Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2013

ΙΒ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ



Λουκ. 17:12-19

Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης κ. κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ


Η λέπρα υπήρξε µία ανίατη ασθένεια που η θεραπεία της δεν επιτεύ¬χθηκε παρά µόνο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Ο θάνατος ερχόταν αργά και µε πολύ πόνους. Οι λεπροί έβλεπαν τα σώµατά τους να σαπίζουν, τα άκρα τους να κατατρώγονται, τα πρόσωπα τους να παραμορφώνονται και τα µέλη τους, σαπισμένα, να πέφτουν νεκρά στο χώµα. Το χειρότερο απ' όλα ήταν η αποµόνωση και η µοναξιά τους. Κανένας δεν έπρεπε να τους πλησιάζει, για τον κίνδυνο µήπως κολλήσει την ασθένεια. Αλλά και αν ξεπερνούσε κανείς αυτό τον φόβο, τότε η θέα και µόνο των πληγών της ασθένειας ήταν αρκετή να αποµακρύνει και το πιό αγαπητό και συγγενικό πρόσωπο. Ήταν ζωντανοί νεκροί, που περίµεναν το θάνατο σαν τη µόνη λύτρωση.
Δέκα λεπροί άνδρες, ανάµεσα στους τόσους χιλιάδες, καταδικασµένοι κι αυτοί σε διαρκή αποµόνωση, απελπισµένοι από οποιαδήποτε ανθρώπινη βοή¬θεια είχαν µόνο µία ελπίδα. Άκουσαν για τον Ιησού τον Ναζωραίο, τον διδά¬σκαλο του λαού που έκανε πολλά θαύµατα. Το µεγάλο τους πρόβληµα ήταν πώς να τον συναντήσουν. Δεν µπορούσαν να πλησιάσουν τις πόλεις, γι' αυτό ο Κύριος που γνωρίζει τις πιό κρυφές σκέψεις και επιθυµίες των ανθρώπων οδηγεί τα βήµατά Του προς την περιοχή των 10 λεπρών.
Στάθηκαν σε κάποια απόσταση και µε µεγάλη φωνή φώναξαν: «Ιησού επι¬στάτα ελέησον ηµάς». Ο Κύριος, παρά την κούρασή Του, στάθηκε µε πολλή ευσπλασχνία, και στην ικεσία τους ήρθε αµέσως η απάντηση του Κυρίου: «Πηγαίνετε, τους είπε, και δείξετε τον εαυτό σας στους ιερείς, για να διαπιστώσουν επίσηµα τη θεραπεία σας». Και όπως εκείνοι προχωρούσαν µε πίστη προς την πόλη, το θαύµα έγινε. Η λέπρα έφυγε. Τα µέλη τους αποκαταστάθηκαν υγιή, νέο δέρµα κάλυψε το καταπληγωµένο σώµα τους. Το θαύµα ολοκληρώθηκε. Και θα περίµενε κανείς να δει και τους δέκα να επιστρέφουν χαρούµενοι στον Χριστό, για να του εκφράσουν ολόθερµα την ευγνωµοσύνη τους. Αλλά δεν επέστρεψαν να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη τους, εκτός από έναν, και αυτός δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά Σαµαρείτης. Ένας ξένος για το Ιου¬δαϊκό Έθνος επέστρεψε και από ευγνωµοσύ-νη πέφτει µε το πρόσωπό του στο έδαφος.

Οι άλλοι εννέα, Ιουδαίοι, γεµάτοι από την πνευµατική αρρώστεια της αχα¬ριστίας, ούτε καν θυµηθήκανε την ευεργεσία. Δεν σκέφτηκαν σε ποιά κατά¬σταση ήταν και ότι θεραπεύτηκαν; Ξέχασαν τα πάντα και µε παράπονο ο Κύριος είπε: «Οι άλλοι εννέα που είναι; Δεν θεώρησαν καθήκον τους να επι¬στρέψουν και να ευχαριστήσουν τον Θεό;».
Αντίθετα µε τους 9 λεπρούς, πόσο λαµπρό και διδακτικό είναι το παρά¬δειγµα του ευγνώµονα Σαµαρείτη! Και εµείς, σήµερα, απολαµβάνουµε το αµέτρητο πλήθος των ευεργεσιών του Θεού, κι όµως πόσο πολύ µοιάζουµε µε τους εννέα αχάριστους λεπρούς.
Απολαµβάνουµε την ελευθερία της πατρίδας µας, κι όµως σκλαβωνόµαστε όλο και περισσότερο στα αµαρτωλά πάθη, τα ψυχοφθόρα και καταστρε¬πτικά. Τιµηθήκαµε µε το µοναδικό χάρισµα, να είµαστε «κατ' εικόνα και καθ' οµοίωσιν Θεού» πλασµένοι, και παρ' όλα αυτά αµαυρώνουµε τη µέγιστη τιµή και δόξα που µας χάρισε ο Θεός µε µια ζωή τόσο αντιχριστιανική και ανορ¬θόδοξη µε το να κυλιόµαστε στα παράνοµα πάθη της σαρκολατρείας.
Όταν, αντί να αγαπάµε τους συνανθρώπους µας, καλλιεργούµε µίση και έχθρες. Όταν αντί να συγχωρούµε, σκληραίνουµε την καρδιά µας και δυσκολευόµαστε να συγχωρήσουµε τον συνάνθρωπό µας. Όταν αντί να κάνουµε έργα ελεηµοσύνης, ασχολούµαστε µε το µάταιο πλουτισµό και ποτέ δε µας αρκούν, αλλά αναζητάµε όλο και περισσότερα. Όταν αντί να αγωνιζόµαστε να ανυψώσουµε την ηθική της κοινωνίας, ασχολούµαστε µε το παράνοµο σωµατεµπόριο, εκµεταλλευόµενοι την φτώχια αθώων κοριτσιών. Όταν αντί να βοηθάµε τους νέους να καλλιεργήσουν ιδανικά, τους παρασέρνουµε στα ναρκωτικά µε σκοπό να πλουτίσουµε µε το θάνατό τους. Όταν οι γονείς αντί να καθοδηγούν τα παιδιά τους στο χριστιανικό δρόµο, τα ενθαρρύνουν να ακολουθήσουν τα σκοτεινά µονοπάτια της ασωτείας. Όταν αντί να βοηθάµε τους εργαζοµένους, καταπατάµε όλα τα δίκαιά τους και οι άδικοι εργοδότες δεν τους δίνουν τα ασφάλιστρά τους ή τα δίκαια ένσηµα που δικαιούνται, ώστε να έχουν αργότερα µία σύνταξη και ασφάλεια. Όταν αντί να περιθάλ¬πουµε τους γέροντες γονείς µας, τους περιφρονούµε και τους ρίχνουµε σε µια φτωχή γωνιά, παραπεταµένους µέσα σ' ένα ίδρυµα, τότε πρέπει να ερωτη¬θούµε µήπως µοιάζουµε µε τους εννέα αχάριστους λεπρούς; Η κάθε αµαρτία είναι πνευµατική λέπρα της ψυχής. Και ενώ ο Κύριος και Θεός µας Ιησούς Χριστός µας χαρίζει την πνευµατική υγεία, οι περισσότεροι Χριστιανοί δεί¬χνουν τόση αχαριστία ώστε πιο εύκολα τον εγκαταλείπουν και στρέφονται σ' άλλους χώρους, όπου νοµίζουν, ότι υπηρετούν τον Θεό, αλλά στην ουσία ζούνε µέσα σε µία ουτοπία µιάς ψευτο-ικανοποίησης των πνευµατικών ανα¬γκών τους.
Πόσες φορές όµως και μεταξύ µας δείχνουµε αγνωμοσύνη και αχαριστία, όταν ευεργετούμαστε από άλλους; Πόσες φορές, όταν κάναµε καλό, µας το ανταπέδωσαν µε την άκαρδη αχαριστία; Πόσες φορές, δείξαµε αγάπη σε φίλους και γνωστούς και αυτοί ανταποκρίθηκαν µε πικρά λόγια ή και προ¬σποιούνταν ότι δε µας γνωρίζουν; Πόσες φορές θυσιαζόμαστε και αντί για µια απλή αναγνώριση ή ένα εγκάρδιο ευχαριστώ, βρισκόμαστε περιφρονημένοι απ' αυτούς που βοηθήσαµε; Είτε στην οικογένεια, είτε στην κοινωνία, είτε στα πρόσωπα της Εκκλησίας, η αχαριστία υπάρχει σαν ένα πραγµατικό γεγονός. Μεγαλύτερο παράδειγµα έχουµε το πάθηµα του Κυρίου µας, που ευεργετούσε όλους τους ανθρώπους, θεράπευε όλους τους αρρώστους, δίδα¬σκε µε όλη την καρδιά Του και παρ' όλα αυτά στο τέλος δοκίμασε το πικρό¬τατο ποτήρια του θανάτου επάνω στο Σταυρό.
Αγαπητοί µου, µε αφορµή τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ας εξετάσει ο καθένας τον εαυτό του κατά πόσο ευγνώµονοι είµαστε απέναντι στο Θεό, αλλά και στο συνάνθρωπό του. Σαν χριστιανοί οφείλουµε να ευγνωµονούµε τον ευεργέτη µας, είτε για µικρή, είτε για µεγάλη ευεργεσία. Ας δοξολογούµε τον Θεό για τις άπειρες ευεργεσίες Του και ας ευχαριστούµε τους συνανθρώ¬πους µας, για κάθε συµπαράστασή τους.
Τα λόγια του Απ. Πέτρου «παντί ευχαριστήτε» πρέπει να ριζώσουν βαθιά µέσα στην καρδιά και τη ζωή µας.

Εις τον άγιον Ευθύμιον τον μέγαν (20 Ιανουαρίου)




"Ευφραίνου έρημος
 η ου τίκτουσα, 
ευθύμησον η ουκ
 ωδίνουσα", μας λέει 
χαρακτηριστικά το 
απολυτίκιο του 
αγίου Ευθυμίου, 
του οποίου την μνήμη
 έχουμε ευλογία να 
εορτάζουμε σήμερα.
 Πραγματικά,η πρώην
 έρημος, το κατοικητήριο 
των πονηρών 
πνευμάτων , κατά το 
ευαγγελικό λόγιο, 
η χώρα της απέραντης 
ξηρασίας και στειρότητας,
 "εξήνθησεν ως κρίνον", 
γέμισε με μορφές 
αγγελικές, έγινε θυσιαστήριο ανεκλαλήτων στεναγμών 
και δακρύων, έγινε χώρος παραδείσιος προσευχών και
 θαυμασίων. Και πώς συντελέστηκε αυτό;
Με την πλήρωση της από τους οσίους και θεοφόρους
 πατέρες, τους ασκητές και κοινοβιάρχες, τους ερημίτες
 και ποιμένες των ποιμένων, τους μοναχούς, που έζησαν 
και ζούν ακόμα την βιοτή και πολιτεία του Προδρόμου 
και του Ηλία.

Ένας απ'αυτούς, φωστήρας και καθηγητής, που 
ονομάστηκε μέγας είναι και ο άγιος Ευθύμιος.
 Τέκνο μητέρας στείρας, γεννήθηκε με αναγγελία
 και τρόπο θαυμαστό, για να φανεί ακόμα μια φορά
 πώς οι εκλεκτοί είναι καρποί προσευχής, είναι 
μονογενείς και από την κοιλιά της μάνας τους
 ακόμα προεκλεγμένοι όπως ο Πρόδρομος, 
ο Σαμουήλ και ή ίδια η Θεοτόκος.

Ασκήτεψε και αγίασε. Αγίασε και οδήγησε στην 
αγιότητα κι άλλες ψυχές. Στάθηκε ο ίδιος ευθυμία 
ψυχών, διότι ζούσε εν Χριστώ, ζούσε την χαρά και
 την θλίψη του Χριστού, ήταν μυσταγωγός της 
χαρμολύπης. 
Λειτούργησε και θαυματούργησε και όταν κοιμήθηκε
 πήγε κοντά στον Σάββα τον ηγιασμένο,  
τον ουρανοπολίτη και κατά πνεύμα αδελφό του.

Η δράση του δεν ήταν μόνο ασκητική και η τάση
 και η κλίση του δεν ήταν μόνο νηπτική.
Υπήρξε ιεραπόστολος ανάμεσα στους άραβες 
που ζούσαν πέριξ του ασκητηρίου του.
 Από την ειδωλολατρική πλάνη τους οδήγησε 
στο φως του Χριστού και υπήρξε υπέρμαχος της
 ορθοδοξίας πολεμώντας με θάρρος τις αιρέσεις.
 Αυτό, αγαπητοί αδελφοί, το τονίζουμε.
Δεν είναι οι μοναχοί "βολεμένοι" και "μακάριοι στον 
κόσμο τους", "αδιάφοροι για τα εκκλησιαστικά και τα 
ανθρώπινα προβλήματα", "προβλήματικοί οι ίδιοι και 
ακοινώνητοι", όπως εύκολα διατείνονται κάποιοι με
ύφος παντογνώστη κριτη, με ήθος εύκολου συκοφάντη.
 Είναι ζωντανά μέλη του εκκλησιαστικού σώματος. 
Και κατά μόνας όταν βρίσκονται βέβαια με την ισχύ
 και παρρησία των προσευχών τους στηρίζουν και
 εμπνέουν την Εκκλησία. Αλλά, πολλές φορές 
στηρίζουν και το ποίμνιο ζωντανά, εκ του σύνεγγυς,
 όταν η περίσταση το απαιτήσει. 
Όπως ο μέγας Αντώνιος στήριξε δις την εν διωγμώ
 εκκλησία, εγκατελείποντας την ασφάλεια της ερημίας,
 όπως ο άγιος Μακάριος από την Αλεξάνδρεια, 
που εορτάσαμε χθες, διέτριβε στην πόλη προς 
όφελος του ποιμνίου, όπως ο άγιος Ευθύμιος 
ανέλαβε πλούσια ιεραποστολική δράση.
 Οι μοναχοί δεν παλεύουν να γίνουν μόνο 
άγγελοι στο σώμα και την ψυχή, αλλά όταν ο
 Κύριος καλέσει και μόνο τότε, γίνονται πραγματικά 
άγγελοι παρηγοριάς και εξάγγελοι αληθειας 
για το ποίμνιο.

Αδελφοί, εορτάζοντας τον Μεγάλο Ευθύμιο,
 ας φροντίσουμε απερίσπαστοι από την βιοτική
 τραγωδία να μας μείνει στην ψυχή η θεία ευθυμία, 
η μυστική χαρά,η ευλογημένη κατάνυξη,
 ώστε γενόμενοι στήλες χαράς και ευθυμίας, 
πρόσωπα ζωντανά και λάμποντα να γίνουμε 
και εμείς ιεραπόστολοι φωτός στον κόσμο της
 αμαρτίας και του σκότους ΑΜΗΝ




π Π.Κρ.,Ιανουάριος 2010
πηγή

Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για την κορωνίδα της όλης δημιουργίας, τον
άνθρωπο, από το να απολαμβάνει με τους οφθαλμούς του το φως το αισθητό.
Τούτο θα το κατανοήσουμε βαθύτερα εάν σκεφθούμε το ποιά σύγχυση και τι ταραχή
θα ερχόταν στον κόσμο, εάν έστω και για ένα μόνο εικοσιτετράωρο, σκοτιζόταν ο
ήλιος... ΌΌπως όμως υπάρχει αυτό το κτιστό φως που ζωογονεί το σώμα του
ανθρώπου, έτσι υφίσταται και η Χάρις του Θεού, το ΆΆκτιστον Φως, που φωτίζει,
ευφραίνει, σώζει και αγιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο που το δέχεται, ψυχοσωματικά!
Και όπως ο Θεός διέλυσε τα σκότη και φωτίστηκε το στερέωμα και η γη, έτσι και
κατά την αναδημιουργία και σωτηρία της κάθε ψυχής, ο Θεός χαρίζει το φως το
αληθινόν, το φως της Χάριτος με το οποίο δεν μπορεί φυσικά να συγκριθεί το φως το
κτιστό.
Την αλήθεια αυτή μάς την μαρτυρεί ο ίδιος ο απόστολος. Την επιβεβαιώνει όχι
απλά και θεωρητικά, αλλά προσωπικά, βιωματικά, και ως απόστολος που ήταν,
οικουμενικά. Το ίδιο βεβαίως συμβαίνει και με τους Αγίους της Εκκλησίας μας, τους
μεγάλους αυτούς αδελφούς μας, οι οποίοι έζησαν αισθητά την Χάρη του Θεού και
βίωσαν σε πλήμμυρα ουράνιας χαράς το φως το αληθινό. Πρόκειται για το Φως του
Χριστού το οποίο εκδιώκει απο την καρδιά του ανθρώπου τον ζόφο της πλάνης και
το σκότος της αμαρτίας κάνοντάς την φωτεινή και αγία. Την χριστοποιεί και την
κάνει νύμφη Χριστού!
Σ᾽ αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται αλλά και συνοψίζεται ο όλος πνευματικός
αγώνας του πιστού ορθοδόξου χριστιανού. Στο να καθαρίσει δηλ. την καρδιά του και
να την κανει δοχείο του Παναγίου Πνεύματος. Το «Υιέ μου δός μοι σην καρδίαν»,
θα πρέπει να αποτελεί και το σύνθημα, όχι μόνο της νέας χρονιάς, αλλά και την
πορεία της όλης μας ζωής, αφού επί τέλους, τούτο αποτελεί και τον σκοπό της ζωής
μας, εάν δεν θέλουμε να καταντήσουμε «άχθος αρούρης» δηλ. βάρος της γης.
ΌΌταν πραγματοποιηθεί αυτό, με την ευλογία βεβαίως του Θεού, δηλ. ο αγώνας,
για να ενοικήσει μέσα στην ύπαρξή μας η Χάρις, όταν αισθανθούμε «εν οστρακίνοις
σκεύεσιν τον θησαυρόν τούτον», τότε ο πιστός μεταμορφώνεται. Και ενώ παραμένει
εύθραυστος και θνητός, και γεύεται τις πίκρες και τις θλίψεις του κόσμου και της
ζωής, ενώ η σάρκα ταλαιπωρείται ως «σκεύος οστράκινον», αντιθέτως, μέσω όλων
αυτών και διά της Χάριτος η ψυχή του, δηλ. η ουσία της υπάρξεώς του,
ενδυναμώνεται ολονέν και περισσότερον, πορευόμενος εκ δυνάμεως εις δύναμιν. Το
φως του Χριστού καταυγάζει τον εσωτερικό κόσμο του χριστιανού σε τέτοιο βαθμό
ώστε πολλές φορές όσοι βρίσκονται κοντά του να αισθάνονται την «δρόσον της, με
αποτέλεσμα η όλη ατμόσφαιρα να Χριστοποιείται και να Πνευ
Σε έκτακτες δε περιπτώσεις «Κύριος οίδεν», οι μορφές των Αγίων που ζουν την
αγάπη του Θεού και βιώνουν τον συγκλονιστικό λόγο της ευχής «έθελξας πόθω με
Χριστέ και ηλλοίωσας τω θείω σου έρωτι», αλλοιώνονται την καλήν αλλοίωσιν της
Χάριτος, με αποτέλεσμα το ΆΆκτιστον Φως του Χριστού να δηλώνει και αισθητά την
παρουσία του! Αλλά περί αυτῶν «ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμυήτων».
Οίκοθεν νοείται πως όταν ο άνθρωπος αγαπήσει τον Κύριο Ιησού «εν όλη τη
καρδία και εν όλη τη ψυχή και εν όλη τη διανοία» (Ματθ. κβ´ 37), τότε ανυπερθέτως
το φρόνημά του γίνεται γενναίο και η ψυχή του ηρωική. Τότε, όλα τα «όμορφα του
κόσμου» ξεθωριάζουν και οι οφθαλμοί του βλέπουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα
και διαπιστώνει ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον»
τότε οι φοβέρες του κόσμου και οι ποικίλες απειλές, ακόμα και από δήθεν
«πνευματικούς ανθρώπους» θεωρούνται ως «χνους ον εκρίπτει ο άνεμος από

«Παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος»


2528422408_b8ab92f1b5_b
Καὶ διὰ Δαβὶδ «κύριος παιδεύων ἐπαίδευσέ με
καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με». Τὸ γὰρ ὑπὸ τοῦ
κυρίου παιδευθῆναι καὶ παιδαγωγηθῆναι θανάτου
ἐστὶν ἀπαλλαγή.
Κλήμης Αλεξανδρεύς, Παιδαγωγός 1.7.61
Σε καιρούς παρακμής, διαφθοράς, καταπτώσεως δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναμιμνήσκονται της παιδείας, αποδίδοντας μεταξύ άλλων και σε έλλειμά της τα δεινά.
Αν και κατά τη Γραμματική η παιδεία ανήκει στα αφηρημένα ουσιαστικά, ως έννοια μη αντιληπτή με τις αισθήσεις αλλά με τον νου, όμως δεν παύει λογικά να έχει περιεχόμενο συγκεκριμένο.
Έχοντας προσπαθήσει εδώ και μια δεκαπενταετία να στήσω ένα μικρό μουσείο για την παιδεία[i], προβληματίζομαι στο πως μπορεί να παρουσιαστή εποπτικά μια έννοια «αφηρημένη» αλλά τόσο σημαντική[ii].
Γράφοντας σ᾽ έναν αφιερωματικό τόμο προς τιμήν αρχιερέως φιλολόγου θα αναφερθώ παραδειγματικά σε θέματα από τη θύραθεν και την καθ᾽ ημάςπαιδεία, χωρίς να θεωρώ τις δύο αυτές πλευρές αναγκαστικά ισότιμες και συγκρίσιμες. Βέβαια δεν αγνοώ τις φυγόκεντρες τάσεις, που δεν νοιάζονται καθόλου για τη συσχέτιση των δύο αυτών πλευρών. Όμως ποιες είναι σπουδαιότερες πηγές της παιδείας αυτού του λαού από τις αξίες του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού; Ας επιτρέψουμε λοιπόν στον εαυτό μας να μην πάψει να ερευνά και να εντρυφά στα νάματα αυτά του πολιτισμού της ψυχής, αφού όσο είμαστε εν σαρκί θα βιώνουμε τη σχέση ανάμεσα στις δύο πηγές της παιδείας μας και της ταυτότητάς μας- την αλληλοδιείσδυση ή την αντιπαλότητά τους.
Αλλά επειδή «μεγέθους ἐστίν ὁ Χριστιανισμός»[iii], σπεύσε να ομολογήσεις την υπεροχή του, βλέποντας πως λειτουργούν τα πράγματα μέσα σου και στην ψυχή του λαού σου. Πράγματι «οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην», και ας φαντασιοκοπούν κάποιοι ποιητές μας- μαζί και οι νεοπαγανιστές. «Ὁ κόσμος χτίζουν ἐκκλησιές» και η κυρά η Παναγιά προεξάρχουσα των αγγέλων και των αγίων σκέπει ακόμη με το μαφόρι της τη χώρας μας, αν και γίναμε θύματα του καταναλωτισμού, της φιληδονίας και της εγωπάθειας (όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει ακόμη και από τις στατιστικές).
Μερικές δεκαετίες πριν, η γιαγιά η Λωξάντρα (στο γνωστό αφήγημα της Μαρίας Ιορδανίδου) έλεγε στη ρύμη του λόγου χρυσοστομικά αποφθέγματα: «πλούσιος ἐστίν ὁ ὀλίγοις ἀρκούμενος». Θυμάμαι αναλογικά ρητά της γιαγιάς μας, όπως το «να τρως και να πεινάς και να πίνεις και να διψάς»… Ο κεραμίστας Πάνος Βαλσαμάκης διηγόταν για την πατρίδα του, το Αϊβαλί, ότι «όταν περνούσε γυναίκα έγκυος μπροστά από τα καφενεία, οι άντρες προσηκωνόμαστε»… Ποιος τούς τα᾽ μαθε αυτά;… Δεν χρειάζεται συλλογιστικά ή με εμπειρική έρευνα να αποδείξουμε ότι πολύ μεγάλο μέρος της λαϊκής παιδείας έχει εκκλησιαστικές καταβολές και επομένως η Εκκλησία αποτελεί έναν από τους μεγάλους ταμιευτήρες της.
Σημαντικό μέρος επηρεάζεται ασφαλώς από το σχολείο (που φαίνεται ότι επιδρά έμμεσα και στους αγραμμάτους), αν και, όπως παρατηρείται από πολλούς, τις τελευταίες δεκαετίες δίνεται έμφαση στις ταχύτατα αυξανόμενες γνώσεις εις βάρος της αγωγής και την πνευματικής καλλιέργειας.
Και άλλοι θεσμοί της πολιτείας παρέχουν παιδεία: ο στρατός, τα δικαστήρια, τα νοσοκομεία, το θέατρο… Κάποτε το έργο εκάστου «τὸ πῦρ δοκιμάσει»[iv].
Και η φύση που μας περιέχει είναι κι αυτή σχολείο για μας, όσο κι αν την κακομεταχειριζόμαστε συνεχώς. Ακόμη, η παιδεία του λαούς μας δέχεται επιρροές από άλλους λαούς και πολιτισμούς, γειτονικούς ή μακρινούς, όπως γινόταν ανέκαθεν- σε μεγαλύτερο βαθμό ίσως σήμερα «που ο κόσμος έγινε ένα απέραντο ξενοδοχείο», όπως λέει ο ποιητής.
Είναι σπουδαίο να αισθάνεσαι την παιδεία που σου παρέχει η Εκκλησία και σε καλεί να την υπομένεις, γιατί ο Θεός μας φέρεται σαν παιδιά του[v]. Αν δεν τα καταφέρεις- άνθρωπος είσαι αδύναμος- υπάρχει και άλλος δρόμος: «παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου»[vi]. Κι αυτό καλό! Μέχρι να στραφούμε, να γίνουμε «ὡς τὰ παιδία»[vii].
Στο σημείο αυτό ανασυντάσσοντας τις σκέψεις μου, καθώς δεν είμαι θεολόγος, θυμήθηκα να ρίξω μια ματιά στον Παιδαγωγό του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως που δεν τον είχα διαβάσει ποτέ. Ο τίτλος του μου έδινε μια αίσθηση τυπικής πραγματείας… και με έκπληξη έπεσα επάνω σ᾽ ένα κείμενο εμβριθέστατο, που από την ιδιαίτερη οπτική του έβλεπε όλη τη θεία οικονομία. Καθώς μάλιστα ο συγγραφέας του είχε στις αποσκευές του πλούσια κλασσική παιδεία, είναι για ένα φιλόλογο-παιδαγωγό, όπως η περίπτωσή μου, κάτι πολύ δυνατό και λαμπρό. Είπα να σταματήσω το γράψιμο… Αν το συνέχισα είναι γιατί από την αρχή ήθελα να μιλήσω από την πλευρά του παιδαγωγούμενου. Πρόκειται για κάτι ανεξάντλητο, αφού ο καθένας μας έχει τις προσωπικές του εμπειρίες και όλες μαζί αποτελούν τεράστιο πλούτο.
Όσοι ευτύχησαν μέσα στην Εκκλησία να γνωρίσουν καλούς παιδαγωγούς και έναν αληθινό πατέρα κατανοούν την υιϊκή τους θέση απέναντι στον Θεό και αισθάνονται βαθιά ευγνωμοσύνη.
Η παιδεία της Εκκλησίας είναι «ανθρωπαγωγική»[viii], για όλες τις ηλικίες και τα επίπεδα. Δεν έχει μόνο παιδεμό και υπομονή, αλλά και χαρά και ελπίδα παραδείσου. Πρώτο και έσχατο μεγάλο μάθημα η επίγνωση της αφροσύνης και της έκπτωσής μου. Πόσο υπεύθυνος και ευρύχωρος γίνομαι μαθαίνοντάς το. Ταπεινούμενος, οδυρόμενος, στερούμενος, επαίτης του ελέους του Κυρίου, διαφεύγοντας διά πυρός και ύδατος εξέρχομαι εις αναψυχήν[ix]. Η έρημος ανθίζει, τα όρη αντιλαλούν ευφροσύνη[x]…. Ευτυχώς αυτή η παιδεία παρακολουθεί όλες τις φάσεις του βίου μας. Είναι πράγματι και κατ᾽ εξοχήν «διά βίου παιδεία»[xi]. Και αν σαν τα μυρμήγκια μετά από καταστροφές ξαναρχίζουμε από την αρχή, δεν πειράζει. Κερδίζουμε σε μετάνοια, σε πείρα, σε ειλικρίνεια, σε σταθερότητα, σε ανθρωπογνωσία, σε ευγνωμοσύνη. Γιατί, έχοντας αισθανθή την παιδεία ως ευεργεσία, φαίνεται να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το νόημα της ζωής.
Έτσι και η σχέση μας με τον κόσμο παίρνει μία ιδιαίτερη μορφή, αν – χωρίς να αφινόμαστε στην έλξη του- τον αντιμετωπίζουμε με τη δύναμη της αγάπης και της ευχής. Γιατί τι νόημα έχει η αποδοχή του ιεροκήρυκος Αγίου Νεκταρίου να μιλήσει στον Γυμναστικό Σύλλογο Κύμης για την αξία της γυμναστικής ή η επίσκεψη πνευματικού πατέρα στο μουσείο, όπου παρατηρώντας το χάλκινο άγαλμα, που θεωρείται ότι εικονίζει τον Δία ή τον Ποσειδώνα, ρωτούσε με νόημα τα πνευματικά του παιδιά: αυτό το άγαλμα το έπλασε κάποιος με άσχημη ή με ωραία ψυχή;
Μέσα στην Εκκλησία μαθαίνουμε να περνάμε από την εντολή «μὴ ἀγαπάτε τὸν κόσμον», γιατί «ὲν τῷ πονηρῷ κεῖται»[xii], στη νίκη του κόσμου, την «πίστη ἡμῶν»[xiii], στην απόλαυση των αγαθών του- «πάντα ημών εστίν»[xiv]- και τελικά στη σωτηρία του κόσμου, μετέχοντας στην αγάπη του Κυρίου, ο οποίος τόσο τον αγάπησε «ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοὺ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…»[xv]. Αλλά όλα αυτά κατορθώνονται, αν αξιωθούμε να γίνουμε «διδακτοὶ θεοῦ»[xvi]. Η άνεση, η ψυχική ευρυχωρία που δίνει η αγάπη είναι γεγονός, αλλά για να φθάσουμε ως εκεί απαιτούνται διάθεση, υπομονή κ.τ.τ.
Να τα γνωρίζεις αυτά, και μάλιστα εν νεότητός σου, είναι κάτι, αλλά όχι ακίνδυνο εάν δεν τα εφαρμόζεις παράλληλα («ὁ γνοὺς καὶ μὴ ποιήσας δαρήσεται πολλάς»[xvii]). Και έτσι όμως δεν κλείνει η θύρα. Η επιστροφή παραμένει πάντα δυνατή. Αυτήν προσμένει ο πατέρας μάλλον παρά την αναμαρτησία μας.

[i] Στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
[ii] Με τον όρο παιδεία εννοώ την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου όπως ασκείται σε διάφορα περιβάλλοντα: εκπαιδευτικά ιδρύματα, στρατό κ.λπ. και με ιδιαίτερο τρόπο στη ζωή της εκκλησίας.
[iii] Ιγνάτιος ο ΘεοφόροςΡωμ. 3.
[iv] 1 Κορ. 3,13.
[v] Εβρ. 12, 7.
[vi] Ιερ. 2,19
[vii] Ματθ. 18,3.
[viii] Δανείζομαι τον όρο από τον δάσκαλό μου και συνάδελφο Ιω. Μαρκαντώνη.
[ix] Ψαλμ. 65, 12.
[x] Ησ. 49, 13.
[xi] Ο όρος δηλώνει μια διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου.
[xii] 1 Ιω. 5, 19.
[xiii] 1 Ιω. 5, 4.
[xiv] 1 Κορ, 3, 22.
[xv] Ιω. 3, 16.
[xvi] Ιω. 6,45.
[xvii] Λουκ. 12, 47.
Πηγή: Θ. Παπακωνσταντίνου, «Παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος»,Κήρυγμα και Ευχαριστία, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009, σσ. 437-440.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΔΕΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΤΟΝ ΟΡΚΟ Του Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Βολουδάκη

1Το άρθρο που ακολουθεί εγράφη το  2009. Σήμερα είναι και πάλι επίκαιρο, μετά την πρόσφατη συνέντευξη Σεβ. Μητροπολίτου, ο οποίος υπεστήριξε την κατάργηση του ενώπιον των Κρατικών Αρχών όρκου. Οι δηλώσεις του Ιεράρχου έρχονται σε αντίθεση με την Πίστη της Εκκλησίας μας, η οποίαεκφράζεται και στο άρθρο μας με πολλά επιχειρήματα αλλά και με το στόμα του Αγίου Νεκταρίου. 
Η πρόσφατη ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα τού όρκου. Σε μια ενορχηστρωμένη από αντιχριστιανικούς κονδυλοφόρους προσπάθεια έγινε ευθεία επίθεση κατά τού ιερού έθους της ορκωμοσίας των μελών τού Ελληνικού Κοινοβουλίου και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση ενός θέματος που η Ορθοδοξία έχει επιλύσει τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος, που έχει χάσει την σχέση του με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, να επηρεασθή, να συγκατανεύση και εν τέλει να επιζητήση την κατάργηση τού όρκου.
 
Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη περίπτωση μιάς μεγάλης εφημερίδος της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, η οποία φιλοξένησε πολλά άρθρα κληρικών και λαικών με θέμα τον όρκο, στα οποία άρθρα όλοι, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, κατέληξαν στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι πρέπει να καταργηθή ο όρκος!

Το παράδοξο είναι ότι στην λογικοφανή βαττολογία ενεπλάκησαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους ή εν αγνοία τους (ο Θεός οίδεν) έγιναν “νεροκουβαλητές” της αντιχριστιανικής κουστωδίας!


Οι συζητήσεις περί τού όρκου χρονολογούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλοί δε Πνευματικοί δεν δίστασαν κατά το παρελθόν να επιβάλλουν μεγάλα πνευματικά επιτίμια σε χριστιανούς για το λόγο και μόνο ότι παρεστάθησαν σε δικαστήρια, αδιακρίτως τού άν ορκίσθηκαν αληθώς, εκλαμβάνοντες και μόνη την παρουσία του χριστιανού στο δικαστήριο ως πνευματικά αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν και οι Πνευματικοί με την αδιακρισία τους αυτή στο να πληθυνθή η ανομία στην πατρίδα μας και να γίνουν περισσότερο αδίστακτοι οι παντός είδους πονηρευόμενοι, αφού πλέον είχαν  την βεβαιότητα ότι οι χριστιανοί, εμποδιζόμενοι από τον όρκο, δεν θα διεκδικούσαν το δίκαιό τους στα δικαστήρια.

Το εντυπωσιακό είναι ότι την αθεολόγητη νοοτροπία τους υπέρ της καταργήσεως τού όρκου στηρίζουν  –όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι τού όρκου–  στην Αγία Γραφή, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό η Αγία Γραφή υποστηρίζει. 

Συγκεκριμένα, στηρίζονται αποκλειστικά στα λόγια του Χριστού, που παρατίθενται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στους στίχους 33 έως 37 του πέμπτου κεφαλαίου: «Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναί ναί, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρούεστιν». 

Αυτό το απόσπασμα των λόγων του Χριστού οπωσδήποτε εκφράζει με έμφαση ότι πρέπει να προσέχη διαρκώς οάνθρωπος τα λόγια του στις καθημερινές του συναλλαγές με τους συνανθρώπους του και να μη λησμονή ότι έχει ελλιπή πνευματική όραση, πράγμα που τον εμποδίζει να διακρίνη με απόλυτο τρόπο την αλήθεια από το ψεύδος. Δεν εξαντλεί, όμως, ο λόγος αυτός του Χριστού ολόκληρη την Αγία Γραφή ως προς το θέμα τού όρκου, διότι, το απόσπασμα αυτό, δεν είναι η μοναδική αναφορά της Αγίας Γραφής στο θέμα τού όρκου, ούτε περιέχει το απόσπασμα αυτό καθ’ εαυτό την ερμηνεία και τις προεκτάσεις  που θέλει ο Θεός να δώσει στο μέγα αυτό θέμα. Η ερμηνεία κάθε φράσεως της Αγίας Γραφής δίδεται με ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και όχι αυτοτελώς από την ίδια τη φράση. Ιδιαιτέρως δε πιστοποιείται ο νούς της Αγίας Γραφής με τις Πράξεις, δηλαδή την πρακτική των Αγίων Αποστόλων και την ερμηνεία τού Αγίου Πνεύματος, όπως αυτή φθάνει σε μας μέσα από «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου».

Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην εξαγωγή συμπερασμάτων, όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, αλλιώς κινδυνεύουμε να απολυτοποιήσουμε μια φράση εις βάρος του νοήματος του Θείου Λόγου. Όπως, παραδείγματος χάριν, εάν απολυτοποιήσουμε την προτροπή του Χριστού «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. 5,7) θα πρέπει να απενεργοποιήσουμε μέσα μας τη λειτουργία της «κρίσεως», η οποία, όμως είναι στοιχείο του«κατ’ εικόνα» που ελάβαμε από το Θεό. Άνθρωπος χωρίς «κρίση», είναι ένας άνθρωπος άνους που δεν μπορεί να ξεχωρίση τον λόγο του Θεού από τις συμβουλές του διαβόλου, που δεν μπορεί να διακρίνη το καλό από το κακό.

Το σωστό συμπέρασμα από την προτροπή αυτήν του Χριστού είναι ότι πρέπει να γνωρίζουμε πως είναι προτιμότερο να μη εκφέρουμε κρίση για τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα και τις προθέσεις τους, γιατί η κρίση των περισσοτέρων ανθρώπων δεν έχει βάθος, δεν γίνεται με πνευματική όραση αλλά είναι επιφανειακή και εμπαθής. Αυτό το επιβεβαιώνει οίδιος ο Χριστός λέγοντας μέςω του Ευαγγελιστού Ιωάννου στο κεφάλαιο 7, στ.24 «μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Συγχρόνως, μας αποκαλύπτει ο Χριστός, με τον ίδιο Ευαγγελιστή, σε άλλο σημείο, και μια άλλη διάσταση του ρήματος «κρίνω», που σημαίνει «καταδικάζω»: «Εάν τις μου ακούση τωνρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν· ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (12,47).Καί πάλι σε άλλο σημείο: «Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε·εγώ ου κρίνω ουδένα. Καί εάν κρίνω δε εγώ, η κρίσις ηεμή αληθής εστιν». (8,15-16)

Αυτά τα ίδια κριτήρια πρέπει να ισχύσουν και στην έρευνά μας για το θέμα τούόρκου, εάν θέλουμε να αντλήσουμε το πνεύμα τούαγίου Ευαγγελίου. Γιατί σαφώς το πνεύμα του Ευαγγελίου δεν είναι η κατάργηση των επιταγών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά η κατάργηση των αυθαιρέτων δοξασιών, με τις οποίες οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν επιφορτίσει και ουσιαστικά είχαν αλλοιώσει το Θέλημα και την Ποιμαντική του Θεού. Ο Χριστός δεν κατήργησε καμμιά, ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ  από τις προσταγές της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί ο Λόγος του Θεού δεν μετατρέπεται, ούτε τελειοποιείται και πολύ περισσότερο δεν καταργείται. Εξ άλλου αυτό το εδήλωσε απερίφραστα ο Χριστός για να μη έχουμε επ’ αυτού την παραμικρή αμφιβολία: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τούςΠροφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι»! (Ματθ. 5,17).

Γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να συλλαβίσουμε την Αγία Γραφή με τη βοήθεια των Αγίων μας, γιατί μόνο συλλαβίζοντάς την μπορούμε να αποφύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα.

Κάνοντας έναρξη τού αγιοσυλλαβισμού μας, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα κίνητρα όλων εκείνων  που συνδυασμένα πολεμούν για την κατάργηση τού όρκου από τη δημόσια ζωή του τόπου μας. Τα κίνητρα είναι προφανή: Ο αποχριστιανισμός της πατρίδος μας και όχι, βεβαίως, η περιφρούρηση του κύρους της Αγίας Γραφής, ούτε το όψιμο ενδιαφέρον αποχριστιανισμένων ανθρώπων για την περιφρούρηση της πνευματικής ακεραιότητος των χριστιανών! Είναι πασιφανές ότι ζητούν την κατάργηση τού όρκου για να εξαλειφθή κάθε αναφορά στον Θεό και για να εμποδισθή κάθε ανάμειξη του Θεού στη ζωή των ανθρώπων.

Ωστόσο, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και η μέθοδος που χρησιμοποιούν κάποιοι λόγιοι Κληρικοί –μεγαλόσχημοι και μικρόσχημοι– για να καταδικάσουν τον όρκο, χωρίς να τους απασχολή ότι, τελικά,συμπράττουν επί του πρακτέου με τους εχθρούς του Χριστού και της πνευματικής ζωής.

Δεν φαίνεται να τους απασχολούν τα αρνητικά Ποιμαντικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από την τυχόν κατάργηση του Δημοσίου όρκου, γιατί έχουν στρέψει εξ ολοκλήρου την προσοχή τους στην αποστήθιση και κωδικοποίηση της Θεολογίας και όχι στην βιωματική εφαρμογή της, από την οποία αντλούμε την βεβαιότητα για την αλήθεια ή την πλάνη των πιστευμάτων μας. Αν κάναμε τον κόπο να εξετάσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα των τάχα θεολογικών επιλογών μας, θα είχαμε διαπιστώσει ότι μεγάλο μέρος της διαφθοράς των σημερινών ανθρώπων  οφείλεται στις τάχα βαθυστόχαστες και τάχα Πατερικές θεολογικές μας θεωρίες και απόψεις!

Αν κάναμε τον κόπο να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής μας θα είχαμε διαπιστώσει ότι, με την τακτική που ακολουθούμε, όχι μόνο αδυνατούμε να διδάξουμε ως Ποιμένες τους πολιτικούς αλλά και αγόμεθα και φερόμεθα από αυτούς και, ουσιαστικά, οι πολιτικοί είναι αυτοί που μας καθορίζουν την Ποιμαντική μας και, κατά συνέπεια, και την Ποιμαντική του λαού μας. Αυτή είναι και ηεξήγηση του γιατί πολλοί Ποιμένες δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει στην πράξη ηαντικατάσταση της εν Ονόματι του Θεού διαβεβαιώσεως των Δημοσίων Λειτουργών με την διαβεβαίωση του καθενός στη ... συνείδησή του(!), ενώόλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες συνειδήσεις στις μέρες μας έχουν ταυτίσει απόλυτα το κακό με το καλό,αφούέχει γίνει πιά δημόσια αποδεκτό δόγμα ότι καλό είναι αυτό που εκφράζει και αρέσει στον καθένα!

Αυτή η υποτίμηση των ποιμαντικών αποτελεσμάτων λειτούργησε αρνητικά στους μέχρι σήμερα συνηγόρους της καταργήσεως τού όρκου και, παρ’ ότι είναι λόγιοι και συγγραφείς θεολογικών πραγματειών, αποφεύγουν συστηματικά, όταν διαπραγματεύονται το θέμα τούόρκου, να κάνουν διάκριση μεταξύ τού εφάμαρτου όρκου, που δίδεται σαν “ψωμοτύρι” στην καθημερινή συναλλαγή και συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων, και τού όρκου που δίδεται ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Έτσι, χρησιμοποιούν πληθύν Πατερικών εδαφίων, ιδίως τού Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που αναφέρονται αποκλειστικά στους εφάμαρτους όρκους, που ανταλλάσουν καθημερινά μεταξύ τους οι χριστιανοί, πράγμα το οποίο βεβαίως και πρέπει να καταδικάζουμε όλοι, διότι αποτελούσε και αποτελεί μάστιγα της πνευματικής ζωής και κατάρα για την ψυχή και τη συνείδηση τούανθρώπου. Τέτοιου είδους όρκοι δεν έχουν καμμιά θέση στη ζωή του χριστιανού, διότι δεν πρέπει να ενδιαφέρη τον αληθινό χριστιανό ποιός θα τον πιστέψη στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις ή συναλλαγές του, αφού οιανθρώπινες σχέσεις δεν δημιουργούνται με ορκωμοσίες, αληθινές ή ψεύτικες, αλλά με απόλυτη εμπιστοσύνη τούενός στην πνευματική και ηθική ακεραιότητα τού άλλου. Εξ άλλου, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπολογίζουμε το εάν και κατά πόσον οοποιοσδήποτε μας πιστεύει ή μας αμφισβητεί, γιατί ο χριστιανός πρέπει να υπολογίζη την επικοινωνία και τη σχέση μόνο με τους ανθρώπους εκείνους που αρκούνται στο «ναί ναί» και στο «ου ου».

Εάν, λοιπόν, εξακολουθήσουμε να συναγωνιζόμαστε στις παραθέσεις Πατερικών κειμένων, αντιπαραθέτοντες και κείμενα  που δεν απαγορεύουν τον όρκο αλλά τον ευνοούν, όπως λόγου χάριν διαβάζουμε στα Θεολογικά Έπη τού Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι «όρκος πίστωσις εμμέσω (=με τη μεσολάβηση) Θεώ· τούτου δε τήρησίς τις η ευορκία (= ο αληθής όρκος)» και ότι ηΑγία Γραφή «ου τον όρκον καταλύει, ζητεί δε τ’αληθή», τότε θα κάνουμε παράλληλες συζητήσεις χωρίς να αγγίξουμε την ουσία του θέματος που δεν είναι γενικά ο όρκος αλλά ο όρκος ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Άρα, για να συνεννοηθούμε μέσα στο πνεύμα της Αγίας Γραφής πρέπει να περιορισθούμε αυστηρά στον όρκο ενώπιων των Δημοσίων Αρχών και να μη αναμειγνύουμε στη συζήτησή μας τους καθημερινούς όρκους μεταξύ των ανθρώπων, που δίδονται “στο πόδι” ή “στην καρέκλα”, στην προσπάθεια για την μεταξύ τους επιβεβαίωση της αξιοπιστίας τους.

Ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών επέχει θέση ομολογίας πίστεως. Διακηρύσσει ενώπιον ανθρώπων –που έχουν ή δεν έχουν δεσμούς με τη χριστιανική πίστη– ότι οορκιζόμενος αυτοδεσμεύεται με με μεγαλύτερους περιορισμούς από αυτούς που απαιτεί η κρατική νομοθεσία, δεδομένου ότι με την ορκωμοσία αυτή μαρτυρεί ότι δεσμεύει τον εαυτό του –πέραν των δεσμεύσεων των νόμων του Κράτους– και με την πνευματική δέσμευση του Νόμου του Θεού.

Η ομολογία πίστεως είναι και τεκμήριο αξιοπιστίας για εκείνους που δεν γνωρίζουν προσωπικά τον ομολογούντα αλλά είναι και μία πνευματική ευκαιρία τούομολογούντος να συνειδητοποιήση ότι, ορατά μεν ομολογεί ενώπιον ανθρώπων, κατ’ ουσίαν όμως ομολογεί ενώπιον του Θεού, πράγμα το οποίο τον βοηθεί να ανοίξη το στόμα του μετά συνέσεως και να περιορισθή εις «μόνην την αλήθειαν». Εάν ο επισήμως διδόμενος όρκος δεν ήταν μυσταγωγία και πράξη ποιμαντικής, που βοηθάει πνευματικά τον άνθρωπο, δεν θα μας έδιδε πρώτος το παράδειγμα της ορκωμοσίας ο Ίδιος ο Θεός με το να ορκισθή στον ίδιο τον Εαυτό Του, αφού δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να ορκισθή: «Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται. Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».(Ψαλμ. 109(110),3). Αυτός ο όρκος–διαβεβαίωση του Θεού επιβεβαιώνεται και με τον Ψαλμό 130(131): «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν» (στ.11).

Ο Απόστολος Παύλος μας αναλύει τα λόγια αυτά στην προς Εβραίους επιστολή του: «Τω γαρ Αβραάμ επαγγειλάμενος ο Θεός, επεί κατ’ ουδενός είχε μείζονος ομόσαι, ώμοσε καθ’ εαυτού ... άνθρωποι μεν γαρ κατά του μείζονος ομνύουσι, και πάσης αυτοίς αντιλογίας πέρας εις βεβαίωσιν οόρκος εν ω περισσότερον βουλόμενος ο Θεός επιδείξαι τοις κληρονόμοις της επαγγελίας το αμετάθετον της βουλής αυτού, εμεσίτευσεν όρκω, ίνα διά δύο πραγμάτων αμεταθέτων, εν οις αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος». (6,13-18)

Ομοίως και ο Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στην ομολογία του Δαυίδ για τη σάρκωση του Θεού λέγει ότι «Προφήτης ουν υπάρχων και ειδώς ότι όρκω ώμοσεν αυτώο Θεός εκ καρπού της οσφύος Αυτού το κατά σάρκα αναστήσειν τον Χριστόν καθίσαι επί του θρόνου Αυτού». (Πράξεις 2,30)

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δεν αρκείται μόνο στο να αναφέρεται στον όρκο του Θεού αλλά κάνει και οίδιος πολλές φορές χρήση τού όρκου-ομολογία, διαβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους πιστούς μέσω των Επιστολών του: «μάρτυρα τον Θεόν επικαλούμαι επί την εμήν ψυχήν» (2Κορ.1,23),«μάρτυς γαρ μου εστιν ο Θεός, ω λατρεύωεν τω πνεύματί μου» (Ρωμ.1,9),"μάρτυς γαρ μου ο Θεός ότι επιποθώ υμάς" (Φιλιπ.1,8),«ούτε γαρ ποτε εν λόγω κολακείας εγεννήθημεν, καθώς οίδατε, ούτε εν προφάσει πλεονεξίας, Θεός μάρτυς»(2Θεσ.2,5)

Την παράδοση της ορκωμοσίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ως ομολογίας Πίστεως και κατά συνέπειαν και ως βεβαίωση αξιοπιστίας παρέλαβε η Εκκλησία μας και καθώρισε το Τυπικό της ορκωμοσίας των Αυτοκρατόρων της Ρωμαιοσύνης, παράδοση η οποία διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας για την ορκωμοσία των Πολιτικών Αρχών.

Σαν επιβεβαίωση τούότι τα όσα έγραψα δεν αποτελούν  αυθαίρετες δικές μου κατασκευές, επικαλούμαι ως μάρτυρα τον μεγάλον άγιόν μας, τον άγιον Νεκτάριον, ο οποίος έζησε στην εποχή μας, εποχή που ίσχυε ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών. Γράφει στο βιβλίο του «Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις»,ερμηνεύοντας την εντολή τού δωδεκαλόγου, «Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω...»με το φως της Καινής Διαθήκης, με το Φως των λόγων του Χριστού:

«Τι απαγορεύει η εντολή αύτη;
-Απαγορεύει να αναφέρωμεν το όνομα του Θεού εν παντί λόγω προς πίστωσιν της αληθείας του λόγου ημών, ως ανάξιον προς το θείον μεγαλείον. Αλλ’ όταν η επίκλησις του θείου Ονόματος γένηται προς δόξαν Θεού, προς αίνον και ευχαριστίαν, ουδεμία υπάρχει απαγόρευσις· διότι σκοπός της απαγορεύσεως ήτο η ευλάβεια προς το θείον όνομα.

Τίνες παραβαίνουσι την εντολήν ταύτην;
- α) Οι βλάσφημοι, β) οι ψεύδορκοι και επίορκοι και γ) οι ψευδοπροφήται.

Κατά την εντολήν ταύτην επιτρέπεται ο όρκος;
-Μάλιστα·ο αληθής όρκος ο λαμβανόμενος επί βεβαιώσει ζητουμένης αληθείας ενώπιον της Προισταμένης αρχής επιτρέπεται· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ου μόνον ουδεμία ανευλάβεια επιδεικνύεται εκ της λήψεως του θείου Ονόματος προς βεβαίωσιν και πίστωσιν της της αληθείας, αλλά μάλιστα ευλάβεια μεγίστη επιδεικνύεται υπό πάντων κατά την προφοράν του θείου Ονόματος, εγειρομένων και μετά θρησκευτικής ευλαβείας ακροωμένων του θείου Ονόματος. Όθεν επειδή ο διδόμενος όρκος φέρει χαρακτήρα θρησκευτικόν και επιδεικνύει ευλάβειαν και τιμήν προς το θείον Όνομα επιτρέπεται· δέον όμως να γίνηται πάντοτε μετά θρησκευτικής ευλαβείας, μετά καθαράς συνειδήσεως, εν φόβω Θεού, και μετά πάσης ειλικρινείας, διότι ουαί τοις λαμβάνουσι το Όνομα του Θεούεπί ματαίω χάριν ωφελείας και ιδιοτελείας, και κλοπής και αρπαγής, και των λοιπών πονηρών σκοπών.»

Πιστεύω ότι ο άγιος Νεκτάριος τα είπε όλα...

       π. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
      «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»Νοέμβριος 2009
Αριθμ. Τεύχους 89

«ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΦΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ»

15Δεν γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, όμως γνωρίζουμε ποιος κρατάει το μέλλον!
“Πλησίασα τον άνθρωπο στην πύλη του χρόνου και του είπα: “Δώσε μου ένα φως για να βλέπω στο δρόμο μου”.

Αυτός όμως μου είπε: “Βάλε το χέρι σου μέσ’ την παλάμη του Θεού, και Αυτός θα γίνει για σένα κάτι περισσότερο από φως και καλύτερος από ένα γνωστό μονοπάτι!”

Αυτά που πρέπει να γνωρίζουμε μας τα λέει, και μερικές φορές αυτά που θέλουμε να γνωρίσουμε μας τα λέει... όμως τον περισσότερο καιρό Αυτός ρίχνει ένα πέπλο πάνω στο μέλλον έτσι ώστε να είναι γνωστό μόνο σε Αυτόν.

-Και αυτό μας βοηθάει πράγματι να παραμείνουμε κοντά στον Κύριο!

Αυτός υποσχέθηκε να μη μας αφήσει ποτέ ούτε και να μας εγκαταλείψει ποτέ, επειδή, «Ιδού,» λέει, «Εγώ είμαι μεθ’ υμών, πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος!» (Ματθ. 28:20)

Και μας έδωσε τον πυρσό του Λόγου Του να μας δείχνει που πηγαίνει το μονοπάτι μας. Μπορούμε πάντα να ρίχνουμε το Φως του Λόγου του Θεού στο δρόμο μας μπροστά επειδή η Γραφή λέει, «Λύχνος εις τους πόδας μου είναι ο Λόγος Σου, και φως εις τας τρίβους μου.» (Ψαλ. 119:115)

“Πολλά πράγματα για το αύριο, δε νομίζω να τα καταλαβαίνω καλά, όμως ξέρω Ποιος βαστά το αύριο, Και ξέρω Ποιος το χέρι μου κρατά!

Έτσι αν με ήρεμη και απαλή φωνή, Αυτός μου πει για που να πάω, μεε το χέρι μου από Αυτόν θα κρατηθώ, και θα του πω, Θεέ μου μαζί Σου προχωράω!” 

Το μεγαλείο του ανθρώπου ως ναός του Θεού - π. Ζαχαρίας του Έσσεξ

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...