Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2013

Υπομονή: Το κλειδί για όλες τις κλειδαριές


Σε κάθε εποχή, ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα, «υπομονής έχομεν χρείαν». Την χρειαζόμαστε όλοι μικροί και μεγάλοι, σοφοί και απλοί άνθρωποι. Έχουμε ανάγκη από τη δύναμή της, αφού η όποια δυσκολία ή πειρασμός στη ζωή που υποτάσσεται στην υπομονή ξεπερνιέται  με αυτή. Η υπομονή είναι το θαυμαστό κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες του ακατόρθωτου και εγγίζει υψηλούς στόχους. Είναι η τέχνη της ελπίδας. «Ο υπομονετικός πάσης αρετής εφάπτεται», ενώ «ο μη έχων υπομονήν, πολλάς ζημίας υφίσταται» λέγει ο άγ. Εφραίμ ο Σύρος.

Ο αγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος την προσδιορίζει ως «βασίλισσα των αρετών και θεμέλιον των γενναίων πράξεων, ακύμαντο λιμάνι, ειρήνη στον καιρό του πολέμου, γαλήνη μέσα στην τρικυμία, ασφάλεια στα κακόβουλα σχέδια των εχθρών…».

Η υπομονή στην καθημερινότητα μας κλείνει το στόμα στα παράπονα κι ανοίγει την καρδιά στην προσευχή.

Ο πολύαθλος Ιώβ, ο Αβραάμ και όλοι οι αθλητές την υπομονής προτρέπουν τον καθένα μας:

«Να περιμένεις, κι ας κυλάει βουβά το δάκρυ.

 Να υπομένεις, κι ας στέκεις χρόνια σε κάποια άκρη.

 Να υπομένεις, να υπομένεις…».

«Οίσθα σαφώς ότι υπομονής ίσον ουδέν» (Ι. Χρυσόστομος)

Γιατί «του πόνου το ψωμί όποιος δεν γεύτηκε και που δεν ξαγρύπνησε με κλάμα, παντέχοντας την μέρα για να φέξει, αυτός δεν σας γνώρισε, ω ουρανοί» (Γκαίτε).

Στη ζωή μας επιδιωκόμενοι υψηλοί στόχοι, αλλά και κόποι κι επιστημονικές έρευνες και δυσκολίες, και δεινές περιστάσεις και θλίψεις και φτώχεια και πειρασμοί, προκαλούν για την μέχρι τέλους υπομονή. «Υπομονής έχομεν χρείαν αφορώντες εις τον της πίστεως Αρχηγόν»….

          Και βέβαια όταν μιλούμε για χριστιανική υπομονή, δεν εννοούμε μια παθητική αντιμετώπιση, ένα είδος στωικής στάσεως, παραιτήσεως από τις ευθύνες και αιτήματα, αδιαφορία για κοινωνική δράση. Ο Χριστός μας καλεί να μάθουμε από Αυτόν, ο οποίος είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία» τη βαθειά εσωτερική υπομονή, ώστε να βρούμε την ειρήνη και την ισορροπία στις ψυχές μας.

Δεν συνιστά αδυναμία χαρακτήρος η χριστιανική υπομονή….εγγυάται την ασφάλεια της πορείας. Η καρτερική υπομονή με την ήρεμη επιμονή ανοίγει περάσματα σε πολλά αδιέξοδα…».

          «Μεγάλο πράγμα η υπομονή. Αχ! Μας την έπεμψε ο Θεός. Κλεί θησαυρούς κι εκείνη» (Διον. Σολωμός».



 Πηγή: «Η Δράση μας» , Απρίλιος 2013, τ. 508

Η Άλωση του 1204 και οι συνέπειες της π. Γεώργιος Μεταλληνός


Αναφερόμενος στη Δ’ Σταυροφορία ο Η. Gregoire μιλεί για «αίσχος της Δύσεως», ο Colin Morris παρατηρεί ότι «the Latin capture of Constantinople was a disaster for Christendom», ο δε St. Ranciman, στο κλασικό έργο του για τις Σταυροφορίες, δεν διστάζει να γράψει, ότι «δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τη Δ’ Σταυροφορία». Είναι γεγονός ότι η συμπεριφορά των σταυροφόρων μετά την άλωση της Πόλης (13.4.1204) τεκμηριώνει αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Οι Φράγκοι «χριστιανοί» διέπραξαν ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλάτησαν και διήρπασαν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων του κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά τη συμφωνία, και ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ (1198-1216). Το χειρότερο: πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανοραπόδισαν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της. Μόνο την πρώτη ημέρα δολοφονήθηκαν 7.000 κάτοικοι. Ιδιαίτερα όμως στόχος των σταυροφόρων ήταν ο ορθόδοξος Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης (Ιωάννης Γ΄) μόλις μπόρεσε, ανυπόδυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, σε πρωτοφανείς σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός κλήρος. Επί πολλά χρονιά τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς από την Πόλη στη Δύση, Οπού ακόμη και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Βασικός τόπος συγκέντρωσης των διαρπαγέντων θησαυρών ο ναός του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους «βυζαντινούς» θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.
Η συμπεριφορά όμως των εισβολέων σταυροφόρων αποκάλυψε στους ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το μεγάλο εκκλησιαστικό σχίσμα (1054). Βαθύτερα ίχνη από την ίδια την καταστροφή της «πόλεως των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων. Για τους Ρωμηούς ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο, ότι η Δ’ σταυροφορία στόχευε απ’ αρχής στη διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). Οι δυτικές, μάλιστα, πηγές ρίχνουν το βάρος στην εκκλησιαστική πλευρά του θέματος. Την καταστροφή της Κωνσταντινούπολης βλέπουν ως τιμωρία των «αιρετικών» Γραικών, που ήταν «ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους». Την άλωση της Πόλης αποτιμούν ως «νίκη της χριστιανοσύνης». Οι «Βυζαντινοί» εξ άλλου συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204 ουσιαστικός εχθρός τους ήταν οι Λατινοφράγκοι, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η παράδοση του Γένους. Έτσι, διαμορφώθηκε και υποστασιώθηκε η στάση των ανθενωτικών, που προέκριναν την (πρόσκαιρη) συνεργασία με τους Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας ενσυνείδητα μεταξύ των δύο κακών. Είναι η συνείδηση, που θα εκφρασθεί θεολογικά -και αναντίρρητα- το 18ο αιώνα από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πώς τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…». Ο άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς.
Μαζί με την κατάληψη της Πόλης οι σταυροφόροι συμφώνησαν (κάτω από τα τείχη της υπογράφθηκε η συνθήκη) την ίορυση φραγκολατινικού Κράτους Κωνσταντινουπόλεως και το διαμελισμό της αυτοκρατορίας (partition Romaniae ήταν ο σχετικός όρος, στον οποίο σώζεται το αληθινό όνομα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: Ρωμανία). Όλες οι ενέργειες όμως των φράγκων κατακτητών προϋπέθεταν την αδιάστατη συνάφεια πολιτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων, κάτι που κυριάρχησε και στη λατινική Δύση και στη ρωμαίϊκη Ανατολή ως τους τελευταίους αιώνες. Έτσι, μετά την εκλογή αυτοκράτορα (κόμης Βαλδουίνος της Φλάνορας) διορίστηκε και λατίνος Πατριάρχης, ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι. Παράλληλα δε με την ίορυση των φραγκικών ηγεμονιών σ’ όλη την έκταση του ιστορικού ελληνικού χώρου ιορύθηκαν και λατινικές εκκλησιαστικές περιφέρειες, με ιεραρχία παπική. Έτσι, οι αφορμές συγκρούσεως φράγκων κατακτητών και ελληνορθόδοξων υποδούλων είχαν πια διττή πηγή, και πολιτική, αλλά κυρίως εκκλησιαστική. Η εγκαθίορυση λατινικής ιεραρχίας σ’ ολες τις φραγκικές ηγεμονίες επεδίωκε την υποταγή των ορθοδόξων πληθυσμών στην αυθεντία του παπικού θρόνου και των φράγκων ηγεμόνων.
Ο παπικός θρόνος, είναι γεγονός, στο πρόσωπο του μεγαλεπήβολου πάπα Ιννοκεντίου Γ’, επεδίωξε με τη φραγκική επικράτηση και τη διεύρυνση των πολιτικών ερεισμάτων του στην Ανατολή, ως και την άμεση υποταγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον πάπα της Ρώμης. Αυτός άλλωστε ήταν ο αμετάθετος σκοπός του παπισμού μετά το σχίσμα. Την υποταγή εξ άλλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον πάπα είχε υποσχεθεί ο διεκδικητής του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως Αλέξιος, γιος του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Ισαακίου Β’ Αγγέλου (1195-1204), ζητώντας τη βοήθεια του πάπα. Ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος υποστήριξε την εκλογή του Θωμά Μοροζίνι ως πρώτου λατίνου πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως και πνευματικού ηγέτη της λατινικής αυτοκρατορίας. Αλλά και ο λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουίνος έγινε αυτοβούλως υποτελής του πάπα Ρώμης, ο οποίος από την πλευρά του ως αντίδωρο προσέφερε τη στήριξη του στο νέο αυτοκράτορα. Μεγαλύτερη αξία, έτσι, από τη λεία είχε για τον πάπα και το κράτος του η επιβολή του λατινικού κύρους στην Ανατολή. Διοργανώθηκε γι’ αυτό η λατινική ιεραρχία κατάλληλα, ώστε να διεξαγάγει τελεσφόρο αγώνα για τη μεταστροφή και υποταγή των Ορθοδόξων. Οσοι δεν ανεγνώριζαν το λατίνο αυτοκράτορα και τη λατινική Ιεραρχία χαρακτηρίζονταν σχισματικοί.
Την διοργάνωση του αγώνα για την υποταγή της Ορθόδοξης Ανατολής στόν πάπα ανέλαβαν παπικοί Λεγάτοι (αντιπρόσωποι του πάπα). Η πνευματική αυτή εκστρατεία επέφερε αναστάτωση στην ορθόδοξη Ιεραρχία. Πολλοί ορθόδοξοι ιεράρχες κατέφυγαν στα τρία νέα ελληνικά κράτη (Νικαίας, Τραπεζούντας και Ηπείρου). Οι παραμείναντες στους θρόνους τους ορθόδοξοι ιεράρχες ζούσαν κάτω από συνεχείς πιέσεις, για να υποταγούν στόν παπικό θρόνο, στις κενές δε η χηρεύουσες θέσεις εχειροτονούντο λατίνοι. 22 αρχιεπισκοπές (μητροπόλεις) και 56 επισκοπές προσαρτήθηκαν στο λατινικό Πατριαρχείο Κων/λεως, χωρίς ομως ποτέ να δηλώσουν υποταγή στόν πάπα. «Η επιβολή ομως της Φραγκοκρατίας στα εδάφη της αυτοκρατορίας… κατέστη νέο ερέθισμα γενικότερων συγκρούσεων των τοπικών πληθυσμών προς τους κατακτητές της Δύσεως».
Ο Ιννοκέντιος στη σύνοδο του Λατερανού (1215), για να αντιμετωπίσει την ορθόδοξη αντίσταση και να διευκολύνει την υποταγή ευρύτερων μαζών στο παπικό δόγμα, εφεύρε τον καταχθόνιο θεσμό της Ουνίας. Ο θεσμός δε της Ουνίας, που ως πολιορκητική μηχανή και «δούρειος ίππος» επικράτησε αργότερα σε περιοχές της Ορθόδοξης Ανατολής, παραμένει μέχρι σήμερα ουσιαστικό εμπόδιο στο διάλογο Ορθοδοξίας-Ρωμαιοκαθολικισμού και σοβαρότατο εμπόδιο στο ορόμο της ένωσης. Αρνητικά όμως η ουνιτική επέλαση στην Ανατολή (μέσω του ιησουίτικου Τάγματος) βοήθησε στην αφοσίωση του λαού στην Ορθοδοξία. Η Σύνοδος έκαμε δεκτή τη διατήρηση των εκκλησιαστικών εθίμων των Ορθοδόξων, ζητώντας από αυτούς μόνο την αναγνώριση του παπικού πρωτείου (και ευρύτερα του παπικού θεσμού) και την υποταγή, έτσι, στόν παπικό θρόνο. Η τακτική αυτή προκάλεσε μεγαλύτερες και οξύτερες αντιθέσεις.
Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές απέβη πράγματι τραγική. Όσοι ιεράρχες δεν εξεδιώχθησαν και παρέμειναν στις επισκοπές τους στερήθηκαν της εκκλησιαστικής γης, που άρπαξαν οι Λατίνοι, και έχασαν κάθε ελευθερία, ώστε η διαποίμανση να καθίσταται, αν οχι αδύνατη, δυσχερέστατη. Κατά τον αείμνηστο καθηγητή Γεράσιμο Κονιδάρη όσοι ορθόδοξοι ιεράρχες έφευγαν από τις λατινοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν αρνητικά υπηρεσία στην Ορθοδοξία, διότι «δεν παρέσχον εις τους Λατίνους την ευχαρίστησιν να υποτάξωσιν αυτούς». Στίς περιοχές που εισέβαλε ο λατινικός κλήρος, λίγο μετά το 1204 άρχισε να λειτουργεί ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων («Μέγας Πρωτοπαπάς») ως επί κεφαλής του ορθοδόξου πληρώματος, χωρίς όμως δικαίωμα χειροτονιών, αφού δεν ήσαν επίσκοποι. Έτσι, ταπεινώθηκε ο ορθόδοξος κόσμος ακόμη περισσότερο, μολονότι οι Πρωτοπαπάδες σχεδόν στο σύνολο τους ανταποκρίθηκαν με ζήλο και συνέπεια στο έργο τους (π.χ. Επτάνησα, Κρήτη κ.λπ.). Ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων διευκόλυνε τη λύση και άλλων σοβαρών προβλημάτων. Ο Ιννοκέντιος λ.χ. για τη διατήρηση ορθοδόξων ιεραρχών στους θρόνους τους έθεσε όρους: α) Νά ερωτώνται, αν δέχονται τον πάπα ως κεφαλή, ειδ’ άλλως να καθαιρούνται και την έδρα τους να καταλαμβάνει λατίνος «επίσκοπος», β) Στην αρχή της λατινοκρατίας οι παραμένοντες επίσκοποι έπρεπε να μυρωθούν, γρήγορα όμως αποσύρθηκε ο όρος αυτός, γ) Ο λατίνος πατριάρχης Κων/λεως έλαβε το δικαίωμα από τον πάπα να χειροτονεί ορθοδόξους ιεράρχες σε περιοχές Ορθοδόξων και, αν δεν γινόταν αυτό δεκτό, τότε να χειροτονούνται Λατίνοι, δ) Επειδή οι ναοί παραδόθηκαν στους Λατίνους, ο λαός αναγκαζόνταν πολλές φορές να κοινωνεί στη λατρεία μαζί τους. Όπως δε έχει αποδειχθεί, η λατρειακή αυτή «κοινωνία» Ορθοδόξων με Λατίνους γινόταν, κατά κανόνα, αναγκαστικά και δεν μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη ενέργεια και επιλογή των Ορθοδόξων, ώστε να μιλούμε για «μυστηριακή διακοινωνία» (intercommunio).
Βέβαια, η παρουσία της Χάρης και Αγάπης του Θεού για τους πιεζόμενους Ορθοδόξους είναι σε πολλές περιπτώσεις χειροπιαστή. Έτσι, οι Λατίνοι Επίσκοποι με τη φεουδαρχική νοοτροπία τους, κατά κανόνα λίγο έμεναν στόν τόπο της επισκοπής τους, όπως λ.χ. στην Κρήτη, πήγαιναν δε εκεί μόνο για την είσπραξη των εισοδημάτων τους. Είναι, εξ άλλου, βέβαιο, ότι οι κληρικοί, που ο Πάπας έστελνε στην ορθόδοξη Ανατολή, δεν ήταν κατά το πλείστον οι καλύτεροι, ακόμη και στο θέμα της παιδείας, και γι’ αυτό η επιρροή τους στόν ορθόδοξο πληθυσμό έμενε πολύ περιορισμένη. Οι ορθόδοξοι πληθυσμοί έμειναν πιστοί στην εκκλησιαστική ηγεσία τους (Οικουμενικό Πατριαρχείο), που εύρισκε ποικίλους τρόπους για να επικοινωνεί με το πλήρωμα και να το συγκρατεί ποιμαντικά στην παράδοση του. Ιδιαίτερα οι Βενετοί φρόντιζαν να διορίζουν δικούς τους κληρικούς, λόγω της αντίθεσης της Βενετίας με τη Ρώμη και τον πάπα, αλλά και του εθνικιστικού πνεύματος της Γαληνοτάτης («πρώτα βενετσιάνοι και μετά χριστιανοί»). Ο λαός στην πλατειά διαστρωμάτωση του δύσκολα επηρεαζόταν από το λατινικό στοιχείο, αυτό δε ίσχυε ακόμη και για το «αρχοντολόϊ», ελάχιστα μέλη του οποίου προσεχώρησαν καθαρά στο λατινισμό, ενώ τα περισσότερα ανέπτυσσαν πολιτική και διπλωματική εξαπάτηση των Ενετών και των Λατίνων, με σημαντική μάλιστα επιτυχία. Οι περισσότεροι των σημερινών Ρωμαιοκαθολικών της Ελλάδος είναι απόγονοι λατινικών οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν στην Ανατολή, όπως φαίνεται και από τα επώνυμα τους.
* * *
Κλείνοντας τη σύντομη αυτή αναδρομή, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποιες συμπερασματικές διαπιστώσεις:
α) Όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Βλάσ. Φειδάς: «Οι συνέπειες της αναπόφευκτης αυτής εκτροπής των σταυροφοριών υπήρξαν οδυνηρές για τις σχέσεις των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, αφού αφ’ ενός μεν αλλοιώθηκε ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας των σχέσεων, αφ’ ετέρου δε φορτίσθηκε το σχίσμα με τις ποικίλες πολιτικό-κοινωνικές αντιθέσεις των Βυζαντινών έναντι οποιασδήποτε δυτικής παρουσίας στην Ανατολή». Ο μέσος Ρωμηός γρήγορα θα συνειδητοποιήσει την τεράστια σημασία της α’ αλώσεως της Πόλης και της διαλύσεως της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης. Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατινοφράγκων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Μόνο οι ενωτικοί θα συμπαθούν την Παλαιά Ρώμη. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επί μέρους εθνοτήτων της αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας (καταγωγής) με την εμφάνιση ενός πρώϊμου εθνικισμού. Ο τραυματισμός δε του εθνικού γοήτρου θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο για την ανάκτηση της Κων/λεως και ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Αυτή την ιδέα θα ενστερνισθεί και θα καλλιεργήσει με διάφορες παραλλαγές, ιδιαίτερα ο εκκλησιαστικός χώρος.
β) Το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, που άνοιξε με το σχίσμα του 1054, έγινε τώρα αγεφύρωτο. Οι Φράγκοι απέδειξαν ότι δεν επιβουλεύονται μόνο τη ζωή μας, αλλά κάτι πολυτιμότερο: την ίδια την πίστη μας (Πατρο-κοσμάς).
γ) Γι’ αυτό απέτυχαν όλες οι ενωτικές προσπάθειες των αυτοκρατόρων της Νέας Ρώμης από τον ΙΑ’ ως το ΙΔ’ αιώνα, αποκρούσθηκε δε με τόσο πάθος η ενωτική σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39). Η δυσπιστία δε έναντι του παπισμού, και γενικότερα της χριστιανικής Δύσεως, συνεχίσθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας και Ενετοκρατίας, για να φθάσει μέχρι σήμερα, ως συνείδηση, που μπορεί να εκφράσει το ελαφρά παρηλλαγμένο απόφθεγμα: «Timeo Latinos et dona ferentes»!
δ) Οι σταυροφορίες, και κυρίως η τέταρτη, με την αποσύνθεση και διάλυση της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, έδωσαν έμμεσα ώθηση στην ανάπτυξη και ενδυνάμωση του ισλαμισμού. Η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε μεν το 1261, αλλά η αυτοκρατορία δεν επανεύρε ποτέ την παλαιά δύναμη και ρωμαλεότητα της. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε η κ. Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, μετά το 1204 η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί».
ε) Τεράστια όμως σε σημασία αποδείχθηκε η Δ’ σταυροφορία και για τις εξελίξεις της Ευρώπης. «Ένας νέος κόσμος άρχισε να παράγεται στη Δύση, που μέσα από ποικίλες ανακατατάξεις θα πλάσει στους κατοπινούς αιώνες το πρόσωπο της Ευρώπης». Δέν βρίσκω καταλληλότερο ακροτελεύτιο λόγο, από μιά σχετική αναφορά στην πορεία της Ευρώπης του μεγάλου ερευνητού του 1204 Σερ Έντουϊν Πήαρς: «Οι επιπτώσεις της Τέταρτης Σταυροφορίας επί του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν εξ ολοκλήρου καταστρεπτικές. Η λάμψη του ελληνικού πολιτισμού, την οποία το Βυζάντιο συντηρούσε επί εννέα αιώνες μετά από την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσας, έσβησε ξαφνικά. Η σκληρότητα, η στενότητα και ο εβραϊσμός του δυτικού πολιτισμού αφέθηκαν να αναπτυχθούν με πολύ λίγη πρόσμειξη από τη χαρά και την ομορφιά της ελληνικής ζωής [...] Το έγκλημα της Τέταρτης Σταυροφορίας παρέδωσε την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική Χερσόνησο σε έξι αιώνες βαρβαρότητας και κατέστησε μάταιες τις προσπάθειες του Ιννοκέντιου και των μετά από εκείνον πολιτικών να ανακτήσουν τη Συρία και τη Μικρά Ασία για χάρη της Χριστιανοσύνης και του πολιτισμού. Προκειμένου να αντιληφθούμε την πλήρη σημασία της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε ποιος θα ήταν σήμερα ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης, αν η προ έξι αιώνων Ρωμανία δεν είχε καταστραφεί».
Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα μία σεισμική ενέργεια εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πέρα από μιά τυπική «συγγνώμη», και μάλιστα όχι του ίδιου του Παπισμού, για τη δημιουργία της αναγκαίας εμπιστοσύνης στις σημερινές σχέσεις. Και αυτή η ενέργεια δεν μπορεί ποτέ να είναι η καλλιέργεια κοσμικών, φιλικών σχέσεων και οι αθεολόγητες ωραιολογίες των επετειακών συναντήσεων, αλλά η ειλικρινής μετάνοια του Παπισμού, με την απόρριψη των παπικών δογμάτων και της κρατικής υποστάσεως του. Διότι αυτά τα μεγέθη γεννούν τις σταυροφορίες και το πνεύμα τους. Οι απανταχού της γής Ορθόδοξοι μπορούν, ως τότε, να προσεύχονται και να περιμένουν.
Πηγή: πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Η Άλωση του 1204 και οι συνέπειές της

Αιώνια ερωτήματα;

'


Πότε ήταν η αρχή;
Πότε θα έρθει το τέλος;
Ποιος είσαι;
Τι είσαι;
Που κατοικείς;
Γιατί μ΄ αγαπάς;
Γιατί σε απορρίπτω;
Γιατί σε αμφισβητώ;
Πώς το αντέχεις;
Γιατί κρύβεσαι μέσα στην σιωπή;
Γιατί δεν με εξουσιάζεις;
Γιατί μου δίνεις την ελευθερία να σε απορρίψω;
Το ήξερες;
Γιατί δεν επεμβαίνεις;
Γιατί μου δίνεις την δυνατότητα να γυρίσω πίσω;
Γιατί με συγχωρείς;
Γιατί με φροντίζεις;
Πότε θα σε γνωρίσω;
Πως θα σε γνωρίσω;
Γιατί μου είσαι ένας άγνωστος;
Πως θα σε βρω;
Πότε θα ησυχάσω;
Γιατί βρίσκομαι στο σκοτάδι;
Γιατί ενώ είμαι κτίσμα θέλω τον Άκτιστο;
Γιατί ποθώ αιωνιότητα;
Πότε θα πάψω να πέφτω;
Πότε θα πάψω να μοιρολογώ;
Υπάρχεις;
Γιατί υπάρχω;
Τι είναι η ζωή;
Γιατί να ζω;
Ποιος ο σκοπός μου;
Τι θέλεις από μένα;
Τι μπορώ να σου δώσω σαν αντάλλαγμα της αγάπης σου;
Όλα αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα γεννιούνται μέσα στην κάθε ανθρώπινη ύπαρξη
Από την στιγμή που η λογική αρχίζει να συγκρούεται με το βίωμα, με το αίσθημα, με την ύπαρξή μας.
Από την στιγμή που ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι έχει την δυνατότητα να αμφισβητήσει
Να φιλοσοφήσει, να κάνει τις δικές του επιλογές στην ζωή.
Ερωτήματα αιώνια τα οποία πολλά από αυτά, αν όχι όλα
Δεν θα βρουν ποτέ απάντηση με την λογική, με τον νου αλλά ίσως απαντηθούν με το βίωμα.
Και αυτό το γνωρίζουμε από κάποιους χαριτωμένους ανθρώπους
Που κατάφεραν και κάνανε πέρα την λογική, κάνανε πέρα το κοσμικό φρόνημα
Και παραδόθηκαν στην Πρόνοια Εκείνου που τους φανερώθηκε μέσα στην καρδιά τους.
Οι πατέρες της Εκκλησίας, φιλοσόφησαν πάνω σε αυτά τα ερωτήματα, θεολόγησαν
Αλλά κυρίως βίωσαν μερικές από τις απαντήσεις.
Τα περισσότερα όμως ερωτήματα τέτοιου είδους απλά καταργούνται, δεν απαντιούνται
Όταν ο άνθρωπος σταματήσει να ζει και να σκέφτεται νοησιαρχικά και αρχίσει να ζει βιωματικά
Να ζει εν Χριστώ, να ζει ασκητικά, καθαρά, ταπεινά, αθόρυβα, εν μετανοία
Οι απαντήσεις παύουν να υφίσταται διότι την θέση τους παίρνει το βίωμα.
Όταν γνωρίσεις κάποιον πλέον δεν ρωτάς ποιος είναι, τι είναι, που είναι, Τον ξέρεις.
Όταν γευτείς το μέλι πλέον δεν αμφισβητείς την γλυκύτητα του γιατί την γεύτηκες...
Οι ερωτήσεις αυτές ας γίνουν το έναυσμα για μία βαθιά αναζήτηση της Αλήθειας
Και όχι απλά η απαρχή μιας σειράς φιλοσοφικών συζητήσεων, ανταλλαγείς απόψεων
Που τίποτα δεν θα ωφελήσουν αν μείνουμε σ΄ αυτές.
Το θέμα είναι να μάθουμε, να βρούμε τις απαντήσεις, να ζήσουμε την Αλήθεια
Να δούμε, να αφουγκραστούμε μέσα στην καρδιά μας το πραγματικό νόημα την ύπαρξής μας
Της φύσης, του κόσμου, των άλλων, των πάντων.
Η αιωνιότητα μας χαρίζεται με τρόπο σκανδαλιστικό
Μας χαρίζεται ενώ εμείς δεν μπορούμε τίποτα το ισάξιο να δώσουμε
Τίποτα το οποίο να σταθεί έστω για λίγο με παρρησία μπροστά στον Παντοδύναμο σαν αντίδωρο του δώρου Του.
Και όμως Εκείνος μας καλεί, μας προκαλεί να ξεδιψάσουμε
Να μεθύσουμε με το άπειρο, με το απερίγραπτο
Μ΄ αυτό που οφθαλμός δεν έχει δει και νους δεν έχει συλλάβει
Μας προκαλεί να εντρυφήσουμε και εμείς στην αιωνιότητα, μέσα στην Χάρη Του
Μέσα στην Βασιλεία Του, μέσα στην οικογένειά Του.
Το δρόμο αυτό, της Αλήθειας, της Ειρήνης, της Χάριτος βάδισαν οι Άγιοι…
Είναι δύσκολος, είναι μακρύς, δεν είναι όμως μοναχικός
Και ας νοιώθεις μόνος διότι είναι μαζί σου Εκείνος
Ο δρόμος αυτός της ασκήσεως, της ταπεινώσεως, της σιωπής, της καλοπροαίρετης αναζητήσεως και της πίστεως
Οδηγεί σ΄ Εκείνον που είναι η Αλήθεια, το Φως, η Αρχή και το Τέλος.

πηγή  / αντιγραφή

Ο Μοναχισμός μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία



Ο μοναχισμός αποτελεί έναν από τους πανάρχαιους εκκλησιαστικούς θεσμούς ο οποίος γνώρισε στο διάβα των αιώνων εξελίξεις και σχηματικές αλλαγές στην οργάνωσή του, αλλά εν τη ουσία του παραμένει αμετάτρεπτος και αναλλοίωτος, με σαφή προσανατολισμό και σκοπό.
Κατά τους τρείς πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, αρκετά πρίν την κατάπαυση των διωγμών επί Μ. Κων/νου, ενεφανίσθησαν ευσεβείς Χριστιανοί, οι οποίοι έφευγαν από τον κόσμο για να επιδοθούν, απερίσπαστοι από βιοτικές μέριμνες και κοσμικούς θορύβους, στην άσκηση και την προσευχή. Ενώ άλλοι αναχωρούσαν στην έρημο για να αναζητήσουν εκεί όχι απλώς μία ασφάλεια από τους κινδύνους ενός διεφθαρμένου πολιτισμού, αλλά την πλήρη εκείνη προσφορά της ζωής τους στο Θεό. Έτσι έχουμε την ανάπτυξη του πρώιμου ερημιτικού μοναχισμού.
Τον 4ο αιώνα όμως ο Χριστιανισμός εισέρχεται σε μια νέα περίοδο της ιστορικής του πορείας. Ο διωγμός παύει, η Κωνσταντίνιος ειρήνη επικρατεί, η Εκκλησία πλέον τιμάται και προστατεύεται από το κράτος, αποκτά πλούτη, προνόμια. Αυτό έχει ως συνέπεια την εμφανή εκκοσμίκευσή της. Τότε ακριβώς το παράδειγμα των ολίγων μεμονωμένων αναχωρητών των τριών πρώτων αιώνων βρίσκει μυριάδες μιμητών. Ιδρύονται Σκήτες, Λαύρες, Κοινόβια μεγάλα και πάμπολλα. Ο μοναχισμός πλέον μεγαλύνεται, οι άγιοι πατέρες της ερήμου λάμπουν στον εκκλησιαστικό ουρανό διότι «χειρ Κυρίου ην μετ’ αυτών», και απλώνεται από την Αίγυπτο και τη Λυβίη, στο Σινά, στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο Άγιον Όρος και σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο.
Οι μοναχοί λοιπόν θα αποτελέσουν επί αιώνες το αντίβαρο μιας εκκλησίας ευτυχισμένης και μακαρίας, και την απτή μαρτυρία και διαρκή υπόμνηση του αληθινού προορισμού του ανθρώπου: να γίνει «τέλειος» ως ο Πατήρ αυτού ο εν ουρανοίς. Στην ιστορία της Ορθοδόξου Ανατολής οι ερημίτες, οι αναχωρητές, οι ασκητές, οι στυλίτες, αλλά και οι μεγάλες μοναχικές κοινότητες- όπως το Στούδιο της Κων/πόλεως- οι οποίες θα φέρουν την «έρημο» μέσα στην καρδιά των μεγάλων πόλεων, θα αναδειχθούν με την σιωπή τους, τον λόγο τους, τα γραπτά τους, την όλη βιωτή τους, μεγαλοφωνότατοι κήρυκες του «ενός χρεία εστί». Διαπρυσίως θα κηρύξουν, θα αναγγείλουν, θα υπενθυμίσουν ότι ο σκοπός της μοναχικής ζωής, αλλά και όλων των βαπτισμένων Χριστιανών είναι η επίτευξη κατά το δυνατόν της εν Χριστώ τελειότητος.
Ο μοναχισμός ως γνήσιος εκφραστής της αυθεντικής εκκλησιαστικής παραδόσεως λειτουργεί ανέκαθεν ως οδοδείκτης της πορείας που πρέπει να ακολουθηθεί για τη βίωση αυτής της εφικτής τελειότητος. Οι μοναχοί διήνυσαν ή διανύουν τα στάδια της θεραπευτικής αγωγής και τα διδάσκουν σε όλους τους χριστιανούς ως εμπειρίες πλέον και αναφαίρετες γνώσεις. Όλοι οι απόγονοι του Αδάμ πρέπει να διανύσουν τα στάδια της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως για να φθάσουν στην τελειότητα, στην κατά χάριν θέωση.
Οι άγιοι πατέρες ως διδάσκαλοι του μοναχισμού και φωστήρες της όλης Εκκλησίας εδίδαξαν και τα μέσα και τους τρόπους που πρέπει να μετέλθη όποιος πράγματι επιθυμεί την θεραπεία από τα πάθη του και την απόκτηση της υγείας του. Βασικότατο γνώρισμα του μοναχισμού είναι αυτή η καθ’ ολοκληρίαν εφαρμογή αυτής της θεραπευτικής αγωγής. Αν θέλουμε να δούμε την ουσία του ορθόδοξου μοναχισμού πρέπει να μελετήσουμε τους μακαρισμούς και όλες γενικά τις εντολές του Χριστού. Οι μοναχοί ξεκινούν την αγωνιστική πορεία τους για τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής, την κάθαρση, το φωτισμό και τη θέωση, με την αυτογνωσία, την ταπείνωση, την μετάνοια, την κάθαρση της καρδιάς και φθάνουν μέχρι την επιθυμία για διωγμό και μαρτύριο. Κατ’ ουσίαν επιθυμούν να βιώσουν πλήρως την εντολή του Θεού «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου … και τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Όλοι όσοι επιθυμούν να εισέλθουν στο μοναχικό στάδιο για να αγωνισθούν και να νικήσουν, και για να έχουν συνεργό Αυτόν που «εξήλθε νικών και ίνα νικήση», καλούνται σε μία τριπλή αποταγή, απάρνηση, απέκδυση. Η πρώτη αποταγή είναι η διαρκής αποταγή του κόσμου και επεκτείνεται σε ολόκληρη τη ζωή του μοναχού. Η δεύτερη αποταγή είναι η «εκκοπή του ιδίου θελήματος» και η τρίτη αποταγή είναι η αποταγή της «κενοδοξίας». Αυτές οι τρείς αποταγές αντιστοιχούν με την άρση των τριών σταυρών που σηκώνει ο μοναχός σε όλη του τη ζωή. Ο πρώτος σταυρός είναι εξωτερικός και επιβάλλεται από τις συμφορές και τις θλίψεις, ο δεύτερος σταυρός είναι η εσωτερική πάλη του ανθρώπου με τα πάθη και τις επιθυμίες και ο τρίτος σταυρός είναι η ολοκληρωτική παράδοση στο θέλημα του Θεού.
Oμως οι τρείς αποταγές και οι τρείς σταυροί συνδέονται και με τις τρείς αναγεννήσεις, που επιτυγχάνονται με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νού και τη θέωση. Επομένως οι τρείς αποταγές, οι τρείς σταυροί και οι τρείς πνευματικές γεννήσεις είναι η διαρκής πορεία του μοναχού προς την πνευματική ολοκλήρωσή του. Όλος αυτός ο δια βίου αγώνας των μοναχών συνιστά την άσκηση και σκοπός της ορθοδόξου αυτής ασκητικής αγωγής είναι η καθαρή προσευχή και η απάθεια.
Εντός του πλαισίου αυτού ο κάθε μοναχός δίνει τρείς υποσχέσεις ενώπιον του Θεού:
Η πρώτη υπόσχεση είναι η υπόσχεση υπακοής. Πολλοί είναι αυτοί που νομίζουν ότι αυτό που διακρίνει τον μοναχισμό από την συνηθισμένη ζωή των ανθρώπων είναι η αγαμία. Αλλά οι Άγιοι Πατέρες και οι σύγχρονοι ασκητές αποδίδουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και βάρος στην υπακοή. Η υπακοή γίνεται μέσα στην προοπτική να απαλλαγεί ο μοναχός από το ισχυρό πάθος της φιλοδοξίας. Ο μοναχός αγωνίζεται να είναι συνεπής και να καλλιεργεί αυτήν την υπόσχεση- αρετή έχοντας ως πρότυπο τον ίδιο τον Κύριό του Ιησού Χριστό ο οποίος έγινε «υπήκοος έως θανάτου». Έτσι, ενώ η παρακοή του Αδάμ, που είχε τις ρίζες της στο πάθος της φιλοδοξίας, έγινε αιτία θανάτου, η υπακοή του μοναχού στο θέλημα του Θεού νεκρώνει το φοβερό αυτό πάθος και χαρίζει την ταπείνωση, την προσευχή, την θέωση.
Η δεύτερη υπόσχεση- αρετή είναι η παρθενία η οποία διακρίνεται σε σωματική και ψυχική και θεραπεύει το πάθος της φιληδονίας. Για τον μοναχό η βασική και αναμφισβήτητη δικαίωση αυτής της υποσχέσεως βρίσκεται στο υπόδειγμα της ζωής που έδωσε ο ίδιος ο Κύριος, «υπόδειγμα δέδωκα υμίν». Μόνον ένας ανόητος θα τολμήσει να πεί ότι η ζωή του Χριστού ήταν «αφύσικη». Αυτή η καθ’ όλα ει δυνατόν ομοίωση προς τον Θεό είναι και ο έσχατος σκοπός και η ύψιστη έννοια της υπάρξεως των ανθρώπων. Η μοναχική παρθενία- αγνεία βεβαίως δεν θεμελιώνεται στην απόρριψη του ευλογημένου από τον Θεό και την Εκκλησία γάμο, αλλά στην άνευ όρων αγάπη προς τον Θεό.
Η τρίτη θεμελιώδης υπόσχεση- αρετή είναι η ακτημοσύνη η οποία θεραπεύει το πάθος της φιλαργυρίας- πλεονεξίας. Η ακτημοσύνη μαζί με τις δύο προηγούμενες υποσχέσεις- αρετές αποτελεί μία αδιάλυτη ενότητα με σκοπό να φθάσει την καθαρά προσευχή και συγχρόνως μια τελειοτέρα εξομοίωση με τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό , ο οποίος «ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη». Ο μοναχός καλείται να ζήσει εν πτωχεία, αλλά περισσότερο οφείλει να αγωνισθεί εναντίον του «πάθους της κτήσεως» (πλεονεξίας), της «αγάπης των χρημάτων» (φιλαργυρία) και των «πραγμάτων». Η αγάπη της ιδιοποιήσεως εξορίζει την αγάπη στον Θεόν και στον πλησίον.
Οι τρείς αυτές υποσχέσεις- αρετές, Υπακοή, Παρθενία, Ακτημοσύνη οι οποίες συνιστούν την ουσία της Ορθοδόξου ασκήσεως και οδηγούν στην ΦΙΛΟΘΕΪΑ- ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ η οποία πολεμά την μητέρα των τριών ισχυρών παθών, φιλοδοξίας, φιλαργυρίας, φιληδονίας, την ΦΙΛΑΥΤΙΑ.
Δυνάμει των ανωτέρω όλη η άσκηση του μοναχού συνίσταται στην αναζήτηση μιας συμφωνίας- συμπτώσεως της θελήσεως και της ζωής του ασκουμένου με την θέληση και τη ζωή του Θεού. Δηλαδή χωρίς την ενέργεια της Θείας Χάριτος η οποία σφραγίζει αυτούς τους ασκητικούς αγώνες, όλα τα αγωνίσματα μένουν ένα έργο ανθρώπινο και κατά συνέπεια φθαρτό. Αυτή η σύμπτωση- συμφωνία του θελήματος του Θεού και της θελήσεως του ασκουμένου εκφράζεται και πραγματοποιείται ουσιωδώς στην προσευχή και γι’ αυτό το λόγο η προσευχή αποτελεί την κορυφή όλης της ασκητικής δραστηριότητας. Η προσευχή είναι το κύριο έργο του. Η προσευχή είναι η εργασία του αλλά και η ανάπαυσή του. Περισσότερο από την εργασία ή την ανάπαυσή του, η προσευχή είναι η ζωή του μοναχού. Η ζωή του είναι προσευχή και η προσευχή είναι η ζωή του. Η προσευχή μπορεί να ποικίλλει επ’ άπειρον και κατά την μορφή και κατά την ποιότητα. Και βεβαίως εννοούμε εκτός από την λατρευτική προσευχή, κυρίως την νοερά, καρδιακή προσευχή, την ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ που είναι και η τελειότερη μορφή της. Γι’ αυτήν την προσευχή ο αββάς Βαρσανούφιος ο Μέγας λέγει: «Ψυχή τελεία εστί το λαλείν τω Θεώ αρεμβάστως, εν τω συνάγειν όλους τους λογισμούς αρεμβάστως μετά των αισθήσεων». Καρποί της καθαρής προσευχής, όπως αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, είναι «η απλότης, αγάπη, ταπεινοφροσύνη, καρτερία, ακακία και τα τοιαύτα». Για να φθάσει ο μοναχός στην καθαρή προσευχή εγκαταλείπει τα πάντα. Και η εγκατάλειψη αυτή αποτελεί την ουσία της μοναστικής απαρνήσεως.
Η προσευχή για να αποδώσει τους καρπούς της στον αρμόδιο καιρό αυτών πρέπει να καλλιεργείται σ’ ένα περιβάλλον ησυχίας σωματικής και ψυχικής. Αυτή είναι κατά την Ορθόδοξη Παράδοση η ησυχία των αισθήσεων, των λογισμών και της καρδίας. Είναι απαραίτητο να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι η όλη άσκηση του μοναχού και του κάθε πιστού η προσπάθεια για να γίνει δεκτή από το Θεό πρέπει να συνοδεύεται από την μετάνοια. Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό μετάνοια είναι η επάνοδος της ψυχής εκ του παρά φύσιν στο κατά φύσιν. Η λέξη «μετάνοια» σημαίνει μ ε τ α β ο λ ή του ανθρώπου, αλλαγή, μετάβαση από μια κατάσταση σε άλλη. Η ζωή του μοναχού είναι μία ζωή συνεχούς εσωτερικής μετανοίας υπ’ αυτήν την έννοιαν. Είναι μία αδιάκοπη αναζήτηση του Θεού, κάθε ημέρα. Ο Θεός είναι το «ύδωρ το ζων» και ο μοναχός είναι ο αείποτε διψών τον Θεόν και στη μετάνοια υπάρχει μία δίψα του Θεού απεριόριστη.
Η ορθόδοξη ασκητική αγωγή λοιπόν μέσω της οδού της καθάρσεως, φωτισμού, οδηγεί τον μοναχό ασφαλώς στην θέωση, στην εμπειρική γνώση του Θεού, με τη συνεργεία βεβαίως της θείας χάριτος. Επειδή ο μοναχισμός διατηρεί εν χρήσει αυτήν την ορθόδοξο μέθοδο θεραπείας του ανθρώπου και της κατά χάριν θεώσεως, τα μέγιστα συνέβαλε στην διατύπωση και την διατήρηση των δογμάτων της Εκκλησίας, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διατύπωση αυτής της ζωής της θεώσεως. Γράφει ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριτσιανίνωφ:«Οι μοναχοί έχουν δώσει εις την Εκκλησίαν του Χριστού πνευματικούς ποιμένας, οι οποίοι με λόγους όχι της ανθρώπινης σοφίας, αλλά του πνεύματος, επικυρωμένους με θαύματα, έχουν οδηγήσει και στερεώσει την Εκκλησίαν. Ιδού διατί η Εκκλησία μετά την περίοδον των Μαρτύρων κατέφυγε εις την έρημον. Εκεί κατέφυγεν η τελειότης Του, η πηγή του φωτός Του, η κυρία δύναμις της στρατευομένης Εκκλησίας. Τι ήσαν ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Επιφάνιος, με μίαν λέξιν όλοι οι άγιοι πνευματικοί ποιμένες; … Εστερέωσαν την πίστιν, κατήγγειλαν και συνέτριψαν τας αιρέσεις. Χωρίς τους μοναχούς ο Χριστιανισμός δεν θα είχεν εξαφανισθή από τον κόσμον;».
Τολμηρή τοποθέτηση σχετικά με το μοναχισμό! Αλλά έτσι μέσα στην Εκκλησία αξιολογήθηκε η σπουδαιότητα του ορθοδόξου μοναχισμού και των γνησίων φορέων και εκφραστών του πνεύματός του, των αγίων πατέρων δηλαδή.
Mπορούμε με άνεση πλέον να υποστηρίξουμε, βάσει των όσων εν συντομία αναφέραμε παραπάνω, ότι ο μοναχισμός είναι η δόξα και το καύχημα της Εκκλησίας. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης έλεγε ότι στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, οι μοναχοί αποτελούν την κόμη της κεφαλής. Όπως η κόμη της κεφαλής αφ’ ενός μεν αποτελείται από «νεκρές» τρίχες, αφ’ ετέρου δε είναι η ομορφιά του ανθρώπου, έτσι και οι μοναχοί είναι οι νεκρωμένοι κατά κόσμον, αλλά συγχρόνως είναι η δόξα της Εκκλησίας.
Η προσφορά του ορθοδόξου μοναχισμού από την γέννησή του έως σήμερα είναι τεράστια και σωτηριώδους σημασίας για όλον τον κόσμο. Διατηρεί κατά πρώτον λόγο ακέραια την μέθοδο θεραπείας και θεώσεως, και κατά δεύτερον λόγο αίρει με αυταπάρνηση και τον σταυρό της δογματικής ακριβείας. Επίσης, παρά την δριμύτατη κριτική των ανθρώπων, οι μοναχοί προσεύχονται αδιαλείπτως για την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γράφει: «Ο κόσμος νομίζει πως οι μοναχοί είναι ανώφελο γένος. Έχουν όμως άδικο να σκέφτονται έτσι. Δεν ξέρουν πως ο μοναχός προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Δεν βλέπουν τις προσευχές του και δεν γνωρίζουν με πόση ευσπλαχνία τις δέχεται ο Κύριος. Οι μοναχοί κάνουν μεγάλο πόλεμο με τα πάθη και γι’ αυτόν τον αγώνα τους θα είναι μεγάλοι κοντά στο Θεό».

Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Ορθόδοξη Εσχατολογία



Ομιλία του Θεολόγου Καθηγητού κ. Λάμπρου Σκόντζου στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος Βύρωνος η οποία πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 9/4/2013 στα πλαίσια της Λειτουργίας του Αντιαιρετικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Καισαριανής Βύρωνος και Υμηττού.

Ο δύσκολος ανήφορος ...του μακαριστού αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα



skiti-agias-annas
















του μακαριστού 
αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα

Η μόνη ευκαιρία για να δούμε τους συνασκητάς μας ήταν η συγκέντρωσις στον
 αρσανά της σκήτης.
Μετα την αναχώρησι του μικρού πλοιαρίου, που έκανε την γραμμή από την Δάφνη
 μέχρι την Αγία Άννα ή και μέχρι την Λαύρα, αν το επέτρεπε ο καιρός,
 οι πατέρες επέστρεφαν στις καλύβες τους, ακολουθώντας τα ανηφορικά
μονοπάτια.
Ήσαν όλοι φορτωμένοι με τους ντορβάδες τους, άλλος λιγώτερο, άλλος
 περισσότερο.
Πάντως όλοι κάτι έπρεπε να μεταφέρουν στην πλάτη.
Εκατόν πενήντα μέτρα από το μουράγιο, συναντούσαμε ένα προσκυνητάρι
και δίπλα του ένα πεζούλι. Εκεί κατεβάζαμε λίγο το φορτίο μας για να
 ξεκουρασθουμε και να πάρουμε δύναμι για την ανάβασι. Από κεί και
πέρα άρχιζε ο δύσκολος ανήφορος. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι…


Στο σημείο αυτό, στο οποίο είναι κτισμένο το προσκυνητάρι, η αγάπη του
 Θεού επέτρεψε να γίνη κάτι θαυμαστό. Το γεγονός αυτό είναι γραμμένο
 κάτω από τον Εσταυρωμένο με το καντηλάκι. Παραθέτουμε το κείμενο:
«Γέροντος τινος υποτακτικός μεταφέρων εκ της θαλάσσης φορτίον επί
των ώμων και ανερχόμενος μετά πολλού κόπου, αλλά και υπό αδημονίας
 καταληφθείς ως ματαίως δήθεν κοπιάζων, εκάθησεν ενταύθα μετά του
φορτίου προς ολίγην ανάπαυσιν τυραννούμενος υπό των ανωτέρω λογισμών,
 όπου παραδόξως ακούει άνωθεν την κατ’ εξαίρετον τρόπον έφορον και
 αρωγόν ημών Υπεραγίαν Θεοτόκον λέγουσαν αυτώ: «Τι αδημονείς και
 θλίβεσαι; Γίνωσκε ότι οι κόποι αυτοί, τους οποίους οι αδελφοί υπομένουσιν
 αχθοφορούντες, ως θυσία ευάρεστος εις τον Θεόν προσφέρονται και
 οι ίδρωτες ους χύνουσιν ανερχόμενοι, ως αίμα μαρτυρικόν παρά τω Χριστώ
λογισθήσονται και μέγαν μισθόν λήψονται εν τη ημέρα της κρίσεως οι
 αγογγύστως υπομένοντες τους σκληρούς κόπους της ενταύθα ασκήσεως
 και υπακοής».
Ταύτα ακούσας ο αδελφός και πληροφορηθείς την καρδίαν διηγήσατο
τοις αδελφοίς και πατράσι· διανύσας δε εν πνευματική χαρά και οσιότητι
το υπόλοιπον της εν εσκήσει και υπακοή ζωής αυτού, απήλθε προς αιωνίους
 μονάς, ίνα λάβη τον μισθόν των κόπων αυτού κατά την θείαν υπόσχεσιν».
Καθώς λέει μάλιστα η παράδοσις, την αποκάλυψι αυτή πληροφορήθηκε κ
αι ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε’ ο Καράκαλλος, ο οποίος
ασκήτευε τότε στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης. Από την ημέρα εκείνη έπαυσε
να μεταφέρη με υποζύγιο τα γεωργικά του εργαλεία στον ελαιώνα, ο οποίος
ευρισκόταν κοντά στον τόπο όπου έγινε το θαύμα, και τα μετέφερε στον ώμο του,
 για να λάβη και αυτός τον στέφανο των μαρτυρικών ιδρώτων των αδελφών
 και υποτακτικών της σκήτης. Καθ’ όλη την διάρκεια της πορείας εκρατούσαμε
 στο χέρι το κομποσχοίνι και προσευχόμεθα με την «ευχή» και τους Χαιρετισμούς.
Και όταν εφθάναμε στην καλύβη μας, εβάζαμε την καθιερωμένη μετάνοια στις
εικόνες και στον Γέροντά μας, στον οποίο δίναμε αναφορά για την αποστολή
και υπακοή μας.
Ερχόμενος κάποτε από την Νέα Σκήτη προς την Αγία Άννα, συνήντησα ένα μοναχό
 προχωρημένης ηλικίας. Ήταν κατάλευκος, χαρίεις και ελκυστικός στην όψι.
Μόλις με είδε, με χαιρέτησε με απλότητα και μου είπε:
—Κάθου να σε γνωρίσω, νέε στρατιώτα του Χριστού μας!
Εκάθησα σε μία πέτρα, χωρίς να φέρω καμμία αντίρρησι.
 Παρ’ όλο που, όπως ανέφερα, δεν είχαμε ευλογία να συνομιλούμε
 με ξένους, δεν κατώρθωσα ν’ αντισταθώ. Με είχε καθηλώσει η
 ευλογημένη εκείνη μορφή.
—Από που είσαι, καλογέρι μου; με ρώτησε.
—Από το Γενέσιον της Θεοτόκου.
—Ω! έκανε θαυμάζοντας. Από τους εκλεκτούς αυτούς πατέρας;
 Ο Θεός να σε ευλογή.
Άρχισε τότε να μου ομιλή για την αξία της μοναχικής ζωής και για
τον αγώνα του μοναχού:
—Αν θέλης, παιδί μου, να επιτύχης στην μοναχική σου κλήσι, ένα πράγμα
 έχω να σου πω. Φρόντισε να αγαπήσης πολύ τον σωματικό κόπο.
Αυτά τα βράχια, αυτούς τους ανηφόρους και κατηφόρους, αυτά τα
 ατελείωτα σκαλοπάτια, αυτούς τους ντορβάδες και τα τσουβάλια,
αυτούς τους ιδρώτας και τους μόχθους, που κάθε ημέρα θα ζης,
φρόντισε, καθώς σου είπα, να τους αγκαλιάσης με την ψυχή σου.
 Είναι ίσως το αντίδοτο του εγωισμού σου. Έτσι θα σπάση η αντιδραστική
του παρουσία κι έτσι θα απαλλαγής κι εσύ απ’ αυτή την Λερναία Ύδρα της
ανθρωπίνης ψυχης. Είμαι από μικρό παιδί εδώ στο Άγιον Όρος.
Εγνώρισα αγίους μοναχούς, σοφούς μοναχούς. Εδιάβασα τόσα πατερικα βιβλία,
 και ολα αυτά σ’ ένα συμφωνούν και συναντώνται: ότι ο μεγαλύτερος εχθρός
του χριστιανού και περισσότερο του μοναχού είναι ο εγωισμός.
 Γι’ αυτό πιστεύω, πως και ο Γέροντάς σου και συ θα συνεργασθήτε,
ώστε κάποτε να σταθής μπροστά στον Θεόν, απηλλαγμένος από το θηρίο
αυτό, και στολισμένος με την ταπεινοφροσύνη να εισέλθης στον Παράδεισο.
Οι σκέψεις του μεστές, ώριμες, αρωματισμένες, βγαλμένες από ψυχή
«κεκαθαρισμένην επταπλασίως». H έκφρασίς του παιδική, γεμάτη αγία αθωότητα.
 «Θεέ μου, διερωτώμουν, ποιος να είναι αυτός ο γέροντας»; Κάποια στιγμή μου λέει:
—Παιδί μου, μην περιμένης να φθάσης σε μεγάλη ηλικία και τότε να επιδοθής στην
βαθειά καλλιέργειά σου. Αγωνίζου κάθε ημέρα, να πλησιάζης την ζωή του Χριστού μας.
 Ενώσου με τον Ιησού. Το θερμόμετρο της αγάπης σου προς τον Χριστό πρέπει να
 δείχνη κάθε ημέρα πως ανεβαίνει. Αυτό θα το καταλαβαίνης, οταν νοιώθης πως
τα πράγματα της παρούσης ζωής χάνουν για σένα κάθε αξία και η περιφρόνησίς
σου γι’ αυτά γίνεται πιο αισθητή. Ένα άλλο σημάδι που βοηθεί στην διαπίστωσι
αυτή, είναι το μέγεθος της αγάπης σου προς τον Γέροντά σου, ο οποίος σε συνδέει
με τον Χριστό. Ο Γέροντας για μας τους υποτακτικούς είναι ο Θεός μετά τον Θεόν
 μας. Κι εγώ, αν και προχωρημένος στην ηλικία καθώς βλέπεις, είμαι ακόμη
 υποτακτικός.
Αυτά ήσαν η κεντρική ιδέα των όσων συνεκράτησα από την συνάντησί μου με τον
υπέροχο εκείνον μοναχό.
—Γέροντα, συγχωρέστε με. Ποιος είσθε; Πως ονομάζεσθε;
—Είμαι από την Βίγλα και λέγομαι πατήρ Βαρλαάμ.
—Εσείς είσθε ο παπα-Βαρλαάμ! εφώναξα και του έβαλα αμέσως στρωτή μετάνοια.
 Μα καθώς εσηκωνόμουν, είδα τον γέροντα με το κεφάλι ακουμπισμένο στην γη να
 βάζη με την σειρά του κι αυτός μετάνοια! Διαμαρτυρήθηκα γι’ αυτό, αλλα εκείνος
 μου αποκρίθηκε φυσικώτατα οτι έτσι συνηθίζει να κάνη σε παρόμοιες περιπτώσεις…
Πόσα και πόσα δεν είχα ακούσει για το υψηλό πνευματικό επίπεδο του παπα-Βαρλαάμ
 από τον Γέροντά μου και τον παπα-Ιωακείμ! [...] Όταν επέστρεψα στην καλύβη μας
 και διηγήθηκα το περιστατικό αυτό στον Γέροντά μου, έτρεξαν ολοι οι αδελφοί της
συνοδείας, ν’ ακούσουν για την χαριτόβρυτη μορφή και ομιλία του πνευματικού
εκείνου αετού.
Μία από τις ευλογημένες αυτές συναντήσεις ήταν και η συνάντησις με τον
γερο-Διονύσιο τον Κατουνακιώτη και τον αξιοθαύμαστο υποτακτικό του π. Αρσένιο.
 Ο γερο-Διονύσιος ησχολείτο και με τα γράμματα. Κάπου-κάπου έγραφε και έλεγε
 μερικα επιτυχημένα ποιήματα. Ζητουσε επίμονα και με επιμέλεια την σωτηρία της
ψυχής του. Δεν ήταν άνθρωπος των συμβιβασμών. Ο π. Αρσένιος ήταν δουλεμένος
μοναχός. Ο Γέροντάς του το ήξερε και ήθελε να τον στεφανώνη καθημερινώς με τα
 στεφάνια της υπακοής και της υπομονής. Πόσες φορές δεν του φερόταν σκληρά και περιφρονητικά και μάλιστα ενώπιον άλλων πατέρων! Εκείνος ομως, κάνοντας υπομονή,
 έβαζε μετάνοια και ζητούσε συγγνώμη. Κάποτε, στην θ. Λειτουργία, οταν έφθασε η
ώρα του κοινωνικού, πήγαμε όλοι να λάβουμε συγχώρησι από τους Γεροντάδες μας,
προκειμένου να προσέλθουμε στο Ποτήριο της Ζωής. Όταν ομως επλησίασε και ο
 π. Αρσένιος τον Γέροντά του, εκείνος με μία σκληρή και απότομη κίνησι τον έδιωξε
 λέγοντάς του:
—Βρέ απρόκοφτε, τολμάς να ζητήσης ευλογία για να κοινωνήσης, εσύ που είσαι ένα
 δοχείο γεμάτο ακαθαρσία και εγωισμό;
Η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε από την σκηνή αυτή, μας εθύμισε μοναχισμό του
 Δ’ και Ε’ αιώνος. Ο π. Αρσένιος εζήτησε συγγνώμη για το τόλμημά του αυτό και
μαζεύθηκε σε μια γωνιά. Τότε ακριβώς βλέπω τρεις-τέσσερις Γεροντάδες να πλησιάζουν
 τον γερο-Διονύσιο και να τον παρακαλούν να επιτρέψη στον υποτακτικό του να κοινωνήση.
 Σε λίγο ακούω τον γερο-Διονύσιο να λέη στον π. Αρσένιο:
—Άντε, έχεις χάρι που οι Γεροντάδες μου ζήτησαν να σου επιτρέψω την θ. Κοινωνία.
Θα κάνω υπακοή σ’ αυτούς και πιστεύω οτι ο Κύριος θα σε συγχωρήση και θα σε δεχθή.
Εκείνος τότε «συντετριμμένος και τεταπεινωμένος» προσήλθε με δάκρυα που ήσαν
αισθητά σε όλους και πήρε μέσα του Εκείνον που υπέμεινε τόσα από εμάς τους
ανθρώπους. Το θαυμαστό ομως στην υπόθεσι αυτή είναι οτι ο γέρων Διονύσιος,
μετά από κάθε παρόμοια συμπεριφορα προς τον υποτακτικό του, ήταν γεμάτος
χαρά και θαυμασμό γι’ αυτόν. Και όταν ο π. Αρσένιος απομακρυνόταν, συχνά έκλαιγε αναλογιζόμενος την ωφέλεια που απεκόμιζε από την μεταχείρησι αυτή ο υποτακτικός
του και θαύμαζε την υπομονή του.
Το περιστατικό αυτό ήταν για μας τους υποτακτικους ένα από τα σπάνια μαθήματα.
 Εύλογητός ο Θεός!
Πηγή: Αρχιμανδρίτου Χερουβείμ, Απο το Περιβόλι της Παναγίας, Έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου.

Αναδημοσίευση: Πειραϊκή Εκκλησία, Μηνιαίο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, τ. 244, έτος 23ο, Ιανουάριος 2013.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ(4Β) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ



Δ´ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

Στῶμεν εὐλαβῶς ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν καί ἐκβοήσωμεν, Χαίροις παμμακάριστε, Κυρία πάντων ἡμῶν᾽
῎Ας σταθοῦμε μέ εὐλάβεια στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ μας καί ἄς φωνάξουμε δυνατά: Χαῖρε, παμμακάριστε Παναγία, Κυρία ὅλων μας.

 ῎Εχει τονιστεῖ ἐπαρκῶς ὅτι οἱ χαιρετισμοί ὡς στάση τῶν πιστῶν ἔναντι τῆς Παναγίας δέν ἀποτελοῦν ἀνθρώπινο ἐφεύρημα, ἀλλά διδαχή τοῦ Θεοῦ σέ ἐμᾶς διά τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. ῾Ο ἀρχάγγελος τοῦ Κυρίου μᾶς δίδαξε ὅτι μπροστά στήν πανύμνητο Μητέρα τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά ἐκφράζουμε τήν χαρά καί τήν δοξολογία μας. Κι ἔρχεται μεταξύ ἄλλων καί ὁ συγκεκριμένος στίχος τοῦ κανόνα τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου γιά νά μᾶς πεῖ ποιά προϋπόθεση ὑφίσταται γιά τήν δοξολογική αὐτή στάση μας ἔναντι Αὐτῆς. Καί ἡ προϋπόθεση αὐτή εἶναι ἡ εὐλάβειά μας, κατεξοχήν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, τόν ναό.

1. Τί σημαίνει ἄραγε εὐλάβεια, τήν ὁποία θεωρεῖ ὅρο ὁ ποιητής γιά νά ἀπευθυνόμαστε καί στήν Παναγία; Θέλει προσοχή. Διότι ὑπάρχουν ὁρισμένοι πού τήν εὐλάβεια, μέσα στόν ναό μάλιστα, τήν ἐννοοῦν ὡς μία στρατιωτικοῦ τύπου πειθαρχία: ἕναν ἐξωτερικό συσχηματισμό σέ μία ἄκαμπτη καί ῾φορμαρισμένη᾽ στάση, ἡ ὁποία συχνά παραπέμπει σέ φαρισαϊκοῦ τύπου συμπεριφορά ἤ σέ δυτικοῦ τύπου εὐσέβεια. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν φορές πού οἱ ῾εὐλαβεῖς᾽ αὐτοί ἐνῶ παρουσιάζονται ἄκαμπτοι μέσα στόν ναό καί αὐστηροί, ἕτοιμοι νά ἐλέγξουν κάθε ἄλλον πού διαφοροποιεῖται ἀπό αὐτούς, στήν ὑπόλοιπη ζωή τους παρουσιάζονται μέ μεγάλη ἐλευθεριότητα, χωρίς νά λαμβάνουν σοβαρῶς ὑπόψη τους τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι στήν ῾εὐλάβεια᾽ αὐτή ψαύουμε τά συμπτώματα τῆς ὑποκρισίας, τήν ὁποία πολύ αὐστηρά ἔλεγξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, διότι ἀποκαλύπτει στό βάθος τήν ἀθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.
᾽Από τήν ἄλλη πρέπει νά ἀμφισβητήσουμε καί τήν ῾εὐλάβεια᾽ κάποιων ἄλλων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατανοήσει αὐτήν ὡς μία συμπεριφορά ἐλευθεριότητας μέσα στόν ναό, διότι διατείνονται ὅτι βρίσκονται μέσα στό σπίτι τους. Καί ναί μέν πράγματι ὁ ναός εἶναι τό σπίτι μας, ἐμᾶς μάλιστα τῶν ὀρθοδόξων, διότι στήν κολυμβήθρα τῆς ᾽Εκκλησίας βαπτιστήκαμε καί γεννηθήκαμε ἐν Χριστῷ, στήν ᾽Εκκλησία χριστήκαμε, ἐκεῖ τρεφόμαστε μέ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μας, ἐκεῖ ἀποθέτουμε ἐν μετανοίᾳ τίς ἁμαρτίες μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί τοῦ ἱερέως ἐξομολόγου μας, ὅμως δέν δικαιολογεῖται ὁποιαδήποτε ἐλευθεριότητά μας, ἀφοῦ αὐτή ἀποκαλύπτει τελικῶς μᾶλλον τήν ἔλλειψη τῆς αἴσθησης τῆς ἱερότητας τοῦ χώρου καί τοῦ τί διαδραματίζεται μέσα σ᾽ αὐτόν. Δέν λησμονοῦμε ὅτι ἄλλο ἐλευθερία καί ἄλλο ἐλευθεριότητα.
Εὐλάβεια λοιπόν δέν ὑπάρχει ἀπό ὅ,τι φαίνεται οὔτε στήν πρώτη οὔτε στήν δεύτερη περίπτωση, διότι κοινός παρανομαστής τους εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς αἴσθησης τοῦ Θεοῦ.

2. Ποιά λοιπόν εἶναι ἡ πραγματική εὐλάβεια, στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Καί μάλιστα θά ἔλεγε κανείς ὅτι μέ τόν τρόπο πού τό λέει: ῾στῶμεν εὐλαβῶς᾽, μᾶς παραπέμπει στό ῾στῶμεν καλῶς᾽ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ὅταν ἀπηύθυνε τήν προτροπή στά ἀγαθά πνεύματα, μή τυχόν καί ἀκολουθήσουν τήν πτώση τοῦ πρώτου ἐκείνου ἀγγέλου, τοῦ ῾Εωσφόρου, καί τήν κατάντια του σέ σατανᾶ, σέ ἀντίπαλο τοῦ Θεοῦ! Σάν νά λέει δηλαδή καί ὁ ὑμνογράφος: Προσοχή! Νά σταθοῦμε κι ἐμεῖς σάν τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ μέ πρῶτον τόν Μιχαήλ, γιά νά ἐξυμνήσουμε σωστά τήν Παναγία μας.
Εὐλάβεια λοιπόν εἶναι ἐκείνη ἡ στάση πού προϋποθέτει τήν ἀπόλυτη αἴσθηση τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ, πρῶτα μέσα στόν ναό καί ἔπειτα μέσα στόν κόσμο ὅλο, ὅπου γῆς καί ἄν βρεθοῦμε. Κι ἐννοοῦμε: μέσα στόν ναό πρῶτα, διότι τά πάντα μέσα σέ αὐτόν μᾶς θυμίζουν τόν Θεό εἴτε μέ τήν ὕπαρξη τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματός τοῦ Κυρίου κάθε φορά πού τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί πάντοτε ἐπάνω στήν ῾Αγία Τράπεζα μέσα στό ἀρτοφόριο, εἴτε μέ τίς ἅγιες εἰκόνες τοῦ ῎Ιδιου, τῆς Παναγίας Μητέρας Του, τῶν ἁγίων φίλων Του, εἴτε μέ τά λείψανα πού τίς περισσότερες φορές ἔχουν οἱ διάφοροι ναοί, εἴτε μέ τήν πίστη μας στήν παρουσία τοῦ φύλακα ἀγγέλου τοῦ ναοῦ. Κι ἀκόμη: μέ τήν παρουσία τῶν πιστῶν πού ἀποτελοῦμε τίς ζωντανές εἰκόνες ᾽Εκείνου! ᾽Αλλά καί μέσα στόν κόσμο ὅλο συνεχίζεται ἡ εὐλαβική στάση τοῦ πιστοῦ. Διότι ὁ κόσμος δέν εἶναι λιγότερο ναός τοῦ Θεοῦ ὡς δημιούργημα ᾽Εκείνου, εἴτε ὡς σύμπαν εἴτε ὡς φύση τοῦ πλανήτη μας, ζῶα καί φυτά. Κάθε τι δέν ἔχει τήν σφραγίδα τοῦ Δημιουργοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος εἶναι ὁ ῾δι᾽ Οὗ τά πάντα ἐγένετο᾽, καί συνεπῶς ὅλα γίνονται σκαλοπάτια πού ὁδηγοῦν σέ ᾽Εκεῖνον;

3. ῾Ο ἀληθινός πιστός λοιπόν εἴτε μέσα στόν ναό εἴτε ἐκτός αὐτοῦ διατηρεῖ τήν ἴδια εὐλάβεια, γιατί νιώθει τήν ἱερότητα τῶν πάντων. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι αὐτό συνιστᾶ τό ὅριο τῆς εὐλαβείας: νά στέκεται κανείς εὐλαβικά καί μέσα στήν φύση καί μέσα στόν κόσμο, ἰδίως ὅταν νομίζει ὅτι εἶναι μόνος. Αὐτό πού ἐκφράζεται ὡς ἦθος στήν μοναξιά μας, αὐτό κατά πᾶσα πιθανότητα ἐκφράζει καί τήν ποιότητα τῆς ἀληθινῆς εὐλαβείας μας. Νά κάνουμε μία σύγκριση: ὅπως κατά τούς ἁγίους μας ἡ ἀληθινή ὑπακοή στόν μοναχό φανερώνεται ἐκεῖ πού λείπει ὁ Γέροντάς του, ἔτσι καί ἡ ἀληθινή εὐλάβεια φανερώνεται ἐκεῖ πού ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος, καί μάλιστα ἔξω ἀπό τόν ναό. Διότι εἴπαμε ὅτι ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ἡ πίστη ἤ ἡ ἀπιστία του, τό πόσο λαμβάνει ὑπόψη του τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή του.

4. Καί τό τονίζουμε καί πάλι: ἡ εὐλάβεια αὐτή τοῦ πιστοῦ πού διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ὑποκριτική φαρισαϊκή ἤ ἀπό τήν κατανόησή της ὡς ἐλευθεριότητας κινεῖται σέ ἐπίπεδο ἐλευθερίας. ῾Ο πιστός αἰσθάνεται τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του ὡς τοῦ Πατέρα, τοῦ φίλου, τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλά παράλληλα νιώθει ὡς τό δημιούργημα ἔναντι τοῦ Δημιουργοῦ καί Κριτῆ του. Νιώθω λοιπόν ἄνετα παντοῦ καί πάντοτε, κατεξοχήν μέσα στόν ναό, κυριολεκτικά ῾σάν τό σπίτι μου᾽, μέ τήν ἔννοια ὅμως τῆς προσευχητικῆς στάσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ πιστός, ἐλεύθερος, συγκρατεῖται καί περιορίζεται. Δέν ῾σουλατσάρει᾽ κατά τό κοινῶς λεγόμενο μέσα στήν ᾽Εκκλησία, δέν μασάει τσίχλες, δέν κουβεντιάζει, δέν ἀφήνει κυρίως τόν νοῦ του νά ἀφαιρεῖται ἀπό τά λεγόμενα καί τά διαπραττόμενα μέσα στόν ναό – πράγματα ὅλα αὐτά πού ἀπάδουν πρός τήν αἴσθηση τοῦ παρόντος Θεοῦ.

῾Η Παναγία μας θεωρώντας μία τέτοια στάση δική μας ἔναντί της σπεύδει πάντοτε νά μᾶς εὐλογεῖ καί νά μᾶς φυλάσσει. Εἶναι ῾ὑποχρεωμένη᾽ μπροστά σέ ἕναν τέτοιο πιστό. Γιατί κι ἐκείνη ἄν ἅγιασε, ἦταν γιατί ἀκριβῶς ἡ εὐλάβειά της ἦταν τό χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς της. Στήν Παναγία μας μάλιστα βλέπουμε τό ἀπόλυτο ὅριο τῆς εὐλαβείας αὐτῆς.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ (4α) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ





Δ´ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

῾Χαῖρε, ἡ τόν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα. Χαῖρε, ἡ τόν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα᾽

Στήν τελευταία στάση τῶν Χαιρετισμῶν πού ἀκούγεται σήμερα, ἡ ᾽Εκκλησία μας συνεχίζει νά μᾶς προβάλλει τό πάντιμο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, διά τῆς ὁποίας εἰσῆλθε τόν κόσμο ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μας, μ᾽ ἕναν καί πάλι καταιγισμό εἰκόνων καί συμβολισμῶν, παρμένων εἴτε ἀπό τό χῶρο τῆς Παλαιᾶς εἴτε ἀπό τό χῶρο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ᾽Αφορμή γιά σήμερα θά μᾶς δώσει ὁ παραπάνω χαιρετισμός: Χαῖρε, Παναγία, πού καταργεῖς τόν καταστροφέα τῶν φρενῶν τοῦ ἀνθρώπου. Χαῖρε σύ πού γέννησες Αὐτόν πού ἔσπειρε τήν ἁγνότητα.

1. Ποιές εἶναι οἱ φρένες τοῦ ἀνθρώπου καί ποιός ο φθορέας αὐτῶν τῶν φρενῶν;
Τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου, ἡ διάνοιά του, ὁ χῶρος τοῦ σκέπτεσθαι, ὁ χῶρος τῶν λογισμῶν, κάτι πού συνδέεται βεβαίως ἄμεσα μέ τό νοῦ του ἤ ἀλλιῶς μέ τήν καρδιά του. Καί φθορέας αὐτοῦ τοῦ χώρου εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ἀπαρχῆς ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ κατά τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν εὐαγγελιστή ἀνθρωποκτόνος. Ὁ διάβολος λοιπόν προσπαθεῖ πάντοτε νά διαφθείρει, νά καταστρέψει τή διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, (ἀπό ἐκεῖ ξεκινᾶ ἄλλωστε ὁποιαδήποτε ἁμαρτία: μέ τήν προσβολή τῶν λογισμῶν), ὥστε ἔτσι νά καταστρέψει καί τό κέντρο τῆς ὕπαρξής του, τό νοῦ καί τήν καρδιά του. Μέ ποιό σκοπό; Νά ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ζεῖ καί ἐνεργεῖ κυρίως στήν καρδιά τοῦ βαπτισμένου καί ἐνσωματωμένου στήν ᾽Εκκλησία ἀνθρώπου. Αἰτία γι᾽ αὐτό: τό μίσος τοῦ διαβόλου πρός τόν ἄνθρωπο, τόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένο, ὥστε νά μή μπορεῖ νά χαρεῖ αὐτός τήν παρουσία τοῦ Δημιουργοῦ του, συνεπῶς τή δική του ὁ διάβολος δυστυχία νά τήν κάνει καί δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διάβολος, κατά τούς ἁγίους μας, εἶναι τό πιό τραγικό καί δυστυχισμένο ὄν ὅλης τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, μέ ἐπιλογή βεβαίως τοῦ ἴδιου καί ὄχι τοῦ Θεοῦ.

2. Τί συγκεκριμένα προσπαθεῖ νά φθείρει ὁ πονηρός ἐπιτιθέμενος στή διάνοια τοῦ ἀνθρώπου;
               (1) ῾Ως πρός τόν Θεό: νά κλονίσει τήν ἐμπιστοσύνη του πρός Αὐτόν - ἄς θυμηθοῦμε τό περιστατικό στόν κῆπο τῆς ᾽Εδέμ: πῶς προσβάλλει τή διάνοια τῆς Εὔας, προκαλώντας ρήξη στήν πίστη της στόν Δημιουργό της.
               (2) ῾Ως πρός τό συνάνθρωπο: νά χαλάσει τή σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ αὐτόν, προκαλώντας καχυποψίες, διαστρέβλωση τῶν λόγων του, παρερμηνεύοντας τήν ὅποια συμπεριφορά του.
               (3) ῾Ως πρός τόν ἑαυτό μας: νά φέρνει πάντοτε δικαιολογίες γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους, προκειμένου νά ἁμαρτήσουμε ἤ κι ἄν ἁμαρτήσουμε, νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἀπελπισία, στή μελαγχολία, στήν ὑπερηφάνεια.

3. Ἡ Παναγία λοιπόν εἶναι αὐτή πού κατήργησε καί καταργεῖ τόν φθορέα διάβολο, γιατί γέννησε Αὐτόν πού τόν συνέτριψε ὁριστικά. ῎Ας θυμηθοῦμε καί πάλι τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο: τήν ὑπόσχεση πού ἔδωσε ὁ Θεός στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία, ὅτι θά ἔλθει κάποτε ἡ ἐποχή πού ὁ ἀπόγονος (Χριστός) τῆς γυναίκας (Παναγίας) θά συνέτριβε τήν κεφαλή τοῦ φιδιοῦ-διαβόλου! Κι ὅπως τό λέει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ῾κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολο᾽! Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσο πλησιάζουμε τόν Χριστό καί τήν Παναγία Μητέρα Του, ἄρα ὅσο ζοῦμε ἐκκλησιαστικά – στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε ἔντονα τήν παρουσία ᾽Εκείνου – τόσο χάνει ὁ πονηρός ὁποιαδήποτε δύναμη ἀπέναντί μας. Καί χάνεται ἡ ὅποια δύναμη τοῦ διαβόλου, γιατί σταλάζει μέσα μας ὁ Χριστός, ὅπως λέει ὁ ὑπό ἐξέταση χαιρετισμός (῾ἡ τόν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα᾽), ἀκριβῶς τήν ἁγνεία, τήν ἁγνότητα, δηλ. τή χάρη Του, ἀφοῦ ᾽Εκεῖνος εἶναι ἡ πηγή της. ῾Αγνίζετε ἑαυτούς, καθώς ᾽Εκεῖνος ἁγνός ἐστι᾽ (ἅγιος ᾽Ιωάννης Θεολόγος). Λέγοντας ἁγνότητα ἐννοοῦμε ὄχι μόνο τή σωματική ἀπό πλευρᾶς σαρκικῶν μολυσμῶν καθαρότητα, ἀλλ᾽ ὅλη τήν ἐγκάρδια στροφή τοῦ ἀνθρώπου, ψυχῆς καί σώματος, πρός τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει καί πάλι:
               (1) ὡς πρός τόν Θεό: πίστη καί ἀγάπη,
               (2) ὡς πρός τόν συνάνθρωπο: ἀγάπη καί ὑπομονή,
               (3) ὡς πρός τόν ἑαυτό μας: ταπείνωση καί σωφροσύνη καί ἐγκράτεια.

4. Μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ πιστός ἄνθρωπος γίνεται κατοικητήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί φθάνει στό σημεῖο νά γίνεται καί ἀληθινός θεολόγος. Δηλ. ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί καθοδηγεῖται μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ στήν πορεία του πάνω σ᾽ αὐτήν τή γῆ, ἔχοντας ὀρθή γνώση καί γιά τόν Θεό καί γιά τό συνάνθρωπο καί γιά τόν κόσμο ὅλο. Μᾶς ἐπισημαίνει τήν πραγματικότητα αὐτή μεταξύ τῶν ἄλλων καί ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος: ῾Τέλος ἁγνείας, θεολογίας ὑπόθεσις᾽ λέει. Τότε δηλ. ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά θεολογεῖ σωστά, ὅταν φθάνει στό τέλος τῆς ἁγνότητας. Κι ἁγνότητα σημαίνει, ὅπως εἴπαμε, ὀρθή στάση ζωῆς, κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

ΕΝΑΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ: †Ο Μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ Στρουμπής­

Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι στον Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή.

(ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΤΟ «ΕΘΝΟΣ») ΤΟ 1985

Σπάνια φωτογραφία του αοίδημου Ιωακείμ στα Καρδάμυλα σε λιτανεία του πολιούχου Αγίου Νικολάου (1938). Τον πλαισιώνουν οι έγκριτοι Καρδαμύλιοι Ιωάννης Μ. Ξυλάς, Γ. Σβώκος και Ι. Κουλουμούνδρας. Στο άκρο δεξιά ο Δημήτρης Φραγκούλης. (Από το αρχείο του Δημ. Ν. Λαϊνα)

Ασφαλώς δεν υπάρχει Χιώτης που να μην «χειροκρότησε» την έξοχη απόφαση να στηθεί η προτομή του αοίδημου Μητροπολίτου Χίου (και πρώην Κορυτσάς – Αρδαμερίου – Καρδαμύλων) Ιωακείμ Στρουμπή. Μάλιστα νομίζουμε ότι «αργήσαμε» πολύ όλοι να σκεφθούμε αυτήν την δίκαιη απότιση φόρου τιμής στον ηρωικό «Δεσπότη της κατοχής» (1941 – 1944) που στάθηκε τόσο στοργικά κοντά στο δοκιμαζόμενο ποίμνιό του.


Με την ευκαιρία αυτή θυμήθηκα ότι και πριν λίγα χρόνια η έγκριτη αθηναϊκή συνάδελφος «Έθνος» είχε ασχοληθεί με το έργο του Ιωακείμ, πράγμα που με έκανε να ζητήσω τη φιλοξενία ενός κειμένου μου στις στήλες της.
Αισθάνομαι πολύ υπόχρεος γιατί η καλή εφημερίδα μου παρεχώρησε ευχαρίστως τον χώρο της για μια τρίστηλη «επιφυλλίδα» της (και μάλιστα «εντός πλαισίου») στο φύλλο της 21/1/985, από το οποίο αναδημοσιεύω το παρακάτω κείμενο, γιατί είναι πάντα επίκαιρο και ―κατά τη γνώμη μου― αποκαθιστά όλη την αλήθεια για τον μακαριστό Ποιμενάρχη και τα «παρασκήνια» της αφαιρέσεως της Έδρας του το 1946. Το κείμενο εκείνο είχε ως εξής:
«Στο αγαπητό «Έθνος» δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες μια αρκετά εκτεταμένη έρευνα του κ. Χρήστου Θεοχαράτου σχετικά με τον μακαριστό Αρχιερέα πρώην Χίου Ιωακείμ Στρουμπή από τον οποίο ―όπως είναι γνωστό― αφαιρέθηκε στα 1946 η Μητροπολιτική Έδρα λόγω πολιτικής σκοπιμότητας.
Σαν συμπατριώτης του αοίδημου Ι. Στρουμπή τον οποίο γνώρισα από μικρό παιδί ―αλλά και ασχολήθηκα με το όλο θέμα του― επιθυμώ να προσθέσω τα παρακάτω σαν συμβολή στην αντικειμενική θεώρηση ενός αληθινά ατυχούς εκκλησιαστικού προβλήματος με πολιτικές προεκτάσεις:
1) Ο Ιωακείμ Στρουμπής στάθηκε φυσιογνωμία καλοσύνης, πραότητας, αγαθότητας, ανεξικακίας και ήθους. Προσέτι υπήρξε αφιλοκερδής και έζησε εν πτωχεία, χωρίς περιουσία και «υπάρχοντα». Ακόμα και τα Αρχιερατικά του άμφια ήταν λιγοστά και άνευ αξίας.
2) Υπήρξε αληθινός πατριώτης και περισσότερο φανατικός πατριδολάτρης της Χίου την οποία είχε μέχρι το τέλος του μέσα στην ψυχή του.
3) Στην Κατοχή ετήρησε άψογη στάση και η ένταξή του στο ΕΑΜ υπήρξε πράξη που υπαγόρευσε η εθνική του συνείδηση. Ας σημειωθεί ότι οι Κατοχικές Αρχές (και ειδικότερα ο τότε νομάρχης Ελευθέριος Πρόκος) ήλθαν σε σύγκρουση μαζί του πλην όμως οι Γερμανοί δεν τον επείραξαν μέχρι τέλους της Κατοχής, διότι δεν είχαν στοιχεία στα χέρια τους εναντίον του. Πάντως ο Ιωακείμ εδρούσε εναντίον τους ενεργά.
4) Ο Ιωακείμ υπήρξε θύμα, βέβαια, πολιτικής σκοπιμότητας από το επικρατήσαν μετακατοχικό «πνεύμα», όχι όμως θύμα «ρασοφόρου Δοσιλογισμού» όπως γράφτηκε, γιατί ευτυχώς σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής δεν έχουμε κρούσματα συνεργασίας Μητροπολιτών με τους κατακτητές.
Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι επικεφαλής της ελληνικής εκκλησίας (και στην Κατοχή και μεταγενέστερα) ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός ―νους και ψυχή της Αντίστασης στην Αθήνα με πληθωρική δράση― ενώ και ο διάδοχος του Στρουμπή, στην κενή πλέον έδρα του στη Χίο, Παντελεήμων Φωστίνης υπήρξε αρχηγός της Αντίστασης στην Καρυστία και συνεργάτης του Τσιγάντε στην οργάνωση «Μίδας 614». Το ίδιο και ο Σάμου Ειρηναίος κ.α.
5) Το ατυχές, στην περίπτωση του Ιωακείμ, είναι ότι αρκετοί Χιώτες έσπευσαν να τον κατηγορήσουν και για άλλα δευτερεύοντα θέματα που έδωσαν λαβή στο κύριο «σώμα» της κατηγορίας για την «εκπαραθύρωσή του…». Και το έπραξαν εν γνώσει της αναληθείας των, χωρίς τύψεις και λύπη. Άλλοι δε που μπορούσαν να μιλήσουν και να τον σώσουν ―δυστυχώς εσιώπησαν από δειλία ή καιροσκοπία.
6) Ίσως σχεδόν αναπολόγητος εκρίθη ο Ιωακείμ, διότι ο σταλείς τότε ως Συνοδικός έξαρχος (ο Θηβών και Λεβαδείας, Πολύκαρπος) έμεινε πολύ λίγες μέρες στη Χίο και ίσως δεν μπόρεσε να καταλήξει σε σωστά συμπεράσματα για τον κατηγορούμενο Αρχιερέα.
7) Θέμα αποκατάστασης του Ιωακείμ είναι μόνο ηθικό διότι οι Αρχιερείς στερούνται μόνο την Διοίκηση των Μητροπόλεών των. Κατά τα λοιπά Αρχιερατικά των καθήκοντα είναι 100% ισότιμοι των εν ενεργεία συναδέλφων των (ως σχολιάζοντες) τελούντες όλα τα Μυστήρια και Χοροστασίες, ακωλύτως. Ενθυμούμαι π.χ. ο ίδιος ότι οι Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος, (που απώλεσαν τις έδρεν των, μαζί με τον Χίου Ιωακείμ), για πολλά χρόνια χοροστατούσαν ως κανονικοί Αρχιερείς, ασχέτως της εκπτώσεως των.
8) Πάντως ―πέρα από τα παραπάνω αναπτυχθέντα― ο χρόνος και η αντικειμενική μελέτη των ιστορικών δεδομένων της εποχής εκείνης, μακριά από φανατισμούς και πάθη, έχουν οδηγήσει στο γενικό συμπέρασμα ότι καμιά πλέον «σκιά» δεν σκεπάζει το αληθινό εθνικό πρόσωπο και το πατριωτικό έργο του Ιωακείμ Στρουμπή.»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΛΑΪΝΑ
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...