Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2012

Η θεωρία της «κρυμμένης» Εκκλησίας (Στέλιος Μπαφίτης)


Η Μεγάλη Μέρα της Οργής Του.
Πίνακας του Άγγλου ζωγράφου John Martin


Μελέτη του Στέλιου Μπαφίτη
Πρόλογος
Ενώ το μεγαλύτερο μέρος του Προτεσταντικού κόσμου ομιλεί για μια αόρατη Εκκλησία που δεν εντοπίζεται στην ιστορία έχοντας συγκεκριμένη δομή, ιεραρχία, και πίστη –θέλοντας να δικαιολογήσουν έτσι την ξαφνική τους εμφάνιση μετά τον 16ο αιώνα- αλλά ότι η Εκκλησία αποτελείται δήθεν από τους πιστούς στον Χριστό ανεξαρτήτως των χιλιάδων δογματικών διαφορών (γνωστή η θεωρία αυτή ως «θεωρία των κλάδων»), ένα πολύ μικρότερο μέρος του –οι λεγόμενοι Αντβεντιστές της 7ης Ημέρας- ισχυρίζονται ότι είναι προφητευμένο στο βιβλίο της Αποκάλυψης ότι δήθεν η Εκκλησία θα κρύβονταν κατά τους διωγμούς και θα εμφανιζόταν πάλι σε μια συγκεκριμένη εποχή κοντά στα έσχατα. Σχετικό άρθρο, μπορείτε να διαβάσετε εδώ
Θα αναφέρουμε τι λέει ο Αντβεντιστής συγγραφέας με λίγα λόγια, τι λέει πραγματικά το 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης, θα σχολιάσουμε όσα λάθη εντοπίσαμε στους ισχυρισμούς του συγγραφέα, και θα αναφερθούμε στο τι λέει ο Χριστός και οι Πατέρες για τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας.

Τι λέει με λίγα λόγια ο συγγραφέας.
Ο συγγραφέας, στηριζόμενος στο 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης, διδάσκει ότι «Η αληθινή εκκλησία δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί πριν από το έτος 1798». Θα παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του και θα εντοπίσουμε τα λάθη και τις αυθαιρεσίες προκειμένου να πείσει για πράγματα που δεν υποστηρίζει η Αγία Γραφή, ούτε φυσικά το βιβλίο της Αποκάλυψης. Η βάση του όλου σκεπτικού του, εστιάζεται στις 1260 ημέρες που αναφέρονται στο 12ο κεφάλαιο. Τώρα, το πώς αρνείται τα ξεκάθαρα λόγια του Χριστού που μιλούν για μια Εκκλησία ΦΑΝΕΡΗ στον κόσμο «Σεις είσθε το φως του κόσμου· πόλις κειμένη επάνω όρους δεν δύναται να κρυφθή» (Ματθαίος, ε 14), και πως εξαπλώθηκε η βασιλεία των ουρανών όπως ο κόκκος του σιναπιού από μια «κρυμμένη και αφανή εκκλησία» «το οποίον είναι μεν μικρότερον πάντων των σπερμάτων, όταν όμως αυξηθή είναι μεγαλήτερον των λαχάνων και γίνεται δένδρον, ώστε έρχονται τα πετεινά του ουρανού και κατασκηνούσιν εν τοις κλάδοις αυτού» (Ματθαίος ιγ 31-32), παρερμηνεύοντας το βιβλίο της Αποκάλυψης, είναι θέμα του συγγραφέα. Το γιατί, πιστεύω ότι είναι προφανές. Διότι δεν μπορούν να αποδείξουν την ιστορική τους συνέχεια από την αρχαία Εκκλησία.

Τι μας δείχνει το 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης με λίγα λόγια;
Το 12ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως, μας περιγράφει με συμβολικές εικόνες την ιστορία της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης (200 μ Χ) αναφέρει· «Την μεν ουν γυναίκα περιβεβλημένην τον ήλιον σαφέστατα την εκκλησίαν εδήλωσεν» (ΒΕΠ 6, 218). Βέβαια, κατά την Ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση, σχετίζεται και με την Υπεραγία Θεοτόκο. Εμείς όμως θα αναφερθούμε στην σημασία της ως «Εκκλησίας». Μας παρουσιάζεται μια τριμερής οπτασία. Και τα τρία μέρη ανήκουν στην ίδια όραση. Στην αρχή μας παρουσιάζεται μια γυναίκα έτοιμη να γεννήσει, κατόπιν η μάχη του αρχαγγέλου Μιχαήλ, και εν τέλει ο θυμός του δράκοντα κατά της γυναικός. Σε επόμενες ενότητες που θα ακολουθήσουν προσεχώς, θα αναφέρουμε επιγραμματικά την ορθόδοξη ερμηνεία από τον μακαριστό π. Μυτιληναίο Αθανάσιο


Λίγο πιο αναλυτικά το 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης.

Για την πρώτη οπτασία:
Μας φανερώνεται μια γυναίκα που κοιλοπονούσε, έτοιμη να γεννήσει. Αυτή η γυναίκα είναι η Εκκλησία, η οποία έχει ωδίνες μέχρι να γεννήσει τον Χριστό. Επειδή κυοφορεί τον Χριστό που είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, για αυτό και περιβάλλεται από τον ήλιο. Η Σελήνη που είναι σύμβολο αλλοιωμένης κοσμικής ζωής,  είναι κάτω από τα πόδια της, δηλώνοντας ότι νικά το κοσμικό φρόνημα. Οι 12 αστέρες , είναι η διδασκαλία των 12 αποστόλων πάνω στην οποία οικοδομείται. Ο Χριστός γεννάται νοητά μέσα στον κάθε πιστό, και για αυτό η Εκκλησία έχει ωδίνες μέχρι να αναγεννηθούν οι πιστοί, κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας. Αλλά και ο απ Παύλος το ίδιο αναφέρει για τον εαυτό του στην προς Γαλάτας επιστολή· «Τεκνία μου, διά τους οποίους πάλιν είμαι εις ωδίνας, εωσού μορφωθή ο Χριστός εν υμίν» (δ 19). (π Μυτιληναίος, Ερμηνεία στην Αποκάλυψη, ομιλία 48η, 4/4/1982).

Για την δεύτερη οπτασία:
Είναι η μάχη μεταξύ του Χριστού και του διαβόλου. Ο διάβολος προσπάθησε πολλές φορές να εξοντώσει ή να καταφάγει το παιδί της γυναίκας, τον Χριστό δηλαδή. Μεταχειρίστηκε τον Ηρώδη, τον πολέμησε στην έρημο, τον πολέμησε σε όλο τον επίγειό του βίο, και τελικά τον ανέβασε στον Σταυρό, χωρίς να υποψιαστεί ότι εκεί θα ήταν και η συντριβή του. Εδώ αναφέρεται η ιστορική γέννηση του Χριστού, η είσοδός Του στον κόσμο και στην ιστορία της ανθρωπότητας, και η Ανάληψή Του μετά την ένδοξη νίκη Του, η έξοδός Του δηλαδή από την ανθρώπινη ιστορία. Αναλαμβανόμενος, άνοιξε την οδό προς τον ουρανό. Επίσης, αναφέρεται η φυγή της Εκκλησίας στην έρημο και οι διαχρονικοί διωγμοί που υπόκειται. Ιστορικά, έχουμε την πρώτη μεγάλη φυγή της λίγο πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ το 70 μ Χ. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, αναφέρει τα εξής εκπληκτικά· «… του λαού της εν Ιεροσολύμοις εκκλησίας κατά τινά χρησμόν τοις αυτόθι δοκίμοις δι’ αποκαλύψεως εκδοθέντα προ του πολέμου μεταναστήναι της πόλεως και τινά της Περαίας πόλιν οικείν κεκελευσμένου, Πέλλαν αυτήν ονομάζουσι, των εις Χριστόν πεπιστευκότων από της Ιερουσαλήμ μετωκισμένων, ως αν παντελώς επιλελοιπότων αγίων ανδρών αυτήν  τε την Ιουδαίων βασιλικήν μητρόπολιν και σύμπασαν την Ιουδαίαν γην…» (3ο βιβλίο, 5ο κεφάλαιο). Είναι η πρώτη μεγάλη φυγή της Εκκλησίας μετά από σχετική προφητεία που έγινε τότε. Ο Θεός φύλαξε τους Χριστιανούς από τις βαναυσότητες και βιαιότητες που ακολούθησαν από τους Ρωμαίους κατά των Ιουδαίων. Το ίδιο είχε πει ο Χριστός· «Όταν δε ίδητε την Ιερουσαλήμ περικυκλουμένην υπό στρατοπέδων, τότε γνωρίσατε ότι επλησίασεν η ερήμωσις αυτής. Τότε οι όντες εν τη Ιουδαία ας φεύγωσιν εις τα όρη, και οι εν μέσω αυτής ας αναχωρώσιν έξω, και οι εν τοις αγροίς ας μη εμβαίνωσιν εις αυτήν» (Λουκάς, κα 20-21). Αργότερα, έχουμε τις κατακόμβες, και στα έσχατα των εσχάτων θα έχουμε τον διωγμό από τον αντίχριστο, όπου και πάλι η Εκκλησία θα καταφύγει στην έρημο, και σε έρημους τόπους. Ο διωγμός της Εκκλησίας, συνεχίστηκε και μετά από την επίσημη παύση με το διάταγμα των Μεδιολάνων, υπό διάφορες μορφές. Ακόμα και πριν λίγες δεκαετίες, οι Ρώσοι πιστοί λειτουργούσαν σε έρημους τόπους. Η φυγή σε έρημους τόπους είναι στοιχείο διαχρονικό στην ζωή της Εκκλησίας. (π Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ερμηνεία στην Αποκάλυψη, ομιλία 49η).

Άλλωστε, η μυστική ζωή του Χριστιανού είναι να ανταναπληρεί τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού. Να γεμίζει το σώμα της Εκκλησίας με όσα παθήματα και θλίψεις δεν πρόλαβε να περάσει ο Χριστός εξ αιτίας του λίγου χρόνου παραμονής του στην γη. Ο απ Παύλος γράφει· «Τώρα χαίρω εις τα παθήματά μου διά σας, και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, το οποίον είναι η εκκλησία» (Κολοσσαείς, α24). Επίσης, περιγράφεται και η πτώση του Εωσφόρου. Αυτή διακρίνεται , κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας, σε δύο φάσεις. Η πτώση του Εωσφόρου εξαιτίας της υπερηφάνειας του (Ησαίας ιδ 12-15. Ιεζεκιήλ κη 13-19), και η πτώση που επήλθε με την Σταύρωση του Χριστού. (π Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ερμηνεία στην Αποκάλυψη, ομιλία 50η 2/5/1982).

Για την τρίτη οπτασία:
Έχουμε τον θυμό του δράκου κατά της γυναίκας, αλλά βλέπουμε και την προστασία του Θεού. Η γυναίκα λαμβάνει δύο πτέρυγες αετού, και με αυτά πετά στην έρημο. Οι πτέρυγες είναι σύμβολο θείας προστασίας (Έξοδος, ιθ 4). Είναι ο τελικός θυμός που θα εκδηλωθεί με τον αντίχριστο που θα είναι κάποιο πρόσωπο πολιτικό.

Η φυγή της θα είναι κυριολεκτικά σε έρημο τόπο. Μάλιστα, ο χρόνος παραμονής της θα είναι έναν καιρό, και δύο, και μισό καιρό, δηλαδή τρεισήμισι  χρόνια. Βλέπουμε τον όφη να βγάζει νερό ως ποταμό από το στόμα του για να πνίξει την γυναίκα. Ο ποταμός, ως σημείο καταστροφής, είναι όλοι οι μεγάλοι διωγμοί που υπέστη η Εκκλησία από την ίδρυσή της μέχρι τα έσχατα, καθώς και οι αιρέσεις που αφαιρούν την γνήσια θεογνωσία και όλα τα αντίχριστα συστήματα που θέλουν να αφανίσουν την Εκκλησία. Η Εκκλησία βέβαια δεν νικιέται, διότι έχει αρχηγό της τον Θεό. Ο διάβολος τα βάζει με το υπόλοιπο του σπέρματός της. Το υπόλοιπο αυτό, είναι που φυλάει το θέλημα του Θεού. Που έχει γεννηθεί από τον Θεό, που είναι γνήσιοι πιστοί. Μέσα στους βαπτισμένους, μέσα στον λαό του Θεού, μόνο ένα υπόλοιπο διασώζει την Εκκλησία. Για αυτό το υπόλοιπο, αναφέρει ο απ Παύλος· «Δεν απέρριψεν ο Θεός τον λαόν αυτού, τον οποίον προεγνώρισεν. ‘Η δεν εξεύρετε τι λέγει η γραφή περί του Ηλία; πως ομιλεί προς τον Θεόν κατά του Ισραήλ, λέγων· Κύριε, τους προφήτας σου εθανάτωσαν και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, και εγώ εναπελείφθην μόνος, και ζητούσι την ψυχήν μου. Αλλά τι αποκρίνεται προς αυτόν ο Θεός; Αφήκα εις εμαυτόν επτά χιλιάδας ανδρών, οίτινες δεν έκλιναν γόνυ εις τον Βάαλ. Ούτω λοιπόν και επί του παρόντος καιρού απέμεινε κατάλοιπόν τι κατ' εκλογήν χάριτος» (Ρωμαίους, ια 2-5).

Όπως στην εποχή του προφήτη Ηλία το μεγαλύτερο μέρος του λαού του Θεού λάτρευε τον Βάαλ και οι λιγότεροι τον αληθινό Θεό, έτσι και σήμερα συμβαίνει στην Εκκλησία. (π Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ερμηνεία στην Αποκάλυψη, ομιλία 51η 9/5/1982). 


Προχωρώντας στα λάθη του συγγραφέα.

1ο λάθος: Ο συγγραφέας αναφέρει:
«Αυτή η περιγραφή δίνει ένα μικρό μέρος μόνο από τη φρίκη της βίας που ξέσπασε εναντίον της αποστολικής εκκλησίας. Στην πραγματικότητα όλοι οι πρώτοι μαθητές και οι αρχηγοί της εκκλησίας μαρτύρησαν για την πίστη τους. Οι σκληροί παγανιστές αυτοκράτορες μετέτρεψαν τις αρένες τους σε θέατρα θανάτου για όσους ακολουθούσαν το αληθινό ευαγγέλιο. Γρήγορα η παγανιστική Ρώμη μετατράπηκε σε παγανιστική παπική Ρώμη και η δίωξη συνεχίστηκε με μεγαλύτερη δύναμη. Εκατομμύρια βρήκαν τραγικό θάνατο κάτω από φρικτά εξεταστήρια που προσπαθούσαν να εξολοθρεύσουν οποιαδήποτε αντίδραση στο παπικό σύστημα. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι κατά το Μεσαίωνα περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι προτίμησαν να δώσουν τη ζωή τους παρά να παραδώσουν την προτεσταντική τους πίστη». 

Ο συγγραφέας μιλάει πολύ σωστά για τους γενικούς και τοπικούς διωγμούς που πέρασαν οι χριστιανοί κατά τους τρεις πρώτους αιώνες. Οι φοβερότεροι μεγάλοι διωγμοί έγιναν από το 64 μ Χ μέχρι το 311 μ Χ (Εκκλησιαστική Ιστορία Βλ. Φειδά, Ά Τόμος, σελ. 114-129). Όμως, μετά από αυτά, και μάλιστα με την λέξη ‘’γρήγορα’’ πετάγεται σε γεγονότα αιώνων μετά, στρεφόμενος κατά του Παπισμού. Μάλιστα ανακατεύει και τους Προτεστάντες. Από το 311 μ Χ, πετάγεται ‘’γρήγορα’’ στην εποχή της Ιεράς Εξετάσεως των Παπικών και στην Διαμαρτύρηση. Μιλάμε για εποχή που ήδη έχει προηγηθεί το σχίσμα μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών. Η Δυτική Εκκλησία μετατράπηκε σε Παπική. Είναι γνωστές οι αυθαιρεσίες της Ρώμης και για αυτό δεν θα επεκταθούμε σε αυτό. Η Διαμαρτύρηση κορυφώθηκε κατά τον 16ο αιώνα, όπου συμβαίνει και η απόσχιση από τους Παπικούς, και η Ιερά Εξέταση καθιερώθηκε ως όργανο για την αντιμετώπιση των αιρετικών πολύ ενωρίτερα επί Πάπα Γρηγορίου του Θ’ (1227- 1241), (Εκκλησιαστική Ιστορία Βλ. Φειδά, B Τόμος, σελ. 458- 459). Σαφώς και αποδοκιμάζουμε αυτές τις αντιχριστιανικές μεθόδους. Αυτά όμως δεν αφορούν την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία αλλά την Παπική, που είχε πέσει σε αιρέσεις μετά την απόσχισή της από την Ανατολική, που διψούσε για κοσμική εξουσία. Το ερώτημα είναι, από το 311 μ Χ περίπου που σταμάτησαν επίσημα οι διωγμοί μέχρι το 1227 μ Χ που καθιερώθηκε η Ιερά Εξέταση (μετά το σχίσμα του 1054 μ Χ), τι έγινε η Εκκλησία; Σταμάτησε η Ιστορία της; Διότι η Ιερά Εξέταση των Παπικών και η Διαμαρτύρηση των Προτεσταντών έγινε αιώνες μετά το 4ο- 5ο αιώνα.  

2ο λάθος: Στην συνέχεια του άρθρου του, ο συγγραφέας παίρνει όλα αυτά που αναφέρει η Αποκάλυψη στο 12ο κεφάλαιο και τα προσαρμόζει ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ στους Προτεστάντες σε μεταγενέστερη εποχή, αγνοώντας τους διωγμούς που υπέστησαν οι Ορθόδοξοι ακόμα και μετά την επισημοποίηση της πίστης στην Βυζαντινή πλέον αυτοκρατορία από αυτοκράτορες που είχαν αλλοιωμένο θρησκευτικό φρόνημα, με τους οποίους συμμαχούσαν πολλές φορές οι αιρετικοί, ο καθένας για τα συμφέροντα του.  Μεγάλο παράδειγμα, η τρομερή εποχή του Αρειανισμού κατά τον 4ο αιώνα, κατά την οποία διώχτηκαν Ορθόδοξοι ιεράρχες και πιστοί. Ή ακόμα και η εποχή της εικονομαχίας λίγο αργότερα. Και δεν είναι μόνο αυτά. Αν ανοίξει κανείς την Ιστορία, θα βρει πολλά παρόμοια περιστατικά. Ο λόγος που αγνοεί την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι προφανής. Αναφέρεται στους Προτεστάντες, διότι παρακάτω μέσα από αυθαίρετες ερμηνείες, θα καταλήξει στο ότι η αληθινή εκκλησία είναι ο Αντβεντισμός της 7ης ημέρας, που προέκυψε από τους Προτεστάντες.

3ο λάθος: Ο αρθρογράφος παίρνει ένα χωρίο της Αποκάλυψης που μιλάει για τον διωγμό της Εκκλησίας και την φυγή της στην έρημο, παίρνει και άλλα άσχετα χωρία από άλλα βιβλία της Αγίας Γραφής, και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Η αληθινή εκκλησία δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί πριν από το έτος 1798. Θα έπρεπε να παραμείνει κρυμμένη "στον τόπο της" μέχρι το τέλος των 1260 ετών και αυτή η περίοδος τελειώνει το 1798 μ Χ». Ας παρακολουθήσουμε την σκέψη του παρακάτω:

4ο λάθος: Δείτε τους υπολογισμούς και τα σφάλματα:
«Πόσο καιρό θα έμενε αυτή η πραγματική εκκλησία κρυμμένη; Η προφητεία δηλώνει ότι θα ήταν για "καιρό, καιρούς και μισό καιρού" Ιδού το μυστήριο! Τι να εννοείται με αυτήν την περίεργη περιγραφή του συγκεκριμένου χρόνου; Η απάντηση δίνεται στο εδ. 6 "Και η γυναίκα έφυγε στην έρημο, όπου έχει έναν ετοιμασμένο τόπο από τον Θεό, για να την τρέφουν εκεί 1260 ημέρες." Απόκ. 12:6 Τώρα αρχίζει να ξεκαθαρίζει η εικόνα. Το ένα εδάφιο λέει ότι η γυναίκα ήταν στην ερημιά για 1260 μέρες ενώ το άλλο εδάφιο λέει ότι ήταν για καιρό, καιρούς και μισό καιρού. Οι δύο αυτές περίοδοι είναι ίσες. Αυτό σημαίνει ότι ένας "καιρός" πρέπει να είναι ένας χρόνος σύμφωνα με τον προφητικό συμβολισμό, οι "καιροί" είναι δύο χρόνια και το "μισό καιρού" είναι μισός χρόνος. Όταν αθροίσουμε αυτά βρίσκουμε τρεισήμισι χρόνια. Και αυτά ισούνται με 1260 μέρες, χρησιμοποιώντας τη βιβλική λογιστική ότι 30 μέρες είναι ένας μήνας. Υπάρχει άλλη μία αρχή που πρέπει να υπολογίσουμε εδώ. Στις συμβολικές προφητείες της Βίβλου μια μέρα πάντοτε λογαριάζεται για ένας χρόνος. Θα βρείτε το κλειδί για την αρχή αυτή στον Ιεζ. 4:6 "σου προσδιόρισα κάθε μια ημέρα αντί για ένα χρόνο" Αλλού το βρίσκουμε στο "θεωρουμένης κάθε μιας ημέρας για έναν χρόνο" Αριθ. 14:34». 

Αφού μας λέει πολύ σωστά ότι ο καιρός, οι καιροί, και ο μισός καιρός (δηλαδή 1+2+0.5= 3,5 χρόνια) είναι 1260 μέρες (1260/ 365= 3,45), μετά μας λέει: «Στις συμβολικές προφητείες της Βίβλου μια μέρα πάντοτε λογαριάζεται για ένας χρόνος». Και αναφέρει χωρία από τον Ιεζεκιήλ και τους Αριθμούς, στα οποία ο Θεός μιλάει για συγκεκριμένα πράγματα, σε συγκεκριμένα πρόσωπα και για συγκεκριμένες εποχές, και τα εφαρμόζει αυθαίρετα και για την προφητεία της Αποκάλυψης. Παραβλέπει όμως να αναφέρει και άλλα χωρία που μιλούν συμβολικά, όπου η μία μέρα λογαριάζεται για χίλια χρόνια. Ο απ Πέτρος αναφέρει· «παρά Κυρίω μία ημέρα είναι ως χίλια έτη, και χίλια έτη ως ημέρα μία» (Β Πέτρου, γ 8). Στο Ψαλμό 90 αναφέρεται: «χίλια έτη ενώπιόν Σου  είναι ως η μέρα η εχθές, ήτις παρήλθε, και ως φυλακή νυκτός» (εδ, 4). Όχι μόνο ως μια ημέρα, αλλά και ως ‘’φυλακή της νυχτός’’ που είναι 3-4 ώρες περίπου. Από την στιγμή που δεν μπορούμε να ξέρουμε στα σίγουρα διότι για τον Θεό δεν υπάρχει χρόνος, δεν μπορούμε να στηρίζουμε τις διδασκαλίες μας σε τόσο σαθρά θεμέλια. Στην Αποκάλυψη, στο κατεξοχήν βιβλίο που χρησιμοποιεί συμβολικές εκφράσεις, μήπως η χιλιετής βασιλεία (τα χίλια χρόνια) είναι κατά γράμμα; Παρακάτω, θα αποδείξουμε από την ίδια την Αγία Γραφή, ότι οι 1260 μέρες ή τα 3,5 χρόνια ή οι 42 μήνες είναι το ίδιο πράγμα και ότι είναι κατά γράμμα και όχι συμβολικά, και ότι αναφέρεται στα έσχατα, όταν ο αντίχριστος θα κυνηγήσει την Εκκλησία.

Ας δούμε τα χωρία παράλληλα:
Στο Δανιήλ λοιπόν, αναφέρεται για τον αντίχριστο: «Και θέλει λαλήσει λόγους εναντίον του Υψίστου, και θέλει κατατρέχει τους αγίους του Υψίστου, και θέλει διανοηθή να μεταβάλλη καιρούς και νόμους· και θέλουσι δοθή εις την χείρα αυτού μέχρι καιρού και καιρών και ημίσεος καιρού» (ζ 25).  Ο Ιππόλυτος Ρώμης, εξηγεί· «δοθήσεται γαρ φησίν εν χειρί αυτού έως καιρού και καιρών και ήμισυ καιρού, όπερ σημαίνει τρία ήμισυ έτη» (ΒΕΠ 6, 83). Η διάρκεια της κύριας δράσης του, όταν αποκαλυφθεί το αληθινό του πρόσωπο και θα διώκει τους αληθινά πιστούς, είναι 3,5 χρόνια. Στην Αποκάλυψη, αναφέρεται ότι οι δύο προφήτες που θα στείλει ο Θεός, θα προφητεύουν 1260 ημέρες ή αλλιώς 42 μήνες. «και την πόλιν την αγίαν θέλουσι πατήσει τεσσαράκοντα δύο μήνας. Και θέλω δώσει εις τους δύο μάρτυράς μου να προφητεύσωσι χιλίας διακοσίας εξήκοντα ημέρας, ενδεδυμένοι σάκκους» (ια 2-3). Ο άγιος Ιππόλυτος πάλι εξηγεί· «των μεν δύο μαρτύρων τρία ήμισυ έτη  κηρυσσόντων, του δε αντιχρίστου  το επίλοιπον της εβδομάδος τους αγίους πολεμούντος και πάντα τον κόσμον ερημούντος» (ΒΕΠ 6, 105). Δηλαδή, ο καιρός και οι καιροί και το ήμισυ του καιρού, είναι κατά γράμμα 3,5 χρόνια κατά τα οποία ο αντίχριστος θα διώκει την Εκκλησία. Στην Αποκάλυψη, αναφέρεται: «και εδόθη εις αυτό στόμα λαλούν μεγάλα και βλαφημίας· και εδόθη εις αυτό εξουσία να κάμη πόλεμον τεσσαράκοντα δύο μήνας. Και ήνοιξε το στόμα αυτού εις βλαφημίαν εναντίον του Θεού, να βλαφημήση το όνομα αυτού και την σκηνήν αυτού και τους κατοικούντας εν τω ουρανώ. Και εδόθη εις αυτό να κάμη πόλεμον με τους αγίους» (ιγ 5-7).

«Και η γυνή έφυγεν εις την έρημον, όπου έχει τόπον ητοιμασμένον από του Θεού, διά να τρέφωσιν αυτήν εκεί ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα»(Αποκάλυψη, ιβ 6).

«Και εδόθησαν εις την γυναίκα δύο πτέρυγες του αετού του μεγάλου, διά να πετά εις την έρημον εις τον τόπον αυτής, όπου τρέφεται εκεί καιρόν και καιρούς και ήμισυ καιρού από προσώπου του όφεως» (Αποκάλυψη, ιβ 14).

Οι παραπάνω περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα 3,5 χρόνια, έχουν κοινό θέμα τον διωγμό κατά της ορατής και μη ‘’άφαντης’’ Εκκλησίας. Δεν είναι δυνατόν, ο αντίχριστος ή οι προφήτες να ζουν 1260 χρόνια! Ο διάβολος ως πίθηκος του Θεού, κατά τον ιερό Αυγουστίνο, προσπαθεί να μιμηθεί τον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός έδρασε 3,5 χρόνια περίπου. Το ίδιο και ο αντίχριστος. Αυτό μας το ερμηνεύει ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, στον έργο του ‘’Περί Χριστού και αντιχρίστου’’, όταν γράφει: «Κατά πάντα γαρ εξομοιούσθαι βούλεται ο πλάνος τω Υιώ του Θεού» (ΒΕΠ 6, 199). 


5ο λάθος: Αναφέρει ο συγγραφέας· «Αυτό τοποθετεί τη γυναίκα στο ερημικό καταφύγιό της για μια περίοδο 1260 χρόνων. Το συμπέρασμά μας δηλαδή πρέπει να είναι ότι η αληθινή εκκλησία δεν πρέπει να εμφανιστεί στον κόσμο παρά μόνο όταν συμπληρωθούν τα 1260 χρόνια. Συνέβη κάτι τέτοιο στους εκλεκτούς του Θεού; Για πόσο καιρό το παπικό σύστημα συνέχιζε να καταπιέζει τα αληθινά δόγματα με την άσκηση της θρησκευτικό - πολιτικής εξουσίας; Εδώ είναι ένα συναρπαστικό σημείο της ιστορίας. Το 538 μ.Χ. τέθηκε σε ισχύ ένα διάταγμα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το οποίο έδινε απόλυτη πνευματική υπεροχή στην εκκλησία της Ρώμης. Σταδιακά, αυτή η θρησκευτική τυραννία ενώθηκε με τις πολιτικές εξουσίες μέχρις ότου τελικά οι βασιλείς έπρεπε πρώτα να πάρουν την έγκριση του πάπα πριν αρχίσουν να κυβερνούν. Η εξουσία αυτή παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το έτος 1798 κατά το οποίο η Ευρώπη ταρακουνήθηκε από τη γαλλική επανάσταση. Ακολούθησε η επανάσταση των καταπιεσμένων χωρικών εναντίον των προνομιούχων κληρούχων και ο πάπας συνελήφθη το 1798. Η παπική περιουσία δημεύτηκε και η γαλλική κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα με το οποίο καταργήθηκε ο επίσκοπος της Ρώμης. Η καταπιεστική εξουσία του πάπα τερματίσθηκε ακριβώς 1260 χρόνια αφότου εγκαινιάστηκε το 538 μ.Χ».

Είναι γνωστό από την ιστορία ότι το σχίσμα που οδήγησε τον Παπισμό στον ξεπεσμό και τελικά στην πλήρη θρησκευτικό-πολιτική εξουσία, έγινε το 1054 μ Χ. Όμως, δόθηκε από τον Ιουστινιανό κάποιο διάταγμα το οποίο έδινε στην εκκλησία της Ρώμης την απόλυτη πνευματική υπεροχή το 538 μ Χ;  Δεν παρουσιάζει το διάταγμα ο συγγραφέας. Ακόμα και αν υπήρξε, έχουμε μια πολύ σημαντική πληροφορία, μεταγενέστερη του 538. Στην 6η Οικουμενική σύνοδο το 691 μ Χ, στον 36ο κανόνα αναφέρεται η ισότητα μεταξύ του Πατριαρχείου της Κων/πόλεως και της Ρώμης. «Τον Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, των ίσων απολαύειν πρεσβείων του της πρεσβυτέρας Ρώμης» (Πηδάλιο, σελ. 252). Τα προνόμια είναι ίσα. Το αν αναφέρεται πρώτα το Πατριαρχείο Ρώμης, δεν σήμαινε ότι υπερτερούσε των άλλων. Απολάμβανε τα πρεσβεία της τιμής, ανάμεσα σε ίσα Πατριαρχεία. Πρώτο αριθμητικά ως προς την προσφώνηση αλλά ίσο με τα άλλα. Δεν ήταν κυρίαρχο σε όλη την χριστιανοσύνη. Ένα δεύτερο στοιχείο που αναφέρεται σε μεταγενέστερη εποχή του 538, είναι  ότι ο Παπικός θρόνος αυτονομήθηκε από την Βυζαντινή αυτοκρατορία επί βασιλείας του Καρλομάγνου (768- 814), όταν οι αρειανόφρονες Φράγκοι είχαν καταλάβει όλη την Δύση (Εκκλησιαστική Ιστορία Βλ. Φειδά, Β’ Τόμος, σελ. 96). Το πρώτο Παπικό κράτος ιδρύεται το 754 μ Χ με την συμβολή του Πάπα Στέφανου του β’ και του Φράγκου βασιλιά, Πιπίνου του Βραχύ. Από τότε και έπειτα, διευρύνεται η Παπική αυθαιρεσία.  Δεν βρήκαμε το διάταγμα που αναφέρει αόριστα ο συγγραφέας. Βρήκαμε όμως στοιχεία που αναιρούν τις αποφάσεις του διατάγματος εκείνου, ακόμα και στην περίπτωση που εκείνο υπήρχε. Τουλάχιστον μέχρι και το 691 μ Χ δεν αναγνωρίζεται από την Εκκλησία και την Πολιτεία καμία απόλυτη εξουσία στην Ρώμη, και η δημιουργία του Παπικού κράτους τοποθετείται πολύ αργότερα από το 538 μ Χ, στο 754 μ Χ.

6ο λάθος: «Η γυναίκα (εκκλησία) απλά δεν μπορούσε να εμφανιστεί πριν βγουν από τη μέση αναχαιτίστηκες δυνάμεις της παπικής αντίδρασης. Το προφητεμένο αυτό γεγονός έλαβε χώρα το 1798 και η αλήθεια που μέχρι τότε είχε καταχωνιαστεί άρχισε να ξεπροβάλει από την αφάνεια με τη μορφή ενός ένδοξου "υπολοίπου από το σπέρμα της" από τη γυναίκα».

Γιατί ο συγγραφέας θεωρεί ως δεδομένο ότι οι διωγμοί που υφίσταται η γυναίκα του 12ου κεφαλαίου της Αποκαλύψεως (η Εκκλησία), είναι απαραίτητα εκείνοι που συνέβησαν στους Προτεστάντες από τους Παπικούς; Ο ίδιος ο συγγραφέας δήλωσε πιο πάνω· « Αυτή η περιγραφή δίνει ένα μικρό μέρος μόνο από τη φρίκη της βίας που ξέσπασε εναντίον της αποστολικής εκκλησίας. Στην πραγματικότητα όλοι οι πρώτοι μαθητές και οι αρχηγοί της εκκλησίας μαρτύρησαν για την πίστη τους. Οι σκληροί παγανιστές αυτοκράτορες μετέτρεψαν τις αρένες τους σε θέατρα θανάτου για όσους ακολουθούσαν το αληθινό ευαγγέλιο». Τώρα όμως δηλώνει· «Η γυναίκα (εκκλησία) απλά δεν μπορούσε να εμφανιστεί πριν βγουν από τη μέση αναχαιτίστηκες δυνάμεις της παπικής αντίδρασης» . Άραγε, η αποστολική Εκκλησία η οποία ήταν διωκομένη κατά τα πρώτα 300 χρόνια, ήταν ‘’κρυμμένη’’; Δεν την ήξερε ο κόσμος; Και αν ήταν κρυμμένη, αν και πήγε σε έρημο τόπο, τότε πως μας διασώζονται τοιχογραφίες στις κατακόμβες, πως μας διασώζονται αρχαία εκκλησιαστικά κείμενα εκείνης της περιόδου, και γενικά πως ξέρουμε σήμερα για αυτήν;  Αν ήταν στην αφάνεια με την έννοια ότι ήταν άγνωστη, τότε δεν θα είχαμε τόσα ιστορικά, αρχαιολογικά, και συγγραφικά ντοκουμέντα. Ισχύουν το ίδιο και για τον Ανβεντισμό της 7ης Ημέρας; Μπορούν να μας αποδείξουν ότι αυτά που πιστεύουν σήμερα, τα πίστευε η Εκκλησία σε ΚΑΘΕ αιώνα; Και πως ξέρουμε ότι εδώ προφητεύεται ο Αντβεντισμός και όχι και οι υπόλοιπες ομάδες που προκύπτουν από την Διαμαρτύρηση; Ποιο είναι ‘’το υπόλοιπο του σπέρματος αυτής’’; Ακόμα και την σκέψη του συγγραφέα αν ακολουθούσαμε αναφορικά με τους λανθασμένους υπολογισμούς του, θα βλέπαμε ότι πολλές ομάδες έχουν προκύψει μετά το 1798. Δεν ήταν μόνο οι Ανβεντιστές, όπως ο συγγραφέας αναφέρει· «Η μόνη εκκλησία που εκπληρώνει τις προφητικές περιγραφές του υπολοίπου της εκκλησίας είναι η εκκλησία των Αντβεντιστών Εβδόμης ημέρας. Εμφανίστηκε γύρω στο 1844 και άρχισε το πρόγραμμα της αποκατάστασης της αλήθειας που είχε χαθεί ή παραμορφωθεί κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα». Θα απαριθμήσουμε και άλλα τέτοια κινήματα και ομάδες που ισχυρίζονται τα ίδια: ‘’Το αγιαστικό Κίνημα’’ (1867), ‘’Το κίνημα του Laestadius’’ (1840), ‘’Το κίνημα της Θείας Θεραπείας’’ (1850),’’Το κίνημα Keswick’’ (1875), ‘’Η Καθολική Αποστολική Εκκλησία’’ (1820), ‘’Οι Μαθητές του Χριστού’’ (1809) κλπ. Όλοι αυτοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν τα ίδια πράγματα. Στον επίλογο, θα αναφέρουμε τι λέει η Αγία Γραφή για την πάντα διωκομένη Εκκλησία.

7ο λάθος: Ο συγγραφέας, προκειμένου να αιτιολογήσει τους αυθαίρετους ισχυρισμούς του, γράφει: «Ο σατανάς πρόκειται να πολεμήσει ενάντια στο ΥΠΟΛΟΙΠΟ της αληθινής εκκλησίας. Ποιό είναι αυτό το υπόλοιπο; Είναι το τελευταίο κομμάτι από το ύφασμα ενός ενδύματος. Είναι το ίδιο με το πρώτο κομμάτι που κόπηκε από το ένδυμα μόνο που είναι στην άλλη άκρη, το τέλος και συμβαίνει να είναι και μικρό κομμάτι. Τι μας λέει τούτο σχετικά με το υπόλοιπο της γυναίκας; Είναι το τελευταίο κομμάτι της αληθινής εκκλησίας, στους έσχατους καιρούς, που θα κρατάει ακριβώς την ίδια διδασκαλία με την αρχική, αποστολική εκκλησία».

Η Εκκλησία ΣΕ ΚΑΘΕ εποχή έχει υπόλοιπο. Δεν πρόκειται περί δήθεν ‘’κομμένου κομματιού’’, διότι ο Χριστός μίλησε για την Εκκλησία Του με την οποία θα είναι μαζί πάσας τας ημέρας μέχρι την συντέλεια. «ιδού, εγώ είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθαίος, κη 20). Το ‘’ΠΑΣΑΣ’’ δείχνει ακριβώς την αδιάσπαστη συνέχεια από τον πρώτο αποστολικό αιώνα μέχρι την συντέλεια. Αν ο Κύριος είναι μαζί της μέχρι την συντέλεια όλες τις ημέρες, δεν υπάρχουν περιθώρια για ‘’σχισμένα κομμάτια’’. Ακόμα, ο Κύριος έδωσε και άλλη υπόσχεση. Μας είπε· «επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου, και πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ' αυτής» (Ματθαίος, ιστ 18). Αυτές οι πύλες του άδη, κατά την ερμηνεία της αρχαίας Εκκλησίας, είναι οι αιρέσεις και οι αιρεσιάρχες. «Πύλαι δε Άδου αι αιρέσεις και οι αιρεσιάρχαι…» (Άγιος Επιφάνιος Κύπρου).

Λέγοντας ‘’υπόλοιπο’’, εννοούμε εκείνους τους λίγους που πιστεύουν πραγματικά, και που ακολουθούν πραγματικά τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και αυτοί πάντα ήταν οι λιγότεροι. Ο Κύριος αναφέρει: «πολλοί είναι οι κεκλημένοι, ολίγοι δε οι εκλεκτοί» (Ματθαίος, κβ 14). Αυτό, εξαρτάται από την προαίρεση του κάθε ένα και όχι από τον Θεό. Στην παραβολή, είπε: «Πάλιν ομοία είναι η βασιλεία των ουρανών με δίκτυον, το οποίον ερρίφθη εις την θάλασσαν και συνήγαγεν από παντός είδους· το οποίον, αφού εγεμίσθη, ανεβίβασαν επί τον αιγιαλόν και καθήσαντες συνέλεξαν τα καλά εις αγγεία, τα δε αχρεία έρριψαν έξω» (Ματθαίος, ιγ 47-48). Τα αχρεία ψάρια που είχε το δίκτυ, είναι οι χριστιανοί που ναι μεν εκκλησιάζονται, αλλά είναι τυπικοί, μακριά από την ουσία της πίστης μας. Στην Αποκάλυψη, ο άγγελος λέει στον Ιωάννη να πάρει καλάμι (είδος μέτρου της εποχής εκείνης) και να μετρήσει τον Ναό και αυτούς που προσκυνούν εκεί. Του είπε όμως να εξαιρέσει την αυλή του Ναού, γιατί δόθηκε στα έθνη (Αποκάλυψη, ια 1-2). Ο απ Παύλος αναφέρει: «Δεν απέρριψεν ο Θεός τον λαόν αυτού, τον οποίον προεγνώρισεν. Η δεν εξεύρετε τι λέγει η γραφή περί του Ηλία; πως ομιλεί προς τον Θεόν κατά του Ισραήλ, λέγων· Κύριε, τους προφήτας σου εθανάτωσαν και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, και εγώ εναπελείφθην μόνος, και ζητούσι την ψυχήν μου. Αλλά τι αποκρίνεται προς αυτόν ο Θεός; Αφήκα εις εμαυτόν επτά χιλιάδας ανδρών, οίτινες δεν έκλιναν γόνυ εις τον Βάαλ. Ούτω λοιπόν και επί του παρόντος καιρού απέμεινε κατάλοιπόν τι κατ' εκλογήν χάριτος» (Ρωμαίους, ια 2-5). Όπως στην εποχή του Ηλία υπήρχε υπόλοιπο στον λαό Ισραήλ, τον λαό του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, έτσι και τώρα. Το υπόλοιπο του σπέρματος της Εκκλησίας είναι όλοι όσοι γεννήθηκαν άνωθεν. Ο συγγραφέας υπονοεί ως Εκκλησία το σύνολο των αιρέσεων και των σχισμάτων, και ως μικρό υπόλοιπο τον Αντβεντισμό!

8ο λάθος: Ο συγγραφέας, προκειμένου να υποστηρίξει ότι ο Αντβεντισμός είναι το ‘’μικρό υπόλοιπο των εσχάτων ημερών’’, πέφτει και παρακάτω σε ατοπήματα. Θεωρεί «τους φυλάττοντας τας εντολάς του Θεού» ως εκείνους που τηρούν τις 10 εντολές. Η αλήθεια είναι ότι οι 10 εντολές είναι ερμηνευμένες από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό στην επί του Όρους Ομιλία. Εκεί, ο Σωτήρας, μας τις αναλύει και μας δείχνει τον αληθινό αγιασμό. Έτσι, δεν φτάνει μόνο να μην σκοτώσει κανείς, όπως έλεγε ο δεκάλογος, αλλά ούτε καν να οργιστεί κανείς! Αλλά, μιλώντας ο συγγραφέας για τις 10 εντολές, ξεχνάει όλες τις άλλες που αναφέρει η Καινή Διαθήκη περί διαφόρων θεμάτων, όπως πχ την εντολή του βαπτίσματος στο νερό. Και φυσικά, όλες οι εντολές του Θεού έχουν έναν σκοπό: την εκπλήρωση της αγάπης: «είναι λοιπόν εκπλήρωσις του νόμου η αγάπη» (Ρωμαίους, ιγ 10). Θεωρεί ότι η ‘’αληθινή εκκλησία’’ τηρεί το Σάββατο. Οι Χριστιανοί εξ αρχής τίμησαν την ημέρα του Σαββάτου ως ημέρα προετοιμασίας για την Κυριακή (ή αλλιώς την ΜΙΑ, κατά τον Μωυσή) και το αφιέρωσαν στις ψυχές. Στην Καινή Διαθήκη δεν γιορτάζουμε την Δημιουργία, αλλά την Αναδημιουργία των πάντων που ξεκίνησε με την Ανάσταση του Χριστού κατά την Κυριακή. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι η αρχαίαΕκκλησία είχε ως κατεξοχήν ημέρα λατρείας την Κυριακή και όχι το Σάββατο. Ο απ Παύλος, ήδη από την αποστολική εποχή αναφέρει· «Ας μη σας κρίνη λοιπόν μηδείς διά φαγητόν ή διά ποτόν ή διά λόγον εορτής ή νεομηνίας ή σαββάτων, τα οποία είναι σκιά των μελλόντων, το σώμα όμως είναι του Χριστού» (Κολλοσαείς, β 16-17). Ο άγιος Ιγνάτιος, περίπου το 107 μ Χ αναφέρει· «ει ουν οι παλαιοίς γράμμασιν αναστραφέντες εις καινότητα ελπίδος ήλθον, μηκέτι Σαββατίζοντες, αλλά κατά Κυριακήν ζωήν ζώντες, εν η και η ζωή ημών ανέτειλε δι’ αυτόν» (Μαγν. ix 1). Ο άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας, περίπου το 150-160 μ Χ αναφέρει· «Μη άλλο τι εστίν, άνδρες φίλοι, ή τούτο ότι ου κατά τον νόμον βιούμεν, ουδέ ομοίως τοις προγόνοις υμών περιτεμνόμεθα την σάρκα, ουδέ ως υμείς σαββατίζομεν;» (Ιουστίνου του Μάρτυρα, Διάλογος με Τρύφωνα τον Ιουδαίο, 10, 1).

Δεν θα σχολιάσουμε περισσότερο το άρθρο, εφόσον πιστεύουμε ότι καταδείξαμε αρκετά από τα σφάλματα στον συλλογισμό του συγγραφέα. Θα κλείσουμε με το να δείξουμε το άτοπο του κεντρικού συλλογισμού που θέλει την διωκόμενη Εκκλησία που περιγράφεται στο 12ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως ως δήθεν ‘’κρυμμένης’’, και επανεμφανιζόμενης στα έσχατα. Η θεωρία της «κρυμμένης» Εκκλησίας (4ο Μέρος)


Τι λέει ο Χριστός και η Καινή Διαθήκη για τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας; Μιλάει για μια εκκλησία που λόγω των διωγμών που θα υφίσταται θα είναι κρυμμένη και θα αποκαλυφθεί σε έναν ορισμένο καιρό; Ενδεικτικά αναφέρουμε:

«…θέλουσιν επιβάλει εφ' υμάς τας χείρας αυτών, και θέλουσι σας καταδιώξει, παραδίδοντες εις συναγωγάς και φυλακάς, φερομένους έμπροσθεν βασιλέων και ηγεμόνων ένεκεν του ονόματός μου· και τούτο θέλει αποβή εις εσάς προς μαρτυρίαν» (Λουκάς, κα 12-13).

Κατά τα λόγια του Χριστού, ο διωγμός είναι ευκαιρία για ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Μαρτυρία δεν μπορεί να δοθεί από μια κρυμμένη και εξαφανισμένη εκκλησία.

«Μακάριοι είσθε, όταν σας ονειδίσωσι και διώξωσι και είπωσιν εναντίον σας πάντα κακόν λόγον ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, διότι ο μισθός σας είναι πολύς εν τοις ουρανοίς· επειδή ούτως εδίωξαν τους προφήτας τους προ υμών» (Ματθαίος, ε 11-12).

Όταν δίωκαν τους προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, εκείνοι δεν ήταν αφανείς. Το ίδιο και η Εκκλησία.

«Ο δε Σαύλος ήτο σύμφωνος εις τον φόνον αυτού. Και έγεινεν εν εκείνη τη ημέρα διωγμός μέγας κατά της εκκλησίας της εν Ιεροσολύμοις και πάντες διεσπάρησαν εις τους τόπους της Ιουδαίας και Σαμαρείας, πλην των αποστόλων…Οι μεν λοιπόν διασπαρέντες διήλθον ευαγγελιζόμενοι τον λόγον» (Πράξεις, η 1-3).

Και εδώ βλέπουμε ότι ο διωγμός είχε ως συνέπεια η Εκκλησία να ευαγγελίσει τον λόγο του Θεού.

«Διότι σεις εγείνετε, αδελφοί, μιμηταί των εκκλησιών του Θεού, αίτινες είναι εν τη Ιουδαία εν Χριστώ Ιησού, επειδή και σεις επάθετε τα αυτά υπό των ιδίων υμών ομοεθνών, καθώς και αυτοί υπό των Ιουδαίων, οίτινες και τον Κύριον Ιησούν εθανάτωσαν και τους ιδίους αυτών προφήτας, και ημάς εξεδίωξαν, και εις τον Θεόν δεν αρέσκουσι, και εις πάντας τους ανθρώπους είναι εναντίοι, εμποδίζοντες ημάς να λαλήσωμεν προς τα έθνη διά να σωθώσι, διά να αναπληρώσωσι τας αμαρτίας εαυτών πάντοτε. Έφθασε δε επ' αυτούς η οργή μέχρι τέλους» (Α Θες/κεις, β 14-16).

Η διωκομένη εκκλησία της Θεσσαλονίκης δεν ήταν αφανής. Αν ήταν, δεν θα διώκονταν.

Τι λένε οι Πατέρες σχετικά με τους διωγμούς; Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης (200 μ Χ), υπομνηματίζοντας το 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης, τοποθετεί τον διωγμό που περιγράφεται εκεί στην εποχή του αντίχριστου. «Περί μεν του διωγμού και της θλίψεως της γινομένης επί την εκκλησίαν υπό του αντικειμένου και Ιωάννης φησίν· ‘’και είδον σημείο μέγαν και θαυμαστόν, γυναίκα περιβεβλημένην τον ήλιο’’…» (ΒΕΠ 6, 218). Μάλιστα, ο Ιππόλυτος παίρνει κατά γράμμα τις 1260 μέρες, τις οποίες συσχετίζει με το ‘’καιρόν και καιρούς και ήμισυ καιρού’’. «…καιρόν και καιρούς και ήμισυ καιρού από προσώπου του όφεως. Αύται εισίν αι χίλιαι διακόσιαι εξήκοντα ημέραι, το ήμισυ της εβδομάδος (σ. του Δανιήλ), ας κρατήσει ο τύραννος διώκων την εκκλησίαν  φεύγουσαν από πόλεως εις πόλιν και εν ερημία κρυβομένην και εν τοις όρεσιν…» (ΒΕΠ 6, 219).  Οι πτέρυγες που δίδονται στην γυναίκα, ερμηνεύονται από τον Ιππόλυτο ως την θεία προστασία, μάλιστα την προστασία που πηγάζει από την πίστη στον σταυρό του Χριστού. «Δύο πτέρυγας του αετού του μεγάλου, τουτέστιν την εις Χριστόν Ιησούν πίστιν, ος εκτείνας τας αγίας χείρας επί τω ξύλω ήπλωσε δύο πτέρυγας» (ΒΕΠ 6, 219).

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (348 μ Χ) αναφέρει περί των διωγμών· «Αυτή λοιπόν η Εκκλησία με τα όπλα της δικαιοσύνης τα επιθετικά και τα αμυντικά, δοκιμάζοντας δόξα και ατίμωση, παλαιότερα στους καιρούς των διωγμών και των θλίψεων, στεφάνωσε με τα ποικίλα και τα πολυάνθιστα στεφάνια της υπομονής τους αγίους μάρτυρες…» (18η Κατήχηση, κζ). Για τους διωγμούς επί αντίχριστου, αναφέρει· «Ποιος θα είναι άραγε ο μακάριος, που θα μαρτυρήσει για τον Χριστό, με πίστη την εποχή εκείνη; Εγώ λέω ότι θα είναι οι μάρτυρες της περιόδου εκείνης επάνω από όλους τους μάρτυρες. Διότι οι προηγούμενοι πάλεψαν μόνο με ανθρώπους, αλλά την εποχή του αντίχριστου, θα πολεμήσουν με τον ίδιο τον σατανά» (15η Κατήχηση, ιζ). 

Είναι φανερό, ότι η Γραφή μιλώντας για τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας, δεν υπονοεί ότι αυτή θα είναι κρυμμένη και αφανής και ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί από το πουθενά χωρίς συνέχεια και ιστορία. Ακόμα και κατά τον διωγμό την εποχή του αντίχριστου, η Εκκλησία θα καταφύγει στον έρημο τόπο της, αλλά δεν θα μένει αφανής, όπως δεν έμεινε αφανής επί 300 χρόνια διωγμών που υπέστη από τους ειδωλολάτρες. 


 Επιμέλεια-Επεξεργασία Sophia-Siglitiki


Τό χάρισμα τοῦ νά βρίσκει νερό καί διακριβώνει τήν ποιότητά του. Γέροντας Πορφύριος


πηγή


 Τό χάρισμα τοῦ νά βρίσκει νερό καί διακριβώνει τήν ποιότητά του.

«- Σοῦ εἶπα. Εἶναι πολύ ἁλμυρό. Δηλαδή σχεδόν σάν τό θαλασσινό. Δέν πίνεται καθόλου. Ἄν ἔχεις ἀντίρρηση, ἄνοιξε ἕνα πηγάδι. Σέ ἐλάχιστα μέτρα βάθους ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, θά βρεῖς ἄφθονο νερό. Ἀλλά θά εἶναι ἁλμυρό. Θά κάνει γιά πότισμα κήπων, μποστανιῶν καί λαχανικῶν. Δέν θά εἶναι, ὅμως, πόσιμο πού θέλεις ἐσύ. Δέν ἤσουν τυχερός καί αὐτή τή φορά.
Ἐάν τό νερό αὐτό ἦταν πόσιμο, εἶναι τόσο πολύ, πού θά ἔλυε τό θέμα τῆς ὕδρευσης ὅλων τῶν χωριῶν τῆς Λοκρίδος. Πᾶμε τώρα, γιατί κουράστηκα πολύ. Ἔχει ὁ Θεός. Ἐκεῖ πού ἀπελπίζεσαι, σοῦ στέλνει κάτι πού δέν τό περιμένεις… ἀρκεῖ νά Τόν πιστεύεις καί νά Τόν ἀγαπᾶς.
Ὅπως καί Ἑκεῖνος μᾶς ἀγαπᾶ καί φροντίζει γιά ἐμᾶς, ὅπως ὁ κάθε πατέρας γιά τά παιδιά του. Καί ὅλοι μας εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί ὅ,τι καλό ἔχουμε, τό ἔχουμε ἀπό τόν Θεό. Εἶναι δικό του δῶρο. Δέν ἔχεις ἀκούσει στήν Ἐκκλησία, ὅτι: «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστί καταβαῖνον, ἐκ σοῦ τοῦ Παρτός τῶν Φώτων»;

Θά ἦταν μεγάλη παράλειψη, ἐάν δέν ἀνέφερα τό γεγονός, ὅτι, μεταγενέστερα, πολλοί ἦσαν ἐκεῖνοι, πού ἔκαναν γεωτρήσεις στήν περιοχή αὐτή καί βρῆκαν πολύ νερό, ἀλλά ἀκατάλληλο πρός πόσιν. Ἔτσι ὁ πατήρ Πορφύριος δικαιώθηκε γιά μία ἀκόμη φορά!»20.

Τό ἰαματικό χάρισμα.

«Τήν ἐπομένη, ὅμως, ἦλθε καί μέ συνάντησε μιά ἄγνωστη καί εὐγενική κυρία. Μόλις μέ εἶδε, μέ ρώτησε: Ἐσεῖς εἶστε ὁ πατέρας Πορφύριος; Καί μέ τό «ναί», πού τῆς εἶπα, ἔπεσε στά πόδια μου, μοῦ τά ἀγκάλιασε σφιχτά καί μοῦ τά φιλοῦσε! Μοῦ φιλοῦσε ἀκόμη καί τά παπούτσια μου!
 Καί μέ κλάματα καί ἱκετευτικές φωνές, πού ἀκούγονταν σέ μεγάλη ἀπόσταση, ζητοῦσε νά τῆς κάνω καλά τό ἑτοιμοθάνατο παιδί της! Ἦταν τέτοιες οἱ φωνές τῆς γυναίκας αὐτῆς, πού ράϊσαν τήν καρδιά μου! Ἐξάλλου, ἡ πίστη της ἦταν τόσο μεγάλη, πού μέ ἔκανε νά δακρύσω ἀπό συγκίνηση!
Ἔτσι αὐθόρμητα, χωρίς κἄν νά το συνειδητοποιήσω, σήκωσα ψηλά τά χέρια μου καί ζήτησα ἀπό τόν Κύριο νά τήν λυπηθεῖ καί νά θεραπεύσει τό παιδί της. Ἡ ἀπάντηση ἦταν ἄμεση καί θετική! Σήκω, τῆς λέω, Μήν κλαῖς. Τό παιδί σου ἔγινε καλά! Ἐκείνη, ὅμως, ἐξακολουθοῦσε νά φιλᾶ τά πόδια μου καί νά μέ ἱκετεύει, γιά νά κάνω τό παιδί της καλά. Δέν ἐννοοῦσε νά σταματήσει μέ τίποτε.
Κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες, γιά νά τήν πείσω, ὅτι τό παιδί της ἔγινε καλά, ἀλλά τοῦ κάκου. Ἐκείνη φώναζε πιό δυνατά: Ἅγιε Πατέρα, σῶσε τό παιδί μου! Τό πῆγα σέ ὅλα τά κράτη τοῦ κόσμου, στούς καλύτερους καθηγητές, στά μεγαλύτερα Νοσοκομεῖα καί κανείς δέν μπόρεσε νά τό γιατρέψει! Κανείς δέν μπόρεσε νά μοῦ δώσει ἴχνος ἐλπίδας γιά ζωή! Ὅλοι μοῦ εἶπαν, πώς σύντομα θά πεθάνει! Τό παιδί μου πεθαίνει! Βοήθησέ το Ἅγιε τοῦ Θεοῦ…
Ὅταν τήν εἶδα σ’αὐτήν τήν κατάσταση, τήν λυπήθηκε ἡ ψυχή μου! Σκύβω καί τήν πιάνω ἀπό τούς ὤμους καί μέ ὅλη μου τή δύναμη προσπάθησα νά τήν σηκώσω ὄρθια, ἀλλά στάθηκε ἀδύνατο! Εἶχε γαντζωθεῖ στά πόδια μου και ἦταν ἀδύνατο νά τήν ξεγαντζώσω!
Στό μεταξύ, τῆς ἐπανελάμβανα, ὅτι τό παιδί της ἔγινε καλά. Ἀλλά, ἐκείνη, εἴτε δέν ἄκουγε, ἐπειδή φώναζε καί ἔκλαιγε συνεχῶς, εἴτε δέν πίστευε, ὅτι τῆς ἔλεγα ἀλήθεια. Καί μᾶλλον τό δεύτερο συνέβαινε. Γιατί ὅταν μέ τήν φώτιση του Θεοῦ ἀνέφερα καί τό ὄνομα τοῦ παιδιοῦ της, πού οὔτε τό γνώριζα, οὔτε μοῦ τό εἶπε κανείς, τότε, σηκώθηκε ἀμέσως ἐπάνω καί μοῦ φιλοῦσε ἀκατάπαυστα τά χέρια μου καί συνεχῶς μέ εὐχαριστοῦσε μέ δάκρυα, πού ἔτρεχαν ποτάμι ἀπό τά κατακόκκινα μάτια της!
Χρειάστηκε πολύς χρόνος, γιά νά συνέλθει ἡ γυναίκα αὐτή, ἀπό τίς συγκλονιστικές σκηνές πού εἶχαν διαδραματιστεῖ ἀπό τήν ἴδια, μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια τῶν τόσων ἄλλων παρευρισκομένων ἐκεῖ.
Τελικά τό θαῦμα ἔγινε! Τό παιδί της ἔγινε καλά! Ὅταν ἐπέστρεψε στήν Θεσσαλονίκη, βρῆκε τό παιδί της ὑγιές!!. Οἱ γιατροί πού τό ἐξέτασαν, τό βρήκανε νά εἶναι ἐντελῶς καλά! Ἡ ἀσθένειά του ἐξαφανίσθηκε! Ὁ θάνατος ἐστράφη… πρός τά ὀπίσω! Τό παιδί ἔζησε! Ὅλοι οἱ γιατροί παραδέχτηκαν, ὅτι ἔγινε μεγάλο θαῦμα»21!


20 Ἀναργύρου Καλλιάτσου, Ὁ πατήρ Πορφύριος, ΣΤ΄ἔκδοσις, Ἐκδόσεις : Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου, Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Ἀθῆναι 2005, σελ. 111.
21 Ἀναργύρου Καλλιάτσου, Ὁ πατήρ Πορφύριος, ΣΤ΄ἔκδοσις, Ἐκδόσεις : Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου, Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Ἀθῆναι 2005, σελ. 113-116.

ΠΗΓΗ: Ἀναργύρου Καλλιάτσου, Ὁ πατήρ Πορφύριος, ΣΤ΄ἔκδοσις, Ἐκδόσεις : Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου, Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Ἀθῆναι 2005 

Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το μοναχικόν ιδεώδες.





Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το μοναχικόν 
ιδεώδες.
Υπό αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Πρ. Ιερού Ναού Παναγίας
 Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μεγάλος της Εκκλησίας Πατήρ 
και πρύτανις των Πατέρων, ο μέγας της οικουμένης φωστήρ
 και «των μεγάλων μυστηρίων του Θεού μύστης και μυσταγωγός», 
δεν αποτελεί παρελθόν για την Εκκλησία. Αν και πέρασαν 16 
και πλέον αιώνες από της μετατάξεώς του εκ της στρατευομένης 
στη θριαμβεύουσα Εκκλησία του Χριστού, εν τούτοις, όπως
 παρατηρεί σύγχρονος θεολόγος «υπερακοντίζει τα χρονικά 
πλαίσια της εποχής του και ως μορφή ηγετική και αποστολική,
 εξακολουθεί να ζεί μέχρι σήμερον δια των συγγραμ-μάτων του». Η αγία του ζωή
 καθίσταται αιώνιο πρότυπο  και παράδειγμα γνησίου ποιμένος και ομολογητού 
της πίστεως. Το πλούσιο και θεοφώτιστο συγγραφικό του έργο επιβάλλεται στη 
συνείδηση της Εκκλησίας και καθίσταται ο χρυσούς κώδικας της ηθικής διδασκαλίας 
του Χριστιανισμού, ενώ με την Θεία Λειτουργία του κυριαρχεί στη λατρευτική ζωή της. 
Ήδη στην Δ` Οικουμενική Σύνοδο αναγνωρίζεται επίσημα ως διδάσκαλος της 
Εκκλησίας, στις επόμενες δε Συνόδους χαρακτηρίζεται «ως αυθεντικός μάρτυς
 της ορθής πίστεως». Παραθέτουμε τις γραμμές, που ακολουθούν σαν ένα ταπεινό 
ευλαβικό αφιέρωμα προς τον άγιο, αφιέρωμα ευγνωμοσύνης, αγάπης, μαζί και 
ευχαριστίας, εν όψει της εγγιζούσης εορτής του.

Πιο συγκεκριμένα θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε μία μόνο πτυχή,
 (και αυτή πολύ συνοπτικά και περιληπτικά), της ζωής και του συγγραφικού έργου
 του αγίου, αυτή που αφορά τον Μοναχισμό. Θα εξετάσουμε δηλαδή, πώς ο ιερός
 Πατήρ βλέπει και κρίνει το φαινόμενο του Μοναχισμού, ο οποίος στην εποχή της
 ώριμης ηλικίας του (τέλη του 4ου αιώνος), έχει εξαπλωθεί ευρύτατα μέσα 
στο χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έχει καταστεί θεσμός της Εκκλησίας,
 καθώς επίσης και ποία θέση κατέλαβε αυτός στην προσωπική του ζωή. Ευθύς 
εξ’ αρχής πρέπει να τονίσουμε, ότι όσα ο άγιος έγραψε και εκήρυξε περί Μοναχισμού, 
δεν αποτελούν καρπόν μιάς ακαδημαϊκής και επιστημονικής ενασχολήσεως, αλλά καρπόν
 εμπειρίας και βιώσεως πάνω στην πράξη του Μοναχισμού. Διότι όπως γνωρίζουμε 
από την βιογραφία του, ο άγιος, τρία έτη μετά την βάπτισή του, σε ηλικία 21 
ετών περίπου, ασκήτευσε επί εξαετία κατ’ αρχήν μεν κοντά σε κάποιο γέροντα Σύρο 
ασκητή, κατόπιν δε μόνος του μέσα σ΄ένα σπήλαιο. Δεν κατώρθωσε να εξέλθη χωρίς
 βλάβη της υγείας του από τις εκούσιες ταλαιπωρίες, διότι προσ-βληθείς από 
βαρύτατο νεφρικό νόσημα, επέστρεψε στην Αντιόχεια κατά τα τέλη του 380. 
Πέραν τούτου είναι άξιον πολλής προσοχής το γεγονός, ότι και κατά τον 
χρόνον της ποιναντικής και εκκλησιαστικής  του δράσεως, οπότε πλέον ζούσε 
αναγκαστικά μακράν της ερήμου, μέσα στον θόρυβο των μεγαλουπόλεων
 της Αντιόχειας και της Κωνσταντινουπόλεως, το ιδεώδες της ασκητικής ζωής δεν
 έπαυσε να τον εμπνέει και να αποτελεί αδιάσπαστο χαρακτηριστικό γνώρισμα
 όλης της μετέπειτα ζωής του μέχρι της κοιμήσεώς του.
Οι περί Μοναχισμού θέσεις του αγίου επί τη βάσει των ασκητικών 
του έργων.
 Οι ασκητικές πραγματείες του αγίου, εννέα τον αριθμόν, συνετάχθησαν όλες κατά 
τον χρόνον της μοναχικής του ζωής, έχουν περιστασιακό χαρακτήρα και εγράφησαν 
ως επί το πλείστον υπό μορφήν επιστολών μετά από παράκληση ωρισμένων προσώπων.
 Δεν έχουμε δηλαδή εδώ συστηματική διοργάνωση του μοναχικού βίου με την θέσπιση 
όρων και κανόνων, που διέπουν την ζωή του μοναχού, όπως την συναντούμε στα 
ασκητικά έργα του Μεγάλου Βασιλείου (Ηθικοί Όροι, Όροι κατά πλάτος, 
Όροι κατ’ επιτομήν, Ασκητική προδιατύπωσις), ή στους μοναχικούς κανόνες του 
Οσίου Βενεδίκτου. Επίσης δεν έχουμε μία σαφή διάκριση των δύο κλάδων του
 Μοναχισμού, ερημιτικού και κοινοβιακού, όπως την συναντούμε στα ασκητικά του
 Μεγάλου Βασιλείου και στην μεταγενέστερη ασκητική γραμματεία. Στον Μέγα 
Βασίλειο μάλιστα παρατηρούμε σαφή κλίση προς τον κοινοβιακό έναντι του 
ερημιτικού Μοναχισμού. Ωστόσο έχουμε σαφείς αναφορές τόσο της κοινοβιακής
 όσο και της ερημιτικής μορφής του Μοναχισμού, κυρίως στα πλαίσια των
 ερμηνευτικών του ομιλιών. Και οι δύο μορφές μοναχικής ζωής γίνονται
 εξ’ ίσου αποδεκτές χωρίς να διακρίνεται κάποια ιδιαίτερη προτίμηση,
 ή να τίθενται κάποιοι όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση της μιάς ή της
 άλλης μορφής. Επίσης ο άγιος βλέπει τον Μοναχισμό περισσότερο σαν 
διδασκα-λείο αρετής και πνευματικό γυμναστήριο, κατάλληλο για την πνευματική
 ωρίμαν-ση του πιστού και λιγότερο σαν συγκεκριμένο θεσμό, που συνεπάγεται
 την ισόβια παραμονή στο Μοναστήρι, όπως αυτό φαίνεται σαφώς στην 
ακολουθία της μοναχικής κουράς: «Παραμενείς τω μοναστηρίω και τη ασκήσει έως 
εσχάτης σου αναπνοής;».Έτσι στον τρίτο λόγο του «Προς τους πολεμούντας τοις
 επί το μονά-ζειν ενάγουσιν», εκφράζει την άποψη, ότι όταν ο μοναχός καταρτιστεί 
στην αρετή και ωριμάσει, τότε μπορεί να επιστρέψει στον κόσμο, οπότε γίνεται ικανός
 να ωφελήση και άλλους: «Τότε ούν αυτούς καλώμεν, όταν ισχυροί γίνονται και ετέρους 
οίοι τε ώσιν ωφελείν…ώστε κοινόν γενέσθαι το φως, ώστε επί της λυχνίας τεθήναι τον 
λύχνον». Όπως εύστοχα παρατηρεί νεότερος θεολόγος, ο άγιος Χρυ-σόστομος δεν
 θεωρούσε την άσκηση σαν αυτοσκοπό, ούτε απέβλεπε με την ασκητική του ζωή στην
 ιδική του μόνον σωτηρία και τελείωση. Αντίθετα διεκήρυττε, ότι «καν άκραν φιλοσοφίαν 
ασκής, των δε λοιπών απολλυμένων αμελής, ουδεμίαν κτήση παρά θεώ παρρησίαν». 
Εξ’ άλλου και ο ίδιος, ενώ παντού στα έργα του εγκωμιάζει τον Μοναχισμό, δεν 
έζησε παρά ένα μικρό μόνο χρονικό διάστημα της ζωής του (μόλις 6 έτη) στην έρημο.
Η πραγματεία του «Προς τους πολεμούντας τοις επί το μονάζειν ενάγουσιν»,
 αποτελουμένη από τρείς λόγους, έχει εμφανώς απολογητικό χαρακτήρα υπέρ
 του Μοναχισμού. Στον πρώτο λόγο του αντικρούει τους κατηγόρους εκείνους
 του  Μοναχισμού, οι οποίοι έργω και λόγω αγωνίζονται να αποτρέψουν
 εκείνους, που επιθυμούν να ακολουθήσουν τη μοναχική ζωή, συνιστά δε στους 
γονείς να αποστέλλουν τα τέκνα τους σε μοναχικές αδελφότητες προς εκπαίδευση.
 Παρουσιάζει τον Μοναχισμό σαν αποτέλεσμα της αυξήσεως της αποστασίας του 
κόσμου. Η παρανομία, η αδικία και η διαφθορά έχουν κυριαρχήσει στις πόλεις.
 Τα πάντα έγιναν άνω κάτω. Αντιθέτως η έρημος «βρύει τω της φιλοσοφίας
 καρπώ» και αποτελεί «λιμένα ησυχίας». Μακάρι να επικρατούσε στις πόλεις τόσο 
καλή εφαρμογή των νόμων του Ευαγγελίου, ώστε να μη χρειαζόταν να 
καταφύγει κανείς ποτέ στην έρημο. Βέβαια παρουσιάζοντας την διαφθορά των
 πόλεων δεν νομοθετεί, ότι πρέπει όλοι να εγκαταλείψουν τις πόλεις και να 
κατοικήσουν στα βουνά, διότι δεν είναι αδύνατη η σωτηρία μέσα στον κόσμο, 
αλλά απλώς δυσκολότερη.
Στους δύο λόγους του «Προς άπιστον πατέρα» και «Προς πιστόν πατέρα» ο
 άγιος Χρυσόστομος παρουσιάζεται θερμός υπέρμαχος του Μοναχισμού, διότι 
και οι δύο έχουν απολογητικό και προτρεπτικό προς τον Μοναχισμό περιεχόμενο. 
Ειδικώτερα στον τρίτο λόγο του προβάλλεται η μοναχική ζωή, διότι στο μοναστήρι
 εξασφαλίζονται καλύτερες προϋποθέσεις και ευνοϊκότεροι όροι για την κάθαρση 
της ψυχής και την καλλιέργεια των αρετών, ιδιαίτερα για όσους είναι επιρρεπείς
 και ευόλισθοι στην αμαρτία. Επίσης σκέπτονται λάθος οι γονείς εκείνοι, που θέτουν 
σε πρώτη προτεραιότητα τη μόρφωση των παιδιών και την εξασφάλιση πλούτου
 και δόξας. Αναγκαιότερη από όλα αυτά είναι η απόκτηση της αρετής. Αυτό δεν
 σημαίνει ότι καταδικάζεται η μόρφωσις. Το άριστον είναι να συνδυάζονται και τα
 δύο, μεταξύ όμως των δύο προτιμότερη είναι η αρετή: «Τι ούν, κατασκάψωμεν
 τα διδασκαλεία; φησίν. Ου τούτο λέγω, αλλ’ όπως μη την της αρετής καθέλωμεν 
οικοδομήν». Επίσης γίνεται σαφής υπαινιγμός υπέρ του κοινοβιακού τρόπου ζωής
, όπου «πάντα αυτοίς κοινά, και τράπεζα και οίκησις και ιμάτια. Και τι θαυμαστόν 
όπου γε και αυτή η ψυχή μία πάσι και η αυτή;»
Ο Μοναχισμός είναι κατά τον άγιο ό,τι εκλεκτότερο και υψηλότερο έχει να 
παρουσιάσει το ανθρώπινο γένος. Στο έργο του «Σύγκρισις βασιλικής δυναστείας 
προς μοναχόν», συγκρίνει τον μοναχό με τον βασιλέα και ανυψώνει αυτόν
 πάνω από το βασιλικό ή οποιοδήποτε άλλο αξίωμα. Πραγματικός βασιλεύς είναι
 κατά τον άγιο ο μοναχός. Και τούτο, διότι ο βασιλεύς κυριαρχεί σε πόλεις και λαούς
, ε-νώ ο μοναχός στα πάθη. Ο πρώτος μάχεται προς βαρβάρους ενώ ο δεύτερος 
προς τους δαίμονες. Ο βασιλεύς δωρίζει χρυσάφι στους υπηκόους του, ενώ ο 
μοναχός την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Έκπτωσις του βασιλέως είναι συνήθως 
σφοδρή και ανεπανόρθωτη, όχι όμως και του μοναχού, ο οποίος εύκολα 
με την μετάνοια ανορθούται. Ο θάνατος είναι φοβερός για τον βασιλέα, 
ανώδυνος δε για τον μοναχό.Στη μέλλουσα ζωή ο μοναχός θα βρίσκεται σε 
μεγαλύτερη δόξα από τον έστω και ευλαβή βασιλέα, ο οποίος θα επιτύχει την σωτηρία.
 Οι δύο λόγοι του αγίου περί κατανύξεως αποτελούν μια ενότητα, διότι ο δεύτερος
 είναι συνέχεια του πρώτου, αν και απευθύνονται σε διαφορετικά πρόσω-πα 
(ο πρώτος προς κάποιον Δημήτριον μονάζοντα και ο δεύτερος προς κάποιον Στελέχιον). 
Οι δύο αυτοί ευλαβείς άνδρες ζήτησαν από τον άγιο, χάριν πνευματικής ωφελείας, 
λόγους περί κατανύξεως. Στον πρώτο λόγο αρχίζει από τον μακαρισμό του Κυρίου 
«μακάριοι οι πενθούντες …» και προχωρεί στη συνέχεια στην ανάπτυξη των λόγων
 της επί του Όρους Ομιλίας και γενικότερα των εντολών του Χριστού, θέλοντας 
προφανώς να δείξει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, η οποία θα φέρει στη συνέχεια την
 κατάσταση του πένθους, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Δυστυχώς όμως,
 λέγει ο άγιος, όλοι σχεδόν σήμερα παραβαίνουν τις εντολές. Πένθος δεν είναι μόνον 
το να φορέσει κανείς σάκκον ή να κλεισθεί μέσα σε κελλί, αλλά το να θυμάται συνεχώς 
τα αμαρτήματα και να βασανίζει την συνείδηση με τους λογισμούς αυτούς και το 
να συνειδητοποιεί πόσο μακράν είναι της Βασιλείας του Θεού.
Στον δεύτερο λόγο του παρομοιάζει την κατάνυξη με πολύτιμο μύρο, το οποίο
 κατασκευάζει η ψυχή συναθροίζοντας τις αισθήσεις της από τα ερεθίσματα του έξω
 κόσμου. Η αναχώρηση από τον κόσμο και η απομάκρυνση από την ταραχή 
των βιοτικών πραγμάτων δημιουργεί άριστη ατμόσφαιρα για την κατάνυξη. 
Προ-βάλλεται ο απόστολος Παύλος και ο σφοδρός του έρωτας προς τον Χριστό 
και στη συνέχεια ο προφήτης Δαυίδ, ο οποίος, αν και ήταν βασιλεύς με πολλές 
μέριμνες, είχε πολύ κλαυθμό και πένθος. Είχε βαθειά συναίσθηση της μηδαμινότητος 
και αμαρτωλότητός του, όπως φαίνεται μέσα στους ψαλμούς του. Παράλληλα είχε διαρκή
 την μνήμη της κρίσεως και των ευεργεσιών του Θεού. Όλα αυτά γεννούσαν μέσα στην
 ψυχή του κατάνυξη. Η αιτία της ιδικής μας ψυχρότητος και αναι-σθησίας, λέγει ο άγιος,
 έγκειται, εκτός των άλλων, και στο γεγονός ότι δεν συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με 
τα κατορθώματα των αγίων. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται το θέμα τόσο 
στον πρώτο λόγο όσο και στον δεύτερο μαρτυρεί, ότι είχε γευθεί τον καρπό της
 κατανύξεως σαν πραγματικός μοναχός.
Τα δύο δοκίμια «Προς Θεόδωρον μοναχόν» και «Προς Θεόδωρον εκπεσόντα» 
είναι πολύ στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, διότι το πρόσωπο του Θεοδώρου, 
προς το οποίο απευθύνονται, πολύ πιθανόν να είναι το ίδιο. Στο πρώτο εξ’ αυτών,
 ο μοναχός Θεόδωρος φαίνεται, ότι εγκατέλειψε την μοναστική του αδελφότητα
 και επέστρεψε στις βιοτικές μέριμνες παραβαίνοντας έτσι τις μοναστικές του 
υποσχέσεις. Ο ιερός Πατήρ σαν άριστος ποιμένας αναζητεί το χαμένο πρόβατο, 
για να το επαναφέρει στη μάνδρα της μοναστικής αδελφότητος. Γνωρίζει πολύ καλά
 τις μεθοδείες του διαβόλου και ότι εκείνο που πρωτίστως αυτός επιδιώκει, 
είναι να φέρει τον αθλητή του μοναχικού στίβου στην απόγνωση. Γιαυτό και ο
 κεντρικός στόχος του αγίου είναι να διώξει την απόγνωση και να εμπνεύσει
 θάρρος και αγωνιστικό φρόνημα στον Θεόδωρο. Με πολλά και ισχυρά επιχειρήματα
 και με θερμή και ειλικρινή αγάπη τον προτρέπει στην επάνοδό του στην μοναχική 
ζωή. Το να αθετήσει τον επουράνιο Νυμφίο και να νυμφευθεί μια γυναίκα είναι μοιχεία.
 Του υπενθυμίζει την φοβερά ημέρα της κρίσεως. Η δόξα, ο πλούτος και οι ηδονές του 
κόσμου φεύγουν σαν καπνός και όνειρο. Ποίο το κέρδος να χάσει κανείς την αιώνια
 ζωή για μια πρόσκαιρη ηδονή;
Στο δεύτερο δοκίμιο, ο μοναχός Θεόδωρος προφανώς έπεσε σε σαρκικό αμάρτημα, 
αφού εγκατέλειψε την μοναστική ζωή και συνεδέθη με κάποια Ερμιόνη.Ο άγιος κατά
 παρόμοιο τρόπο, όπως και προηγουμένως, προσπαθεί να τον πείσει με κάθε τρόπο
 να μην απελπισθεί, αλλά να ανορθωθεί από την πτώση με την μετάνοια και με την
 βεβαιότητα, ότι ο Θεός πάλι θα τον δεχθεί. Ο αληθινός μοναχός δεν παύει να πολεμά
 μέχρις εσχάτης αναπνοής και αν ακόμη πέση σε μύρια κακά, αποβλέποντας στο πέλαγος
 της φιλανθρωπίας του Θεού. Φέρνει πολλά παραδείγματα από την αγία Γραφή, όπως του
 Μανασσή, του Δαυίδ, του ασώτου, των Νινευϊτών και άλλων ανθρώπων που
 αμάρτησαν, αλλά κατόπιν μετενόησαν και έγιναν δεκτοί από τον Θεό. 
Του παρουσιάζει τις φοβερές τιμωρίες της κολάσεως, τα άπειρα αγαθά της Βασιλείας 
των Ουρανών και το πρόσκαιρο και απατηλό των ηδονών αυτού του κόσμου. 
Του εφιστά την προσοχή προ της ραθυμίας, η οποία γεννά την απόγνωση.
Όπως είναι γνωστόν ένα από τα μέτρα τα οποία έλαβε ο άγιος κατά την περίοδο
 της αρχιερατείας του στην Κωνσταντινούπολη μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών
 του για την εξυγείανση και κάθαρση του κλήρου ήταν, ότι καταδίκασε την 
επικίνδυνη και σκανδαλώδη συνήθεια της συνοικήσεως κληρικών μετά μοναστριών,
 συγγράψας δύο δοκίμια περί του θέματος τούτου. Μία τέτοια μορφή μοναχικής ζωής
 είναι αδιανόητη για τον άγιο. Στο έργο του «Προς τους έχοντας παρθένους 
συνεισάκτους» ο άγιος, ακολουθώντας την Ορθόδοξη μοναστική παράδοση, 
παραθέτει μια σειρά ισχυρών επιχειρημάτων αποδεικνύοντας το αδύνατον
 μιάς τέτοιας συμβιώσεως. Η συνοίκηση με συνεισάκτους αποδυναμώνει, 
κυριολεκτικά παραλύει τον αγωνιστή και τον καθιστά μαλακότερο από το κερί. 
Τότε μοιάζει με λέοντα στον οποίον έχουν αφαιρεθεί τα νύχια και τα δόντια, 
οπότε καθίσταται «ευχείρω-τος» στον διάβολο.
Στα ασκητικά έργα του αγίου συμπεριλαμβάνεται και η εκτενής περί «Παρθενίας» 
πραγματεία του, στην οποία πραγματεύεται εξονυχιστικά την μία πλευρά του 
τρίπτυχου της μοναχικής ζωής: Παρθενία-Ακτημοσύνη-Υπακοή. Στο πρώτο μέρος
 του έργου καταπολεμεί την παρθενία των αιρετικών και τις περί γάμου απόψεις
 των. Στο δεύτερο μέρος παραθέτει την διδασκαλία του αποστόλου Παύλου περί 
γάμου και παρθενίας, όπως αυτή συνάγεται από το 7ο κεφάλαιο της Α` προς
 Κορινθίους επιστολής. Ειδικότερα στο πρώτο μέρος αποδεικνύει, ότι 
αληθινή παρθενία και αληθινός Μοναχισμός υπάρχει μόνο μέσα στην 
Ορθόδοξο Εκκλησία. Οι αιρετικοί δεν έχουν καν παρθενία, διότι 
ευρισκόμενοι στο ψεύδος, έχουν καυτηριασμένη την συνείδηση. Έστω και αν 
το σώμα τους μένει ακέραιο, έχουν όμως διαφθαρή τα νοήματα της ψυχής
 των. Στο σημείο αυτό άριστα συμπλέκει και συνυφαίνει ο άγιος δόγμα και ήθος,
 πίστη και ζωή, εις τρόπον ώστε η ορθότης του πρώτου να είναι απαραίτητη 
προϋπόθεση για την γνησιότητα του δευτέρου. Στο δεύτερο μέρος συγκρίνει 
το γάμο με την παρθενία και υπογραμμίζει την υπεροχή της παρθενίας σε 
σχέση με τον γάμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταδικάζεται ο γάμος. 
«Καλόν ο γάμος, και δια τούτο η παρθενία θαυμαστόν, ότι καλού κρείττον 
εστίν, και τοσούτο κρείττον, όσω των ναυτών ο κυβερνήτης και των 
στρατιωτών ο στρατηγός». Ο γάμος εμφανίζεται απότοκός της παραβάσεως
 του Αδάμ, συνδεδε-μένος με την κατάρα και τον θάνατο, αρμόζων στην 
νηπιακή πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, χρήσιμος για τον κατευνασμό
 της σαρκικής πυρώσεως  και υπη-ρετών την παιδοποιϊαν. Ωστόσο αυτός που
 κακίζει τον γάμο μειώνει την δόξα της παρθενίας. Αντίθετα ο παρθενικός 
βίος είναι βίος ισάγγελος και οι μοναχοί είναι ουρανοπολίται, αγωνιζόμενοι
 να φθάσουν την πολιτεία των αγγέλων. Η παρθενική ψυχή έχει υπερκόσμιον
 κάλλος, διότι στολίζεται όχι με κοσμήματα, αλλά με τις αρετές. Όλες οι 
εξωτερικές εκδηλώσεις της προδίδουν την εσωτερική ευταξία και σαν πολύτιμο 
μύρο αποπνέουν την ευωδία της παρθενικής ψυχής. Το δωμάτιο του μοναχού 
μοιάζει με γαλήνιο λιμάνι, όπου εν πολλή σιγή διαλέγεται με τον Θεόν. 
Όπως παρατηρεί ο ομ. καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης, ο άγιος αφιερώνει ένα 
ολόκληρο κεφάλαιο (κεφ. 68), στο οποίο γίνεται λόγος περί αταραξίας του 
μοναχού, περί διαρκούς προς τον Θεόν συνομιλίας, θεωρίας και κατατρυφήσεως
 αυτού.
Η προσέλευση στο Μοναχισμό και η αποδοχή της παρθενικής ζωής πρέπει να γίνεται 
πάντοτε εκουσία τη γνώμη και ποτέ διά της βίας. «Άπαντα τα καλά της παρθενίας 
είπον και απέδειξα», λέγει ο άγιος, «και μετά ταύτα όμως άπαντα την αίρεσιν υμίν 
επιτρέπω του πράγματος. Ουχί μη βουλομένους έλκω προς την αρε-τήν». Ρίζα και
 καρπός της παρθενίας είναι ο εσταυρωμένος βίος. Ο μοναχός έχει να διεξάγει
 αγώνα, που υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες. «Απαιτείται ηρωϊσμός
 και σκληρότης έναντι των επιθυμιών, αδαμάντινη διάνοια, άγρυπνος οφθαλμός, 
πολλή υπομονή και προ παντός βοήθεια του Θεού.
Οι περί Μοναχισμού θέσεις του αγίου επί τη βάσει των ερμηνευτικών του ομιλιών.
Εκτός των ασκητικών του έργων ο άγιος βρίσκει την ευκαιρία και στα πλαίσια των ερμηνευτικών του ομιλιών  να αναφερθεί εν είδει παρεκβάσεων σε αρκετές περιπτώσεις στον Μοναχισμό και να εγκωμιάσει τη ζωή των μοναχών. Στην 8η ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο αναφέρεται στους μοναχούς της Αιγύπτου, τους οποίους παρομοιάζει με κοπάδι βασιλικό και στρατόπεδο Χριστού, με χορούς αγγέλων που έχουν ανθρώπινα σχήματα. Και οι γυναίκες συναγωνίζονται με τους άνδρες στα μοναχικά παλαίσματα και έχουν κοινό πόλεμο με τον διάβολο. Η έρημος της Αιγύπτου, όπου τα σκηνώματα των μοναχών, είναι λαμπρότερη από τα άστρα του ουρανού. Οι μοναχοί, εκτός της αυστηρότητος στα δόγματα, ενδιαφέρονται πολύ για την πρακτική ζωή. Εργάζονται σωματικά για τη διατροφή των πεινόντων. Πρότυπο μοναχικής ασκήσεως παρουσιάζει «τον μακάριον και μέγαν Αντώνιον», του οποίου η φήμη έχει εξαπλωθεί σ’ όλη την Ανατολή. Γνωρίζει το βιβλίο, που περιγράφει τον βίο του, προφανώς αυτό του Μεγάλου Αθανασίου και μαρτυρεί, ότι αξιώθηκε «θείας όψεως» και προφητικού χαρίσματος.
Σε άλλη ομιλία του στο κατά Ματθαίον εκφράζει τον έπαινό του και τον θαυμασμό του προς τους μοναχούς, εκτός των άλλων και για το ότι εφαρμόζουν στην πράξη την προτροπή του Κυρίου: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν …». Μετά την τράπεζα απαγγέλουν την προσευχή εκείνη, που τους υπενθυμίζει την φοβερά ημέρα της κρίσεως. Σωφρονίζουν τους εαυτούς των με νηστείες, χαμαικοιτίες και αγρυπνίες. Μεταβάλλουν τις νύκτες σε ημέρες, περνούν τον καιρό τους με ευχαριστίες και ψαλμωδίες. Είναι δυνατόν και αυτοί, που κατοικούν στις πόλεις να ποθήσουν με ζήλο την φιλοσοφία των μοναχών.
Σε άλλη ομιλία του στο κατά Ματθαίον παρουσιάζει την ζωή των μοναχών γλυκύτερη και ποθεινότερη από την κοσμική ζωή. Το έργο τους είναι όμοιο με το έργο του Αδάμ στον παράδεισο προ της πτώσεως. Υμνούν και δοξολογούν ακατάπαυστα τον Θεό. Ζητούν να μπορέσουν να σταθούν ακατάκριτοι μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού. Ο χορός των μοναχών μεταβάλλει τους ανθρώπους από λύκους σε πρόβατα. Ζουν προσηλωμένοι στην προσευχή και την μελέτη των Γραφών. Τα στόματά τους γεμάτα ευωδία. Τίποτε αισχρό, ευτράπελο, ή σκληρό δεν λέγουν, αλλά όλα όσα λέγουν είναι αντάξια της Βασιλείας των Ουρανών. Οι τόποι διαμονής των, άν και είναι ευτελείς δεν είναι καθόλου κατώτεροι των ουρανών, διότι κατεβαίνουν σ’ αυτούς οι άγγελοι και ο Κύριός των. Η δίαιτά τους ασκητική, το στρώμα τους φτιαγμένο με χόρτα. Εκεί όλοι είναι δούλοι και όλοι ελεύθεροι.
Σε άλλη ομιλία του στο κατά Ματθαίον συνεχίζει τα εγκώμια προς τον Μοναχισμό και λέγει, ότι οι μοναχοί πολεμούν καθημερινά και σφάζουν τους νοητούς εχθρούς δαίμονες και κάθε σαρκική επιθυμία.  Είναι κατ’ εξοχήν εργάτες της ταπεινοφροσύνης. Η κατοικία, το ένδυμα, η εργασία, όλα εμπνέονται από την ταπεινοφροσύνη. Κανένας δεν έχει τίποτα δικό του. Όσος ανταγωνισμός υπάρχει μεταξύ των κοσμικών για τα πρωτεία, τόσος μεταξύ τους για την αποφυγή τους. 
Στην 6η ομιλία του στην Α` προς Κορινθίους επιστολή, επικρίνει ωρισμένους, που, ενώ έχουν τις πνευματικές προϋποθέσεις και την ανάλογη πνευματική ωριμότητα, εγκαταλείπουν τον κόσμο και πηγαίνουν στην έρημο για να μην εξασθενήσουν στην αρετή. Κατά τον άγιο είναι προτιμότερο να εξασθενήσουν και να κερδίσουν άλλους, παρά να μένουν στα ψηλά βουνά και να αφήνουν τους αδελ-φούς των από αδιαφορία να χάνονται. Ανάλογες σκέψεις εκφράζει και σε άλλη ομιλία του στην προς Εφεσίους επιστολή, όπου περιγράφει με τα μελανώτερα χρώματα την ζοφερή εκκλησιαστική κατάσταση, μέχρι σημείου ώστε τα πάντα να έχουν αφανιστεί. Επικρίνει εκείνους, οι οποίοι έχοντες ορθόν βίον και παρρησίαν, έφυγαν από τις πόλεις και αποσπάσθηκαν από το σώμα της Εκκλησίας σαν να ήταν ξένο και εχθρικό και όχι δικό τους. Άλλοι δε άνθρωποι καταστροφείς γεμάτοι από αμέτρητα κακά εισέβαλαν στις Εκκλησίες. Τα εκκλησιαστικά αξιώματα κα-τάντησαν να εξαγοράζονται, ενώ δεν υπάρχει κανείς για να διορθώσει αυτά τα κακά.
Είναι άξιον προσοχής, ότι ο άγιος ενώ παντού εγκωμιάζει την κοινοβιακή 
και ερημιτική ζωή, δεν θεωρεί εν τούτοις την αναχώρηση από τον κόσμο 
ως όρο απαραίτητο και αναγκαία προϋπόθεση για την κατόρθωση της αρετής:
 «Ώσπερ ούν τον ράθυμον και αναπεπτωκότα ουδέ η έρημος ωφελήσαι τι 
δύναται, ουδέ γαρ ο τόπος εστίν ο την αρετήν κατορθών, αλλ΄ η γνώμη και
 ο τρόπος, ούτω τον νήφοντα και διεγηγερμένον ούτε το εν μέση τη πόλει 
διατρίβειν καταβλάψαι δυνήσεται». Όπως δε εύστοχα παρατηρεί νεότερος θεολόγος
, οι Πατέρες από συμφώνου τονίζουν, ότι η αναχώρηση από τον κόσμο τελεσιουργείται 
στο άδυτο της ψυχής και δεν συμβαδίζει πάντοτε με την αθέατη διαμονή στην έρημο. 
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας την διαγωγή του Λώτ και εξυμνώντας την αρετή, 
την οποία επέδειξε, αν και ζούσε ανάμεσα σε τόσους παρανόμους ανθρώπους,
 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι και χωρίς την αναχώρηση στα όρη, μπορεί κανείς
 να ανέλθη στο θείο όρος της αρετής.
Στην ομιλία του «Εις την αποστολικήν ρήσιν, έχοντες δε το αυτό Πνεύμα…» συγκρίνει 
την ελεημοσύνη με την παρθενία και τοποθετεί την πρώτη πάνω από την δεύτερη.
 Κατά τον άγιο, ακόμη και το μέγα κατόρθωμα της παρθενίας δεν είναι ικανό να 
μας εισαγάγη στην Βασιλεία των Ουρανών, αν δεν συνοδεύεται από την ελεημοσύνη.
 Αντίθετα η ελεημοσύνη χωρίς την παρθενία το επέτυχε: «ελεημοσύ-νη δε και χωρίς
 παρθενίας τους εαυτοίς τροφίμους μετά πολλών εγκωμίων εις την προ
 καταβολής κόσμου ητοιμασμένην Βασιλείαν εχειραγώγησεν…παρθενίας γαρ
 αξίωμα ουκ αποσχέσθαι γάμων μόνων, αλλά το φιλάνθρωπον είναι και 
φιλά-δελφον και συμπαθητικόν. Τι γαρ όφελος παρθενίας μετά ωμότητος;».
Ταις του χρυσορρήμονος και εραστού της αγγελικής πολιτείας των μοναχών, πρεσβείαις 
Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν

ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ ΔΑΝΙΗΛ: ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΜΑΣ

1του μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Η διδασκαλία του Κυρίου Ιησού Χριστού έχει επηρεάσει τη ζωή μας. Οι κανόνες που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό μας και διέπουν τις αντιλήψεις μας στηρίζονται στις αρχές του ευαγγελίου του Χριστού, που δίδαξε και έθεσε τους νόμους της ζωής των μαθητών Του.

Στην παρούσα συγκυρία κρίνουμε ότι συμβάλλει στη σωστή αξιολόγηση συμπεριφορών, πρακτικών και διακηρύξεων να υπενθυμίσουμε μερικές βασικές αρχές που αποτελούν την πεμπτουσία του χριστιανισμού. 
  1. Πρώτη αρχή είναι η αξία του ανθρώπινου προσώπου και ο σεβασμός του, που απορρέει από την πίστη των μαθητών του Ιησού Χριστού ότι ο άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού, που τη φόρεσε και ο Υιός του Θεού όταν ενανθρωπίστηκε, και ότι έχει προοριστεί να ενωθεί με τον Θεό.

  2. Δεύτερη αρχή είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής, που είναι δώρο του Θεού και προσφέρεται μόνο από τον Θεό. Αυτό το δώρο ουδείς επιτρέπεται να το αφαιρέσει, να το προσβάλει, να το κακοποιήσει, ούτε κι εκείνος που το λαμβάνει.

  3. Τρίτη αρχή είναι η αναγνώριση του αυτεξουσίου και της ελευθερίας της βουλήσεως του ανθρώπου. Ουδείς καταναγκασμός ή βιασμός έμμεσος ή άμεσος επιτρέπεται να επιβάλλεται στον άνθρωπο για οποινοδήποτε λόγο.

  4. Τετάρτη αρχή, η δυνατότητα της σωτηρίας που προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Ουδείς αποκλείεται από τη δωρεά του Θεού παρά μόνον εξ ιδίας προαιρέσεώς του, όταν απορρίπτει την προσφερόμενη σωτηρία.

  5. Πέμπτη αρχή, η κατάργηση πάσης αφορμής διαιρέσεως των ανθρώπων (εξαιτίας του φύλου, της καταγωγής, της κοινωνικής θέσεως, της εθνότητός τους). (Προς Γαλάτας γ΄ 28).

  6. Εκτη αρχή, η αλληλεγγύη των ανθρώπων για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των ενδεών και πασχόντων, εφόσον ο Κύριος ταύτισε τον εαυτό Του με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον άστεγο, τον φυλακισμένο, τον ασθενή, τον ξένο. (Ματθαίου κε΄ 40).

  7. Εβδομη αρχή, η εθελοντική προσφορά υπηρεσίας σύμφωνα με το παράδειγμα του Κυρίου που δίδαξε, όταν ένιψε τα πόδια των μαθητών Του, ότι εξυψώνεται ενώπιόν Του όποιος υπηρετεί τους άλλους στις πιο ταπεινές τους ανάγκες και όχι όποιος κατέχει αξιώματα και θέσεις εξουσίας (Ιωάννου ιγ΄ 14, Ματθαίου κ΄ 25-28, Λουκά κβ΄ 24-27).

  8. Ογδοη, αρχή η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισότητα που πρέπει να ρυθμίζονται ελεύθερα και αβίαστα από τον κάθε μαθητή του Ιησού Χριστού, που οφείλει να μοιράζεται τα αγαθά του με τους συνανθρώπους του, ώστε να επικρατήσει ισότητα (Β΄ Προς Κορινθίους η΄ 11-15).

  9. Ενατη αρχή είναι η αγάπη προς όλους, που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα των μαθητών του Ιησού Χριστού (Ιωάννου ιγ΄ 34-35).

  10. Δεκάτη αρχή είναι η συγχωρητικότητα και η ανοχή. Οπως ο Κύριος συγχώρησε τους υβριστές και βασανιστές Του που Τον σταύρωσαν και Τον θανάτωσαν, έτσι και οι μαθητές Του οφείλουν να συγχωρούν τους εχθρούς τους και να προσεύχονται γι’ αυτούς κατ’α την προτροπή Του «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθαίου ε΄ 44 καί στ΄ 14).

Οι αρχές αυτές διαμορφώνουν το ήθος των μαθητών του Ιησού, που οφείλουν να τις τηρούν για να διατηρούν το δικαίωμα να φέρουν το όνομα του Χριστού, να ονομάζονται δηλαδή χριστιανοί.  
πηγή

Γέροντας Πορφύριος: "Δώστε την αγάπη σας απλόχερα"


Γέροντας Πορφύριος: "Δώστε την αγάπη σας απλόχερα"


«Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Όταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε ή όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη.
Θα νιώθομε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους.  Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη. Ας μη μας στενοχωρεί το αντίθετο.
Ας αφήσομε τους άλλους να μας μιλάνε όπως αισθάνονται.

Ας μη ζητιανεύομε την αγάπη. Επιδίωξή μας να είναι ν’ αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για κείνους. Τότε θα προσέξομε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκομε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύομε την αγάπη τους.
Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά από τα βάθη της καρδιάς τους χωρίς να τους εκβιάζομε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.»

Πηγή:Βιβλίο ΄΄Βίος και λόγοι΄΄ γέροντος Πορφυρίου

Εκκλησιαστικό «Καποδίστρια» ετοιμάζει η «τρόικα».




20249731Οργανωμένο σχέδιο, που θα 
προκαλέσει τη συγχώνευση 
εκατοντάδων ενοριών και 
εν τέλει και ολόκληρων 
μητροπόλεων, φοβούνται 
στην Εκκλησία ότι δρομολογεί 
η «τρόικα».
Τα κενά που δημιουργούνται 
από τη μη πρόσληψη νέων
 εφημερίων διαρκώς αυξάνονται.
Για το 2012, το υπουργείο Παιδείας ενέκρινε την πρόσληψη 
μόλις εβδομήντα κληρικών.
Την ίδια στιγμή θα συνταξιοδοτηθούν περισσότεροι από
 διακόσιοι ιερείς. 
Με τον συγκεκριμένο αριθμό καλύπτεται μία θέση σε κάθε 
μητρόπολη και το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές
 στα χωριά της επαρχίας, όπου ένας ιερέας εξυπηρετεί 
τρία και τέσσερα χωριά.
Το συγκεκριμένο «καθεστώς» θα ισχύσει, όπως 
προβλέπει το τελευταίο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε την 
περασμένη Τετάρτη στη Βουλή, τουλάχιστον μέχρι το 2016.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο στον αριθμό των
 ιερέων, που οι μητροπολίτες προσπαθούν να τον
 καλύψουν με τις χειροτονίες άμισθων κληρικών.
Αυτό που φοβούνται περισσότερο είναι τι θα
 ακολουθήσει μετά την αξιολόγηση των κληρικών,
 η οποία έχει ήδη ξεκινήσει.
Οι ιερείς παρέλαβαν πρόσφατα από το υπουργείο 
Οικονομικών τα απαραίτητα έγγραφα, τα οποία πρέπει
 να συμπληρώσουν και να επιστρέψουν στις 
μητροπόλεις μέχρι το τέλος του έτους.
Σε αυτά καλούνται να συμπληρώσουν τις σπουδές τους, 
την προϋπηρεσία τους, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν
 στο ποιμαντικό τους έργο αλλά και να δώσουν τον βαθμό 
που πιστεύουν ότι αξίζει να πάρει ο… εαυτός τους!
Αξιολογούνται ως δημόσιοι υπάλληλοι, με καθαρά τεχνοκρατικά
 κριτήρια, χωρίς να προσμετράται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας 
του «επαγγέλματος».
Τα έγγραφα, όταν συμπληρωθούν, θα τα παραλάβουν 
οι πρωτοσύγκελοι ή οι αρχιερατικοί επίτροποι και στη 
συνέχεια θα γίνει η τελική αξιολόγηση από τους μητροπολίτες.
Πολλοί ιερείς αλλά και μητροπολίτες ανησυχούν ότι αυτή 
η εσωτερική διαδικασία δεν είναι απλή υπόθεση, αλλά 
υποκρύπτει άλλες σκοπιμότητες.
«Έχουν άλλα σχέδια;»
Στο εσωτερικό της Εκκλησίας υπάρχουν πολλοί που δεν κρύβουν
 τον προβληματισμό τους και θεωρούν πως ο Αρχιεπίσκοπος και η 
Ιεραρχία έχουν ήδη «παγιδευτεί» από την «τρόικα», αποδεχόμενοι
 την αξιολόγηση.

«Ο ιερέας ενός χωριού αντιμετωπίζεται όπως και ο δάσκαλος.
 Όπως στα χωριά συγχωνεύονται τα σχολεία και οι μαθητές
 ενοποιούνται, ποιος μας διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνει το ίδιο και 
με τις ενορίες που έχουν μόλις δέκα και είκοσι ενορίτες;», 
αναρωτιέται κληρικός με πολυετή εμπειρία σε μεγάλες
 διοικητικές θέσεις.
«Ο κληρικός που θα δηλώσει στην αξιολόγηση ότι δεν έχει κόσμο
 για να κάνει, π.χ., κατηχητικά σχολεία ή μεγάλο ποιμαντικό έργο,
 ελλείψει ανθρώπων, θα αξιολογηθεί από ένα κομμάτι χαρτί, 
χωρίς να έχουν υπολογιστεί ούτε οι σπουδές του ούτε η 
εμπειρία του. Γιατί αυτά είναι υποκειμενικά στον χώρο της
 Εκκλησίας», συμπληρώνει.
«Ποιος μας διαβεβαιώνει ότι το υπουργείο Οικονομικών στο 
τέλος δεν θα ζητήσει τη συγχώνευση ενοριών, όπως 
συγχωνεύονται οι εφορίες, τα νοσοκομεία και άλλα ΝΠΔΔ;».
Ο κληρικός αναφέρει ως παράδειγμα τη Μητρόπολη Φωκίδας,
 που έχει εκατό χωριά, εκ των οποίων τα ογδόντα ορεινά. 
Η μητρόπολη στη Ναύπακτο έχει πέντε ενορίες.
 «Μπορεί να κρατηθεί μια μητρόπολη με πέντε ενορίες; 

Όχι βέβαια. Επομένως θα οδηγηθούμε στην αλλαγή του 
Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, για να γίνει η συγχώνευση
 όχι μόνο των ενοριών, αλλά και των μητροπόλεων, 
όπως ακριβώς οι ιερείς αντιμετωπίζονται τώρα ως δημόσιοι
 υπάλληλοι και ως τέτοιοι αξιολογούνται». 

«Θυμηθείτε τι έλεγε ο Μακρυγιάννης για τους Βαυαρούς που
 αφάνισαν τα μοναστήρια και πετούσαν τους καλόγερους στους
 δρόμους, πωλώντας στο Μοναστηράκι τα εκκλησιαστικά σκεύη»,
 υπενθυμίζει ηγούμενος μεγάλης και ιστορικής μονής.
«Και χάλασαν οι Μπαυαρέζοι και ρήμαξαν όλους τους ναού
ς των μοναστηριών», έγραφε τότε για τα έργα των Βαυαρών 
πριν από δύο αιώνες. «Το μόνο που εύχομαι είναι να μην 
επαναληφθεί η ιστορία…», καταλήγει.     

Η διάθεση της αγάπης...


Η διάθεση της αγάπης...

Όποιος αγαπάει τον Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του.
Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται.
«Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. ιδ' 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. ιε' 12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου.
Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν' αγαπήσει.

Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει τον σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι' Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν' αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό.
Σ' Αυτόν ν' αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.

Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.
Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.

Aγίου Μαξίμου του Ομολογητού

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...