Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

Εάν πολυκομάς την κόμην σου…



Άγιος Στέφανος ο πρωτομάρτυρας, εκλεγμένος “διάκονος των Τραπεζών”
Άγιος Αρτέμιος, Χριστιανός λαϊκός/στρατευμένος της Κωσταντίνειας περιόδου,  μεγαλομάρτυρας του Χριστού, θεωρούμενος και ως προστάτης από την Ελληνική Αστυνομία
Ένας λόγος που αποδεικνύει το σε πόσο τραγική και αξιοθρήνητη κατάσταση βρισκόμαστε ως “στρατευομένη Εκκλησία” είναι ακόμη το πόσο
α)δίνουμε τεράστια σημασία στην εξωτερική εμφάνιση,
β)είμαστε επηρεασμένοι από τελείως εξωγενή, κοσμικά ή αιρετικά πρότυπα
Παλαιότερα, αν θυμάστε, σε αυτό το ιστολόγιο, είχαμε αναφερθεί στα θέματα αυτά με την ανάρτηση με τίτλο “…παρά να μην τρώμε λάδι τις Τετάρτες” . Σήμερα, θα κάνουμε μια μικρή αναφορά στο ζήτημα της …κόμης. Βέβαια, θα πει κανείς “μα με τρίχες θα ασχολούμαστε τώρα;”, αλλά το ζήτημα είναι ότι κάποιοι ενδοεκκλησιαστικοί άνθρωποι και μάλιστα “ζηλωτές ιερείς” το έχουν κάνει όχι μόνο μείζον σε βαθμό που το θεωρούν …κώλυμα Θείας Ευχαριστίας, αλλά με τελείως λανθασμένο τρόπο!!! Προσωπικά, μου φαίνεται ότι είναι σαν να συγχέουν την Εκκλησία και την Ενορία με …στρατώνες του βαυαρικού και μεταβαυαρικού προτύπου! Και λέω μεταβαυαρικού προτύπου, διότι, από ό,τι βλέπετε και παραπάνω, πολλοί -και ανάλογα πάντα με την ιδιαίτερη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα του καθενός- Χριστιανοί στρατιώτες είχαν τελείως διαφορετικό και χριστοειδές παρουσιαστικό…
Λοιπόν, εν ολίγοις πολλά:  η Ιερά Παράδοση ορίζει αυστηρά ότι οι μοναχοί/ές, αφιερωμένοι/-ες, καθώς και οι ιερείς απαγορεύεται να κόβουν μαλλιά και γένια. Στο θέμα αυτό αναφέρεται και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος στο πολυδιαβασμένο βιβλίο του “Υποθήκες”, με κάποια αυστηρότητα. Αυτές οι παραδόσεις υπάρχουν και από την Παλαιά Διαθήκη και δη στο βιβλίο των “Αριθμών”, για τους Ναζηραίους, που ήτανε ασκητές της περιόδου αυτής. Εκεί τα μακριά μαλλιά αναφέρονται ως γνώρισμα αγίου ανδρός.
Ο Απόστολος Παύλος, όμως, έχει γράψει και αυτός κάτι σχετικό με το θέμα αυτό, στην Α’ προς Κορινθίους, στο 11ο κεφάλαιο:
“η ουδε αυτη η φυσις διδασκει υμας οτι ανηρ μεν εαν κομα ατιμια αυτω εστιν”;
Εάν κομά ο άνδρας, λοιπόν, η φύση μας διδάσκει ότι είναι πράγμα άτιμο. Τι σημαίνει όμως κομά; Είναι γ’ ενικό του συνηρημένου ρήματος κομέω-κομώ, που σημαίνει φροντίζω, περιποιούμαι. Σκεφτείτε τις λέξεις νοσο-κομείο, γηρο-κομείο, δηλαδή μέρος όπου φροντίζονται οι γηραιοί, οι νοσούντες, οι πτωχοί κ.ά. Φροντίζω, περιποιούμαι και ειδικά την κόμη, που είναι κατ’εξοχήν αντικείμενο φροντίδας και περιποίησης. Αυτή ακριβώς η ερμηνεία είναι που σώζεται σε μεταγενέστερους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας(96ος κανόνας της 6ης Οικ. Συνόδου)  και όχι άλλη.
Αυτό άλλωστε μας βοηθάει να κατανοήσουμε και βαθύτερα το χωρίο αυτό. Τι διδάσκει η φύση;
Α)Μας διδάσκει ότι γενικώς στην ώριμη ηλικία ο άνδρας χάνει μαλλιά, κάποια ή τα περισσότερα, σε αντίθεση προς την γυναίκα. Οπότε, προς τι η φροντίδα και η περιποίηση; (Στην Βιολογία, υπάρχουν τα του γονιδίου της φαλάκρας, που είναι αντιστοίχως επικρατές και υπολειπόμενο.)
Β)Ο Απόστολος Παύλος, στο παραπάνω χωρίο, δεν μιλάει για μια ορισμένη κατηγορία ανδρών, αλλά για όλους.  Συνεπώς, μιλάει για όλους και κατ’εξοχήν για τους πιο αυστηρούς, όπως τους μοναχούς. Πράγματι, τα μαλλιά των μοναχών και των ιερέων είναι μακριά ακριβώς επειδή δεν τα κομάνε, είναι γενικώς αφρόντιστα.
Γ)Αλλά ξέρουμε ότι και ο ίδιος είχε και απεικονίζεται σε όλες τις περιστάσεις με μακριά μαλλιά. Και ο ίδιος ο Χριστός βέβαια το ίδιο. Και ο “μέγιστος των ανθρώπων” Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος το ίδιο. Και πάρα πολλά πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης το ίδιο. Και οι περισσότεροι Άγιοι το ίδιο, ακόμη, όπως είδαμε, και διάκονοι των τραπεζών και στραπηγήτιώτες.
Λοιπόν, νομίζω ότι τα παραπάνω ξεκαθαρίζουν επαρκώς το τοπίο. Στην Εκκλησία, έχουμε τελείως διαφορετικά κριτήρια από την Δικτατορία της Επταετίας, όπου, ως γνωστόν, κάτι τέτοιο ήταν …ποινικό αδίκημα.
Τα σχόλια τα αφήνω σε εσάς, κατ’ιδίαν ή δημόσια…

Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ


πηγή

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Η θεολογική περιπέτεια τών λατίνων καί τών ορθοδόξων λατινοφρόνων, η οποία ξεκινά από τόν Αυγουστίνο, κορυφώνεται στόν Ακινάτη καί αποθεώνεται στόν Χέγκελ, υλοποιείται στό ψυχολογικό-φιλοσοφικό κίνημα τού υπαρξισμού «η ύπαρξη προηγείται τής ουσίας».
Η έννοια τής υπάρξεως υπήρχε από τήν εποχή τών εξομολογήσεων τού Αυγουστίνου, στό βάθος όλων τών θεολογικών του προσπαθειών νά ορίσει τήν ουσία τού Θεού, ερευνώντας τήν κτίση. Ήταν η έκφραση μιάς τιτανικής θελήσεως νά τά βρεί όλα μόνη της χωρίς τήν βοήθεια κάποιας παραδόσεως, η οποία διατηρούσε καί μετέδιδε τήν αλήθεια σάν ουσία αποκεκαλυμμένη, όχι σάν λογική ουσία, πού ήταν μέχρι τότε η ουσία τών φιλοσόφων. Αυτή η αλήθεια τής παραδόσεως ονομαζόταν τήν εποχή εκείνη ΠΙΣΤΗ. Ήταν τό ΄περιεχόμενο τής πίστεώς μας όπως εκφράστηκε από τούς Αποστόλους τήν ημέρα τής Πεντηκοστής καί αποτελεί από τότε τό θεμέλιο τής εκκλησίας. Ο Αυγουστίνος επεδίωξε νά βρεί καί βρήκε τήν λογική τής πίστεως αυτής. ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. «Αγάπα καί κάνε ό,τι θές».
Στήν συνέχεια ο Ακινάτης κατέγραψε ό,τι μπορεί νά θέλει ο κάθε άνθρωπος στήν ύπαρξή του, λόγω τού ακτίστου πού βρίσκεται μέσα στό κτιστό. Τόν ενυπάρχοντα Θεό. Δηλ.τόν άνθρωπο, όπως υπάρχει στό κατ’εικόνα καί όπως απεκαλύφθη στόν θεάνθρωπο Χριστό.

Στήν πίστη αυτή ο θεάνθρωπος ολοκλήρωσε τήν γνώση τού ακτίστου πού ήταν απαραίτητη γιά έναν τρόπο ανθρώπινης ζωής ομοούσιο τής Αγίας Τριάδος, ανάλογο τής Αγίας Τριάδος, ικανό νά οδηγήσει τήν ζωή τού ανθρώπου στήν Μίμηση Χριστού.
Η ύπαρξη απολυτοποιήθηκε μέ τόν Καρτέσιο. Η πρόοδος τής διανοητικής ζωής ενός ανθρώπου, ή έρευνα τής αλήθειας, διά τής μεθόδου τής αμφιβολίας μπορεί νά τού δώσει αλάνθαστα όλο τό περιεχόμενο, τήν ουσία, τής παραδοσιακής πίστεως. Χωρίς τήν επιβολή της από κάποια αυθεντία. Ο σπόρος τής διαλεκτικής τού Χέγκελ ήταν ήδη έτοιμος. Απολυτοποιήθηκε εύκολα τό πεπερασμένο καί τό απόλυτο εδημιουργήθη κατ’ εικόνα τού πεπερασμένου. Ο θεός έγινε κατ’ εικόνα τού ανθρώπου. Ένα καινούριο αθάνατο είδωλο, ΤΟ ΝΕΟ, τό οποίο ιππεύοντας τήν τρέλλα τού Νίτσε ξεκίνησε τό γκρέμισμα όλων τών αξιών, πού συνεχίζεται μέχρι σήμερα. 

Αυτό τό γκρέμισμα τών ειδώλων σήμερα ονομάζεται ιστορία καί τό όργανο πού ενεργεί τήν καταστροφή δημοκρατία.
Μόνο πού οι εικόνες αυτές είναι δημιουργήματά μας, συνθέσεις από τά βιώματά μας καθ’όλη τήν διάρκεια τού βίου μας, περιτυλιγμένα στήν κατηγορία τού ιερού, κτισμένα στήν άμμο, προορισμένα στήν εξαφάνιση, καθότι εικόνες τού πεπερασμένου πού αναγκαίως οδηγούν καί καταλήγουν στο θάνατο.

Καί η εντολή τού Κυρίου «μή ποιήσεις σεαυτώ είδωλον», ερμηνεύεται εις βάθος καί εκφράζεται σάν : αλλά ποίησε σεαυτόν είδωλον.
Όπως τό εξέφρασε ο κ.Γιανναράς μέ επιτυχία  : τό νοητικό όργανο, συνθέτει τίς κτιστές ενέργειες καί μετά θάνατον, αφού έχει ολοκληρωθεί καί τελειοποιηθεί στήν σύνθεση αυτή, συνεχίζει τήν ύπαρξή του στήν αιώνιο ζωή, συνθέτοντας τίς άκτιστες ενέργειες. Αυτό τό νοητικό όργανο ονομάζουνε σήμερα πλέον ΠΡΟΣΩΠΟ καί τήν εργασία τής συνθέσεως ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΧΕΣΕΩΝ.

ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ  ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ  ΝΑ ΧΑΝΕΙ ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.
Ο άνθρωπος σχηματίζει σιγά-σιγά τήν ιστορική του συνείδηση, μέ τήν βοήθεια τής οποίας λαμβάνει τίς σωστές αποφάσεις, οι οποίες θά οδηγήσουν τήν ιστορία στά έσχατα.

Τό αρχέτυπο, τό απόλυτο πρότυπο, αυτής τής συνειδήσεως, προσφέρεται σάν ευχαριστειακή εκκλησιολογία , μέ τόν επίσκοπο στό κέντρο περιστοιχισμένο από τούς διακόνους του στήν σύναξη τών πιστών. Καί είναι μεγάλη αμαρτία νά μήν προσφέρουμε αυτό τό αρχέτυπο τής σωτηρίας σέ ολόκληρη τήν οικουμένη. Δέν είναι δίκαιο νά σωθούμε μόνο εμείς, εγωϊστικά καί εθνικιστικά σκεπτόμενοι.
Ο τρόπος ζωής λοιπόν τού προσώπου είναι μιά απελευθέρωση από τήν παράδοση, μιά ανανέωση τής παραδόσεως, πού οδηγεί στήν ωριμότητα καί στήν ολοκλήρωση τής προσωπικότητος, στήν μετοχή καί στήν συμμετοχή στόν πολιτισμό καί στήν ιστορία. Καί τέλος τό γκρέμισμα καί η καταστροφή τής ιστορίας αυτής, τών αξιών πού στήριξαν τήν μετοχή στόν πολιτισμό αυτό, γιά νά ελευθερωθεί σάν από τό κουκούλι της, η πεταλούδα τού καθαρού καί αθάνατου ΕΓΩ. 

Τό σχέδιο όπως βλέπουμε είναι τέλειο. Θά τό δούμε αναλυτικότερα στήν συνέχεια μέ τήν βοήθεια τού Ζηζιούλα. Αλλά πρίν τήν ανάλυση αυτή είναι απαραίτητο νά γνωρίσουμε τόν λόγο τής παραδόσεώς μας, γιά αυτή τήν ζωή τού προσώπου.
Κλίμαξ, Περί κενοδοξίας, Λόγος 21ος .

«Η κενοδοξία ως πρός τήν ποιότητα είναι σκορπισμός τών καμάτων, απώλεια τών ιδρώτων, δόλιος κλέφτης τού θησαυρού. Ναυάγιο μέσα στό λιμάνι. Η κενοδοξία περιμένει νά συναχθεί ο πνευματικός πλούτος καί χαίρεται γιατί θα διασκορπίσει. Πύλη τής κενοδοξίας ο πλούτος τών καμάτων». Είναι ο πνευματικός θάνατος. Σήμερα η εκκλησία κυριαρχείται από τήν κενοδοξία, η οποία είναι απόγονος τής απιστίας καί πρόδρομος τής υπερηφανείας.
Μιά μεγάλη απόδειξη τών λόγων αυτών δίνεται από τήν πρόσφατη επίσκεψη τού Βαρθολομαίου στήν Κοζάνη, η οποία συνοδεύτηκε καί από έναν εγκωμιαστικό λόγο γιά τόν Ζηζιούλα.  Ένας λόγος πού εντυπωσίασε ακόμη καί τούς παραδοσιακούς πιστούς , όπως φαίνεται καί στήν ανάρτησή μας τού λόγου αυτού. 

Άς ακούσουμε ξανά τόν Άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος : «Εκείνος  πού κολακεύει είναι υπηρέτης τών δαιμόνων, οδηγός πρός τήν υπερηφάνεια, εξολοθρευτής τής κατανύξεως, αφανιστής τών καλών έργων, αποπλανητής από τόν σωστό δρόμο. ‘‘ Οι μακαρίζοντες υμάς, λέγει ο προφήτης, πλανώσιν υμάς’’ (Ησ γ 12)».
Στό τελευταίο του βιβλίο, Communion and otherness, κοινωνία καί ετερότης, ο Ζηζιούλας, παρουσιάζει  έναν ορισμό τής πτώσεως : «Η ουσία τής πτώσεως είναι ο φόβος τού άλλου. Υπάρχει μία έτοιμη παθολογία πού τήν συναντούμε στούς δρόμους τής υπάρξεώς μας, ενυπάρχουσα από τήν γέννησή μας ακόμη, καί αυτή είναι ο φόβος τού άλλου, καί οφείλεται στήν απώθηση τού Θεού». 

Σημειώνοντας πώς ο πλησίον δέν είναι ο άλλος, άς δούμε τί λέει ξανά η Κλίμαξ γιά΄τον φόβο αυτό, στό ‘Περί δειλίας’.
«Ο φόβος είναι κίνδυνος πού προμελετάται. Είναι μιά στέρησις τής εσωτερικής  πληροφορίας. Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη τής δειλίας, έχοντας πεποίθεση στόν εαυτό της καί όχι στόν Θεό. Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιάς ψυχής πού εγήρασε στήν κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις τής πίστεως, μέ τήν ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά (ή ότι συνέβησαν απροσδόκητα κακά, όπως η κυριαρχία τής ατομικότητος).  Εκείνος πού έγινε δούλος τού Κυρίου, θά φοβηθεί μόνο τόν ιδικό του Δεσπότη».


Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ


πηγή

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Η θεολογική περιπέτεια τών λατίνων καί τών ορθοδόξων λατινοφρόνων, η οποία ξεκινά από τόν Αυγουστίνο, κορυφώνεται στόν Ακινάτη καί αποθεώνεται στόν Χέγκελ, υλοποιείται στό ψυχολογικό-φιλοσοφικό κίνημα τού υπαρξισμού «η ύπαρξη προηγείται τής ουσίας».
Η έννοια τής υπάρξεως υπήρχε από τήν εποχή τών εξομολογήσεων τού Αυγουστίνου, στό βάθος όλων τών θεολογικών του προσπαθειών νά ορίσει τήν ουσία τού Θεού, ερευνώντας τήν κτίση. Ήταν η έκφραση μιάς τιτανικής θελήσεως νά τά βρεί όλα μόνη της χωρίς τήν βοήθεια κάποιας παραδόσεως, η οποία διατηρούσε καί μετέδιδε τήν αλήθεια σάν ουσία αποκεκαλυμμένη, όχι σάν λογική ουσία, πού ήταν μέχρι τότε η ουσία τών φιλοσόφων. Αυτή η αλήθεια τής παραδόσεως ονομαζόταν τήν εποχή εκείνη ΠΙΣΤΗ. Ήταν τό ΄περιεχόμενο τής πίστεώς μας όπως εκφράστηκε από τούς Αποστόλους τήν ημέρα τής Πεντηκοστής καί αποτελεί από τότε τό θεμέλιο τής εκκλησίας. Ο Αυγουστίνος επεδίωξε νά βρεί καί βρήκε τήν λογική τής πίστεως αυτής. ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. «Αγάπα καί κάνε ό,τι θές».
Στήν συνέχεια ο Ακινάτης κατέγραψε ό,τι μπορεί νά θέλει ο κάθε άνθρωπος στήν ύπαρξή του, λόγω τού ακτίστου πού βρίσκεται μέσα στό κτιστό. Τόν ενυπάρχοντα Θεό. Δηλ.τόν άνθρωπο, όπως υπάρχει στό κατ’εικόνα καί όπως απεκαλύφθη στόν θεάνθρωπο Χριστό.

Στήν πίστη αυτή ο θεάνθρωπος ολοκλήρωσε τήν γνώση τού ακτίστου πού ήταν απαραίτητη γιά έναν τρόπο ανθρώπινης ζωής ομοούσιο τής Αγίας Τριάδος, ανάλογο τής Αγίας Τριάδος, ικανό νά οδηγήσει τήν ζωή τού ανθρώπου στήν Μίμηση Χριστού.
Η ύπαρξη απολυτοποιήθηκε μέ τόν Καρτέσιο. Η πρόοδος τής διανοητικής ζωής ενός ανθρώπου, ή έρευνα τής αλήθειας, διά τής μεθόδου τής αμφιβολίας μπορεί νά τού δώσει αλάνθαστα όλο τό περιεχόμενο, τήν ουσία, τής παραδοσιακής πίστεως. Χωρίς τήν επιβολή της από κάποια αυθεντία. Ο σπόρος τής διαλεκτικής τού Χέγκελ ήταν ήδη έτοιμος. Απολυτοποιήθηκε εύκολα τό πεπερασμένο καί τό απόλυτο εδημιουργήθη κατ’ εικόνα τού πεπερασμένου. Ο θεός έγινε κατ’ εικόνα τού ανθρώπου. Ένα καινούριο αθάνατο είδωλο, ΤΟ ΝΕΟ, τό οποίο ιππεύοντας τήν τρέλλα τού Νίτσε ξεκίνησε τό γκρέμισμα όλων τών αξιών, πού συνεχίζεται μέχρι σήμερα. 

Αυτό τό γκρέμισμα τών ειδώλων σήμερα ονομάζεται ιστορία καί τό όργανο πού ενεργεί τήν καταστροφή δημοκρατία.
Μόνο πού οι εικόνες αυτές είναι δημιουργήματά μας, συνθέσεις από τά βιώματά μας καθ’όλη τήν διάρκεια τού βίου μας, περιτυλιγμένα στήν κατηγορία τού ιερού, κτισμένα στήν άμμο, προορισμένα στήν εξαφάνιση, καθότι εικόνες τού πεπερασμένου πού αναγκαίως οδηγούν καί καταλήγουν στο θάνατο.

Καί η εντολή τού Κυρίου «μή ποιήσεις σεαυτώ είδωλον», ερμηνεύεται εις βάθος καί εκφράζεται σάν : αλλά ποίησε σεαυτόν είδωλον.
Όπως τό εξέφρασε ο κ.Γιανναράς μέ επιτυχία  : τό νοητικό όργανο, συνθέτει τίς κτιστές ενέργειες καί μετά θάνατον, αφού έχει ολοκληρωθεί καί τελειοποιηθεί στήν σύνθεση αυτή, συνεχίζει τήν ύπαρξή του στήν αιώνιο ζωή, συνθέτοντας τίς άκτιστες ενέργειες. Αυτό τό νοητικό όργανο ονομάζουνε σήμερα πλέον ΠΡΟΣΩΠΟ καί τήν εργασία τής συνθέσεως ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΧΕΣΕΩΝ.

ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ  ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ  ΝΑ ΧΑΝΕΙ ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.
Ο άνθρωπος σχηματίζει σιγά-σιγά τήν ιστορική του συνείδηση, μέ τήν βοήθεια τής οποίας λαμβάνει τίς σωστές αποφάσεις, οι οποίες θά οδηγήσουν τήν ιστορία στά έσχατα.

Τό αρχέτυπο, τό απόλυτο πρότυπο, αυτής τής συνειδήσεως, προσφέρεται σάν ευχαριστειακή εκκλησιολογία , μέ τόν επίσκοπο στό κέντρο περιστοιχισμένο από τούς διακόνους του στήν σύναξη τών πιστών. Καί είναι μεγάλη αμαρτία νά μήν προσφέρουμε αυτό τό αρχέτυπο τής σωτηρίας σέ ολόκληρη τήν οικουμένη. Δέν είναι δίκαιο νά σωθούμε μόνο εμείς, εγωϊστικά καί εθνικιστικά σκεπτόμενοι.
Ο τρόπος ζωής λοιπόν τού προσώπου είναι μιά απελευθέρωση από τήν παράδοση, μιά ανανέωση τής παραδόσεως, πού οδηγεί στήν ωριμότητα καί στήν ολοκλήρωση τής προσωπικότητος, στήν μετοχή καί στήν συμμετοχή στόν πολιτισμό καί στήν ιστορία. Καί τέλος τό γκρέμισμα καί η καταστροφή τής ιστορίας αυτής, τών αξιών πού στήριξαν τήν μετοχή στόν πολιτισμό αυτό, γιά νά ελευθερωθεί σάν από τό κουκούλι της, η πεταλούδα τού καθαρού καί αθάνατου ΕΓΩ. 

Τό σχέδιο όπως βλέπουμε είναι τέλειο. Θά τό δούμε αναλυτικότερα στήν συνέχεια μέ τήν βοήθεια τού Ζηζιούλα. Αλλά πρίν τήν ανάλυση αυτή είναι απαραίτητο νά γνωρίσουμε τόν λόγο τής παραδόσεώς μας, γιά αυτή τήν ζωή τού προσώπου.
Κλίμαξ, Περί κενοδοξίας, Λόγος 21ος .

«Η κενοδοξία ως πρός τήν ποιότητα είναι σκορπισμός τών καμάτων, απώλεια τών ιδρώτων, δόλιος κλέφτης τού θησαυρού. Ναυάγιο μέσα στό λιμάνι. Η κενοδοξία περιμένει νά συναχθεί ο πνευματικός πλούτος καί χαίρεται γιατί θα διασκορπίσει. Πύλη τής κενοδοξίας ο πλούτος τών καμάτων». Είναι ο πνευματικός θάνατος. Σήμερα η εκκλησία κυριαρχείται από τήν κενοδοξία, η οποία είναι απόγονος τής απιστίας καί πρόδρομος τής υπερηφανείας.
Μιά μεγάλη απόδειξη τών λόγων αυτών δίνεται από τήν πρόσφατη επίσκεψη τού Βαρθολομαίου στήν Κοζάνη, η οποία συνοδεύτηκε καί από έναν εγκωμιαστικό λόγο γιά τόν Ζηζιούλα.  Ένας λόγος πού εντυπωσίασε ακόμη καί τούς παραδοσιακούς πιστούς , όπως φαίνεται καί στήν ανάρτησή μας τού λόγου αυτού. 

Άς ακούσουμε ξανά τόν Άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος : «Εκείνος  πού κολακεύει είναι υπηρέτης τών δαιμόνων, οδηγός πρός τήν υπερηφάνεια, εξολοθρευτής τής κατανύξεως, αφανιστής τών καλών έργων, αποπλανητής από τόν σωστό δρόμο. ‘‘ Οι μακαρίζοντες υμάς, λέγει ο προφήτης, πλανώσιν υμάς’’ (Ησ γ 12)».
Στό τελευταίο του βιβλίο, Communion and otherness, κοινωνία καί ετερότης, ο Ζηζιούλας, παρουσιάζει  έναν ορισμό τής πτώσεως : «Η ουσία τής πτώσεως είναι ο φόβος τού άλλου. Υπάρχει μία έτοιμη παθολογία πού τήν συναντούμε στούς δρόμους τής υπάρξεώς μας, ενυπάρχουσα από τήν γέννησή μας ακόμη, καί αυτή είναι ο φόβος τού άλλου, καί οφείλεται στήν απώθηση τού Θεού». 

Σημειώνοντας πώς ο πλησίον δέν είναι ο άλλος, άς δούμε τί λέει ξανά η Κλίμαξ γιά΄τον φόβο αυτό, στό ‘Περί δειλίας’.
«Ο φόβος είναι κίνδυνος πού προμελετάται. Είναι μιά στέρησις τής εσωτερικής  πληροφορίας. Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη τής δειλίας, έχοντας πεποίθεση στόν εαυτό της καί όχι στόν Θεό. Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιάς ψυχής πού εγήρασε στήν κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις τής πίστεως, μέ τήν ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά (ή ότι συνέβησαν απροσδόκητα κακά, όπως η κυριαρχία τής ατομικότητος).  Εκείνος πού έγινε δούλος τού Κυρίου, θά φοβηθεί μόνο τόν ιδικό του Δεσπότη».


Ομιλία ΚΣΤ΄ του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον


πηγή

Σε όλο το Ευαγγέλιον του Χριστού βλέπει κανείς πόσον αφωσιωμένος ήταν σ’ αυτόν ο λαός. Διότι και όταν ωμιλούσε, τον ήκουαν σιωπηλοί, χωρίς να παρεμβαίνουν ούτε να διακόπτουν την συνέχεια του λόγου του, ούτε προσπαθούσαν να εύρουν αφορμή για να τον κατηγορήσουν όπως οι Φαρισαίοι· και μετά την διδασκαλία τον ακολουθούσαν πάλι με θαυμασμό. Συ όμως πρόσεξε, παρακαλώ, την σύνεσι του Κυρίου, πώς οικονομεί ποικιλοτρόπως την ωφέλεια των πα­ρόντων, μεταβαίνοντας από τα θαύματα στους λόγους και πάλιν ερχόμενος από τους λόγους τής διδασκαλίας στα θαύματα..
Διότι και πριν ανεβή στο όρος εθεράπευσε πολλούς, προετοιμάζοντας το έδα­φος για όσα θα έλεγε και μετά από την ολοκλήρωσι της μακράς αυτής επί του όρους διδασκαλίας, πάλιν έρχεται σε θαύματα, επιβεβαιώνο­ντας τους λόγους με τα έργα του. Και επειδή εδίδασκεν «ως έχων εξουσίαν», για να μη νομισθή ο τρόπος τής διδασκαλίας του κομπα­σμός και αυθάδεια, κάνει το ίδιο και με τα έργα: θεραπεύει «ως εξου­σίαν έχων», για να μη θορυβούνται βλέποντάς τον να διδάσκη με αυτόν τον τρόπον, αφού με τον ίδιο τρόπον έκαμε και τα θαύματα.


Όταν λοιπόν κατέβη από το όρος, τότε προσήλθεν ο λεπρός, ενώ αυτός ο εκατόνταρχος μετά από λίγο, μόλις εισήλθε στην Καπερναούμ. Για ποιόν λόγον όμως ούτε αυτός, ούτε εκείνος ανέβησαν στο όρος; Όχι από ραθυμία, διότι και των δύο η πίστις ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν την διδασκαλία. Όταν δε προσήλθε, λέ­γει: «ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι απολογούμενος ανέφερε την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. Διότι δεν ήταν δυνατόν, λέγει, να τον μεταφέρη σηκωτόν, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε ευρισκόμενος στις τελευταίες αναπνοές του. Για το ότι ήταν ετοιμο­θάνατος, λέγει ο Λουκάς, «έμελλε τελευτάν». Εγώ όμως βλέπω ότι αυτό είναι απόδειξις της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλυτέρα από εκείνων που κατέβασαν τον άλλο παραλυτικόν από την στέγη. Διότι, γνωρίζοντας σαφώς ότι και μόνη η προσταγή του αρκεί για να εγερθή ο κατάκοιτος, εθεώρησε περιττό να τον μεταφέ­ρη εκεί.



Τί έκαμε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που σε καμμία προηγουμένη περίπτωσι δεν είχε κάμει. Ενώ δηλαδή παντού ακολουθούσε την προαίρεσι αυτών που τον ικέτευαν, εδώ σπεύδει, και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύση, αλλά και να μεταβή στην οικία. Και το πράττει αυτό για να μάθωμε την αρετήν τού εκατοντάρχου. Διότι, εάν δεν είχε δώσει, αυτήν την υπόσχεσι, αλλά έλεγε πήγαινε, ο δούλος σου θα θεραπευθή, τίποτε από αυτά δεν θα εγνωρίζαμε. Πράγματι, κάτι ανάλογο έπραξε και στην περίπτωσι της Φοινικίσσης γυναικός, αν και φαινομενικώς έκαμε το αντίθετο. Διότι εδώ μεν, αν και δεν προσκαλήται στην οικία, με ιδικήν του πρωτοβουλία υπόσχεται ότι θα μεταβή, για να μάθης την πίστι και την πολλήν ταπεινοφροσύνη τού εκατοντάρχου· στην περίπτωσι δε της Χαναναίας αρνείται την ευεργεσία και δείχνει μεγάλην απορία για την επιμονή της, επειδή ως σοφός και επινοητικός ιατρός που είναι, γνωρίζει να θεραπεύη τα αντίθετα με τα αντίθετα. Και εδώ μεν με την αυτεπάγγελτο παρουσία, εκεί δε με την παρατεταμένην αργοπορία και άρνησιν αποκαλύπτει την πίστι τής γυναικός. Το ίδιο έκαμε και με τον Αβραάμ, λέγοντας «δεν θα το αποκρύψω από τον δούλο μου Αβρα­άμ», για να μάθης την φιλοστοργίαν, εκείνου και την φροντίδα του υπέρ των Σοδόμων. Και στην περίπτωσι του Λωτ οι  απεσταλμένοι αρνούνται να εισέλθουν στον οίκον του, για να μάθης το μέγεθος της φιλοξενίας του δικαίου.



Και τί λέγει ο εκατόνταρχος; «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Ας ακούσωμε όσοι πρόκειται να υποδεχθούμε τον Χριστό. Διότι είναι δυνατόν να τον υποδεχθούμε και τώρα. Ας ακούσωμε και ας παραδειγματισθούμε από τον ζήλο του, και ας τον δεχθούμε με την ιδίαν πλουσία διάθεσι. Διότι και όταν υποδεχθής πτωχόν και πεινασμένον και γυμνόν, εκείνον υπεδέχθης και έθρεψες. «Αλλ’ ειπέ λόγω μόνον, και ιαθήσεται ο παις μου». Κοίταξε ότι και αυτός, όπως ακριβώς και ο λεπρός, έχει την αρμόζουσα γνώμη περί του Κυρίου. Διότι ούτε εκείνος του είπε: «παρακάλεσε», ούτε «προσευχήσου» και «ικέτευσε», αλλά μόνον «πρόσταξε». Έπειτα, φοβούμενος μήπως από μετριοφροσύνην αρνηθή, λέγει: «Και γαρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται, και τω άλλω έρχου, και έρχεται, και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί».



Και τί σημασία έχει αυτό, θα έλεγε κάποιος, αν ο εκατόνταρχος έκαμε όλην αυτή την περιγραφή; Το ζητούμενον είναι εάν ο Χριστός την απεδέχθη και την επεκύρωσε. Είναι καλό και πολύ ορθόν αυτό που λέγεις. Ας το ιδούμε λοιπόν αυτό και θα διαπιστώσωμε ότι έγινε και εδώ ό,τι και στην περίπτωσι του λεπρού. Διότι όπως ο λεπρός είπε: «Εάν θέλης» (και δεν βασίζεται μόνον στον λεπρόν ο ισχυρισμός μας περί της εξουσίας του Χριστού, αλλά και στους λόγους τού Χριστού· διότι όχι μόνον δεν διέλυσε την υπόνοια, αλλά και περισσότερο την επεβεβαίωσε, προσθέτοντας αυτό που ήταν περιττό να ειπή, λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι», για να επικυρώση την πίστιν εκείνου) έτσι και εδώ αξίζει, βεβαίως, να εξετάσωμε, εάν συνέβη κάτι παρόμοιον. Και πράγματι θα διαπιστώσωμε ότι πάλι το ίδιο συνέ­βη. Διότι, όταν τοιαύτα είπε ο εκατόνταρχος και του ανεγνώρισε αυτήν την εξουσία, ο Κύριος όχι μόνον δεν τον ήλεγξε, αλλά και τον επεδοκίμασε και έκαμε κάτι ακόμη περισσότερον από την επιδοκι­μασία. Πράγματι ο Ευαγγελιστής δεν είπε ότι απλώς επήνεσεν αυτό που ελέχθη, αλλά φανερώνοντας και επαύξησι του επαίνου, λέγει ότι και εθαύμασε· και όχι απλώς εθαύμασε, αλλά και παρόντος όλου του πλήθους τον έθεσε ως υπόδειγμα και στους άλλους, ώστε να πο­θήσουν να τον μιμηθούν.



Βλέπεις πώς θαυμάζεται από τον Κύριον όποιος ομολογεί την εξουσία του; Διότι μόλις προ ολίγου έλεγεν ο Ευαγγελιστής: «Και εξεπλήττοντο οι όχλοι επί τη διδαχή αυτού, ότι ως εξουσίαν έχων εδίδασκε». Και όχι μόνον δεν τους ήλεγξε, αλλά και παίρνοντάς τους κατέβη από το όρος και επεκύρωσε την γνώμη τους με τον τρό­πο που εκαθάρισε τον λεπρό. Εκείνος πάλιν έλεγε: «εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι»· και όχι μόνον δεν τον επετίμησε, αλλά και τον εκαθάρισε, θεραπεύοντάς τον έτσι, όπως του είπε εκείνος. Ο εκατόνταρχος πάλι λέγει: «είπε λόγω μόνον και ιαθήσεται ο παις μου»· και ο Κύριος θαυμάζοντας αυτόν έλεγε: «Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον».



Για να το διαπιστώσης δε αυτό και εκ του αντιθέτου, άκουσε: Επειδή η Μάρθα δεν είχεν ειπεί κάτι παρόμοιον, αλλά, αντιθέτως, ότι «όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι», όχι μόνον δεν επηνέθη, μολονότι ήταν γνωστή και αγαπητή, και από τους πλέον αφωσιωμένους σ’ αυτόν, αλλά και επετιμήθηκαι διωρθώθη από αυτόν, διότι δεν είχε ομιλήσει σωστά. Γι’ αυτό της είπε: «ουκ είπόν σοι, ότι εάν πιστεύσης, όψει την δόξαν του Θεού;», ελέγχοντάςτην με τον τρό­πον αυτό για το ότι ακόμη δεν είχε πιστεύσει. Πάλιν, επειδή έλεγε: «όσα αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι», για να την απομακρύνη από αυτήν την αντίληψι και να την διδάξη ότι δεν χρειάζεται να λάβη από αλλού, αλλά αυτός είναι η πηγή των αγαθών, λέγει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή», το οποίο σημαίνει «δεν περιμένω να δεχθώ ενέργειαν, αλλά κατεργάζομαι τα πάντα αφ’ εαυτού μου».



Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο και θαυμάζει τον εκατόνταρχο και τονπροβάλλει ενώπιον όλων και τον τιμά υποσχόμενος να του χαρίση την Βασιλεία του και τους άλλους καλεί προς μίμησιν του ζήλου του. Και για να βεβαιωθής ότι με αυτόν τον σκοπό τα είπε αυτά, για να μάθη και τους άλλους να πιστεύουν έτσι, άκουσε την ακρίβεια του Ευαγγελιστού, πώς το υπαινίσσεται αυτό: «Στραφείς», λέγει, «ο Ιησούς είπε τοις ακολουθούσιν αυτόν ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Επομένως, το να έχη κάποιος μεγάλην υπόληψι περί αυτού, είναι η τρανοτέρα απόδειξις πίστεως, συγχρόνως δε αυτό προξενεί και την Βασιλεία και τα άλλα αγαθά. Ο έπαινος άλλωστε δεν περιωρίσθη μόνο στους λόγους, αλλά ανταμείβοντας την πίστι του, του παρέδωσε τον ασθενή θεραπευμένο και του πλέκει στέφανον λαμπρόν και του υπόσχεται μεγάλες δωρεές, λέγοντας: Πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του «Αβραάμ και, Ισαάκ και Ιακώβ· οι δε υιοί τής Βασιλείας εκβληθήσονται έξω». (Επειδή λοιπόν τους επέδειξε πολλά θαύματα, τους ομιλεί τώρα με μεγαλυτέρα παρρησία). Έπειτα, για να μη νομίση κάποιος ότι αυτά είναι λόγια κολακείας, αλλά να γνωρίζουν όλοι ότι πράγματι αυτή ήταν η εσωτερική διάθεσις του εκατοντάρχου, λέγει: «Ύπαγε· ως επίστευσας γενηθήτω σοι». Και αμέσως επηκολούθησε η θεραπεία, η οποία επεβεβαίωσε την προαίρεσί του. («Και ιάθη ο παις αυτού από της ώρας εκείνης»· πράγμα το οποίο συνέβη και στην Συροφοινίκισσα· διότι και σ’ εκεί­νην είπε: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις· γενηθήτω σοι ως θέλεις. Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής»).



Επειδή δε ο Λουκάς, όταν περιγράφη αυτό το θαύμα, αναφέρει και άλλα περισσότερα, τα οποία δίδουν την εντύπωσι ότι υπάρχει διαφωνία, είναι ανάγκη να σας διαλευκάνω και αυτό το ζήτημα. Τί λέγει λοιπόν ο Λουκάς; Ότι ο εκατόνταρχος απέστειλε πρεσβυτέρους των Ιουδαίων προς αυτόν παρακαλώντας τον να έλθη. Ενώ ο Ματθαίος λέγει ότι ήλθε ο ίδιος και έλεγε ότι δεν είμαι άξιος. Ωρισμένοι λέγουν ότι αυτός δεν είναι ο ίδιος με εκείνον, αν και έχει πολλές ομοιότητες. Επειδή για εκείνον μεν λέγει: «και την συναγωγήν ημών έκτισεν, και το έθνος αγαπά», ενώ γι’ αυτόν ο ίδιος ο Ιησούς λέγει: «ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Και στην περίπτωσι εκείνου, δεν είπε «ότι πολλοί ήξουσιν από ανατολών», το οποίον φαίνεται να υπονοή ότι είναι Ιουδαίος. Τί θα ειπούμε λοι­πόν; Ότι αυτή η λύσις είναι μεν εύκολος, αλλά το ζητούμενον είναι εάν αληθεύη.



Εγώ έχω την γνώμην ότι αυτός είναι ο ίδιος με εκείνον. Πώς λοιπόν ο μεν Ματθαίος λέγει ότι αυτός είπε «ουκ ειμί άξιος, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», ο δε Λουκάς ότι έστειλε να τον προσκαλέσουν; Μου φαίνεται ότι ο Λουκάς θέλει να δείξη την κολακεία των Ιουδαίων, και ότι εκείνοι που ευρίσκονται σε συμφορά, επειδή επικρατεί μέσα τους ακαταστασία, αλλάζουν εύκολα γνώμη. Διότι είναι εύλογο, όταν ο εκατόνταρχος ηθέλησε να μεταβή ο ίδιος, να εμποδίσθη από τους Ιουδαίους, οι οποίοι θέλοντας να τον κολακεύσουν του είπαν ότι θα πάμε εμείς να τον φέρωμε. Πρόσεξε λοιπόν ότι και η παράκλησίς τους είναι μεστή από κολακεία. «Αγαπά γάρ το έθνος ημών», λέγει, «και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν». Ούτε γνωρίζουν πως να επαινέσουν τον άνδρα. Διότι έπρεπε να ειπούν, ότι ηθέλησε να έλθη ο ίδιος και να σε παρακαλέση, αλλά τον εμποδίσαμε εμείς, βλέποντας την συμφορά του και το πτώμα να κείτεται ακίνη­το, και έτσι να παραστήσουν το μέγεθος της πίστεώς του. Δεν λέ­γουν όμως αυτόν, διότι δεν ήθελαν, εξ αιτίας τού φθόνου, να αποκαλύψουν την πίστι τού ανδρός· αλλά προτιμούσαν μάλλον να αποκρύψουν την αρετήν του - πράγμα για το οποίο και ήλθαν μόνοι τους να παρακαλέσουν, για να μη φανή ότι εκείνος που παρακαλούσε ήταν κάποιος σπουδαίος - παρά διακηρύσσοντας την πίστιν εκείνου να επιτύχουν αυτό για το οποίο είχαν έλθει. Διότι ο φθόνος είναι ικανός να σκοτίση τον νου. Αλλά ο Κύριος, που γνωρίζει τα απόρ­ρητα, παρά την θέλησί τους διεκήρυξε την αρετήν του. Και για να διαπιστώσης ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε πάλι τον ίδιο τον Λουκά πώς το περιγράφει αυτό. Διότι αυτός λέγει τα εξής, ότι «ου μακράν απέχοντος αυτού έπεμψε λέγων ω Κύριε, μη σκύλλου (τα­λαιπωρείσαι), ου γαρ ειμί άξιος, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». «Όταν δηλαδή απηλλάγη από την ενόχλησί τους, τότε στέλνει αν­θρώπους του και λέγει «μη νομίσης ότι από οκνηρία δεν ήλθα, αλλά εθεώρησα τον εαυτό μου ανάξιο να σε δεχθώ στον οίκο μου».



Εάν δε ο Ματθαίος λέγει ότι αυτό δεν του το εμήνυσε με τους φίλους του, αλλά αυτοπροσώπως, αυτό δεν αλλάζει τίποτε· διότι το ζητούμενον είναι εάν ο καθένας από τους Ευαγγελιστάς παρουσίασε την προθυμία του ανδρός, και το ότι είχε την πρέπουσα γνώμη για τον Χριστόν. Είναι δε φυσικόν, αφού απέστειλε τους φίλους του, να επήγε και ο ίδιος να του τα ειπή. Εάν δε ο Λουκάς δεν το ανέφερε αυτό, αλλά ούτε ο Ματθαίος εκείνο, δεν σημαίνει ότι διαφωνούν μεταξύ τους, αλλά ότι ο καθένας συμπληρώνει ό,τι παραλείπει ο άλλος. Πρόσεξε δε πως και με άλλον τρόπον ο Λουκάς διεκήρυξε την πίστι τού εκατοντάρχου, λέγοντας ότι ο δούλος του επρόκειτο να αποθάνη· αλλ’ όμως ούτε αυτό τον ωδήγησε σε απόγνωσι, ούτε τον έκαμε να απελπισθή. Εάν τώρα ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο Χριστός είπε «ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» φανερώνοντας με τον τρόπον αυτό ότι ο άνθρωπος δεν ήταν Ισραηλίτης, ο δε Λουκάς, ότι «ωκοδόμησε την συναγωγήν», ούτε αυτό είναι αντίφασις. Διότι είναι δυνατόν και Ιουδαίος να μην είναι και να οικοδομήση την συναγωγήν και το έθνος να αγαπά. Συ όμως μην εξετάζης μόνον τα λόγια τού ανδρός, αλλά λάβε υπ’ όψιν σου και το αξίωμά του και τότε θα αντιληφθής την αρετήν του. Επειδήείναι μεγάλη η αλαζονεία των αξιωματούχων και ούτε στις συμφορές ταπεινώνονται. Ο αναφερόμενος λοιπόν από τον Ιωάννην άρχοντας φέρει τον Κύριο στην οικία του και λέγει: «Κατάβηθι, μέλλει γαρ μου το παιδίον τελευτάν». Αυτός όμως δεν είπε έτσι· αλλά είναι πολύ καλλίτερος και από αυτούς που κατέβασαν την κλίνην από την στέγη. Διότι ούτε την σωματικήν παρουσία τού ιατρού επιζητεί, ούτε έφερε τον ασθενή πλη­σίον του· πράγμα που δεικνύει άνθρωπο που δεν έχει σε μικρή υπόληψι τον Κύριο, αλλά τον βλέπει ως Θεόν γι’ αυτό και του λέγει· «ειπέ λόγω μόνον». Ούτε λέγει από την αρχήν «ειπέ λόγω», αλλά μόνον διηγείται το πάθος· διότι από την πολλήν του ταπεινοφροσύ­νη δεν προσδοκούσε ότι αμέσως ο Χριστός θα συναινέση και θα επιζητήση την οικία. Γι’ αυτό και όταν τον ήκουσε να λέγη: «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν», τότε προσέθεσε «ειπέ λόγω». Και ούτε έγινε η συμφορά αιτία να χάση την ψυχραιμία του, αλλά και μέσα σ’ αυτήν φιλοσοφεί, αποβλέποντας όχι τόσο στην υγεία τού παιδιού, όσο στο να μη θεωρηθή ότι πράττει κάτι το ανευλαβές. Μολονότι, βε­βαίως, δεν εξηνάγκασεν αυτός τον Χριστόν, αλλά ο ίδιος υπεσχέθη να μεταβή στην οικία του, παρά ταύτα φοβείται μήπως υπερτιμά και έτσι επιβαρύνει τον εαυτόν του.



Είδες την σύνεσί του; Πρόσεξε και την μωρία των Ιουδαίων, οι οποίοι λέγουν: «Άξιός εστιν ω παρέξει την χάριν». Ενώ έπρεπε να επικαλεσθούν την φιλανθρωπία τού Ιησού, αυτοί προβάλλουν την αξία τού ανθρώπου, και ούτε γνωρίζουν πως να δικαιολογήσουν το αίτημά τους. Εκείνος όμως δεν κάμει το ίδιο, μάλιστα ομολογεί εντελώς ανάξιο τον εαυτόν του, όχι μόνο να δεχθή την ευεργεσία, αλλά και να υποδεχθή τον Κύριο στην οικία του. Γι’ αυτό και όταν είπε «ο παις μου βέβληται», δεν προσέθεσε «ειπέ», αλλά μόνον του ανήγγειλε την συμφορά. Όταν όμως είδε τον Χριστόν πρόθυμο για την ευεργεσίαν, ούτε τότε επροχώρησε αδιάκριτα, αλλά και πάλι συ­γκροτείται διατηρώντας την πρέπουσα μετριοπάθειά του.



Εάν δε ειπή κάποιος, για ποιόν λόγο δεν του ανταπέδωσε ο Χρι­στός την τιμή; Θα απαντούσαμε ότι τον ετίμησε και μάλιστα πολύ. Πρώτον μεν με το να αποκαλύψη την εσωτερικήν του διάθεσι, πράγμα που έγινε ολοφάνερον από το ότι δεν μετέβη ο ίδιος στον οίκο του. Δεύτερον δε με το να τονεισαγάγη στην Βασιλεία του και να τον προτιμήση από όλο το Ιουδαϊκόν έθνος. Διότι εκρίθη άξιος της Ουρανίου Βασιλείας και επέτυχε τα αγαθά τα οποία απήλαυσεν ο Αβραάμ, επειδή εθεώρησε τον εαυτόν του ανάξιον να δεχθή τον Χριστό στην οικία του.



Και για ποιόν λόγο, λέγει, ο λεπρός δεν επηνέθη, αφού επέδειξε μεγαλυτέραν πίστιν από τον εκατόνταρχο; Πράγματι εκείνος δεν είπε «ειπέ λόγω», αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο: «θέλησον μόνον», πράγμα που ο Προφήτης λέγει περί του Πατρός, ότι «πάντα όσα ηθέλησεν, εποίησεν». Αλλά και ο λεπρός επηνέθη. Επειδή, όταν είπε «προσένεγκε (πρόσφερε) το δώρον, ο προσέταξε Μωϋσής, εις μαρτύριον αυτοίς», δεν εννοεί τίποτε άλλο από το ότι «συ θα γίνης κατήγορός τους με την πίστι που επέδειξες». Εξ άλλου δεν είναι το ίδιο να πιστεύση ένας Ιουδαίος και ένας αλλοεθνής. Αλλωστε το ότι ο εκατό­νταρχος δεν ήταν Ιουδαίος φαίνεται και από τους λόγους «Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Ήταν πολύ μεγάλο, άνθρωπος που δεν ανήκει στο Ιουδαϊκόν έθνος, να φθάση σε τόσον υψηλήν έννοια περί του Χριστού. Διότι, καθώς πιστεύω, έγινε με τους οφθαλ­μούς τής «ψυχής του θεωρός των ουρανίων στρατιών, ή είδε ότι τα πά­θη τών ανθρώπων και ο θάνατος και τα πάντα είναι υποτεταγμένα σ’ αυτόν, όπως στον ίδιο οι στρατιώτες. Γι’ αυτό και έλεγε «και γαρ εγώ άνθρωπός ειμί υπό εξουσίαν τασσόμενος», εννοώντας ότι εγώ εξου­σιάζομαι από άλλους, συ όμως από κανέναν. Εάν λοιπόν εγώ, ο οποίος είμαι άνθρωπος και ευρίσκομαι υπό εξουσίαν άλλων, έχω τόσες δυνατότητες, πολύ περισσότερον αυτός ο οποίος και Θεός είναι και ανώτερος από κάθε εξουσία. Θέλει, δηλαδή, να τον πείση προ­βάλλοντας την υπερβολικήν διαφορά τους και δεν συγκρίνει τον εαυτόν του με τον Χριστόν, αλλά φανερώνει με τα λόγια αυτά ότι τον θε­ωρεί ασυγκρίτως ανώτερον. Εάν, λέγη, σ’ εμέ που είμαι ισότιμος με τους υφισταμένους μου και ευρίσκομαι ο ίδιος υπό εξουσίαν άλλων, η μικρά αυτή υπεροχή παρέχει τόσες δυνατότητες, και κανείς δεν μου προβάλλει αντίρρησι, αλλά αυτά που διατάσσω γίνονται, όσο διαφορετικά κι αν είναι μεταξύ τους («λέγω γαρ τούτω πορεύου, και πορεύ­εται· και άλλω έρχου, και έρχεται»), πολύ περισσότερες δυνατότητες θα έχης εσύ. Μερικοί διαβάζουν αυτό το χωρίον και έτσι: «ει γαρ εγώ άνθρωπος ων», και θέτοντας εδώ σημείον στίξεως, συνεχίζουν «υπό εξουσίαν έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας».



Συ όμως πρόσεξε, παρακαλώ, πώς έδειξεν ο εκατόνταρχος ότι ο Χριστός εξουσιάζει και τον θάνατο και τον προστάζει ως Κύριός του. Διότι όταν λέγη ότι «Έρχου, και έρχεται» και «πορεύου, και πορεύεται», αυτό ακριβώς εννοεί, ότι αν διατάξης τον θάνατο να μην έλθη στον δούλο μου, δεν θα έλθη. Είδες πόσο πιστός ήταν; Πράγματι αυτό που επρόκειτο να γίνη αργότερα σε όλους φανερό, αυτό το εφανέρωσεν εκείνος από τώρα, ότι έχει την εξουσία του θα­νάτου και της ζωής, και «κατάγει εις πύλας άδου και ανάγει». Και δεν ανέφερε μόνο το παράδειγμα των στρατιωτών, αλλά και των δούλων, για να δείξη την πλήρη υποταγή. Αλλ’ όμως, αν και είχε τόση πίστι, εθεωρούσε τον εαυτόν του ανάξιον. Ο δε Χριστός, δει­κνύοντας ότι ήταν άξιος να εισέλθη στην οικία του, έκαμε κάτι πολύ μεγαλύτερο· τον εθαύμασε, διεκήρυξε την αρετήν του και του έδωσε περισσότερα από όσα εζήτησε. Εκείνος ήλθε να ζητήση την σωματικήν υγεία τού δούλου, και ανεχώρησε, αφού έλαβε την Βασιλεία των Ουρανών.



Είδες πώς εξεπληρώθη το «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν των ουρανών, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; Επειδή επέδειξε πολλήν πίστι και ταπεινοφροσύνη, και τον ουρανό του έδωσε και την υγεία του προσέθεσε· και δεν τον ετίμησε μόνον με αυτό, αλλά και με το να δείξη ποιοι αποβάλλονται και εισάγεται αυτός. Από τώρα ακόμη κάμει γνωστό σε όλους, ότι η σωτηρία θα προέλθη από την πίστι και όχι από την τήρησι του νόμου. Γι’ αυτό ακριβώς η δωρεά αφορά όχι μόνον τους Ιουδαίους, αλλά και τους εθνικούς· και μάλιστα εκείνους περισσότερον από αυτούς. Διότι, λέγει, μη νομίσε­τε, βεβαίως, ότι αυτό συνέβη μόνο στην περίπτωσι του εκατοντάρχου, αλλά το ίδιο θα ισχύση και για όλην την οικουμένη. Και το έλεγε αυτό προφητεύοντας περί των εθνών και δίδοντάς τους καλές ελπίδες. Πράγματι μεταξύ αυτών που ακολουθούσαν υπήρχαν και αυτοί που προήρχοντο από την περιοχήν τής Γαλιλαίας που εκατοικείτο από εθνικούς. Το έλεγε για να προφυλάξη τους εθνικούς από την απόγνωσι, αλλά και για να ταπεινώση το φρόνημα των Ιουδαί­ων. Δεν κάμει ενωρίτερα λόγο για τους εθνικούς, ούτε τώρα αναφέρει καθαρώς περί αυτών, αλλά αφού πρώτα λαμβάνει αφορμήν από τον εκατόνταρχο· και αυτό για να μην προσβάλη με τα λόγια του τους ακροατάς, ούτε να τους δώση λαβήν για κατηγορία. Διότι δεν είπε «πολλοί από τους εθνικούς», αλλά «πολλοί από ανατολών και δυσμών», εννοώντας μεν τους εθνικούς, χωρίς όμως να προσβάλη τους ακροατάς, με τον συγκεκαλυμμένον τρόπο που το είπε. Και δεν μετριάζει μόνον με αυτόν τον τρόπο την εντύπωσι ότι με αυτήν του την διδασκαλία καινοτομεί, αλλά και με το να αναφέρη τους κόλπους τού Αβραάμ αντί της Βασιλείας· επειδή δεν τους ήταν γνωστός ο όρος αυτός, αλλά και περισσότερο τους επλήγωνε το ότι ανέφερε τον Αβραάμ. Για τον λόγον αυτό και ο Ιωάννης δεν είπε τίποτε εξ αρχής περί γεέννης, αλλά κάτι που τους ελύπησε περισσότερο: «Μη δόξητε (νομίσετε) λέγειν ότι παίδές εσμεν του Αβραάμ».



Μαζί δε με αυτά φροντίζει και για κάτι άλλο, το να μη νομισθή ότι είναι αντίθετος με την Παλαιά Διαθήκη. Διότι αυτός που θαυμάζει τους Πατριάρχες και αποκαλεί τους κόλπους εκείνων ως το έσχα­τον των αγαθών, αναιρεί κάθε υποψία. Κανείς λοιπόν μη νομίζη ότι μία είναι η απειλή· διπλή είναι και για τους Ιουδαίους η κόλασις και για τους εθνικούς η ευφροσύνη.Διότι οι μεν Ιουδαίοι όχι μόνον έμειναν έξω, αλλά έμειναν έξω από τα ιδικά τους· οι δε εθνικοί όχι μόνον απήλαυσαν την Βασιλείαν, αλλά επί πλέον απήλαυσαν κάτι που δεν προσδοκούσαν. Και εκτός τούτου αυτοί έλαβαν ό,τι προωρίζετο για εκείνους. Υιούς δε της Βασιλείας εννοεί αυτούς για τους οποίους ήταν ετοιμασμένη η Βασιλεία· πράγμα που τους επλήγωνε ιδιαιτέρως. Αφού δηλαδή πρώτα έδειξε ότι σύμφωνα με την επαγ­γελία και την υπόσχεσιν ευρίσκονται στους κόλπους τού Αβραάμ, τότε τους εκβάλλει έξω. Έπειτα, επειδή αυτό που ελέχθη ήταν προ­αγγελία, το επιβεβαιώνει με το θαύμα· όπως ακριβώς αποδεικνύει και τα θαύματα από την προφητεία που επηκολούθησε. Αυτός λοιπόν που απιστεί στην θεραπεία που έγινε τότε στον δούλο, ας την πιστεύση από την προφητεία που έχει επαληθευθή σήμερα, αν και η προφητεία είχε επιβεβαιωθή από την πρώτη στιγμή με το θαύμα που είχε γίνει τότε. Γι’ αυτό ακριβώς εθεράπευσε τον παράλυτο, αφού προηγουμένως προανήγγειλεν εκείνο, ώστε να επιβεβαίωση τα μέλλοντα από τα παρόντα και το μικρότερον από το μεγαλύτερο. Διότι το να απολαύσουν τα αγαθά οι ενάρετοι και οι αντίθετοι να υποφέρουν τα λυπηρά δεν είναι καθόλου παράδοξο, αλλά πολύ λογικό και φυσικό· αλλά το να δέση σφιγκτά τα μέλη τού παραλύτου και να αναστήση νεκρούς ήταν κάτι που υπερέβαινε τους φυσικούς νόμους. Αλλ’ όμως στο μεγάλο αυτό και θαυμαστόν γεγονός δεν συνεισέφερε λίγο και ο εκατόνταρχος· αυτό το εφανέρωσε και ο Χριστός λέγοντας: «Ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι». Είδες πώς η υγεία τού δούλου ανεκήρυξε και την δύναμι τού Χριστού και την πίστι τού εκατοντάρχου και επεβεβαίωσε αυτά που θα συμβούν στο μέλλον; Μάλλον δε όλα μαζί ανεκήρυτταν την δύναμι του Χρι­στού. Διότι δεν διώρθωσε μόνον το σώμα τού δούλου, αλλά και την ψυχήν τού εκατοντάρχου προσείλκυσε στην πίστι δια των θαυμάτων αυτών.



Συ όμως μην προσέχης μόνον αυτό, ότι αυτός επίστευσε και εκείνος ιάθη, αλλά θαύμασε και την ταχύτητα. Αυτήν φανερώνει ο Ευαγγελιστής, όταν λέγη: «Και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη»· ακριβώς όπως είπε και στην περίπτωσι του λεπρού, ότι «ευθέως εκαθαρίσθη». Διότι επεδείκνυε την δύναμί του όχι μόνον με το να θεραπεύη, αλλά και με το να κάμνη αυτό με τρόπον παρά­δοξο και μάλιστα ακαριαίως. Και δεν ωφελούσε μόνον με αυτά, αλλά και με το ότι συνεχώς μαζί με την επίδειξι των θαυμάτων συνεδύαζε και τους λόγους περί της Βασιλείας των Ουρανών και προσείλκυεν όλους προς αυτήν. Διότι και αυτούς ακόμη που απειλούσε ότι θα τους εκβάλη από την Βασιλεία, τους απειλούσε όχι για να τους εκβάλη, αλλά για να τους προξενήση φόβο με τους λόγους του και έτσι να τους προσελκύση προς αυτήν. Εάν δε ούτε με αυτόν τον τρόπον ωφελούντο, η ενοχή θα ήταν εξ ολοκλήρου ιδική τους και όλων εκείνων που πάσχουν από την ιδίαν ασθένεια. Και αυτό ημπορεί να το ιδή κανείς όχι μόνον στους Ιουδαίους, αλλά και στους πι­στούς. Πράγματι και ο Ιούδας υιός τής Βασιλείας ήταν και ήκουσε μαζί με τους άλλους μαθητάς το «επί δώδεκα θρόνους καθιείσθε», αλλ’ έγινεν υιός τής γεέννης· ενώ ο Αιθίοψ, αν και ήταν άνθρωπος αλλοεθνής, από εκείνους που κατήγοντο από «Ανατολών και Δυσμών», θα απολαύση τους στεφάνους μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Το ίδιο γίνεται τώρα και σ’ εμάς. Διότι λέγει: «Πολλοί έσονται πρώτοι έσχατοι και έσχατοι πρώτοι». Το λέγει αυτό, ώστε ούτε εκείνοι να ραθυμούν σαν να μην ημπορούσαν να επανέλθουν, ούτε αυτοί να παίρνουν θάρρος σαν να ήσαν αμετακίνητοι. Αυτό προαναφωνούσε και ο Ιωάννης λέγοντας από την αρχή: «Δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Α­βραάμ». Επειδή αυτό επρόκειτο να συμβή, προκηρύττεται από μακρυά, ώστε κανείς να μη θορυβηθή από το παράδοξον του πράγ­ματος. Αλλά εκείνος μεν το λέγει αυτό ως ενδεχόμενον, διότι ευρίσκετο ακόμη στην αρχή, ενώ ο Χριστός το προλέγει ως βέβαιον, πα­ρέχοντας την απόδειξι με τα έργα του.



Ας μην έχωμε λοιπόν εμπιστοσύνη στον εαυτόν μας όσοι συμπεριλαμβανόμεθα μεταξύ των πιστών, αλλά να λέγωμε στους εαυτούς μας: «ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση». Ούτε να απογοητευώμεθα με τις πτώσεις μας, αλλά να λέγωμε στους εαυτούς μας: «Μη ο πίπτων ουκ ανίσταται;». Διότι πολλοί, αν και ανέβησαν στην κορυ­φήν τού ουρανού και επέδειξαν κάθε καρτερία και κατέλαβαν τις ερήμους και ούτε στο όνειρό τους είδαν γυναίκα, έδειξαν προς στιγμήν αμέλεια, ενικήθησαν και έπεσαν στο ίδιο το βάραθρον της κακίας. Αλλοι πάλι από εκεί κάτω ανέβησαν στον ουρανόν και μετεπήδησαν από την σκηνήν και την ορχήστρα στην αγγελικήν πολιτεία. Επέδειξαν μάλιστα τόσο μεγάλην αρετήν ώστε να εκδιώξουν και δαίμονες, και πολλά άλλα παρόμοια θαύματα να κάμουν. Οι Γραφές είναι γεμάτες από τις ιστορίες τους, αλλά και η ζωή μας πλήρης από τα σχετικά παραδείγματα. Βλέπουμε πόρνους και αδύναμους χαρακτήρες νακλείνουν τα στόματα των αιρετικών Μανιχαίων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η κακία είναι ανίκητος υπηρετώντας έτσι τον διάβολο και παραλύοντας τα χέρια όσων θέλουν να αγωνισθούν, ανατρέποντας δε με τον τρόπον αυτό τα πάντα στην ζωή. Διότι όσοι πείθουν τον κόσμο με αυτήν την θεωρία, δεν τον βλάπτουν μόνον ως προς την μέλλουσα ζωήν, αλλά και εδώ τα κάμουν όλα άνω κάτω, όσον εξαρτάται από αυτούς...



Εμείς όμως, αφού έχουμε τόσα παραδείγματα από τις Γραφές και από όλη την ζωή μας, ας προσέχωμε πολύ και ας προσπαθούμε να μην πίπτουμε τόσο χαμηλά· αλλά και αν κάποτε πέσωμε, να μην παραμείνωμε στην κατάστασι της πτώσεως. Διότι εάν ο δίκαιος Δαυΐδ, επειδή προς στιγμήν ημέλησε, εδέχθη τοιαύτα τραύματα, τί θα πάθωμε εμείς οι οποίοι καθημερινώς αμελούμε; Μην ιδής ότι έπεσε και αποθαρρυνθής, αλλά σκέψου τί έπραξε στην συνέχεια· πόσους θρή­νους επέδειξε, πόσηνμετάνοια, προσθέτοντας στις ημέρες και τις νύ­κτες· τις πηγές των δακρύωνπου έχυσε λούοντας με αυτά την κλίνη του, και εκτός αυτών τον σάκκο της μετανοίας που περιεβλήθη. Εάν δε εκείνος είχεν ανάγκη από τόσην μεγάλην επιστροφή, πώς θα ημπορέσωμε εμείς να σωθούμε παραμένοντας ανάλγητοι μετά από τόσα αμαρτήματα; Διότι αυτός που έχει πολλά κατορθώματα, εύκο­λα θα ημπορούσε με αυτά να καλύψη τα αμαρτήματά του· ενώ ο γυμνός, όπου και αν δεχθή βέλος, η πληγή αποδεικνύεται Θανάσιμος.



Για να μη συμβή όμως αυτό, ας εξοπλίσωμε τους εαυτούς μας με έργα αγαθά, ώστε και αν πέσωμε σε κάποιο αμάρτημα, να το απαλύνωμε με αυτά· και έτσι να καταξιωθούμε, αφού ζήσωμε την παρούσα ζωήν προς δόξαν Θεού, να απολαύσωμε την μέλλουσα· «ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώ­νων». Αμήν.




(4ος - 5ος αιών -Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε. τόμ. 10 (Υπόμνημα), ομι­λία ΚΣΤ σελ. 170. Η πρώτη παράγραφος είναι από την ομιλία ΚΕ’ 1. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 163)

Κατάντημα!... π. Ηλίας Υφάντης

πηγή





Υπέρμαχοι και απολογητές του καπιταλισμού, συνήθως, λένε:
Αν αφαιρέσουμε απ’ τις οικονομικές δοσοληψίες το κίνητρο του κέρδους, τότε απονευρώνουμε τη δημιουργικότητα.
Κι όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί παρά ένα πρόσχημα για την κάθε είδους αδικία και αυθαιρεσία. Το κίνητρο του κέρδους είναι ο “πίθος των Δαναΐδων” για την ανικανοποίητη ικανοποίηση του εγωισμού και της απληστίας.
Για τη χριστιανική δεοντολογία το φυσιολογικό για τον άνθρωπο κίνητρο είναι η αγάπη και η αλληλεγγύη.
Παραδείγματα; Πάμπολλα: 
Τα πιο εύγλωττα και χαρακτηριστικά απ’ το εορτολόγιο του Ιουλίου. Οι Άγιοι Ανάργυροι (1η Ιουλίου) και ο Άγιος Παντελεήμονας (27 Ιουλίου).
Ήταν γιατροί ξακουστοί. Και, με δεδομένη την επιστημοσύνη και τη θέση, που κατείχαν, θα μπορούσαν να γίνουν πλούσιοι. Όμως κίνητρό τους δεν ήταν το κέρδος αλλά η υγεία και η ευτυχία των συνανθρώπων τους. 

Και ο προσανατολισμός τους αυτός καθόλου δεν μάρανε τη δημιουργικότητά τους. Αντίθετα μάλιστα, όσο περισσότερα πρόσφεραν, τόσο περισσότερο τα φτερά της δημιουργικότητάς τους μεγάλωναν.
Αλλά τα μεγάλα φτερά της αληθινής δημιουργικότητας τροχίζουν τα νύχια και τα δόντια των μεγάλων αρπακτικών. “Χαλάνε την πιάτσα” του ανθρωποφάγου κέρδους. Εξασθενούν τη Λερναία Ύδρα, που κατασπαράζει χαρισματικούς ανθρώπους και λαούς ολάκερους. 
Και, με καθοδηγητή το φθόνο και το συμφέρον, η αντίδραση ενορχηστρώνεται, η υπονόμευση μεθοδεύεται και τα κακουργήματα τελεσιουργούνται:
Στους Αγίους Αναργύρους, λένε οι συναξαριστές τους, έστησαν παγίδα. Τους παρέσυραν σε μια απόκρημνη τοποθεσία, όπου, τάχα, ανακάλυψαν κάποια ιαματικά βότανα. Και από εκεί τους γκρέμισαν και απαλλάχτηκαν απ’ την παρουσία τους. 
Ο άγιος Παντελεήμων ήταν χριστιανός, σε μια εποχή, που ο χριστιανισμός αποτελούσε θανάσιμο έγκλημα. Τον κατέδωσαν, λοιπόν, και, με το μαρτυρικό τέλος του, οι «νομιμόφρονες» γιατροί συνέχισαν απρόσκοπτα το απάνθρωπο έργο τους.
Τα παραδείγματα των προαναφερθέντων αγίων αποκαλύπτουν , νομίζω, και τις δυο τάσεις κινήτρων:
Κίνητρο των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Παντελεήμονα είναι η απεριόριστη και ανεξάντλητη αγάπη τους για τον άνθρωπο: 
Οι σπουδές τους, οι κόποι και οι αγώνες και οι θυσίες ολάκερης της ζωής τους έχουν ως σκοπό να υπηρετήσουν τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που πάσχει και υποφέρει. 
Τους ήταν αδιανόητο αυτοί να σωριάζουν πλούτη και οι συνάνθρωποί τους να υποφέρουν και να πεθαίνουν.
Και ασφαλώς το ίδιο κίνητρο λειτουργεί, όχι μόνο σ’ αυτούς, που αγωνίζονται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας, αλλά και των πάσης φύσεως ανθρώπινων και κοινωνικών προβλημάτων.
Και δεν ήταν λίγοι αυτοί, που διώχτηκαν, επειδή έκαμαν το «έγκλημα» να παλέψουν για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Με αποτέλεσμα να εξοντωθούν από εκείνους, οι οποίοι θυσιάζουν τα πάντα για το μαμωνά.
Αφού γι’ αυτούς ο άνθρωπος, με τις ανάγκες του και τα βάσανά του, δεν έχει καμιά απολύτως αξία.
Μια και τον βλέπουν απλά σαν ένα μέσον, για να πάνε όσο γίνεται μακρύτερα στο μονόδρομο της κερδοσκοπίας. Στην οποία, όποιος μπαίνει εμπόδιο εξοντώνεται με κάθε τρόπο.
Γεγονός, που, σε τελική ανάλυση, σημαίνει ότι ο καπιταλισμός δεν είναι κάποιο κοινωνικό σύστημα, που είναι λίγο χειρότερο από κάποια άλλα. Αλλά ότι πρόκειται για το ολοκληρωτικό έγκλημα σε βάρος του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. 
Η κοινωνία, μας λέει ο Απόστολος Παύλος, είναι σαν το ανθρώπινο σώμα.
Όπου όλα τα μέλη συνεργάζονται. Εάν πάσχει ή χαίρει ένα μέλος, συμπάσχουν και συγχαίρουν και τα υπόλοιπα. 
Προσφέρουν το καθένα, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, και παίρνουν, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Χωρίς το ένα να φθονεί ή να περιφρονεί το άλλο και χωρίς το καθένα να ζητεί να υποκαταστήσει όλα τα άλλα.
Φαντάζεστε, λέει στη συνέχεια ο Παύλος, ένα σώμα να είναι ολόκληρο μάτι ή κεφάλι!
Στην περίπτωση, που ένα μέλος του σώματος θα ζητούσε να πλεονεκτήσει έναντι των άλλων, δεν θα είχαμε άρτια και υγιή σώματα αλλά αποκρουστικές τερατοπλασίες. 
Και για τις κοινωνικές τερατοπλασίες δεν ευθύνονται μόνο οι αρχιερείς του καπιταλισμού. Ευθύνονται και οι αρχιερείς του χριστιανισμού. Και στην πλειονότητά τους οι, λεγόμενοι, ευσεβείς χριστιανοί. Που δίνουμε τις πλειοψηφίες στα κανιβαλικά καπιταλιστικά κόμματα. 
Γιατί γινόμαστε έτσι συνεργοί στο διαρκές και ολοκληρωτικό έγκλημα σε βάρος των συνανθρώπων μας και της ανθρωπότητας ολάκερης. Και, σε τελική ανάλυση, και ημών των ιδίων.
Όπου τα πολλά τα έχουν οι λίγοι, που γίνονται ολοένα και λιγότεροι και τα λίγα οι πολλοί, που γίνονται ολοένα φτωχότεροι. Μέχρι που να καταντούν να μην έχουν τίποτε.
Και τα εκατομμύρια των θανάτων από πολέμους, πείνα και ασθένειες αποδεικνύουν ότι δεν υπερβάλλουμε, αλλά απλά επισημαίνουμε μια μόνιμα θανατηφόρα πραγματικότητα.
Η οποία έχει να επιδείξει πλείστα όσα αποτρόπαια και αποκρουστικά. Όπως αυτό με το παιδί της αρχικής φωτογραφίας!…
Και συμμέτοχοι και συνένοχοι για το κατάντημα αυτό είμαστε κι εμείς οι, λεγόμενοι, χριστιανοί:
Οι πρωταγωνιστές στη δολοφονία και τον εξευτελισμό εκατομμυρίων ανθρώπων.
Που συντελείται στο όνομα της θρησκείας του Μαμωνά.
παπα-Ηλίας

Η έγκλειστη Γερόντισσα Χριστίνα της Δράμας († 23.6.2012)


πηγή


Εκοιμήθη το Σαββάτο 23 Ιουνίου 2012 σε ηλικία 87 ετών η γερόντισσα Χριστίνα. Η γερόντισσα γεννήθηκε το 1925 στον Ακρίτα Κιλκίς, ενώ ασκήτευε έγκλειστη για πολλά χρόνια
Η γερόντισσα γεννήθηκε το 1925 στον Ακρίτα Κιλκίς, ενώ ασκήτευε έγκλειστη για πολλά χρόνια στο ερημητήριο που η ίδια είχε ανεγείρει στην Πρασινάδα Παρανεστίου.
Έγινε μοναχή στον φρικτό Γολγοθά (στα Ιεροσόλυμα) από τον μακαριστό Πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο, και στη συνέχεια μεγαλόσχημη μοναχή από τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου (Σινά) κ. Δαμιανό.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η γερόντισα Χριστίνα έζησε ερημητικό βίο στο Σινά.
Επίσης υπήρξε Κτήτορας της Ιεράς Μονής Παναγίας Παγγαιοτίσης, της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως.

Απο εκεί με την ευλογία του πνευματικού της, αειμνήστου γέροντα Ευσεβίου Βίτη, ανεχώρησε στο Παρανέστη για να ζήσει ερημητικό βίο.
Να σημειωθεί ότι ήταν ίσως η μοναδική στην Ελλάδα ερημίτης – έγκλειστη μοναχή, η οποία βοήθησε πάρα πολύ κόσμο με την προσευχή της και τις πνευματικές νουθεσίες.


ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 
***

Τελέστηκε την Κυριακή 24 Ιουνίου 2012 η κηδεία της έγκλειστης ασκήτριας Χριστίνας, η οποία εκοιμήθη το Σάββατο 23 Ιουνίου σε ηλικία 87 ετών.
Την Εξόδιο Ακολουθία τέλεσε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δράμας κ. Παύλος, συμπαραστατούμενος από πλειάδα Ιερών στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Πρασινάδας Παρανεστίου.
Στη συνέχεια ο έγινε ο ενταφιασμός της μακαριστής γερόντισσας Χριστίνα, στο Ησυχαστήριο της όπου ήταν και η επιθυμία της [στον τάφο που η ίδια είχε ετοιμάσει].
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μαρτυρίες πιστών, κατά τη διάρκεια της Εξοδίου Ακολουθίας πολλοί ήταν εκείνοι που έζησαν κάτι θαυμαστό.
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Δράμας κ. Παύλος αναφερόμενος στην γερόντισσα, έκανε λόγο για μια αγία μορφή των ημερών μας.
"Πολλά είναι τα περιστατικά που μπορώ να διηγηθώ, τα οποία αποδεικνύουν την παρρησία που είχε η γερόντισσα στον Θεό" ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Παύλος.
Τέλος ο Σεβασμιωτάτος αναφέρθηκε στον έγκλειστο βίο της, καθώς και στην ασκητική της ζωής.

Πρακτορείο ειδήσεων Ρομφαία

  
 

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...