Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2011

Καλοκαίρι στὸ Ὅρος


το Φώτη Κόντογλου
Στ’ γιον ρος πγα πολλς φορές. Τν πρώτη φορ κάθησα παραπάνω π δύο μνες κ’ κανα γνωριμία μ πολλος πατέρες κα λαϊκούς, γιατί πάρχουνε κε πέρα κα γωγιάτες ρβανίτες, παραγυιο κα γεμιτζδες πο φορτώνουνε κερεστ1 στ καράβια. Στ Δάφνη, πο εναι σκάλα πο πιάνουνε τ βαπόρια, βρισκόντανε κα κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ’ κε γνωρίσθηκα μ τρες ϊβαλιτες κα περάσαμε πολ μορφα. π κε πγα στς Καρυές, μ δν κάθησα πολύ, γιατί γύρευα θάλασσα. Πγα στ μοναστήρι τν βήρων μαζ μ να γέροντα πο πουλοσε βιβλία στς Καρυς κα πο τν λέγανε βέρκιον Κομβολογν. Σ’ ατ τ μοναστήρι κάθησα κάμποσο. Πι πολ μ τραβοσε ρσανάς, δηλαδ τ μέρος πο βάζουνε τς βάρκες κα τ σύνεργα τς ψαρικς.
φησα τ γένειά μου, τ ξέχασα λα κα γίνηκα ψαράς. τρωγα, πινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζ μ τος ψαράδες πο τανε λο καλόγεροι, ο πι πολλο Μπουγαζιανοί, δηλαδ π τ μπουγάζια τς Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζω πο πέρασα! διαίτερη...
φιλία δεσα μ τρες. νας τανε ς εκοσιπέντε χρον, καλ ψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στ κάθε τί κ’ εχε καλογερέψει π μικρός: τν λέγανε Βαρθολομαο. λλος τανε ς σαράντα χρονν, ψαρς π τ χωριό του, κοντόφαρδος, πλός, συχος, λιγομίλητος, κακος, «πτωχς τ πνεύματι», ταπεινς κα τν λέγανε Βασίλειο. λλος τανε γέρος σν τν γιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζς κα τν λέγανεΝικάνορα.
Βαρθολομαος διάβαζε κα βιβλία μ ταξίδια θαλασσινά. νάμεσα σ λλα εχε στ κελλί του κα δύο τρία βιβλία το ουλίου Βέρν. Μ’ ατν ψαρεύαμε στακούς. βγαζε κα κοράλλια κα μο δειχνε πς ν τ ψαρεύω. ρσανς τανε να σπίτι μακρύ, χτισμένο πάνω στ θάλασσα μέσα σ’ ναν κόρφο πο τν ποσκέπαζε νας κάβος κα γι κεραμίδια εχε μαρες πλάκες. Μπροστ εχε κάτι ξέρες πο σκάζανε ο θάλασσες ποτε περνε βοριάς, κι π πάνω κατεβαίνανε τ βράχια φυτρωμένα μ μυρσίνες, μ πουρνάρια κα κάθε γριο χαμόδεντρο. ρσανς εχε πεντέξι κάβιες2 ραδιασμένες κα μπροστ εχε να χαγιάτι πο κουμποσε σ κάτι δοκάρια π γριόξυλα. κε μέσα κοιμόμαστε. π κάτω εχε κάτι χαμηλς καμάρες κα μέσα στς καμάρες τραβούσανε τς βάρκες. Τ δίχτυα τ πλώνανε πάνω στ μπαρμάκια3 το χαγιατιο. κε πο κοιμόμαστε κούγαμε π κάτω μας τ θάλασσα πο μπαινε μέσα στς καμάρες κα κυλοσε τ χαλίκια κα μς νανούριζε. Παλι εκονίσματα τανε κρεμασμένα μέσα στν ρσαν κ’ καιγε κοίμητο καντήλι.
undefined 
 « … » Εχε ρθει μία μέρα στ Καψοκαλύβια νας καλόγερος π κάποιο ψαραδόσπιτο πο ταν νάμεσα στν κάβο Σμέρνα κα στ Καψοκαλύβια, κα τν φιλοξένησε πάτερ σίδωρος κα γνωρισθήκαμε. Τν λέγανε Νελο, κ΄ τανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας μ προσκάλεσε ν πάγω στ κελί του. Σ δύο τρες μέρες, πγα. Στ ρος βλέπει κανες πολλ συνήθιστα πράγματα κα χτίρια, πλν τ κελ το πάτερ Νείλου τανε π τ πι παράξενα. Σ ατ τ μέρος κατεβαίνανε δύο ραχοκοκαλις π βράχια κα κάνανε δύο κάβους πο τραβούσανε βαθι στν θάλασσα, νας πολ κοντ στν λλον, τόσο, πο λεγες πς τ νερ πο βρισκότανε νάμεσά τους τανε ποτάμι κι χι θάλασσα. κε πο σμιγε νας κάβος μ τν λλον, σηκωνόντανε δυ ράχες π βράχια κι τανε τόσο κοντά, πο σκοτεινίαζε κενο τ μέρος, ς λαμπε λιος τ καλοκαίρι. Σ΄ ατ τ μέρος, μέσα σ΄ ατ τν τρύπα, τανε χτισμένος ρσανς το πάτερ Νείλου. Τ νερ τανε πατα κα σκοτειν μέσα σ κενο τ κανάλι. Τ σπίτι τ χάνε χτισμένο λίγο παραπάνω π τν θάλασσα, θεμελιωμένο στ βράχο, μ χαγιάτια κα μ καμάρες, πως συνηθίζεται στ ρος π τ παλι χρόνια, μ μαρες πλάκες ντ γι κεραμίδια. Λίγο παραπάνω τανε χτισμένη κκλησιά, μικρή, μ σκαλιστ τέμπλο κα μ λα τ καθέκαστα. π πάνω κρεμότανε να βουν δασωμένο κα στν κορφ εχε να βράχο πότομο, μ΄ να σπήλαιο. Σ΄ ατ τ σπήλαιο σκήτευε πρ λίγα χρόνια νας γέροντας πο στάθηκε στ νιάτα το πλαρχηγς στν Μακεδονία. Τώρα εχανε φωλιάσει ρνια μέσα στν σπηλι κα τ βλεπα πο πέρνανε βόλτες γύρω στ ράχη.
Νελος κα συνοδεία το εχανε δυ τράτες κα δυ βάρκες. τανε φτχτ νοματέοι, πέντε μεγάλοι κα δυ τρία καλογέρια. λοι τους τανε λιοκαμένοι, μαροι σν ραπάδες. πάτερ Νελος εχε πάνω του μία συχία κα μίαν πλότητα πο σ κανε ν τν γαπήσεις κα ν τν σεβαστες. Λιγόλογος, μ λοένα τανε χαμογελαστ τ πρόσωπό του, μ κάτι χείλια χοντρ σν το ράπη, μ μαρα κα πυκν γένεια, πο φυτρώνανε κάτω π τ μάτια του κα σκεπάζανε τ μάγουλά του. Μ τ σκούφια πο φοροσε τανε διος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, πως δ τανε λοι τους, φοροσε πάνω να σκορο πουκάμισο κα κάτω να βρακ νατολίτικο σαμε τ γόνατα. Τς μέρες πο κάθησα κε πέρα, Νελος κ΄ νας δόκιμος δν πηγαίνανε μ τν τράτα γι ν μο κρατήσουνε συντροφιά. τανε κ΄ νας γέρος, πάτερ θανάσιος, πο φύλαγε πάντα τ σπίτι. Σν γυρίζανε π τ ψάρεμα βγάζανε τ ψάρια ξω κα φο διαλέγανε λίγα χοντρ γι ν φμε, κι λλα γι πάστωμα, τ ψιλ τ κάνανε να σωρ κα τ φήνανε ν σιτέψουνε γι ν τ λατίσουνε. π τ χοντρ παστώνανε πολλος ροφούς, ν χουνε τ χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα κα σαρδέλα, παστώνανε πολλ βαρέλια κα τ στέλνανε στ Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στ σωρ κα παστώνανε. λο τ σπίτι μύριζε μία τέτοια ψαρίλα, πο στν ρχ γυρίζανε νω κάτω τ στομάχια μου. Μ σιγ σιγ συνήθισα κα δν καταλάβαινα τν ψαρίλα σχεδν λότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πς τσι θ μυρίζανε κι Χριστς κ΄ ο πόστολοι. Ο νθρωποι κ΄ τι πίανες, λα μυρίζανε ψαρίλα. κόμα κα μέσα στν κκλησι νοίωθες ατ τ μυρουδιά.

Τς ρες πο λείπανε ο λλοι στ ψάρεμα, κουβεντιάζαμε μ τν πάτερ Νελο γι θρησκευτικ κα γι τ στορικά του σπιτιο του, τί φουρτονες περάσανε, τί θεριόψαρα συναντήσανε, τί καΐκια βουλιάξανε π τότες πο κάθησε σ΄ ατ τ μέρος κι λλα λογι λογιν. λλη φορ πάλι, κε πο καλαφάτιζε μία βάρκα τραβηγμένη ξω, ψελνε μ τ γλυκει φωνή του, κ΄ κανε τν δεξι ψάλτη κι γ τν ριστερόν. Λέγαμε τς Καταβασίες τς Μεταμορφώσεως (γιατί τανε κενες ο μέρες το Αγούστου) «Χορο σραλ ήκμοις ποσί, πόντον ρυθρν κα γρν βυθν διελάσαντες», τ Πασαπνοάρια μ τ δοξαστικ «Παρέλαβεν Χριστς τν Πέτρον κα άκωβον κα ωάννην», κι στερα λέγαμε ργς κα μετ μέλους τ Κοινωνικ «ν τ φωτ τς δόξης το προσώπου σου, Κύριε, πορευόμεθα ες τν αώνα». Στ τέλος μως ψέλναμε πάντα τ «Ελογητς ε Χριστ Θες μν, πανσόφους τους λιες ναδείξας, καταπέμψας ατος τ πνεμα τ γιον, κα δ΄ ατν τν οκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοί». Δν μπορ ν παραστήσω τ πόσο συγκινημένη τανε καρδιά μου σν κουγα ν ψέλνει ψαρς πάτερ Νελος, ξυπόλητος, μ τ κατραμωμένο βρακί, μ τ φύκια κολλημένα πάνω στ γυμν ποδάρια του, ν ψέλνει μ κείνη τν ρχαία μελωδία κα ν λέγει στίχους αμβικούς, κα παραπέρα ν΄ φρίζουνε τ παμπάλαια λληνικ κύματα κι γέρας ν βουΐζει πανηγυρικ πάνω στ θεοχτιστ βράχια κα στ δέντρα! Μ πι βαθει κι πι παράξενη συγκίνηση μ΄ πίανε τν Κυριακ κα τς λλες γιορτινς μέρες πο λειτουργοσε πάτερ Νελος ψαρς κα γινότανε ερέας το ψίστου, ατς πο τν βλεπα τς λλες μέρες ν΄ λατίζει ψάρια, ν καλαφατίζει βάρκες, ν ματίζει σκοινιά, ν γραντολογ καραβόπανα, ν βολεύει γκουρες, ν μπαλώνει δίχτυα, μαζ μ τ συνοδεία του!
Κα στ λειτουργία γινότανε σν πατριάρχης, μ τ πανωκαλύμμαυχο, μ τ χρυσ φελόνι, μ τ πιμάνικα, μ τ πιγονάτιο, κα δεότανε μυστικς μπροστ στν γία Τράπεζα «πρ τν το λαο γνοημάτων», «ς νδυόμενος τν τς ερατείας χάριν». ! Τί ξαίσια κα φρικτ μυστήρια χει ταπειν ρθοδοξία μας! Μ καρδιά μου δάκρυζε ληθιν π για χαρ κι π κατάνυξη, σν στρώνανε γι ν φμε κα ελογοσε τν τράπεζα πάτερ Νελος μ τ θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ν γύρω στεκότανε μ σταυρωμένα χέρια κενοι ο πλο ψαράδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι π τν κόσμο μέσα σ κείνη τν καταβόθρα. Κι λεγε μ τν ταπειν φων το πάτερ Νελος «Χριστ Θεός, ελόγησον τν βρσιν κα τν πόσιν τν δούλων σου, τι γιος ε πάντοτε νν κα ε κα ες τος αώνας τν αώνων», ν μς ποσκίαζε   πλώρη το τρεχαντηριο κ΄ ρμύρα ρχότανε π τ βουερ τ πέλαγο ΄΄.
Περιοδικ «Νέα στία», τεχος 875, 1963



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το «Ελληνικά και Ορθόδοξα» απεχθάνεται τις γκρίνιες τις ύβρεις και τα φραγγολεβέντικα (greeklish).
Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
1) Ο σχολιασμός και οι απόψεις είναι ελεύθερες πλην όμως να είναι κόσμιες .
2) Προτιμούμε τα ελληνικά αλλά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και ότι γλώσσα θέλετε αρκεί το γραπτό σας να είναι τεκμηριωμένο.
3) Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
4) Κανένα σχόλιο δεν διαγράφεται εκτός από τα spam και τα υβριστικά

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...