Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2012

Κυριακή ΙΓ΄Λουκᾶ Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Ρ. Ζουμῆ




Ἀσχολούμενοι μέ τήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή κάπου χαιρόμαστε καί κάπου λυπόμαστε. Χαιρόμαστε, γιατί ὁ πλούσιος αὐτός νεανίσκος ἐμφανίζεται σάν πιστός τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Λυπόμαστε, γιατί τόν βλέπουμε νά σταματάει τήν πνευματική του πρόοδο.
Στήν ἀρχή ρώτησε τόν Χριστό, τί πρέπει νά κάνει γιά νά ἔχει ζωή αἰώνια. Αὐτό δείχνει, ὅτι ἔχει εὐγένεια ψυχῆς. Ὅτι εἶχε πνευματικές ἀναζητήσεις. Ποθοῦσε τά ὑψηλά καί ὡραῖα. Δείχνει ὅμως καί ἐπιπολαιότητα. Δέν σκέφτηκε, δέν ὑπολόγησε τί θά τοῦ στοιχίσει αὐτή ἡ ἐπιθυμία.
Γιά νά ἐπιτύχει τόν σκοπό του, ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ δεκαλόγου. Οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου... Μέ χαρά ὁ νέος ἀπάντησε, ὅτι ὅλα αὐτά τά ἐτήρησε ἀπό μικρό παιδί. Ἄρα δικαιωματικά τοῦ ἀνήκει ὁ παράδεισος. Αὐτό τό σημεῖο ἄς σχολιάσουμε γιά λίγο, ἀγαπητοί μου.
Ὁ πλούσιος αὐτός νέος εἶναι ἀξιόλογος. Εἶναι σεμνός καί θεοφοβούμενος. Ἀπό μικρό παιδάκι ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σέβεται καί ἐφαρμόζει τίς ἐντολές Του. Δηλαδή δέν ἔχει χάσματα στή ζωή του, δέν  εἶχε πνευματικά διαλύματα. Καί τό λέμε αὐτό, γιατί πολοί ξεκινᾶνε καλά στή ζωή τους, ἀλλά σύντομα ξεκόβουν ἀπό τόν Θεό, ἀπομακρύνονται ἀπό τήν πίστη. Κάποια φορά φεύγουν καί μετά ξαναεπιστρέφουν. Γιά ἕνα διάστημα ζοῦν κατά Θεόν καί ἔπειτα ξεστρατίζουν. Δέν ἔχουν συνέχεια καί συνέπεια στή ζωή τους. Δέν εἶναι σταθεροί στήν πίστη.
Ἀκόμη σημαίνει, ὅτι εἶχε σπουδαίους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ἀρκετά καλή δουλειά μέ τήν ἀγωγή, πού τοῦ ἔδωσαν. Ἐργάσθηκαν πάνω στήν ψυχή του. Τά παιδιά μας εἶναι συνήθως ὅ,τι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ γονεῖς. Κάποιες φορές παραπονιόμαστε γιά τά παιδιά μας, γιατί τάχα δέν εἶναι αὐτά πού περιμέναμε, σάν νά ἐμεῖς εἴμασταν οἱ καλοί καί ἅγιοι. Ὅμως εἶναι ἀλήθεια, πώς ἡ ἀγωγή πού τά προσφέραμε ὑπολείπεται σέ πολλά σημεῖα. Εἴμαστε ἐκλεκτικοί στήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν μας καί στήν διδασκαλία μας πρός αὐτά. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν θέλουμε νά γίνουν πολύ καλά. Καλλιεργοῦμε μία ἀρετή καί ἀφήνουμε κάποια ἄλλη νά μείνει ὑπανάπτυκτη. Διδάσκουμε π.χ. τήν ἐλεημοσύνη καί ἀδιαφοροῦμε γιά τήν ἐγκράτεια.
Μιά τέτοια ἀγωγή γίνεται γιά μιά καλή κοινωνική συγκρότηση. Νά γίνει καλός ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως καί καλός χριστιανός. Ξέρετε πόσο διαφέρει τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο; Ἐπιδιώκουμε νά φανοῦμε καλοί στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, ὄχι νά γίνουμε ἀρεστοί στό Θεό. Πάντοτε μᾶς ἀπασχολεῖ τό ἐρώτημα , τί θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι καί ὄχι ποιά εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ. Νά γίνουν τά παιδιά μας ἔντιμοι, ἐργατικοί, μέ κάποια θρησκευτική ἀγωγή, ὅμως χωρίς βάθος, ὄχι ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες. Μιά τέτοια ἀγωγή εἶναι διάτρητη, ἐλειπής, ἐλάττωματική καί αὐτό θά φανεῖ ἀργότερα.
Ὁ σημερινός νέος καμάρωνε, γιατί αὐτές τίς ἐντολές τίς τηροῦσε ἀπό μικρό παιδί. Ἀλήθεια ἦταν, δέν ἔλεγε ψέματα. Μά δέν εἶχε αὐτογνωσία, ὅπως δέν ἔχουμε πολλοί ἀπό ἐμᾶς σήμερα. Πᾶμε νά ἐξομολογηθοῦμε καί λέμε στόν πνευματικό, δέν ἔχω τίποτε. Δέν ἔκλεψα, δέν σκότωσα. Τό μυαλό μας πηγαίνει σέ κάποια χοντρά καί μεγάλα ἁμαρτήματα. Μά ἄν σκοτώναμε ἤ κλέβαμε, δέν θά εἴμασταν, ὄχι χριστιανοί, οὔτε κἄν ἄνθρωποι. Ἄγρια θηρία θά εἴμασταν.  Στή φυλακή θά εἴμασταν. Καί ἐπειδή δέν κάναμε αὐτά, σημαίνει ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί; Φροντίζουμε γιά τά παιδιά μας τόσο, ὅσο γιά νά μή μποῦν φυλακή, ὄχι γιά νά μποῦν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή, ὅτι τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου στρέφεται στά πονηρά ἐπιμελῶς ἐκ νεότητος αὐτοῦ. Κι᾿ ἐμεῖς λέμε, ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες; Γιατί πάλι περιοριζόμαστε μόνο στίς πράξεις; Τίς σκέψεις ἤ τίς ἐπιθυμίες μας, γιατί δέν τίς ὑπολογίζουμε, γιατί δέν τίς μετρᾶμε καθόλου; Ἔρχεται καιρός πού μένουμε μέ ἀνοιχτό τό στόμα καί γουρλωμένα τά μάτια. Τό παιδί μας νά κάνει αὐτό τό πράγμα; Ναί τό ἔκανε, γιατί ἦρθε ἡ ὥρα νά φανεῖ, ὅτι ἐμεῖς σάν γονεῖς δέν κάναμε σωστά τήν δουλειά μας, ὅτι ἡ ἀγωγή πού τοῦ δώσαμε δέν ἦταν ἡ σωστή. Ἦταν πασαλείμματα ἀγωγῆς.
Ἡ πνευματική ζωή, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἰσόβια καί ἔχει πρόοδο. Τό σοβαρό λάθος μας εἶναι, τό ὅτι, ἄν ἐπιτύχουμε κάτι, φτάνει λέμε καί σταματᾶμε. Δέν χρειάζεται νά συνεχίσουμε περισσότερο. Ὅμως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς λέει κάτι πολύ σπουδαῖο: Μηδαμοῦ ἵστασθαι. Δέν θά σταματήσεις πουθενά. Ποτέ δέν θά πεῖς, καλά εἶμαι ἐδῶ. Θά συνεχίσεις. Σταμάτησες; Ἄρχισες νά ὑποχωρεῖς, θά τά χάσεις ὅλα.
Λέει ὁ Κύριος στό εὐαγγέλιο: Τέλειοι γίνεσθε, ὅπως τέλειος εἶναι ὁ Θεός μας. Θά ρωτήσει κάποιος: Μποροῦμε ἐμεῖς νά γίνουμε τέλιοι; Ἀσφαλῶς δέν μποροῦμε. Μά ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό πάντοτε πρέπει νά συνεχίζουμε τόν ἀγώνα μας καί ποτέ νά μή ἔχουμε σταματημό.
Ἄν θέλουμε τόν παράδεισο, πρέπει νά βαδίσουμε τόν ἀνηφορικό δρόμο καί νά περάσουμε ἀπό τήν στενή πύλη. Ἄν δέν ζοριστοῦμε Βασιλεία Θεοῦ δέν βλέπουμε. Γιατί φοβώμαστε; Γιατί δειλιάζουμε νά συνεχίσουμε; Γιατί δέν ἔχουμε τήν τόλμη καί τόν ἡρωϊσμό νά προχωρήσουμε σέ μιά καλύτερη καί βαθύτερη πνευματική ζωή; Ἡ δειλία εἶναι μεγάλο κακό καί ἁμάρτημα. Εἶναι σοβαρό μειονέκτημα. Ἄν ἀνοίξουμε τήν Ἱερή Ἀποκάλυψη θά δοῦμε τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο νά γράφει: Τῶν δειλῶν τό μέρος ἡ λίμνη ἡ καιομένη ἐν πυρί καί θείῳ. Ὁ νεανίσκος ἔκανε τόσα πολλά. Ἕνα δέν μπόρεσε νά κάνει καί ἔχασε τόν παράδεισο.
Ἐμεῖς σκεφτήκαμε ποτέ, ἄν θά σωθοῦμε μέ αὐτά πού κάναμε;  Δέν χρειάζεται νά εἴμαστε μόνο νοσταλγοί τῆς χαρᾶς τοῦ παραδείσου, ἀλλά νά γίνουμε καί ἀγωνισταί-βιασταί,διότι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιαστεί ἁρπάζουσιν αὐτήν. Ἀμήν.-

Κυριακή ΙΓ' Λουκά: Ομιλία περί της χριστιανικής τελειότητος (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)


ΘΕΟΛΟΓΙΑ
- Γιατί ο Ιησούς λέει στον πλούσιο ότι ένα σου λείπει για την τελειότητα και μετά του λέει δύο πράγματα: να πουλήσει την περιουσία του δίνοντας τα χρήματα στους φτωχούς πρώτον, και να Τον ακολουθήσει δεύτερον;

- Αρκεί κανείς να εγκαταλείψει όλα τα υπάρχοντά του για να ανέβει τον υψηλόν της αρετής βαθμόν;

- Από τί εξαρτάται ο βαθμός τής τελειότητος;

- Πώς σχετίζεται η φιλανθρωπία και η αγάπη προς τον Θεό;

- Πρότυπο όσων επιθυμούν την τελειότητα ο σωτήρας του κόσμου Ιησούς Χριστός.

- Μπορεί από μόνος του ο άνθρωπος να φτάσει στην τελειότητα;

- Δεν είναι όμως πιο εύκολο για έναν πτωχό να αφήσει τα υπάρχοντά του και να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό, παρά για έναν πλούσιο;

- Υπάρχουν και σήμερα παραδείγματα ανθρώπων που αφήνουν τα υπάρχοντά τους και ακολουθούν τον Χριστό;

- Εάν κανείς δεν μπορέσει να φτάσει στην τελειότητα κινδυνεύει και αυτή η σωτηρία του;

- Υπάρχει ανταμοιβή για τους τελείους και ποιά είναι αυτή;


Διαβάστε τον λόγο από το "Κυριακοδρόμιο των τεσσάρων Ευαγγελιστών", του Νικηφόρου Θεοτόκη (τόμ. 2ος, σελ. 138 - Έκδοσις 1840), πατώνταςεδώ

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά - «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστίν» εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου



(Λουκ. ιη΄18-27)                                               (Γαλ. Γ΄23-δ΄5)
Κληρονομιά αιώνια
«Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστίν»
Στις φοβερές συνέπειες της υπερεκτίμησης και απολυτοποίησης των υλικών αγαθών, αλλά και στην αλαζονεία που κυριεύει τον άνθρωπο, εστιάζεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Κάποιος Ιουδαίος άρχοντας ρώτησε τον Χριστό: «Διδάσκαλε τι να πράξω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;». Ο Κύριος γνωρίζοντας τι είναι εκείνο που κρατά τον άνθρωπο προσδεδεμένο  στη γη, απαντά: «Ένα μονάχα σού απομένει. Πώλησε όλα τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς. Θα έχεις τότε θησαυρό κοντά στον Θεό. Ύστερα ακολούθησέ με».

Ύστερα από την υπόδειξη αυτή κατέλαβε στενοχώρια  τον Ιουδαίο άρχοντα γιατί δεν θα μπορούσε να την ακολουθήσει. Ήθελε  πραγματικά να κατακτήσει την αιώνια ζωή. Η τήρηση των κανόνων του Μωσαϊκού Νόμου τού έδινε τη σιγουριά αλλά και την ικανοποίηση ότι βρισκόταν στην τροχιά αυτή. Αδυνατούσε όμως να κατανοήσει ότι ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης βρίσκει την ολοκλήρωσή του στον Χριστό. Ακριβώς, ο Χριστός ζητεί την αυτοπαράδοση του ανθρώπου στη δική του αγάπη. Όταν ακριβώς καλείται να κάνει την επιλογή του ανάμεσα στον Θεό και στα υλικά αγαθά που τον κρατούσαν δέσμιο στη γη, εκείνος ο Ιουδαίος άρχοντας δεν θυσίαζε αυτά που είχε. Έδινε μεγαλύτερη σημασία στο «έχειν» και όχι στο «είναι», που μετουσιώνεται σε «εύ είναι» μέσα στην αγάπη και κοινωνία του Χριστού.
Η ψευδαίσθηση
Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα δεν θα ανέμενε αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων. Ζούσε σ’ ένα κόσμο πνευματικής ψευδαισθησίας.  Οι ευγενείς προθέσεις του για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή συγκρούονταν φοβερά με τις εγωκεντρικές επιδιώξεις του. Τελικά δεν ήταν και τόσο ανιδιοτελείς οι διαθέσεις του. Ο άρχοντας εκείνος μπορεί να επιθυμούσε να φθάσει στην τελειότητα, αλλά έστηνε το οικοδόμημά της πάνω στην περιουσία του. Στο βάθος, η όλη επιθυμία του για την εξασφάλιση και της αιώνιας ζωής εκδήλωνε την πρόθεσή του να απολαμβάνει αιώνια όσα κατείχε, τα αγαθά που είχε μαζέψει γύρω από τον εαυτό του. Η θρησκευτικότητά του έφερε τον μανδύα της νοσηρότητας. Στηριζόταν σ’ αυτό που φαινόταν εξωτερικά και όχι στο πλήρωμα της αγάπης που εγκαινίασε ο Κύριος, η οποία αναποδογύρισε τέτοιου είδους τυπολατρικές προσεγγίσεις. Γι’ αυτό στο πιο κρίσιμο σημείο της ζωής του, όταν δηλαδή ο Χριστός τού έδωσε την ευκαιρία να φτιάξει τον εαυτό του και να τον απαλλάξει από την παθογένεια που υπέφερε, εκείνος έφυγε λυπημένος.
Καινή ύπαρξη
Η πνευματική μας προσπάθεια σίγουρα δεν εξαντλείται στην τυπική εφαρμογή ορισμένων εντολών. Προβάλλεται και διευκρινίζεται σαν μια βαθύτερη διαδικασία και δημιουργία μιας «καινής ζωής». Το θέμα λοιπόν δεν είναι να καλυτερεύσουμε την εικόνα που δείχνουμε πολλές φορές μόνο εξωτερικά αλλά να εγκολπωθούμε τη δυνατότητα υπέρβασης που μάς προσφέρει η αγάπη του Χριστού ώστε να βιώσουμε την καλή αλλοίωση και να αφήσουμε τον εαυτό μας να μεταβληθεί σε «καινή ύπαρξη». Το δρόμο αυτό άλλωστε ακολούθησαν και όλες εκείνες οι άγιες μορφές που κοσμούν σήμερα το οικοδόμημα της Εκκλησίας και το καθιστούν φωτεινότερο και λαμπρότερο.  Αυτό μας έδειξε και η αγία και μεγαλομάρτυς Αικατερίνη, της οποίας τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. Το άγιο παράδειγμά της, όπως αυτό αναδύεται μέσα από το συναξάριό της, ρίχνει φώς στην πορεία που πρέπει να ακολουθήσει στη ζωή του ο άνθρωπος.
Αγαπητοί αδελφοί, η αυθεντικότητα της πίστης μας δεν επιτρέπει οποιουσδήποτε συμβιβασμούς στη ζωή μας. Το ολοκληρωτικό δόσιμο του ανθρώπου στην αγάπη του Χριστού σημαίνει ταυτόχρονο και απαγκίστρωσή του από τη δουλεία των υλικών αγαθών. Μια τέτοια ευλογημένη θεώρηση, όχι μόνο δεν τον καθιστά φτωχότερο, αλλά τον κάνει πολύ πιο πλούσιο ως προς την εσωτερική πληρότητά του. Σ’ αυτή την προοπτική ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι έχει και κατέχει τα πάντα εν Χριστώ. Αυτή την αίσθηση απεκόμισαν και οι άγιοι της Εκκλησίας, όπως η Αικατερίνη η Μεγαλομάρτυς, τις πρεσβείες της οποίας επικαλούμαστε.
Χριστάκης Ευθσταθίου (Θεολόγος) Εκκλησία Κύπρου

Κήρυγμα επί του Ευαγγελίου της Κυριακής ΙΓ' Λουκά του Σεβασμιωτατου Μητροπολίου Λέρου Καλύμνου Αστυπάλαιας κ.κ. Παισίου



«Διάδος πτωχοίς και  έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρον ακολούθει μοι»
Αγαπητοί  μου αδελφοί,
Στην σημερινή  ευαγγελική  περικοπή, η οποία αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της μεγάλης διδασκαλίας του Θεανθρώπου Ιησού, καταγράφονται η αγάπη και η αγαθοεργία, μεγάλες  αρετές  που πρέπει ο κάθε χριστιανός να πράττει, χωρίς διάκριση σε κάθε άνθρωπο πού έχει την ανάγκη και χρήζει της  βοήθειας του.
Η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους  χωρίς διάκριση, μάλιστα δε προς στους δυστυχείς και πτωχούς και πονεμένους, είναι η αληθινή αρετή και συνθήκη απαραίτητος δια την  απόκτηση  της κληρονομιάς των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών· «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ».
Ο πλούσιος της  σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ενώ  τηρούσε κατά γράμμα τις δέκα  εντολές, έλλειπε  όμως από αυτόν η πρώτη και μεγάλη εντολή, η εντολή της αγάπης.
Στην ψυχή του η αγάπη προς τους πτωχούς και ταλαιπωρημένους ανθρώπους ήταν ξένη και ως εκ τούτου ήταν σκληρός  και απάνθρωπος, δεν αγαπούσε τους πτωχούς, δεν  ήταν φιλόπτωχος, φιλεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος.
Αν και είχε  ακούσει  την διδασκαλία  του Σωτήρος Χριστού και ζητούσε επιμόνως από τον Κύριο να γνωρίσει το πως θα κερδίσει την βασιλεία των ουρανών, εν τούτοις δεν απαρνείται  τον πλούτο, αλλά δέσμιος αυτού κινείται ζητώντας τα  πρόσκαιρα  και μάταια αγαθά, αγνοώντας το «μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σής και βρώσις αφανίζει και όπου  κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι».
Η προσήλωσή του προς τα εφήμερα  και πρόσκαιρα αγαθά  του κόσμου τούτου  είχαν σκληρύνει την καρδιά του και δεν ήθελε να πιστέψει ότι όλα  εδώ στη γη μένουν και ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».
Διά τον νομομαθή και πλούσιο αυτό νέο δεν υπήρχε ούτε πτωχός, ούτε ταλαίπωρος, ούτε δυστυχής  άνθρωπος· μόνο τον εαυτό του σκέπτεται και  δεν πονά κανένα, μα κανένα συνάνθρωπό του, δεν πονά και δεν συμμερίζεται τον πόνο και την δυστυχία του πτωχού αδελφού του.
Ο πλούσιος αυτός αλλά και άρχοντας του λαού δεν ενεργεί και δεν πράττει εκείνα που λέγει ο νόμος του Θεού: «αγαπήσεις  τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δεν γνωρίζει την αρετή της  φιλοπτωχίας, δεν πράττει, όπως οφείλει κατά τον νόμο, την αρετή της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης.
Η φιλανθρωπία, η μεγάλη αυτή αρετή με  την οποία ο άνθρωπος κερδίζει την ουράνιο βασιλεία, είναι δι΄αυτόν ξένη. Στην προτροπή από τον φιλάνθρωπο Κύριο ότι, «ένα ακόμη σου λείπει, πώλησε όλα όσα έχεις και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς και έλα να με ακολουθήσεις», αυτός κλαίει και λυπάται, διότι ήταν «πλούσιος σφόδρα».
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της  μεγάλης διδασκαλίας του Κυρίου μας, καλεί τον άνθρωπο της κάθε  εποχής,  και  ιδιαίτερα τον  χριστιανό που  γνωρίζει το άγιο ευαγγέλιο, να δείξει  την αγάπη προς  τους πτωχούς, εάν θέλει να κερδίσει την αιώνιο βασιλεία.
Η φιλοπτωχία είναι αρετή μεγάλη, την οποία οφείλει να εκτελεί ο χριστιανός χωρίς καμία διάκριση και  μάλιστα πρέπει η φιλοπτωχία  να γίνεται κατά το θέλημα  του πρώτου και μεγάλου Φιλανθρώπου  του Ιησού Χριστού, ο Οποίος πτώχευσε δια να  πλουτίσει τον παραπεσόντα στην αμαρτία  άνθρωπο και να τον ενώσει με τον  ουράνιο Πατέρα Του.
Δεν αρκεί όμως μόνο να προσφέρει κανείς υλική βοήθεια στον πτωχό και αδύναμο άνθρωπο, αλλά η προσφορά αυτή πρέπει να γίνεται μετά πολλής  προσοχής και διάκρισης και με μεγάλη μυστικότητα κατά το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού: «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η  δεξιά σου».
Δυστυχώς πολλοί πλούσιοι πολλές φορές ευεργετούν τους πτωχούς, όχι από αγάπη αλλά για επίδειξη και υπερηφάνεια, από ιδιοτέλεια, και με τελικό σκοπό το πώς να φανούν στον περίγυρό τους ότι  είναι ελεήμονες, είναι φιλάθρωποι, είναι φιλόπτωχοι και ενεργούν κατά το΄Αγιον Ευαγγέλιο.
Οι άνθρωποι αυτοί ομοιάζουν με τον άρχοντα πλούσιο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος «περίλυπος εγένετο, ήν γάρ πλούσιος σφόδρα», καθώς και με τον τυπολάτρη και κομπορρήμονα Φαρισαίο, οποίος με ελαφρά την συνείδηση έλεγε: «εγώ δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ».
Ας γνωρίζουν οι άνθρωποι αυτοί ότι την βοήθεια την οποίαν προσφέρουν στους πτωχούς, δια να φανούν ότι κάμνουν έργο φιλανθρωπίας, δεν είναι αγνή, δεν είναι ταπεινή, δεν είναι ευάρεστη στον Θεό και δεν ωφελεί τελικά την ψυχή τους: «Αμήν γάρ λέγω  υμίν, ότι απέχουσι από τον μισθόν αυτών».
Ευτυχείς είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που από ειλικρινή αγάπη συντρέχουν και βοηθούν τους πτωχούς και ανακουφίζουν τις δυστυχίες τους: «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».
Ο φιλόπτωχος και ο ευεργετικός άνθρωπος λαμβάνει πλούσια την αμοιβή και ανταπόδοση, ενώ αντίθετα ο άσπλαχνος και εδώ στη γη τιμωρείται αλλά και κατά την μέλλουσα κρίση θα  στερηθεί των αιωνίων αγαθών: «κρίσις», λέγει η αγία Γραφή, «τω μη ποιήσαντι έλεος».
Ο Πτωχεύσας δια τον άνθρωπο Κύριος δεν καταδικάζει τον πλούτο, αλλά καταδικάζει την κακή χρήση του πλούτου, καταδικάζει τον άνθρωπο εκείνο που δεν συμμερίζεται τον αδελφό του στην ανάγκη του, στην θλίψη του, στην στενοχώρια του.
Ο άνθρωπος αυτός δεν κάνει καλή χρήση των αγαθών που του έδωσε ο Δωροδότης Θεός και μάλιστα δεν τα  αξιοποιεί κατά το ευαγγέλιο και δεν κάμνει πράξη το «ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι και ο έχων βρώματα ομοίως ποιήτω».
Εάν ο άνθρωπος, ο πλούσιος άνθρωπος, πράξει  κατά το ευαγγέλιο και βοηθήσει τον πτωχό συνάνθρωπό του, τότε  πραγματικά αισθάνεται χαρά και αγαλλίαση ότι έκαμε μία καλή και θεάρεστη πράξη.
Αντιθέτως, εκείνος ο άνθρωπος πού έχει και κατέχει και δεν ανταποκρίνεται στην εντολή της αγάπης, μένει ξένος και μακριά από την πραγματικότητα αυτής της ζωής, και μάλιστα εν γνώσει του, δεν ακολουθεί την προσταγή του Κυρίου το «δεύρο ακολούθει μοι.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η φιλοπτωχία, την οποία μας καλεί να πράξουμε η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι αρετή μεγάλη και εκδήλωση καθαρή της χριστιανικής αγάπης και μάλιστα κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο, Μέγα Βασίλειο, Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Ιωάννη τον Ελεήμονα…. είναι το κλειδί δια να ανοίξει κανείς την είσοδο του Παραδείσου.
Δια τούτο ας  μη περιφρονούμε τους  πτωχούς και αδυνάτους συνανθρώπους μας, εάν θέλουμε και επιζητούμε και εμείς να έχουμε θησαυρό στους ουρανούς. Αλλά χωρίς καμία διάκριση να ανοίγουμε την πόρτα μας σ΄εκείνους που την κτυπούν και ζητούν την βοήθεια μας, δια να ανοίξει και για εμάς διάπλατα η πύλη του παραδείσου την ημέρα εκείνη την μεγάλη και φωταυγή.
Το «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ», οι λόγοι αυτοί του Θεανθρώπου Ιησού ας πληρούν τις καρδίες μας όλες τις ημέρες της επί γης παρουσίας μας, εάν θέλουμε να έχουμε αναφαίρετο θησαυρό στους ουρανίους θαλάμους.
ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.

Κυριακή ΙΓ' Λουκά (η προσκόληση στα χρήματα) π. Χερουβείμ Βελέτζας



(Λουκ. 18, 18-27)

Η διήγηση της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής αποτελεί ως προς το περιεχόμενό της συνέχεια της παραβολής του άφρονα πλουσίου που ακούσαμε την περασμένη Κυριακή. Εκεί ο Χριστός αποκάλεσε άφρονα τον άνθρωπο που φροντίζει μόνο για την δική του προσωπική απόλαυση και γίνεται δέσμιος του εγωισμού του και τελικά της ολιγοπιστίας του προς τον Θεό. Σήμερα, στον άρχοντα που Τον ρωτά τί πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνιο ζωή, του απαντά να τηρεί τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης. Και στην απόκριση του ανθρώπου ότι από μικρός τηρεί αυτές τις εντολές, ο Κύριος τον καλεί να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Λυπήθηκε ο άρχοντας κι έφυγε, και ο Χριστός μονολόγησε: “πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν χρήματα”, πιο δύσκολο και από το να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας1. “Και ποιός μπορεί τελικά να σωθεί;”, Τον ρώτησαν. Κι Εκείνος απάντησε ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό.
Όπως στην παραβολή του άφρονα πλουσίου ο Χριστός δεν κατέκρινε τα υλικά αγαθά αλλά την προσκόλληση του ανθρώπου σε αυτά, έτσι και σήμερα, δεν κατακρίνει τα χρήματα, αλλά την αδυναμία του ανθρώπου ή την απροθυμία του να αποχωριστεί τον πλούτο προκειμένου να κερδίσει την αιωνιότητα. Πολλοί θεωρούν ότι ο Χριστός εξαιρεί από τον Παράδεισο όλους εκείνους που διαθέτουν χρήματα ή υλικά αγαθά, ότι καταδικάζει εκ προοιμίου τους πλούσιους και ότι μας θέλει φτωχούς, ρακένδυτους, κακομοίρηδες. Αυτό είναι μια μεγάλη παρεξήγηση, και φαίνεται καθαρά από τη σημερινή αφήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά.
Φαίνεται καταρχάς από την πρώτη απάντηση που δίνει ο Χριστός στον άρχοντα, ότι για να κερδίσει την αιώνιο ζωή αρκεί να τηρεί τις εντολές του Θεού. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος που διηγείται το ίδιο περιστατικό2, τονίζει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο πλούσιος τον ρωτά τί πρέπει επιπλέον να κάνει, ώστε να είναι τέλειος, και τότε ο Χριστός του απαντά να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να Τον ακολουθήσει. Επομένως, και από τις δύο διηγήσεις φαίνεται ότι το πρώτιστο που ζητά ο Θεός από εμάς είναι να σεβόμαστε και να τηρούμε τις εντολές του Θεού, να είμαστε δίκαιοι και άνθρωποι αγάπης.
Ότι ο Χριστός δεν απορρίπτει τους πλούσιους φαίνεται επίσης και από το ότι δεν θεωρεί πως είναι αδύνατο να σωθούν, αλλά δύσκολο. Τόσο δύσκολο, που χρειάζεται η βοήθεια του ίδιου του Θεού. Και τούτο επειδή ο άνθρωπος που κατέχει πολλά χρήματα εύκολα προσκολλάται στα υλικά αγαθά και εξαρτάται από αυτά, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να απεγκλωβιστεί από το κυνήγι του χρήματος, της άνεσης και της ευημερίας. Όταν όλα αυτά αποκτήσουν τόση μεγάλη σημασία και γίνουν προτεραιότητα στη ζωή μας, τότε και η καρδιά μας γίνεται σκληρή απέναντι στο συνάνθρωπο και απέναντι στον ίδιο το Θεό. Άρα ο Χριστός δεν καταδικάζει αυτόν καθαυτό τον πλούτο, αλλά την προσκόλληση σε αυτόν, την ψυχική εξάρτηση, την προσκόλληση της καρδιάς μας σε αυτόν. Και γι' αυτό λέει ότι είναι πιο εύκολο να περάσει μια καμήλα μέσα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά ένας εξαρτημένος από τα χρήματα πλούσιος.
Ίσως νομίσουμε ότι τα λόγια αυτά του Κυρίου δεν μας αφορούν άμεσα, μιας που η πλειονότητά μας δεν είμαστε πλούσιοι. Ωστόσο, ο κίνδυνος να προσκολληθεί η καρδιά μας και η φροντίδα μας στα βιοτικά πράγματα, στην απόκτηση αγαθών και στην επιδίωξη του πλούτου, είναι κοινός για τον κάθε άνθρωπο. Όπως είναι κοινός και ο πνευματικός κίνδυνος να θέσουμε όλες αυτές τις υλικές μέριμνες στην κορυφή των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Το βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, με πόση αγωνία και άγχος ο σύγχρονος άνθρωπος κυνηγά την ευημερία και γίνεται δέσμιος του καταναλωτικού πνεύματος. Βλέπουμε πώς ο αγώνας για την απόκτηση όλο και περισσοτέρων αγαθών καταλήγει σε μια ατέρμονη αίσθηση του ανεκπλήρωτου μέσα μας.
Μέσα μας όμως οφείλουμε να αναζητήσουμε την προσωπική μας ευτυχία. Μέσα μας οφείλουμε να ανακαλύψουμε το θησαυρό μας. Μέσα μας βρίσκεται η Βασιλεία του Θεού3, στην αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο αγώνας μας αυτός για την εσωτερική μας τελείωση δεν είναι εύκολος, έχει ως εμπόδιο την ίδια μας τη διάθεση να θέτουμε σε πρώτη προτεραιότητα τα βιοτικά, τα υλικά, τα χρήματα. Δεν είναι όμως ένας αγώνας ατελέσφορος. Αρκεί να μη ξεχνάμε, μέσα στην καθημερινότητά μας, να στρέφουμε το βλέμμα μας και την ελπίδα μας στον Θεό, τον μόνο που μπορεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά και κατορθωτά.

1 Λουκ. 18, 24-25.
2 Ματθ. 19, 16-26.
3 Λουκ. 17, 21: “ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν”.


Read more: http://xerouveim.blogspot.com/2009/11/29-11-09.html#ixzz2D7RYLERD

Ομιλία εις την ΙΓ΄ Κυριακή του Λουκά αρχιμανδρίτης Κοσμάς Λαμπρινού




«Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των Ουρανών!»
Χρήμα! Πλούτος! Γενικά η ιδιοκτησία είναι έννοιες που για τη κατάκτηση των οποίων πολύς αγώνας έγινε και γίνεται. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιθυμεί το χρήμα γιατί του εξασφαλίζει ανέσεις και χαρές της ζωής αυτής. Όμως ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι σκλάβος του χρήματος όπως ο νέος τον οποίο μας παρουσιάζει σήμερα ο ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς.
Ο νέος του Ευαγγελίου πλησίασε το Χριστό και τον ρώτησε πως θα κληρονομούσε την αιώνια ζωή. Ασφαλώς το ερώτημα αυτό είναι πολύ ωραίο γιατί αν δεν είχε μέσα του το «μικρόβιο» της φιλαργυρίας θα τον οδηγούσε στον ουρανό. Ο νέος όμως όταν άκουσε το Χριστό ότι πρέπει να δώσει όλη την περιουσία του στους φτωχούς, να ακολουθήσει το Χριστό με όλες τις συνέπειες που είχε αυτή η ακολουθία (διωγμούς δηλ.) και κατόπιν να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, «περίλυπος γενόμενος», όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής, διότι είχε τεράστια περιουσία, έφυγε από το Χριστό και πήγε στα πλούτη του. Έτσι ο Χριστός είπε ότι είναι δύσκολο ανθρωπίνως να μπει πλούσιος στον Παράδεισο. Δεν είπε ότι είναι αδύνατο. Και οι πλούσιοι αν αποκοπούν από τα πλούτη τους θα γίνουν πολίτες της βασιλείας των ουρανών.
Έτσι γεννάται ένα ερώτημα. Μήπως το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία του Χριστού είναι αντίθετη στον πλούτο και την ιδιοκτησία του ανθρώπου; Κάθε άλλο. Όπως βλέπουμε στην Παλαιά Διαθήκη, αρχικά, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων ο Θεός είπε στους πρωτοπλάστους να κατακυριεύουν (της γης), που σημαίνει ότι θα εργάζονται σ’ αυτήν και θα παίρνουν αμοιβή για τον κόπο τους. Ακόμα, πολύ καλύτερα, στην Καινή Διαθήκη, τώρα, και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζουμε ότι ο Θεός μακαρίζει αυτούς που δίδουν ελεημοσύνη. «Μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20,35).
Για να δώσει όμως κάποιος σημαίνει ότι έχει. Για παράδειγμα οι άγιες Μυροφόρες που ήταν ευκατάστατες γυναίκες «διηκόνουν Αυτώ (τω Χριστώ) από των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8,3). Βοηθούσαν οι μυροφόρες από την περιουσία τους. Αλλά δυστυχώς ενώ αυτές έκαναν καλή διαχείριση του πλούτου που είχαν, ένας «μαθητής», που ήταν μάλιστα και ταμίας στην ομάδα των 12 Μαθητών του Χριστού όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά και έκλεβε από το ταμείο.
Ο Χριστός όμως ενώ το ίδιο το χρήμα δεν το καταδικάζει αυτό καθ’ εαυτό, για τους πλουσίους ομιλεί με τα πιο σκληρά λόγια. «Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών» (Λουκ. 6,24), τους λέει. Όχι γιατί ο πλούτος είναι από μόνος του κακός, αλλά γιατί οι πλούσιοι εύκολα γίνονται δούλοι του χρήματος και ξεχνούν το Θεό.
Μη νομίζετε όμως ότι και η πτωχεία από μόνη της σώζει τον άνθρωπο, παρ’ όλο που ο Χριστός μακαρίζει τους πτωχούς με τα λόγια «μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Λουκ. 6,20). Και ο πτωχός αν δεν είναι ενωμένος με τη πίστη του Χριστού δεν μπορεί να σωθεί. Απλά έχει περισσότερες πιθανότητες σωτηρίας γιατί δεν θα είναι δεσμευμένος με τα βιωτικά αγαθά.
Σε τελευταία ανάλυση τόσο ο πλούτος όσο και η πτωχεία αν χρησιμοποιηθούν σωστά από τον άνθρωπο θα τον ωδηγήσουν στη βασιλεία των ουρανών. Άρα η Εκκλησία δεν απορρίπτει την ιδιοκτησία αλλά επισημαίνει τους κινδύνους που έχει ο πλούτος για την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Του λέει δηλ. ότι ο πλούτος κάνει τον άνθρωπο δούλο του χρήματος. Κι ενώ αυτός (ο πλούσιος) είναι κύριος, στην ουσία είναι δούλος του μαμμωνά. Κι ενώ ο χριστιανός πλούσιος πρέπει να είναι δούλος του Χριστού, στην ουσία είναι δούλος του χρήματος. Επίσης του επισημαίνει η Εκκλησία ότι το χρήμα μπορεί να τον βάλει σε μεγάλες περιπέτειες πνευματικού περιεχομένου. Μπορεί να τον ρίξει δηλ. στην αμαρτία. Γιατί το χρήμα είναι σαν το νερό. Όταν είναι ήρεμο δροσίζει και ζωογονεί τον άνθρωπο, όταν όμως είναι ορμητικό πνίγει και καταστρέφει ό,τι βλέπει στο δρόμο του. Έτσι και το χρήμα όταν διαχειρίζεται σωστά από τον άνθρωπο τον δροσίζει πνευματικά ενώ όταν κατακυριεύεται απ’ αυτό τον ρίχνει στην αδικία και στην αμαρτία.
Γιατί οι κυνηγοί του χρήματος εύκολα αδικούν τον πλησίον τους, εύκολα φοροδιαφεύγουν ή αμαρτάνουν ποικιλώνυμα τυφλωμένοι από τη λάμψη του χρυσού. Γι’ αυτό και ο Κύριος κάνει την μελαγχολική διαπίστωση «πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλεία του Θεού!». Δεν λέει ότι είναι αδύνατον να σωθούν και οι πλούσιοι αλλά ότι είναι πολύ δύσκολο, όσο δύσκολο είναι μια καμήλα να χωρέσει από τρύπα βελόνας.
Κι όμως ο Χριστός δεν αρνείται στους πλουσίους τη βασιλεία Του. Αρκεί κι αυτοί να χρησιμοποιούν το χρήμα όπως θέλει ο Χριστός. Και ο Χριστός αρχικά θέλει να μην κερδίζουμε περιουσίες με αθέμιτα μέσα αλλά με τον τίμιο ιδρώτα μας. Όχι κλέβοντας και αδικώντας τους συνανθρώπους μας, ούτε αδικώντας τον εργοδότη μας ή και τον εργάτη μας. Και δεύτερον χρησιμοποιώντας την περιουσία μας για το καλό των συνανθρώπων μας. Υπάρχουν πλούσιοι που θα μπορούσαν να θρέψουν ολόκληρους λαούς με τις περιουσίες τους και δεν το κάνουν. Αν το έκαναν αυτό η ελεημοσύνη τους αυτή θα τους έβαζε κατά το λόγο του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην βασιλεία του Θεού.
Στην κατοχή, και στην πόλη της Κοζάνης το 1942-43 ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχιμανδρίτης εκείνα τα χρόνια, έλεγε από άμβωνος ότι οι πλούσιοι που κρύβουν στα χρηματοκιβώτιά τους τις περιουσίες τους και δεν τις δίνουν για να σωθούν άνθρωποι που πέθαιναν τα χρόνια εκείνα από τη πείνα ήταν εγκληματίες. Μην νομίζετε όμως ότι μόνο τότε υπήρχε φτώχεια. Και σήμερα υπάρχει. Ίσως όχι σε τέτοια κατάσταση αλλά υπάρχει και πρέπει οι πλούσιοι της εποχής μας να βοηθούν τους ενδεείς ανθρώπους της εποχής μας. Να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη βοηθείας γιατί τούτο θα αποτελέσει και ως ευχαριστία προς το Θεό που τους χάρισε την περιουσία.
Ο Θεός δεν έδωσε την περιουσία στον πλούσιο-στον κάθε πλούσιο- για να την κακοδιαχειρίζεται αλλά για να συντηρεί τις ανάγκες των συνανθρώπων του. Αδελφοί μου! Ο νέος του Ευαγγελίου δεν άκουσε τη σύσταση του Χριστού, δεν έβγαλε από μέσα του το σαράκι της φιλαργυρίας και έτσι έχασε την ευκαιρία να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Εμείς που ακούμε το Χριστό τι κάνουμε; Δίνουμε τα φθαρτά, που είναι τα χρήματα, για να αποκομίσουμε τα άφθαρτα της βασιλείας των Ουρανών; Δίνουμε τα παροδικά για να κερδίσουμε τα αιώνια; Κάνουμε σωστή χρήση του χρήματος; Αν ναι, σίγουρα θα κληρονομήσουμε αυτό που ποθεί κάθε ανθρώπινη ψυχή. Την αιώνια ζωή. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ Λουκ. ΙΗ΄ 18-27 Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ»




Κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι η παρουσία του Χριστού και της Εκκλησίας Του στον κόσμο δεν επιδιώκει τη βελτίωση των κοινωνικών δομών, αλλά τη σωτηρία και την ανακαίνιση του ανθρώπου, εντός του κοινωνικού γίγνεσθαι με την προϋπόθεση ότι θα επιτευχθεί, μέσω της εφαρμογής της διδασκαλίας του Κυρίου και της Εκκλησίας, όπως τη διαμόρφωσαν οι άγιοι Πατέρες και διδάσκαλοι.
Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή διαπιστώνουμε, ότι οι παραινέσεις του Χριστού προς τον (πειρακτικά) επερωτώντα Αυτόν άρχοντα πλούσιο, προβλημάτισαν τους παρευρισκομένους, με το σκεπτικό ότι, αφού ο πλούσιοι που θεωρούντο και θεωρούνται, εν πολλοίς και σήμερα, δυστυχώς, ως ευλογημένοι από τον Θεό, δύσκολα θα γίνουν μέτοχοι της σωτηρίας, τότε τι θα απογίνουν οι πτωχοί, οι οποίοι θεωρούντο ταυτόχρονα, ως μη ευλογημένοι.
Διαμορφώθηκε, δηλαδή η εσφαλμένη εντύπωση, ότι κανένας δεν πρόκειται να σωθεί. Ούτε οι πλούσιοι, διότι δεν χειρίζονται τον πλούτο τους, επ’ ωφελεία των συνανθρώπων τους, αλλά ούτε και οι πτωχοί, ως μη «ευλογημένοι». Γι’ αυτό ρώτησαν το Χριστό, το άρα «ποιος θα σωθεί; Η απάντηση ήταν, ότι «τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις, δυνατά εστί παρά τω Θεώ».
Βεβαίως ούτε ο Χριστός, αλλά ούτε και η Εκκλησία και γενικότερα ο Χριστιανισμός, ως πίστη εξ’ αποκαλύψεως με αγιοπνευματικότητα διακρίνουν τους ανθρώπους σε τάξεις πλουσίων ή πτωχών, αλλά μόνο σε ευσεβείς ή ασεβείς, σε πιστούς ή απίστους, σε αγίους ή αμαρτωλούς. Συνεπώς οχριστιανός οφείλει να τηρεί όσα του έχουν αποκαλυφθεί και όσα έχει διδαχθεί, ακόμα και μέσα στις αντίξοες συνθήκες, σαν αυτές που
διατρέχουμε τούτη την περίοδο της «οικονομικής κρίσεως» άμα δε, και της πνευματικής, έχοντας κατά νου την περαίωση της ομιλίας του Χριστού, ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ».
Αναφερόμενοι σε αυτή τη ρήση του Κυρίου, πρέπει εξ’ αρχής να διευκρινίσουμε, ότι μιλάμε για το Θεό με ανθρώπινους συμβατικούς όρους. Με αυτή την προϋπόθεση, η παντοδυναμία Του Θεού είναι για τους συνειδητούς πιστούς ένα δεδομένο, που πηγάζει από την Αγία Γραφή, η οποία διδάσκει, ότι ο Θεός μπορεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά. Αυτό όντως είναι εμφανές και ορατό στον κάθε καλόπιστο άνθρωπο. Η άπειρη δύναμη του Θεού, δηλαδή η Παντοδυναμία Του, φαίνεται τη στιγμή της «Δημιουργίας» του κόσμου, τον οποίο δημιούργησε με μόνο το λόγο Του. Φαίνεται, εξίσου πολύ στο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, ο οποίος παρά το γεγονός ότι παραδόθηκε στο δέλεαρ του σατανά, διαπράττοντας την αμαρτία, κατήλθε ως Θεάνθρωπος και τον έσωσε, καταπατώντας και καταργώντας το θάνατο και τον διάβολο με τη Σταύρωση και την Ανάσταση Του, αφού είναι γεγονός
ότι «θανάτω θάνατον πατήσας». Φαίνεται ακόμη μέσα από τα θαύματα, που έκανε και κάνει χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου και τα οποία με θαυμασμό και έκπληξη βλέπει και παρακολουθεί ο άνθρωπος, όπου δίκαια αναφωνεί «μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου», διαπιστώνοντας ότι όντως «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ»(Λουκ. ΙΓ΄27)
Συνεπώς η δύναμη του Θεού είναι απεριόριστη και καταδεικνύεται, ότι μόνο ο Θεός μπορεί να πράττει τα πάντα, όσο δύσκολα και αδύνατα και αν φαίνονται, εν αντιθέσει με τη δύναμη του ανθρώπου, η οποία είναι μικρή, όσο μεγάλη και αν φαίνεται, καθώς και περιορισμένη.
Η Αγία Γραφή αναφέρεται πολλάκις και εκτενώς στην παντοδυναμία του Θεού. Στον Ιώβ διαβάζουμε:«Οίδα ότι πάντα δύνασαι, αδυνατεί δε σοι ουδέν»«Γνωρίζω πλέον πολύ καλά, Κύριε, ότι συ δύνασαι τα πάντα, τίποτε δεν είναι αδύνατον εις σε» (Ιώβ ΜΒ΄2). Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ λέγει προς την Παρθένο την ημέρα του Ευαγγελισμού της, προκειμένου να της δώσει απάντηση στο «πώς», ενώ είναι παρθένος, θα γεννήσει υιό: «Ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» (Λουκ. Α΄37). Και ο προφήτης Ησαΐας εκφράζει την παντοδυναμία του Θεού λέγων: «Τις εμέτρησε τη χειρί το ύδωρ και τον ουρανόν σπιθαμή και πάσαν την γην δρακί; τις έστησε τα όρη σταθμώ και τας νάπας ζυγώ;» «Ποίος εμέτρησε με την χούφτα του χεριού του όλα τα νερά της
υφηλίου, τον ουρανόν με την σπιθαμή του και το χώμα της γης με τη χούφτα του;» (ΗΣ.Μ΄12). Βεβαίως, μόνο ο Παντοδύναμος Θεός. Παράλληλα η Αγία Γραφή ονομάζει το Θεό Παντοκράτορα, όπως και στο «Σύμβολο της Πίστεώς μας», διατυπώνεται, ότι δηλαδή πιστεύουμε «εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα…».
Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι που σκωπτικά ρωτούν: Δεν υπάρχει κάτι που να είναι αδύνατο στο Θεό; Και η Εκκλησία καταφατικά τους απαντά: Ναι, υπάρχει. Υπάρχει το ψεύδος και η αμαρτία. Ο Θεός δεν μπορεί να αμαρτήσει, όπως αμαρτάνουμε εμείς οι άνθρωποι. Ο Θεός δεν μπορεί να πει ψέματα, όπως λέει ο διάβολος και κατά παρακίνηση του διαβόλου και εμείς οι άνθρωποι«αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν» (Εβρ. ΣΤ΄18) και ακόμη ότι ο Θεός «πιστός
μένει, αρνήσασθαι εαυτόν ου δύναται»
 (Β΄ Τιμ. Β΄,13). Δηλαδή: «Δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί τον εαυτόν του ο Θεός και να αθετήσει τις υποσχέσεις του».
Για να μπορέσει, όμως κανείς, να αντιληφθεί την Παντοδυναμία του Θεού και την Αγάπη Του είναιαναπόφευκτη η προσωπική προσέγγιση του Θεού, διότι η σχέση μας με τον Θεό είναι η εντελώς προσωπική καιαπερίγραπτη εμπειρία, που βιώνουμε οντολογικά μαζί Του. Να αισθανόμαστε διαρκώς και πάντοτε την παρουσία Του, διότι ο χρόνος μαζί με τον τόπο δηλώνουν μια παρουσία και ότι ο Θεός ενεργεί,
δηλαδή, λειτουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους, βιώνεται η δράση Του, πιστοποιείται αντικειμενικά η παρουσία Του, συνειδητοποιείται προσωπικά η ενέργειά Του μέσα στηδιαχρονική ζωή και πραγματικότητα, αλλιώτικα θα ζούμε μέσα στην καταθλιπτική μοναξιά μας. Σε μια μοναξιά, στην οποία «ο άλλος είναι η κόλασή μου», όπως λέγει ο Σάτρ. Αυτό δηλαδή, που πρέπει να βιώνουμε είναι τα λόγια του στάρετς Ζωσιμά στους «Αδελφούς Καραμαζόφ» του Ντοστογιέφσκι, όπου ο «καθένας είναι υπεύθυνος για όλους και για όλα μέσα στον κόσμο μας».
Αν θελήσουμε να περιγράψουμε τα δεινά των ημερών μας δεν θα ήταν παράλογο να θυμηθούμε τον Ντοστογιέφσκι που είναι εξαιρετικά επίκαιρος. Αναφερόμενος στη μοναξιά και στην απομόνωση λέγει προφητικά ότι «η μοναξιά και η απομόνωση βασιλεύει παντού κι ιδιαίτερα στον αιώνα μας, μα που ακόμα δεν ολοκληρώθηκε και δεν πέρασε η εποχή της. Γιατί τώρα ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει όσο μπορεί τον εαυτό του από τους άλλους, θέλει να δοκιμάσει όλη την πληρότητα της ζωής εν εαυτώ, όμως αυτές οι προσπάθειες δεν καταλήγουν σε πληρότητα ζωής, μα σε ολοκληρωτική αυτοκτονία, γιατί αντί να εκπληρώσει τον προορισμό του, πέφτει στην απομόνωση. Όλοι στον αιώνα μας
χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στην μοναξιά του, ο καθένας απομακρύνεται από τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει
ν του και καταλήγει να απωθεί τους ομοίους του και να απωθείται από αυτούς».
Συνεπώς δεν έχουμε πολλές επιλογές, για να βρεθούμε στην ορθή πορεία προς τη σωτηρία μας, παρά να αλλάξουμε τρόπο και στάση ζωής, δηλαδή να μετανοήσουμε. Αυτό ακριβώς, που ζήτησε ο Χριστός από τον πλούσιο άρχοντα, λέγοντάς του να μοιράσει το πλεόνασμα της περιουσίας του στους
πτωχούς. Ίσως κάποιος πει. Εμείς ποίο πλεόνασμα να μοιράσουμε; Εδώ μας παίρνουν και το υστέρημά μας. Μας καταληστεύουν. Όντως, εμείς δεν έχουμε πλεόνασμα υλικής αξίας. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα και το χρέος, να σταθούμε ο ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στο Θεό, κοντά στην αγάπη του Θεού, με πίστη και προσευχή, με υπομονή και ελπίδα και ταυτόχρονα«γρηγορούντες και μη καθεύδοντες», διότι όντως
«τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ»!

Κυριακή ιγ' Λουκά εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου




«Ὁ Κύριος γιά μία ἀκόμη φορᾶ ἁπαντά στό ἐρώτημα τοῦ ἀνθρώπου «τί πρέπει νά κάνω γιά νά κερδίσω τήν αἰώνια ζωή» λέγοντας «ἐφαρμόζοντας τό νόμο τοῦ Μωυσέως καί βοηθώντας τούς πτωχούς».
Ἐπειδή ἡ ἀπάντηση ἐλύπησε γιατί αὐτός πού ἐρώτησε ἦταν πλούσιος, συνεχίζοντας ὁ Κύριος εἶπε: «εἶναι πολύ δύσκολο νά εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πιό εὔκολο εἶναι νά περάσει μία καμήλα ἀπό μία τρύπα πού ἀνοίγει ἡ βελόνα. Ἀλλά αὐτό πού φαίνεται δύσκολο ὁ Θεός μέ τή χάρη τοῦ τό κάνει δυνατό».
Ἀδελφοί μου, ἀκούγοντας κανείς αὐτά τά λόγια του Κυρίου μας μπορεῖ νά σκεφθεῖ ὅτι «μά γιατί εἶναι δύσκολο γιά ἕνα πλούσιο, ἀφοῦ ὁ Θεός εὐνόησε νά τά ἀποκτήσει αὐτά;»
Γιατί συνήθως ὁ πλούσιος εἶναι φιλοχρήματος, ἀγαπᾶ τά πλούτη γί’ αὐτό θέλει νά τά αὐξήσει καί νά τά ἀπολαμβάνει μόνον αὐτός. Ἔτσι ὅμως γίνεται σκληρός σάν τό χρυσό καί δέν μπορεῖ νά ἰδεῖ τούς συνανθρώπους του μέ ἀποτέλεσμα νά μή μπορεῖ νά εἰσέλθει στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ δρόμος τῆς περνᾶ ἀπό τούς συνανθρώπους του.

Ἀλλά αὐτή τήν μεγάλη ἀλήθεια ἄς τήν δοῦμε στήν ἱστορία πού ἔζησε ὁ Γέροντας Δανιήλ ὁ πρεσβύτερος καί τήν ὁποία ἔλεγε στούς μοναχούς.
«Ἔξω ἀπό ἕνα χωριό τῆς Θηβαΐδος στήν Αἴγυπτο, ζοῦσε ἕνας λατόμος, ὁ Εὐλόγιος, πού ἀγαποῦσε πολύ τή δουλειά του καί νά εἶναι φιλόξενος καί ἐλεήμων. Κάθε βραδάκι, ἀφοῦ ἀγόραζε τρόφιμα, περίμενε στό δρόμο μήπως, περάσει κανείς ξένος ἤ ἀσκητής γιά νά τόν φιλοξενήσει. Ἔτσι εἶχε γίνει πολύ ἀγαπητός καί ὀνομαστός γιά τήν φιλοξενία του.
Ἕνας ἀσκητής βλέποντας τήν ἀγάπη αὐτή καί τήν φιλοξενία τοῦ Εὐλογίου μία ἡμέρα προσευχήθηκε: «Κύριε, ἄν τώρα πού εἶναι ἕνας φτωχός ἐργάτης εἶναι τόσο φιλόξενος, φαντάζομαι τί θά ἦταν ἄν ἦταν πλούσιος. Βοήθησε τόν σέ παρακαλῶ».
Ὁ Θεός ἄκουσε τή προσευχή του. Ἔτσι μία ἡμέρα ἐκεῖ πού ἔσκαβε ὁ Εὐλόγιος κτύπησε μία πέτρα καί φάνηκε μία τρύπα γεμάτη ἀπό χρυσά νομίσματα.
Σάστισε δέν ἤξερε τί νά κάνει καί ἦταν καί ὁλομόναχος. Σκέφθηκε κατόπιν «ἄν κρατήσω τό χρυσάφι καί μείνω ἐδῶ θά μέ ὑποψιασθοῦν ὅτι τό ἔκλεψα καί χωρίς ἀμφιβολία θά μέ φυλακίσουν. Ἔτσι θά χάσω καί τόν θησαυρό μου καί τήν ἐλευθερία μου. Πρέπει νά φύγω, νά πάω σέ ξένο τόπο πού εἶμαι ἄγνωστος».
Ἔφερε λοιπόν σακιά, νοίκιασε ἕνα ζῶο μέ πρόφαση νά μεταφέρει πέτρες, κατέβηκε τόν ποταμό Νεῖλο καί μέ πλοῖο πού ἐναύλωσε πῆγε στή Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἀγόρασε ἕνα ἀρχοντικό, δούλους, πλούσια φορέματα καί μέ τό χρυσάφι τοῦ ἀπέκτησε ἀξιώματα καί μάλιστα ὀνομάσθηκε Ἄρχων. Τότε αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἰουστίνος. Στό διάστημα αὐτό τόσο οἱ φτωχοί περαστικοί ὅσο καί οἱ ἀσκητές ἔχασαν τήν φιλοξενία τους καί ἀποροῦσαν τί νά εἶχε γίνει, μά κανείς δέν ἤξερε. Ἔτσι πέρασαν δυό χρόνια.
Ὁ ἀσκητής ὅμως πού εἶχε προσευχηθεῖ στόν Θεό γιά τόν Εὐλόγιο μέ ἀποκάλυψη ἔμαθε. Πηγαίνει λοιπόν στή Κωνσταντινούπολη γιά νά συμβουλεύσει τόν Εὐλόγιο. Ἡ ἔκπληξή του ὅμως ἦταν μεγάλη ὅταν περιμένοντας ἔξω ἀπό τό ἀρχοντικό, γιατί δέν τόν ἄφηναν οἱ ὑπηρέτες νά μπεῖ μέσα. Τόν εἶδε μία ἡμέρα καί αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε καμία σημασία ἄν καί τοῦ εἶπε: «Ἄρχοντά μου εἶναι ἀνάγκη νά σοῦ μιλήσω». Μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα περίμενε ἔξω ἀπό τή πόρτα μήπως τόν δεχθεῖ.
Ἀπελπισμένος, τότε εἶπε «ἄς γυρίσω πίσω στό τόπο μου. Ὁ Θεός ἄν θέλει, ἄς σώσει τόν Εὐλόγιο» καί γύρισε στήν ἔρημό της Θηβαΐδος.
Πεθαίνει ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος καί μερικοί ἀξιωματοῦχοι, ἀνάμεσά τους καί ὁ Εὐλόγιος συνωμοτοῦν κατά τοῦ νέου αὐτοκράτορα. Ἔγινε ὅμως γνωστή ἡ συνομωσία καί ὅλοι οἱ ἔνοχοι ἐκτός ἀπό τόν Εὐλόγιο συνελήφθησαν καί θανατώθηκαν. Αὐτός πρόλαβε νά δραπετεύσει μεταμφιεσμένος καί γύρισε στήν Αἴγυπτο σώζοντας μέν τή ζωή τοῦ χάνοντας ὅμως τά πλούτη του.
Μία ἡμέρα λοιπόν ὁ ἀσκητής, πού εἶχε κατέβει στό χωριό, γυρίζοντας τό βραδάκι συναντᾶ πρός μεγάλη του ἔκπληξη στό συνηθισμένο σταυροδρόμι τόν Εὐλόγιο, ὁ ὁποῖος ταπεινά τόν παρακάλεσε νά δεχθεῖ τή φιλοξενία του καί ἐκεῖνος συγκινημένος τόν ἀκολούθησε.
Ὅταν ἔφαγαν τόν ἐρώτησε: «Πῶς περνᾶς Εὐλόγιε;»
«Ἀββᾶ μου κάνε μία προσευχή γιά μένα γιατί βρίσκομαι σέ μεγάλη στενοχώρια. Μοῦ λείπουν τόσο πολλά γιά νά τά βγάλω πέρα, τοῦ εἶπε, ἀναστέναξε βαθειά καί ἔπεσε σέ συλλογή.
«Μακάρι νά μήν εἶχες ἀποκτήσει ποτέ, ἐκεῖνα πού σου ἀφαίρεσαν τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς σου» τοῦ εἶπε ὁ ἀσκητής. Γιατί μου μιλᾶς ἔτσι ἀββᾶ μου; Μήπως σέ ἔχω σκανδαλίσει;
Τότε ὁ ἀσκητής τοῦ ἀποκαλύπτει τί εἶχε κάνει καί ὁ Εὐλόγιος συγκλονισμένος ἀπό τήν ἀποκάλυψη, κλαίγοντας ἐξομολογήθηκε καί εἶπε: «Προσευχήσου ἀββᾶ μου, νά μοῦ δίνει ὁ Θεός τόσα μόνο ὅσο μου ἀρκοῦν νά ζήσω καί νά δίνω ἀπό τό ὑστέρημά μου ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς». Ἀπό τότε καί ἔπειτα ἔγινε πάλι ὁ γνωστός φιλόξενος καί ἐλεήμων Εὐλόγιος.
Ἀδελφοί μου, ἡ ἱστορία αὐτή τοῦ Ὁσίου Δανιήλ τοῦ πρεσβυτέρου ἐπιβεβαιώνει πέρα γιά πέρα τόν Κύριό μας, γί’ αὐτό ἄς ἐπιζητοῦμε τούς θησαυρούς τοῦ οὐρανοῦ καί ὄχι τῆς γῆς. Μάλιστα ἄν διαπιστώσουμε ὅτι ὑπάρχει κάποιο πάθος μας, κάποια ἀδυναμία μας, ἄς προσπαθήσουμε νά τή κόψουμε γιά νά μπορέσουμε ἐνῶ θά βαδίζομε αὐτή τή ζωή νά κοιτάζουμε μέ τά μάτια μας ψηλά στόν οὐρανό.
Καλή πορεία νά ἔχομε καί ὡραῖα ὁράματα.
Π.Β.Μ

Κυριακή ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιη΄18-27) «ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου




Ἀγαθή εἶναι ἡ προαίρεση τοῦ νέου τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀδελφοί μου. Μᾶς προδιαθέτει κατ’ ἀρχήν εὐνοϊκά ἀπέναντί του. Καί ὁ Χριστός μας τόν ἐπαινεῖ, βλέποντας τήν ἀρετή του. Μά καί σάν Θεός ἐντοπίζει τό σημεῖον τῆς ἀδυναμίας του. Προσπαθεῖ νά τόν φέρῃ στήν τελειότητα. Εἶναι νέος. Καί ὁ νέος εἶναι τό κέντρον τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ ἐλπίδα. Εἶναι τό μέλλον.
Α! Οἱ νέοι! Ναί, εἶναι κάτι περισσότερον ἀπό τήν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος. Δέν εἶναι μόνον αὐτό. Εἶναι ἡ δύναμη τοῦ παρόντος. Γι’ αὐτό καί πάνω σ’αὐτούς ἔχουν στραμμένα τά βλέμματά τους ὅλες οἱ φωτεινές δυνάμεις τοῦ καλοῦ καί οἱ σκοτεινές δυνάμεις τοῦ κακοῦ. «Θεοί καί Δαίμονες», ὅπως θά ἔλεγαν χαρακτηριστικά οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Καί προσπαθοῦν καί ἀγωνίζονται ν’ ἀποσπάσουν τά νιάτα οἱ μέν ἀπό τούς δέ. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς μιά μερίδα νέων μένει πάντα σταθερά καί σίγουρα κοντά στόν Χριστό. Μά εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια πῶς τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νεολαίας εὑρίσκεται μακριά ἀπό τήν πηγήν τῆς ζωῆς καί τῆς ἀλήθειας. Μακριά ἀπό τόν Σωτῆρα, μακριά ἀπό τόν Πατέρα. Ριγμένοι μέσα στό μαῦρο βασίλειο τοῦ Σατανᾶ ἤ καί μόλις γαντζωμένοι στά γαμψά νύχια του. Καί ἔχει ἐπιστρατεύσει γι’αὐτό τό σκοπό, ὁ Ἄρχων τοῦ σκότους, τίς καλύτερες, τίς πιό ἐπίλεκτες δυνάμεις του. Τήν ὀθόνη τοῦ κινηματογράφου καί τῆς τηλεοράσεως, τό θέαμα στούς δρόμους, στήν κοινωνία καί στόν Τύπο. Τό ἄθλιο ἤ τοὐλάχιστον τό ἀσυνεπές παράδειγμα τῶν μεγάλων. Αὐτά ἀπό τό ἕνα μέρος. Καί ἀπό τό ἄλλο τήν ἰδεολογική σύγχυση, τήν ὠργανωμένη ἄρνηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τόν ἀναρχισμό καί τόν πνευματικό ὑλισμό,πού ἀποτελοῦν ὅλα μαζί ἕνα ψυχοκτόνο περιβάλλον γιά τούς νέους μας.
Β΄. Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί μου, πού ἀναφέρθησαν, δέν εἶχαν σκοπόν νά σκορπίσουν τήν ἀπαισιοδοξία καί τήν ἀπελπισία, γιά τό μέλλον τῶν νέων μας. Ἁπλῶς καί μόνον ἔγινε μιά πραγματική, ἔστω καί πικρή διαπίστωση. Καί αὐτό, γιά νά τεθῇ ἡ βάση στήν περαιτέρω πορεία τῶν πιστῶν. Δέν ἀρνούμεθα, ὅτι σέ καμμιά ἐποχή δέν ἔλειψαν οἱ ἐκτροχιασμοί καί οἱ ὑπερβολές. Ἀλλά ἐκεῖνο πού διαπιστώνει κανείς εἶναι, ὅτι σήμερα πῆραν πολύ ἀνησυχητικές ἤ καί καταστρεπτικές διαστάσεις. Τί θά γίνῃ λοιπόν μέ τήν πλειονότητα τῶν σημερινῶν νέων; Μιά εἶναι ἡ λύση, ἕνας ὁ τρόπος, ἕνα τό φάρμακο. Ὁ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. «Μόνο κοντά Του, γράφει κάποιος, μπορεῖ νά γαληνέψῃ ἡ θάλασσα, νά κοπάσουν τά κύματα τῶν πειρασμῶν καί νά βροῦν οἱ νέοι αὐτό πού ἡ ψυχή τους ἀναζητᾶ. Δέν παίρνουν χωρίς λόγο τίς παραπάνω θέσεις οἱ νέοι. Κάποιος βαθύτερος πόθος τῆς ψυχῆς τούς βασανίζει καί ἀναζητοῦν στά λασπονέρια τήν ἱκανοποίησή του».
Ἀδελφοί μου! Εἴμεθα ὅλοι ὑποχρεωμένοι νά προστατεύσωμε τούς νέους μας. Ὄχι μέ λόγια καί μέ κηρύγματα μόνον. Οὔτε καί μέ ἐκδηλώσεις πανηγυρικές. Ὅλα αὐτά εἶναι καλά καί εὐλογημένα. Ἀλλά δέν ἀρκοῦν. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο, οὐσιαστικώτερο καί ἀποτελεσματικώτερο. Ὄχι ἐπιφανειακό καί ἐπιδερμικό. Χρειάζεται ἡ ἔμπρακτη συμπαράσταση ἀπό ὅλους τούς θρησκευτικούς,πολιτικούς καί κοινωνικούς θεσμούς, ἔστω καί ἄν πολλοί ἀπό τούς νέους τούς ἀρνοῦνται. Ἡ Ἐκκλησία νά ἀναπτύξῃ μεγαλύτερη δραστηριότητα, ἡ Πολιτεία νά δείξῃ περισσότερη προσοχή καί περίσκεψη καί ἡ κοινωνία νά δώσῃ στούς νέους ἕνα πολύτιμο καί ἀνεκτίμητο δῶρο, πού περιμένουν. Τό ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ. Γένοιτο!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ιη΄ 18-27) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης



ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΓ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιη΄ 18-27)
 Ὁ νέος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶχε ἕναν πόθο, πού ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κι ἄς μήν τό ὁμολογοῦν οἱ περισσότεροι. Ποθοῦσε τήν αἰώνια ζωή. «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἴνα ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;», ρωτάει. Καί ὁ Χριστός τόν παραπέμπει στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. «Τίς ἐντολές τίς γνωρίζεις», τοῦ λέει. «Νά μήν πειράξεις ξένη γυναίκα, νά μή σκοτώσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν πάρεις ψεύτικο ὅρκο, νά τιμᾶς τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου». «Ὅλα αὐτά τά τήρησα ἀπό τά μικρά μου χρόνια», ἡ ἀπάντηση τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος περιμένει ἀπόλυτα σίγουρος, τή δικαίωση ἀπό τόν Κύριο, ἀφοῦ τόν διαβεβαιώνει ὅτι ἐφαρμόζει καλά τό νόμο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ δείχνει ἕναν ἄλλο δρόμο, τόν τέλειο νόμο τῆς ἀγάπης πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Γιατί ἡ σωτηρία ἀπαιτεῖ ὁλοκληρωτικό δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό καί αὐτό περνᾶ ἀπαραίτητα μέσα ἀπό τό ὁλοκληρωτικό δόσιμο πρός τό συνάνθρωπο.
 «Ἕνα σου λείπει ἀκόμα» τοῦ λέει, «πούλησε τά ὑπάρχοντά σου, μοίρασε τά στούς φτωχούς καί ἀκολούθησε μέ». Αὐτό τό δρόμο τόν ἀκολούθησαν οἱ Ἀπόστολοι πού τ’ ἄφησαν ὅλα κι ἔγιναν μαθητές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἀσκητές πού ἀφιέρωσαν ὅλη τή ζωή τούς σ’ αὐτόν, οἱ μάρτυρες πού θυσίασαν τά πάντα στό ὄνομά Του. Τώρα εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ πλούσιος νέος καλεῖται ἀπό τόν Κύριο νά τόν ἀκολουθήσει, ἀφοῦ γίνει πρῶτα εὐεργετικός στό συνάνθρωπο. Συγκρούεται μέσα του ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τά πλούτη. Προφανῶς ἡ ἀγάπη του γιά τόν πλοῦτο εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη του γιά τό Θεό. Γι’ αὐτό φεύγει μακριά ἀπό τό Χριστό λυπημένος. Ὁ πλοῦτος τόν δεσμεύει στή γῆ καί δέν τόν ἀφήνει νά πετάξει στόν οὐρανό γιά νά κερδίσει τήν αἰώνια ζωή. Δέ μπορεῖ νά καταλάβει ὅτι πρέπει νά ἀνυψωθεῖ πάνω ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά γιά νά εἶναι πλήρης ἡ χαρά του, ἡ χαρά τῆς αἰώνιας ἀγάπης πού προσφέρει ἡ κοινωνία μέ τό Θεό.
 Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅτι τά ὑλικά ἀγαθά εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅλα εὐλογημένα καί ὁ Θεός τά ἔχει δώσει ὅλα γιά ὅλους. Τονίζει ὡστόσο, ὅτι ἡ συσσώρευση τοῦ πλούτου στούς λίγους εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό. Μακριά ἀπό τό Θεό αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἔχει κάτι δικό του, τά χρήματα, τά κτήματα, τήν περιουσία του. Συσσωρεύει πλοῦτο, ἀλλά ὁ πλοῦτος δέ φέρνει τήν εὐτυχία, ἐνέχει πολλούς κινδύνους. Καλλιεργεῖ τά πάθη στόν ἄνθρωπο, τή φιλαργυρία, τόν ἐγωισμό, τήν πλεονεξία, «ἤτις ἐστίν εἰδωλολατρία», κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ καρδιά τοῦ πλούσιου εἶναι κλειστή, βουτηγμένη στήν ἀγωνία καί στήν ἐρημιά της. Ἴσως εἶναι καί ἄδεια, κολλημένη στά ὑλικά ἀγαθά, ἀδύναμη νά προσφέρει καί νά μοιράσει. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός στή συνέχεια μᾶς λέει πώς «δυσκόλως οἱ τά χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Γιά νά καταλήξει ἀπαντώντας στήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν Του, «τίς δύναται σωθῆναι;», στή φράση «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστι». Ἐκεῖνα πού εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν μέ τήν ἀσθενική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτά εἶναι κατορθωτά μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
 Θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας ὅτι, στό δρόμο πρός τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, χρειαζόμαστε τή χάρη Του. Μόνο μέ τίς δικές μας δυνάμεις τίποτε δέν μποροῦμε νά πετύχουμε, δέ μποροῦμε νά ξεπεράσουμε τά πάθη μας. Εἶναι σαφής ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἡ θεία χάρη μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τά πάθη, μᾶς κινεῖ σέ μετάνοια, μᾶς καθαρίζει, μᾶς ἁγιάζει, μᾶς ζωογονεῖ, ἐνισχύει τήν ψυχή μας. Καί ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀκατόρθωτο στήν ἀνθρώπινη προσπάθεια καί τά ἀνθρώπινα μέτρα ἐπιτυγχάνεται μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί νά δείξει τήν ἀγαθή προαίρεσή του. Τότε ἔρχεται ὁ Κύριος, ἡ χάρη Του ὑπερνικᾶ ὅλα τά ἐμπόδια, νικᾶ τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται δυνατός. Ἀπαλλάσσεται σιγά σιγά ἀπό τά δεσμά, ἐξαγιάζεται, σκορπᾶ γύρω του τήν ἀγάπη καί τήν καλοσύνη, προχωρεῖ στό δρόμο τῆς ἀρετῆς.
 Ἔτσι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπελευθερώνεται ὁ πιστός πλούσιος ἀπό τή δουλεία τοῦ πλούτου καί τόν χρησιμοποιεῖ στήν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν καί τῶν πονεμένων. Τότε βρίσκει θησαυρό καλύτερο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἀγάπη πού γεμίζει τήν καρδιά του. Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι, ὁ φτωχός πιστός ξέρει πῶς νά ἀντιμετωπίσει τή φτώχειά του. Γιατί δέ θά σωθεῖ ὁ φτωχός λόγω τῆς φτώχειάς του, οὔτε θά καταδικαστεῖ ὁ πλούσιος λόγω τοῦ πλούτου του. Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος, πλούσιος ἤ φτωχός, ἀπό τά πάθη του καί ὁ δρόμος πρός τή σωτηρία εἶναι ἀνοιχτός. «Ἡ θεία χάρις, ἡ σωτήριος πάσιν ἀνθρώποις εἴη μετά πάντων ὑμῶν» καί τότε «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῶ ἐστι». Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...