Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ





«Ο Αντώνιος γεννήθηκε 
το 251 μ.Χ. στην κωμόπολη 
Κομά της Αιγύπτου. 
Οι γονείς του ήταν ευσεβείς
 Χριστιανοί, πλούσιοι και 
αριστοκράτες που του μετάγγισαν 
την πίστη τους στον Χριστό. 
Σε νεαρή ηλικία τους έχασε
 κι έμεινε μόνος με τη μικρή αδελφή του. Είκοσι ετών περίπου νιώθει 
την κλήση του Θεού να αποσυρθεί από τα κοσμικά και να αφιερωθεί
 πλήρως στον Θεό. Εμπιστεύεται την αδελφή του σε παρθενώνα 
(ένα είδος γυναικείου μοναστηριού) της περιοχής του, μοιράζει 
στους φτωχούς όλη την περιουσία που είχε από τους γονείς του
 και αποσύρεται πρώτα κοντά στο χωριό του κι ύστερα σε
 πιο απομακρυσμένες κι ερημικές περιοχές. 
Η δίψα του κι ο πόθος του για τον Θεό και την αρετή ήταν
 πολύ μεγάλοι. Όπου άκουγε ότι υπάρχει κάποιος ενάρετος
 ασκητής πήγαινε και τον επισκεπτόταν για να τον μιμηθεί 
στον καλό τρόπο της ζωής του. Σιγά σιγά έτσι απέκτησε
 σχεδόν όλες τις αρετές, χαρακτηριζόμενος από όλους θεοφιλής. 
Ο Θεός επέτρεψε, για να του αυξήσει τις δωρεές και τα 
χαρίσματα, να μπει και στη σκληρή δοκιμασία των δαιμονικών
 πειρασμών. Μέσα από το καμίνι αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, 
αναδείχτηκε ως «χρυσός εν χωνευτηρίω». Προχώρησε 
πολύ στην αγιότητα, απέκτησε τα μεγάλα χαρίσματα της
 διόρασης και της προόρασης, καθώς και της διάκρισης 
των πνευμάτων. Η φήμη του από τα θαύματα και τα χαρίσματά 
του άρχισε να απλώνεται παντού. Έγινε πρότυπο στους
 πάντες, κοσμικούς και μοναχούς. Η ταπείνωσή του όμως τον 
κρατούσε προσγειωμένο στην πραγματικότητα. Αποσύρθηκε 
σε ακόμη ερημικότερες περιοχές, μα ο πιστός λαός τον 
αναζητούσε οπουδήποτε. Τέλος σε βαθύτατο γήρας, 
το 356 μ.Χ., σε ηλικία 105 ετών, αφού έδωσε τις 
τελευταίες συμβουλές στους συνασκητές του και με την ε
ντολή να τον θάψουν σε μέρος που δεν θα το γνωρίζει κανείς, 
παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού
 του, μέσα σε άφατη χαρά και ιλαρότητα».
Ο Μέγας Αθανάσιος, ο 
οικουμενικός αυτός
 Πατέρας και Διδάσκαλος
 της Εκκλησίας μας, ο οποίος 
και συνέγραψε τον βίο του
 αγίου Αντωνίου 
– στην πραγματικότητα μία εκτεταμένη επιστολή – 
λέει ότι είναι «μεγάλο κέρδος γι’ αυτόν και να θυμάται
 μόνον τον Αντώνιο». Ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος αυτός
 άγιος της Εκκλησίας, πήρε την οριστική απόφαση να μεταστραφεί 
στη χριστιανική πίστη και να βαπτιστεί, με την καθοδήγηση 
βεβαίως του επισκόπου Μεδιολάνων αγίου Αμβροσίου, 
όταν μελέτησε τον βίο του αγίου Αντωνίου. 
Ο σπουδαίος ασκητής του Γεροντικού, ο οποίος ζήτησε 
από τον Θεό να του φανερώσει όλους τους μεγάλους αγίους
 της εποχής του, είδε να εκπληρώνεται το αίτημά του, 
πλην του Αντωνίου. Και στο ερώτημά του στον Κύριο
 γιατί συνέβη αυτό, έλαβε την πληροφορία ότι 
«ο Αντώνιος είναι πολύ κοντά μου και δεν μπορείς να τον δεις». 
Όταν μιλάμε για τον άγιο Αντώνιο λοιπόν δεν μιλάμε για 
απλό άγιο της Εκκλησίας. Το πνευματικό ύψος του είναι 
τρισμέγιστο, φθάνει μέχρι και σ’ αυτά τα «κράσπεδα» 
της Τριαδικής Θεότητος.
Η υμνολογία της Εκκλησίας μας τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ό,τι ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος είδε σαν τρόπο ζωής στον προηγηθέντα από αυτόν όσιο Παύλο τον Θηβαίο («του Παύλου συμμέτοχος του Θηβαίου»),  το ίδιο αγωνίστηκε και αυτός να πράξει. Νέος προφήτης Ηλίας και νέος Ιωάννης Πρόδρομος ο όσιος Παύλος, παρομοίως και ο άγιος Αντώνιος. Κατά πώς το λέει και το απολυτίκιό του: «Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε» (μιμήθηκες στον τρόπο της ζωής τον ζηλωτή Ηλία κι ακολούθησες τους ίσιους δρόμους του Βαπτιστή,
 πάτερ Αντώνιε). Κι ακόμη: τον παραλληλίζει και με τον Μωυσή, 
ονομάζοντάς τον «νέον Μωυσή», διότι «στην έρημο έστησε 
το τρόπαιο κατά των εχθρών και των αντιπάλων,
 ως αρχηγός του λαού» («Νέος Μωυσής γενόμενος,
 εν ερήμω το τρόπαιον κατά των εχθρών και πολεμίων έστησας, 
λαού προηγούμενος»). Δεν παραξενεύουν λοιπόν οι 
χαρακτηρισμοί που του αποδίδει η Εκκλησία μας διά 
των ύμνων της: «Πατήρ Πατέρων», «φωστήρ φωστήρων», 
«οικουμένης το κλέος», «ο επί γης άγγελος και εν ουρανοίς
 άνθρωπος Θεού».
Ο άγιος υμνογράφος
 κάνοντας, με τα
 δεδομένα της 
ζωής του οσίου και
 με φωτισμό Θεού,
 μία πνευματική 
«ακτινογραφία»
 του Αντωνίου, επικεντρώνει στην καρδιά του: ήταν ένα πυρακτωμένο
 καμίνι αγάπης και έρωτα που η φλόγα του ανέβαινε διαρκώς 
στο ακρότατο των επιθυμητών, στην πιο υψηλή κορυφή της αγάπης, 
τον ίδιο τον Θεό. «Σε ο ένθεος έρως ανέφλεξε και την ψυχήν ανεπτέρωσε 
αυτό ποθήσαι, το της αγάπης όντως ακρότατον» (ο θείος έρωτας σου 
έβαλε φωτιά και έδωσε φτερά στην ψυχή σου να ποθήσεις το πράγματι
 ακρότατο όριο της αγάπης, τον Θεό δηλαδή). Αυτός ο έρωτάς του 
ήταν η κινητήρια δύναμη για να απαγκιστρωθεί από όλες τις γοητείες
 του παρόντος κόσμου του απατεώνος, και στη συνέχεια με την πολλή
 άσκησή του και την ησυχία να αυξηθεί  σ’ αυτήν την  αγάπη του 
Θεού, να ενωθεί πλήρως με Αυτόν και να γεμίσει από όλα τα καλά που
 ο Θεός ξέρει να δίνει: όχι κάτι από Αυτόν, αλλά ολόκληρο τον
 Εαυτό Του. 
«Τότε κατεφρόνησας σαρκός και αίματος και έξω κόσμου 
γεγένησαι, πολλή ασκήσει και ησυχία τούτω ενούμενος
 όθεν επλήσθης, ως εζήτησας, των εκείθεν καλών και 
ανέλαμψας, ως αστήρ, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, Αντώνιε» 
(Τότε λοιπόν, με τον θείο έρωτά σου, έκανες πέρα οποιαδήποτε  
σχέση με άνθρωπο και ήλθες στην έρημο, αγωνιζόμενος να 
ενωθείς με Αυτόν με την πολλή άσκηση και την ησυχία. 
Γι’ αυτό και γέμισες, όπως ζήτησες, από τα καλά του Θεού
 και έλαμψες σαν ήλιος, φωτίζοντας τις ψυχές μας, Αντώνιε).
Ο άγιος υμνογράφος με τα παραπάνω λεγόμενά του δίνει απάντηση και σε ένα ερώτημα που μπορεί να δημιουργηθεί και σε εμάς σήμερα: τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να δώσει τόση χάρη στον Αντώνιο; Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Αγάπησε περισσότερο εκείνον από ό,τι εμάς ή άλλους άλλων εποχών; Η απάντηση είναι αρνητική. Ο Θεός αγαπά τους πάντες εξίσου.«Ουκ έστιν προσωπολήπτης ο Θεός». Ό,τι αγάπη είχε στον Αντώνιο έχει και σε εμάς και σε όλους τους ανθρώπους. Ποιο λοιπόν το «μυστικό» του Αντωνίου; «Ως εζήτησας» σημειώνει ο υμνογράφος. Η απάντηση βρίσκεται στη μικρή αυτή φράση. Ο άγιος Αντώνιος πυρακτώθηκε από την χάρη του Θεού, έγινε όλος φωτιά, διότι και ο ίδιος αναζητούσε τον Θεό. Κι εκεί υπάρχει το έλλειμμα το δικό μας.
 Ε μ ε ί ς  δεν αναζητούμε τον Θεό ή αν Τον αναζητούμε, 
Τον αναζητούμε με πολύ αναιμικό τρόπο. Ο Θεός προσφέρεται 
στον άνθρωπο κατά την αναλογία και της δικής του επιθυμίας. 
Μεγάλη αναζήτηση; Μεγάλη και η προσφορά.
 Μικρή αναζήτηση; Μικρή και η προσφορά.
 Με άλλα λόγια και εμείς θα μπορούσαμε να αναδειχτούμε 
άγιοι της περιωπής του αγίου Αντωνίου. 
Καταθέτουμε όμως την καρδιά και τη διάθεσή μας
 στον Θεό με απόλυτο τρόπο, χωρίς προαπαιτούμενα, 
σαν τον άγιο Αντώνιο; Την ευθύνη της μικρής ή και της μηδαμινής
 χάρης του Θεού μέσα μας πρέπει να την αναζητήσουμε στον
 ίδιο μας τον εαυτό.

Εις τον Άγιον Αντώνιον τον Μέγαν (17 Ιανουαρίου) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού



᾿Αδελφοί  μου χριστιανοί,
Σήμερα τήν Κυριακήν συμπίπτει ἡ ῾Εορτή τοῦ ῾Αγίου καί 
῾Οσίου ᾿Αντωνίου τοῦ Μεγάλου, καί θά ἀφιερώσωμεν τό 
Κήρυγμα εἰς τήν ἱεράν Μνήμην του.
῾Ο ῞Αγιος ᾿Αντώνιος γεννήθηκε εἰς Κόμαν τῆς νοτίου Μέμφιδος 
ἐπί τῆς ἀνατολικῆς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Νείλου τῆς Μέσης
\ Αἰγύπτου τό 251, καί ἐκοιμήθη εἰς αὐστηράν ἄσκησιν, 
εἰς ἡλικίαν 105 ἐτῶν τό 356 εἰς τό ἐρημητήριον του, παρά τήν 
᾿Ερυθράν θάλασσαν. Θεωρεῖται ὡς ὁ Πατήρ τοῦ Μοναχισμοῦ
 τῆς Αἰγύπτου, καίτοι προηγήθη αὐτοῦ ὁ γέροντας καί 
διδάσκαλος του ὁ ῞Αγιος Παῦλος ὁ Θηβαῖος, ὁ ὁποῖος 
κατώκησε τήν ἔρημον τῆς Αἰγύπτου καί ἔγινε ὁ πρόδρομος
 τῶν μεγάλων καί πολυπληθῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι 
συνετέλεσαν εἰς τήν διαμόρφωσιν τοῦ ἀναχωρητικοῦ καί 
τοῦ κοινοβιακοῦ βίου. Πρῶτος τοῦ ἀναχωρητικοῦ καί
 ἐρημικοῦ βίου ἀνεδείχθη ὁ ῞Αγιος ᾿Αντώνιος, διά τήν 
θαυμαστήν καί αὐστηράν ἄσκησιν του, διά τήν ὁποίαν
 καί ἀπεκλήθη Μέγας. 
Μέγας εἰς τόν μονήρη βίον. 
Μέγας εἰς τήν ἔρημον. 
Μέγας εἰς τήν αὐστηράν ἄσκησιν, τήν νηστείαν καί τήν προσευχήν.
῾Ο Μέγας ᾿Αντώνιος, καίτοι δέν ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος μοναχός
 καί ἀσκητής τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, ἀφοῦ προηγήθηκε ὁ 
Παῦλος ὁ Θηβαῖος, θεωρεῖται ὡς ὁ πατήρ καί
 θεμελιωτής τοῦ Μοναχικοῦ βίου, ὁ ἀντιπροσωπευτικός 
τύπος τοῦ ἀναχωριστισμοῦ καί τοῦ ἀσκητισμοῦ, διότι μέ τήν
 μακροχρόνιον διατριβήν του εἰς τήν ἔρημον, ἀφῆκεν ἔξοχον 
παράδειγμα αὐστηρᾶς ἀσκήσεως, μέσα εἰς μίαν 
αὐστηράν μόνωσιν καί νηστείαν καί προσευχήν καί
 διεμόρφωσε τό ἀπαράμιλλον πρότυπον τοῦ Μοναστοῦ τῆς ἐρήμου.
Εἰς ἡλικίαν εἴκοσι ἐτῶν ἔχασε τούς γονεῖς του, καί ἐμοίρασε 
ὅλην τήν μεγάλην περιουσίαν του εἰς τούς πτωχούς, εἰσήγαγε
 τήν ἀδελφήν του εἰς παρθενῶνα ἀσκουμένων γυναικῶν καί 
ἀνεχώρησε διά τήν ἔρημον, ὅπου ἔμεινε ἐπί ὀγδόντα πέντε
 ὁλόκληρα χρόνια, μέσα εἰς μίαν αὐστηράν ἄσκησιν. 
Δέν ἐγνώριζε γράμματα, ἀλλά ἀνεδείχθη σοφός καί συνετός 
κατά Θεόν, ὅπως γράφει εἰς τόν βίον του ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος. 
᾿Επεσκέπτετο ὅλες τίς Μοναστικές ᾿Αδελφότητες τῆς ἐρήμου 
καί συνεβούλευε τούς Μοναχούς εἰς τήν αὐστηράν ἄσκησιν. 
Δέν ἔτρωγε, παρά μόνον δύο τρεῖς φορές τήν ἑβδομάδα, ξηρόν ἄρτον.
Τόσον ὑπῆρξε μεγάλη ἡ φήμη τῆς αὐστηρᾶς ἀσκήσεως καί
 τῆς ἁγιότητος του, ὥστε πολλοί συνέρρεον εἰς τό ἀσκητήριον του,
 διά νά τόν ἰδοῦν καί νά τόν συμβουλευθοῦν. Γράμματα πολλά 
ἔπαιρνε ἀπό πολλούς, πού ζητοῦσαν τήν συμβολήν του. 
῾Ο Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀκούσας περί τῆς φήμης τῆς ἁγιότητος
 του, ἔγραψε εἰς τόν Μέγαν ᾿Αντώνιον, καθώς ἐν συνεχείᾳ καί οἱ
 υἱοί του καί τοῦ ζητοῦσαν τίς συμβουλές του. 
«῎Εγραφον ὡς πατρί καί ηὔχοντο λαμβάνειν ἀντίγραφα παρ᾿ αὐτοῦ», 
σημειώνει ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος. Καί ὁ ῞Αγιος ᾿Αντώνιος ἔλεγε. 
«Μή θαυμάζετε εἰ γράφει βασιλεύς πρός ἡμᾶς, ἄνθρωπος γάρ ἐστι. 
᾿Αλλά μᾶλλον θαυμάζετε ὅτι ὁ Θεός τόν νόμον ἀνθρώποις
 ἔγραψε καί διά τοῦ ἰδίου Υἱοῦ λελάληκεν ἡμῖν».
῞Οταν ἐμένοντο οἱ ᾿Αρειανοί εἰς τήν ᾿Αλεξάνδρειαν ἐναντίον τοῦ 
Μεγάλου ᾿Αθανασίου. ὁ ῞Αγιος ᾿Αντώνιος ἐγκατέλειψε τό 
ἐρημητήριον του καί ἐπεσκέφθη τήν ᾿Αλεξάνδρειαν,
 διά νά στηρίξη τούς χριστιανούς εἰς τήν ᾿Ορθοδοξίαν τό 338.
 «Παρακληθείς παρά τε τῶν ᾿Επισκόπων καί τῶν ἀδελφῶν 
πάντων, κατῆλθεν ἀπό τοῦ ὄρους τῆς ἀσκήσεως του, καί
 εἰσελθών εἰς τήν ᾿Αλεξάνδρειαν, τούς ἀρειανούς ἀπεκήρυξεν,
 αἵρεσιν ἐσχάτην λέγων εἶναι ταύτην καί πρόδρομον τοῦ ᾿Αντιχρίστου».
῾Η ἁγιότητα του προκαλοῦσε τόν παγκόσμιον θαυμασμόν. 
῎Οχι μόνον οἱ χριστιανοί, ἀλλά καί αὐτοί οἱ ἐθνικοί προσέτρεχαν
 διά νά τόν ἰδοῦν καί νά τόν ἀκούσουν. «Οὕτω παρά πάντων ἦτο 
προσφιλής καί ὅλοι ἠξίουν νά τόν ἔχουν πνευματικόν πατέρα»
γράφει ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος, ὁ ὁποῖος καί σημειώνει ἐπιγραμματικά:
 «Σάν ἰατρόν ἐπέστειλεν ὁ Θεός τόν ῞Αγιον ᾿Αντώνιον εἰς τήν Αἴγυπτον.
 Διότι ποῖος ἤρχετο πρός αὐτόν λυπούμενος καί δέν ὑπέστρεφε 
χαίρων; Ποῖος ἤρχετο θρηνῶν διά θάνατον προσφιλῶν του προσώπων 
καί ἀμέσως ἀπέβαλε τό πένθος; Ποῖος ἤρχετο ὀργιζόμενος καί
 εἰς φιλίαν μετεβάλλετο; Ποῖος νέος ἤρχετο εἰς τό ὄρος τῆς 
ἀσκήσεως του καί θεωρήσας τόν ἀσκητήν ᾿Αντώνιον δέν ἠρνεῖτο
 ἀμέσως τίς ἡδονές καί ἠγάπα τήν σωφροσύνην;».
῾Ο Μέγας ᾿Αντώνιος, καίτοι δέν ἐγνώριζε γράμματα, διεκρίνατο 
ὅμως διά τήν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος του καί τήν 
διαλεκτικήν ἱκανότητα του, ἦτο θεοδίδακτος καί ἐγνωρίζετο
 διά τήν θεοσέβειαν του. ῾Η διδασκαλία του εἶναι ἡ αὐστηρά ἄσκησις 
του, ἡ μόνωσις του εἰς τήν ἔρημον, ἡ αὐστηρά νηστεία καί ἡ 
ταπείνωσις του, ἡ διαρκής προσευχή καί ἡ ἀνάτασις ὅλου τοῦ 
εἶναι του εἰς τόν Θεόν. ῾Ο Μοναχός καί ὁ κάθε χριστιανός πρέπει 
νά ρυθμίζη τόν πνευματικόν βίον του, σύμφωνα μέ τίς θεμελιώδεις 
ἀρχές τῆς Πίστεως, νά ἀγωνίζεται διαρκῶς κατά τῶν παντοίων παθῶν
 τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῆς σαρκός, νά ἀγαπᾶ καί νά μιμῆται τόν Χριστόν, 
ἀποβλέπων εἰς τήν ἠθικήν τελείωσιν. ῾Η δέ ἐπαναγωγή τῆς 
ψυχῆς εἰς τήν ἀρχέγονον καθαρότητα της, ἀποτελεῖ τήν ἀληθινήν
 προσπάθειαν πρός τήν ἠθικήν τελείωσιν.
῾Ο Μέγας ᾿Αθανάσιος χαρακτηρίζει τόν Μέγαν ᾿Αντώνιον εἰς 
τήν βιογραφίαν του, ὡς ἅγιον τοῦ Θεοῦ καί αὐστηρόν ἀσκητήν, 
πού ἔχει μέ πολύν ὀξυδέρκειαν καί τό πνεῦμα τῆς φυσικῆς σοφίας, 
τό ὁποῖον καλλιεργοῦσε μέ τήν παρατεταμένην αὐτοσυγκέντρωσιν 
του. ῏Ητο αὐτάρκης καί ὀλιγαρκής, φιλήσυχος καί ἀνεξίκακος, 
μέ μεγάλην ταπείνωσιν. ῾Η πίστις του καθαρά καί ἡ ἄσκησις του 
αὐστηρά. ῾Η αὐτοπειθαρχία του καί ὁ αὐτοέλεγχος ἦσαν ἀνυπέρβλητοι.
 ῾Η αὐστηρά νηστεία, ἡ δουλαγώγησις τοῦ σώματος, ἡ τραχύτης τοῦ 
βίου καί προσκαρτέρησις του εἰς τήν ἀγρυπνίαν καί τήν προσευχήν 
ἦσαν ὁ κανών τῆς μοναστικῆς του ζωῆς».
Μέσα εἰς αὐτήν τήν σκληράν ἐποχήν τῆς σαρκολατρείας, 
ὅπου ζοῦμεν, ἔχομεν ἀνάγκην νά ἀκούσωμεν αὐτήν τήν φωνήν 
τῆς ἐρήμου, διά νά συνέλθωμεν εἰς ἑαυτούς καί νά ἱεραρχήσωμεν
 τά πράγματα εἰς τήν ζωήν μας, ἀποβλέποντες πάντοτε εἰς τήν 
σωτηρίαν μας. ᾿Αμήν.

εκ της Ιεράς Μητροπόλεως  Ιερισσού, Ιανουάριος 2010

Εις τον Μέγα Ἀντώνιο ,π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς


                        
Μία κατηγορία ἁγίων εἶναι οἱ Ὅσιοι, δηλαδή οἱ Μοναχοί, οἱ Ἀσκηταί, οἱ Ἐρημῖτες. Εἶναι μία πολυάριθμη τάξις πού κατέχει σημαντική θέση μέσα στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἀρχηγός τοῦ μοναχικοῦ βίου εἶναι ὁ Μέγας Ἀντώνιος, τόν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα. Γεννήθηκε στήν Αἴγυπτο λίγο μετά τό 250 μ.Χ. ἀπό γονεῖς πολύ εὐσεβεῖς καί πολύ πλούσιους.  Δυστυχῶς ὅμως, ὅταν ὁ Ἀντώνιος ἦταν 20 ἐτῶν πέθαναν καί οἱ δύο γονεῖς του. Ἔτσι ἔμεινε μόνος μέ τήν ἀδελφή του, πού ἦταν μικρότερη ἀπό αὐτόν.
Τώρα θά περίμενε κάποιος ὅτι, ὁ νεαρός Ἀντώνιος μόνος μέ τεράστια περιουσία, θά ζοῦσε ἀνεξέλεγκτα καί θά καταδαπανοῦσε τά χρήματά του στίς διασκεδάσεις καί στίς ἀσωτεῖες, ὅπως συνήθως κάνουν οἱ νέοι. Ἀλλά δέν ἔγινε αὐτό, γιατί εἶχε γερές βάσεις, στερεά ἠθικά θεμέλια ἀπό τούς γονεῖς του. Ἀνέλαβε τήν ἐπιμέλεια τῆς ἀδελφῆς του καί ὁ ἴδιος δέν σταμάτησε νά ἀσχολεῖται μέ τόν Θεό καί τήν πίστη. Πήγαινε τακτικότατα στήν Ἐκκλησία, μελετοῦσε ἀδιάλειπτα τήν Ἁγία Γραφή καί ἀγωνιζόταν σθεναρά νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Κάποια φορά, πού πῆγε στήν Ἐκκλησία, ἄκουσε στό Εὐαγγέλιο ἐκεῖνο, πού εἶπε ὁ Χριστός στόν πλούσιο νεανίσκο: Ἄν θέλεις νά γίνεις τέλειος καί νά κληρονομήσεις τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πήγαινε πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις, δόστα στούς πτωχούς καί κατόπιν ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις. Σάν τ᾿ ἄκουσε αὐτά ὁ Ἀντώνιος σκέφθηκε, ὅτι ὁ Χριστός γιά μένα εἶπε τά λόγια αὐτά. Πράγματι ἔκανε πράξη τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί κατόπιν ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο. Εὐχαριστῶ τόν Θεό, γιατί μᾶς ἀξίωσε νά πᾶμε καί νά προσκυνήσουμε στήν ἔρημο τῆς Θηβαΐδας, στήν Αἴγυπτο, ἐκεῖ ὅπου ἀσκήτευε ὁ Ἅγιος.
Μέχρι ἐδῶ ἔχουμε νά παρατηρήσουμε κάποια πράγματα.
        1) Δυστυχῶς μέ τόν Θεό καί τήν πίστη μας, γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς πολύ λίγο ἀσχολούμεθα ἤ καί καθόλου. Παρ᾿ ὅλα αὐτά θέλουμε νά λεγώμαστε καλοί χριστιανοί. Ὁ Χριστός ἔπαθε, σταυρώθηκε, πέθανε γιά μᾶς. Οἱ Ἅγιοι ἔκαναν καί ἔπαθαν τόσα πολλά, γιά σωθοῦν καί νά ἀποκτήσουν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν δέ τήν χάρη  πού ἔλαβαν δέν τήν κράτησαν γιά τόν ἑαυτό τους, ἀλλά ὅλη τήν προσφέρουν σ᾿ ἐμᾶς. Ἐμεῖς ὅμως τί κάναμε μέχρι σήμερα γιά τήν σωτηρία μας; Μᾶς ἀπασχολεῖ τό θέμα αὐτό; Πόσο στενή εἶναι ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία; Πόσο μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή; Πήραμε ἀπόφαση νά ἀρχίσουμε ἐπί τέλους νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό Εὐαγέλιο;  Νά λάβουμε ὑπ᾿ ὄψι μας, ὅτι τά χρόνια περνοῦν, φεύγουν…
2) Ὅταν ἀκοῦμε κάποιο κήρυγμα ἤ μελετοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, λέμε: Καλά εἶναι ὅλα αὐτά, μά ποιός τά κάνει; Κι᾿ ἔτσι τά ἀκούσαμε, τά λησμονήσαμε. Εἶναι λάθος καί ἁμαρτία αὐτή ἡ τακτική. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά ὅλους μας. Καί γιά μένα καί γιά σᾶς. Κάθε τί πού μαθαίνουμε, κάθε τί πού ἀκοῦμε ἤ διαβάζουμε ἀφοροῦν σίγουρα καί ἐμᾶς, ὄχι μόνο τούς ἄλλους καί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τά ἐφαρμώσουμε, ἄν θέλουμε τό καλό μας. Εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι αὐτός πού γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί δέν τό ἐφαρμόζει, θά ἔχει νά λάβει μεγάλη τιμωρία. Αὐτή τελικά μᾶς περιμένει, ἄν ἀρχίσουμε  τίς δικαιολογίες.
 3) Στή μοιρασιά τῶν κληρονομικῶν πρέπει νά εἴμαστε δίκαιοι, ὄχι ἄδικοι, ἅρπαγες καί  ἀχόρταγοι. Οἱ γονεῖς νά τακτοποιήσουν ἐγκαίρως τά πράγματα, γιά νά μή σκοτώνονται τά ἀδέλφια μεταξύ τους, κόβουν τήν καλημέρα καί καταλήγουν στά δικαστήρια. Κοντά στό ἀτομικό συμφέρον, δυστυχῶς, καταργεῖται ἡ συγγένεια καί τά πάντα. Εἶναι ἀλήθεια πώς, ἐξ αἰτίας τῶν κληρονομικῶν, πολλοί θά χάσουν τήν ψυχή τους.
 Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔδωσε ἀπό τήν πατρική κληρονομιά τό κανονικό μερίδιο στήν ἀδελφή του  καί τό δικό του τό μοίρασε στούς φτωχούς.  Ὕστερα ἀπό αὐτό ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο, ὅπου ἐπιδόθηκε σέ τιτάνιους ἀγῶνες ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, τῶν ἀδυναμιῶν του καί τοῦ διαβόλου. Ἔτσι ἔφτασε στόν βαθμό τῆς ἀπαθείας καί σέ ὕψη ἁγιότητας. Δίδασκε μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τό παράδειγμά του τούς πολλούς μαθητές πού εἶχε. Γι᾿ αὐτό ὀνομάσθηκε καθηγητής τῆς ἐρήμου. Μέ τήν θερμή του προσευχή καί τήν αὐστηρή νηστεία, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, κατετρόπωνε τούς δαίμονες.
 Στόν καιρό τῶν διωγμῶν ἄφηνε τό ἀσκητήριό του καί κατέβαινε στήν Ἀλεξάνδρεια, γιά νά στηρίξει καί νά παρηγορήσει τούς χριστιανούς, πού ὑπέφεραν γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μοναχοί μπορεῖ νά φεύγουν ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά δέν τό κάνουν γιατί μισοῦν τόν κόσμο καί κοιτᾶνε δῆθεν μόνο τόν ἑαυτό τους, ὅπως πολλοί θέλουν νά τούς κατηγοροῦν. Μισοῦν τό κοσμικό φρόνημα, τήν ἁμαρτία. Ἀγαποῦν τόν κόσμο καί ἐνδιαφέρονται γι᾿ αὐτόν. Προσεύχονται καί τόν βοηθοῦν καί ὑλικά καί πνευματικά. Πρίν ἀπό χρόνια, ὅταν ἐπρόκειτο νά γίνει στή Θεσσαλονίκη ἡ πρώτη προβολή τῆς ἐπαίσχυντης καί ὑβριστικῆς ταινίας ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται, μοναχοί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί χριστιανοί τῆς Θεσσαλονίκης μέ πρῶτο καί καλύτερο τόν π. Παΐσιο μπῆκαν στόν κινηματογράφο καί ματαίωσαν τήν προβολή τῆς ταινίας αὐτῆς. Καί μόνο ἡ θέα τοῦ ἁγίου αὐτοῦ μοναχοῦ ματαίωσε τά σχέδια τῶν ἀσεβῶν.
         Τέλος, ἀφοῦ ἀφήσουμε πολλά ἄλλα σημαντικά καί διδακτικά ἀπό τόν βίο τοῦ Μ. Ἀντωνίου, νά ποῦμε, ὅτι ὁ Ἅγιος ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 105 ἐτῶν ἀφοῦ ἔζησε μέ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή καί πολλά ἄλλα πνευματικά γυμνάσματα. Αὐτό θέλει νά πεῖ, ἀγαπητοί μου, νά μή φοβώμαστε τόν χριστιανικό τρόπο ζωῆς, πού εἶναι ἀσκητικός καί κοπιαστικός. Δέν θά πάθουμε κάτι κακό, ἄν ζοῦμε χριστιανικά. Ἴσα-ἴσα πολύ θά μᾶς ὠφελήσει καί σωματικά καί πνευματικά. Θά μᾶς δώσει πολλή χάρη, μεγάλη εὐλογία καί πάνω ἀπό ὅλα θά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό, θά μᾶς ἀνοίξει τήν θύρα τοῦ παραδείσου. Ἀμήν.-

Του αγίου Αντωνίου - Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη


«Ο του Θεού άνθρωπος»
Αθανάσιος για τον Αντώνιο

Με ευχαριστίες στο Μέγα Αθανάσιο θ' αρχίσουμε. Αυτός μας χάρισε το Μέγα Αντώνιο! Πώς μας τον χάρισε, αφού ο Αντώνιος μάλιστα έζησε πενήντα χρόνια πριν από το Μέγα Αθανάσιο; Το ηλεκτρικό φως υπάρχει, αλλά το απομακρυσμένο ορεινό χωριό οφείλει το φως σ' εκείνον πού φρόντισε να φθάση το φως μέχρις εκεί. Φως ο Μ. Αντώνιος. Δεν θα το γνωρίζαμε και δεν θα τον απολαμβάναμε, αν δεν υπήρχε ο Μ. Αθανάσιος.

Ο Μ. Αθανάσιος μας φανέρωσε τον κρυμμένο θησαυρό της ερήμου. Ήθελε ο ταπεινός Αντώνιος να ζήση κρυμμένος. Άλλ' ο Κύριος χρησιμοποίησε τον Μ. Αθανάσιο, για ν' αποκάλυψη το διαμάντι της αγιότητας. «Καν γαρ αυτοί (οι άγιοι) κεκρυμμένως πράττωσι, καν λανθάνειν εθέλωσιν, άλλ' ο Κύριος αυτούς ως λύχνους δείκνυσι πάσιν, ίνα και ούτως οι ακούοντες γινώσκωσι δυνατάς είναι τας εντολάς εις το κατορθούν, και ζήλον της έπ' αρετήν οδού λαμβάνουσι» (Αθανάσιος. Ε.Π.Ε. 11,Τ66). Είναι ανάγκη - λέγει ο Μ. Αθανάσιος - να έρχωνται στο φως τέτοια φωτεινά παραδείγματα αγίων, ώστε οι άνθρωποι να βλέπουν ότι δεν είναι ανεφάρμοστες οι εντολές του Θεού και ν' αποκτούν ζήλο για να ζήσουν την ενάρετη ζωή.

Ο Μ. Αθανάσιος αγαπούσε τον Μ. Αντώνιο. Άλλα και ο Μ. Αντώνιος αγαπούσε τον Μ. Αθανάσιο. Λίγο προτού πεθάνη έδωσε εντολή, η μισή περιουσία του να δοθή στον Αθανάσιο! Είχε περιουσία ο ακτήμων ασκητής; Θέλετε ν' ακούσετε την περιουσία του; Είχε δύο μηλωτές, δύο τρίχινα, τριμμένα ράσα και ένα σχισμένο ρούχο πού το χρησιμοποιούσε για στρωσίδι! Αυτή ήταν όλη η επί γης περιουσία του Αντωνίου. Τη μισή απ' αυτή την περιουσία άφησε στον Αθανάσιο. «Αθανασίω τω επισκόπω δοτέ την μίαν μηλωτήν, και ο υπεστρωννυόμην ιμάτιον, όπερ αυτός μεν μοι καινών δέδωκε, παρ' εμοί δέ πεπαλαίωται» (Ε.Π.Ε. 11,164).

Κλήσις για την θεοσέβεια

Και όμως, κάποτε είχε πολλή περιουσία ο Αντώνιος. Ήταν πλουσιόπαιδο της Αιγύπτου. Κάποτε ένα πλουσιόπαιδο είχε πλησιάσει τον Ιησού Χριστό και τον ρωτούσε, τί να κάνη για να κληρονομήση την αιώνιο ζωή. Κι ο Κύριος, πού γνώριζε τη φιλαργυρία του, του έδειξε το δρόμο για την αιώνιο ζωή, είναι ο δρόμος πού περνάει από τις παράγκες των φτωχών και από τα άσυλα των ανιάτων: «Ύπαγε - του είπε -, πώλησον τα υπάρχοντα σου και δός πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανοίς και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ. 4,22). Εκείνος ο νέος δεν θέλησε να δεχθή την υπόδειξι του Ιησού Χριστού. Του φάνηκε σκληρή. Έφυγε. Εγκατέλειψε το Χριστό.

Ύστερα από διακόσια πενήντα χρόνια ένα άλλο πλουσιόπαιδο άκουσε τα ίδια λόγια του Χριστού και συγκινήθηκε. Ήταν ο Αντώνιος, ηλικίας τότε 18 περίπου ετών. Οι χριστιανοί γονείς του είχαν αποθάνει και τον είχαν αφήσει κληρονόμο σημαντικής περιουσίας. Συνέβηκε κάποια ημέρα μπαίνοντας σε χριστιανικό ναό ν' ακούση από τον ιερέα την περικοπή του πλουσίου νεανίσκου. Τον εδόνησαν τα λόγια: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησον τα υπάρχοντα σου...». Έβαλε τον εαυτό του στη θέσι του πλουσίου νεανίσκου:

-Για μένα είναι ο λόγος αυτός σήμερα!

Πήρε την απόφασι. Όλα τα μοίρασε στους φτωχούς. Απαλλάχθηκε από το βάρος της ύλης. Ελεύθερος φτερούγισε για τη ζωή του πνεύματος, τη ζωή της ασκήσεως.

Αναδείχθηκε τόσο σπουδαίος στην άσκησι, ώστε ο Μ. Αθανάσιος επαναλαμβάνει γι' αυτόν τον επίζηλο τίτλο: «Ο του Θεού άνθρωπος»! Αναδείχθηκε Μέγας. Η ιστορία έδωσε τον τίτλο του Μεγάλου σε πρόσωπα, πού ξεπέρασαν τις μέτριες επιδόσεις και αναδείχθηκαν σπουδαίοι. Και η Εκκλησία έχει δώσει τον τίτλο του Μεγάλου σε αρκετούς Αγίους. Ανάμεσα σ' αυτούς και ο άγιος Αντώνιος.

Και ποια τα προσόντα, πού ανέδειξαν τον Μ. Αντώνιο; Τα συγγράμματα; Αλλά κανένα γραπτό κείμενο δεν μας άφησε. Ο Αθανάσιος ήταν πολυγραφώτατος, εκείνος ήταν τελείως... άγραφος! Τα πτυχία; Αλλά δεν σπούδασε σε σχολές ό Αντώνιος, όπως σπούδασαν τόσοι άλλοι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Για ποιο λοιπόν προσόν αναδείχθηκε Μέγας; Ας ακούσουμε τον Αθανάσιο: «Ου γαρ συγγραμμάτων ουδέ εκ της έξωθεν σοφίας ουδέ δια τίνα τέχνην, δια δε μόνην την θεοσέβειαν ο Αντώνιος εγνωρίσθη» (Ε.Π.Ε. 11,166).

Ο ενάρετος μοναχός

Η θεοσέβεια του Αντωνίου φαίνεται στην αγία ζωή του. Επέλεξε τη ζωή της ισοβίου παρθενίας, της αγγελικής πολιτείας, τη μοναχική ζωή. Τρία, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι τα βασικά στοιχεία της μοναχικής ζωής: Ακτημοσύνη, παρθενία, υπακοή. Την ακτημοσύνη και την παρθενία την απέκτησε με τη χάρι του θεού. Την υπακοή την απέκτησε κοντά σε πνευματικούς πατέρες. Κοντά στην Αλεξάνδρεια, σε ερημικό τόπο, βρισκόταν σεβάσμιος γέροντας, πού για πολλά χρόνια ασκούσε τη μοναχική ζωή. Κοντά του πήγε στην αρχή ο Αντώνιος. Έγινε «ζηλωτής» του γέροντα εκείνου. «Ην τοίνυν εν τη πλησίον κώμη τότε γέρων, εκ νεότητας τον μονήρη βίον ασκήσας, τούτον ιδών Αντώνιος, εζήλωσεν εν καλώ» (Ε.Π.Ε. Π,20).

Στις καρδιές πολλών νέων ανάβουν φωτιές αμαρτωλές και φανατισμοί απαίσιοι. Στην καρδιά του νεαρού Αντωνίου άναψε ιερός ζήλος.

Όπως η μέλισσα συλλέγει το νέκταρ από τα άνθη και το μεταβάλλει σε μέλι, έτσι ο Αντώνιος (Ε.Π.Ε. 11,20) επισκεπτόταν τα άνθη της ερήμου, τους μοναχούς, και από τον καθένα έπαιρνε και κάποιο διαφορετικό νέκταρ. Ήταν τότε τα πρώτα μοναχικά άνθη, πού στόλιζαν τη γη. Και είχαν πλούσιο πνευματικό νέκταρ. Από τον ένα μάθαινε την άσκησι και το ζήλο, από άλλον τη χαρά, από άλλον την προσευχή, από άλλον την φιλανθρωπία, από άλλον την αγρυπνία, από άλλον την φιλομάθεια, από άλλον τη νηστεία και τη σκληραγωγία (Ε.Π.Ε. 11,22).

Σε όλους γινόταν αγαπητός. «Ούτω μεν ούν εαυτόν άγων ηγαπάτο παρά πάντων ο Αντώνιος. Αυτός δε τοις σπουδαίοις, προς ους απήρχετο γνησίως υπετάσσετο, και καθ' εαυτόν εκάστου το πλεονέκτημα της σπουδής και της ασκήσεως κατεμάνθανε» (Ε.Π.Ε. 11,22). Από όλους έπαιρνε κάτι το ξεχωριστό, αλλά και ωρισμένα κοινά, όπως την ευσέβεια και την αγάπη. «Πάντων δε ομού την εις τον Χριστόν ευσέβειαν και την προς αλλήλους αγάπην εσημειούτο» (Ε.Π.Ε. 11,22).

Γύρισε στο ασκητήριό του γεμάτος αρετές και χαρίσματα. Ό,τι ξεχωριστά είχε κάθε ασκητής, ο Αντώνιος τα είχε όλα μαζί στον εαυτό του.

Από τον ασκητικό του αγώνα και τα πνευματικά του χαρίσματα δύο ιδιαίτερα θα σημειώσουμε, διότι λείπουν σχεδόν τελείως από την εποχή μας. Το ένα είναι το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. Φωτισμένος αληθινά από το Θεό, μπορούσε να διακρίνη ποιο είναι από το Θεό και ποιο από το Σατανά. Γνώριζε καλά τις μεθοδείες του Διαβόλου, πού πολλές φορές μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός. «Πάντες επείθοντο καταφρονείν της δαιμονικής επιβουλής θαυμάζοντες την δοθείσαν παρά του Κυρίου Αντωνίω χάριν εις την διάκρισιν των πνευμάτων» (Ε.Π.Ε. 77,94).

Το άλλο είναι η ιδιαίτερη επιμέλεια της ψυχής. Εμείς ενδιαφερόμεθα περισσότερο για το σώμα, παρά για την ψυχή. Ξοδεύουμε πολλά χρήματα για τις ανάγκες του φθαρτού σώματος, και αδιαφορούμε τελείως για την αθάνατη ψυχή μας. Αν αρρωστήση το σώμα, τρέχουμε σε γιατρούς και αγωνιούμε. Αν αμαρτήση η ψυχή, αμελούμε. Ο Αντώνιος έκανε το αντίθετο. Και συμβούλευε σχετικά τους μαθητάς του. «Και έλεγε χρήναι την πάσαν σχολήν διδόναι τη ψυχή μάλλον ή τω σώματι, και συγχωρείν μεν δια την ανάγκην ολίγον καιρόν τω σώματι, το δε όλον σχολάζειν τη ψυχή μάλλον, και την ταύτης ωφέλειαν ζητείν ίνα μη αύτη καθέλκηται υπό των ηδονών του σώματος, αλλά μάλλον το σώμα παρ' αυτής δουλαγωγήται» (Ε.Π.Ε. 77,96).

Κοντά στους αγωνιστές

Άλλ' ο Αντώνιος δεν ήταν μόνο ασκητής της ερήμου. Ήταν και αγωνιστής του κόσμου. Ο μοναχός, ο ασκητής, ο αφιερωμένος στο θεό, είναι η πιο λεπτή και ευαίσθητη ύπαρξις. Διαθέτει την ευγενέστερη καρδιά. Δεν μπορεί να μείνη αδιάφορος και απαθής για τα προβλήματα του κόσμου. Και ο Αντώνιος πολλές φορές με τις πνευματικές του κεραίες συνελάμβανε τα μηνύματα της εποχής του. Και άφηνε τα όρη και την έρημο και κατέβαινε στην κοινωνία, στο θόρυβο της πόλεως, για να δώση το αγωνιστικό του «παρών» και να συμπαρασταθή στους αγωνιστάς και μάρτυρας. Έλεγε στους μαθητάς του: «Απέλθωμεν και ημείς, ίνα αγωνιζώμεθα κληθέντες ή θεωρήσωμεν τους αγωνιζόμενους» (Ε.Π.Ε. 11,96).

Δύο είναι οι σημαντικότερες κάθοδοι του Αντωνίου από την έρημο στην πόλι, από το Θαβώρ στον κοινωνικό στίβο. Την μία φορά κατέβηκε για να ενισχύση τους μάρτυρας των τελευταίων διωγμών. Ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος είχε κηρύξει διωγμό κατά των χριστιανών. Όπως το θηρίο όταν σπαρταράη γίνεται πιο επίφοβο, έτσι και το ανθρωποφάγο θηρίο των διωγμών είχε γίνει πιο σκληρό. Ήσαν οι τελευταίοι σφαδασμοί του. Πολλοί χριστιανοί στην Αλεξάνδρεια, κατηγορούμενοι για την πίστι τους, οδηγούνται στα δικαστήρια και στις φυλακές. Ξαφνικά βρίσκουν γενναία και συγκινητική συμπαράστασι. Οι μοναχοί της ερήμου, με επικεφαλής τον Αντώνιο, τους έχουν επισκεφθή. Ο Αντώνιος τους ενισχύει και κατά την ώρα της δίκης. Τους προτρέπει σε καρτερία και προθυμία για το μαρτύριο. «Πολλή τε ην ούτω σπουδή εν τω δικαστηρίω, αγωνιζόμενους μεν τους καλουμένους επαλείφειν εις προθυμίαν, μαρτυρουντας δε αυτούς απολαμβάνειν και προπέμπειν έως τελειωθώσιν» (Ε.Π.Ε. 11,96).

Πόσο θάρρος έπαιρναν οι μάρτυρες από την παρουσία του Μ. Αντωνίου! Άλλα και ο ίδιος ποθούσε το μαρτύριο. Παρουσιαζόταν άφοβα στα ειδωλολατρικά δικαστήρια, χωρίς να υπολογίζη τις σχετικές απαγορεύσεις. «Πάντων ούν επί τούτω θαυμαζόντων και του ηγεμόνος ορώντος και μετά της τάξεως αυτού διαβαίνοντας αυτός ατρέμας ειστήκει, δεικνύς ημών των χριστιανών την προθυμίαν ηύχετο γαρ και αυτός μαρτυρήσαι» (Ε.Π.Ε. Τ 1,98). Ήταν «ατρέμας», ατρόμητος. Δεν φοβόταν κανέναν. Είχε σφοδρό τον πόθο του μαρτυρίου. Και επειδή δεν ερχόταν η ώρα του δικού του μαρτυρίου, πήγαινε και διακονούσε τους υποψήφιους μάρτυρες: «Πάλιν ούν υπηρετεί συνήθως τοις ομολογηταίς, και ως συνδεδεμένοι αυτοίς ην κοπιών εν ταις υπηρεσίαις» (Ε.Π.Ε. 11,98).

Τη δεύτερη φορά πού κατέβηκε από την έρημο ήταν η περίοδος αιρέσεως του Αρείου. Η Εκκλησία ελευθερώθηκε από τους εξωτερικούς εχθρούς. Κινδύνευε τώρα από τους εσωτερικούς. Φίδια φαρμακερά κατέτρωγαν το σώμα της. Ήσαν οι αιρετικοί, οι Αρειανοί. Φίδια τους ονομάζει ο Μ. Αντώνιος, «ο τη πίστει πάνυ θαυμαστός και ευσεβής» (Ε.Π.Ε. 11,130). Ο πράος Αντώνιος γέμισε από οργή σαν έμαθε ότι τέτοια φίδια πνευματικά ήρθαν ακόμη και στα κελλιά των μοναχών, για να ρίξουν το δηλητήριο της πλάνης τους. Η αντίδρασίς του ήταν άμεση. Ξεσηκώθηκε και τους έδιωξε: «Απελθόντες γουν ποτέ τινας προς αυτόν των Άρειομανιτών, ανακρίνας και μαθών ασεβούντας, εδίωξεν από του όρους λέγων όφεων ιού χείρονας είναι τους λόγους αυτών» (Ε.Π.Ε. 77,730). Αγανακτούσε ο Άγιος, διότι οι αιρετικοί ήσαν απατεώνες.

Τέτοιοι απατεώνες, εγγόνια του Αρείου, πού αρνούνται και αυτή τη Θεότητα του Ιησού Χρίστου, είναι οι Χιλιασταί. Καμμία κοινωνία μαζί τους δεν πρέπει να έχουμε. Συνομιλείς με φίδι; Αγκαλιάζεις φίδι; Ανοίγεις το σπίτι σου σ' ένα φίδι; Άλλο τόσο μπορείς να έχης κοινωνία και σχέσεις με αιρετικούς και άθεους, με διεφθαρμένους και έκφυλους τύπους. Ο Μ. Αντώνιος τόνιζε «μηδεμίαν έχειν κοινωνίαν προς τους ασεβούντας Αρειανούς».

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κατέβαινε στην Αλεξάνδρεια. Οι ορθόδοξοι είχαν μείνει ολίγοι. Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Αθανάσιος θηριομαχεί και διώκεται για την Ορθοδοξία. Κοντά του παραστέκει ο Μ. "Αντώνιος. Με την αυθεντία της άγιας ζωής του δίνει τη μαρτυρία του (Ε.Π.Ε. 11,132).

Αγαπητοί αναγνώστες! Ασκητική ζωή και αγώνας, τα δύο χαρακτηριστικά του αγίου Αντωνίου. Τα δύο αυτά είναι απόλυτα αναγκαία για κάθε χριστιανό, πού ποθεί τη σωτηρία του και τη δόξα του Θεού. Η ασκητική ζωή δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Όλοι οι χριστιανοί κάνουν άσκησι, αγωνίζονται για την καθαρότητα της καρδιάς τους. Ο δε αγώνας για τον εαυτό μας είναι πάντοτε παράλληλος με τον αγώνα για την Πίστι μας, με την ομολογία.


από το βιβλίο του «Κλήματα της Αμπέλου», Αθήνα 2003



Τυπικόν της 17ης Ἰανουαρίου 2013



Πέμπτη: Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου.
 Ἀντωνίου τοῦ νέου τοῦ ἐν τῇ Σκήτῃ τῆς Βερροίας 
ἀσκήσαντος καί Γεωργίου νεομάρτυρος τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις.
 

Ἡ Ἀκολουθία κατά τήν ἐν τῷ Μηναίῳ τάξιν.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Καταβασίαι: 
«Χέρσον ἀβυσσοτόκον...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1. Τοῦ Ὁσίου· «Τόν ζηλωτήν Ἠλίαν...» καί 
2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
«Ὁ μήτραν παρθενικήν...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τοῦ Ὁσίου, μετά τοῦ Προκειμένου αὐτοῦ· 
«Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν...» (Ἑβρ. ιγ΄ 17-21),
 ζήτει τοῦτον τῇ 6ῃ Δεκεμβρίου.
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· «Ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπί τόπου πεδινοῦ...» 
(Λουκ. ς΄ 17-23).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: «Εἰς μνημόσυνον...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις.
Τῶν νέων Ἁγίων αἱ Ἀκολουθίαι ψάλλονται ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων
 Φυλλάδων αὐτῶν.

Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα! Γέροντος Πορφυρίου. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης



Θαυμαστά περιστατικά μέ τόν γέροντα Πορφύριο

Ὁ Χριστιανός ζεῖ μέσα στό μυστήριο τοῦ νά μήν ὑπάρχει αὐτός, ἀλλά νά ὑπάρχει, νά ζεῖ ὁ Χριστός μέσα Του καί ἐκεῖνος νά ζεῖ γιά τόν Χριστό καί ὄχι γιά τόν ἑαυτό του. Αὐτό εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης τοῦ πιστοῦ πρός τόν Χριστό καί πρός τόν πλησίον. 
Ἡ πίστις, ὁ θεῖος ἔρωτας, κάνει τόν ἄνθρωπο νά μήν αἰσθάνεται οὔτε τόν σωματικό πόνο. Αὐτό συνέβαινε μέ τούς ἁγίους μάρτυρες ὅταν τούς βασάνιζαν ποικιλότροπα. Ὁ Γέροντας Πορφύριος διηγεῖται:   
«Εἶχα βγάλει στό κεφάλι μου μία μεγάλη ἐλιά, σάν ρεβύθι.. ἡ ὁποία συνεχῶς μεγάλωνε καί πονοῦσα πολύ. Γνώριζα, μέ τήν χάρη, πού μοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός, ὅτι ἔπρεπε νά ἀφαιρεθεῖ, γιατί θά ἐξελίσσετο σέ κακοήθη. 
Συμφώνησαν μαζί μου καί οἱ γιατροί καί γι’ αὐτό μοῦ ἔκλεισαν ἡμερομηνία γιά χειρουργεῖο. Στό χειρουργεῖο ὅμως, ἐγώ διαφώνησα μαζί τους. Ἐκεῖνοι ἐπέμεναν νά γίνει ἀφαίρεση τῆς ἐλιᾶς μέ τοπική νάρκωση, γιατί καί ἡ διάρκεια τῆς ἐπέμβασης θά ἦταν μεγάλη, καί οἱ πόνοι τῆς ἐπέμβασης ἀφόρητοι. 
Ἐγώ ἀρνήθηκα καί τούς εἶπα ὅτι, οὔτε ἀφαίρεση θά κάνετε, οὔτε νάρκωση. Ἀλλά θά τήν καυτηριάσετε μέ διαθερμοπηξία. 
Οἱ γιατροί τρόμαξαν καί μοῦ εἶπαν, ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἐπιστημονικῶς ἀδύνατον. Ἐγώ, ὅμως, ἐπέμενα καί ἐπειδή ἦσαν δικά μου παιδιά, δέν ἤθελαν νά μέ στενοχωρήσουν καί μοῦ εἶπαν θά τήν κάνουμε μέ δική σας εὐθύνη καί ἔκαναν τόν σταυρό τους καί ἄρχισαν. 
Ἐγώ ἔκλεισα τά μάτια μου καί μπροστά μου φαντάστηκα τόν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦν σέ ἔνα μεγάλο σταυρό καί μέ μεγάλη πίστη ἔλεγα, συνεχῶς μέσα μου: Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με. 
Οἱ γιατροί μέ ἀγωνία καί μέ χέρια πού ἔτρεμαν συνέχιζαν τήν καυτηρίαση, ἐνῶ τό χειρουργεῖο εἶχε «ντουμανιάσει» ἀπό καπνό καί ὀσμή ψημένου κρέατος! Ὅσο περνοῦσε ἡ ὤρα, τόσο μεγάλωνε ἡ πίστη μου καί ἔφθασα σέ τέτοιο σημεῖο, πού δέν αἰσθανόμουν σχεδόν τίποτε! 
Ἀντίθετα, τούς γιατρούς τούς εἶχε κόψει κρύος ἱδρώτας. Δέν πίστευαν στά μάτια τους. Συνέχεια μέ ρωτοῦσαν, ἐάν αἰσθάνομαι καλά καί ἐγώ τούς ἔλεγα: Προχωρεῖστε. Ἡ ἐπέμβαση διήρκεσε περισσότερο ἀπό ¾ τῆς ὥρας.
 Ὅταν τελείωσε, σηκώθηκα ἤρεμος καί γελαστός καί ἀφοῦ εὐχαρίστησα τόν Θεόν καί τούς γιατρούς, πρόσθεσα: Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα!Βλέπεις, λοιπόν, παιδί μου Ἀνάργυρε, τί μπορεῖ νά πετύχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει πίστη στό Θεό; 
Γι’ αὐτό καί ἐσύ νά πιστεύεις καί νά μή φοβᾶσαι τίποτε στή ζωή σου, γιατί ὁ Θεός εἶναι μεγαλύτερος ἀπό ὅλους καί ἀπό ὅλα»[1] 
Τό ἴδιο θαῦμα ἐπανέλαβε ὁ Γέροντας σέ πνευματικό του παιδί. Νά πῶς τό διηγεῖται ὁ ἀδελφός της:  «Ὁ πατήρ Πορφύριος, ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπό τό κάθισμά του μέ μία ἔκδηλη αὐτοπεποίθηση, τήν πλησίασε στήν ἐξεταστική καρέκλα, πού ἦταν καθήμενη, τῆς ἔπιασε τό χέρι, ἔψαξε καί βρῆκε τό σφιγμό της καί εἶπε στούς γιατρούς, νά ἀρχίσουν τήν καυτηρίαση.
Οἱ γιατροί τόν κοίταζαν ἀμήχανοι! Ἐκεῖνος, ὅμως, ἐπέμενε. Καί τελικά ὑπήκουσαν!
Ἡ καυτηρίαση ἔγινε σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τοῦ Παππούλη. Καί, βέβαια, χωρίς τοπική ἀναισθησία! 
Ἤ μάλλον, μέ τήν ἀναισθησία πού… τῆς χορηγοῦσε ὁ Παππούλης, διά μέσῳ τοῦ σφυγμοῦ, πού τῆς ἤλεγχε καθόλην τήν διάρκεια τῆς ἐπεμβάσεως. Γιατί, ὅπως μοῦ εἶπε ἡ Αἰκατερίνη, ἀπό τήν στιγμή, πού ὁ π. Πορφύριος τῆς κρατοῦσε τό σφυγμό, ὅλα ἄλλαξαν μέσα της. 
Ὁ φόβος της, πού ἦταν ὑπερβολικός, μετατράπηκε σέ ἀνερμήνευτο θάρρος! Ἡ ἀγωνία της σέ πρωτοφανῆ ἡρεμία! Ἡ ταχυπαλμία της, σέ εὐρυθμία! Τό δέ ἄγχος της κατέστη ἀνύπαρκτο!
Ὅσον ἀφορᾶ τόν πόνο, τόν προερχόμενον ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως, αὐτός εἶχε, κυριολεκτικά, ἐκμηδενισθεῖ!
Ἀντί πόνου, ἡ ἀδελφή μου, αἰσθανόταν μία ἰδιάζουσαν εὐφορία καί μόνον ἡ «τσίκνα», πού ἔβγαινε ἀπό τό καμμένο κρέας, τῆς θύμιζε τήν καυτηρίαση!»[2].
Ἔλεγε ἐπίσης ὁ Γέροντας Πορφύριος περιγράφοντας τήν ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία: «Μπαίνοντας στήν ἄκτιστη Ἐκκλησία, ἐρχόμαστε στόν Χριστό, μπαίνομε στό ἄκτιστον»[3]Μπαίνουμε σέ μιά ἄλλη «διάσταση» ἤ μᾶλλον εἰσερχόμαστε ἐκεῖ, πού δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση χωροχρονική, ἀλλά «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός». 
 Εἰσορμοῦμε στό ἀδιάστατον, στό ἄναρχο, στό ἀτελεύτητον, στό αἰώνιον, στό ἀΐδιον, στό ἀπερινόητον μυστήριον τοῦ Θεοῦ.
Μετέχουμε στήν ζωή τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ, ὅπου δέν ὑπάρχει θάνατος, φθορά, χρόνος, χῶρος, διάβολος, ἀσθένεια, πόνος, λύπη ἤ στεναγμός. Μπαίνουμε στήν «περιοχή» τῆς νίκης καί τοῦ Νικητῆ, στήν «χώρα» τοῦ Ἀχωρήτου, στόν τρόπο τοῦ «εἶναι σύν καί ἐν Αὐτῷ». Εἰσερχόμεθα στήν διαμονή «ἐν Αὐτῷ», τῷ Δημιουργῷ καί Προνοητῇ τῶν ἁπάντων, ὁδηγούμεθα «εἰς τό εἶναι» μετά τοῦ στοργικοῦ Πατέρα καί Ἀδελφοῦ, τοῦ ἀείποτε προτρέποντος ἡμᾶς εἰς τό ἀενάως κατατρυφᾶν Αὐτοῦ:  « Κατατρύφησον τοῦ Κυρίου καί δώσει τά αἰτήματα τῆς καρδίας σου»[4]. Καί ποῖον τό αἴτημα τῆς καρδίας ἡμῶν, εἰμή τό «εἶναι σύν Αὐτῷ», πού σημαίνει τό «ζεῖν ἐν Αὐτῷ».   
 





 
[1]   Ἀναργύρου Καλλιάτσου,  Ὁ πατήρ Πορφύριος. Ὁ διορατικός, ὁ προορατικός, ὁ ἰαματικός, ΣΤ΄ἔκδοσις, Ἐκδόσεις : Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου, Ἡ  Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Ἀθῆναι  2005 (Στό ἑξῆς: Ὁ πατήρ Πορφύριος) , σελ. 21-22.
[2] Ὁ πατήρ Πορφύριος, σελ. 171-172.
[3] Βίος καί Λόγοι, Ζ΄, σελ. 194.
[4] Ψαλμ. 36,4


Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...