Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2015

Άγιος Λουκάς Κριμαίας: Κυριακή των Μυροφόρων

Άγιος Λουκάς Κριμαίας: Κυριακή των Μυροφόρων
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ 
Λόγος εις την Κυριακή των Μυροφόρων
Στα τριάμιση τελευταία χρόνια της επίγειας ζω­ής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν Αυτός κήρυττε το Ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και έκανε αμέ­τρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχώς οι άγι­οι απόστολοι και οι μυροφόρες γυναίκες. Οι από­στολοι τους οποίους ο ίδιος διάλεξε ήταν περισσό­τεροι από τις μυροφόρες. Και μόνο τους αποστόλους έστελνε ο Κύριος να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. Μό­νο στους αποστόλους έδωσε την εξουσία να διώ­χνουν τα δαιμόνια και να θεραπεύουν τους ασθενείς. Οι μυροφόρες, αν και δεν τις αγαπούσε ο Κύριος λι­γότερο από τους αποστόλους, δεν έλαβαν απ' Αυτόν τέτοια χαρίσματα.
Πρέπει να σκεφτούμε ποιοι είναι οι λόγοι που ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός άλλη στάση κρατούσε απέναντι στους άνδρες και άλλη απέναντι στις γυ­ναίκες, τα δύο αυτά φύλα του ανθρωπίνου γένους. Δεν μπορούμε βέβαια να δώσουμε μία εξαντλητική απά­ντηση σ' αυτό το ερώτημα.
Μπορούμε όμως με βάση όχι τη δική μας λογική αλλά την αγία Γραφή να βρούμε κάποια στοιχεία που θα βοηθήσουν τη σκέ­ψη μας να πάρει σωστή κατεύθυνση.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε, αν μπορούσαν ή όχι οι γυναίκες με τις ασθενείς δυνά­μεις τους να σηκώσουν το βάρος του αποστολικού έργου, των διωγμών και των βασάνων που υπέφεραν οι απόστολοι του Χριστού. Υπάρχουν γι' αυτό το θέμα πολλές μαρτυρίες και στην Αγία Γραφή και στους βίους των αποστόλων. Ας ακούσουμε τι λέει ο Πρωτοκορυφαίος και μεγάλος απόστολος Παύλος για τα βάσανα που υπέφερε για τον Χριστό και τους διω­γμούς που υπέστη για το όνομά Του κατά τη διάρκεια του αποστολικού του έργου:
«Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μί­αν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β' Κορ. 11, 24-27).
Αυτά υπέφερε ο απόστολος Παύλος.
Ας θυμηθούμε τώρα το βίο του Πρωτοκλήτου αποστόλου Ανδρέα. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή του. Στην αρχή κήρυττε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία. Με­τά πήγε στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, επι­σκέφτηκε όλες τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις και κήρυττε εκεί τον Χριστό. Στη Σινώπη οι ειδωλολάτρες τον χτύπησαν με αγριότητα και τον άφησαν μισοπεθαμένο έξω από την πύλη της πόλε­ως. Εδώ του φανερώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον θεράπευσε και του είπε να μην φοβάται κανέ­ναν. Έτσι ο απόστολος Ανδρέας συνέχισε το δρόμο και αφού πέρασε την Αμπχαζία και τον Καύκασο έ­φτασε στην Κριμαία.
Ναι, και εδώ κήρυττε ο απόστολος Ανδρέας το Ευαγγέλιο. Όμως δεν σταμάτησε εδώ αλλά συνέχι­σε την πορεία του. Ακολουθώντας τον ποταμό Δνεί­περο έφτασε στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται η μεγάλη και η αγία πόλη του Κιέβου. Εκεί στους λό­φους του Κιέβου ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό και είπε: «Πιστέψτε με, εδώ σ' αυτούς τους λόφους θα λάμψει η χάρη του Θεού. Μεγάλη πόλη θα είναι εδώ, θα κτί­σει ο Κύριος στον τόπο αυτό πολλές εκκλησίες και θα φωτίσει με το θείο Βάπτισμα όλη την Ρωσική γη».
Δεν τελείωσε όμως στο Κίεβο η περιοδεία του. Ο απόστολος του Χριστού προχώρησε στο βάθος της ρωσικής γης και έφτασε μέχρι την βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστείτε τώρα πόσο δύσκολος ήταν ο δρόμος του. Από δω γύρισε στην Ελλάδα, όπου τελείωσε τη ζωή του πάνω στο σταυρό. Δεν κάρφω­σαν με τα καρφιά τα χέρια και τα πόδια του αλλά τα έδεσαν με σχοινί για να υποφέρει πιο πολύ. Επάνω στο σταυρό ο απόστολος βρισκόταν τέσσερεις μέρες και τέσσερεις νύχτες, υποφέροντας πολλά βάσανα και δοξάζοντας τον Θεό.
Σκεφτείτε τώρα, αν θα μπορούσαν οι μυροφόρες γυναίκες να αντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους και διωγμούς που υπέφεραν οι απόστολοι. Σας έχω πει ότι εκτός από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο όλοι οι άλλοι απόστολοι είχαν μαρτυρικό θάνατο και πολ­λοί απ' αυτούς τελείωσαν την ζωή τους πάνω στο σταυρό. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να αντέξουν τέ­τοιους κόπους; Τέτοιους διωγμούς και καταδιώξεις που υφίσταντο οι απόστολοι; Μπορούν να συγκρι­θούν οι ασθενείς δυνάμεις μιας γυναίκας με την δύ­ναμη που είχε για παράδειγμα ο άγιος απόστολος Ανδρέας; Ασφαλώς όχι. Οι γυναίκες είναι πιο αδύναμες από τους άνδρες, γι' αυτό και ο Κύριος Ιη­σούς Χριστός αλλιώς φερόταν στους άνδρες και αλ­λιώς στις γυναίκες. Δεν θέλησε να επιφορτίσει τις μυροφόρες γυναίκες με το βάρος του αποστολικού έργου.
Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, η οποία και αυτή έχει μεγάλη σημασία. Ακούστε τι είπε ο μεγάλος προφήτης Μωϋσής στο πέμπτο βιβλίο της Πεντατεύχου, στο Δευτερονόμιο: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Μη νομίζετε ότι εδώ πρόκειται για καρναβάλια. Και να μην νομίζετε ότι είναι ασήμα­ντος αυτός ο σύντομος λόγος του προφήτη, που ανα­φέρεται στο γυναικείο ένδυμα.
Ο λόγος αυτός έχει μεγάλη σπουδαιότητα και θα ήθελα να το καταλάβετε διότι αυτό θα μας βοηθή­σει για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανέθεσε το αποστολικό έργο με τους κόπους και τους πόνους του στους άνδρες απο­στόλους και όχι στις μυροφόρες γυναίκες. Είναι πο­λύ σημαντική η διάκριση που έκανε ο Κύριος μετα­ξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με το ρόλο και την αποστολή που έχει κάθε φύλο.
Εκείνοι οι επιστήμονες, οι οποίοι ασχολούνται με τη βιολογία, ξέρουν καλά ότι κάθε φυτό και κάθε ζώο από τη φύση τους, ή καλύτερα να πούμε από τον Δημιουργό, είναι προορισμένα να ζουν σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες είναι διαφορετι­κές για το καθένα απ' αυτά. Αυτές οι συνθήκες προσδιορίζουν τη ζωή τους αλλά επίσης και τη δομή που έχει το σώμα τους.
Τώρα, ό,τι αφορά τον άνθρωπο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ανδρός και γυναικός. Και είναι δια­φορετική η δομή του σώματος τους. Πρώτ' απ' όλα η γυναίκα είναι πολύ πιο αδύνατη από τον άνδρα. Ο Θεός προόρισε τη γυναίκα για ένα συγκεκριμένο έργο. Τη γυναίκα, και όχι τον άνδρα. Το έργο αυτό διαφέρει πολύ από εκείνο, για το οποίο είναι προο­ρισμένος ο άνδρας.
Τι είναι το σημαντικότερο στη ζωή του άνθρω­που; Όλα τα έργα που κάνει ο άνθρωπος έχουν γι' αυτόν την ίδια σπουδαιότητα; Ασφαλώς όχι. Όταν έπλασε ο Θεός τους πρώτους ανθρώπους, τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε την πρώτη εντολή, πολύ σύντομη και πολύ απλή: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1, 28). Αν αυτή ήταν η πρώτη εντολή τό­τε πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι εξαιρετικά σημαντική και πολύ βαθιά. Αν δεν υπήρχε αυτή η ε­ντολή, τότε το ανθρώπινο γένος θα ήταν ολιγάριθμο και αδύναμο μπροστά στη φύση. Ξέρουμε ότι μόνο εκείνα τα κράτη θεωρούνται ισχυρά, αυτά που έχουν μεγάλο πληθυσμό.
Η εντολή, λοιπόν, του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δηλώνει την σπουδαιότητα που έχει για το ανθρώπινο γένος το έργο αυτό. Αδιαμφισβήτητα τον πρώτο λόγο εδώ έχει η γυναίκα και όχι ο άνδρας. Για τη γυναίκα το έργο αυτό είναι το πιο σημαντικό στη ζωή της. Αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η αγία Γραφή. Βέβαια δεν είναι σωστό να περιορίζουμε το ρόλο της γυναίκας στην τεκνογονία. Και πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος προσεκτικός και πνευματικά καλλιεργημέ­νος δεν σκέφτεται έτσι.
Οι Γερμανοί λένε ότι όλος ο ρόλος και η απο­στολή της γυναίκας προσδιορίζονται από τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ρούχα, κουζίνα, εκκλησία. Είναι ασέ­βεια να λέμε και να σκεφτόμαστε έτσι και να προσ­βάλλουμε ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Για μας τους ορθοδόξους αυτό είναι απαράδεκτο. Θέλω να πω ότι αν η γυναίκα έχει κάποια προσόντα δεν πρέ­πει να τα αφήσει. Αν της έδωσε ο Θεός βαθιά διά­νοια μπορεί να ασχοληθεί με την επιστήμη ή τη λο­γοτεχνία. Επαναλαμβάνω, είναι μεγάλο λάθος και είναι ανεπίτρεπτο να περιορίζουμε το ρόλο της γυ­ναίκας στην τεκνογονία και την ανατροφή των παι­διών.
Αυτό όμως δεν αφορά όλες τις γυναίκες. Διότι είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν κάποιες εξαιρετι­κές ικανότητες ή ταλέντα ή κλίση στην τέχνη, την επιστήμη ή την φιλοσοφία. Οι περισσότερες ως το σημαντικότερο έργο τους πρέπει να βλέπουν αυτό για το οποίο τις προόρισε ο Κύριος. Το να γεννάει η γυναίκα και να φροντίζει τα παιδιά της είναι έργο σπουδαιότατο. Και είναι απαράδεκτο να αφήνει η γυναίκα το παιδί της χωρίς φροντίδα. Καμμία άλλη γυναίκα δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί της όπως το φροντίζει η μητέρα του.
Εδώ πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η συγγένεια εξ αίματος, την οποία δεν πρέπει να την παραβλέπου­με. Επίσης και το μητρικό γάλα, τις ιδιότητες του οποίου ίσως δεν τις γνωρίζουμε καλά, έχει μεγάλη σημασία για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού. Και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πράγμα: Η αγάπη που προσφέρει η μητέρα στο παιδί της δεν μπορεί να του την προσφέρει καμμία άλλη γυναίκα. Αλλοίμονο στο παιδί που το μεγαλώνει μία ξένη γυ­ναίκα και όχι η μητέρα του ή που μεγαλώνει σε κά­ποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αλίμονο στη γυναίκα που αρνείται το παιδί της.
Αλλοίμονο και σ' αυτή τη γυναίκα που παραβλέ­πει και δεν δίνει σημασία στις προτεραιότητες του φύλου της. Αλλοίμονο σ' εκείνες τις γυναίκες που περιφρονώντας την αξιοπρέπεια τους προτιμούν να φοράνε ανδρικά ρούχα. Έχω ακούσει για μία ανόη­τη γυναίκα που κυκλοφορούσε στους δρόμους ντυμέ­νη με ανδρικό κοστούμι. Όταν την έβλεπαν οι άν­θρωποι με απέχθεια και αγανάκτηση έστρεφαν το βλέμμα τους. Δεν καταλάβαινε η καημένη ότι προσ­βάλλει μ' αυτό την αξιοπρέπειά της.
Αυτό επιβεβαιώνει και η Αγία Γραφή με το λό­γο που ήδη έχουμε αναφέρει: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Βεβαίως δε θεωρεί­ται βδέλυγμα κάθε άνθρωπος που είναι ντυμένος με ρούχα του άλλου φύλου. Δεν μπορεί να είναι οργή του Θεού πάνω στη γυναίκα η οποία για να θρέψει τα μικρά της παιδιά δουλεύει ως σοβατζής και είναι αναγκασμένη να φοράει ανδρικά ρούχα για να κάνει τη δουλειά της. Δεν πρόκειται εδώ για τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ μιλάμε για τις γυναίκες που περιφρο­νούν το δικό τους γυναικείο ένδυμα. Έχω δει στα πανεπιστήμια πολλές καθηγήτριες που φοράνε ανδρικά ρούχα. Αυτές είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θε­ού, αυτές παραβαίνουν την εντολή που τις δόθηκε από τον Θεό.
Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κύ­ριος δεν κάλεσε τις μυροφόρες γυναίκες να αναλά­βουν το έργο που προοριζόταν για τους άνδρες. Και γι' αυτό ζητά ο Κύριος από τις γυναίκες να εκτιμούν και να σέβονται το δικό τους γυναικείο φύλο, τις ιδι­ότητες της ψυχολογικής τους σύνθεσης που τις χά­ρισε ο Θεός. Αν έχετε από τον Θεό αυτές τις ιδιό­τητες, να τις φυλάγετε με μεγάλο σεβασμό και ευχα­ριστία προς τον Κύριο. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ 26-4-2015



Σήμερα ἀκούσαμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων νὰ μᾶς λέει: «Ἐκεῖνες τὶς μέρες, καθὼς μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ἄρχισαν νὰ παραπονιοῦνται οἱ ἑλληνόφωνοι πιστοὶ ἐναντίον τῶν ἐβραιοφώνων ὅτι στὴν καθημερινὴ διανομὴ τῶν τροφίμων δὲν φρόντιζαν τὶς ἑλληνόφωνες χῆρες ὅσο ἔπρεπε. Τότε οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σύναξαν ὅλους τοὺς μαθητὲς καὶ εἶπαν: «Δὲν εἶναι σωστὸ ἐμεῖς νὰ ἀφήσουμε τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀσχολούμαστε μὲ διανομὲς τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, ἀδελφοί, νὰ ἐκλέξετε ἀπ’ ἀνάμεσά σας ἑφτὰ ἄντρες μὲ καλὴ φήμη, γεμάτους ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτοὺς θὰ ὁρίσουμε νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἔργο κι ἐμεῖς θὰ ἀφιερωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσευχὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια συμφώνησε ὅλη ἡ κοινότητα.  Ἔτσι, διάλεξαν τὸ Στέφανο, ἄνθρωπο γεμάτον πίστη καὶ Ἅγιο Πνεῦμα·  ἐπίσης τὸ Φίλιππο, τὸν Πρόχορο, τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα, τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸ Νικόλαο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, ποὺ προηγουμένως εἶχε προχωρήσει στὸν Ἰουδαϊσμό. Αὐτοὺς τοὺς ἔφεραν μπροστὰ στοὺς ἀποστόλους, ποὺ προσευχήθηκαν κι ἔβαλαν τὰ χέρια τους στὰ κεφάλια τῶν ἑφτά. Στὸ μεταξὺ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαδινόταν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν στὴν Ἱερουσαλὴμ μεγάλωνε πολύ. Ἀκόμη καὶ ἱερεῖς πάρα πολλοὶ ἀποδέχονταν τὴν πίστη».
         Σὲ ὅλη τὴν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου οἱ ἀποστολικὲς περικοπὲς εἶναι εἰλημμένες ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Στὴν σημερινή, λοιπόν, γίνεται ἀναφορὰ γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων, ἀλλὰ μᾶς δίνει συγχρόνως σημαντικὰ στοιχεῖα καὶ πληροφορίες γιὰ τὴ ζωὴ τῶν πρώτων χριστιανῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Μᾶς ἀναφέρει, λοιπόν, ὅτι τὶς μέρες, κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ Ἀπόστολοι ἀσκοῦσαν τὸ ἀποστολικὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν αὐξανόταν σημαντικά. Δημιουργήθηκε, ὅμως, πρόβλημα, ὅταν κατὰ τὴν καθημερινὴ διανομὴ τροφίμων δὲν λαμβανόταν ἡ δέουσα πρόνοια γιὰ τὶς ἑλληνόφωνες χῆρες, ὅσο γιὰ τὶς ἐβραιόφωνες. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς μᾶς δίνει καὶ τὴν πληροφορία ὅτι ἡ σύνθεση τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐκκλησίας ἀποτελεῖτο ἀπὸ μέλη προερχόμενα ἀπὸ Ἑβραίους τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῶν ἄλλων περιοχῶν τῆς Παλαιστίνης, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐβραιόφωνοι, δηλαδὴ μιλοῦσαν ἑβραϊκά, καὶ ἀπὸ μέλη τῶν ἑβραϊκῶν κοινοτήτων τῆς διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἑλληνόφωνοι. Ἐδῶ καταλαβαίνουμε καὶ τὴν οἰκονομικὴ διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Ἑλληνιστῶν. Οἱ ἑλληνιστὲς ἦταν πιὸ εὔρωστοι οἰκονομικὰ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ γινόταν ἡ διάκριση μεταξὺ τῶν ἐβραιοφώνων καὶ τῶν ἑλληνοφώνων χηρῶν. 
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ βρίσκουμε σὲ αὐτὴ τὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ εἶναι ἡ καθημερινὴ «διακονία». Αὐτὴ ἡ διακονία ἔγινε γνωστὴ ὡς «ἀγάπαι», δηλαδὴ τὸ μοίρασμα τῶν ἀγαθῶν μεταξὺ τῶν πιστῶν. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ φιλανθρωπικὴ πράξη ἀλλὰ εἶχε ὡς σκοπὸ τὴν αὔξηση καὶ τὴ συνοχὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε γιὰ τὴ διανομὴ τροφίμων μεταξὺ Ἑβραίων καὶ Ἑλληνιστῶν οἱ Ἀπόστολοι ἔδωσαν τὴ λύση μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο: κάνουν διαχωρισμὸ καὶ προβάλλουν διαβάθμιση τῶν διακονημάτων ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας. Θεωροῦν πιὸ σωστὸ αὐτοὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ  τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν προσευχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ ποὺ τοὺς εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὴν ἐκλογή τους στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο σὲ ὅλα τὰ ἔθνη. Τὸ ἔργο τῆς διακονίας καὶ τῆς διανομῆς τροφίμων θὰ ἀνατεθεῖ σὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, πρέπει νὰ διακρίνονται γιὰ τὴν καλή τους φήμη, τὴ σοφία τους καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σοβαρὸ εἶναι, λοιπόν, τὸ ἔργο τους, ἀφοῦ ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ χαρίσματα. Ἐπίσης, βλέπουμε τοὺς Ἀποστόλους μετὰ ἀπὸ προσευχὴ νὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω στὰ κεφάλια τῶν ἑπτά, γιὰ νὰ τοὺς μεταδοθεῖ ἡ θεία χάρη. Ἔτσι τὸ διακόνημα ποὺ ἀνέλαβαν οἱ ἑπτὰ διάκονοι ἦταν καρπὸς τῆς θείας χάριτος.
            Ἡ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων ἔγινε μὲ σκοπὸ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν πρακτικὰ ζητήματα, νὰ διανέμουν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐκκλησίας μὲ δικαιοσύνη, ὥστε νὰ μὴν προκύπτουν ἀντιπαραθέσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν. Μὲ αὐτὴν τὴν κίνησή τους οἱ ἀπόστολοι ἔκαναν φανερὸ ὅτι καὶ τὰ πρακτικὰ ζητήματα δὲν εἶναι κατώτερης σημασίας γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν δὲν γίνει σωστὴ διαχείριση τῶν πρακτικῶν αὐτῶν ζητημάτων, τότε θὰ προκύψουν μεγαλύτερα, πνευματικὰ προβλήματα. Ἐπίσης, ἡ ἰδιαίτερη σημασία ποὺ ἔδωσαν στὴν ἐκλογὴ τῶν διακόνων φανερώνει πόσο σημαντικὴ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ σωστὴ ἐπιλογὴ προσώπων. Γιατί καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴ διαχείριση τῶν πρακτικῶν ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι ἀκέραιοι καὶ ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καὶ ταπεινοί. Δὲ σημαίνει ὅτι τὰ πρακτικὰ θέματα ποὺ προκύπτουν δὲν χρειάζονται πνευματικὰ χαρίσματα, γιὰ νὰ ἐπιλυθοῦν, ἄλλωστε οἱ ἑπτὰ διάκονοι εἶχαν πολλὰ τέτοια χαρίσματα. Γι’ αὐτὸ ἂς ζητοῦμε τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ ὅσους ἐργάζονται μὲ πίστη καὶ φόβο Θεοῦ σὲ κάθε περιοχὴ τῆς ζωῆς, μὰ πιὸ πολὺ, ὅπως εἶναι αὐτονόητο «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου». Ἀμήν.-

Η θέση των γυναικών στην Εκκλησία (Κυριακή των Μυροφόρων, Μαρ 15:43 – 16:8)


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων περιγράφει δύο επεισόδια, που, αν και συνδέονται στενά μεταξύ τους -καθώς το ένα αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του άλλου- ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Το πρώτο επεισόδιο αναφέρεται στην τελευταία πράξη του δράματος της επίγειας ζωής του Ιησού, στην ταφή του, και σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, του παλιού κόσμου που σε λίγο θα αντικατασταθεί από μιαν άλλη εντελώς καινούργια πραγματικότητα. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην εμπειρία που έζησαν οι γυναίκες, οι οποίες, πηγαίνοντας στο μνήμα για να προσφέρουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό Ιησού, πληροφορήθηκαν την ανάστασή του. Το επεισόδιο αυτό σηματοδοτεί την αρχή της νέας εποχής, την έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου.
myroforkwnnou2
            Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά τα δύο επεισόδια φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Όλοι οι πρωταγωνιστές του πρώτου επεισοδίου είναι άνδρες που κατέχουν κάποια σημαντική θέση. Ο Νικόδημος, μέλος της λεγόμενης ‘‘υψηλής’’ ιουδαϊκής κοινωνίας, ευυπόληπτος πολίτης, είχε εντυπωσιαστεί από το κήρυγμα του Ιησού, αλλά, φοβούμενος να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση, παραμένει κρυφός μαθητής του, χωρίς να εκτίθεται. Τώρα που ο δάσκαλος είναι νεκρός, τώρα που όλα τέλειωσαν και οι κρυφές ελπίδες διαψεύστηκαν, σπρωγμένος ποιος ξέρει από ποια συναισθήματα, παίρνει μια ηρωική απόφαση. Αποφασίζει να βγει από την αφάνεια και να τολμήσει να κάνει αυτό που φοβόταν σ’ όλη του τη ζωή· να προσφέρει, έστω και την τελευταία, τιμή στον δάσκαλό του, θάβοντάς τον αξιοπρεπώς. Ο Πιλάτος, Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, αφού ξεμπέρδεψε εύκολα με τη δίκη του Ιησού που παρά λίγο να τον μπλέξει σε πολιτικές περιπέτειες, αδιαφορεί τώρα πλήρως για την τύχη του θύματός του· μόλις βεβαιώθηκε ότι πέθανε, δίνει τη συγκατάθεση για την ταφή. Σιωπηρά πρωταγωνιστούν στο ίδιο επεισόδιο και οι μαθητές του Χριστού. Αυτοί που επί τρία χρόνια ήταν καθημερινά παρόντες σ’ όλες τις στιγμές της δράσης του Ιησού, άκουγαν τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματά του, ζούσαν μαζί του και ήταν, μάλιστα, προειδοποιημένοι για όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, τώρα λάμπουν δια της απουσίας τους. Ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος τον αρνήθηκε, οι άλλοι φρόντισαν να κρυφτούν έγκαιρα. Μόνον ο Ιωάννης, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του, τόλμησε να πλησιάσει τον σταυρό, αλλά τώρα, θεωρώντας ίσως ότι έχει εκτεθεί αρκετά, βρίσκεται κι αυτός κρυμμένος μαζί με τους άλλους στο πατάρι κάποιου σπιτιού.
            Στο δεύτερο επεισόδιο πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες και ένας άγγελος· πρόσωπα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα του πρώτου. Ο άγγελος δεν ανήκει στον κόσμο τούτο και οι γυναίκες, λόγω του φύλου τους και της κοινωνικής τους κατάστασης, ανήκουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους. Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη τη ζωή του ήταν λογικός και μετρημένος, σ’ αυτές κυριαρχεί το συναίσθημα, το πάθος να βρεθούν κοντά στον Ιησού. Η λογική και ο υπολογισμός, μόνον κατ’ εξαίρεση περνάει απ’ το μυαλό τους: Ποιος θα κυλήσει για μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;
            Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη του τη ζωή φοβόταν για την κοινωνική του θέση, αυτές, ζώντας έτσι κι αλλιώς στο περιθώριο της κοινωνίας, δεν νοιάζονται για το τι θα πει ο κόσμος, τρομάζουν όμως μπρος στο μέγεθος της αποστολής που τους ανατίθεται και χρειάζεται να παρέμβει ο άγγελος για να τις ενθαρρύνει: Μην τρομάζετε … Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘Πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει’’.
            Σ’ αυτήν την προτροπή του αγγέλου οι ρόλοι ανατρέπονται: Οι μαθητές, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα μάθαιναν την ανάσταση του Ιησού και θα την διακήρυσσαν παντού, απουσιάζουν· αυτοί, που επί τρία χρόνια προετοιμάζονταν καθημερινά για αυτόν τον ρόλο, αποδείχτηκαν στην κρίσιμη στιγμή κατώτεροι της αποστολής τους· έτσι, αυτές που αναλαμβάνουν τον πρώτο ρόλο της χριστιανικής ιεραποστολής είναι τρεις γυναίκες. Η λογική κρατάει τους μαθητές κρυμμένους στο πατάρι, το πάθος οδηγεί τις γυναίκες στον τάφο του Ιησού και τις κάνει μάρτυρες της πιο συγκλονιστικής εμπειρίας που έζησε ποτέ άνθρωπος. Όμως ο Θεός γνωρίζει πώς σκέφτονται οι άνθρωποι. Ο άγγελος όχι μόνο δεν απορρίπτει τη λογική, αλλά αντίθετα, καλεί τις γυναίκες να εξετάσουν με ακρίβεια τον τάφο, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για την ανάσταση του Ιησού.
            Παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών των δύο επεισοδίων, μπορούν να προκύψουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Στον παλιό κόσμο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, ο μίζερος υπολογισμός. Η κοινωνία είναι λογικοκρατικά δομημένη με αυστηρή ιεραρχία, στην οποία ο καθένας έχει το ρόλο του. Μόνον κάποιες παράτολμες ενέργειες διαφοροποιούν κάπου κάπου το σκηνικό. Ο Θεός υπάρχει, όλοι πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά ζει στον κόσμο του και οι άνθρωποι ζουν στον δικό τους, λειτουργούν με τα δικά τους μέτρα, οργανώνονται με τον δικό τους τρόπο, ακολουθούν τις δικές τους προτεραιότητες. Στον καινούργιο κόσμο όλα είναι αλλιώς. Εδώ κυριαρχεί η ανάσταση, το συναίσθημα, η παρόρμηση. Οι κοινωνικές δομές ανατρέπονται, οι ρόλοι αλλάζουν, οι ανισότητες εξαφανίζονται. Οι γυναίκες περνούν από το περιθώριο στο προσκήνιο και αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο εκμηδενίζεται.
            Η ανάσταση του Χριστού έχει ανατρέψει όλα τα δεδομένα, έχει φέρει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, που υπόσχεται έναν κόσμο δίκαιο, ευτυχισμένο, χωρίς φόβους, χωρίς ανισότητες και διακρίσεις. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον νέο αυτόν κόσμο, προς αυτό που χαρακτηρίζεται ως ‘‘Βασιλεία του Θεού’’, έγινε με την ανάσταση του Χριστού. Όμως μένουν αρκετά βήματα ακόμη, και μάλιστα δύσκολα βήματα, καθώς ο παλιός κόσμος δεν παραδίδεται εύκολα, αλλά ανθίσταται σθεναρά. Η χωρίς διακρίσεις και ανισότητες κοινωνία, όπου όλοι θα νιώθουν και θα είναι αδέλφια, δεν επιτεύχθηκε ακόμη. Η ισοτιμία ανδρών και γυναικών, που ο Χριστός με το παράδειγμά του έκανε πράξη και οι απόστολοι διακήρυξαν, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά οι γυναίκες, παρά τους αγώνες τους και τις κατακτήσεις τους, παραμένουν και σήμερα ουσιαστικά δέσμιες μιας κατάστασης ανισότητας που δημιούργησε ο παλιός κόσμος, και η οποία ανισότητα εκδηλώνεται καθημερινά σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Αρκεί μια ματιά σε καθημερινές καταστάσεις, από το πώς μοιράζονται οι ευθύνες, οι ρόλοι και οι δουλειές μέσα στο σπίτι, μέχρι το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως αντικείμενα ερωτισμού στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, στη δουλειά, κλπ, για να διαπιστωθεί ότι η άδικη συμπεριφορά προς τις γυναίκες φτάνει συχνά τα όρια της πραγματικής καταπίεσης.
            Οι χριστιανοί, λοιπόν, περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους, έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν για την ανατροπή της κατάστασης αυτής. Από την άποψη αυτή η διακήρυξη της Διορθόδοξης Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε το 1987 στη Σόφια διατηρεί ακόμη την επικαιρότητά της:
«Ο κόσμος μας έχει μια μακρά ιστορία, κατά την οποία τόσο στις προσωπικές τοποθετήσεις όσο και στη θεσμική ζωή οι γυναίκες έτυχαν άδικης μεταχείρισης και η ουσιαστική ιδιότητά τους ως εικόνας και ομοίωσης Θεού δεν έγινε πλήρως σεβαστή. Μια τέτοια αμαρτωλή διάκριση δεν είναι παραδεκτή από ορθόδοξη χριστιανική σκοπιά (Α΄Κο 11:11). Στον αναδημιουργημένο από τον Χριστό  κόσμο, άνδρας και γυναίκα είναι ισότιμοι (Γαλ 3:28)…»
Και το κείμενο καταλήγει:
«Ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι άνδρες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ως πλήρη μέλη της Εκκλησίας οι γυναίκες μετέχουν στη μεσιτευτική αποστολή της Εκκλησίας να προσεύχονται ενώπιον του Κυρίου για λογαριασμό όλης της δημιουργίας. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε να βρούμε τρόπους, ώστε τα σημαντικά τάλαντα των γυναικών στην Εκκλησία να τεθούν όσο το δυνατόν πλήρως στην υπηρεσία του Κυρίου για την οικοδόμηση της Βασιλείας του…»
            Το παραπάνω κείμενο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βάζει όλους, άνδρες και γυναίκες, μπροστά στις ευθύνες τους. Δεν θα πρέπει οι άνδρες να ξεχνάνε ότι το πρότυπο της ανθρώπινης ακεραιότητας, στο οποίο αποβλέπουν όλοι, είναι μια γυναίκα, αφού χάρη σ’ αυτήν τη γυναίκα ήρθε ο Θεός στον κόσμο. Και δεν θα πρέπει οι γυναίκες να ξεχνάνε πως το ότι αναστήθηκε ο Χριστός το έμαθε ο κόσμος από τρεις γυναίκες, γεγονός που τις επιφορτίζει με ένα πρόσθετο καθήκον, να επανακτήσουν τη θέση στην οποία ο ίδιος ο Θεός τις τοποθέτησε την ημέρα της ανάστασης, ως μάρτυρες της αναστάσεως, σημάδια της αρχής του καινούργιου κόσμου του Θεού. Όταν κάθε μορφής διάκριση καταργηθεί, τότε όλοι θα βεβαιωθούν ότι ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε, τότε θα έχει γίνει άλλο ένα μεγάλο βήμα προς τη Βασιλεία του Θεού.

Γ” Κυριακή των Μυροφόρων: «Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν, τον εσταυρωμένον; Ηγέρθη, ούκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν»

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΕΡΟΥ, ΚΑΛΥΜΝΟΥ & ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ
Γ΄  ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ  ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ  2015
  Αγαπητοί μου, αδελφοί
           Ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, και τα βάθη των ανθρώπων γινώσκων, Αναστάς  Κύριος και  ο Θεός του  παντός, αμείβει την αγαθή και γενναία διάθεση των αγίων Μυροφόρων γυναικών, της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
ΜΥΡΟΦΟΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥKαι ω! του θαύματος, ο λίθος δι΄ αγγέλου «απεκυλίσθη» και έτσι οι γυναίκες μπήκαν μέσα στο μνημείο για να αλείψουν με αρώματα το Πανάγιο και Πανακήρατο σώμα του Ιησού.
Έμειναν εκστατικές οι Μυροφόρες γυναίκες , όταν ο λευκοφορεμένος άγγελος Κυρίου τις αναγγέλλει το μέγα και πανευφρόσυνο γεγονός της Αναστάσεως του Θείου Λυτρωτού: «Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν, τον εσταυρωμένον; Ηγέρθη, ούκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν».
Ο φόβος και ο τρόμος των αγίων γυναικών μεταβάλλεται σε άφατο χαρά και αγαλλίαση και αμέσως τρέχουν για να αναγγείλουν την χαροποιό αγγελία,  το μέγα και σωτήριο μήνυμα της θείας αναστάσεως  του Λυτρωτού  και Θεού  ημών  στον λαό, «τον καθήμενο έν σκότει και σκιά θανάτου»
 Οι Μυροφόρες γυναίκες πρώτες  πληροφορούνται την ανἀσταση του Θεανθρώπου Ιησού και πρῶτες  αυτές μεταφέρουν και μεταδίδουν τον μέγα  μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου Ιησού στους  αγίους αποστόλους ,τους ένδεκα, στον  Πέτρο  και «πάσιν τοις λοιποίς».
Με το σταυρικό θάνατο και τη ζωηφόρο ανάσταση του Θείου Λυτρωτού σώθηκε το ανθρώπινο γένος από τά δεινά της θεοστυγούς αμαρτίας και του αιωνίου θανάτου, πού είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό Πατέρα, και έτσι ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την αιώνιο ζωή.
Δια του Τιμίου Σταυρού και της θείας Αναστάσεως του Θεανθρώπου Ιησού άνοιξαν και πάλι οι ουρανοί δια να δεχθούν τον πλανηθέντα άνθρωπο, πού ενώ πλάστηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωση Αυτού», με την παρακοή αμαύρωσε, αλλοίωσε, εξαχρείωσε, σκότωσε την εικόνα του Θεού.
Η χριστιανική θρησκεία, θρησκεία σταυροαναστάσιμος, αποβλέπει κυρίως στην ηθική μόρφωση και αποκατάσταση κάθε ανθρώπου και την σωτηρία της αθανάτου ψυχής του. Αυτή δίδαξε υψηλές διδασκαλίες και ανύψωσε και αυτή την γυναίκα, πού προηγουμένως εθεωρείτο «πράγμα» και ήτο περιφρονημένη και ταπεινωμένη.
Η Θρησκεία του Ναζωραίου Χριστού έδωσε στην γυναίκα την δύναμη εκείνη, ώστε διά της πίστεως, της αγάπης, της τόλμης, της παρρησίας και του θάρρους να πάρει την  θέση  που  της  ἀρμοζε  στον   χριστιανισμό και γενικώς μέσα στον κόσμο.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έφερε την μεγάλη κοινωνική ανατροπή με την θεία και  πρωτάκουστο  διδασκαλία Του,  ότι ο άνδρας και η γυναίκα είναι ίσοι ενώπιον του Θεού και έχουν τον  αυτόν  σκοπό, την ηθική αναγέννηση και σωτηρία της αθανάτου ψυχής.
Ο ιερός Χρυσόστομος  επομένως  λέγει, η χριστιανή και ενάρετος  γυναίκα με την χάρη του Θεού πολλά μπορεί να  πράξει , γιατί αποβλέπει όχι στις  εξωτερικές  επιδείξεις και  τις περιττές  δαπάνες ,ούτε   στο άκοσμο κόσμο του σώματος, αλλά στην ηθική μόρφωση και ανακαίνιση  της  ψυχής της.
 Η  γυναίκα ανυψώθηκε διά της θείας και ζωογόνου θρησκείας του Ιησού Χριστού, και επήρε την θέση της στην νέα  θρησκεία. του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος  έλαβε σάρκα, δανείστηκε σάρκα από  την σάρκα  της Παρθένου Μαρίας και έγινε άνθρωπος δια να ανυψώσει τον άνθρωπο στην αρχαία μακαριότητα.
 Η  γυναίκα, εν Χριστώ  Ιησού,  δεν  είναι πλέον πράγμα και  όργανο  αφανές, αλλά με  τον  δικό της  τρόπο συμβάλλει και γίνεται  μάλιστα σπουδαίος  παράγων  της προόδου της κοινωνίας σε πολλούς  τομείς. ΄Ολως ιδιαιτέρως αποβαίνει  ,λίθος πολυτελής στα του οίκου της
  Είναι  γνωστό εν πολλοίς ότι αρετή  και μεγαλοφροσύνη  θαυμασίως  ριζοβολούν στις  ευλογημένες  οικογένειες και καρποφορούν αγλαούς καρπούς όταν γυναίκες   σεμνές, ιέρειες  της  αρετής γνωρίζουν και  μορφώνουν τα  παιδιά τους , «εν παιδεία και νουθεσία   Κυρίου».
  Ω ! σημερινές γυναίκες , σείς  έχετε υψίστη  αποστολή. Τό έργο σας  είναι μεγάλο και ιερό.  Εσείς έχετε  την  δύναμη να  δημιουργήσετε αφανώς νέους  και νέες με  ηθικές  αξίες, καλούς ενάρετους  και χρηστούς πολίτες, ψυχές  απαλές.
  Το σπίτι, η κατ οίκον εκκλησία σας, πρέπει να είναι και να  λειτουργεί ως γυναικείο  βασίλειο και να  είναι το υφαντουργείο που να υφαίνει εντέχνως  την ζωή, το φώς  και την αλήθεια που  τόσο έχει ανάγκη  η  σημερινή κοινωνία.
 αγαπητές μου γυναίκες,
 μια και σήμερα ο λόγος δια την γυναίκα, μιμηθείτε την  αγία  κεχαριτωμένη αειπάρθενο Μαρία  στην αληθινή ευσέβεια και ταπείνωση, την Αννα στην σωφροσύνη και την θεία λατρεία, την  Ευνίκη, την Νόνα και την Εμμέλεια δια την ανατροφή των τέκνων τους, τις Μυροφόρες γυναίκες δια την τόλμη και την αγάπη προς τον Διδάσκαλό τους, τον Ιησού Χριστό, τις  Σπαρτιάτισσες και την Ιουδίθ δια την αγάπη τους προς την Πατρίδα τους.
Ετσι μόνο, αγαπητές μου, θα αποβείτε και εσείς  αληθινές χριστιανές, αληθινές σύζυγοι, και μητέρες και τότε θα έχετε την εκτίμηση, τον σεβασμό και την αγάπη του κόσμου και προ πάντων την χάρη και ευλογία του Αναστάντος Ιησοῦ. ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π.

Εἰς τὴν Κυριακὴν τῶν Μυροφόρων Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς


 


῞Οπου λέγεται καί ὅτι πρώτη ἡ Θεοτόκος εἶδε τόν Κύριο μετά τήν ἀνάστασί του ἐκ νεκρῶν


Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί· ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας. Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα· διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας· “παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του· ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα· διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν· διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”· ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο· ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή· ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες. Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή· ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος· αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός· διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν· ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη· ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο· γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες· μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε· ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε· διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια· καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε· καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους. ῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη· διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“· ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο· ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν· γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ· “ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”· διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015) Ὁ Ἀναστάσιμος Χορός


                           kyriakimyroforon_326-4-2015

      ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ 
Ὁ Ἀναστάσιμος Χορός
«Τήν ἄμετρόν Σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ  δου σειραῖς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρός τό φῶς ἠπείγοντο Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον».
(Στήν Νεοελληνική:) Βλέποντας τήν ἀμέτρητη εὐσπλαχνία Σου, Χριστέ, οἱ δεμένοι μέ τίς ἁλυσίδες τοῦ Ἅδη, προχωροῦσαν γρήγορα πρός τό φῶς τῆς Ζωῆς, μέ χαρούμενο ρυθμό στά πόδια, διατρανώνοντας τό Πάσχα τό παντοτεινό.
Γιά ρυθμική πορεία μιλάει, χριστιανοί μου, ὁ ὑμνωδός. Γιά πορεία χαρούμενη, μεθυστική, πρός τήν συνάντηση τοῦ Ἀναστάντος:«Ἐάν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἑμαυτόν», εἶχε προείπει ὁ Ἰησοῦς. Καί τώρα πιά, ὄχι ἐπάνω στόν Σταυρό, ἀλλά «ἐγηγερμένος», Ἀναστημένος νικητής τοῦ θανάτου, σκορπίζει Φῶς καί λάμψη καί ἐλπίδα καί χαρά.
Ποιά μεγάλη τιμή καί δόξα γιά κείνους πού θά σύρουν αὐτόν τόν πανηγυρικό χορό πρῶτοι!..
Καί νά! Μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας τοῦ Σαββάτου, ὅταν ὅλοι οἱ Μαθητές ἦταν μαζεμένοι στό ὑπερῶον, τρέμοντας τήν μανία τῶν Ἰουδαίων, λίγες ἀδύναμες γυναῖκες δέν ξέχασαν τόν Διδάσκαλο. Ἔδωσαν ὅ,τι εἶχαν καί δέν εἶχαν καί ἀγόρασαν μῦρα. Ξεκίνησαν μόλις ἀχνόφεγγε ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος (ἡ μία τῶν Σαββάτων). Κι ἦταν αὐτές πού τούς χαρίσθηκε ἡ τιμή νά δοῦν πρῶτες τόν ἄδειο Τάφο. Κι' ἦταν ἐκεῖνες πού πρῶτες ἔμαθαν ἀπό τούς Ἀγγέλους πώς ὁ Κύριος ἀναστήθηκε!.. Ἡ φυσική ἀνατριχίλα ἐκείνου τοῦ ἀνοιξιάτικου πρωϊνοῦ -τοῦ μεγαλύτερου πρωϊνοῦ τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας- πολλαπλασιάσθηκε ἀπό τό ἀπροσδόκητο γεγονός. Ἔτρεξαν ἀμέσως «μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης» νά εἰδοποιήσουν τούς Μαθητές ...
* * *
Αὐτές τίς γυναῖκες τῆς Γαλιλαίας τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Καί μαζί τους τόν Ἰωσήφ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τόν νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.
Τούς τιμᾶ ἐπειδή εἶναι οἱ πρῶτοι πού μᾶς ἔφεραν τό μεγάλο νέο: Πώς ὁ θάνατος πατήθηκε θανάτῳ.
Καί ταυτόχρονα σέ μᾶς, τούς σημερινούς πιστούς, γεννιέται μία «ζήλεια» : Πόσο θά θέλαμε νά εἴμαστε ἐκεῖνο τό πρωϊνό στόν κῆπο μέ τόν Τάφο!..
Ἄς κρατήσουμε, ὅμως, τίς δύο μεγάλες ἀρετές τῶν Μυροφόρων: Τό θάρρος καί τήν ἀφοσίωση. Αὐτές οἱ ἀρετές ἦσαν τό «εἰσητήριο» γιά τήν Ὥρα. Ἄς μή φοβόμαστε τίποτε. Οὔτε τήν φτώχεια, οὔτε τήν ἀρρώστεια, οὔτε τόν θάνατο. Καί ἄς ἔχουμε ἀκλόνητη τήν ἀφοσίωσί μας στόν «ὑπέρ ἡμῶν παθόντα καί ἐγερθέντα». Ἐκεῖνος θά μᾶς φανερωθεῖ, χαρίζοντάς μας τήν εὐφροσύνη τῆς δικῆς Του ἀνατολῆς, ἀσύγκριτα ὀμορφότερες κι ἀπό ἐκείνην ἀκόμη τήν ἀνατολή στόν Κῆπο, τήν πρώτη ἡμέρα τῶν Σαββάτων καί τῆς ζωῆς μας...
π.Π.Μαρ.

Πως αντιμετωπίζουμε τήν ασθένεια; του αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη

asthenia

Πως αντιμετωπίζουμε τήν ασθένεια;

του αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη
Ξεκινάμε να γράψουμε κάτι για την ασθένεια ενώ συμβαίνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα.  Ενώ διαβάζουμε στα Ιερά Κείμενα του Ιερού Ευεργετινού περί της ασθενείας, λαμβάνουμε ένα μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο ενός χριστιανού που μόλις έχει αναχωρήσει από μεγάλο θεραπευτήριο των Αθηνών και αναφέρει χαρακτηριστικά «…η ζωή είναι μια ανείπωτη πίκρα τελικά…».  Βεβαίως δεν είναι μόνο ένας που το λέει και το βιώνει αυτό, είναι χιλιάδες-εκατομμύρια άνθρωποι ανάμεσά μας. Ομολογουμένως   ζούμε σε μια δύσκολη κοινωνία.  Τι είναι αυτό όμως που μπορεί να την αλλάξει;  Η πίστη στον Χριστό.  Η ζωή που μοιάζει με φαρμάκι μέσα στο ποτήρι και δεν πίνεται, πίνεται και γίνεται γλυκιά όταν ο άνθρωπος αγαπήσει το Χριστό.
Η ασθένεια ασφαλώς αποτελεί ένα από τα πολύ δύσκολα ζητήματα στην ζωή του ανθρώπου, μια από τις μεγάλες πίκρες της.  Ακούμε πολλές φορές τους ασθενείς που πονούν, να αγανακτούν και να κραυγάζουν « γιατί Θεέ; ».  Μήπως όμως θα έπρεπε να αναφωνούν « γιατί άνθρωπε; ».  Αν πάρουμε τα πράγματα από την αρχή θα αντιληφθούμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο όπως και όλη την κτίση «καλά λίαν»⁂.  Ο άνθρωπος όμως θέλοντας να γίνει Θεός χωρίς το Θεό αμάρτησε και έτσι η φθορά, η αρρώστια και τελικά ο θάνατος εισήλθαν «ως φάλτσο» στην ζωή των ανθρώπων!
Τι λέγουν τα κείμενα του Ιερού Ευεργετινού για την ασθένεια;  Ότι είναι μια εκπαίδευσις προκειμένου ο άνθρωπος να πλησιάσει περισσότερο το Θεό!  Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο Θεός δεν είναι σε καμία περίπτωση τιμωρός!  Είναι Θεός αγάπης και φιλανθρωπίας.  «Τα σπλάγχνα του ‘φλέγονται’ για κάθε ψυχή που αναπνέει»!  Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να ερευνήσει την βαθύτερη βούληση του Θεού.  Δεν μπορεί να υποστηρίξει γιατί ο Θεός επιτρέπει το ένα ή το άλλο.  Είναι «άγνωστες αι βουλαί του Κυρίου» και οι άνθρωποι πολλή μικροί για κάτι τέτοιο.
Συνεχίζοντας την αναφορά μας στις θέσεις των ασκητών Πατέρων την Εκκλησίας μας για το θέμα της ασθένειας αναφέρουμε ότι ο ασθενής, όταν έχει πνευματική υγεία, καταφεύγει στο Θεό και ζητά την βοήθειά Του. Δέχεται την αρρώστια ως επίσκεψη του Θεού που θα τον οδηγήσει πιο πολύ κοντά Του.  Πράγματι, οι περισσότεροι έχουμε αισθανθεί όταν αρωστήσαμε πιο μεγάλη την ανάγκη να επικαλεστούμε το Θεό και να τον προσεγγίζουμε.  Η ασθένεια σε κρατά «χαμηλά», σε κρατά  ταπεινό. Ποιό όμως όφελος μπορεί να έχει ο ασθενής άνθρωπος; Τι «κερδίζει» από την ασθένεια;   Είναι πράγματι ανούσιο ο ασθενής να καυχάται για πλούτη και τρυφηλή ζωή!  Τα βλέπει όλα μάταια!  Αυτή όμως η κατάσταση τον βοηθά να πλησιάσει το Θεό! Ο Θεός τι κάνει όταν βλέπει τον άνθρωπο και παιδεύεται;   Ο Θεός όταν επιτρέπει μια ασθένεια σε κάποιον τον ενισχύει μυστικά με υπομονή. Δεν θέλει να «χαθεί» ο ασθενής! Βρίσκεται δίπλα του στο κρεβάτι του πόνου, στα χειρουργεία, οδηγεί πολλές φορές ακόμα και τα χέρια των ιατρών!
Ο Ιερός Ευεργετινός αναφέρει κάποιον ευλαβέστατο γέροντα, τον αββά Σπαί, ο οποίος για σαράντα χρόνια είχε χάσει την όραση του, ήταν τυφλός.  Ενώ όμως  ο γέροντας αυτός δεν έβλεπε τίποτα με τα σωματικά μάτια, το Άγιο Πνεύμα που κατοικούσε μέσα του τον δυνάμωνε, τον ενίσχυε, και γέμιζε την καρδιά του με γλυκιά παρηγοριά.  Αφού, λοιπόν, έζησε για σαράντα έτη τυφλός στην συνέχεια ο Θεός του επανέφερε την όραση ενώ του ανακοίνωσε και την ώρα που θα πεθάνει.  Επίσης, τον προέτρεψε να πάει σ’ όλα τα μοναστήρια και τα κελλιά που ο ίδιος είχε ιδρύσει και να μιλήσει στους εγκαταβιούντες μοναχούς τον λόγο του Θεού όπως και να τους μεταδώσει το ανέσπερο φως που πλημμύριζε την καρδιά του.  Πράγματι, ο ευλαβέστατος αυτός ασκητής περιόδευσε, σύμφωνα με το θέλημα το Θεού, όλα τα μοναστήρια που είχε συστήσει και στην συνέχεια επέστρεψε στο μοναστήρι του.  Κάλεσε όλους τους μοναχούς από τους οποίους έλαβε συγχώρεση και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, ενώ στη συνέχεια εξέπνευσε, έχοντας στα χείλη του την ευχή του Ιησού.
Ο Μακάριος αυτός γέροντας έσωσε την ψυχή του και συναριθμήθηκε στους δικαίους του Θεού.
 Είμαστε πολλές φορές κοντόφθαλμοι και δεν γνωρίζουμε γιατί συμβαίνει το ένα ή το άλλο.  Ο Θεός χωρίς να περιορίζει την προσωπική μας ελευθερία «αγωνίζεται» να μας προσεγγίσει και να μας γεμίσει με την αιώνια Χαρά και Ευτυχία.  Ας ανοίξουμε και εμείς την καρδιά μας και ας τον δεχθούμε ως Νυμφίο της ψυχής μας και ας τον παρακαλέσουμε ότι και να συμβεί στην ζωή μας να μην τον εγκαταλείψουμε ποτέ! Να μπορέσουμε για οτιδήποτε συμβεί στην ζωή μας να λέμε από καρδιάς « δόξα σοι ο Θεός »!

Η πεπληρωμένη χαρά της Αναστάσεως


Για να επιστρέψουμε όμως, από τον τόπο της αποδημίας προς την πατρίδα πρέπει να ετοιμάσουμε την αναχώρησή μας. Πρέπει να προετοιμάσουμε το νέο μας ταξίδι, το οποίο ουσιαστικά θα μας ανανεώσει, θα χρειαστεί να προλάβουμε κάποια πράγματα, με πρώτο και κυριότερο την αποδέσμευσή μας από τα αυτονόητα και πεζά του κόσμου, ώστε να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τα πρώτα θεμέλια της ειλικρινούς συναυλίσεώς μας με το Ζωοδότη Χριστό μας. Την άνοιξη πάντοτε συνοδεύει η Ανάσταση. Η πνευματική μας άνοιξη σίγουρα θα μας οδηγήσει και στη λαμπροφόρο μας ανάσταση. Και είναι χειμώνας και θάνατος όχι μόνο το βιολογικό μας τέρμα, αλλά και κάθε τι που φθείρει το σώμα και την ψυχή, το κακό, η ακόρεστη ικανοποίηση των επιθυμιών, το άγχος, η αρρώστια! Μα πάνω απ᾿ όλα, θάνατος είναι η απομάκρυνση από το Θεό, από την ελπίδα μας! Θάνατος είναι η απώλεια κάθε ελπίδας. Θάνατος είναι όταν δεν αγαπάμε! Θάνατος είναι η μοναξιά και η ιδιορρυθμία! Θάνατος είναι κάθε απώλεια νοήματος και δίψας για τη ζωή!
IMG_02232
Ο Ιησούς Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή. Γιατί η ζωή που προτείνει αυτός δεν περιλαμβάνει τίποτα από το θάνατο του κόσμου. Ζωή είναι η αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο, η πνευματική πάλη, ο αγώνας και η άσκηση, είναι το ξεπέρασμα του εγώ, είναι η χαρά της κοινωνίας με Αυτόν!
Ποτέ και πουθενά ο άνθρωπος δεν συμβιβάστηκε με το θάνατο, ούτε τον έννοιωσε φυσικό, όπως τον χαρακτηρίζουν οι λογικοί άνθρωποι γύρω του, από την αρχαιότητα με τους κοπετούς και τις μοιρολογίστριες μέχρι το Διονύσιο Σολωμό που επιμένει: «…γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα».
Όλοι οι θνητοί πάνω στη γη εξορκίζουν το θάνατο, γι’ αυτό και η ανάσταση του Χριστού μας, που προμηνύει και τη δική μας ανάσταση, είναι «εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων». Τώρα δεν διαμαρτυρόμαστε για το θάνατο, αφού αυτός καταργήθηκε. Με την ανάσταση εορτάζουμε την καθαίρεσή του και την απαρχή της «άλλης βιοτής», της αιωνίου.
Η διαμαρτυρία για το θάνατο εκφράστηκε στη μυθολογία των προγόνων μας με τους θρήνους που γίνονταν για το θάνατο του Άδωνη, που κάθε άνοιξη ερχόταν στη γη και κάθε φθινόπωρο μετανάστευε στον Άδη, όπου τον περίμενε η Περσεφόνη. Σε κάποιους άλλους μύθους η Περσεφόνη αρπαγμένη απ’ τον Πλούτωνα αναγκαζόταν να μένει τέσσερες μήνες στον κάτω κόσμο και τους οκτώ να ανεβαίνει στη γη, την οποία τότε η μητέρα της η Δήμητρα από τη χαρά της την ομόρφαινε με άνθη και πρασινάδες.
Ολοκληρωμένη μυθική ανάσταση μας προσφέρει ο Ευριπίδης στην Άλκηστή του, που είναι ένα όραμα. Εδώ η νεαρή σύζυγος του βασιλιά των Φερών Αδμήτου δέχεται από αγάπη πρόθυμα να πεθάνει γι’ αυτόν μετά την άρνηση των γονέων του να προβούν σε αυτή τη θυσία για χάρη του. Ο θάνατος της Άλκηστης, έτσι, παίρνει τη μορφή εκούσιας θυσίας και αυτή στολίζεται με το στεφάνι της μάρτυρος της αγάπης. Κατά τον ενταφιασμό της, όμως, τυχαίνει να περάσει ο Ηρακλής και γίνεται δεκτός στο φιλόξενο παλάτι του Αδμήτου. Εκεί, μόλις μαθαίνει για το θάνατο της βασίλισσας, τρέχει στον τάφο της, παλεύει με το Χάροντα και φέρνει την Αλκηστη ζωντανή πάλι στον Άδμητο, όπου παραμένει τρεις ημέρες αμίλητη. Στο μεγάλο χορικό αυτού του οράματος του Ευρυπίδη εκφράζεται η λαχτάρα της αναστάσεως και στο πρόσωπο του Ηρακλή προτυπώνεται ο Χριστός μας που πάλαιψε και νίκησε το θάνατο, γι’ αυτό και ψάλλουμε «θανάτω θάνατον πατήσας».
Ο Ηρακλής νίκησε το Χάροντα και ο Χριστός μας τον Άδη ανασταίνοντας εκ των νεκρών τον πρωτόπλαστο Αδάμ μαζί με όλους τους απογόνους του, όπως φαίνεται και στη βυζαντινή εικονογραφία. Η μεγάλη όμως διαφορά είναι ότι ο Ευρυπίδης ονειρεύθηκε την ανάσταση, ενώ η ανάσταση του Χριστού μας είναι αλήθεια, είναι γεγονός που σκορπίζει χαρά ανοιξιάτικη, «χαρά εν όλω τω κόσμω». Χαρά που δεν διαρκεί τρεις μόνο μήνες, όσο η άνοιξη, αλλά χαρά ατελεύτητη αρκεί να βιώνουμε καθημερινά στη ζωή μας την ανάσταση που σημαίνει να διώξουμε μακρυά μας τους οποιουσδήποτε συμβιβασμούς με την αμαρτία. Να έλθουμε σε οριστική ρήξη με τον παλαιό εαυτό μας, τον κίβδηλο και πεπερασμένο. Να υπερβούμε το φόβο της φθοράς του θανάτου. Να σηκώνουμε θαρρετά το σταυρό των εντόνων αγώνων μας. Να μην έχουμε υπαρξιακές αγωνίες. Να σπάζουμε τα δεσμά που μας κρατούν αιχμαλώτους στο χθες, στο σκοτάδι των θλίψεων και της απελπισίας. Ανάσταση και άνοιξη πηγαίνουν μαζί, χέρι με χέρι, και γεμίζουν με αγαλλίαση τόσο τους σωματικούς μας οφθαλμούς, όσο και τους ψυχικούς.
Και η χαρά της αναστάσεως είναι χαρά πεπληρωμένη, είναι η χαρά της συναντήσεώς μας με τον αναστάντα Κύριο, με τους Αγίους μας, με τους κεκοιμημένους οικείους και φίλους μας, που σε αυτή τη ζωή τους συνείχε η προσδοκία της αναστάσεως και της μετά του Χριστού αιωνίου αγαλλιάσεως.

Τι κάνουν οι Μοναχοί; (του αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη)

monaxoi

Τι κάνουν οι Μοναχοί; (του αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη)

του αρχιμ.Ιακώβου Κανάκη
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος όρισε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους, εισήλθε μέσα στην Εκκλησία ένα πνεύμα εκκοσμίκευσης.  Οι χριστιανοί που επιθυμούσαν να ζήσουν την «ζεστασιά» της «πρώτης Εκκλησίας» αποφάσισαν να φεύγουν από τις πολυπληθείς πόλεις και να ζουν κατά μόνας ή ως μικρές ομάδες σε έρημα μέρη.  Αυτή είναι η αρχή του μοναχισμού.  Οι άνθρωποι που θα ζουν στις ερημιές (στα μοναστήρια αργότερα) δεν θα το κάνουν επειδή μισούν τον κόσμο αλλά επειδή αγαπούν τον κόσμο.  Όπως και σήμερα οι μοναχοί ζουν στις Μονές και συνεχώς προσεύχονται για τον κόσμο, έχουν μέσα τους την καλή αγωνία για την Σωτηρία του κόσμου.  Στις δεήσεις τους λέγουν: «Θεέ μου, σώσε τον κόσμο».  Στις μονές πηγαίνουν επειδή θέλουν «πρόσωπο προς πρόσωπο» να ομιλήσουν στο Θεό χωρίς τους περισπασμούς και τις βιοτικές μέριμνες.  Οι μοναχοί δεν είναι «οι ναυαγοί της ζωής» αλλά αυτοί που χτύπησε μέσα στην καρδιά τους η αγάπη για το Χριστό!  Στην καθημερινή τους ζωή μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες αγωνίζονται να κόψουν τα πάθη τους και να πλησιάσουν το Θεό!  Νυχθημερόν προσεύχονται για όλο τον κόσμο και αφήνουν τελευταίους τους εαυτούς τους.  Όταν λοιπόν ερωτηθούμε τι κάνουν οι μοναχοί στα μοναστήρια, να τους απαντήσουμε ότι κάνουν ότι πιο πολύτιμο και σημαντικό μπορεί να προσφέρει ο ένας στον άλλο.  Προσεύχονται με αγάπη για όλους τους ανθρώπους.
Αυτό που κάνει εντύπωση στα κείμενα του Ιερού Ευεργετινού και σχετίζεται με το ανωτέρω θέμα, αφορά το κοινόβιο του Μεγάλου Θεοδοσίου.  Να πως είχε διαμορφώσει το μοναστήρι του αυτός ο μεγάλος ασκητής.  Ήταν για τους ανθρώπους «ο οφθαλμός των τυφλών, το πόδι των χωλών, η ενδυμασία των γυμνών, το σπίτι των αστέγων, ο ιατρός των ασθενών, ο χορηγός, ο υπηρέτης, ο δούλος»!  Ήταν αυτός που με αυταπάρνηση, υπομονή και αγάπη έπλενε τα αίματα των τραυματισμένων, καθάριζε τα τραύματα και τις πληγές τους, φιλούσε  τους λεπρούς, παρηγορούσε τους απογοητευμένους και εξουθενωμένους.  Ήταν ένα ήσυχο λιμανάκι που οι ψυχές των ανθρώπων έβρισκαν καταφυγή.  Στο μοναστήρι του δεν γινόταν ποτέ διάκριση στους επισκέπτες, δεν γίνονταν διακρίσεις.  Την ίδια σημασία έδινε στον πτωχό και τον επιφανή.  Αντίθετα, όσο πιο άσημος ήταν κάποιος τόσο μεγαλύτερη τιμή και περιποίηση λάμβανε, ότι δηλαδή έκανε και ο Χριστός στην επίγεια ζωή του.  Ο Μέγας Θεοδόσιος αγαπούσε τον άνθρωπο μέσα από την αγάπη του για τον Θεό και στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου έβλεπε τον Χριστό!  Η καρδιά του είχε γίνει τρυφερή και πονούσε για κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο.  Είχε βγει από τον εαυτό του και «μοιραζόταν» στους άλλους ως δούλος και διάκονός τους.
Το Άγιο Πνεύμα που ανέδειξε τον Μέγα Θεοδόσιο, τον μεγάλο αυτό ασκητή, φώτισε και τον μακαριστό γέροντα Πορφύριο όταν έλεγε σε πνευματικά του παιδιά για «Εφημερεύοντα μοναστήρια».  Μοναστήρια που θα είναι ανοικτά μέρα και νύχτα και οι μοναχοί με προγραμματισμό θα δέχονται όλους τους πονεμένους ανθρώπους που θα ζητούν βοήθεια στη Μονή.  Και ένας άλλος σύγχρονος γέροντας έλεγε: «Που θα πάει αυτός που μόλις χώρισε με την γυναίκα του; Που θα πάει αυτός που μόλις έμαθε ότι πάσχει από καρκίνο; Που θα ζητήσει βοήθεια ο πονεμένος για τον θάνατο του παιδιού του γονιός; Η Εκκλησία μας περισσότερο από ποτέ οφείλει να κάνει το έργο του «καλού Σαμαρείτη» της ευαγγελικής περικοπής .


ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...