Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Αυγούστου 12, 2012

Ναρκωτικά - π. Ανδρέας Κονάνος




Αθέατα Περάσματα Ναρκωτικά  26-6-2007
πηγή

Διδαχές του Γέροντα της Αίγινας Ιερώνυμου για τον πνευματικό αγώνα


πηγή

Ο Γέροντας της Αίγινας Ιερώνυμος συμβούλευε τους επισκέπτες του σχετικά με τον πνευματικό αγώνα. Ειδικότερα έλεγε: «Απολαύστε την πνευματική ζωή. Δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο από αυτή. Ο αγώνας είναι σκληρός, είναι γλυκείς όμως οι στέφανοι. Δριμύς ο χειμώνας, γλυκύς ο Παράδεισος. Χωρίς αγώνα δεν αποκτούμε αρετή».
«Να αποφεύγετε την αργολογία. Εγώ σαράντα τόσα χρόνια που είμαι κληρικός στην Αίγινα, δεν κάθισα σε τραπέζι ούτε μία φορά. Όταν επέμειναν, το πολύ να έπινα ένα καφέ. Τίποτε παραπάνω. Το πολύ θάρρος, η παρρησία και η ελευθεριότητα εξασθενίζουν την αντίσταση του ανθρώπου και σιγά σιγά εισέρχεται ο πειρασμός και δημιουργούνται άσχημες καταστάσεις. Γι’ αυτό καλύτερα είναι όσο μπορείτε να απέχετε».
Και άλλοτε χρησιμοποιούσε κάποιο παράδειγμα για να τονώσει τους αρχάριους. Συχνά ανέφερε την περίπτωση του μικρού φυτού «που στην αρχή μεγαλώνει λίγο, μια πιθαμή και έπειτα μένει στάσιμο.

Εκείνοι που το έχουν νομίζουν ότι δεν θα αυξηθεί παρ’ όλη την περιποίηση και έχουν λύπη. Μετά από λίγο καιρό όμως, ενώ φαινόταν πως πάει τελείωσε και δεν πρόκειται να μεγαλώσει άλλο, αυτό μεγαλώνει και ανεβαίνει ψηλά».
Ο Γέροντας Ιερώνυμος νουθετούσε με παραδείγματα:
«Το άλογο το δυναμώνει το κριθάρι. Όταν το άλογο είναι καλό, δουλεύει και υπακούει και γίνεται αιτία να χαίρεται το αφεντικό του και να του αυξάνει την τροφή του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε μας. Αν υπακούουμε στο Θεό, αν αγωνιζόμαστε και έχουμε πόθο για το αγαθό, ο Θεός θα μας αυξήσει τη χάρη και τα πνευματικά αγαθά. Από μας εξαρτάται να χορτάσουμε τα πνευματικά ή να πεινάσουμε».
Απευθυνόμενος σε κάποιον που μάθαινε μουσικά, είπε: «Καλός είσαι, αλλά δεν βρέθηκε τεχνίτης να σε βοηθήσει να γίνεις καλύτερος. Να σου πω ένα παράδειγμα: Από ένα άγριο δέντρο που υπάρχει στο δάσος, μπορεί ένας τεχνίτης να κάνει ωραίο τραπέζι. Αν δεν βρεθεί τεχνίτης το δέντρο θα μείνει όπως είναι».
Από: Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Διδαχές Γερόντων, σελ. 62 και 66

«ΤΩΝ ΘΛΙΒΟΜΕΝΩΝ Η ΧΑΡΑ» ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΝΤΖΟΣ


undefined
(Εόρτιο αφιέρωμα στη μεγάλη θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σύντομη θεολογική προσέγγιση της υπέρτατης συμβολής της Θεομήτορος στη σωτηρία του κόσμου) 

ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού 

Μέσα στην σωματική και πνευματική νωχέλεια του καλοκαιριού η Εκκλησία μας προβάλει, ως μια δροσερή νοητή όαση και πνευματική ανάταση, τη μεγάλη εορτή της Παναγίας μας. Το δεκαπενταύγουστο, ή όπως το ονομάζουν πολλοί «το Πάσχα του καλοκαιριού», αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού ενιαυτού.
Η κορυφαία αυτή εορτή είναι για ολόκληρη την Ορθοδοξία και ιδιαίτερα για μας του Έλληνες, που ευλαβούμαστε τη Θεοτόκο κατά τρόπο ξεχωριστό, μια ευκαιρία να εκφράσουμε ολόθυμα την τιμή μας προς το ιερό Της πρόσωπο, κι αυτό διότι η προσωπική και εθνική μας ζωή είναι συνυφασμένη με την υψηλή σκέπη και προστασία της Μεγάλης Μάνας, του κόσμου. Μεγάλα προσκυνηματικά κέντρα της χάρης Της (Τήνος, Πάρος, Βέρμιο, κ.α.) θα γίνουν και φέτος πόλοι έλξης χιλιάδων πιστών. Ακόμα πλήθος άλλων ναών αφιερωμένοι στην σεπτή Της Κοίμηση θα πανηγυρίσουν λαμπρά και θα τιμήσουν όπως πρέπει την έξοδό Της από τον κόσμο και την είσοδό Της στην ατέρμονη αιωνιότητα και την περίλαμπρη δόξα. 

Τα ιερά βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν αναφέρουν δυστυχώς τίποτε για την ζωή της Παναγίας μας μετά την Ανάσταση του Κυρίου και την Πεντηκοστή. Την σιωπή αυτή έρχεται να αναπληρώσει η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία, όπως είναι γνωστό, μαζί με την Αγία Γραφή, αποτελεί την πηγή της πίστεώς μας. Η ευσέβεια, ο σεβασμός και αγάπη των πιστών της ιεροσολυμίτικης εκκλησίας προς την Θεοτόκο διέσωσαν ορισμένα στοιχεία της ζωής Της, τα οποία καταγράφηκαν αργότερα στα έργα των Πατέρων και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. 

Σύμφωνα με αυτά η Μητέρα του Κυρίου μας μετά την Ανάσταση του Κυρίου παρέμεινε ένα απλό, αλλά επίλεκτο μέλος της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. Οι απόστολοι, οι ποιμένες και οι πιστοί της Εκκλησίας έτρεφαν απεριόριστη αγάπη και σεβασμό προς Αυτήν. Στους δύσκολους καιρούς του διωγμού των χριστιανών στην Παλαιστίνη (Πράξ.8,1) η Παναγία μας έγινε προφανώς ο μεγάλος παρήγορος αυτών. Πόσα χρόνια έζησε δεν γνωρίζουμε. Πάντως δεν πρέπει να γεύθηκε το επώδυνο γήρας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός την πήρε γρήγορα κοντά Του πιθανότατα γύρω στα πενήντα Της χρόνια. 

Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν της εξόδου Της στάλθηκε και πάλι ο αρχάγγελος Γαβριήλ να της αναγγείλει την θέληση του Θεού και Υιού Της. Ενώ προσευχόταν στον οίκο Της στην Ιερουσαλήμ παρουσιάστηκε ο άγγελος και της προσέφερε ένα μικρό κλαδί φοίνικα και της είπε: «Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία. Σου φέρνω μήνυμα από τον Υιό Σου. Ήρθε η ευλογημένη ώρα να πας κοντά Του και να δοξαστείς όπως σου ταιριάζει. Ετοιμάσου λοιπόν και σε τρεις ημέρες θα έρθει Εκείνος να πάρει την τίμια και αμόλυντη ψυχή Σου». Μετά από αυτό και αφού συνήλθε από την οπτασία, χάρηκε πολύ και κίνησε βιαστικά να ανέβει στο αγαπημένο Της Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, εκεί που προσευχήθηκε για τελευταία φορά ο Υιός Της πριν από το πάθος Του. Συνήθιζε να ανεβαίνει συχνά και να προσεύχεται εκεί. 

Ανηφορίζοντας το μονοπάτι συνέβη το απροσδόκητο: Τα δένδρα και οι θάμνοι του δρόμου έγερναν και την προσκυνούσαν! Η άψυχη και άλογη κτίση, όπως είχε εναντιωθεί την ώρα του σταυρικού πάθους του Κυρίου και Υιού Της, τώρα αποκτά ξανά κρίση και συναίσθημα και προσκυνά την Βασίλισσα του κόσμου! Κατευθύνθηκε στο σημείο εκείνο του κήπου που είχε προσευχηθεί και ο Κύριος. 

Γονάτισε ταπεινά, ύψωσε τα σεπτά της χέρια και ατένισε τον ουρανό και αφού ευχαρίστησε το Θεό τον παρακάλεσε για την σωτηρία του κόσμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προσευχής Της ένα ουράνιο φως Την έλουζε. Το τίμιο και άγιο πρόσωπό Της έλαμπε από θεία ενέργεια. 

Μετά γοργά γύρισε στον οίκο Της και άρχισε να ετοιμάζει τα απαραίτητα της κηδείας Της. Μάζεψε επίσης τους συγγενείς και πιστούς φίλους και φίλες Της και τους ανακοίνωσε την θέληση του Κυρίου να την καλέσει κοντά Του. Εκείνοι όταν το άκουσαν ξαφνιάστηκαν και άρχισαν να θρηνούν το χωρισμό της Μητέρας του Κυρίου. Εκείνη τους παρηγόρησε λέγοντάς τους πως αυτή είναι η θέληση του Θεού και πως από την θέση Της στον ουρανό θα πρεσβεύει πάντοτε για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Για παρηγοριά τους δώρισε δύο από τα φορέματά Της, την σκέπη (το μαντίλι της κεφαλής) και την εσθήτα Της, τα οποία αποτέλεσαν κατόπιν από τους πολυτιμότερους θησαυρούς της Εκκλησίας μας! 

Την Τρίτη ημέρα μετά την επίσκεψη του αρχαγγέλου, η Κυρία Θεοτόκος αφού ντύθηκε μόνη Της τα νεκρικά Της ενδύματα, κάλεσε και πάλι τους φίλους Της και ξάπλωσε ήρεμα στην κλίνη Της. Τότε συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός: Μια δυνατή βοή ακούστηκε στον σπίτι Της, μια φωτεινή νεφέλη το κάλυψε. Πάραυτα μεταφέρθηκαν σε νεφέλες από τα πέρατα της οικουμένης οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να παραβρεθούν στην έξοδό Της. Κατά τον ίδιο τρόπο μεταφέρθηκε επίσης ο απόστολος Παύλος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο άγιος Ιερόθεος, πρώτος επίσκοπος των Αθηνών, ο άγιος Τιμόθεος και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της Εκκλησίας. Η Κυρία Θεοτόκος, αφού χαιρέτισε και ευλόγησε όλους, παρέδωσε την αγία ψυχή Της στα χέρια του Υιού Της ο Οποίος κατέβηκε από τον ουρανό για να την παραλάβει ο Ίδιος. 

Οι συγκεντρωμένοι απόστολοι, οι προεστοί της εκκλησίας των Ιεροσολύμων και ο πιστός λαός άρχισαν να ψάλλουν εξόδιους ύμνους στην Θεομήτορα. Ταυτόχρονα ακούστηκε να συμψάλλει στρατιά αγγέλων από τον ουρανό! Η ουράνια μελωδία ακούστηκε σε ολόκληρη την πόλη. Φόβος και έκσταση κατέλαβε τους κατοίκους της αγίας πόλεως. Μόνο οι σκληρόκαρδοι και φθονεροί Ιουδαίοι δεν συγκινήθηκαν από αυτό το θαυμαστό γεγονός. 

Μετά σχηματίσθηκε νεκρική πομπή η οποία κατευθυνόταν στο χωριό Γεθσημανή, όπου θα θάπτονταν το τίμιο σκήνωμά Της. Οι θρήνοι του πιστού λαού, που είχε χάσει την Μάνα του, έσμιγαν με τις ψαλμωδίες των αποστόλων. Στα ιλαρά πρόσωπά τους κυλούσαν δάκρυα λύπης και χαράς. 

Πριν φτάσουν στον τόπο της ταφής έφτασαν φανατικοί Ιουδαίοι και θέλησαν να βεβηλώσουν την έξοδο της Μητέρας του Ιησού, τον Οποίο μισούσαν θανάσιμα. Με ύβρεις, απειλές και λοιδορίες προκαλούσαν την σεμνή ομήγυρη. Κάποιος από αυτούς είχε την αναίδεια να πλησιάσει το σεπτό φέρετρο της Θεοτόκου, με σκοπό να ρίξει στο έδαφος το άγιο σκήνωμα. Μόλις τόλμησε να αγγίξει το στολισμένο με μυρωδάτα άνθη νεκροκρέβατο, πάραυτα κόπηκαν και τα δυο του χέρια και έμειναν κολλημένα σε αυτό. Ταυτόχρονα έχασε και το φως του! Τότε κατάλαβε την αισχρότατη πράξη του και με φωνές γοερές δήλωνε την μετάνοιά του και παρακαλούσε την Παναγία να τον λυπηθεί και να τον θεραπεύσει. Και ω του θαύματος, ο άνθρωπος εκείνος θεραπεύτηκε αμέσως! Κατόπιν ομολόγησε την ανομία και την απιστία του και έγινε χριστιανός. Με δάκρυα στα μάτια ακολουθούσε και αυτός την ιερή πομπή. Αντίθετα οι άλλοι σύντροφοί του παρέμειναν ψυχροί και αμετανόητοι μπροστά στο μεγάλο θαύμα της Θεομήτορος! 

Εκεί στο ήσυχο χωρίο της Γεθσημανή έγινε η κήδευση του άχραντου λειψάνου της Παναγίας μας. Το θεοδόχο σώμα Της, τέθηκε σε περιποιημένο μνημείο, που ετοίμασαν οι Χριστιανοί της αγίας πόλεως. Με λυγμούς και δάκρυα οι άγιοι απόστολοι και οι άλλοι Χριστιανοί σφράγισαν το μνημείο και αποχώρησαν. 

Η ευσεβής παράδοση της Εκκλησίας μας αναφέρει πως μετά την ταφή και αφού πέρασαν τρεις ημέρες, έφτασε στην Γεθσημανή αργοπορημένος ο απόστολος Θωμάς από τις μακρινές Ινδίες, όπου έκανε ιεραποστολή. Ζήτησε επίμονα, με δάκρυα στα μάτια και λύπη πολύ, να του ανοίξουν τον τάφο για να δει και να προσκυνήσει για τελευταία φορά το τίμιο σκήνωμα της αγαπημένης Μητέρας του Δασκάλου του. Μπροστά στην επιμονή του οι άλλοι απόστολοι άνοιξαν τον τάφο και, ω του θαύματος, ο τάφος ήταν κενός, ο Κύριος μετέστησε το πάνσεπτο σώμα Της στον ουρανό, ώστε να μην γευτεί την φυσική φθορά. Η αργοπορία το Θωμά χαρακτηρίστηκε από την Εκκλησία ως οικονομία του Θεού, για να γίνει γνωστή η μετάσταση της Κυρίας Θεοτόκου! Ο κενός τάφος Της στην Γεθσημανή αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή αγιασμού των μυριάδων πιστών που τον επισκέπτονται κάθε χρόνο και τεκμήριο της μετάστασής Της στον ουρανό. 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 

Η ιερή μνήμη της Κοιμήσεως της Παναγίας μας είναι, όπως είπαμε, μια καλή ευκαιρία να εκδηλώσει ο ευσεβής λαός των πιστών την αγάπη, τον σεβασμό, και την ευγνωμοσύνη του προς Αυτήν, η Οποία όντας άνθρωπος, αξιώθηκε να γίνει το τιμιότατο θείο δοχείο, το ιερότατο σκεύος, ώστε να δεχτεί τον άπειρο Θεό στο καθαρότατο σαρκίο Της, να κυοφορήσει τον άναρχο και αναλλοίωτο Θεό στην τίμια γαστέρα Της, να θρέψει τον απόλυτα αυτάρκη Θεό από τα παρθενικά Της αίματα, να κρατήσει στα σεπτά Της χέρια τον«αχώρητον παντί»

Το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου αποτελεί, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία μας, μέρος του απερινοήτου μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Μετά τον Τριαδικό Θεό Αυτή κατέστη το κύριο πρόσωπο, το οποίο συνέβαλε ουσιαστικά στην υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Εκλέχτηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα κορίτσια, αμέτρητων γενεών, ως η καθαρότερη και αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, προκειμένου να γίνει Θεοτόκος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως για την υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ο Θεός έδωσε τον Υιό του τον μονογενή και η ανθρωπότητα έδωσε την Παναγία. Στο ιερό πρόσωπο Εκείνης έγινε η μεγάλη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Μέσα στο πάναγνο σώμα Εκείνης έγινε η μεγάλη καταλλαγή (Εφεσ.2,16) και από αυτό ξεκίνησε η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, η αναδημιουργία και η θέωση του πεπτωκότος ανθρώπου. 

Ο μεγάλος Πατέρας της αρχαίας Εκκλησίας άγιος Ειρηναίος (+199) παραλλήλισε και σύγκρινε την Θεοτόκο με την προμήτορα του ανθρωπίνου γένους, την Εύα, ώστε να δείξει τη διαφορά μεταξύ τους. Η παρθένος Εύα δεν έκαμε καλή χρήση των θείων δωρεών και δυνατοτήτων, που είχε λάβει από το Θεό, αλλά τα χρησιμοποίησε για το κακό και την καταστρατήγηση του θείου θελήματος. Η αιτία και η ρίζα της ανταρσίας αυτής υπήρξε ο εγωισμός και η έπαρση. Αν εκείνη υπήρξε φορέας της αλαζονείας, η Παναγία υπήρξε το πρότυπο της υπακοής και της ταπείνωσης. Ο ιερός πατήρ τονίζει πως «... η Εύα (έπρεπε) να αποκατασταθή εν τη Μαρία, ίνα μια παρθένος να γίνη συνηγόρος άλλης παρθένου και να εξαλήψη την ανυπακοήν της πρώτης δια της παρθενικής υπακοής» (Ειρ. Επιδ. Αποστ. Κηρύγματος 32,33). Επίσης ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (+ 386) έγραψε πως «Δια παρθένου της Εύας ήλθεν ο θάνατος, έδει δια παρθένου, μάλλον δε εκ παρθένου φανήναι την ζωήν» (Κυρίλ. Ιερ. Κατηχ. 12,ιε΄ ). Η ευλογημένη ρήση Της προς τον άγγελο του ευαγγελισμού «ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»(Λουκ.1, 38) αποτελεί σαφώς την πεμπτουσία της συμβολής Της στο έργο της εν Χριστώ σωτηρίας του κόσμου. 

Το πρώτο ανθρώπινο πλάσμα, στο οποίο αποκαταστάθηκε η ανθρώπινη φύση στην αρχαία προπτωτική της μορφή και ωραιότητα, υπήρξε η Θεοτόκος. Με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος κατά τον Ευαγγελισμό (Λουκ.1, 35) καθαρίστηκε από τον ρύπο του προπατορικού αμαρτήματος, τον οποίο έφερε και Αυτή εκούσα, ως μέτοχος της ανθρώπινης φύσεως, καθιστώντας Την πλέον άμωμη κηλίδος ώστε, να δεχτεί στα αγνά σπλάχνα Της το «πυρ της θεότητος» και να μην καεί. Από τότε έγινε η«Κεχαριτωμένη», η αγιοτέρα ύπαρξη μετά τον Τριαδικό Θεό. Στο πρόσωπό Της έγινε η απαρχή της λυτρώσεως του κόσμου και της θεώσεως του ανθρώπου. 

Η συμβολή της Παναγίας μας κατά τη διάρκεια του επί γης απολυτρωτικού έργου του Χριστού υπήρξε τεράστιο. Βρισκόταν συνεχώς πλάι στον Λυτρωτή μας, από τη Γέννηση ως το Πάθος, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Δοκίμασε, ως μητέρα, τις πίκρες των παθημάτων του Θείου Γιου της, με αποκορύφωμα εκείνη του σταυρικού θανάτου Του. Ένοιωσε κοντά Του την αγωνία Εκείνου για την υλοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου . Σύμφωνα επίσης με την αρχέγονη παράδοση της Εκκλησία μας Αυτή ήταν που εμψύχωνε τους διωκόμενους πρώτους χριστιανούς της νεαρής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. 

Κοντολογίς η επί γης ζωή της Παναγίας μας υπήρξε ένας συνεχής αγώνας και προσφορά για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο πιστός λαός του Θεού, γι’ αυτό αποδίδει στη Θεοτόκο, από την αρχαιότητα ως σήμερα, ύψιστη τιμή, τη μεγαλύτερη, μετά τον Τριαδικό Θεό. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, πως μόνο η Ορθοδοξία μας αποδίδει την δέουσα τιμή στην Μητέρα του Κυρίου μας. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου είναι αφιερωμένο στην Παναγία μας. Οι Ορθόδοξοι πιστοί, συμμετέχουμε καθημερινά στις ακολουθίες των υπέροχων Παρακλητικών Κανόνων, νηστεύουμε, εξομολογούμαστε, κοινωνούμε. Τρέχουμε με δάκρυα στα μάτια να εναποθέσουμε σε Αυτή τις δυσκολίες και τα βάσανα της ζωής μας, Την παρακαλούμε με ζέση ψυχής να ελαφρώσει τον βαρύ ζυγό μας, διότι πιστεύουμε ακράδαντα πως η γλυκιά Θεομάνα και μετά την σεπτή Της Κοίμηση συνεχίζει να αγαπά και να νοιάζεται για μας τους ανθρώπους. Μέσα στη μεγάλη καρδιά Της υπάρχει χώρος για τον κάθε άνθρωπο, όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για τους αμαρτωλούς και ασεβείς , ακόμα και για τους υβριστές Της! Η μακάρια θέση Της κοντά στον Υιό Της και Θεό μας Ιησού Χριστό, της δίνει την ευχέρεια να προσεύχεται για τον καθένα μας, για κάθε μας πρόβλημα. Τα αποτελέσματα των βοηθειών Της είναι απτά. Γι’ αυτό ψάλλουμε στον περίφημο Μικρό Παρακλητικό Κανόνα προς Αυτήν: «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε, αλλ’ αιτείται την χάριν και λαμβάνει το δώρημα, προς το συμφέρον της αιτήσεως».

ΠΛΟΥΤΟΣ – ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ


πηγή



1. Ἡ κα­τά­λη­ξη τῆς ἀ­σπλα­χνί­ας
ΑΝΩΝΥΜΟΥ


Στὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ πλου­σί­ου καὶ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου, θί­γε­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κὰ προ­βλή­μα­τα ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν. Πρό­βλη­μα ποὺ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει κα­τὰ και­ροὺς συγ­κρού­σεις, τα­ρα­χές, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­πα­να­στά­σεις. Ἡ προ­σπά­θεια ἐ­πι­λύ­σε­ώς του δη­μι­ούρ­γη­σε οἰ­κο­νο­μι­κὲς θε­ω­ρί­ες καὶ ἰ­δε­ο­λο­γί­ες. Εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα τῆς ἄ­νι­σης κα­τα­νο­μῆς τοῦ πλού­του καὶ ἡ συ­χνὴ ἀ­σπλα­χνί­α τῶν πλου­σί­ων ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς φτω­χούς.
Ὁ πλοῦ­τος, σὲ ὑ­λι­κὰ κυ­ρί­ως ἀ­γα­θά, εἶ­ναι ἕ­να εἴ­δω­λο, ἕ­νας ψεύ­τι­κος θε­ός, μὲ πολ­λοὺς προ­σκυ­νη­τές. Ὄ­χι μό­νο πλου­σί­ους, ἀλ­λὰ καὶ φτω­χούς. Δι­ό­τι, τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι ἡ κα­το­χὴ τοῦ πλού­του, ἀλ­λὰ ἡ σω­στὴ ἢ λαν­θα­σμέ­νη δι­α­χεί­ρι­σή του. Ἡ με­τα­τρο­πή του ἀ­πὸ μέ­σο, σὲ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς.
Ἡ λα­τρεί­α τοῦ πλού­του εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ αἰ­τί­α πολ­λῶν κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­στατώ­σε­ων καὶ τα­ρα­χῶν. Δὲν εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λὴ νὰ ποῦ­με, ὅ­τι σὲ με­γά­λο πο­σο­στὸ ἡ κοι­νω­νί­α κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως σὰν γνή­σιος ἀ­να­τό­μος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς, θέ­τει τὸ θέ­μα σὲ ἄλ­λη βά­ση δί­νον­τάς του αἰ­ώ­νι­ες δι­α­στά­σεις. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν πλοῦ­το καὶ τὴν φτώ­χεια ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ἡ κα­λὴ ἢ ἡ κα­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση τοῦ πλού­του ἔ­χει σο­βα­ρὲς συ­νέ­πει­ες στὴν με­τὰ θά­να­τον κα­τά­στα­ση τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, στὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ἐ­κεῖ τὰ πράγ­μα­τα, ὅ­πως δεί­χνει ἡ πα­ρα­βο­λή, ἀ­να­τρέ­πον­ται. Ὁ αὐ­τάρ­κης σὲ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ, ἀλ­λὰ ἄ­σπλα­χνος πλού­σιος, γί­νε­ται πα­νεν­δε­ής. Ὁ φτω­χὸς Λά­ζα­ρος, ζεῖ μα­κά­ριος στοὺς «κόλ­πους τοῦ Ἀ­βρα­άμ». Ἡ κα­τά­λη­ξη τῆς ἀ­σπλα­χνί­ας τοῦ πλου­σί­ου εἶ­ναι ἡ ἀ­πε­γνω­σμέ­νη κραυ­γή του «Πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­λέ­η­σόν με, καὶ πέμ­ψον Λά­ζα­ρον, ἵνα βά­ψῃ τὸ ἄ­κρον τοῦ δα­κτύ­λου αὐ­τοῦ ὕ­δα­τος, καὶ κα­τα­ψύ­ξῃ τὴν γλώσ­σαν μου». (Λουκ. ιστ΄ 24).
Ὁ «ὀ­δυ­νό­με­νος» μέ­σα στὶς «φλό­γες τῆς κο­λά­σε­ως», δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νον ὁ πλού­σιος. Θὰ εἶ­ναι ὁ «ὀρ­γι­σμέ­νος» φτω­χός, τὸ τέ­κνο τοῦ μί­σους καὶ τῆς ὀρ­γῆς. Αὐ­τὸς ποὺ μέ­σα στὴν φτώ­χεια του ἔ­χει ἀ­πο­λυ­το­ποι­ή­σει τὴν ἀ­ξί­α τοῦ πλού­του καὶ ἐ­πι­θυ­μεῖ τὴν ἀ­πό­κτη­σή του μὲ κά­θε μέ­σον. Αὐ­τὸς ποὺ αἰ­σθά­νε­ται ὀρ­γὴ, μί­σος, φθό­νο γιὰ τοὺς «ἔ­χον­τες καὶ κα­τέ­χον­τες».

2. Ἡ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἐ­πί­γεια κα­τά­στα­ση τῶν δύ­ο προ­σώ­πων τῆς πα­ρα­βο­λῆς


Ὁ Κύ­ριος μὲ τὴν πα­ρα­βο­λὴ του αὐ­τὴ σκι­α­γρα­φεῖ ἐ­ναρ­γέ­στα­τα τὴν κα­τά­στα­ση τῶν δύ­ο προ­σώ­πων στὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή τους:
Ὁ πλού­σιος, δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται οὔ­τε κα­τ᾿ ὄ­νο­μα ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο, δι­ό­τι θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­ξιος νὰ μνη­μο­νευ­θεῖ, ἀ­νύ­παρ­κτος γιὰ τὸ Θε­ό. Οἱ Ἰσ­ρα­η­λίτες ἔ­δι­ναν με­γά­λη ση­μα­σί­α στὸ ὄ­νο­μα. Πί­στευ­αν ὅ­τι τὸ ὄ­νο­μα ἔ­κρυ­βε δύ­να­μη καὶ συμ­βό­λι­ζε τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ὀν­τό­τη­τα τοῦ προ­σώ­που. Ἑ­πο­μέ­νως, ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ὄ­νο­μα θε­ω­ρεῖ­το πρα­κτι­κὰ ἀ­νύ­παρ­κτος.
Ὁ πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­χε ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σει ἄν­θρω­πος. Ἔ­με­νε σὲ πο­λυ­τε­λῆ κα­τοι­κί­α, ντυ­νό­ταν πο­λυ­τε­λῶς «ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το πορ­φύ­ραν καί βύσ­σον», δι­α­σκέ­δα­ζε καὶ περ­νοῦ­σε κα­λὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νων τὰ πλού­σια ἀ­γα­θὰ του «εὐ­φραι­νό­με­νος κα­θ᾿ ἡ­μέ­ραν λαμ­πρῶς». Μέ­σα στὴν αὐ­τάρ­κεια τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ πα­ρα­δο­μέ­νος στὶς κα­θη­με­ρι­νές του ἀ­πο­λαύ­σεις, δὲν εἶ­χε και­ρὸ οὔ­τε μυα­λὸ νὰ δεῖ καὶ νὰ βο­η­θή­σει τὸν φτω­χὸ Λά­ζα­ρο ποὺ «ἐ­βέ­βλη­το ἡλ­κω­μέ­νος», κει­τό­ταν γε­μᾶ­τος πλη­γὲς στὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἀ­γνο­οῦ­σε τε­λεί­ως τὴν ὕ­παρ­ξή του.
Ὁ φτω­χὸς ὀ­νό­μα­τι Λά­ζα­ρος, ποὺ ση­μαί­νει «ὁ Θε­ὸς βο­η­θός μου», κει­τό­ταν στὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ ἀ­να­κτό­ρου τοῦ πλου­σί­ου ἄρ­ρω­στος, γε­μᾶ­τος πλη­γές, μό­νος καὶ πει­να­σμέ­νος. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ χορ­τά­σει ἀ­πὸ τὰ ψί­χου­λα ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πλου­σί­ου. Δὲν εἶ­χε κα­μμιὰ ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πα­ρά­στα­ση καὶ πα­ρη­γο­ριά. Μό­νο τὰ σκυ­λιὰ τὸν συν­τρό­φευ­αν καὶ τὸν κα­θά­ρι­ζαν (ἔ­γλυ­φαν) τὶς πλη­γές. Ὅ­μως ὁ φτω­χὸς Λά­ζα­ρος, ὑ­πέ­μει­νε καρ­τε­ρι­κὰ τὴν φτώ­χεια, τὴν μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­σθέ­νειά του. Δὲν ἐ­γόγ­γυ­σε, δὲν ἐ­ξέ­φρα­σε πα­ρά­πο­νο, δὲν ὀρ­γί­στη­κε κα­τὰ τοῦ πλου­σί­ου. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τοῦ ἐ­πι­βρά­βευ­σε ὁ Θε­ός.

3. Ὁ Θά­να­τος ἀμ­φο­τέ­ρων

Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἡ κοι­νὴ μοί­ρα ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­ξι­σώ­σει ὅ­λες τὶς δι­α­φο­ρές: κοι­νω­νι­κῆς τά­ξης, οἰ­κο­νο­μι­κῆς κα­τά­στα­σης, μορ­φω­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου, ἡ­λι­κί­ας καὶ φύ­λου. Ἔρ­χε­ται νὰ δώ­σει τέ­λος στὴν φτώ­χεια καὶ στὴ δυ­στυ­χί­α ἀ­φε­νός, ἀλ­λὰ καὶ στὴν χλι­δὴ καὶ στὴν ἀ­συ­δο­σί­α ἀ­φε­τέ­ρου.
Ὁ Χρι­στὸς δὲν λέ­ει τί­πο­τα γιὰ τὴν κη­δεί­α τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Λα­ζά­ρου. Ἴ­σως ἔ­σκα­ψαν καὶ τὸν ἔ­χω­σαν σὲ ἕ­να λάκ­κο, γιὰ νὰ μὴν τὸν φᾶ­νε τὰ σκυ­λιά, ποὺ ἔ­γλυ­φαν τὶς πλη­γές του. Ὅ­μως γιὰ τὴν ψυ­χὴ του ὁ Κύ­ριος λέ­ει ὅ­τι: «ἀ­πη­νέ­χθη ὑ­πὸ τῶν ἀγ­γέ­λων εἰς τοὺς κόλ­πους τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ», δη­λα­δὴ ὅ­τι με­τα­φέρ­θη­κε ἡ ψυ­χή του ἀ­πὸ τοὺς ἀγ­γέ­λους στοὺς κόλ­πους (στὴν ἀγ­κα­λιὰ) τοῦ Πα­τριά­ρχου Ἀ­βρα­ὰμ.
Ἐν πα­ρεν­θέ­σει θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι με­τα­χει­ρί­ζον­ταν τρεῖς εἰ­κό­νες γιὰ νὰ πα­ρα­στή­σουν τὴν με­τὰ θά­να­τον εὐ­τυ­χῆ κα­τά­στα­ση τῶν δι­καί­ων:

α. Ὅ­τι με­τα­φέ­ρον­ταν «εἰς τὸν Πα­ρά­δει­σο τῆς Ἐ­δὲμ».

β. Ὅ­τι βρί­σκον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ θρό­νο τῆς Θεί­ας δό­ξης.

γ. Ὅ­τι ἀ­να­παύ­ον­ταν στοὺς κόλ­πους (στὴν ἀγ­κα­λιὰ) τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ.

Ὁ κύ­ριος χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν Τρί­τη εἰ­κό­να καὶ ὄ­χι τυ­χαῖ­α. Δι­ό­τι, ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­θε­ω­ρεῖ­το πρό­τυ­πο πι­στοῦ καὶ εὐ­σε­βοῦς ἀν­θρώ­που. Ἦ­ταν κα­τε­ξο­χήν φι­λό­ξε­νος, γι᾿  αὐ­τὸ καὶ «ἔ­λα­θε καὶ ἀγ­γέ­λους ξε­νί­σαι», (Ἑ­βρ ιγ΄ 12), ὅ­πως λέ­γει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀλ­λὰ καὶ ἔ­χει μεί­νει πα­ροι­μι­ώ­δης ἡ «Ἀ­βρα­μια­ία φι­λο­ξε­νί­α» του. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἦ­ταν πλού­σιος, ἀλ­λὰ πλού­σιος τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τος μὲ τὸν πλού­σιο τῆς ση­με­ρι­νῆς πα­ρα­βο­λῆς. Ἦ­ταν πλού­σιος κα­τε­ξο­χήν φι­λό­ξε­νος, σπλα­χνι­κός, ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος.
Ἔ­τσι λοι­πόν, ὁ φτω­χός, ὁ ἄρ­ρω­στος, ὁ μο­να­χι­κὸς καὶ πε­ρι­θω­ρια­κὸς, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς Λά­ζα­ρος, με­τὰ θά­να­τον πα­ρα­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πὸ ἀγ­γέ­λους καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸν Πα­ρά­δει­σο, στὴν θαλ­πω­ρὴ τῆς ἀγ­κα­λιᾶς τοῦ Ἀ­βρα­άμ.
Ἀν­τί­θε­τα, γιὰ τὸν πλού­σιο ὁ Κύ­ριος λέ­ει: «ἀ­πέ­θα­νε δὲ καὶ ὁ πλού­σιος καὶ ἐ­τά­φη». Ἴ­σως ἔ­τυ­χε με­γα­λο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας, ἴ­σως ἀ­νή­γει­ραν ὡ­ραῖ­ο μνη­μεῖ­ο ἀ­πὸ μάρ­μα­ρο καὶ ἐ­χά­ρα­ξαν σὲ αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μά του. Ἡ ψυ­χή του δὲν πα­ρε­λή­φθη ὑ­πὸ ἀγ­γέ­λων, ἀλ­λὰ βρέ­θη­κε στὸν Ἅ­δη «ὑ­πάρ­χων ἐν βα­σά­νοις» καὶ βλέ­πον­τας ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὸν Λά­ζα­ρο στὴν ἀγ­κα­λιά του, ζη­τά­ει βο­ή­θεια καὶ ἀ­να­ψυ­χὴ σὲ αὐ­τόν.

4. Ὁ δι­ά­λο­γος πλου­σί­ου καὶ Ἀ­βρα­ὰμ

«Καὶ αὐ­τὸς (ὁ πλού­σιος), φω­νή­σας εἶ­πεν× πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­λέ­η­σόν με…». Μὲ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πηύ­θη­νε θλι­βε­ρὴ πα­ρά­κλη­ση στὸν Ἀ­βρα­άμ, ἀ­πο­λών­τας τον πα­τέ­ρα. Ἡ προ­σφώ­νη­ση αὐ­τὴ δεί­χνει ὅ­τι, ἴ­σως ὁ πλού­σιος ἦ­ταν εὐ­σε­βὴς καὶ τη­ροῦ­σε τὸ νό­μο. Στὴν πα­ρα­βο­λὴ δὲν κα­τη­γο­ρεῖ­ται ὅ­τι γιὰ ἀ­σέ­βεια, ἀλ­λὰ γιὰ ἔλ­λει­ψη ἀ­γά­πης. Μπῆ­κε στὸν τό­πο τῆς βα­σά­νου ὡς ἀ­νε­λε­ή­μων καὶ φι­λή­δο­νος, ὄ­χι ὡς ἀ­σε­βής.
«Ὀ­δύ­νω­μαι ἐν τῇ φλο­γὶ ταύ­τη, ἐ­λέ­η­σόν με× πέμ­ψον Λά­ζα­ρον, ἵνα βά­ψῃ τὸ ἄ­κρον τοῦ δα­κτύ­λου αὐ­τοῦ ὕ­δα­τος καὶ κα­τα­ψύ­ξῃ τὴν γλώσ­σαν μου». Ὁ πλού­σιος βρι­σκό­με­νος στὸν Ἅ­δη, βα­σα­νί­ζε­ται οἰ­κτρὰ ἀ­πὸ τὶς φλό­γες τῆς κο­λά­σε­ως καὶ ζη­τά­ει ἀ­πε­γνω­σμέ­να μί­α μι­κρὴ ἀ­να­ψυ­χή.
Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ γε­μᾶτος κα­λωσύ­νη καὶ γλυ­κύ­τη­τα τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ παι­δί του: «τέ­κνον μνή­σθη­τι ὅ­τι σὺ ἀ­πέ­λα­βες τὰ ἀ­γα­θά σου ἐν τῇ ζω­ῄ σου, ὁ δὲ Λά­ζα­ρος τὰ κα­κά. Νῦν δὲ ὧ­δε πα­ρα­κα­λεῖ­ται, σὺ δὲ ὀ­δυ­νᾶ­σαι… Καὶ ἐ­πὶ πᾶ­σιν τού­τοις με­τα­ξὺ ἡ­μῶν καὶ ὑ­μῶν χά­σμα μέ­γα ἐ­στή­ρι­κται…».
Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὑ­πεν­θυ­μί­ζει στὸν πλού­σιο, τὸ πό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἔ­ζη­σαν στὴν ζω­ή τους καὶ ὅ­τι ἡ μὲν ἀ­γόγ­γυ­στη καὶ ἀ­να­μάρ­τη­τη ζω­ὴ τοῦ Λά­ζα­ρου ἐ­πι­βρα­βεύ­τη­κε, ἡ δὲ ἀ­σπλα­χνί­α καὶ φι­λη­δο­νί­α τοῦ πλου­σί­ου τι­μω­ρή­θη­κε. Πα­ρό­λα αὐ­τά, με­τα­ξὺ Πα­ρα­δεί­σου καὶ Κο­λά­σε­ως ὑ­πάρ­χει με­γά­λο καὶ ἀ­γε­φύ­ρω­το χά­σμα. Ἡ με­τα­βο­λὴ δὲ αὐ­τῆς τῆς κα­τα­στά­σε­ως εἶ­ναι μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη, δι­ό­τι «ἐν τῷ Ἅ­δῃ οὐκ ἔ­στιν με­τά­νοι­α». Καὶ αὐ­τὸ, δι­ό­τι στὴν ἄλ­λη ζω­ὴ ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρος, δὲν ἔ­χει σῶ­μα καὶ ἑ­πο­μέ­νως δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὴ ἡ με­τά­νοι­α καὶ ἡ ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῶν κα­κῶν ποὺ ἔ­κα­νε.
Στὴν συ­νέ­χεια, ὁ πλού­σιος ἀ­πευ­θύ­νει δεύ­τε­ρη πα­ρά­κλη­ση στὸν Ἀ­βρα­ὰμ «ἐ­ρω­τῶ οὖν σέ…», σὲ πα­ρα­κα­λῶ πά­τερ Ἀ­βρα­ὰμ νὰ στεί­λεις τὸ Λά­ζα­ρο στὴ γῆ, δι­ό­τι ἔ­χω πέν­τε ἀ­δελ­φούς, νὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σει τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ πά­νω, γιὰ νὰ μὴν ἔ­χουν τὴν ἴ­δια τύ­χη μὲ ἐ­μέ­να. Στὴν συ­ζή­τη­ση αὐ­τή, δὲν φαί­νε­ται ὁ πλού­σιος νὰ ἔ­χει με­τά­νοι­α. Δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει κα­τα­λά­βει σὲ τί ἔ­φται­ξε καὶ βρί­σκε­ται τώ­ρα στὴν ζο­φε­ρὴ αὐ­τὴ κα­τά­στα­ση στὸν Ἅ­δη. Καὶ ὅ­ταν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του, πά­λι ἐ­γω­ϊστι­κὰ ζη­τά­ει νὰ σώ­σει μό­νο τοὺς ἀ­δελ­φούς του.
Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ τοῦ ἀπαν­τᾶ ὅ­τι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ στα­λεῖ ὁ Λά­ζα­ρος, δι­ό­τι τὰ ἀ­δέλ­φια του ἔ­χουν τόν Μω­ϋσῆ καὶ τοὺς Προ­φῆ­τες καὶ ὀ­φεί­λουν νὰ ὑ­πα­κού­σουν σὲ αὐ­τούς.
Ὁ πλού­σιος ὅ­μως ἐ­πι­μέ­νει: «Οὐ­χί, πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἀλ­λ᾿ ἐ­ὰν τὶς ἀ­πὸ νε­κρῶν πο­ρευ­θῆ πρὸς αὐ­τοὺς με­τα­νο­ή­σου­σιν». Ὁ πλού­σιος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι, ἐ­ὰν συ­νέ­βαι­νε τὸ θαῦ­μα νὰ ἀ­να­στη­θεῖ κά­ποι­ος ἐκ τῶν νε­κρῶν καὶ νὰ δι­δά­ξει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τό­τε αὐ­τὸν θὰ τὸν πι­στεύ­σουν. Ὅ­μως, ἀ­πα­τή­θη­κε, δι­ό­τι ὁ Χρι­στὸς ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς νε­κροὺς καὶ φα­νε­ρώ­θη­κε σὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ τὸν πι­στέ­ψουν. Ὅ­σοι τὸν πί­στε­ψαν τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ ἔ­γι­ναν Χρι­στια­νοί.
Ἡ τε­λι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ ἦ­ταν: «Εἰ Μω­ϋ­σέ­ως καὶ προ­φη­τῶν οὖν ἀ­κού­ου­σιν, οὐ­δὲ ἐ­ὰν τὶς ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στῆ πει­σθή­σον­ται». Αὐ­τὸ πράγ­μα­τι συ­νέ­βη μὲ τοὺς σύγ­χρο­νους μὲ τὸ Χρι­στὸ Ἰσ­ρα­η­λί­τες. Ὅ­σοι δὲν τὸν πί­στε­ψαν ὅ­ταν δί­δα­σκε καὶ θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε, δὲν τὸν πί­στευ­σαν καὶ ἀ­να­στάν­τα. Ὁ­μοί­ως δὲν τὸν πί­στε­ψαν ὅ­ταν ἀ­νέ­στη­σε τὸν Λά­ζα­ρο. Ἀν­τὶ νὰ τοῦ εἶ­ναι εὐ­γνώ­μο­νες θέ­λη­σαν νὰ σκο­τώ­σουν καὶ τὸ Λά­ζα­ρο.

5. Συμ­πε­ρά­σμα­τα καί δι­δάγ­μα­τα


Ἡ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ «πλου­σί­ου καὶ τοῦ Λα­ζά­ρου», κα­θὼς καὶ ἡ πα­ρα­βο­λὴ «τῆς μέλ­λου­σας κρί­σε­ως», εἶ­ναι οἱ δύ­ο δι­δα­χές, ποὺ ὁ Χρι­στὸς μᾶς πε­ρι­γρά­φει ἀ­χνὰ κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες τῆς «ἄλ­λης ζω­ῆς». Ἀ­πὸ τὰ πολ­λὰ ση­μεῖ­α ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ σχο­λι­ά­σου­με στα­χυ­ο­λο­γοῦ­με με­ρι­κά, γιὰ νὰ ἐ­ξά­γου­με κά­ποι­α ὠ­φέ­λι­μα συμ­πε­ρά­σμα­τα:
Πρῶ­τον, ἡ πα­ρα­βο­λὴ μᾶς πα­ρου­σιά­ζει τὴν με­γά­λη ἀ­λή­θεια, ὅ­τι οἱ πλού­σιοι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­ψη­λο­φρο­νοῦν γιὰ τὸν πλοῦ­το καὶ τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά τους, οὔ­τε νὰ στη­ρί­ζουν σὲ αὐ­τὰ ὅ­λες τους τὶς ἐλ­πί­δες καὶ νὰ ξε­χνοῦν τὸ Θε­ό. Δι­ό­τι, ὁ πλοῦ­τος ἀ­φε­νὸς πα­ρα­σύ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο σὲ κα­τα­χρή­σεις καὶ ἁ­μαρ­τω­λὲς δι­α­σκε­δά­σεις, τοῦ δί­νει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς αὐ­τάρ­κειας, ἀ­φε­τέ­ρου τὸν δι­ευ­κο­λύ­νει νὰ ξε­χνᾶ τὸ Θε­ὸ καὶ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἑ­πο­μέ­νως, ὁ πλοῦ­τος εἶ­ναι με­γά­λος πνευ­μα­τι­κὸς κίν­δυ­νος, ἐ­ὰν δὲν γί­νε­ται κα­λὴ δι­α­χεί­ρι­σή του. Μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει σὲ πνευ­μα­τι­κὸ θά­να­το, δη­λα­δὴ σὲ αἰ­ώ­νιο χω­ρι­σμὸ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό.
Δεύ­τε­ρον, οἱ πτω­χοὶ δὲν πρέ­πει νὰ πα­ρα­πο­νοῦν­ται καὶ νὰ γογ­γύ­ζουν κα­τὰ τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε νὰ φθο­νοῦν καὶ νὰ μι­σοῦν τοὺς πλου­σί­ους, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­νή­θως εἶ­ναι ἄ­δι­κοι καὶ ἄ­σπλα­χνοι. Ἂς ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­γόγ­γυ­στα καὶ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τὶς δυ­σκο­λί­ες, τὶς θλί­ψεις καὶ τὴν ἀ­νέ­χειά τους, μὲ ἀ­πό­λυ­τη πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ὑ­πο­μο­νή τους θὰ ἐ­πι­βρα­βευ­τεῖ. Ἂς εἶ­ναι βέ­βαι­οι ὅ­τι οἱ δο­κι­μα­σί­ες τους σὲ αὐ­τὴν τὴ ζω­ὴ εἶ­ναι παι­δα­γω­γι­κὰ μέ­σα γιὰ τὴν κα­τὰ Θε­ὸ πρό­ο­δό τους, καὶ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἂν δὲν ὑ­πο­κύ­ψουν στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ φθό­νου καὶ τοῦ μί­σους τῶν πλου­σί­ων. Ἡ ἀ­γόγ­γυ­στη ὑ­πο­μο­νὴ στὶς δο­κι­μα­σί­ες, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι οἱ πτω­χοὶ δὲν δι­και­οῦν­ται νὰ θέ­λουν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν νὰ βελ­τι­ώ­σουν τὴ θέ­ση τους.
Τρί­τον, ἡ πα­ρα­βο­λὴ αὐ­τὴ δεί­χνει κα­θα­ρὰ ὅ­τι, ὁ σκο­πὸς τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ κα­τά­κτη­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, ἡ συμ­με­το­χὴ τῶν πι­στῶν καὶ τῶν δι­καί­ων στὴν αἰ­ώ­νια δό­ξα καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Ἡ πα­ρα­βο­λὴ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει κα­τὰ τρό­πο ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­το, ὅ­τι οἱ ψυ­χὲς ὑ­πάρ­χουν καὶ με­τὰ θά­να­τον, αἰ­σθά­νον­ται καὶ χαί­ρουν ἢ πά­σχουν, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πῶς ἔ­ζη­σαν τὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή τους. Μί­α ἄλ­λη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι οἱ ψυ­χὲς ὑ­πάρ­χουν, ζοῦν καὶ ἔ­χουν πλή­ρη αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α με­τὰ θά­να­τον, εἶ­ναι οἱ θαυ­μα­τουρ­γι­κὲς ἐ­πεμ­βά­σεις τῶν Ἁγί­ων, στὴ ζω­ὴ τῶν πι­στῶν, δη­λα­δὴ τὰ θαύ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­τε­λοῦν οἱ Ἅ­γιοι ὑ­πὲρ τῶν πι­στῶν. Ἔ­στω καὶ ἕ­να μό­νο θαῦ­μα ἑ­νὸς μό­νο Ἁγί­ου ἢ τῆς Πα­να­γί­ας νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ψυ­χῶν με­τὰ θά­να­τον καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν Ἁγί­ων, ἢ ὅ­σων ἔ­χουν εὐ­α­ρε­στή­σει τὸ Θε­ό, ὑ­πὲρ τῶν ἀ­γω­νι­ζό­με­νων πι­στῶν.
Τέ­ταρ­τον, ὅ­τι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον ζεῖ κά­θε ἄν­θρω­πος σὲ αὐ­τὴ ἐ­δῶ τὴ ζω­ή, θὰ κρί­νει ὁ­ρι­στι­κὰ καὶ τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον του. Ὅ­σοι ζοῦν μὲ ἀ­γά­πη, μὲ δι­και­ο­σύ­νη καὶ «καρ­πο­φο­ροῦν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ», ἀλ­λὰ καὶ οἱ με­τα­νο­οῦν­τες ἁ­μαρ­τω­λοὶ (ἐ­ὰν ἡ με­τά­νοι­ά τους εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νὴς), θὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὴν αἰ­ώ­νια μα­κα­ρι­ό­τη­τα κον­τὰ στὸ Θε­ό. Ἀν­τι­θέ­τως, ὅ­σοι ἀν­τι­τά­χθη­καν στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ἔ­ζη­σαν ἐν­συ­νεί­δη­τα μέ­σα στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ στὴν ἀ­δι­κί­α, δὲν ἔ­δω­σαν ἀ­γά­πη σὲ κα­νέ­να συ­νάν­θρω­πό τους καὶ ἔ­φυ­γαν ἀ­με­τα­νό­η­τοι, δὲν μπο­ροῦν νὰ ἐλ­πί­ζουν στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Γι᾿ αὐ­τοὺς ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ θὰ εἶ­ναι ἔ­λεγ­χος καὶ κρί­ση. Με­τὰ τὸ θά­να­τό τους, δὲν θὰ ὑ­πάρ­ξει με­τα­βο­λὴ τῆς κα­τα­στά­σε­ως.
Ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, φαί­νε­ται κα­θα­ρὰ στὴν πα­ρα­βο­λή, ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­παρ­κτὲς ψυ­χι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Ἐ­πί­σης, ὅ­τι ὁ Ἀ­βρα­ὰμ (ποὺ λει­τουρ­γεῖ στὴν πα­ρα­βο­λὴ ὡς προ­σω­πο­ποί­η­ση τοῦ Θε­οῦ), ἀρ­νεῖ­ται ἔ­στω καὶ μί­α στα­γό­να ὕ­δα­τος, δη­λα­δὴ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἀ­να­ψυ­χή, στὸν βα­σα­νι­ζό­με­νο πλού­σιο. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λοὺς καὶ δὲν θέ­λει τὴ σω­τη­ρί­α τους. Ἀλ­λὰ οἱ ἴ­διοι μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους στὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή, ἀ­πέ­κλει­σαν κά­θε κοι­νω­νί­α τους μὲ τὸ Θε­ό. Ἔ­τσι, ὁ Θε­ὸς δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς σώ­σει μὲ τὸ ζό­ρι.
Τέ­λος, ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ δι­δά­σκει ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ δι­α­σώ­ζει ἡ Ἱ­ε­ρὰ Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι ἀ­σφα­λὴς καὶ ἀ­λάν­θα­στη ὁ­δη­γὸς γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α. Ἂς μὴν πε­ρι­μέ­νου­με ἄλ­λες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις. Τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα μᾶς ἔ­χει δώ­σει ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Ἂς μὴν ζη­τᾶ­με σὲ ἄλ­λες θο­λὲς πη­γὲς ἀ­πο­κα­λύ­ψεις καὶ ἑρ­μη­νεῖ­ες ὕ­πο­πτες. Ἡ πλά­νη ἐ­λο­χεύ­ει.

Η ΠΑΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ‘ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ’ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ «PROVINCIA MACEDONIA»



Ἀν. Καθ. Παν. Ἀθηνῶν
Σπυρίδωνος K. Τσιτσίγκου
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας


      Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας ἔχει ἀναδείξει τοὺς περισσότερους μάρτυρες ἀπὸ κάθε ἄλλη προηγούμενη ἐποχὴ μὲ τὰ Ναζιστικὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεων, τοὺς θρησκευτικοὺς διωγμοὺς τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης καὶ τὶς χιλιάδες ἰδεολογικοπολιτικὲς δολοφονίες ἀνὰ τὸν κόσμο. Καί, δικαιολογημένα, γιατί ἂν γιὰ τὴ Δημοκρατία, ὅπως ἔλεγαν οἱ Γάλλοι Κομμουνιστές, ἔπρεπε νὰ χυθεῖ αἷμα, πόσο αἷμα  ἀπαιτεῖται γιὰ τὴ σωτηρία ψυχῶν; Τὸ Μάιο τοῦ 1982, κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα Ἰωάννη Παύλου τοῦ Β’ στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Canterbury, ἑπτὰ ἐκκλησιαστικοὶ ἀντιπρόσωποι ἄναψαν εἰδικὲς κανδῆλες πρὸς τιμὴ τῶν ‘Μαρτύρων τοῦ αἰώνα’ μας.
       Ἡ πολιοῦχος μας Ἁγία Παρασκευή, ὡς γνωστό, μαρτύρησε, κατὰ τὴν παράδοση, ἔξω ἀπ’ τὰ Γιαννιτσά, τὰ ὁποῖα ἤσαν τότε στὴν ἐπικράτεια τοῦ ἡγεμόνα Ταράσιου. Τὰ λείψανά της βρίσκονται σήμερα στὴν ὁμώνυμη ἱ. Μονὴ τῆς Μητρόπολης Ἐδέσσης, ὅπου καὶ ὁ τάφος της, ἐνῶ τμῆμα τῆς ἁγίας κάρας της φυλάσσεται στὴν ἱ. Μονὴ Πετράκη Ἀθηνῶν. Ἔτσι, τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας γίνεται σύνδεσμος τῆς Μακεδονίας μὲ τὸν τόπο μας, τὴ Χαλκίδα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατὰ τὴ διὰ θαλάσσης ἐκ Μακεδονίας πορεία του πρὸς τὴν Ἀθήνα, εἶχε διέλθει ἀπ’ τὸν πορθμὸ τοῦ  Εὐρίπου.
        Ἡ Παπικὴ διπλωματία, διακατεχόμενη ἀπὸ ἕνα σταυροφορικὸ καὶ ἀποικιοκρατικὸ σύνδρομο, πάντοτε ἤθελε νὰ ἐπιδείχνει τὶς πολιτικὲς της «εὐαισθησίες», ὅπως πρόσφατα στὴ χώρα μας μὲ τὸ «Μακεδονικὸ» (ἔκθεση στὸ Βατικανὸ Βυζαντινῶν εἰκόνων τοῦ 13ου ἕως 19ου αἰ. ὡς «Μακεδονικῶν εἰκόνων», ἀνάγνωση τοῦ Χριστουγεννιάτικου μηνύματος καὶ παπικὴ εὐχὴ τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη» στὴν ψευδομακεδονικὴ διάλεκτο), τὶς ὁποῖες ὅμως μόλις τὸν προηγούμενο μήνα πῆρε πίσω, δηλώνοντας ὅτι ἡ Μακεδονία εἶναι ἑλληνικὴ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ,21/6/92).
       Ἐδῶ καὶ 400 χρόνια ἡ ΡΚαθολική Πολωνία ἀποτελεῖ τὸ προκεχωρημένο φυλάκιο τοῦ Βατικανοῦ κατὰ τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας, μὲ κύριο ὅπλο τὴν Οὐνία καὶ τὴν ἀποεθνοποίηση (ἐξάλειψη γλώσσας, παραγραφὴ ἱστορίας καὶ κατάργηση τῆς πίστης). Θυμήθηκε ἴσως ὁ Πάπας τὴ Ρωμαϊκὴ ἐπαρχία τῆς «MACEDONIAE», τὸ «Βουλγαρικὸ ζήτημα» (Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος) στὸ Ἰλλυρικό, ἢ τὴν Ἰταλικὴ περιοχὴ τοῦ Μετσόβου; Ἀλλά, μὲ τὴν ἴδια λογική, κι’ ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ ζητήσουμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν αὐτονόμηση τῆς Καλαβρίας!
       Ὂλ’ αὐτὰ μᾶς ξαναθυμίζουν τὴν παπικὴ Οὐνία (Σύνοδος Λατερανού, 1215), ὅπως ἐργάστηκε στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο ἀπ’ τὸν 13ο αἰ. κυρίως μέχρι σήμερα. Ἡ ἀντιπαράθεση Ὀρθοδοξίας καὶ ΡΚαθολικισμού προσέλαβε ἰδιαίτερη ἔνταση στὶς σλαβικὲς περιοχὲς ἀπὸ τὸ 1590. Τότε τὸ Βατικανὸ ἄρχισε νὰ ἐποφθαλμιᾶ τὶς δυτικὲς περιοχὲς τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας, καὶ κυρίως τὴν περιοχὴ τοῦ Λβόφ.
       Σὲ 800.000 ἀνέρχονται τὰ θύματα τοῦ ἄμαχου πληθυσμοῦ τῶν Ὀρθόδοξων Σέρβων τῆς Κροατίας ποὺ δολοφονήθηκαν (βιασμοί, ὁμαδικὲς ἐκτελέσεις κ.λπ.) ἀπ’ τοὺς (Οὐνίτες) Τρομοκράτες Οὐστάσι μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Βατικανοῦ καὶ τὴν κάλυψη τοῦ Φασισμοῦ τοῦ Μουσολίνι. 20.000 ἀνθρώπινα μάτια, ποὺ βγάλθηκαν ἀπὸ ζωντανοὺς Ὀρθόδοξους Γιουγκοσλάβους, ἀνακατεμένα μὲ κομμάτια πάγου μέσα σὲ καλάθια μὲ κορδέλες τῶν ἐθνικῶν χρωμάτων τῆς Κροατίας στάλθηκαν ὡς «δῶρο» ἀπὸ τὸν Ἀντρίγια Ἀρτούκοβιτς, ὑπουργὸ δημόσιας ἀσφάλειας τοῦ «νέου» κροάτικου κράτους, στὸν ἐπικεφαλῆς ἀρχηγὸ τῶν Οὐστάσι, Ἄντε Πάβελιτς. (Τί τραγικὴ εἰρωνεία, ἡ Ἁγία Παρασκευὴ νὰ θεωρεῖται παλλάδιο τῆς Ὀφθαλμιατρικῆς!) Κι’ αὐτὸ ἔγινε γιὰ ν’ ἀλλάξει ἡ σύνθεση τοῦ πληθυσμοῦ ὑπὲρ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ σὲ βάρος τῶν Ὀρθοδόξων Σέρβων. Γιὰ 500 χρόνια τὸ Βατικανὸ δὲν ἀντιμαχόταν μόνο τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορία καὶ τὴ γλώσσα τοῦ Ἔθνους μας. Σὲ λεζάντες τῶν φασιστικῶν περιοδικῶν, ὅπως τοῦ ‘TEMPO’, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, καὶ μὲ βάση ὁδηγίες τοῦ Βατικανοῦ, γράφονταν: «Ἀρκετά μᾶς ζάλισες μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά σου. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σοῦ μάθω λίγα Λατινικά».
       Λίγα χρόνια ἀργότερα, καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπέστησαν τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο διωγμὸ τοῦ Σεπτέμβρη 1955, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ διευθυντῆ τῆς CIA, Ἄλλεν Ντάλλας, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰησουίτη Τζὸν Φόστερ Ντάλλας ποὺ ἦταν προϊστάμενος τοῦ «Γραφείου Στρατηγικῶν Ὑπηρεσιῶν» τῶν ΗΠΑ. Ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν πρῶτος πράκτορας αὐτοῦ τοῦ «Γραφείου», Francis Joseph Spellman, θὰ προαχθεῖ μετέπειτα ἀπ’ τὸ Βατικανὸ σὲ Ἀρχιεπίσκοπο Νέας Ὑόρκης!
       Ὁ γνωστὸς δημοσιογράφος Κὰρλ Μπερνστάιν ἔχει ἀποκαλύψει στὸ ‘Time’ τὴ μυστικὴ συμφωνία τοῦ Πολωνοῦ Πάπα μὲ τὸν Ρέιγκαν γιὰ ἀποστολὴ στὸν Βαλέσα ἑκατομμυρίων δολαρίων, μέσω  τῆς CIA καὶ τῶν Πωλωνῶν ἱερέων, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πριμάτη Γιόζεφ Γκλέμπ. Τὸ 1,2 ἑκατομμύρια προερχόταν ἀπ’ τὴν Τράπεζα τοῦ Βατικανοῦ, ποὺ τὰ δανείστηκε ἀπ’ τὴν Τράπεζα Ἀμπροζιάνο τοῦ μεγαλοτραπεζίτη Μασόνου (Στοὰ Π2), Ρομπέρτο Κάλβι, ὁ ὁποῖος ἐκεῖνες ἀκριβῶς τὶς μέρες (18 Ἰουλίου 1982) βρέθηκε ἀπαγχονισμένος κάτω ἀπὸ γέφυρα τοῦ Τάμεση, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα χρήματα τὰ κατέβαλε τὸ ἀμερικανικὸ Κογκρέσο. Μήπως ἀπὸ σύμπτωση εἶχε βρεθεῖ δολοφονημένος ἀπὸ τὴ Μαφία στὶς 10 Ἰουνίου 1979 μέσα στὸ αὐτοκίνητό του καὶ ὁ Ἰταλὸς δικαστὴς Vittorio Occorsio, ποὺ εἶχε ἀποκαλύψει τὴ στενὴ συνεργασία Βατικανού, Μαφίας καὶ Μασονικῆς Στοᾶς Ρ-2; «Τώρα, λοιπόν, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσπάσει τὸν Ἰωάννη Παῦλο τὸν 2ο ἀπὸ τὸν ἑπόμενο στόχο του: νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ὅλο τὸν πλανήτη, ἀλλὰ προπαντός, στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη, μέσα στὰ ἴδια τὰ χωράφια τῆς ὀρθοδοξίας» (FLASH 2,1992). Στὴ Βοστόνη τῶν ΗΠΑ ὁ Πάπας εἶχε φροντίσει νὰ χειροτονήσει Καρδινάλιο τὸν Μπέρναρντ Λόου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὁμογένεια κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὑποψηφιότητας τοῦ Μάικλ Δουκάκη.
       Ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ποὺ περιόδευσε πρόσφατα τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος, στὸ πόρισμά του ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων: «Παραλλήλως πρὸς τὸ μεθοδευόμενον «μουσουλμανικὸν τόξον», ἀπὸ τοῦ Εὐξείνου καὶ τῆς Θράκης μέχρι καὶ τῶν Βαλκανίων, ἐπιδιώκεται ἡ δημιουργία καὶ «Καθολικοῦ τόξου», ἑλληνορρύθμων καὶ λατινορρύθμων καθολικῶν, ὡς κλοιοῦ περισφίγγοντος τὰς ὀρθοδόξους χώρας καὶ Ἐκκλησίας μέχρις ἀφανισμοῦ, εἰ δυνατόν». Ἡ («ὀρθόδοξη») Σχισματικὴ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων ἀποσχίστηκε ἀντικανονικὰ (γιὰ λόγους κομματικῆς πολιτικῆς, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ κανένα Ὀρθόδοξο Πατριαρχεῖο) τὸ 1967-68 ἀπ’ τὸν Πατριάρχη τῶν Σέρβων Παῦλο, ὁ ὁποῖος καὶ γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς Οὐνίας εἶχε ἀπευθύνει ἔκκληση βοήθειας πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ ἔχει ἤδη ἀπευθυνθεῖ στὸ Συμβούλιο Ἀσφαλείας τοῦ ΟΗΕ καὶ στὴν Εἰρηνευτικὴ Διάσκεψη γιὰ τὴ Γιουγκοσλαβία ποὺ ἔγινε στὶς Βρυξέλες, ζητώντας τὴ λήψη μέτρων γιὰ τὴν προάσπιση τῶν βασικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ὀρθοδόξων Σέρβων τῆς Κροατίας. Ἀλλά, ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριά, μόλις πρόσφατα ὁ πάπας ἀπέστειλε νούντσιο στὴ Μόσχα, ζητώντας ἀπ’ τὴν κυβέρνηση τῆς Ρωσίας ν’ ἀναγνωρίσει τὴν Οὐνία ὡς ἰσότιμη μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, προσφέροντας μάλιστα σὰν ἀντάλλαγμα τὴν ἄσκηση πίεσης στὰ ὄργανα τῆς Ε.Ο.Κ. γιὰ αὔξηση κι’ ἐπίσπευση τῆς ἀναμενόμενης οἰκονομικῆς βοήθειας.
       Δίκαια, λοιπόν, Βυζαντινοὶ Θεολόγοι, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐθναπόστολος, Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔχει γράψει καὶ εἰδικὸ λόγο γιὰ τὴν Ἄγ. Παρασκευή), χαρακτήριζαν τὸν Πάπα ὡς τὸ Θηρίο τῆς Ἀποκαλύψεως!  Μήπως ἄραγε εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι τόσος πολὺς ντόρος γίνεται σήμερα γιὰ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη μὲ τὸ Ἀντίχριστο – 666 (σὰν αὐτὸν τὸ δράκο ποῦ σκότωσε ἡ «ἀμνάδα» Παρασκευή), βιβλίο τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ἀπ’ τὴ Θεολογία ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴ ‘βιβλίο τῶν Μαρτύρων»;
       Ἡ πόλη μας, γνωστὴ ὡς «ἑλληνικὴ Ραβέννα», ὅπως ἦταν φυσικό, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἑξαιρεθεῖ ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ Ἰμπεριαλισμὸ τῆς Ρώμης. Ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Περιβλέπτου, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸ 1186 (ἐνῶ ἀμέσως μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 μεταβλήθηκε σὲ ναὸ τῆς Ἄγ. Παρασκευῆς – Πολιούχου τῆς Χαλκίδας), ὑπέστη τὴ βαναυσουργία τῆς Δύσης. Τὸν ναὸ εἶχε ἐπισκεφθεῖ κι’ ὁ ἴδιος ὁ Λατῖνος αὐτοκράτορας Ἐρρίκος τῆς Φλάνδρας, εἰσερχόμενος τὸ 1209 στὸ «Νegroponte» καὶ προσευχόμενος μάλιστα ἐντὸς αὐτοῦ νὰ μεταβληθεῖ σὲ κεντρικὴ Λατινικὴ ἐκκλησία τῆς πόλης μας!
      Οἱ Φράγκοι κατακτητὲς ἐπιδόθηκαν μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο στὴν ἀρχιτεκτονικὴ «δυτικοποίηση» τοῦ ναοῦ: ἕνα τμῆμα του γκρεμίστηκε, δυὸ χονδροειδεῖς πεσσοὶ προστέθηκαν μεταξὺ τῶν δύο κιονοστοιχιῶν κατὰ τὸ ἔτος 1279, ἐνῶ οἱ Βενετοὶ τὸν ἀνακαίνισαν σὲ Γοτθικὸ Ρυθμὸ μὲ τόξα Γοτθικά, κοσμήματα Φραγγικά, σύμβολα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, γράμματα καὶ σταυροὺς Καθολικοὺς κ.λπ., μεταβάλλοντας ἀκόμα καὶ τὸ ἱερὸ βῆμα σὲ τετράγωνο γοτθικό. Ἐξ ἄλλου, τὰ ἑκατέρωθεν δύο παρεκκλήσια πρὸς τ’ ἀριστερά τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου καὶ πρὸς τὰ δεξιὰ τῆς Ἁγίας Τριάδος [Σύμπτωση; Καὶ στὴν ἱ. Μονὴ Ἄγ. Παρασκευῆς Τήνου πάλι ὁ ναὸς ἔχει "παρεκκλήσι" ὡς δισυπόστατος, ὁ μὲν τῆς Ἄγ. Παρασκευῆς, ὁ δὲ τῆς Παναγίας Τριάδος] μεταβλήθηκαν σὲ τάφους Ἐνετῶν ἡγεμόνων (τοῦ Petrus Lippomano τὸ ἕνα), ἐνῶ, τέλος, ὅλος ὁ Ναὸς δόθηκε στὸν Λατῖνο Πατριάρχη ὡς ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ «μετόχι» (ἐξάρτημα) τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Βενετίας.
       Ἀλλά, ἡ Ἁγία μας δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπεμβαίνει σωστικὰ κατὰ τῶν ὁποιωνδήποτε παπικῶν αὐθαιρεσιῶν. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ 1442, ὅταν οἱ Ἑνωτικοὶ στὸ Βυζάντιο πραγματοποιοῦσαν τὴν ψευδένωση στὴ σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ἡ Ἁγία ἔσωσε κατόπιν ὁράματος πρὸς τὸν ἱερέα Ἀμβρόσιο τὴ νῆσο Χίο ἀπὸ βέβαιο καταποντισμό. Οὔτε πάλι εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι ὅταν ὁ πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ ἀπαίτησε τὴν ἀναγκαστικὴ τήρηση τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἀπ’ τοὺς Ὀρθόδοξους τῆς νήσου Τήνου, ἡ ὁποία βρισκόταν κάτω ἀπὸ Ἑνετικὴ κυριαρχία, ἡ ἱ. μονὴ Ἄγ. Παρασκευῆς πρωτοστάτησε στὴν πνευματικὴ ἀντίσταση. Πολὺ θὰ ὠφελεῖτο ἡ «Ἁγία Ἕδρα» τοῦ «μάρτυρα τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ», Ἀποστόλου Πέτρου, μιμούμενη τὴ ζωὴ τῆς ἐπιχώριας τῆς Ἁγίας!
      Εἰδικότερα γιὰ τὴν πόλη μας, ἡ παρουσία τοῦ ἱστορικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας καὶ ἡ πάνδημη τιμή  της ὡς πολιούχου καὶ προστάτου, δὲν ἔμεινε χωρὶς κι’ ἐκ μέρους τῆς Ὁσιομάρτυρας μεγάλα πρὸς ἐμᾶς εὐεργετήματα: πνευματικὰ (εἴτε ὡς συσσωρευτὴς Θ. Χάρης ποὺ ἐξέβαλλε τὴν προϋπάρξασα στὸν ναὸ της προχριστιανικὰ εἰδωλολατρικὴ τριάδα θεῶν Ἄρτεμης, Ἀπόλλωνα καὶ Λητῶς, εἴτε ὡς προσωπικὸς φωτισμός, εἴτε, τέλος, ὡς ἐπιστήμη: Ἀρχαιολογία, Λαογραφία κ.λπ.), ἠθικὰ καὶ ψυχολογικὰ (ἔχει συγκινήσει πολλοὺς στὸ δρόμο τῆς μετάνοιας), κοινωνικὰ (οἰκογενειακά, ἐπαγγελματικά, οἰκονομικά, πολιτικά), αἰσθητικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ (ὡς Ἁγιογραφία, Ναοδομία κ.λπ.), θρησκευτικὰ (ὡς ζῶσα μαρτυρία μὲ τὴ συνοχὴ τῶν Χριστιανῶν στὴν ἱ. Πανήγυρι τῆς μνήμης της, κατὰ ὁποιασδήποτε ἐπίβουλης αἵρεσης), βιολογικὰ (θαύματα ἰάσεων), οἰκολογικὰ (ὡς φυσικὴ προστασία μὲ τὴ λιτάνευση τῆς ἱ. εἰκόνας της) κ.λπ.
       Ὡς ἐλάχιστη τιμὴ στὸ μαρτύριο τῆς Ὁσίας εὔχομαι, μέσα στὰ πλαίσια ἑνὸς «κοινωνικοῦ μαρτυρίου» ὑπὲρ τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης, νὰ ἐπιδείξουμε κι’ ἐμεῖς, διὰ πρεσβειῶν τῆς Ἁγίας, τὸ μαρτύριο τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ ἑαυτοῦ (ΕΓΩ) μας, ποὺ εἶναι καὶ τὸ δυσκολότερο, ἀσκούμενοι: α)στὴ λογικὴ περίσκεψη καὶ λήθη τῶν προσωπικῶν μας παθημάτων, β)στὴ σιγὴ καὶ ὑπομονὴ στὶς κατηγορίες καὶ τοὺς προπηλακισμούς, γ)στὸ θάρρος, τὴν ἀνδρεία καὶ γενναιότητα τῆς πίστης ποὺ μεταβάλλει τὰ «λογικὰ πρόβατα» σὲ «ταύρους» μὲ ἀπαράμιλλο δυναμισμὸ καὶ χριστιανικὸ ἡρωισμό, καὶ δ)στὴν προσευχὴ ὑπὲρ τῶν σύγχρονων καὶ καθημερινῶν «δημίων» μας.

Τυπικόν της 13ης Αὐγούστου 2012



Δευτέρα: Ἀπόδοσις τῆς Ἑορτῆς τῆς Θ. Μεταμορφώσεως.
 Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. 
 
Ἡ Ἀκολουθία ψάλλεται ἀπαραλλάκτως, ὡς καί τήν ἡμέραν
 τῆς Ἑορτῆς, ἐξαιρουμένων ἐν μέν τῷ  Μεσονυκτικῷ τῶν 
διά τήν Λιτήν Στιχηρῶν Ἰδιομέλων, ἐν δέ τῷ Ὄρθρῳ τοῦ
 Πολυελέου καί τοῦ μετ’ αὐτοῦ Καθίσματος, τοῦ 
Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου καί τῆς τάξεως αὐτοῦ, τοῦ
 Συναξάριου, ἀντ’ αὐτοῦ δέ ἀναγινώσκεται τῆς ἡμέρας
 (13ῃ Αὐγούστου).
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα-Εἰσοδικόν:
 Τῆς Ἑορτῆς.
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τῆς Ἑορτῆς·«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει...» καί 
2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
Τῆς Ἑορτῆς· «Ἐπί τοῦ ὄρους μετεμορφώθης...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τῆς ἡμέρας· Δευτέρας ια΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. β΄ 3-15),
 μετά τοῦ Προκειμένου τῆς Ἑορτῆς.
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Δευτέρας ια΄ ἑβδομάδος Ματθαίου (Ματθ. ιγ΄ 13-22).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: 
«Ὁ τόκος σου ἄφθορος...».
Κοινωνικόν: 
«Ἐν τῷ φωτί τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα 
εἰς τόν αἰῶνα. Ἀλληλούϊα».
«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει...», κτλ.
Ἀπόλυσις: 
«Ὁ ἐν τῷ ὄρει τῷ Θαβώρ...».

Τῷ ἑσπέρας τῆς αὐτῆς ἡμέρας ὁ Προεόρτιος Ἑσπερινός 
καί ὁ Μικρός Παρακλητικός Κανών, ὁ καί τελευταῖος.
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκιον: 
Τό Προεόρτιον· «Λαοί, προσκιρτήσατε...», ἅπαξ.

Ἡ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν γιὰ τὸ θάνατο. Anthony Metropolitan of Sourozh



Ὁ τρόπος ἀντιμετώπισης τοῦ δικοῦ μας θανάτου διαφοροποιεῖται στὸν καθένα μας ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία καὶ τὶς περιστάσεις. Σκεφτεῖτε τὰ παιδιὰ ποὺ ἀκοῦν τὴ λέξη «θάνατος» καὶ εἴτε ἔχουν μιὰ ἀσαφῆ ἰδέα γι' αὐτόν, εἴτε ἴσως ἔχουν χάσει ἕναν ἤ καὶ τοὺς δύο γονεῖς τους, καὶ πενθοῦν μέσα στὴν μοναξιά: ἡ ἀπώλεια εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἀντίληψή τους γιὰ τὸ θάνατο, ὄχι ὁ ἴδιος ὁ θάνατος. 

Τὰ περισσότερα παιδιὰ -τὰ περισσότερα ἀγόρια σίγουρα- ἔχουν παίξει, σὲ κάποιες φάσεις τῆς ζωῆς τους, παιχνίδια πολέμου: «Σὲ πυροβόλησα. Εἶσαι πεθαμένος. Πέσε κάτω.»

Καὶ τὸ παιδὶ ξαπλώνει κάτω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ γνωρίζει συναισθηματικά, ἀλλὰ μέσα στὴν ἀσφάλεια τοῦ παιχνιδιοῦ, ὅτι εἶναι νεκρό, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει πὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παίξει, νὰ τρέξει ἤ νὰ κινηθεῖ. Πρέπει νὰ μείνει ξαπλωμένο μ' ἕνα συγκεκριμένο τρόπο. Ἡ ζωὴ συνεχίζεται τριγύρω του, ἀλλὰ ἐκεῖνο δὲν ἀποτελεῖ πιὰ μέρος της, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸ τοῦ φαίνεται πιὰ πολύ, καὶ πετάγεται πάνω λέγοντας: «Βαρέθηκα νὰ εἶμαι πεθαμένος. Σειρά σου τώρα».

Αὐτὴ εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἐμπειρία, διότι τὸ παιδὶ μέσα ἀπ' αὐτὴ ἀνακαλύπτει ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ξένο πρὸς τὴ ζωή· κι ὡστόσο, ὅλο αὐτὸ εἶναι ἕνα παιχνίδι καὶ διαθέτει τὴν ἀσφάλεια ποὺ τὰ παιχνίδια διαθέτουν. Μπορεῖ νὰ τελειώσει ἀνὰ πάσα ὥρα καὶ στιγμὴ μὲ ἀμοιβαία συμφωνία, ἀλλὰ τὸ παιδὶ ὅλο καὶ κάτι θὰ ἔχει διδαχθεῖ. 

Θυμᾶμαι πρὶν πολλὰ χρόνια, ἕνα ὑπερβολικὰ εὐαίσθητο παιδὶ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς κατασκηνώσεις μας, τὸ ὁποῖο βίωνε τὸ παιχνίδι αὐτὸ μὲ τέτοια ἔνταση ποὺ δὲν τὸ ἄντεχε. Ἔτσι ἔπαιξα ἕνα ὁλόκληρο παιχνίδι μαζί του, ὥστε μέσα ἀπὸ τὸ κρυφτὸ καὶ τὸ κυνηγητὸ τοῦ πολεμικοῦ παιχνιδιοῦ, νὰ μπορέσει νὰ εἰσέλθει μέσα σ' αὐτὴ τὴν ἐμπειρία. Γι' αὐτόν, δὲν ἦταν παιχνίδι· ἦταν πολὺ ἀληθινό.

Ἡ εἰσαγωγὴ ἑνὸς παιδιοῦ στὸ ζήτημα τοῦ θανάτου μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τρόπο τερατώδη καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴ νοσηρότητα, ἡ ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τρόπο σωστὸ καὶ ὑγιῆ. Τὸ παράδειγμα ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀληθινό, ὄχι φανταστικό. Μία ἡλικιωμένη κυρία, πολυαγαπημένη γιαγιά, πέθανε μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια. Μὲ κάλεσαν νὰ ἔρθω στὸ σπίτι καὶ ὅταν κατέφθασα, διαπίστωσα πὼς τὰ παιδιὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ.

Οἱ γονεῖς μου ἐξήγησαν: «Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιτρέψουμε στὰ παιδιὰ νὰ μείνουν σ' ἕνα σπίτι ὅπου ὑπάρχει νεκρός». «Γιατί ὄχι;» τοὺς ρώτησα. «Διότι γνωρίζουν τί σημαίνει θάνατος», ἀποκρίθηκαν. «Καὶ τί σημαίνει θάνατος;», ξαναρώτησα. «Εἶδαν στὸν κῆπο τὶς προάλλες ἕνα κουνέλι κομματιασμένο ἀπὸ τὶς γάτες· ἑπομένως γνωρίζουν τί εἶναι ὁ θάνατος». Ἀντεῖπα λοιπὸν πὼς ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ θανάτου ποὺ εἶχαν τὰ παιδιά, τότε ἦταν καταδικασμένα γιὰ πάντα νὰ κατακλύζονται ἀπὸ μιὰ αἴσθηση τρόμου, κάθε φορὰ ποὺ θὰ ἀκοῦν τὴν λέξη «θάνατος», κάθε φορὰ ποὺ θὰ παρακολουθοῦν ἕνα μνημόσυνο, κάθε φορὰ ποὺ θὰ βλέπουν ἕνα φέρετρο - ἀνείπωτος τρόμος κρυμμένος σ' ἕνα ξύλινο κουτί.

Μετὰ ἀπὸ μακρὰ συζήτηση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ γονεῖς μοῦ εἶπαν πὼς τὰ παιδιὰ θὰ ἦταν καταδικασμένα σὲ νευρικὴ καταρράκωση ἂν τοὺς ἐπιτρεπόταν νὰ δοῦν τὴν γιαγιά τους, καὶ πὼς ἡ πνευματική τους κατάσταση θὰ ἦταν δική μου εὐθύνη, ἔφερα τὰ παιδιὰ πίσω. Ἡ πρώτη τους ἐρώτηση ἦταν: «Τί συνέβη, πραγματικά, στὴ γιαγιά;» Τοὺς ἀπάντησα τὸ ἑξῆς: «Θυμᾶστε ποὺ ἡ γιαγιά σας, ἐπανειλημμένα στὸ παρελθόν, εἶχε πεῖ πὼς λαχταράει νὰ ξανασμίξει μὲ τὸν ἄντρα της στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἐκεῖνος εἶχε ἤδη πάει; Αὐτὸ τῆς συνέβη τώρα». «Ὁπότε εἶναι εὐτυχισμένη;», μὲ ξαναρώτησε τὸ ἕνα ἀπ' τὰ παιδιά. «Ναί», ἀποκρίθηκα.

Στὴ συνέχεια, πήγαμε στὸ δωμάτιο ὅπου κείτονταν ἡ γιαγιά. Ἡ γαλήνη ἐκεῖ ἦταν ὑπέροχη. Ἡ ἡλικιωμένη γυναῖκα, ποὺ τὸ πρόσωπό της ἦταν ρημαγμένο ἀπὸ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ὀδύνης, κείτονταν ἀπόλυτα γαλήνια καὶ ἤρεμη. Ἕνα ἀπ' τὰ παιδιὰ εἶπε: «Ὥστε αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος». Καὶ τὸ ἄλλο εἶπε: «Τί ὄμορφα!» Αὐτὲς εἶναι δύο ὄψεις τῆς ἴδιας ἐμπειρίας. Θὰ ἐπιτρέψουμε στὰ παιδιὰ νὰ δοῦν τὸ θάνατο μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ κατακρεουργημένου στὸν κῆπο ἀπὸ τὶς γάτες μικροῦ κουνελιοῦ, ἤ θὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ δοῦν τὴ γαλήνη καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ θανάτου;

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φέρνουμε τὸν πεθαμένο στὸ ναὸ ὅσο γρηγορότερα μποροῦμε. Προσευχόμαστε ὑπὸ τὴν παρουσία ἑνὸς ξεσκέπαστου φερέτρου. Ἐνήλικες καὶ παιδιὰ τὸ πλησιάζουν. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ ἀποκρυφτεῖ· εἶναι κάτι ἁπλό, εἶναι μέρος τῆς ζωῆς. Καὶ τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ δοῦν τὸ πρόσωπο τοῦ συχωρεμένου καὶ τὴν εἰρήνη ποὺ τὸ ἔχει ἐπισκιάσει. Ἀσπαζόμαστε τὴ σορό. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε, σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο, νὰ προειδοποιοῦμε τὰ παιδιὰ πὼς ὅταν θὰ ἀσπαστοῦν τὸ μέτωπο τοῦ συχωρεμένου ἀνθρώπου -τὸ μέτωπο ποὺ ἦταν πάντοτε ζεστὸ- αὐτὸ θὰ εἶναι τώρα κρύο. «Αὐτὸ εἶναι τὸ σημάδι τοῦ θανάτου», μποροῦμε νὰ τοὺς ποῦμε. Ἡ ζωὴ συνεπάγεται θερμότητα. Ὁ θάνατος εἶναι ψυχρός. Κι ἔτσι, τὸ παιδὶ δὲν τρομοκρατεῖται γιατί ἔχει ἐμπειρία θερμῶν καὶ ψυχρῶν πραγμάτων, καὶ καθετὶ ἀπ' αὐτὰ ἔχει τὴ δική του φύση, τὸ δικό του νόημα.

Αὐτὲς οἱ πρῶτες ἐντυπώσεις, καθορίζουν τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζουμε ἀργότερα τὸ θάνατο.
πηγή

ΔΕΥΤΕ ΑΝΑΒΩΜΕΝ... ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΗΣ ΓΗΡΟΚΟΜΙΤΙΣΣΗΣ - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

πηγή


Αύριο η Πά­τρα α­νη­φο­ρί­ζει στο Μο­να­στή­ρι της Κυ­ράς της, που μα­ζί με τον Ά­γιο Α­πό­στο­λο Αν­δρέ­α την κρα­τά­νε στα χέ­ρια τους και την προ­στα­τεύ­ουν.
Προ­ερ­τά­ζει η πό­λις η ευ­λο­γη­μέ­νη, την λα­μπρά Ε­ορ­τή της Κοι­μή­σε­ως της Θε­ο­τό­κου και ε­τοι­μά­ζε­ται μα­ζί με τις Ου­ρά­νιες Δυ­νά­μεις, να υ­μνή­ση την Πα­να­γί­α μας με τα συ­γκλο­νι­στι­κά ε­όρ­τια ά­σμα­τα:«Βα­βαί των σων μυ­στη­ρί­ων Α­γνή, του Υ­ψί­στου θρό­νος, α­νε­δεί­χθης Δέ­σποι­να. Η δό­ξα σου ευ­πρε­πής, θε­ο­φθεγ­γέ­σιν ε­κλά­μπου­σα χά­ρι­σι... Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη χαί­ρε με­τά σού ο Κύ­ριος, ο πα­ρέ­χων τω κό­σμω διά σου το μέ­γα έ­λε­ος».
Ό­μως, η αυριανή σύ­να­ξη εί­ναι ξε­χω­ρι­στή και ο Λα­ός που α­νε­βαί­νει στην αυ­λή της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, με ευ­λά­βεια πολ­λή της ψά­λλει τον ξε­χω­ρι­στό ύ­μνο, τα ε­γκώ­μια, που εί­ναι α­παύ­γα­σμα, ξε­χύ­λι­σμα ευ­λα­βεί­ας προς αυ­τή, κεί­με­νο γραμ­μέ­νο ει­δι­κά για την Γη­ρο­κο­μί­τισ­σά μας, την κυ­ρά της Πά­τρας, η ο­ποί­α α­πό τον λό­φο της χά­ρι­τός της, ευ­λο­γεί την πό­λη μας και την προ­στα­τεύ­ει.
Τα ε­γκώ­μια που ψάλ­λο­νται κά­θε χρό­νο, την Κυ­ρια­κή προ της Ε­ορ­τής της Κοι­μή­σε­ως της Θε­ο­τό­κου, στην ως εί­ρη­ται Ιε­ρά Μο­νή, εί­ναι γραμ­μέ­να α­πό Ιε­ράρ­χη σε­πτό, «άν­θρω­πον ζή­λω θεί­ω πε­πυ­ρω­μέ­νον και α­ρε­τή βί­ου κε­κο­σμη­μέ­νον», τον Ε­πί­σκο­πο Πα­λαιών Πα­τρών Διο­νύ­σιο, ο ο­ποί­ος ε­γκα­τε­βί­ω­σε στην ιε­ρά της Πα­να­γί­ας μας μάν­δρα, ά­νω­θεν της με­γα­λου­πό­λε­ως των Πα­τρών. Δεν εί­ναι κεί­με­νο πρό­σφα­το, των τε­λευ­ταί­ων ε­τών δη­λα­δή, αλ­λά συ­νε­τά­γη, εν κα­τα­νύ­ξει ψυ­χής και εν ευ­λα­βεί­α με­γά­λη α­πό τον, ως ά­νω, σε­πτόν των Πα­τρών Ιε­ράρ­χη, το έ­τος 1541 μ.Χ.  και διε­σώ­ζε­το στην Βι­βλιο­θή­κη της Δη­μη­τσά­νης, ό­που και ε­νευ­ρέ­θη, για να α­ξιο­ποι­η­θή δε­ό­ντως, ό­χι μό­νο ως ύ­μνος ε­γκω­μια­στι­κός, αλ­λά και ως ι­κε­τή­ριος κραυ­γή προς την Γη­ρο­κο­μή­τισ­σα, γλυ­κυ­τά­τη Μη­τέ­ρα μας.
Ο α­οί­δι­μος προ­κά­το­χος η­μών, κυ­ρός Νι­κό­δη­μος, κα­τό­πιν μι­κράς ε­πε­ξερ­γα­σί­ας του ποι­ή­μα­τος, ε­ξέ­δω­κε τα ε­γκώ­μια σε ει­δι­κό φυλ­λά­διο, το πρώ­τον, το έ­τος 1997 και ώ­ρι­σε να ψάλ­λω­νται στο Μο­να­στή­ρι της Πα­να­γί­ας μας, την Κυ­ρια­κή προ της Ε­ορ­τής της Κοι­μή­σε­ώς της.
Γνω­ρί­ζο­με ό­τι την α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, ως προς τα Ε­γκώ­μια, την έ­χει ο Ε­πι­τά­φιος Θρή­νος, που ψάλ­λε­ται κα­τά τον Όρ­θρο του Με­γά­λου Σαβ­βά­του, εις τους Ιε­ρούς Να­ούς. Ό­μως η πε­ρί­πτω­ση των Ε­γκω­μί­ων, του Ε­πι­τα­φί­ου Ύ­μνου δη­λα­δή, της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, εί­ναι τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή για τους λό­γους που α­να­φέ­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως και για τού­το ό­χι α­πλώς ε­συ­νε­χί­σα­με την ω­ραί­α αυ­τή πα­ρά­δο­ση και θα την συ­νε­χί­ζω­με, αλ­λά ε­φρο­ντί­σα­με λα­μπρο­τέ­ρα η σύ­να­ξη να τε­λή­ται και η συμ­με­το­χή του Λα­ού α­θρό­α να κα­τα­στή προς τι­μήν της υ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας. Έ­τσι η η­μέ­ρα των Ε­γκω­μί­ων, στο Μο­να­στή­ρι της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, α­μιλ­λά­ται εις αί­γλην, κα­τά τα τε­λευ­ταί­α έ­τη και εις συμ­με­το­χήν Λα­ού, την πα­νή­γυ­ριν της 15ης Αυ­γού­στου.
Εί­μαι βέ­βαιος ό­τι και ε­φέ­τος κα­τά την Α­κο­λου­θί­α των Ε­γκω­μί­ων, τα πλή­θη των Πα­τρέ­ων, θα κα­τα­κλύ­σουν τον Να­ό της Υ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης Δέ­σποι­νας του κό­σμου και την ιε­ρά μάν­δρα της, το παν­σε­βά­σμιο δη­λα­δή Μο­να­στή­ρι της και ι­κε­τευ­τι­κά θα στα­θούν ε­νώ­πιον της χα­ρι­το­βρύ­του Ει­κό­νος της, για να την ε­γκω­μιά­σουν με­τά των Αγ­γέ­λων και των Α­γί­ων του Θε­ού.
Εί­μαι πε­πει­σμέ­νος, ό­τι πλη­θύς ευ­λα­βών Χρι­στια­νών, πρε­σβύ­τε­ροι με­τά νε­ω­τέ­ρων, νε­α­νί­σκοι και παρ­θέ­νοι και στό­μα­τα νη­πί­ων και θη­λα­ζό­ντων, αί­νον θα κα­ταρ­τί­σουν, συ­νω­δά τω Γα­βρι­ήλ και τω μα­κα­ρι­στώ Μη­τρο­πο­λί­τη Πα­λαιών Πα­τρών Διο­νυ­σί­ω, ε­γκω­μιά­ζο­ντες «την των ου­ρα­νών Πλα­τυ­τέ­ραν».
Εί­μαι α­κό­μα βέ­βαιος, ό­τι κα­τά την ώ­ρα που θα λι­τα­νεύ­ω­με την, εκ­πά­γλου ου­ρα­νί­ου χά­ρι­τος πα­να­γί­α μορ­φή της Πα­νά­γνου Κό­ρης, θα βιώ­σω­με ε­σω­τε­ρι­κό ιε­ρό συ­γκλο­νι­σμό, ιε­ρά συ­γκί­νη­ση και ά­φα­το δέ­ος, ο­ρώ­ντες την ευ­σέ­βεια να ξε­χυ­λί­ζη α­πό τις καρ­διές, ε­νώ τα πλή­θη των πι­στών, θα συ­νω­στί­ζω­νται, ως κατ΄  έ­τος συμ­βαί­νει, προ­κει­μέ­νου να ψαύ­σουν την α­γί­α της Ει­κό­να, βα­στα­ζο­μέ­νην εις τας χεί­ρας του Η­γου­μέ­νου της Μο­νής.
Σας προ­σκα­λού­με και ε­φέ­τος, σ΄ αυ­τό το ου­ρά­νιο ά­μα και ε­πί­γειο πα­νη­γύ­ρι, ό­που «τα ά­νω τοις κά­τω συ­νε­ορ­τά­ζει και τα κά­τω τοις ά­νω συ­νο­μι­λεί», για να πά­ρω­με δύ­να­μη, να α­ντλή­σω­με ελ­πί­δα, να ε­ξα­σφα­λί­σω­με ε­πι­στη­ριγ­μόν και βε­βαί­αν ε­νί­σχυ­ση στην τό­σο δύ­σκο­λη πο­ρεί­α μας.
Σας πα­ρα­κα­λού­με να α­νη­φο­ρί­σε­τε στον ιε­ρό λό­φο, ό­που της Πα­να­γί­ας μας το Μο­να­στή­ρι και προ­σκύ­νη­μα, να α­νέλ­θε­τε εις το «ό­ρος» της Με­γα­λό­χα­ρης Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης και να ε­νώ­σε­τε την πα­ρα­κλη­τι­κή φω­νή σας με την ι­κε­σί­α και την δέ­η­ση του Ε­πι­σκό­που σας και των Πα­τέ­ρων της Μο­νής την προ­σευ­χη­τι­κή ε­πί­κλη­ση.
* Για τον κό­σμο ό­λο, ο ο­ποί­ος ευ­ρί­σκε­ται σε φο­βε­ρή δί­νη και φρι­κτή σκο­το­δί­νη, εξ’ αι­τί­ας των πολ­λών α­μαρ­τιών και της με­γά­λης α­πο­στα­σί­ας α­πό τον Θε­ό.
* Για την Πα­τρί­δα μας, η ο­ποί­α, υ­πο­φέ­ρει ως μη ώ­φε­λεν, κρί­μα­σιν οις οί­δεν ο Θε­ός, και η ο­ποί­α ε­να­γω­νί­ως α­να­ζη­τεί έ­ξο­δο α­πό την κρί­ση και την α­πελ­πι­σί­α, που ως έ­να α­παί­σιο νέ­φος ε­πι­κά­θη­σαν στον ου­ρα­νό της.
* Για το γέ­νος μας γε­νι­κώς, το ο­ποί­ο έ­χα­σε, προς και­ρόν πι­στεύ­ο­με, την πνευ­μα­τι­κή του πυ­ξί­δα, υ­ιο­θε­τή­σαν αλ­λό­τρια και ξέ­να πρό­τυ­πα ζω­ής, μα­κράν των υ­πό του Θε­ού πα­ρα­δε­δο­μέ­νων και υ­πό των ε­τών δο­κι­μα­σμέ­νων ιε­ρών α­λη­θειών και α­ξιών.
* Για τους έ­χο­ντας στα χε­ριά τους τις τύ­χες της χώ­ρας μας, ώ­στε:
α) Να τους φω­τί­ζη ο Θε­ός, προ­κει­μέ­νου να ε­πι­λέ­γουν κά­θε φο­ρά τα συμ­φέ­ρο­ντα και πρό­σφο­ρα για τον τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο Λα­ό μας μέ­τρα, χω­ρίς να δί­δουν γη και ύ­δωρ, στους ε­πι­θυ­μού­ντας να κα­τα­πί­ουν, ως λέ­ο­ντες, την ικ­μά­δα αυ­τού του ευ­γε­νούς Λα­ού.
β) Να εί­ναι έ­τοι­μοι α­νά πά­σαν στιγ­μή, ώ­στε να υ­ψώ­νουν φω­νή, υ­πέρ των α­δι­κου­μέ­νων και κα­τα­πο­νου­μέ­νων α­πό τα δυ­σβά­στα­κτα βά­ρη που συ­νε­χώς ε­πι­βάλ­λουν οι δα­νει­στές μας και δυ­νά­στες μας Ευ­ρω­παί­οι και τα ο­ποί­α κα­θη­με­ρι­νώς, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, πιέ­ζουν και γο­να­τί­ζουν μι­κρούς και με­γά­λους.
γ) Να υ­πε­ρα­σπί­ζω­νται, ε­πό­με­νοι ταίς θυ­σί­αις των α­γω­νι­στών υ­πέρ πί­στε­ως και πα­τρί­δος, τα ιε­ρά και ό­σια της φυ­λής μας και την ε­θνι­κή μας α­κε­ραιό­τη­τα και α­νε­ξαρ­τη­σί­α, την ο­ποί­α με την θαυ­μα­στή προ­στα­σί­ας της Πα­να­γί­ας μας, ως Υ­περ­μά­χου Στρα­τη­γού, ε­πι­τύ­χα­με.
* Για τα παι­διά μας, που βα­σα­νί­ζο­νται σε έ­να κό­σμο, πνευ­μα­τι­κά γη­ρα­σμέ­νο και πο­λι­τι­στι­κά πτω­χευ­μέ­νο, προ­κει­μέ­νου να βρούν την πο­ρεί­α τους. Πού υ­πο­φέ­ρουν α­πό α­νερ­γί­α, α­πό έλ­λει­ψη ο­ρά­μα­τος στην ζω­ή και α­πό την α­βε­βαιό­τη­τα για το μέλ­λον, α­φού το σύ­στη­μα, ό­πως «εν α­μαρ­τί­αις πολ­λαίς» διε­μορ­φώ­θη, ε­τσά­κι­σε τα φτε­ρά τους και τα κα­τή­ντη­σε νυ­κτω­μέ­νους στρα­το­κό­πους α­πο­στα­σμέ­νων ή το χει­ρό­τε­ρο σβη­μέ­νων ελ­πί­δων.
Να φω­τί­ση Κύ­ριος ο Θε­ός τους νέ­ους μας, ώ­στε διά πρε­σβειών της Πα­να­γί­ας μας, να κα­τα­νο­ή­σουν ό­τι η ζω­ή έ­χει α­ξί­α μό­νο ό­ταν ο άν­θρω­πος εί­ναι ε­νω­μέ­νος με τον Θε­ό, ό­ταν έ­χη ε­μπι­στο­σύ­νη στην Εκ­κλη­σί­α που εί­ναι η με­γά­λη και φι­λό­στορ­γη μά­να μας, ό­ταν η ό­λη μας βιο­τή εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νη α­πό τις πνευ­μα­τι­κές α­ξί­ες που κρά­τη­σαν όρ­θιο αυ­τό τον τό­πο ε­πί τό­σους αιώ­νες.
Να α­ντι­λη­φθούν, ό­τι χρειά­ζε­ται α­γώ­νας και α­ντί­στα­ση για να ε­πι­τευ­χθούν τα α­γα­θά της ζω­ής και να δια­σω­θή η α­ξιο­πρέ­πεια και το «κατ’ ει­κό­να και καθ’ ο­μοί­ω­σιν Θε­ού», του αν­θρω­πί­νου προ­σώ­που.
* Για την πό­λη μας, την Πά­τρα, την ο­ποί­α τό­σο α­γά­πη­σε ο Θε­ός και για τον φω­τι­σμό της και την σω­τη­ρί­α της, έ­στει­λε τον Πρω­τό­κλη­το Α­πό­στο­λό Του, ο ο­ποί­ος ό­χι μό­νο ε­δί­δα­ξε, αλ­λά και μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το υ­πέ­στη ε­πί του Χια­στού Σταυ­ρού, πορ­φυ­ρώ­σας με το αί­μα του τον ευ­λο­γη­μέ­νο τό­πο μας.
Να πα­ρα­κα­λέ­σω­με για την πό­λη μας, με τα τό­σα και τέ­τοια προ­βλή­μα­τα, που ό­λους ό­σοι την α­γα­πά­με δεν μας α­φή­νουν «να δώ­σω­με ύ­πνον τοις ο­φθαλ­μοίς η­μών και τοις βλε­φά­ροις η­μών νυ­σταγ­μόν» και τα ο­ποί­α δεν θα κα­τω­νο­μά­σω­με, ού­τε θα α­πα­ριθ­μί­σω­με τώ­ρα, προ­κει­μέ­νου ου­δέ­να να στε­νο­χω­ρή­σω­με.
* Να ι­κε­τεύ­σω­με για αυ­τόν τον τό­πο, που, πα­ρά την τό­ση ο­μορ­φιά του και τα δώ­ρα του Θε­ού, α­ντι­με­τω­πί­ζει τό­σες δυ­σκο­λί­ες, γεύ­ε­ται πολ­λές α­δι­κί­ες και δο­κι­μά­ζει, πολ­λά­κις, πό­νο δυ­σβά­στα­κτο και με­γά­λο.
Και κα­θώς με­τα­φέ­ρο­μαι, νο­ε­ρώς στις αυ­λές της Γη­ρο­κο­μι­τίσ­σης, ή­δη βιώ­νω τις συ­γκλο­νι­στι­κές στιγ­μές και το ξέ­σπα­σμα της ευ­λα­βεί­ας σας α­δελ­φοί, την ώ­ρα που λι­τα­νεύ­ε­ται η μορ­φή της Πα­να­κη­ρά­του και Πα­νά­γνου Κό­ρης και εί­τε εν ε­γρη­γόρ­σει, εί­τε εν εκ­στά­σει, α­κού­ω τα πλή­θη των ευ­σε­βών ό­που γης και την κτί­ση ο­λό­κλη­ρη, να ε­νώ­νουν μα­ζί σας την βα­θειά τους ι­κε­σί­α και φω­νή λι­γυ­ρά να προ­σφθέγ­γω­νται προς την Γορ­γο­ε­πή­κο­ο, την Ε­λε­ού­σα, την Γλυ­κο­φι­λού­σα, την Πα­ντά­νασ­σα και Γη­ρο­κο­μί­τισ­σα:
«Ά­ρον σου τα όμ­μα­τα Μα­ριάμ
και ί­δε ευ­σπλά­χνως, τους ει­κό­νι σου τη σε­πτή,
πα­ρε­στώ­τας
Κό­ρη και σε πα­ρα­κα­λού­ντας
και πλή­ρω­σον αι­τή­σεις,
τού­των Πα­νύ­μνη­τε».

Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...