Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Πρὸς τὴ χήρα ποὺ θλίβεται καὶ ἀνησυχεῖ



Στενοχωριέσαι γιὰ τὸν νεκρὸ σύζυγο. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὰ παιδιά. Κλαῖς μέρα-νύχτα. Στὴν ψυχή σου ὑπάρχει σύγχυση καὶ σκοτάδι. Μπροστὰ στὰ μάτια ὁμίχλη καὶ ἀβεβαιότητα.

Κουράγιο. Μὴν φοβᾶσαι. Πὲς στὸν ἑαυτό σου: «ὁ ἄνδρας μου ἀνῆκε πρῶτα στὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα σ' ἐμένα καὶ τὰ παιδιά μου, πρῶτα εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπειτα δικός μου. Ἐὰν ὁ ἔμπειρος κηπουρὸς τραβήξει μία δέσμη ἀπὸ τὰ ἄνθη, νὰ ξέρεις, ὅτι χρειαζόταν νὰ πράξει ἔτσι. Ἐκεῖνος ξέρει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἔκανε. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους εἶναι καὶ αὐτός: γιὰ νὰ ἐξελίσσονται τὰ γύρω ἄνθη. Κι ἐσὺ μὲ τὰ παιδιά σου ἀπὸ τώρα θὰ ἐξελίσσεσαι πνευματικὰ καλύτερα.

Οἱ σκέψεις σου θὰ ἀνυψώνονται ἀπὸ τὰ γήινα πρὸς τὰ οὐράνια. Ἡ ψυχή σου πιὸ δυνατὰ θὰ προσκολληθεῖ στὸν Θεό. Τὸ πνεῦμα σου θὰ θριαμβεύει ἐπάνω ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὁ θάνατος δὲν θὰ εἶναι γιὰ σένα πιὰ φοβερός. Ἡ προηγούμενη ματαιοδοξία θὰ σοῦ φανεῖ γελοία. Ἡ παρατήρηση αὐτοῦ τοῦ κόσμου σὰν πατρίδα τῆς πραγματικῆς καὶ μόνιμης εὐτυχίας θὰ ἀλλάξει. Δηλαδή, πολύπλευρο πνευματικὸ κέρδος. Νὰ ξέρεις, ὅτι ὁ Θεὸς χτίζει καὶ ὅταν γκρεμίζει.

Γιὰ τὰ παιδιὰ μὴν ἀνησυχεῖς. Μόνο πράξε ὅ,τι εἶναι μέσα στὶς δυνατότητές σου. Τὰ παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ἐμπιστεύσου τα στὸν Δημιουργό τους. Εἶναι γραμμένο: «Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ' αὐτὸν» (Α' Πετρ. 5, 7) καὶ θὰ αἰσθανθεῖς, πὼς ὁ σταυρός σου εἶναι ἐλαφρύς. Ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν πολὺ πιὸ βαρεῖς σταυροὶ ἐπάνω στὶς χῆρες γυναῖκες. Θὰ σοῦ περιγράψω ἕναν πολὺ βαρύ. Στὴν ἀρχὴ τοῦ πολέμου οἱ Γερμανοὶ σκότωσαν ἕναν γνωστό μου μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίπλα στὸν ποταμὸ Ντρίνα· τὸ σπίτι του τὸ ἔκαψαν, καὶ τὴ γυναίκα του μὲ ἕξι μικρὰ παιδιὰ τοὺς κυνήγησαν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πέρασαν ἀπὸ τότε δώδεκα χρόνια. Μία μέρα ξαφνικὰ σταμάτησε μπροστά μου στὰ Σκόπια ἕνας νεαρὸς σιδηροδρομικὸς ὑπάλληλος καὶ μοῦ παρουσιάστηκε ὡς γιὸς ἐκείνου τοῦ σκοτωμένου γνωστοῦ μου. Χάρηκα πολύ, καὶ μὲ φόβο ρώτησα, ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ τους ἀκόμα παρέμεινε στὴν ζωή. Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε χαρούμενα: «Ὅλοι μας εἴμαστε ζωντανοὶ καὶ ὑγιεῖς, δόξα τῷ Θεῷ! Οἱ δύο μας εἴμαστε κρατικοὶ ὑπάλληλοι, δύο στὸ ἐμπόριο, ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή μου εἶναι παντρεμένη καὶ ἡ μικρότερη ζεῖ μὲ τὴ μητέρα».

Τότε ἄρχισε ζωηρὰ νὰ μοῦ περιγράφει τὰ βάσανα ποὺ ὑπέμειναν καὶ τὶς δυσκολίες. Περπάτημα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια περιπλάνηση, σ' ὁλόκληρο τὸ κράτος ἀπὸ τὸ Ντρίνα ἕως τὸ Μπίτολ. Καὶ συνεχῶς πείνα, ἀρρώστια, κρύο, φυλακίσεις, νύχτες στοὺς σταθμούς, στὰ καφενεῖα, στοὺς δρόμους. Μαζὶ μ' αὐτὰ καὶ ὁ φόβος, ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ξενιτιά. Ὅμως στὸ τέλος ἡ νίκη καὶ ἡ δόξα. Καθαρὸ κούτελο, καὶ τὸ λογικό, καὶ ἡ ζωή, καὶ ἡ πίστη. Τί νὰ σοῦ διηγοῦμαι περισσότερο; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ μάχες καὶ οἱ νίκες αὐτῆς τῆς μητέρας μὲ τὰ ἕξι ὀρφανὰ εἶναι πιὸ δοξασμένες καὶ ὡραιότερες ἀπὸ ἐκεῖνες τοῦ Ναπολέοντα.

Κι ἐσένα θὰ σὲ βοηθήσει ὁ Θεός. Μὴν Τὸν ξεχνᾶς, καὶ δὲν θὰ σὲ ἀφήσει. Θὰ νικήσεις, καὶ θὰ εἶναι γλυκιὰ ἡ νίκη εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου