Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 29, 2013

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΚΛΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ; ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς ) Πηγή: Βάλε στη Ζωή σου το Χριστό...: ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΚΛΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ; ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )

Ο Κύριος μας δεν είχε τη συνήθεια να υπερβάλλει στην ομιλία Του. Κανένας λόγος σε τούτο τον κόσμο δεν είναι τόσο ακριβής όσο ο δικός του. Όταν Εκείνος λέει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε χωρίς Αυτόν, πρέπει να το δεχθούμε και να το καταλάβουμε κατά κυριολεξία. Εδώ ομιλεί για το καλό και όχι για το κακό. Δηλαδή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε καλό χωρίς Χριστό, εκτός Χρίστου ή αντίθετο με το Χριστό.



Εκείνος είναι ο Κύριος, ο χορηγός και εμπνευστής κάθε καλού. Κανένα είδος καλού δεν μπορεί να σταθεί έξω από Εκείνον. Αντιστοίχως, κανένα είδος κακού δεν περιέχεται σ’ Εκείνον. Ο Κύριος μας λέει: Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα (Ιωάν. 15:5). Τί μπορούν να κάνουν τα κλήματα χωρίς το αμπέλι; Μήπως μπορούν ν’ αναπτυχθούν και να φέρουν καρπό; Όχι, δεν μπορούν να γίνουν τίποτε άλλο παρά καύσιμη ύλη για φωτιά.

Ο άνθρωπος μπορεί να σκεφθεί όσο εμβριθώς θέλει, όμως δεν μπορεί να συλλάβει ούτε ένα αληθινά καλό έργο, που να μην είναι εν Χριστώ και να μην πηγάζει από το Χριστό. Αν κάποιος ανθρωπιστής ισχυριστεί ότι κάνει καλά έργα ανεξάρτητα από το Χριστό, ας είμαστε βέβαιοι ότι τα έργα του είναι σάπια στον πυρήνα τους, είτε από ματαιοδοξία, είτε από κρυμμένο εγωισμό. Ο άνθρωπος χωρίς Χριστό είναι όμοιος με τα κλήματα χωρίς το αμπέλι. Ο Χριστός ο ίδιος μας το είπε! Το Αμπέλι είναι μεν αθέατο, κρυμμένο, άλλα τα κλήματα του δεν είναι. Τα σταφύλια του κλήματος και το ίδιο το κλάμα εξαρτώνται από το Αμπέλι. Το Αμπέλι του καλού, που τα πάντα περικλείει, αναπτύσσεται από την καρδιά του Θεού-Πατέρα και ποτίζεται από τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.

Αγία Τριάς ό Θεός, ελέησαν και σώσον ημάς! Γιατί Σε σένα ανήκει όλη η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση στους αιώνες. Αμήν.


Πηγή: Βάλε στη Ζωή σου το Χριστό...: ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΚΛΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ; ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς ) http://orthodoxa-ofelimata.blogspot.com/2013/06/blog-post_29.html#ixzz2Xb6YlEgp

οὐκ ἔστι μου ἄξιος π. Αλέξιος Αλεξόπουλος

 φιλν πατέρα  μητέρα πρ μ οκ στι μου ξιος· κα  φιλν υἱὸν θυγατέρα πρ μ οκ στι μου ξιος· κα ς ο λαμβάνει τν σταυρν ατο κα κολουθε πίσω μου, οκ στι μου ξιος.».
              Ο Χριστός ζητά από τους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν. Αυτή η συμπόρευση μαζί Του προϋποθέτει μία αποταγή και δύο καταφάσεις. Η αποταγή είναι η άρνηση του ανθρώπου να ακολουθήσει άλλες αγάπες, να τις βάλει πιο πάνω από την αγάπη του Χριστού. Να υπερβεί δηλαδή την συγγένεια, τα αγαθά, τα προσωπικά χαρίσματα, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό και να ακολουθήσει πορεία κατάφασης. Και η κατάφαση έχει να κάνει με το ΝΑΙ στον ουρανό και το ΝΑΙ στην ομολογία του ουρανού ως της αληθινής πατρίδας του ανθρώπου, αλλά και την επιλογή μιας ζωής που να έχει γνώμονα τον Άλλο, τον οποιονδήποτε Άλλο. Ο Χριστός μας λέει ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει αυτόν τον δρόμο. Είναι η πίστη και η αγάπη.
Εάν δεν χάσεις με τη θέλησή σου όλα όσα πίστεψες ότι είναι δικά σου ή ονειρευόσουν να τα αποκτήσεις, τότε είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον η ζωή σου να έχει νόημα. Κανένα αγαθό δεν μπορεί να συνοδεύσει τον άνθρωπο στο επέκεινα, στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος προτιμά να διαγράφει την αιωνιότητα για να μπορεί να χαρεί τα αγαθά του παρόντος κόσμου, με την ιδέα ότι η ζωή τελειώνει στον τάφο. Και αγανακτεί με όλους εκείνους που τον οδήγησαν στο να χάσει τα αγαθά, κυρίως το όνειρο και την αυτάρκεια, γιατί κοίταξαν μόνο τον εαυτό τους, την ιδιοτέλεια, τον πλουτισμό τους, κατασπατάλησαν χρόνο και χρήματα καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις αυτάρκειας που η κατανάλωση θα έδινε στους πολλούς. Δικαιολογημένη η αγανάκτηση.
Θα έπρεπε όμως να ξεκινήσει από τους εαυτούς μας. Γιατί αφεθήκαμε να παραπλανηθούμε. Ευχαριστηθήκαμε καθιστώντας στάση ζωής  την αυτάρκεια, την ικανοποίηση κάθε απαίτησης του εαυτού μας, της παράδοσης του χρόνου μας σε προσανατολισμούς χωρίς αιωνιότητα. Μείναμε σε ψευδαισθήσεις, μεθυσμένοι από την ελευθερία που φαίνεται ότι προσφέρει η ζωή χωρίς Θεό και η απόρριψη οποιασδήποτε ηθικής αξίας και φραγμού. Είπαμε «όλα επιτρέπονται» και το δοξάσαμε.  Είπαμε «δεν πιστεύουμε τίποτα» και αυτοπεριοριστήκαμε στα του οίκου μας. Ανεχθήκαμε το πριόνισμα θεσμών όπως η πολιτική, η παιδεία, η Εκκλησία, η δικαιοσύνη, για να είμαστε όλοι το ίδιο, για να μην ξεχωρίζει κανείς σε μια ρευστότητα άνευ προηγουμένου.  
                Μία Κυριακή μετά την εορτή της Πεντηκοστής η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τον δρόμο των Αγίων. Αυτών που   άφησαν κατά μέρος κάθε άλλη αγάπη και διάλεξαν την αγάπη του Χριστού. Και κέρδισαν και τον παρόντα χρόνο, αλλά και την αιωνιότητα. Ακόμη κι αν έφυγαν από αυτή τη ζωή μέσα από τον πόνο του μαρτυρίου ή από την στέρηση των αγαθών ή από τον περιορισμό των επιθυμιών, κέρδισαν και το Θεό και την αιωνιότητα, αλλά και έμειναν ζωντανοί στην αγάπη των ανθρώπων. Είπαν το μεγάλο ΟΧΙ και έλαβαν το ΝΑΙ του Θεού. Ίσως εδώ βρίσκεται η μακροπρόθεσμη λύση για την πορεία της κοινωνίας μας.  Στην απόφαση να πούμε ΟΧΙ πλέον στην φενάκη αυτής της νοοτροπίας που μας έκανε να πουλήσουμε τις ψυχές μας και τώρα να αγανακτούμε γιατί μας στερούν το ξυλοκέρατο που μας παρηγορούσε δηλητηριάζοντάς μας. Στην επιλογή να πούμε ΝΑΙ στην αγάπη, στο μοίρασμα των χαρισμάτων μας, στην εργασία για να αλλάξουμε τους εαυτούς μας εντός μας, να επέλθει και η συλλογική αναδιοργάνωση.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ

              
         Πόσο εφικτή είναι η αγιότητα στην εποχή μας;  Μπορεί να υπάρξει άγιος σήμερα;  Το ερώτημα τίθεται για τον πρόσθετο λόγο ότι η αγιότητα δεν είναι άγνωστο φαινόμενο, όπως όταν πρωτοξεκίνησε η Εκκλησία. Τότε ο κόσμος δεν ήξερε τι σημαίνει Τριαδικός Θεός, τι σημαίνει πίστη, τι σημαίνει χριστιανική ζωή, τι σημαίνει κάποιος να λαμβάνει ως καρπό της καθόδου του Αγίου Πνεύματος την αγιότητα ως την μέγιστη δωρεά και στην παρούσα και στην αιώνια ζωή. Για τον κόσμο η αγιότητα ήταν μία κατάσταση που ούτε κατά λέξιν ούτε κατά διάνοιαν μπορούσε να υπάρξει. Σήμερα, η αγιότητα μπορεί να περιφρονείται από τους πολλούς, ωστόσο θεωρείται μία δεδομένη κατάσταση, έστω και μόνο για τον παρόντα κόσμο από αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό ή για την μεταφυσική κατάσταση του ανθρώπου, σύμφωνα με όσους πιστεύουν, αλλά θεωρούν ότι η Εκκλησία υπάρχει για το επέκεινα.
                Η εορτή των Αγίων Πάντων μας δείχνει ότι για το Ευαγγέλιο και τον αψευδή λόγο του Χριστού η αγιότητα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο κάτω από τρεις προϋποθέσεις: την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους και την ανάληψη του σταυρού, που συνεπάγεται η ακολούθηση του Χριστού. Ομολογία σημαίνει τη συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να δηλώνει με το λόγο και την βιωτή του ότι πιστεύει στο Χριστό ως τον Θεό, τον Σωτήρα και τον Αναγεννητή της ύπαρξής Του, αλλά και ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Η υπέρβαση των δεσμών της συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους σημαίνει την συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να μην αγκιστρώνεται στις προτεραιότητες της ζωής αυτής, ακόμη κι αν χρειάζεται η παραίτηση από την πρόταξη της αγάπης στα οικεία πρόσωπα. Να μην θεωρεί δηλαδή ο άνθρωπος ότι του ανήκουν είτε πρόσωπα είτε αγαθά και ότι η ζωή του εξαρτάται αποκλειστικά από αυτά, αλλά να τα βλέπει στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι αποδίδει την τιμή και την αγάπη σ’  αυτά, αλλά βλέπει ευρύτερα τη ζωή. Όλοι συμπορευόμαστε προς την αιωνιότητα. Στόχος μας είναι η κοινωνία με το Χριστό. Αν το συναίσθημα, η οικειότητα, ακόμη και η αγάπη προς τα πρόσωπα με τα οποία συνδεόμαστε μας χωρίζουν από την αγάπη του Θεού, μας κρατούνε δηλαδή καθηλωμένους στο τώρα, η συγγένεια λειτουργεί ως εμπόδιο ή πειρασμός στην αγιότητα. Ο δρόμος της αγιότητας, εξάλλου, δεν είναι δρόμος εύκολος. Προϋποθέτει την ανάληψη του σταυρού που αναλογεί στον καθέναν. Και σταυρός σημαίνει θυσία, παραίτηση από το ίδιον θέλημα και ταύτιση της πορείας μας με τον δρόμο του Ευαγγελίου και των εντολών που καταγράφονται σ’  αυτό και βιώνονται στην Εκκλησία.
                Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις βιώθηκαν από μυρίους μυριάδων Αγίους ανά τους αιώνες. Αποτελεί αυτό το γεγονός παρήγορη διαπίστωση σε όσους αισθανόμαστε ότι η αγιότητα δεν είναι εφικτή στο σήμερα. Η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει εντός της. Τυραννιέται από την ανάγκη να αναζητήσει νόημα για την ύπαρξη, να ερμηνεύσει την πορεία της, να βρει ελπίδα για την αιωνιότητα. Παλεύει εναντίον του κακού με τις πολυποίκιλες μορφές του. Οργανώνει κοινωνίες, για να μπορέσει να το τιθασεύσει. Θέλει να απαντήσει στο ερώτημα περί του Θεού. Συναντά τις εξουσίες του αιώνος του κόσμου τούτου και καλείται να διαμορφώσει στάση έναντί τους. Αξιοποιεί το νου και τις ιδέες που γεννά και διατυπώνει κοσμοθεωρίες, στην προσπάθεια για απαντήσεις. Και ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που στις ημέρες μας ο κόσμος έχοντας υπερβολική πεποίθηση στον πολιτισμό και τα επιτεύγματά του, λειτουργεί με την οίηση  ότι μπορεί τα πάντα χωρίς το Θεό. Έτσι, η αγιότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στις πιθανές απαντήσεις στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.  
                Ωστόσο, δεν έπαψαν ούτε θα πάψουν να υπάρχουν πλείστοι όσοι συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να δίδουν την απάντηση της αγιότητας που ο Χριστός προσφέρει στον κόσμο και τον άνθρωπο. Και είναι γεγονός ότι ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν στην αγιότητα, θαυμάζουν, φανερά ή κρυφά, τα όσα αυτή περιλαμβάνει. Παρότι δεν θεωρούν ότι είναι για αυτούς, εντούτοις απορούν πώς άνθρωποι ομολογούν το Χριστό, ανεξαρτήτως των συνεπειών που μια τέτοια ομολογία μπορεί να έχει, κυρίως στο κοινωνικό επίπεδο, όπου η ομολογία συνοδεύεται συνήθως από περιφρόνηση και απόρριψη και ειρωνεία που γίνεται αφορμή συνεχούς μείωσης της αξίας της ανθρώπινης υπόστασης. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν βάζουν το συμφέρον, αλλά και την συγγένεια και την ανάγκη για πρόταξη των οικείων δεσμών, αλλά είναι ζούνε με απόφαση η Αλήθεια και η Δικαιοσύνη που φέρει η πίστη να είναι πιο πάνω από τα συναισθήματά τους, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει ιδιαίτερα σκληρό και ακατανόητο, αληθινό μαρτύριο. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι έτοιμοι να φέρουν το σταυρό τους, αρνούμενοι να υποκύψουν στα «γιατί»  που τον συνοδεύουν, αλλά εμπιστευόμενοι το Χριστό και την Εκκλησία και ζώντας σε ένα ήθος αυταπάρνησης και αφιέρωσης που τους κάνει να αγαπούνε το Θεό και τον συνάνθρωπο όχι απλώς όπως τον εαυτό τους, αλλά και περισσότερο.
                Μπορεί ο δρόμος της αγιότητας να φαίνεται ακατόρθωτος ή ξεπερασμένος στην εποχή μας. Όμως η Εκκλησία παραμένει η πόλις επάνω όρους κειμένη και στην εποχή μας και σε κάθε εποχή. Και οι Άγιοί της είναι τα λυχνάρια που φέγγουν σε όλο τον κόσμο, δίδοντάς μας τη δυνατότητα να παραδειγματιζόμαστε από την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών με τον κόσμο, αλλά και την πορεία του σταυρού που ακολουθούν και να τους έχουμε πρεσβευτές και στον δικό μας αγώνα. Ας είναι λοιπόν η δική τους πορεία η αφορμή για να ξαναβλέπουμε τη ζωή μας στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό εν τη Εκκλησία. Και η χάρις του Πνεύματος θα μας ενισχύει, για να μη νικιόμαστε από την αντίρροπη νοοτροπία, όπως κι αν αυτή εκφράζεται.

 Κέρκυρα, 30 Ιουνίου 2013

Κυριακή των Αγίων Πάντων – Οι Άγιοι Απόστολοι

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ -Τῶν Ἁγίων Πάντων: Ἑβρ. ια΄ 33 - ιβ΄ 2
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ-Τῶν 12 Ἀποστόλων: Ματθ. θ΄ 36, ι΄ 1-8
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ
Τὰ ὥριμα στάχυα
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων συμπίπτει μὲ τὴ Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ποὺ ἑορτάζουμε κάθε χρόνο στὶς 30 Ἰουνίου. Πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων λοιπὸν ἀναγινώσκεται στὴ θεία Λειτουργία ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε καὶ ἡ ὁποία περιγράφει τὴν πρώτη ἀποστολὴ ποὺ ἀνέθεσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.

Ὅταν τοὺς ἀπέστειλε στὴν πρώτη τους περιοδεία, ὁ ἰουδαϊκὸς λαὸς ἦταν σὲ κατάσταση ἀπελπιστική: «ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα». Περιφρονημένος καὶ προδομένος ἀπὸ τοὺς θρησκευτικούς του ἡγέτες, τοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους, ζοῦσε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀναζητοῦσε φῶς ἐλπίδας, μήνυμα σωτηρίας. 

Βλέποντας αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ θεῖος Λυτρωτής, εἶπε στοὺς μαθητές Του: «ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι»· τὰ στάχυα ποὺ εἶναι ὥριμα γιὰ θερισμὸ εἶναι πολλά, οἱ ἐργάτες ὅμως ποὺ θὰ τὰ θερίσουν εἶναι λίγοι (Ματθ. θ΄ 37).


Πόσο ἐπίκαιροι ἀκούγονται καὶ σήμερα οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Κυρίου! Κουρασμένοι καὶ ἀπογοητευμένοι οἱ ἄνθρωποι γύρω μας ἀναζητοῦν τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ζωῆς· περιμένουν λόγο παρακλήσεως· ἔχουν ἀνάγκη πνευματικῆς καθοδηγήσεως καὶ στηρι­ γμοῦ. Ποιὸς θὰ ἀναλάβει αὐτὸ τὸ ἔργο;...


Ζητοῦνται ποιμένες μὲ συναίσθηση εὐθύνης, γιὰ νὰ ὁδηγοῦν τὰ πρόβατα μὲ ἀσφάλεια... Ζητοῦνται ἐργάτες μὲ ζῆλο καὶ ὄρεξη, γιὰ νὰ θερίσουν τὰ ὥριμα στάχυα... Ἂς παρακαλοῦμε θερμὰ τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ νὰ ἀναδεικνύει καὶ νὰ ἀποστέλλει ἐργάτες στὸ πνευματικὸ χωράφι Του.


2. Οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας


Προσκάλεσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές Του, τοὺς ἔδωσε ἐξουσία καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύουν κάθε εἴδους ἀσθένεια καὶ νὰ διώχνουν τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ τοὺς ἀπέστειλε γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἀναλάμβαναν τέτοιο ἔργο. Κι εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος παραθέτει τὰ ὀνόματά τους καὶ ἀποδίδει σὲ ὅλους τὸν τιμητικὸ τίτλο «ἀπόστολος».


Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους γνωρίζουμε πολὺ λίγα γιὰ τὴ ζωή τους. Ὡστόσο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τοὺς τιμᾶ μὲ τὸν πλέον ἔνδοξο τίτλο μεταξὺ τῶν Ἁγίων. Εἶναι ἐντυπωσιακὸ τὸ σχετικὸ ὅραμα ποὺ περιγράφεται στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου. Ἐκεῖ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ὅτι εἶδε τὴν ἔνδοξη πόλη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ μὲ τὰ τείχη της κτισμένα καὶ θεμελιωμένα πάνω σὲ δώδεκα θεμέλια. Καὶ πάνω στὰ θεμέλια εἶδε τὰ «ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. κα΄ 14).


Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ἀποστολική. Ἔχει ἐποικοδομηθεῖ πάνω στὸ θεμέλιο τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, τὸ ἀγκωνάρι ποὺ βαστάζει καὶ στηρίζει ὅλο τὸ οἰκοδόμημα, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός (Ἐφ. β΄ 20). Ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τὴ θεοφώτιστη διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, διατηρεῖ ἀδιάκοπη τὴ διαδοχή τους διὰ τῶν ἐπισκόπων της καὶ συνεχίζει τὸ ἀποστο-λικό τους ἔργο κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» (Λουκ. κδ΄ 47).


3. Ὁ γνήσιος ἐθελοντισμὸς


Πρὶν ξεκινήσουν τὴν ἀποστολή τους οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔλαβαν σαφεῖς ὁδηγίες ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, τοὺς εἶπε: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε». Τὴ χάρη ποὺ σᾶς ἔδωσα γιὰ νὰ διδάσκετε καὶ νὰ θαυματουργεῖτε, τὴ λάβατε δωρεάν· δωρεὰν λοιπὸν δῶστε την κι ἐσεῖς.


Καὶ ἀκολούθησαν πιστὰ οἱ Μαθητὲς τὴν ἐντολὴ τοῦ θείου Διδασκάλου. Κήρυτταν, θαυματουργοῦσαν, θεράπευαν ἀρρώστους, ἔδιωχναν τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἀνάσταιναν νεκρούς, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔπαιρναν χρήματα! Ἦταν κουραστικὸ τὸ ἔργο τους, σὲ καμία ὅμως περίπτωση δὲν ἤθελαν νὰ ἀνταμειφθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν κόπο τους.


Ἦταν ἐντυπωσιακὰ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσαν, ὡστόσο ποτὲ δὲν τὰ ἐκμεταλλεύθηκαν γιὰ νὰ κερδίσουν κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Κι αὐτὴ ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ αὐτοθυσία τους προκαλοῦσε ἐντύπωση περισσότερο κι ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ θαύματά τους.


Μιλάει σήμερα ὁ κόσμος γιὰ ἐθελοντισμὸ κι ἀναζητάει τρόπους γιὰ νὰ γκρεμίσει τὰ κάστρα τοῦ ἀτομισμοῦ καὶ νὰ διδάξει τὴν ἐθελοντικὴ προσφορά. Ὡστόσο γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὁ τρόπος αὐτὸς διακονίας πρὸς τὸν συνάνθρωπο δὲν εἶναι κάτι νέο. Ὅποιος ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὰ χαρίσματα ποὺ ἔχει εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τὰ μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Αὐτὴ ἡ ἀγαπητικὴ προσφορὰ πρὸς τὸν συνάνθρωπο εἶναι ὁ δρόμος ποὺ χάραξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄξιοι συνεχιστές τους. Ὁ δρόμος τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης ποὺ καλούμαστε ὅλοι μας νὰ ἀκολουθήσουμε.
“Ο ΣΩΤΗΡ”,15/06/2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠAΝΤΩΝ «ΟΙ ΑΞΙΟΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΘΕΟ» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυθήρων



       «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ
οὐκ ἔστι μου ἄξιος∙ καί ὁ φιλῶν υἱόν ἤ
θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»
(Ματθ.10,37)
Στό σημερινό Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Ἴδιος ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός προσδιορίζει τούς ἀληθινά ἀξίους ἐνώπιόν Του, καταγράφοντας τίς ἀπαραίτητες γι' αὐτό προϋποθέσεις.
          Ἔτσι, μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας, ὅτι ὅποιος ἀγαπάει τόν πατέρα του ἤ τήν μητέρα του περισσότερο ἀπό Ἐκεῖνον, δέν εἶναι  ἄξιός του χριστιανός. Κι ὅποιος ἀγαπάει τόν γιό του ἤ τήν θυγατέρα του παραπάνω ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, δέν εἶναι ἐπίσης ἄξιος. Καί στή συνέχεια λέγει ὅτι ὅποιος δέν σηκώνει τόν σταυρό του καί δέν τόν ἀκολουθεῖ δέν εἶναι ἄξιος ἀκόλουθός του.
          Προσέξτε, ἀδελφοί μου, δέν λέγει ἐδῶ ὁ Χριστός μας νά μήν ἀγαπᾶτε τόν πατέρα καί τήν μητέρα σας, τόν γιό ἤ τήν θυγατέρα σας. Θέλει νά τονίσῃ ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν πατέρα καί τήν μητέρα, τόν γιό καί τήν θυγατέρα, πού πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρχῃ, δέν πρέπει ἐπ' οὐδενί λόγῳ νά ξεπερνάει ἤ νά ὑπερφαλαγγίζει τήν ἀγάπη πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό καί κατ' ἐπέκτασιν εἰς τόν ἅγιο Τριαδικό Θεό μας, καί στά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
          Αὐτό σημαίνει ὅτι ποτέ χάριν τῆς ἀγάπης τῶν οἰκείων μας προσώπων δέν θά θυσιάσωμε τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Ποτέ δέν θά περιφρονήσωμε τόν Χριστό καί τόν θεῖο νόμο του γιά χάρι τους καί ποτέ δέν θά τόν ἐγκαταλείψωμε καί δέν θά τόν ἀρνηθοῦμε. Αὐτό, ἀκόμη, δηλώνει ὅτι ἡ λατρεία ἀνήκει μόνο στόν Κύριο καί ὄχι στά ἀγαπημένα οἰκογενειακά μας πρόσωπα, στά ὁποῖα, ὅμως, πρέπει νά δίνουμε τήν ἁγνή καί ἄδολη ἀγάπη μας, τήν θυσιαστική ἀγάπη καί προσφορά.
Οἱ Ἅγιοι Πάντες τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἐναρέτως βιώσαντες καί μαρτυρικῶς ἤ ὁσιακῶς τελειωθέντες, οἱ ἐπώνυμοι καί οἱ ἀνώνυμοι, οἱ Ἅγιοι πού ἔζησαν σέ ὅλες τίς ἐποχές, σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τοῦ πλανήτη μας, αὐτοί πού ἀνῆκαν σέ κάθε φυλή, γλῶσσα καί ἔθνος καί ἦταν κάθε ἡλικίας καί κάθε κοινωνικοῦ στρώματος ἦσαν οἱ κατ' ἐξοχήν φίλοι καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄξιοι καί καταξιωμένοι τοῦ Κυρίου. Καί τό κατόρθωσαν αὐτό γιατί μπροστά στίς δοκιμασίες, τίς ἀπειλές καί τόν φόβο τοῦ θανάτου προέταξαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἐδείλιασαν ἐνώπιον τῶν τυράννων καί τῶν βασανιστηρίων, δέν ἐγκατέλειψαν καί δέν ἀρνήθηκαν τόν Χριστό, ἀλλά καρτερικά καί μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως τῆς αἰωνίου ζωῆς ὑπέμειναν τόν πρόσκαιρο χωρισμό καί τήν στέρησι τῶν ἀγαπημένων τους προσώπων.
          Ὅταν τούς ἐρωτοῦσαν : Ποιός εἶσαι, ἀπαντοῦσαν : εἶμαι χριστιανός, ποιά ἡ πατρίδα σου ἀποκρίνονταν τό ἴδιο, ποιο τό ἐπάγγελμά τους, Χριστιανός ἔλεγαν. Ὅταν σέ κάποιες ἔγκυες καί ἐπίτοκες γυναῖκες, φυλακισμένες καί προωρισμένες γιά τό μαρτύριο, ἔλεγαν οἱ τύραννοι : καλά δέν λυπᾶσαι τή ζωή σου, δέν λυπᾶσαι καί αὐτό τό ἀθῶο πλᾶσμα, πού θά ἔλθη στόν κόσμο, ἀπαντοῦσαν : ἔχει τόν Θεόν πού τό ἐγέννησε γιά νά τό φροντίση. Ὅλα ὅσα ὑπέμειναν οἱ «Ἀπόστολοι, Μάρτυρες καί Προφῆται, Ἱεράρχαι, Ὅσιοι καί Δίκαιοι, οἱ καλῶς τόν ἀγῶνα τελέσαντες καί τήν πίστιν τηρήσαντες...» τά ὑπέμειναν μόνον καί μόνον διά τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, γι' αὐτό καί ἀνεδείχθησαν οἱ ἄξιοι καί οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ.
          Μέ τίς εὐχές καί τίς πρεσβεῖες τῶν ἀξίων αὐτῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, εἴθε ἀδελφοί μου νά μᾶς ἀναδείξη ἡ Θεία Χάρις Του ἀξίους καί πιστούς δούλους Του καί κληρονόμους τῆς αἰωνίου Του Βασιλείας καί μακαριότητος. Γένοιτο.   
                                                                             † Ὁ Κ.Σ.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤHN ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

«Ἡ μνήμη αὕτη τῶν Ἁγίων ἁπάντων, καθάπερ ἄλλος οὐρανός ἀπαστράπτει, ὡς ἥλιον μέν λάμποντα ἐν μέσῳ τόν Χριστόν ἔχων, ὡς σελήνη δέ, τήν ἁγίαν Παρθένον, καί ὡς ἄστρα φαίνοντα, κύκλῳ πάντας Ἁγίους.  Διό οἱ ἑορτάζοντες αὐτήν, νοῦν καί καρδίαν, ἀεί ἐλλαμπόμεθα.»                                       (κοντάκιον τῆς ἑορτῆς)

            Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί ἀδελφοί, σήμερον σεμνυνομένη, τιμᾶ καί προβάλλει τό σύνολο τῶν φίλων τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ.  Βέβαια φίλοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἄλλοι ἀπό ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι μέσα στήν πολυδαίδαλη καί πολυκύμαντη ζωή τοῦ κόσμου τούτου πέτυχαν νά ἀναδειχθοῦν εὐάρεστοι στόν Τριαδικό Θεό κατά τό διάστημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς καί πολιτείας τους.  Ὅταν δέ μετέστησαν ἀπό τόν κόσμο τοῦτο, τόν ἐφήμερο καί προσωρινό καί εἰσῆλθαν στόν κόσμο τῆς αἰωνιότητος ἀξιώθησαν νά λάβουν τά βραβεῖα τῆς νίκης καί νά στεφανωθοῦν  μέ τό ἀμάραντο στεφάνι τῆς τιμῆς, τό ὁποῖο παρέχει ὁ δωρεοδότης Χριστός σ’ ὅσους τόν ἀγαποῦν.
            Νά ἀναφέρουμε ἐπίσης ὅτι ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων ἐπισφραγίζει τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου καί συνάμα ὡς ἄλλη γέφυρα ἐγκαινιάζει τήν καλοκαιρινή ἐκκλησιαστική περιόδο.  Σ’ αὐτήν εἰσερχόμεθα ἀπό τήν παρούσα Κυριακή.  Μεταξύ δέ τῶν τιμωμένων προσώπων καί ἱερῶν μορφῶν τῶν Ἁγίων στούς ὁποίους ἀναφέρεται, περιλαμβάνονται ὁπωσδήποτε οἱ ἅγιοι καί οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ Ἅγιοι οἱ ὁποῖοι ἀνεφάνησαν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί ἔπειτα, καί ὅσοι ἅγιοι πρόκειται νά ὑπάρξουν μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, τό τέλος δηλαδή τοῦ κόσμου.
            Ἡ μελέτη τῆς ζωῆς καί πολιτείας τῶν Ἁγίων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τήν ὁποία πρέπει νά κάνουμε μοιάζει μέ ἐπίσκεψη μέσα σέ δροσερό περιβόλι, ὅπου ὑπάρχουν παντοειδῆ καρποφόρα δένδρα καί σέ ἀνθόσπαρτο κῆπο, ὁ ὁποῖος εἶναι πλημυρισμένος ἀπό λογῆς λογῆς εὔοσμα ἄνθη.  Οἱ ἀρετές τῶν Ἁγίων ἀποτελοῦν τούς χυμώδεις καρπούς, τούς ὁποίους γευόμεθα καί ἔτσι προγευόμεθα τά κάλλη τοῦ παραδείσου.  Ἡ ἐπισκίαση δέ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τούς χαριτώνει καί ἡ συναναστροφή μας μαζί τους μέσω τῆς γνωριμίας μᾶς προσφέρει ἀνάπαυση γλυκειά καί γαλήνη ἀκύμαντη.
            Ὁ ποιητής καί ὑμνογράφος τοῦ πιό πάνω τροπαρίου (κοντακίου) τῆς Ἐκκλησίας μᾶς προσφέρει μιά θαυμάσια εἰκόνα ὡς πρός τήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων.  Τήν παρομοιάζει ὡς οὐρανό ἀστερόφωτο καί τηλαυγή.  Ὁ Χριστός ὡς βασιλέας εὑρίσκεται στό κέντρο καί λάμπει ὡς ὁ ἥλιος.  Ἔχει δέ ἐπιπρόσθετα τήν ἁγία Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία μοιάζει μέ τή σελήνη, τό φεγγάρι.  Ὡς ἀστέρια δέ τά ὁποῖα ἐκπέμπουν φῶς, ἔχει τριγύρω ὅλους τούς Ἁγίους.  Ἔτσι ὅλοι ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι τελοῦμε τήν πάντιμη αὐτήν ἑορτή δεχόμεθα πάντοτε φωτισμό καί θεία ἔλλαμψη στό νοῦ καί τήν καρδία μας. 
Αὐτή ἡ ἐξαιρετική εἰκόνα ὅταν ἀντιπαραβάλλει τό Χριστό, πού εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, μέ τό κτῖσμα ἥλιο, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτόφωτος, μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τό «Φῶς ἐκ φωτός» τήν πηγή τοῦ φωτός.  Ἡ παρομοίωση δέ τῆς Θεοτόκου μέ τή σελήνη, τό φεγγάρι, ὑπονοεῖ ὅτι ἡ σελήνη εἶναι ἑτερόφωτη, γιατί τό φῶς της ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τοῦ φωτός τοῦ ἥλιου καί ἡ Παναγία δέχεται φῶς δανεικό, δηλαδή τή φωταγωγεῖ καί τή φωτίζει ὁ Κύριος, ὁ Υἱός καί Θεός της.  Οἱ ἅγιοι δέ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι παρομοιάζονται μέ τ’ ἀστέρια γιά νά μᾶς θυμίσουν τά γραφικά χωρία «ἀστήρ γάρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ» (Α΄ Κορ. ιε΄ 41)  καί «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου πολλαί μοναί εἰσιν.» (Ἰωαν.  ιδ΄ 2)
            Τελειώνοντας, λοιπόν, τό σύντομο καί ἁπλό αὐτό κήρυγμα, ἀφιερωμένο στή μνήμη τῶν Ἁγίων Πάντων, μποροῦμε ἕκαστος νά ἀναζητήσουμε μέσα ἀπό τόν πνευματικό κῆπο τῆς Ἐκκλησίας τό ἄνθος τῆς ἀρεσκείας μας, δηλαδή τό πρόσωπο ἐκείνου τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ταιριάζει καί μᾶς ἀναπαύει, ὥστε ἀκολουθώντας τά ἀχνάρια του νά ζοῦμε γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀναμένουμε μέ ἐλπίδα τή δική μας σωτηρία.  Ἀμήν

Κυριακή των Αγίων Πάντων του Ιωάννη Δήμου


Κυριακή των Αγίων Πάντων
(Ματ. ι', 32-33,37-38 & ιθ', 27-30)


κήρυγμα επί του Ευαγγελίου
του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου
Ο πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως αναγκαίο κακό, επειδή οι άνθρωποι πολλές φορές αντιμετωπίζουν πολέμους ή και βρίσκονται στην ανάγκη να πολεμήσουν. Αλλά εάν υπάρχει πόλεμος που γίνεται για τη σωματική και εθνική ελευθερία, υπάρχει και αγώνας πνευματικός που γίνεται για τη διατήρηση της ηθικής ελευθερίας, δηλαδή για την απαλλαγή από τα πάθη και την αμαρτία. Αυτός είναι ο λεγόμενος αόρατος πόλεμος. Αυτόν τον αόρατο πόλεμο παρακολουθεί και στεφανώνει τους νικητές ο πρώτος και μοναδικός νικητής της αμαρτίας, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Δεν είναι άλλος από το Χριστό που λέει στους αγωνιστές, «τω νικώντι δώσω τον στέφανον της ζωής και ο νικών, θα καθίσει μετ' εμού εις τον θρόνον μου, καθώς και εγώ ενίκησα και εκάθισα εν τω θρόνω του πατρός μου».

Για το λόγο αυτό κάθε μέρα προβάλλονται στο προσκήνιο της Εκκλησίας μορφές γενναίων αγωνιστών, των οποίων τα ονόματα και τα κατορθώματα αναφέρονται για παραδειγματισμό των επερχόμενων μεταγενέστερων γενεών. Όμως κατά την Κυριακή των Αγίων Πάντων εμφανίζεται και παρελαύνει στην εκκλησιαστική σκηνή ολόκληρος ο θίασος των αγωνιστών και το νέφος των μαρτύρων της Εκκλησίας, στεφανωμένοι με τον αμάραντο στέφανο της δόξας. Είναι οι αδελφοί του Χριστού που έπλυναν τη στολή της ψυχής τους στο Αίμα του Αρνίου και δοξάστηκαν από το Θεό. Αυτή τη θριαμβευτική στρατιά, στο πέρασμα της οποίας συντρίβονται όλες οι αντίθετες δυνάμεις, αποτελούν αγωνιστές προερχόμενοι από κάθε φυλή και γλώσσα, από κάθε κοινωνική τάξη, και από κάθε γένος. Έτσι αντικρίζει κανείς, με τα μάτια της ψυχής, νήπια που σφαγιάστηκαν, νέους και νεανίδες που δεν υπέκυψαν, άνδρες και γυναίκες, διακόνους, πρεσβυτέρους και επισκόπους, ευαγγελιστές, ιεραποστόλους και προφήτες που μαρτύρησαν.

Όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί, γνωστοί και άγνωστοι, που είναι αδύνατο να αναφερθούν, επειδή έμειναν πιστοί στο θέλημα του Θεού, τιμώνται σήμερα την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Το αίμα των γενναίων αυτών αγωνιστών έβαψε κόκκινο το ένδυμα της Εκκλησίας και πότισε το δένδρο της πίστεως. Τα ακτινοβόλα πρόσωπα των αγίων στολίζουν το στέμμα της Εκκλησίας και αποτελούν αφορμή για μίμηση, γιατί τότε τιμάμε τους αγίους όταν μιμούμαστε τη ζωή τους. Πράγματι, όπως κάθε μητέρα οδηγεί τα παιδιά της και προτρέπει αυτά να μιμηθούν το παράδειγμα εκείνων που έζησαν με υψηλά ιδανικά χάριν των οποίων, όταν χρειάσθηκε, πρόσφεραν και τη ζωή τους, κατά παρόμοιο τρόπο και η Εκκλησία οδηγεί τα παιδιά της να μιμηθούν τους ήρωες της πίστεως. Έτσι λοιπόν, οι αγωνιζόμενοι Χριστιανοί πρέπει να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου, μιμούμενοι το παράδειγμα των Αγίων.

Τι πρέπει όμως να κάνουν όσοι θέλουν να μιμηθούν τους αγίους και επιθυμούν αληθινά την αγιότητα; Είναι ανάγκη να εκτιμήσουν την αξία της και πάντοτε να είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την επίτευξη της. Όσοι επιθυμούν την αγιότητα πρέπει να διώχνουν τον εγωισμό τους και να παραχωρούν μέσα τους τη θέση στον Υιό του Θεού, που είναι ο Κύριος και Θεός τους, και που χαρίζει τον αγιασμό στους αγωνιζόμενους πιστούς. Ο Χριστός δίνει τη χάρη Του στους πιστούς για να ολοκληρώσουν τον πνευματικό τους αγώνα και να ακολουθήσουν το παράδειγμα των αγίων. Το παράδειγμα εκείνων οι οποίοι δόξασαν το Θεό αφού υπερνίκησαν τον εαυτό τους, και ενώ έζησαν στον κόσμο αυτό υψώθηκαν πάνω από αυτόν και έζησαν τη ζωή του Χριστού. Αυτοί είναι οι Άγιοι Πάντες που γιορτάζουμε σήμερα, η βοήθεια των οποίων ας σκεπάζει όλους μας. Αμήν.

Κυριακή τῶν Ἁγ. Πάντων (Ματθ. ι΄ 32-33, ιθ΄ 27-30) εκ της ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ



Τὸ νέφος τῶν Ἁγίων, τῶν Ὁσίων καὶ τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας ἑορτάζουμε σήμερα. Ὅλοι τους σὲ μιὰ ἑορτή· ὅλοι τους τιμῶνται ἐξ ἴσου καὶ προβάλλονται ὡς ὁ ὡραιότερος στολισμὸς καὶ ἡ μοναδικὴ ὀμορφιὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Γιατὶ ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ Ἅγιοι, γίνηκαν μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ σφράγισαν τὴν μαρτυρία τους μὲ τὸν ὁσιακὸ βίο ἢ μὲ τὸ δικό τους αἷμα. Ἡ προσευχὴ τῶν Ἁγίων, τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων καὶ τὸ δάκρυ τῶν Ὁσίων εἶναι ἡ πολύτιμη προσφορά τους πρὸς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ σήμερα στὴν ἑορτή τους ψάλλεται ἕνας πολὺ χαρακτηριστικὸς ὕμνος: «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾿ αὐτῶν βοᾷ σοι Χριστὲ ὁ Θεός...».

Καὶ ὅταν ἀναφερόμαστε στὸ γεγονὸς τῆς ὁμολογίας καὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ Χριστοῦ, ἐννοῦμε πρὸ πάντων τὴν ἀγάπη ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε γι᾿ Αὐτόν· αὐτὴ δὲ τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐγκόσμια πρόσωπα καὶ πράγματα.

Μόνο τότε θὰ μποροῦμε νὰ λέμε πὼς εἴμαστε χριστιανοί. Τότε, ὅταν θὰ βάζουμε πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ ὅλα τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ πράγματα, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, παρατηρῶντας τὴν καθημερινότητά μας, εἰσπράτουμε τελείως ἀντίθετες καταστάσεις. Ἔτσι, ὄχι μόνο δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἀγαπᾶμε καὶ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστό, ἀλλὰ πὼς μᾶλλον Τὸν ἀρνούμαστε. Ζυγιάζοντας δηλαδὴ τὶς ἐνέργειες καὶ τὶς πράξεις μας ἡ πλειοψηφία τους εἶναι ἀρνήσεις, καὶ μόνο μιὰ ἰσχνὴ μειοψηφία ἀπ᾿ αὐτές μπορεῖ νὰ εἶναι ὁμολογίες καὶ μαρτυρίες Χριστοῦ.

Ἂς ἀναφέρουμε λοιπὸν κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς πράξεις μας, ποὺ φανερώνουν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ:

Λειτουργεῖ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως κάθε Κυριακὴ καὶ μᾶς καλεῖ νὰ μετάσχουμε στὴν Λειτουργία της. Καὶ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν πρόσκληση, ἀδιαφοροῦμε καὶ ἀσχολούμαστε μὲ ἄλλα ἔργα, λὲς καὶ δὲν ὑπάρχουν οἱ ὑπόλοιπες ἡμέρες γι᾿ αὐτά. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ δὲν φανερώνει τὴν ἄρνησή μας γιὰ τὸν Χριστό; Δὲν μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς Τὸν ἀγαπᾶμε λιγότερο ἀπ᾿ τὰ ἐγκόσμια πράγματα;

Ὁ καθημερινὸς λόγος μας, ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ ἕνα ἀπύλωτο στόμα, εἶναι ὕβρεις καὶ βλασφημίες, κακολογίες καὶ βρωμιά. «Μὰ ἡ βλασφημία εἶναι ὅ,τι καὶ νὰ πῆ κανείς, καὶ ἀμορφοσιὰ καὶ βρωμιὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀσέβεια». Ὁ ὑβριστικὸς καὶ βλάσφημος λόγος δὲν εἶναι ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ;

Καθόμαστε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ γευτοῦμε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνονται μὲ τὸν ἀνθρώπινο κόπο καὶ ἱδρῶτα. Ξεχνᾶμε ὅμως νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε, νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, καὶ μάλιστα ὅταν βρισκόμαστε σὲ ἑστιατόριο. Γινόμαστε ἔτσι ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες. Αὐτὸ δὲ δὲν εἶναι ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ;

Ἔρχονται στὸ σπίτι μας διάφοροι αἱρετικοὶ καὶ μᾶς ἐνοχλοῦν μὲ τὶς κακοδοξίες καὶ τὰ ψεύδη τους καὶ ἐμεῖς πολλὲς φορὲς διστάζουμε νὰ ὁμολογήσουμε τὴν πίστη μας καὶ νὰ τοὺς δώσουμε μιὰ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση. Ἢ σὲ κάποια συζήτηση, ὅπου ὑβρίζεται ὁ Χριστὸς καὶ ἀπαξιώνεται ὁ λόγος Του, ἐμεῖς μένουμε βουβοὶ καὶ δὲν ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας· ὅλ᾿ αὐτὰ δὲν εἶναι ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ;

Ὅμως δὲν ἔχουμε σκοπὸ νὰ ἀπαριθμήσουμε ὅλες τὶς ἐνέργειες ποὺ φανερώνουν τὴν ἄρνησή μας γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ὁμολογίας μας γι᾿ Αὐτόν. Εἶναι ἄλλωστε καὶ πολλὲς καὶ καθημερινές. Μὰ προσπαθοῦμε μ᾿ αὐτὲς τὶς λίγες περιπτώσεις ποὺ εἴπαμε, νὰ καταλάβουμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, «ἡ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνο παράλειψη, μὰ καὶ παράβαση τοῦ Εὐαγγελικοῦ νόμου· δὲν εἶναι μόνο πὼς ξεχνοῦμε τὸν Χριστό, μὰ καὶ πὼς Τὸν προδίδουμε». Τὸν προδίδουμε καὶ Τὸν ξανασταυρώνουμε καὶ κάνουμε αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκαναν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί αὐτοὶ ἀντὶ νὰ σταυρώνουν τὸν Χριστό, σταύρωναν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ νὰ μὴν προδώσουν τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Ἐμεῖς ἀντέχουμε νὰ ξανασταυρώνουμε τὸν Χριστὸ καθημερινά; Νὰ Τὸν προδίδουμε καὶ νὰ Τὸν ἀρνούμαστε; Ἀντέχουμε ν᾿ ἀποδιώχνουμε τὴν ἀγάπη Του καὶ νὰ πορευόμαστε μακριά Του μοναχοὶ καὶ ξένοι; Ἐτοῦτα τὰ ἐρωτήματα δὲν μποροῦν νὰ μένουν συνεχῶς ἀναπάντητα!

Ἀρχιμ. Ν.Π.

Κυριακή των Αγίων Πάντων Χρόνια πολλά σε όλους μας! Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης

Πρώτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα , αγαπητοί. Χρόνια Πολλά οι άγιες μέρες που πέρασαν. Χρόνια Πολλά και για των αγίων Πάντων, που είναι και η Κυριακή των αγίων Πάντων. Χρόνια Πολλά σε όλους μας, γιατί γιορτάζουν όλοι οι άγιοι, γιορτάζουμε και μείς που φέρουμε τα ονόματά τους.

Μετά την Πεντηκοστή, αφού ήλθε το Πνεύμα το Άγιο και φώτισε τους Αποστόλους, εκείνοι βγήκαν στα πέρατα της Οικουμένης και κήρυξαν το Ευαγγέλιο έως εσχάτου της γης. Και προήλθαν οι πρώτοι καρποί της Εκκλησίας· οι άγιοι. Και η Εκκλησία, έχουσα ενότητα, όρισε μία Κυριακή, την πρώτη Κυριακή μετά τη Πεντηκοστή, να γιορτάζονται όλοι οι άγιοι, ακόμη και οι άγγελοι, ακόμη και εκείνοι που θα έλθουν στο μέλλον, και εξαιρέτως η Παναγία Θεοτόκος.
Το άγιο Ευαγγέλιο, που είναι πια από τον Ματθαίο, και αρχίζουμε τις Κυριακές του Ματθαίου, που είναι ένα είδος Κατηχήσεως, γιατί η Εκκλησία κατηχεί και πληροφορεί τους πιστούς και εκείνους που θέλουν να έλθουν στην πίστη. Μας ομιλεί ο Χριστός μας και μας λέει: «Όποιος με ομολογήσει Θεάνθρωπο μπροστά στους ανθρώπους, και μάλιστα σε καιρό διωγμού, εγώ θα τον ομολογήσω δικό μου μπροστά στο Πατέρα μου κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Κι οποίος με αρνηθεί, θα τον αρνηθώ και εγώ κατά τη Δευτέρα Παρουσία». Εδώ ο Κύριος θέτει τα πράγματα στην αγάπη, στη μεγάλη αγάπη και θυσία για Κείνον εκ μέρους μας. Και πραγματικά η πρώτη εντολή είναι η αγάπη στο Θεό. Κι αν ο άνθρωπος προσπαθεί να πραγματοποιεί αυτή την εντολή, τότε έχει μεγάλη ευλογία και μεγάλη δύναμη, και τότε λειτουργούν σωστά και οι υπόλοιπες αγάπες- η αγάπη στον συνάνθρωπο, η αγάπη στην κτίση, η αγάπη στο ωραίο, η αγάπη στα πάντα.
Και στη συνέχεια ο Κύριος μας λέει πάλι το ίδιο· ότι «όποιος αγαπά τον πατέρα του ή την μητέρα του παραπάνω από μένα, κι όποιος αγαπά τα παιδιά του παραπάνω από μένα, κι όποιος αγαπά τον εαυτό του παραπάνω από μένα, ε, τότε αυτός δεν είναι άξιος για μένα». Είναι απόλυτα αυτά, αλλά έλα που ο άνθρωπος έχει μέσα του απόλυτες τάσεις, έχει προοπτική να χωρέσει το Θεό, να γίνει «χώρα του αχώρητου». Γι’ αυτό και πολλές φορές οι καημένοι τα θέλουμε όλα, γι’ αυτό είμαστε και φιλάργυροι και φιλόδοξοι και φιλήδονοι. Προσπαθούμε με αυτά να γεμίσουμε τη ψυχή μας την αθάνατη, η οποία όμως δεν γεμίζει. Γεμίζει μόνο με το Θεό της, με τον θεάνθρωπο, και ζωούται και θεούται με το πανάμωμο Σώμα και Αίμα του.
Και στη συνέχεια βγαίνει ο απόστολος Πέτρος σε κάποια ομιλία εκεί που είχε ο Ιησούς πριν και του λέει: «Εμείς, Κύριε, τα αφήκαμε όλα και Σ’ ακολουθήσαμε. Τί θα κερδίσουμε; Τί θα λάβουμε;». Και Κείνος του είπε: «Θα είστε μαζί μου στον ουρανό, σε θρόνους, κοντά μου, και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όλο τον κόσμο. Και ακόμη να ξέρετε και σεις, και οι υπόλοιποι που θα έλθουν στους αιώνες, ότι όποιος άφησε γονείς, παιδιά, γυναίκα, κτήματα, υποστατικά και οτιδήποτε, θα τα λάβει εκατονταπλασίονα, εκατό φορές παραπάνω. Και στην παρούσα ζωή…». Και είναι αλήθεια αυτό· όταν ανοιχτούμε στο Χριστό και την Εκκλησία, όλοι εκείνοι που Τον ακολουθούν είναι γονείς μας, είναι αδελφοί μας, είναι τα πάντα, και πολλές φορές μας προσφέρουν ό,τι καλύτερο, ό,τι ανώτερο, και μας γεμίζουν ικανοποίηση και θεία ευλογία. «Και ακόμη, επιπλέον, λέει ο Χριστός, θα κερδίσει και την αιώνια ζωή». Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για την αιώνια ζωή. Χωρίς αυτή την προοπτική υποφέρει και βασανίζεται στην κόλαση του εγωισμού και στα πάθη και στους καημούς του κόσμου.
Τελειώνοντας ο Χριστός είπε ότι: «Υπάρχουν άνθρωποι εδώ που θεωρούνται τελευταίοι, και στη Βασιλεία θα είναι πρώτοι. Και υπάρχουν άνθρωποι εδώ που είναι πρώτοι, και στη Βασιλεία θα είναι τελευταίοι». Γιατί ο Χριστός έχει άλλα κριτήρια· μετρά με τα μέσα κριτήρια τον άνθρωπο, με τη ψυχή του, με την ομολογία του σε Κείνον, με την αγάπη του, με τη θυσία του. Ενώ οι άνθρωποι αυτού του κόσμου, οι μάταιοι, τα με­τράνε ακριβώς ανάποδα, κάνουν αντιστροφή των αξιών, γι’ αυτό υποφέραμε. Οι άγιοι Πάντες, αδελφοί, ας πρεσβεύσουν στον Κύριο, κι ας Τον παρακαλέσουν και για μας όλους. Να Τον ακολουθούμε σ’ όλη μας τη ζωή, μέχρι την τελευταία μας ανάσα, «με λογισμό και μ’ όνειρο», με αγάπη, λατρεία και θυσία, όπως έκαναν και ‘κείνοι.
Χρόνια πολλά.
Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, «Το κήρυγμα της Κυριακής» Α΄, εκδ. Αρμός

Κυριακή των Αγίων Πάντων «Δι΄ ὑπομονῆς τρέχομεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα» π. Ευάγγελος Ρουσέτης

Στὸν ἀγῶνα ποὺ προβάλλει μπροστά μας θὰ πρέπη νὰ τρέξουμε, ἀδελφοί μου, μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή. Πρίν ἀπὸ μᾶς τὸν τρέξανε τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων καὶ ἡρώων τῆς πίστεως, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους γιορτάζει καὶ πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ὁμολογητές, Ἀναχωρητές, Ὅσιοι, Πατέρες τερμάτισαν ἔνδοξα καὶ στεφανωμένοι θριαμβευτὲς μπῆκαν στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Στὰ ἀχνάρια τους λοιπὸν καὶ ἐμεῖς.Στὸ δρόμο ποὺ χάραξαν ἐκεῖνοι, κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια σημαία. Πρωτοπόροι ἐκεῖνοι, στρατιῶτες ἐμεῖς. Σταυροφόροι ἐκεῖνοι, σταυροφόροι καὶ ἐμεῖς. Σὲ ποιοὺς ὅμως ἀγῶνες καὶ πῶς θὰ ἀγωνισθοῦμε;
Ὅταν, ἀδελφοί μου, ὁ θεοκίνητος ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ καὶ προτρέπει ἀντοχὴ καὶ προσοχὴ στὸν προκείμενο «ἡμῖν ἀγῶνα» δὲν ἐννοεῖ μόνο τοὺς ἀγῶνες τοῦ μαρτυρίου ἀλλὰ προπάντων τοὺς πνευματικούς. Τοὺς δοξασμένους ἀγῶνες γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἁμαρτία μοιάζει μὲ ἀδέξια πινελιὰ ἢ μὲ ἕνα μουτζούρωμα ποὺ χαλάει ὅλον τὸν καλοφτιαγμένο πίνακα. Ἡ ἀδέξια αὐτὴ πινελιὰ προσβάλλει τὸν ἴδιο τὸν τεχνίτη, τὸν Θεό.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι θηρίο ἀγριεμένο, θηρίο ποὺ βρυχᾶται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Τί μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος περὶ αὐτοῦ; «Βλέπω ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμω τῆς ἁμαρτίας»( Ρωμ. 7, 23).
Εἶναι σαγηνευτικὸ τῆς ἁμαρτίας τὸ τραγούδι. Ὁ ἀγώνας δύσκολος, ὁ πόλεμος σκληρὸς μὰ ἡ νίκη δίνει φτερά. Χειμώνας εἶναι ἡ ἁμαρτία ὅμως «δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος». Ἀλλὰ καὶ ἡ νίκη σίγουρη, ἀφοῦ ἡ Γραφὴ μᾶς διαβεβαιώνει «ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι, περὶ τῆς ἀληθείας καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπέρ σου» (Σοφ. Σειρ. 4-28).
Ἀδελφοί, τὰ ἡρωϊκὰ καὶ μεγάλα ἔργα ποὺ σφραγίζονται μὲ τὴν ἀθανασία, γίνονται στὸ ἐργαστήριο τῆς ἐπιμονῆς. Ὁ στρατιώτης, γιὰ νὰ νικήση πρέπει νὰ πολεμήση μὲ θάρρος. Ὁ σπουδαστής, γιὰ νὰ ἐπιτύχη καλὲς ἐπιδόσεις, πρέπει νὰ ἱδρώση, νὰ μοχθήση. Ὁ ἐρευνητής, ὁ ἐπιστήμονας, γιὰ νὰ δικαιωθῆ καὶ γιὰ νὰ ἀναγνωρισθῆ, αὐτοθυσιάζεται καὶ ἐπιμένει. Ἂν ἀλήθεια τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, γιὰ νὰ φτάσουν τὴν τελειότητα, περνοῦν ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἐπιμονῆς καὶ τοῦ μόχθου, πόσο πιὸ πολὺ συμβαίνει αὐτὸ μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Χρειάζεται ἀγώνας μὲ πεῖσμα, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης, ἀτενίζοντας πάντα τὸν Ἰησοῦ, τὸν Ἀρχηγὸ καὶ Σωτῆρα μας. «Ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος» σίγουρα ἔχει τὰ δικά του κάστρα καὶ φρούρια. Ὅμως μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονὴ πέφτουν καὶ συντρίβονται. Οἱ μαχητὲς γίνονται νικητὲς καὶ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν πειρασμῶν καὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Δὲν ὑπάρχει πόλεμος χωρὶς κίνδυνο. Ἡ ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονὴ γιὰ τὴν ἐκτέλεση μιᾶς πράξης παρὰ ἀπὸ τὴν ἐπιτηδειότητα ἢ δεξιότητα στὴ σύλληψή της. Τίποτα δὲν ἀπαιτεῖ τόσο ὑψηλὸ δυναμικὸ θέλησης ὅσο ἡ κυριαρχία πάνω στὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ πάθη μας.
Ἀδελφοί μου, προβάλλουν μπροστά μας ἀγῶνες τιμημένοι, ἀγῶνες Χριστοῦ γιὰ ἀρετὴ καὶ γιὰ νίκη. Ἂς ντυθοῦμε «τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ» χωρὶς δειλία ἢ ἡττοπάθεια· «Κύριος φωτισμός μου καὶ Σωτήρ μου. Τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου ἀπὸ τίνος δειλιάσω;».
Ἐμπρὸς λοιπόν, ἂς γκρεμίσουμε τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο» καὶ ἂς γίνουμε ἥρωες μὲ ἁγιότητα καὶ ἅγιοι μὲ ἡρωϊσμό. Ἀμήν.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...