την ψυχή. Αντίθετα, η πίστη αρκεί για να μεταμορφώσει εσωτερικά τον άνθρωπο, να τον φέρει κοντά στον Θεό. Στη συνέχεια, η αγάπη προς τον Θεό έχει ως φυσική απόρροια την καλλιέργεια της αγάπης προς τον πλησίον και κατά συνέπεια την αποφυγή οποιασδήποτε αδικίας. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στα έργα του νόμου και στα έργα της πίστεως, ανάμεσα στην υποκρισία και την αγάπη, ανάμεσα στην ψεύτικη και την γνήσια θρησκευτικότητα.
4. Η πίστη και η σωτηρία δεν είναι δικό μας επίτευγμα: Ο Χριστός είναι η αιτία της συνδιαλλαγής μας, της ειρήνης με τον Θεό, αυτός που μας χάρισε με τη ζωή Του και τη διδασκαλία Του τα κριτήρια της αληθινής πίστης, και με το Πάθος και την Ανάστασή Του μας δώρισε την προοπτική της δικής μας σωτηρίας και την συνεπαγόμενη καύχηση ότι θα γίνουμε θεατές της δόξας του Θεού.
5. Για τον πιστό που έχει δεχτεί μέσα του την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ακόμα και οι θλίψεις αποτελούν αιτία για καύχηση, και όχι για γογγυσμό. Γιατί η θλίψη γεννά την υπομονή, η υπομονή κάνει τον άνθρωπο πιο δυνατό και πιο άξιο, και γεννά την ελπίδα. Η ελπίδα για την οποία μας μιλά ο Απόστολος Παύλος δεν είναι μια μοιρολατρική παρηγοριά, μια προσμονή ότι “τα πράγματα ίσως αλλάξουν”, αλλά είναι η υπέρβαση των θλίψεων, που επιτυγχάνεται με την αληθινή προς τον πλησίον και προς τον Θεό αγάπη.
6. Το μέγεθος της αγάπης του Θεού φαίνεται από το μέγεθος της θυσίας του μονογενούς του Υιού. Ο Χριστός θυσιάστηκε όχι για τους δίκαιους, αλλά για τους αμαρτωλούς, και με την σταυρική του θυσία τους “δικαίωσε” από κάθε αμαρτία. Στον Μωσαϊκό νόμο υπήρχαν τα “καθαρτήρια λουτρά”, είτε με νερό είτε -σε βαριά παραπτώματα- με το ραντισμό με αίμα από ζώα που θυσιάζονταν για το σκοπό αυτό. Αν το αίμα των ταύρων και των αμνών προσέφερε έναν τελετουργικό “καθαρισμό”, το θεανθρώπινο αίμα του Ιησού Χριστού προσφέρει την κάθαρση από την αμαρτία και την δικαίωση ενώπιον του Θεού.
7. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει μόνο, με την σταυρική Του θυσία, την ειρήνευση με τον Θεό. Επιπλέον, η συμμετοχή μας στη ζωή του Χριστού αποτελεί και το εχέγγυο της σωτηρίας μας. Και η συμμετοχή μας στη ζωή του Χριστού αποτελείται από τη νέκρωση των παθών, από την κάθοδο στο μνημείο της ταπείνωσης, από την ανάσταση στο φως της αγάπης προς τον Θεό και προς τον κάθε άνθρωπο, και από τη συμμετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω 6, 54).

Η ΣΚΟΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ἢ Η ΟΞΕΙΔΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ ΕΞΟΡΙΣΕ ΑΡΑΓΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;



.         Μέσα στὴν ψυχικὴ ὁμίχλη ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κατακρήμνιση καὶ τὴν πνευματικὴ ἀνεστιότητα ξετρύπωσαν πάλι οἱ μεγάλες προφητεῖες καὶ οἱ εὑρηματικὰ στυγνὲς ἀναλύσεις γύρω ἀπὸ τὴν ὑπόθεση τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
.         Τούτη τὴν φορὰ ὅμως τὰ πράγματα ἔχουν σοβαρέψει: Ἡ ἀνάγκη νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄθεσμη καὶ ΑΝΤΙΣΥΝΟΔΙΚΗ ἐμμονὴ (στὴν χρήση μεταφρασμένων) τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου ἀφήνει νὰ φανεῖ  ἀφτιασίδωτη ἡ ξαναζεσταμένη φρενῖτις κατὰ τῆς Παραδόσεως. Μιᾶς “δῆθεν” παραδόσεως (!) ἀπὸ σκουριασμένα πολιτισμικὰ ὑποπροϊόντα βυζαντινῆς προελεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξορίσει τὸν Χριστό ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δυὸ χιλιάδες μετὰ Χριστὸν ἡ ἔγκυρη ἐπιστήμη ἀπεφάνθη ὅτιΧριστὸς δὲν ὑπάρχει πλέον στὴν Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει φυσικὰ πιὰ οὔτε Ἐκκλησία. Μόνο σκουριά, ἐρείπια, ἄλλοθι τοῦ ἄλλοθι, αὐτοϊκανοποίηση μεθέξεων καὶ ἀτμοσφαιρικὴ Ὀρθοδοξία! Καὶ πουθενὰ ἀγάπη Χριστοῦ, αὐταπάρνηση, ὁμολογία, ἐγκαρτέρηση, πτωχεία, νηστεία, προσφορά, συγχωρητικότης, ἀδοξία, σιωπή. Εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ ὑπέροχες διαπιστώσεις ἀφοροῦν σχεδὸν πάντοτε στὰ θέσμια καὶ στὴν τάξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας. Ποτὲ δὲν ἀφοροῦν στὴν ἐκκοσμίκευση, στὸν ὁμολογιακὸ μινιμαλισμὸ καὶ στὴν θεατρικότητα ποὺ ἔχουν εἰσβάλει καταλυτικὰ στὴν ζωὴ τῶν τιμίων μελῶν (Κληρικῶν καὶ Λαϊκῶν) τῆς Ἐκκλησίας. Σημασία ἔχει ἡ σκουριὰ τῶν αἰώνων, ὄχι ἡ ὀξείδωση τῶν καρδιῶν!
.        Ἔστω κι ἔτσι. Αὐτὰ ὅμως τὰ γενικῶς καὶ ἀδιακρίτως ἐκτοξευόμενα καὶ πληκτικῶς ἀναμασώμενα δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὸ ὅτι μιὰ νέα “πριβὲ” νοοτροπία, μὲ ἐπικοινωνιακὸ προβάδισμα καὶ ἀντισκωριακὴ βαφή, διεκδικεῖ ἀποκλειστικὴ κυριότητα «στὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ Χριστοῦ» διακατέχοντας συγχρόνως μιὰν ἀταλάντευτη βεβαιότητα “πνευματικῆς” ὑπερβάσεως τῶν σχημάτων τοῦ αἰῶνος τούτου τοῦ καταργουμένου. (Σχημάτων ποὺ ἀδαῶς θεσμοθέτησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννόησαν… τὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ)

.         Βαρειὲς κουβέντες. Θεολογικὴ αὐθάδεια μαζὶ μὲ μιὰ εὐδιάκριτη αἴσθηση ἐπάρκειας καὶ ἀνωτερότητος ἔναντι τῶν κατωτέρων «εὐλαβῶν» ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ὁ Χριστὸς προτοῦ …ἐξορισθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸ Ἦθος ἡμῶν, τῶν “δῆθεν” Χριστιανῶν. Μᾶλλον ἐτράπη εἰς φυγήν!

Ἡ ἐξορία τοῦ κόσμου τούτου κι ἡ ἐλπίδα στό Θεό




Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ξένοι καί παρεπίδημοι στόν κόσμο αὐτό. Ἀλλά ἡ γοητεία τῆς ζωῆς αὐτῆς καί οἱ πειρασμοί μᾶς κρύβουν ἀπό τά μάτια τῆς ψυχῆς τήν μέγιστη αὐτή ἀλήθεια καί μᾶς προσκολλοῦν σέ πρόσωπα καί πράγματα, σέ ἔργα τῆς ματαιότητας. Ὁ ἀληθινός ὅμως χριστιανός ἔχει κατανικήσει, κατανικᾶ ἀδιάκοπα, μέ πόνους καί στερήσεις τή μαγεία τοῦ πρόσκαιρου αὐτοῦ κόσμου γιά ν’ ἀφοσιωθεῖ στό Χριστό. Ἐκεῖνος μονάχα ἀγωνιζόμενος ἀντιλαμβάνεται πώς ἡ ζωή αὐτή εἶναι μιὰ ἐξορία γιά τόν πιστό, ἕνας τόπος δοκιμασιῶν πικρίας καί πώς ἡ ἀληθινή του πατρίδα εἶναι ἡ ἄλλη ζωή• εἶναι ὁ Θεός πού μέ τήν ἀγάπη καί τή Χάρη του κρατᾶ τή χριστιανική ψυχή ὀρθή καί ἀνθεκτική. Ἔχει δικαίωμα κι ὁ χριστιανός νά ζήσει νά χαρεῖ τή ζωή αὐτή ἀλλά χωρίς ν’ ἀφοσιωθεῖ, χωρίς νά περιμένει τίποτε ἀπό τόν ἐδῶ κόσμο. Ἡ ἐλπίδα του, ἡ ἀγάπη του, ἡ ἀφοσίωσή του εἶναι σταθερά δοσμένα στό Θεό. Καί χωρίς Αὐτόν, ἡ ζωή εἶναι ἔρημος καί ἐξορία.


Στή «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ». τοῦ Τόμας Κέμπις, διαβάζουμε: «Ὅπου βρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, ὅλα πηγαίνουν καλά καί τίποτε δέ φαίνεται δύσκολο. Ἀπ’ ὅπου ὅμως ἀπουσιάζει, ὅλα εἶναι ὀχληρά καί κουραστικά. Κάθε λογῆς παρηγοριά εἶναι χωρίς ἀξία, ἄν ἡ φωνή τοῦ Ἰησοῦ δέν φθάνει ὡς μέσα μας. Ὡστόσο, καί μία μονάχα λέξη του εἶναι ἀρκετή νά μᾶς παρηγορήσει ἀπόλυτα. Δέ σηκώθηκε ἀμέσως ἡ Μάρθα ἀπό τόν τόπο ὅπου ἔκλαιγε ὅταν ἡ Μαρία τῆς εἶπε: ὁ Διδάσκαλος πάρεστι καί φωνεῖ σε.; Μακαρία ἡ ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς σέ προσκαλεῖ ἀπό τά δάκρυα στήν πνευματική χαρά. Πόσο στεγνή καί ἄγονη εἶναι ἡ ζωή σου χωρίς τόν Ἰησοῦ! Καί πόσο ἀνώφελο καί μάταιο νά ζητᾶς ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπό τόν Ἰησοῦ! Εἶναι μεγαλύτερη ζημιά, παρά ἄν εἶχες κι ἔχανες ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τί μπορεῖ τάχα νά σοῦ δώσει ὁ κόσμος χωρίς τόν Ἰησοῦ; Χωρίς αὐτόν ἡ ζωή εἶναι μία κόλαση ἀνυπόφορη. Μέ τόν Ἰησοῦ, εἶναι παράδεισος τερπνός».


Χωρίς τό Χριστό ἡ ζωή δέν θά εἶχε κανένα νόημα. Ἐκεῖνος ἀρδεύει τή ψυχή μέ τίς δωρεές τῆς ἀγάπης του, τήν κάνει ἱκανή ν’ ἀκούει τό θέλημά του καί νά ὑποτάσσεται. Καί νά μή ἐλπίζει, παρά μονάχα σ’ Αὐτόν. Ἔτσι, ἡ ζωή αὐτή φαίνεται ἀληθινή ἐξορία. Γιατί ἡ ἕνωση ἀγάπης τῆς ψυχῆς μέ τόν Κύριό της κάθε τόσο κινδυνεύει, κάθε τόσο διακόπτεται ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τούς ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. Γιατί κάθε τόσο, ἡ γοητεία τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἐφορμᾶ καί ζητεῖ νά πλανέψει τή ψυχή, νά τήν ὑποδουλώσει στά ἐγκόσμια, νά σβήσει ἀπό μέσα της τόν ἀκοίμητο λύχνο τῆς ἐλπίδας της στό Θεό.

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος λέει: «Οἱ Χριστιανοί σά νήπια νιώθουν καί κοιτάζουν τόν κόσμο κατά τό μέτρο τῆς χάρης, γιατί εἶναι ξένοι πρός αὐτό τόν κόσμο, καί ἡ πόλη καί ἡ ἀνάπαυσή τους εἶναι ἄλλη. Γιατί ἔχουν οἱ χριστιανοί τή παρηγοριά τοῦ πνεύματος, δάκρυα καί πένθος καί στεναγμό, καί αὐτά τά δάκρυα εἶναι χαρά γι’ αὐτούς. Ἔχουν καί φόβο καί χαρά κι ἀγαλλίαση. Κι ἔτσι, εἶναι σάν ἄνθρωποι πού κρατᾶνε στά χέρια τούς τό αἷμα τους τό ἴδιο, μή ἔχοντας θάρρος στόν ἑαυτό τους εἴτε νομίζοντας πώς εἶναι κάτι τι, ἀλλά ὄντας παραπεταμένοι καί παραριγμένοι περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτός ὁ κόσμος πού φαίνεται μέ τά μάτια, ἀπό τόν ἄρχοντα ὡς τό φτωχό, βρίσκεται σέ θόρυβο, σέ ἀκαταστασία καί σέ πόλεμο, καί κανένας ἀπό αὐτούς δέν ξέρει τήν αἰτία, δηλαδή, πώς τό κακό μπῆκε στό κόσμο μέ τή παρακοή, τό κεντρί τοῦ θανάτου».


Εὐτυχῶς πού σέ αὐτή τή σκληρή ἐξορία πού ζοῦν, ἔχουν οἱ Χριστιανοί τήν παρηγοριά τοῦ Πνεύματος. Γιατί οἱ πίκρες πού περνοῦν εἶναι βαθιές καί ἔντονες. Οἱ ἀπογοητεύσεις πού γεύονται ἀπό τήν κακία, τήν ὑποκρισία, τό φθόνο καί τήν ἀφιλία τῶν ἀνθρώπων πού βρίσκονται κοντά τους, ἀκόμα καί τῶν συγγενῶν τους, θά τούς εἶχαν βυθίσει σέ δεινή ἀπελπισία. Ἀλλά νά, πού ὁ Θεός ρίχνει πλούσιο κι ἐγκαρδιωτικό φῶς στά στήθη τους, τούς παρηγορεῖ, ἐπιδένει τίς πληγές τους καί τούς μαθαίνει τό μέγιστο μάθημα• τό μάθημα τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου τούτου καί τῆς ξενιτιᾶς τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου, τό μάθημα τό μυστικό τοῦ ἔρωτα πρός Αὐτόν πού εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῶν πάντων. Ἡ μέσα τους πίκρα, ἡ θλίψη καί ἡ ἀποκαρδίωση γίνεται γλυκύς καρπός ἀγάπης καί ἀφοσίωσης πρός Αὐτόν.

Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις ἔγραφε: «Βρισκόμαστε κι ἐμεῖς στήν κατάπικρη ἔρημο τῆς Μερράν. Στό τόπο δηλαδή τοῦ πόνου. Ποιός, λοιπόν, Μωϋσῆς ὑπάρχει καί γιά μᾶς πού νά προσπέσουμε στά πόδια του καί νά τοῦ ἐξομολογηθοῦμε τό καημό καί τή δυστυχία μας; Ποιός εἶναι ὁ μεσίτης πού θά παρακαλέσει καί γιά μᾶς τόν Κύριο; Μέ ποιό τρόπο θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς νά γλυκάνουμε τό πικρό φαρμάκι ποὺ ποτιζόμαστε; Ποῦ θά βρεθεῖ καί γιά μᾶς, ὅπως τότε γιά τούς Ἑβραίους, μιὰ χώρα δροσόλουστη καί κατάρρυτη σάν τήν Αἰλείμ, πού νά μᾶς παρηγορήσει καί νά μᾶς ξεκουράσει; Διψοῦν οἱ Χριστιανοί στή ζωή μας αὐτή τά γλυκύτατα νάματα τοῦ θείου λόγου, μά δέν βρίσκουνε τρεχούμενες πηγές γιά νά πιοῦνε καί νά σωθοῦνε. Ὅπου καί νά πᾶνε, ὅπου καί νά γυρίσουνε τά μάτια τους, βλέπουν μπροστά τους αὐτή τή Μερρὰν καί τά πικρά νερά της νά κυλοῦνε. Νερά φαρμακερά, πού φέρνουνε τήν ἀρρώστια καί τό θάνατο. Ἄν βγοῦν στήν ἀγορά, δέν ἀκοῦνε παρά ψέματα καί λόγια πανούργα. Καί δέ βλέπουμε τίποτε ἄλλο παρά πλεονεξία καί φιλοχρηματίες. Ἄν πάλι πλησιάσουνε στ’ ἀρχοντικά, δέ μαθαίνουν καί δέ διδάσκονται παρά ραδιουργίες καί σοφιστεῖες, καί ἁρπαγές, καί ἀδικίες. Κι ἄν μποῦνε σέ φτωχικά σπίτια κι ἐκεῖ παραδείγματα φαυλότητας καί ἄτακτης ζωῆς… Ἐπιστάτα! ποῦ νά πορευθοῦμε; σύ μπορεῖς νά μᾶς πεῖς λόγια αἰώνιας ζωῆς, Ἄνοιξε, λοιπόν, τίς πηγές τῆς σωτηρίας καί δρόσισε τή φλογερή μας δίψα γιατί καιγόμαστε καί δέν ἀντέχουμε πλέον οἱ δυστυχισμένοι».


Ἀφοῦ ἀρκετά ἐξαπατηθοῦν ἀπό τό κόσμο καί πικραθοῦν, καί πληγωθοῦν ἐσωτερικά, πρέπει οἱ χριστιανοί νά τό πάρουν ἀπόφαση: νά μή περιμένουν σχεδόν τίποτα ἀπό τό κόσμο αὐτό, ἀλλά νά περιμένουν τά πάντα ἀπό τό δωρεοδότη Κύριο. Στό τόπο αὐτό τῆς ἐξορίας πού εἶναι ἡ ζωή αὐτή, θά βασανιστοῦν, θά πειρασθοῦν, θά ἀπομείνουν μονάχοι, ἀλλά εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντέξουν ὅλους αὐτούς τούς πειρασμούς, ν’ ἀπαρνηθοῦν τ’ ἀγαθά τῆς φθαρτῆς αὐτῆς ζωῆς γιά νά κερδίσουν τήν ἀγάπη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στόν «Λειμώνα» τοῦ Ἰωάννη Μόσχου διαβάζουμε: «Κάποιος ἀββᾶς, μᾶς διηγήθηκε καί μᾶς εἶπε: Ἄκουσα ἀπό τόν πατέρα Ἰωάννη τόν Μωαβίτη ὅτι ἔμενε στήν Ἁγία Πόλη μιὰ μονάστρια πού ἦταν πολύ εὐλαβική καί πρόκοβε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τή φθόνησε λοιπόν ὁ διάβολος τήν ἁγία αὐτή κόρη κι ἔβαλε σ’ ἕνα νέο, σατανικό ἔρωτα γι’ αὐτή. Ἡ θαυμαστή ὅμως ἐκείνη κόρη, ὅταν εἶδε τήν ἐπιβολή τοῦ διαβόλου καί τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τοῦ νέου ἐξαιτίας της, πῆρε ἕνα ζεμπίλι μέ βρεγμένα κουκιά καί τράβηξε στήν ἔρημο γιά νά γλυτώσει καί τή ψυχή τοῦ νέου ἀπό τόν πονηρό, καί τόν ἑαυτό της στήν ἀσφάλεια τῆς μοναξιᾶς. Ὕστερα ἀπό πολλά λοιπόν χρόνια -ἀπό οἰκονομία τοῦ Θεοῦ καί γιά νά μή ἀπομένει ἄγνωστη ἡ ἐνάρετη πολιτεία της- τήν εἶδε ἕνας ἀναχωρητής στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη καί τῆς εἶπε: 

– Τί κανείς μητέρα μου, μέσα σ’ αὐτή τήν ἐρημιά; 

Κι αὐτή, ἐπειδή ἤθελε ν’ ἀποφύγει νά πεῖ τήν ἀλήθεια στόν ἀναχωρητή, τοῦ ἀποκρίθηκε: 

-Συγχώρεσέ με, πατέρα μου, γιατί ἔχασα τό δρόμο μου. Κάνε ὅμως, γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἔλεος καί δεῖξε μου τή στράτα.


Αὐτός ὅμως πού ἀπό φώτιση τοῦ Θεοῦ κατάλαβε τήν ἀλήθεια, τῆς εἶπε:


-Οὔτε τή στράτα σου ἔχασες, οὔτε καί ζητᾶς ἄλλο δρόμο. Πές μου μέ εἰλικρίνεια, τήν ἀφορμή πού σ’ ἀνάγκασε νάρθεις ἐδῶ.


Κι ἐκείνη τότε ὁμολόγησε τήν ἀλήθεια. Κι ὁ Γέροντας τήν ξαναρώτησε:


- Καί πόσο καρό ἔχεις ἐδῶ;


Κι αὐτή τοῦ ἀπάντησε: 

-Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δεκαεφτά χρόνια.


Καί τῆς ξαναλέει ὁ ἀναχωρητής: 

-Ἀπό ποῦ βρίσκεις τροφή; 

Τότε αὐτή τούδειξε τό ζεμπίλι καί εἶπε: 

-Κοίταξε αὐτό τό ζεμπίλι πού εἶναι μπροστά σου. Μέ συντρόφευσε ἀπό τότε πού ἦλθα μέ τά λιγοστά αὐτά βρεχτοκούκια. Κι ὁ ἅγιος Θεός τά οἰκονόμησε ἔτσι γιά μένα τήν ταπεινή, ὥστε χρόνια τώρα ὁλόκληρα τρώγω ἀπό αὐτά κι ὅμως δέ λιγόστεψαν. Καί μάθε ἀκόμα, Πατέρα μου, καί τοῦτο: ὁ Πανάγαθος Θεός μέ σκέπασε μέ τέτοιο τρόπο πού στά δεκαεφτά αὐτά χρόνια εἶναι σήμερα ἡ πρώτη φορά πού μέ βλέπει ἀνθρώπου μάτι. Ἐγώ ὅμως τούς ἔβλεπα ὅλους.


Κι ὁ ἀναχωρητής δόξασε τό Θεό».


Μέ τέτοια θαυμαστή δύναμη ἀπάρνησης ζοῦσαν ἄλλοτε οἱ χριστιανοί. Ἤξεραν πολύ καλά πόσο ἄξενη γιά τά πνευματικά πετάγματα εἶναι τούτη ἡ ζωή, τούς εἶχαν ποτίσει πίκρα καί πόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν ἀποφασίσει κι εἶχαν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ προετοιμαστεῖ νά ὑποστοῦν αὐτή τήν ἐξορία, κι ἀκόμη περισσότερες θυσίες νά προσφέρουν γιά νά μπορέσουν νά συζήσουν μυστικά μέ τό Θεό. Ἐκεῖνος ἦταν ἡ σταθερή τους ἐλπίδα, τό μοναδικό φῶς μέσα στή μαύρη καί χαμηλή ζωή τοῦ κόσμου τούτου. Σήμερα, αὐτό τό πνεῦμα ὅλο καί περισσότερο σπανίζει ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Συμφιλιωμένοι μέ τόν κόσμο, λένε πώς πιστεύουν στό Χριστό, πώς εἶναι δικοί Του, ἀλλά λαχταροῦν τά ἐγκόσμια πράγματα, ἐνδιαφέρονται γιά τιμές, γι’ ἀξιώματα καί γιά πλούτη, μέ τήν ἴδια μανία πού δείχνουν γι’ αὐτά τ’ ἀπατηλά πράγματα οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Ἄλλοτε, τά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἕτοιμα ν’ ἀναχωρήσουν τήν κάθε στιγμή ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Σήμερα, χωρίς νά τό λένε, μέ τά ἔργα τους, δείχνουν πώς ἔχουν μυστικά συμμαχήσει, ἐνδιαφερόμενοι γιά τόν ἔπαινο τῶν πολλῶν, ἐνῶ ὁ Κύριος βροντοφωνεῖ ὅτι ἀφοῦ Ἐκεῖνον μίσησε ὁ κόσμος, δέ μπορεῖ παρά νά μισήσει καί τούς ὀπαδούς Του.

Ὁ Φώτης Κόντογλου ἔγραφε: «Ὅποιος ἀξιώθηκε ν’ ἀγαπήσει τό Θεό, δηλαδή ν’ ἀγαπηθεῖ ἀπό τόν Θεό, χωρίζει ἀπό τόν κόσμο, ἐπειδή δέν παραδέχεται τή σοφία του κι ὁ κόσμος τόν μισεῖ καί τόν κοροϊδεύει. Τόν βγάζει τρελό γιά νά μή χάσει τήν πίστη του στή δική του λογική καί νιώσει τή δική του ἀθλιότητα. Ἔτσι θά γίνεται στόν αἰώνα, γιατί δέ θά ξημερώσει ποτέ ἡ μέρα πού θά καταλάβει ὁ κόσμος πώς αὐτοί οἱ τρελοί δέν εἶναι τρελοί γιατί τότε θά ἔρθει στή γῆ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή δέ θά ὑπάρχει κανένας πονηρός γιά νάναι καί τά μάτια τοῦ πονηρά ἀλλά ὅλοι θάναι ἀθῶοι σάν παιδιά. Μά τοῦτο δέν θά γίνει ποτέ σ’ αὐτό τόν κόσμο, ὅπως εἶπε τό ἀλάθευτο στόμα τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστός μιλᾶ στούς ἀνθρώπους ἁπλά καί καθαρά, κι ἐμεῖς οἱ πονηροί κάνουμε πώς δέν καταλαβαίνουμε. Μᾶς ἐξαγόρασε μέ τόν θάνατό του, μᾶς ἀνάγγειλε τήν αἰώνια ζωή καί μᾶς δίδαξε νά ἑτοιμάσουμε τόν ἑαυτό μας γι’ αὐτή, κι ἐμεῖς γυρίσαμε τή διδαχή του στά δικά μας θελήματα καί δέν πάψαμε νά πιστεύουμε μονάχα σέ τούτη τή ζωή»,


Ἡ διδαχή τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής: στό κόσμο αὐτό θά ἔχουμε θλίψεις, θά ζοῦμε σ’ ἐξορία, θά μᾶς μισοῦν καί θά μᾶς καταδιώκουν. Πρέπει νά σφίγγουμε τή καρδιά μας, ν’ ἀντέχουμε τίς δοκιμασίες χωρίς νά ἐκπλησσόμαστε, χωρίς ν’ ἀδημονοῦμε, ἀκόμα κι ὅταν πρόκειται γιά δοκιμασίες καί πίκρες ἀπροσδόκητες, πού προέρχονται ἀπό «ἐν Χριστῷ» ἀδελφούς μας, ἀπό ἐκείνους πού θά ἔπρεπε νά μᾶς βοηθούv μέ τήν ἀγάπη καί τήν εὐλογητή ἐπιείκειά τους. Ὁ κόσμος αὐτός εἶναι ἔρημος καί μοναξιά. Καί μονάχα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει τήν ἀντοχή νά ζοῦμε, ν’ ἀγαποῦμε τούς ἄλλους καί μάλιστα τούς ἐχθρούς μας, νά πράττουμε τό καλό, ὁ καθείς κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς πού ἔλαβε, καί νά προσκαρτεροῦμε τήν ὥρα πού θ’ ἀστράψει ἐμπρός μας ὁ Θεός σέ ὅλη του τή δόξα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει: «Ἐπειδή ὁ Θεός τῶν θεῶν καί ὁ Κύριος τῶν κυρίων ἔκαμε τή ψυχή σου γιά κατοικία καί ναό ἰδικόν του, πρέπει νά τήν ἔχεις εἰς τόσον μεγάλη τιμήν ὅπου νά μή τήν ἀφήσεις νά χαμηλώσει καί νά ἀποκλίνει εἰς ἄλλα πράγματα. Οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ ἐλπίδες σου ἄς εἶναι πάντοτε εἰς τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἄν δέν εὕρη τήν ψυχήν, δέν θέλει ἔλθη νά τήν ἐπισκεφθῆ. Αὐτός τήν θέλει μοναχήν ἀπό λογισμούς, καί ὅσον ἠμπορεῖ μοναχήν παντελῶς ἀπό ἐπιθυμίας καί πολύ περισσότερον, μοναχήν ἀπό τήν ἰδίαν της θέλησιν… Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία τῆς καρδίας καί μοναξιά• τό νά μή δεσμεύεται μέ τόν νοῦν ἤ τήν θέλησιν εἰς κανένα πράγμα. Λοιπόν, ἄν δώσης εἰς τόν Θεόν τήν ψυχήν σου οὕτω λελυμένην, ἐλευθερίαν καί μοναχήν, θέλεις ἴδη θαύματα ὅπου αὐτός θέλει ἐνεργήση εἰς αὐτήν».


Ὅσο ἐνδιαφέρει τόν αὐθεντικό χριστιανό ὁ κόσμος, οἱ χαρές τοῦ κόσμου, τά ἀγαθά τῆς ζωῆς αὐτῆς, τόσο καί ἡ ψυχή τοὒ δεσμεύεται ἀπό τή γοητεία τῶν πρόσκαιρων καί χάνει τήν ἐλευθερία ἐκείνη πού τήν ὠθεῖ πρός τό θρόνο τοῦ Κυρίου της. Ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ καί ἡ καρδιά σου, λέει τό Εὐαγγέλιο. Χρειάζεται, λοιπόν, μακρυά ἀπό συναισθηματισμούς καί ρηχές, ἀνούσιες ἠθικολογίες, ν’ ἀναρωτηθεῖ γενναῖα ὁ χριστιανός ποῦ βρίσκεται στ’ ἀλήθεια ὁ θησαυρός του: στή ζωή αὐτή, στίς τιμές, στό χρῆμα, στή δόξα, στίς ἡδονές ποῦ προσφέρει ὁ κόσμος, ἤ ψηλά, στόν οὐρανό; Τόν οὐρανό, τό Θεό πού τόν γεμίζει μέ τό μεγαλεῖο του, δέ μπορεῖ κανείς νά τόν κατακτήσει ἄν δέν ἐλευθερωθεῖ ἀπ’ τά ἐγκόσμια, ἄν δέν ἀντικρύσει τή ζωή αὐτή ὡς ξένος, ὡς ἐξόριστος, Ὅσο ὁ χριστιανός κερδίζει στό κόσμο αὐτό, τόσο χάνει στόν ἄλλο. Κι ὅσο ἀποξενώνεται ἀπό αὐτόν ἐδῶ τό κόσμο, τόσο περισσότερο προσεγγίζει ψηλά, στό Θεό, στήν ἀληθινή του πατρίδα.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...