Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

Επιφάνεια του Χριστού (+ Βασίλη Στογιάννου)



Επιφάνεια είναι η αποκάλυψη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού. Μια αποκάλυψη του ίδιου του Θεού, που σημαίνει πρώτα-πρώτα αληθινή θεογνωσία. Αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο, όχι σαν φοβερός και αποτρόπαιος, όπως τον πίστευαν οι ειδωλολάτρες ούτε σκληρός και άτεγκτος κριτής, όπως τον φανταζόταν ορισμένοι ιουδαϊκοί κύκλοι. Ο Θεός που φανερώνεται από τον Χριστό δεν είναι μια ψυχρή λογική εξήγηση του σύμπαντος, όπως νόμιζαν οι φιλόσοφοι ούτε ο οδηγός ενός μόνο λαοί στην πορεία του, όπως πίστευε ο Ισραήλ.
Ο Θεός αποκαλύπτεται με την Επιφάνειά του ως Πατέρας στοργικός όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από φυλετικές, πολιτικές, πολιτιστικές ή και θρησκευτικές ακόμη παραδόσεις. Ο Θεός είναι Πατέρας των ανθρώπων όχι μόνον ως Δημιουργός, αλλά κυρίως ως Πατέρας του Χριστού, του μεγάλου πρωτότοκου αδελφού όλων μας. Και αποκαλύπτει αυτή τη νέα του σχέση με τον άνθρωπο ο Θεός όχι μέσα από βροντές και καπνούς, όπως άλλοτε στο Σινά, αλλά με την ταπεινή ανθρώπινη μορφή του Χριστού. Η σκηνή κατά τη βάπτιση του Χριστού, όπως μετά η Μεταμόρφωση και η Ανάσταση είναι σκηνή δόξας και αποκάλυψη της θείας μεγαλειότητας. Δεν έχουν όμως σαν στόχο να καταπλήξουν τον άνθρωπο, αλλά να του θυμίσουν πως η καινούρια θεογνωσία προέρχεται από τον ίδιο τον Λόγο που έγινε σάρκα και όχι από έναν οιοδήποτε άνθρωπο. Κι ακόμα οι λίγες ακτίνες της δόξας αφήνουν τον άνθρωπο να δει από τώρα, όσο μπορεί, το νέο κόσμο κοντά στο Θεό Πατέρα του. Περισσότερο όμως από τη δόξα, μας αποκαλύπτει η Επιφάνεια τη φιλανθρωπία του Θετού. Η Ενσάρκωση του Λόγου είναι δείγμα περίτρανο της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Όσοι βιάζονται να δουν γύρω τους σκοτάδι και αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στη γη χωρίς νόημα, δεν έχουν παρά να θυμηθούν τη φιλανθρωπία, όπως φανερώθηκε από την Επιφάνεια του Λόγου. Θα ανακαλύψουν τότε πως ο Θεός Πατέρας βρίσκεται πάντα κοντά μας, δίπλα μας, ακόμη και όταν εμείς τον εγκαταλείπουμε- κυρίως τότε! Έτσι η αληθινή θεογνωσία γίνεται πηγή ελπίδας για τον άνθρωπο, φως για την καθημερινή του πορεία μέσα στη σκιά του θανάτου και της αμαρτίας.
Η Επιφάνεια του Λόγου είναι όμως και αληθινή κοσμογνωσία. Όχι φυσικά με την έννοια που δίνει η φυσική και οι συναφείς επιστήμες. Η ανακάλυψη των μυστικών της κτίσεως και η διατύπωση των νόμων που τα διέπουν αφέθηκε στο λογικό του ανθρώπου και στη δύναμη του νου του από το Θεό. Ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με πολλές ικανότητες, για να μπορέσει να βρει μέσα από τα μονοπάτια της επιστήμης το θαύμα της δημιουργίας και να αχθεί και με αυτόν τον τρόπο στο Δημιουργό. Τα μεγάλα όμως ερωτήματα για την πορεία του κόσμου ως κατοικίας του ανθρώπου μένουν πάντα αναπάντητα από την επιστήμη. Γιατί η επιστήμη βλέπει περιορισμένα τοπικά και χρονικά, όπως περιορισμένος είναι κι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το πολύ-πολύ φτάνει μέχρι τη διατύπωση των μεγάλων ερωτημάτων. Εκεί στάματα, περιμένοντας μια απάντηση από αλλού. Κι εδώ έρχεται η απάντηση της Επιφάνειας του Θεού, η απάντηση του Χριστού και των θεόπνευστων μαθητών και αποστόλων του. Δεν είναι απάντηση σε λεπτομέρειες, αλλά στο σύνολο. Μιλά η αποκάλυψη για την παρέλευση του παρόντος σχήματος του κόσμου και για την προοδευτική ανάκτησή του από την παντοδύναμη δεξιά του Υψίστου. Με εικόνες και παραβολές μας αποκαλύπτει ένα νέο κόσμο που κατοικεί η δικαιοσύνη του Θεού. Μας σκιαγραφεί ένα κόσμο χωρίς κακό και αμαρτία, χωρίς φθορά και θάνατο. Η φιλανθρωπία του Θεού είναι φανερή και στη νέα, αληθινή κοσμογνωσία…
Η Επιφάνεια του Θεού είναι όμως και αληθινή ανθρωπογνωσία Η πιο μεγάλη αποκάλυψη για τον άνθρωπο και την πραγματική φύση του, για τη θέση του μέσα στον κόσμο και την πορεία του τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, για το προσωπικό και ομαδικό μέλλον του, όλα αυτά έχουν αποκαλυφθεί μια για πάντα με την Επιφάνεια του Λόγου, με την κάθοδο του Χριστού και την αναστροφή του ανάμεσά μας. Όσο εύκολα όμως θυμόμαστε τη θεϊκή φύση του Χριστού τόσο δύσκολα φέρνομε στο νου μας την ανθρώπινη φύση του -αυτή που μας έδωσε τη νέα ανθρωπογνωσία, που μας άνοιξε το μυστικό κόσμο της ανθρώπινης ψυχής. Επιφάνεια είναι η αποκάλυψη του Θεού με ανθρώπινη μορφή πάνω στη γη. Είναι όμως και αποκάλυψη της εσώτερης ουσίας του ανθρώπου. Γιατί ο Χριστός παίρνει την ανθρώπινη φύση και την αναπλάσει, την ανακαινίζει, την αναγεννά. Οι πατέρες της εκκλησίας επιμένουν πολύ σ’ αυτό το σημείο. Γιατί ακριβώς συνδέεται με τη χριστιανική εικόνα για τον άνθρωπο. Ξέρουμε τον άνθρωπο, γιατί ο Χριστός μας τον αποκάλυψε σ’ όλο το βάθος του, σ’ όλη την έκταση των σχέσεών του με το Θεό, τον κόσμο και τους συνανθρώπους. Κοντολογίς, ξέρομε ποιοί είμαστε, γιατί ξέρομε ποιός είναι ο αληθινός άνθρωπος, ο Χριστός. Με τον Χριστό αποκτήσαμε ένα καθρέφτη, για να μπορούμε να συγκρίνουμε κάθε φορά τον εαυτό μας και να βλέπουμε πόσο έχουμε αποκτήσει την πραγματικά ανθρώπινη μορφή.
Η νέα, αληθινή εικόνα για τον άνθρωπο, που αποκάλυψε με την παρουσία του στη γη ο Χριστός δεν είναι βέβαια πάντα ευχάριστη για τον άνθρωπο. Γιατί του δείχνει γυμνή την αλήθεια, του θυμίζει πόσο λίγο είναι άνθρωπος, πόσο λίγο συμπεριφέρεται ως άνθρωπος, πόσο λίγο λογαριάζει την ανθρώπινη υπόσταση των συνανθρώπων του. Να γιατί οι άνθρωποι φαίνονται πολλές φορές πρόθυμοι να δεχτούν το Ευαγγέλιο, αλλά το εγκαταλείπουν γρήγορα, αμέσως μόλις γίνει λόγος για την ανθρώπινη ύπαρξη ως ομοίωση με τον Χριστό…
Άνθρωπος είναι ο γιός του Θεού, ο αδελφός του Χριστού. Σ’ αυτή την απλή πρόταση συνοψίζεται η νέα ανθρωπογνωσία. Απλή στη διατύπωση, άλλα με συνέπειες ανυπολόγιστες για τη ζωή και την καθημερινή πράξη μας. Γιατί θεμελιώνει την ύπαρξή μας στη σχέση μας με τον Θεό Πατέρα και τη φιλανθρωπία του. Γιατί μας συνδέει με την άκρα ταπείνωση του Χριστού. Γιατί μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια της ελπίδας του νέου, μεταμορφωμένου και αιώνιου κόσμου. Κι όλα τούτα μπορεί νι φαίνονται όμορφα και ελκυστικά όσο μένουν στη θεωρία. Μόλις όμως έλθει η ώρα που πρέπει να μεταβληθούν σε πράξη, που πρέπει να κατευθύνουν τη ζωή μας και τις καθημερινές συναλλαγές μας, αρχίζει να μεταβάλλεται η εικόνα. Η ανθρωπογνωσία μας γίνεται βάρος και βαρεία επιταγή, που προσπαθούμε να αποφύγουμε με κάθε τρόπο και μ’ οποιαδήποτε δικαιολογία. Η ανθρωπογνωσία αποκτά τότε και μια άλλη διάσταση: γίνεται κριτήριο, δικαστήριο φοβερό για τον άνθρωπο, όσο δεν ανοίγει διάπλατη την καρδιά του σ’ όλη την αλήθεια και σ’ όλη την αγάπη του Θεού.
Αυτή η τελευταία διάσταση της Επιφάνειας, η κρίση που επιφέρει για τον άνθρωπο, φαίνεται να λειτουργεί υποτονικά μέσα στο χριστιανικό κόσμο τον τελευταίο καιρό. Απόδειξη η πνευματική ραθυμία του καιρού μας και η πρακτικά αντιπνευματική και αντικοινωνική στάση των πολλών. Η ανθρωπογνωσία μας έφτασε να περιορίζεται στη γνώση του εξωτερικού, της ύλης και μάλιστα σε μια ατομοκρατική διάσταση. Είναι κι αυτό μια τρανή απόδειξη για το πόσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από το φως του Χριστού. Και το χειρότερο είναι πως δεν υποψιάζονται καν οι πολλοί την ύπαρξη της ελπίδας, της πνευματικής αναγεννήσεως και της αλλαγής που έφερε στον κόσμο ο επιφανείς Λόγος του Θεού. Παχυλή άγνοια, πρακτικός υλισμός και κυρίως η αντιπνευματική ατμόσφαιρα – δημιούργημα των πολέμων-, συντελούν στην παραθεώρη­ση της αληθινής ανθρωπογνωσίας, της αληθινής κοσμογνωσίας, της αληθινής θεογνωσίας που έφερε στον κόσμο, θείο και λυτρωτικό δώρο ο Χριστός.
Η επιφάνεια του Χριστού δεν είναι μια ιστορία που ανήκει στο παρελθόν. Είναι το παρόν, η βεβαία ελπίδα του κόσμου. Είναι η αισιόδοξη προοπτική για ένα νέο κόσμο, για μια νέα σχέση με το Θεό, για μια νέα αγαπητική σχέση με τους συνανθρώπους. Αρκεί να είναι έτοιμος ο άνθρωπος να δεχτεί το μήνυμα του Ευαγγελίου…

(Βασ. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και το παρόν». Εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη)

Κάποιες σκέψεις για το Νέον Έτος.Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου


"Όποιος έμαθε να πεθαίνει - Ξέμαθε να είναι δούλος".



Αυτό μας ζητάει ο Χριστός. Να μάθουμε να πεθαίνουμε ώστε να… ξεμάθουμε να είμαστε δούλοι. Είναι απόφαση και δυναμισμός το να "πεθαίνεις" για (την απάτη, την κλοπή, την ανεντιμότητα, την αλητεία, τον ωχαδερφισμό, την απιστία) και να ζήσεις ελεύθερος και όχι δούλος. Είναι μάθημα που θέλει χρόνο (χρόνους) για να… μαθευτεί! Αυτό το ξέρει η Εκκλησία και γι’ αυτό μας το θυμίζει με την Λειτουργική Ζωή.
"Όποιος έμαθε να πεθαίνει - Ξέμαθε να είναι δούλος".
Ο Χριστός με τον τρόπο της δικης Του βιοτής (Βάπτισμα-Σταύρωση) προσπαθεί να μας μάθει να… πεθαίνουμε για ό,τι νοσηρό και άχρηστο και να αποχτήσουμε την ελευθερία των τέκνων του Θεού.




Χρόνια Πολλά και ευλογημένα απο την παρουσία Του.
Του Πρεσβυτέρου Δημητρίου Λ. Λάμπρου.


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2011

ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ...

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ»
Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

Τήν 1η Ἰανουαρίου ἑώρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τήν Περιτομή τοῦ Χριστοῦ καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό διπλό αὐτό ἑορτολογικό περιεχόμενο ἔχει μία λαμπρά ἐκπροσώπησι στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Καί δικαίως, γιατί ἡ μέν περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως Του ἀποτελεῖ, τήν βεβαίωσι τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς τελείας ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ ἀληθινά μέγας ἱεράρχης, πού μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τά σοφά του συγγράμματα καί τήν ἔξοχο δρᾶσι του ἀνεδείχθη Πατήρ καί φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐφάμιλλο τοῦ ὁποίου δέν ἐγνώρισε ἴσως ἄλλον ὁ χριστιανικός κόσμος. Καί ἡ δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περιττό καί νά εἰποῦμε, ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέσι πρός τήν ἔναρξι τοῦ ἔτους, τήν πρωτοχρονιά. Ἡ περιτομή ἐτέθη τήν 1η Ἰανουαρίου, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 συνέβη ὁ θάνατος, ἡ κοίμησις ἐπί τό χριστιανικώτερον, τοῦ ἁγίου Πατρός. Ἡ σύνδεσις τοῦ δευτέρου πρός τήν πρωτοχρονιά, τά δῶρα, τά γλυκίσματα κλπ., ἔχει καθαρῶς λαογραφικό χαρακτῆρα.

Ἡ Ἐκκλησία ἐπισήμως φαίνεται σάν νά ἀγνοῇ τήν ἀλλαγή τοῦ ἔτους, τίς πανηγύρεις καί τίς ἐκδηλώσεις πού τήν συνοδεύουν, καί νά ζῇ σ᾿ ἕνα ἄλλο δικό της κόσμο, πού δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἀλλοίωσι τῶν φθαρτῶν καί ρεόντων χρονικῶν συστημάτων τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ κόσμου. Ὁμολογουμένως αὐτό δέν θά ἦταν ἀσύμφωνο πρός τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας μας. Γιά τόν ἄναρχο, αἰώνιο καί ἀτελεύτητο Θεό ἡμέρες, μῆνες καί ἔτη δέν ὑπάρχουν. Χίλια ἔτη γιά Ἐκεῖνον εἶναι σάν τήν χθεσινή ἡμέρα πού πέρασε καί σάν ἕνα τρίωρο νυκτερινῆς φρουρᾶς, κατά τόν ψαλμῳδό (Ψαλμ. 89, 4). Ἤ, ὅπως συμπληρώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β´ Πετρ. 3, 8). Αὐτήν ἀκριβῶς τήν προσήλωσι καί τήν δουλική προσκόλλησι στά «ἀσθενῆ καί πτωχά στοιχεῖα» τῶν κοσμικῶν ὑπολογισμῶν καταδικάζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Γαλάτας: «Ἡμέρας παρατηρεῖσθε καί μῆνας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς! Φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς» (Γαλάτ. 4, 10).

Χωρίς ὅμως ἡ Ἐκκλησία νά ἀρνηθῇ τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας της καί χωρίς νά δουλωθῇ στούς καιρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἦταν ἑπόμενο καί νά μή μπορῇ νά παραβλέψῃ τήν διάκρισι καιρῶν καί ἐνιαυτῶν. Δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός, ἀλλά καί ἀνθρώπινος. Δέν εἶναι μόνο ὑπερκόσμιος, ἀλλά καί ἐγκόσμιος. Τέλειος τύπος συγκερασμοῦ τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων τῆς ἐδόθη ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Ὅπως Ἐκεῖνος ἦτο «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος», «ὁμοούσιος τῷ Πατρί κατά τήν Θεότητα καί ὁμοούσιος ἡμῖν κατά τήν ἀνθρωπότητα», ὅπως αἱ δύο φύσεις ἡνώθησαν στόν Θεάνθρωπο Χριστό ἁρμονικά καί ἀχώριστα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ Ἐκκλησία, κατά τό πρότυπο τῆς κεφαλῆς της, διεμορφώθη σέ θεανθρώπινο ὀργανισμό. Καί ἡ λατρεία της ἀκριβῶς συνεκέρασε τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο ἀτρέπτως καί ἀχωρίστως. Ὅπως δέ ἀκριβῶς ἡ θεία φύσις στόν Χριστό προσέλαβε καί ἐθέωσε καί τήν ἀνθρωπίνη, ἔτσι καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας προσέλαβε καί ἐξαγίασε τά σχήματα τοῦ κόσμου τούτου. Τά ἐξεχριστιάνισε, τά ἐθέωσε. Δέν τά ἀπέρριψε οὔτε τά συνέτριψε, ὅπως καί ὁ Χριστός δέν ἀπέρριψε οὔτε κατέκαυσε μέ τό πῦρ τῆς Θεότητος τό ὀστράκινο σκεῦος τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός πού περιεβλήθη.

Τήν ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρω εὑρίσκομε καί στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἀκούσθηκε στόν κόσμο τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας καί συνεκροτήθη ἡ Ἐκκλησία, δέν ἐφρόντισε νά ἐφεύρῃ κανένα νέο ἡμερολόγιο, οὔτε νά ἐπινοήσῃ νέες ὑπερκόσμιες χρονικές ὑποδιαιρέσεις. Στά μέρη ὅπου διεδόθη βρῆκε πολλά συστήματα καταμετρήσεως τοῦ χρόνου, διάφορα ἡμερολόγια. Τά υἱοθέτησε καί τά ἐξεχριστιάνισε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εἴδαμε στήν ἀναδρομή πού ἐκάμαμε κατά καιρούς στό λειτουργικό ἔτος. Τίς ἱερές ἡμέρες τῶν ἡμερολογίων τῶν Ἑβραίων ἤ εἰδωλολατρῶν δέν τίς κατήργησε· τίς ἐβάπτισε εἰς Χριστόν καί τίς ἐνέδυσε τόν Χριστόν, ὅπως καί τούς Ἑβραίους καί τούς εἰδωλολάτρας. Ἡ 14η τοῦ Νισάν, τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ ἀνάμνησις τῆς διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, ἔγινε Πάσχα Κυρίου, διάβασις τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων ἡμῶν μαζί Του ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν. Ἡ ἑορτή τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου καί τοῦ θερισμοῦ, ἡ Πεντηκοστή, ἔγινε ἑορτή τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τῆς ἐνάρξεως τοῦ πνευματικοῦ θερισμοῦ. Τό Σάββατο, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς καταπαύσεως τῶν ἔργων, ἔγινε Κυριακή, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς ἀναστάσεως. Ἡ 25η Δεκεμβρίου, ἡ εἰδωλολατρική ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου, ἔγινε ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, κ.ο.κ.

Καί ἡ πρώτη τοῦ ἔτους; Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι περισσότερο πολύπλοκα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἱστορία τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῆς πρωτοχρονιᾶς εἶναι μακρά καί ἀνώμαλος. Ἴσως ὅμως γι᾿ αὐτό ἔχει καί περισσότερο ἐνδιαφέρον. Δέν θά παρακολουθήσωμε ὅλον αὐτόν τόν λαβύρινθο. Καί μόνο μιά ματιά στό πλῆθος καί στήν ποικιλία τῶν ἡμερολογίων, πού βρῆκε ὁ Χριστιανισμός κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς ζωῆς του, εἶναι ἱκανή νά μᾶς δημιουργήσῃ τήν ἐντύπωσι βιβλικῆς Βαβέλ. Σχεδόν κάθε πόλις καί περιοχή εἶχε τό ἰδικό της ἡμερολόγιο, πού πολλές φορές καί αὐτό διεκρίνετο σέ παλαιό καί σέ νέο. Αὐτό κυρίως ὠφείλετο στήν ἔλλειψι σταθεροῦ κριτηρίου γιά τήν μέτρησι τοῦ χρόνου, φυσικά καί στήν διάσπασι τῶν λαῶν τῆς γῆς. Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη καί τά φυσικά φαινόμενα ἔδιδαν σέ ὅλους τούς λαούς τά μέτρα τῆς διαιρέσεως τοῦ χρόνου. Τό γράφει καί ἡ Γένεσις: «Καί εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνά μέσον τῆς ἡμέρας καί ἀνά μέσον τῆς νυκτός· καί ἔστωσαν εἰς σημεῖα καί εἰς καιρούς καί εἰς ἡμέρας καί εἰς ἐνιαυτούς» (Γενέσ. 1, 14). Ἀλλ᾿ ἀπό τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νά ὑπάρξῃ κοινός τρόπος καταμετρήσεως τοῦ χρόνου ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Τό ἡλιακό καί τό σεληνιακό ἔτος, ἡ ἐναλλαγή τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους καί τῶν φάσεων τῆς σελήνης, δέν μᾶς δίδουν τό ἴδιο μέτρο. Οὔτε ἦταν εὔκολος, ἰδίως μέ τίς ἀστρονομικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς, ὁ ὑπολογισμός μέ ἀπόλυτο ἀκρίβεια τῆς διαρκείας τῶν περιόδων αὐτῶν. Ἄς προστεθῇ σ᾿ αὐτά καί ἡ παράλογος πολλές φορές, ἰδίως σέ τέτοιου εἴδους θέματα, συντηρητικότης τῶν ἀνθρώπων, πού προτιμοῦν νά μένουν προσκεκολλημένοι σέ μία παλαιά, ἀποδεδειγμένως ἐσφαλμένη, μορφή, ἀπό φόβο πρός τό νέο καί τό ἄγνωστο. Εἰδικώτερα γιά τήν ἐκλογή τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τό κριτήριο ἦταν ἀκόμη περισσότερο ἀσταθές, ἀνάλογα μέ τίς προϋποθέσεις πού ἐπικρατοῦσαν. Ἄν δηλαδή θά ἐλαμβάνετο ὡς ἀρχή τό ἡλιοστάσιο καί ποῖο ἀπό τά δύο, τό θερινό ἤ τό χειμερινό, ἄν ἡ ἰσημερία καί ποία ἀπό τίς δύο, ἡ ἐαρινή ἤ ἡ φθινοπωρινή, ἄν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους καί ποιά ἀπό τίς τέσσαρες, ἄν καμμία θρησκευτική ἑορτή ἤ κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Ὅλοι αὐτοί οἱ σταθμοί χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀφετηρία τοῦ ἔτους στά ἐπί μέρους τοπικά ἡμερολόγια. Πολλές φορές ἔχομε στό ἴδιο ἡμερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά καί νεωτέρα, θρησκευτική καί πολιτική κλπ.

Ἔτσι στήν Ρώμη κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ Πομπηλίου ἀρχή τοῦ ἔτους ἦταν ἡ 1η Μαρτίου, τοῦ πρώτου μηνός τῆς ἀνοίξεως. Ἀπό αὐτό τό ἡμερολόγιο διατηροῦνται ἀκόμη τά ὀνόματα τοῦ ἑβδόμου, ὀγδόου, ἐνάτου καί δεκάτου μηνός (Σεπτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος καί Δεκέμβριος), καίτοι κατά τό νεώτερο ἡμερολόγιο ἡ ἀρίθμησίς των εἶναι διαφορετική. Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ μετερρύθμισε τό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ τό ἔτος 45 π.Χ (Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον) καί πρώτη τοῦ ἔτους καθωρίσθη ἡ 1η Ἰανουαρίου. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἑωρτάζετο ἀπό τούς ἐθνικούς μέ μεγάλη ἐπισημότητα, θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχηρά παιγνίδια, μέθες καί ὄργια. Μερικά ἀπό τά ἔθιμα αὐτά ἐπεβίωσαν στίς χριστιανικές κοινωνίες, παρά τήν ἀντίδρασι τῶν Πατέρων καί τίς ἀπαγορεύεις τῶν Συνόδων. Ἡ 1η Ἰανουαρίου πάντως παρέμεινε ὡς πρώτη τοῦ ἔτους στήν Δύσι καί μετά τήν πλήρη ἐπικράτησι τοῦ χριστιανισμοῦ, ἄν καί σέ ὡρισμένα μέρη της ὡς πρώτη τοῦ ἔτους ἐθεωρεῖτο ἡ 1η Μαρτίου, ἡ παλαιά πρωτοχρονιά, τά Χριστούγεννα, ὁ Εὐαγγελισμός ἤ τό Πάσχα.

Στήν Ἀνατολή ὑπῆρχαν περισσότερα ἡμερολόγια καί περισσότερες πρωτοχρονιές. Οἱ Ἑβραῖοι ὡς πρῶτο μῆνα θεωροῦσαν τόν σεληνιακό μῆνα Νισάν, τόν πρῶτο τῆς ἀνοίξεως, κατά τήν πανσέληνο τοῦ ὁποίου (14 Νισάν) ἑώρταζαν τό Πάσχα. Ἀργότερα ὡς πρῶτο μῆνα ὥρισαν τόν Τισρί, τόν πρῶτο σεληνιακό μῆνα τοῦ φθνοπώρου. Ἐπί μακρό πάντως χρονικό διάστημα συνυπῆρχαν οἱ δύο πρωτοχρονιές, ἡ 1η τοῦ Νισάν καί ἡ 1η τοῦ Τισρί.

Τά περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ἡμερολόγια τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἐφέσου, τῆς Κρήτης, τῆς Κύπρου, τῆς Βιθυνίας καί τῆς Ἡλιουπόλεως τῆς Συρίας εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν ἡμέρα τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας, τήν 24η Σεπτεμβρίου, ἤ τήν πλησιεστέρα πρός αὐτήν ἀρχή νέου μηνός, δηλαδή τήν 1η Ὀκτωβρίου, ὅπως τά ἡμερολόγια τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Σελευκείας τῆς Συρίας. Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ἐν τῷ μεταξύ ἔγινε ἡ ἐθνική ἑορτή τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, γιατί ἦταν ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου. Στήν 23η λοιπόν τοῦ Σεπτεμβρίου μετετέθη ἀπό τήν 24η ἡ πρώτη τοῦ ἔτους. Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ὡρίσθη τό 312 μ. Χ. ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου ἤ τῆς Ἰνδικτιῶνος, δηλαδή τῆς περιόδου τοῦ περί φόρου ρωμαϊκοῦ διατάγματος, πού ἴσχυε γιά 155 ἔτη. Ἴνδικτος βραδύτερον κατήντησε νά σημαίνῃ καί τήν περίοδο ἑνός ἔτους, ἀρχή δέ τῆς Ἰνδίκτου τήν πρωτοχρονιά. Αὐτήν τήν πρωτοχρονιά τῆς 23ης Σεπτεμβρίου ἐδέχθη κατά πρῶτον καί ἐξεχριστιάνισε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Σ᾿ αὐτήν ἐτέθη τό πρῶτο γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας, ἡ σύλληψις τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἀπό αὐτήν ἤ τήν μετά ἀπό αὐτήν Δευτέρα ἤρχιζε ἡ κατά συνέχειαν ἀνάγνωσις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τό Κατά Λουκᾶ Εὐαγγέλιο, πού ἐκτός ἀπό τήν σύλληψι τοῦ Βαπτιστοῦ μᾶς ἀφηγεῖται καί ἄλλα γεγονότα τῆς ἀρχῆς τῆς ἱστορίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού δέν μᾶς διέσωσαν οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, ὅπως τόν εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τήν ἐπίσκεψι στήν Ἐλισάβετ καί τήν γέννησι τοῦ Προδρόμου. Τό ἔτος 462 μ.Χ. μετετέθη ἡ πρώτη τοῦ ἔτους στήν 1η Σεπτεμβρίου γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτῃ πρώτη τοῦ ἔτους καί πρώτη τοῦ μηνός. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἦταν εἰς τό ἑξῆς ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ἡ πρωτοχρονιά, καθ᾿ ὅλη τήν βυζαντινή περίοδο. Καί αὐτή καθηγιάσθη ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Ἡ ἀκολουθία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, πού περιέχεται σήμερα στά λειτουργικά μας βιβλία, ἀναφέρεται κατά μέγα μέρος στήν πρώτη τοῦ ἔτους. Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας ἐλήφθη πάλι ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, πού περιγράφει τήν πρώτη δημοσία ἐμφάνισι τοῦ Κυρίου στήν συναγωγή τῆς Ναζαρέτ καί τό πρῶτό Του κήρυγμα γιά τόν «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4, 16 ἐξ.). Τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ι´ αἰῶνος προβλέπει λιτανεία «εἰς τόν φόρον» καί τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης τοῦ ΙΕ´ αἰῶνος λιτανεία ἀνά τήν πόλιν καί ἁγιασμό ὑδάτων. Τό τελευταῖο αὐτό μᾶς διασώζει καί τίς αἰτήσεις τῆς ἐκτενοῦς, πού ἐλέγοντο ἀπό τόν ἀρχιερέα εἰς τό τέλος τῆς λιτανείας: «Ὑπέρ τῆς οἰκουμενικῆς καταστάσεως καί εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως…». «Ὑπέρ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν ψυχῶν ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ συντριβῆναι τόν Σατανᾶν ὑπό τούς πόδας ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ ἄσειστον καί ἄφλεκτον καί ἀναίμακτον διαφυλαχθῆναι τήν πόλιν ταύτην καί πᾶσαν πόλιν καί χώραν…».

Ὅταν κατά τούς νεωτέρους χρόνους ἡ ρωμαϊκή πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἦλθε καί στήν Ἀνατολή, ἡ Ἐκκλησία γιά διαφόρους λόγους δέν εἶχε πιά τήν δύναμι νά τήν ἀφομοίωσῃ καί νά τήν ἐκχριστιανίσῃ. Ἔμεινε προσκεκολλημένη στήν μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στήν ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, τήν 1η Σεπτεμβρίου, σέ μία ἡμέρα πού δέν ἦταν πιά πρωτοχρονιά. Κατά τήν 1η Ἰανουαρίου ἀκούονται σήμερα στούς ναούς μας λόγοι γιά τήν πρώτη τοῦ ἔτους κατά τό κήρυγμα – καί αὐτό εἶναι μέρος τῆς θείας λατρείας – καί στό τέλος τῆς λειτουργίας γίνεται μία δοξολογία ἀνάμικτη μέ δέησι γιά τήν εὐλογία τοῦ νέου χρόνου, πού ἔχει εἰσαχθῆ κάπως ἐμβαλωματικά στό κατά τά ἄλλα ἄσχετο πρός τήν πρώτη τοῦ ἔτους λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας. Ἕνα ἀπαραμίλλου ὅμως κάλλους ὑμνογραφικό ὑλικό μένει ἀνεκμετάλλευτο, καταχωσμένο κάτω ἀπό τά ἐρείπια τῆς παλαιᾶς πρωτοχρονιᾶς, τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Ἀπό αὐτό θά ἀνασύρωμε μερικά ἐκλεκτά τροπάρια: Τό ἰδιόμελο τοῦ πλ. β´ ἤχου, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Βυζαντίου, πού ψάλλεται στό «Καί νῦν» τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ· «Ὁ Πνεύματι ἁγίῳ συνημμένος…». Τό πρῶτο κάθισμα τοῦ πλ. δ´ ἤχου, προσόμοιον τοῦ «Τήν Σοφίαν καί Λόγον»· «Ὁ καιρούς καρποφόρους…».Τό πρῶτο ἐξαποστειλάριο «Θεέ θεῶν καί Κύριε…». Καί τέλος τό δεύτερο στιχηρό τῶν αἴνων, ἰδιόμελο τοῦ δ´ ἤχου, ποίῃμα Ἰωάννου μοναχοῦ· «Ἡ βασιλεία σου, Χριστέ ὁ Θεός…». Καί τά τέσσαρα αὐτά τροπάρια, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἶναι γεμᾶτα ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό, τόν δημιουργό καί προνοητή τοῦ παντός· στά χέρια Του ἀφήνουν τούς πόθους καί τούς φόβους τοῦ λαοῦ Του· ζητοῦν νά χαρίσῃ ὁ Θεός στόν κόσμο Του τήν εἰρήνη, νά κατευθύνῃ τά ἔργα τῶν χειρῶν τῶν δούλων Του, νά δώσῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εὐκαιρίες δοξολογίας τοῦ ὀνόματός Του καί νά εὐλογήσῃ «τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός» Του. Τί ἄλλα καλλίτερα καί πληρέστερα αἰτήματα θά μποροῦσε νά ἀπευθύνῃ ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό κατά τήν ἀνατολή τοῦ νέου ἔτους;

«Ὁ Πνεύματι ἁγίῳ συνημμένος,
ἄναρχε Λόγε καί Υἱέ,
ὁ πάντων ὁρατῶν καί ἀοράτων
συμπαντουργός καί συνδημιουργός,
τόν στέφανον τοῦ ἑνιαυτοῦ εὐλόγησον,
φυλάττων ἐν εἰρήνῃ
τῶν ὀρθοδόξων τά πλήθη,
πρεσβείας τῆς Θεοτόκου
καί πάντων τῶν ἁγίων σου».
«Ὁ καιρούς καρποφόρους καί ὑετούς
οὐρανόθεν παρέχων τοῖς ἐπί γῆς
καί νῦν προσδεχόμενος
τάς αἰτήσεις τῶν δούλων σου,
ἀπό πάσης λύτρωσαι
ἀνάγκης τήν πόλιν σου·
οἱ οἰκτιρμοί καί γάρ σου
εἰς πάντα τά ἔργα σου.
Ὅθεν τάς εἰσόδους
εὐλογῶν καί ἐξόδους,
τά ἔργα κατεύθυνον
ἐφ᾿ ἡμᾶς τῶν χειρῶν ἡμῶν
καί πταισμάτων τήν ἄφεσιν
δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός·
σύ γάρ ἐξ οὐκ ὄντων τά σύμπαντα,
εἰς τό εἶναι παρήγαγες»
«Θεέ θεῶν καί Κύριε,
τρισυπόστατε φύσις,
ἀπρόσιτε, ἀΐδιε,
ἄκτιστε καί τῶν ὅλων
δημιουργέ, παντοκράτορ,
σοί προσπίπτομεν πάντες
καί σέ καθικετεύομεν·
Τό παρόν ἔτος τοῦτο,
ὡς ἀγαθός,
εὐλογήσας φύλαττε ἐν εἰρήνῃ
τούς βασιλεῖς καί ἅπαντα
τόν λαόν σου, οἰκτίρμον».
«Ἡ βασιλεία σου, Χριστέ ὁ Θεός,
βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων
καί ἡ δεσποτεία σου
ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ·
πάντα γάρ ἐν σοφίᾳ ἐποίησας,
καιρούς ἡμῖν καί χρόνους προθέμενος·
διό εὐχαριστοῦντες κατά πάντα
καί διά πάντα βοῶμεν·
Εὐλόγησον τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ
τῆς χρηστότητός σου
καί καταξίωσον ἡμᾶς
ἀκατακρίτως βοᾶν σοι·
Κύριε, δόξα σοι».

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου – «Το μαρτύριο για τον πιστό είναι πανηγύρι».

Πρέπει να πέσουν μερικοί, για να σωθή η κατάσταση
- Δύσκολα χρόνια!… θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πη τράνταγμα; Αν δέν έχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δέν θα αντέξετε. Θεός φυλάξοι, θα φθάσουμε να έχουμε ακόμη και άρνηση πίστεως. Κοιτάξτε να αδελφωθητε, να ζήσετε πνευματικά, να γαντζωθήτε στον Χριστό. Άν γαντζωθήτε στον Χριστό, δέν θα φοβάστε ούτε διαβόλους ούτε μαρτύρια. Οι άνθρωποι στον κόσμο έχουν άπό πολλές πλευρές στριμώγματα, φόβους. Αλλά, όταν κανείς είναι κοντά στον Χριστό, τί να φοβηθή; Θυμάστε τον Αγιο Κήρυκο; Τριών χρονών ήταν καί, Όταν πήγε να τον… κατηχήση ο τύραννος, του έδωσε μια κλωτσιά. Διαβάστε Συναξάρια. τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία.
Αυτή η ζωή δέν είναι για βόλεμα. θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τουλάχιστον να πεθάνουμε σωστά! μια που δέν κάνουμε τίποτε άλλο, άν μας αξιώση ο Θεός για ένα μαρτύριο, καλά δέν θα είναι; μια μέρα ήρθε στο Καλύβι ένας βουρδουνάρης με κλάματα και μου είπε: «Μη μείνης μόνος σου απόψε. Σκέφτονται να σε σκοτώσουν». «Ποιοι;», του λέω. «Είναι πέντε-εξι», μου λέει. Συνόδευε πέντε-εξι άθεους. Ποιος ξέρει τί προγράμματα είχαν για το Αγιον Όρος. Τον πέρασαν για χαζούλη και μιλούσαν μπροστά του. Μόλις τ’ άκουσε εκείνος, ήρθε και μου το είπε. Το βράδυ, όταν ξάπλωσα, άκουσα κουδουνάκι άπό σκυλί. Κοιτάω άπό το παράθυρο και βλέπω τρία παλληκάρια. «Άνοιξε, ρε Παππού», φωνάζουν. «Έ, παλληκάρια, τί θέλετε τέτοια ώρα και γυρίζετε; Δέν έχετε μυαλό; θα σας πάρουν για ύποπτους, τους λέω. Τους άλλους τους έβαλαν φυλακή. Όρεξη για κουβέντες δέν έχω». «Να ‘ρθούμε αύριο; τί ώρα;». «Εσείς ελάτε αύριο ό,τι ώρα θέλετε κι εγώ, άν μπορώ, θα σας δώ». Τους έδιω¬ξα. Βλέπω ότι το φώς του φακού δέν συνέχισε. Είχαν σταματήσει πιο πάνω. Σηκώθηκα, ντύθηκα, έβαλα το σχήμα μου και τους περίμενα• είχα μια ειρήνη μέσα μου! την άλλη μέρα ήρθαν τρεις τριάδες, αλλά δέν ήταν κα¬νείς άπό εκείνους. Φυσικά σε μένα ξέρουν ότι χρήματα δέν θα βρουν να πάρουν, γιατί δέν έχω. Μόνο για πνευ¬ματικά θέματα τα βάζουν μαζί μου.
Μιά άλλη φορά ήρθε ένας στο Καλύβι που ήταν σω¬ματώδης σάν γορίλλας και κάθησε σε μια άκρη. Εκείνη την ώρα έλεγα σε μια παρέα: «Βρέ, μόνο για παρελάσεις είστε, όχι για μάχες. Θυσιάσθηκε ο Χριστός. Έχουμε Ορθοδοξία. Μαρτύρησαν Άγιοι που μας βοηθούν ακόμη. Άν δέν είχαν πέσει αυτοί, ποιος ξέρει τί θα ήμασταν». Όλα αυτά τον είχαν εξοργίσει. Ερχόταν, έφευγε ο κόσμος, αυτός καθόταν εκεί• είχε τον σκοπό του. Ήταν ένα κρύο πράγ¬μα. Τελικά έφυγαν και οι τελευταίοι. «Νύχτωσε, του λέω, άντε, που θα πάς;». «Δέν με απασχολεί το θέμα», μου λέει «Με απασχολεί εμένα, του λέω, άντε να πάς». Ορμάει τότε επάνω μου και με αρπάζει άπό τον λαιμό.«Ε, βρέ σύ, με τους θεούς σου», μου λέει. Όταν άκουσα να μου λέη «τους θεούς σου», ένιωσα σάν να έβρισε τον Θεό. Τί, ειδωλολά¬τρης είμαι εγώ; «Ποιους θεούς, βρέ αθεόφοβε; του λέω. Εγώ έναν Τριαδικό Θεό λατρεύω. Άντε φύγε άπό ‘δώ!» του έδωσα μια σπρωξιά, σωριάστηκε κάτω και μαζεύτη¬κε κουβάρι. Πώς βγήκε έξω άπό την πόρτα και εγώ δέν κατάλαβα. «Άν με κρεμάσουν ανάποδα, σκέφθηκα, για να με βασανίσουν, θα πάη η κήλη στην θέση της»! Αυτός είχε καθήσει στο τέλος, γιατί, φαίνεται, ήθελε να με ξεκάνη, αφού μ’ άρπαξε άπό τον λαιμό να με πνίξη.
Όποιος άποφασίση τον θάνατο δέν φοβάται τίποτε
Σήμερα, για να μπορέση ο άνθρωπος να αντιμετωπίση τις δυσκολίες που συναντά, πρέπει να έχη μέσα του τον Χριστό, άπό τον οποίο θα παίρνη θεία παρηγοριά, για να έχη κάποια αυταπάρνηση. Αλλιώς σε μια δύσκο¬λη στιγμή, τί θα γίνη; Διάβασα κάπου ότι ο Αβδούλ-Πασάς είχε πάρει πεντακόσιους νέους άπό το Άγιον Όρος. Άλλοι άπό αυτούς ήταν δόκιμοι και άλλοι είχαν πάει εκεί, για να κρυφτούν. Τότε φαίνεται με την Επανάσταση κατέφευγαν στο Άγιον Όρος, για να γλυτώσουν, επειδή οι Τούρκοι μάζευαν νέα παιδιά, να τα κάνουν Γε¬νίτσαρους. ο Αβδούλ-Πασάς τους νέους που έπαιρνε, αν δέν αρνιόνταν τον Χριστό, τους κρεμούσε στον Πύρ¬γο, στην Ουρανούπολη. Από τόσους που πήρε άπό το Αγιον Όρος μόνον πέντε μαρτύρησαν, ενώ οι άλλοι αρνήθηκαν τον Χριστό και έγιναν Γενίτσαροι. Χρειάζεται παλληκαριά• δεν είναι παίξε-γέλασε. Αν έχη κανείς κακομοιριά, φιλαυτία, δεν έχει θεϊκή δύναμη μέσα του, και τότε πώς να αντιμετωπίση μια τέτοια δυσκολία;
Μου έκανε εντύπωση αυτό που μου είπε ένας επίσκοπος άπό το Πατριαρχείο. του είχα πει: «Μά τί κατάστα¬ση είναι αυτή; Άπό την μια ο Οικουμενισμός, άπό την άλλη ο Σιωνισμός, ο σατανισμός!… Σε λίγο θα προσκυνούμε τον διάβολο με τα δυο κέρατα αντί για τον δικέφαλο αετό». «Σήμερα, μου λέει, δύσκολα βρίσκεις επισκόπους σάν τον επίσκοπο Καισαρείας Παϊσιο τον Β’». ο Παΐσιος ο Β’ τί έκανε; Πήγαινε στον Σουλτάνο για τα αιτήματα του με ένα σχοινί δεμένο στην μέση, αποφασι¬σμένος δηλαδή να τον κρεμάσουν οι Τούρκοι. Σάν να έλεγε στον Σουλτάνο: «Μήν ψάχνης σχοινί και χασομεράς• άμα θέλης να με κρεμάσης, έτοιμο το έχω το σχοινί». για τα δύσκολα θέματα αυτόν έστελναν στον Σουλτάνο. Πολλές φορές γλύτωσε το Πατριαρχείο σε δύσκολες περιστάσεις. Στα γεράματα του τον έβαζαν επάνω σε ένα άλογο, μέσα σε ένα κοφίνι, έβαζαν και ένα άλλο κοφίνι με βάρος άπό την άλλη μεριά και τον πήγαιναν στην Πόλη. μια φορά οι Τούρκοι είχαν βγάλει ένα φιρμάνι, να επιστρατεύωνται οι Έλληνες στον τουρκικό στρατό. οι Χριστιανοί δυ¬σκολεύονταν να υπηρετούν μαζί με τους Τούρκους, γιατί δέν μπορούσαν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθή¬κοντα. οι Ρώσοι έν τω μεταξύ είχαν πει τότε στους Τούρκους, να μήν εμποδίζουν τους Έλληνες να τηρούν τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Κάλεσε ο Πατριάρχης τον Παϊσιο και τον έστειλε στον Σουλτάνο. Παρουσιάσθηκε τότε εκείνος στον Σουλτάνο πάλι με ένα σχοινί δεμένο στην μέση. Του λέει ο Σουλτάνος: «Οι Έλληνες πρέπει να επιστρατεύωνται, για να υπηρετούν την πατρίδα». Τότε ο Παΐσιος του λέει: «Ναί, κι εγώ συμφωνώ να επιστρατεύωνται οι Έλλη¬νες, γιατί αυτά τα μέρη είναι από παλιά των γκιαούρηδων. Επειδή όμως έχουμε διαφορετική θρησκεία, πρέπει να έχουν ξεχωριστό στρατόπεδο, να είναι χωριστός στρατός και να έχουν δικούς τους αξιωματικούς κ.λπ., για να εκτελούν και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δέν μπορούν να κάνουν μαζί μ’ εσάς προσευχή• εσείς να έχετε ραμαζάνι και ‘μεϊς τα Φώτα»! Σκέφθηκε ο Σουλτάνος: «Να οπλισθούν οι Χριστιανοί; Είναι επικίνδυνο». «Όχι, όχι, καλύτερα να μήν επιστρατεύωνται», του απαντάει. μια άλλη φορά οι Αρμένιοι ζήτησαν άπό τον Σουλτάνο να τους δώση το Μπαλουκλή και κατάφεραν να πάρουν την έγκρι¬ση του. Μετά πήγε ο Παϊσιος στον Σουλτάνο να συζητήση αυτό το θέμα. «Το Μπαλουκλή, του λέει ο Σουλτάνος, είναι περιουσία των παππούδων των Αρμενίων και πρέ¬πει να το πάρουν οι Αρμένιοι». «Ναί, του λέει ο Παΐσιος, πρέπει να το πάρουν, γιατί, όταν γνωρίζουμε ότι ένας τό¬πος είναι περιουσία των παππούδων μας, πρέπει να τον παίρνουμε. Δώστε μου ένα έγγραφο να υπογράψω και εγώ για το Μπαλουκλή, γιατί ήρθα ως αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου». Υπέγραψε και αυτός. Ύστερα βγάζει ένα φλουρί κωνσταντινάτο και λέει: «Να πάρουν λοιπόν οι Αρμένιοι το Μπαλουκλή, αλλά και εμείς πρέπει να πά¬ρουμε την Αγιά-Σοφιά, γιατί είναι δική μας• είναι των παππούδων μας και πρέπει να μας την δώσετε», και δεί¬χνει το κωνσταντινάτο φλουρί! Είχε πάρει μαζί του και έναν από τους αξιωματούχους Ρώσους που είχαν έρθει τότε στην Πόλη με ένα καράβι, για να έχη και μάρτυρα. Οπότε ο Σουλτάνος βρέθηκε σε δύσκολη θέση και ανα¬κάλεσε την απόφαση για το Μπαλουκλή. «Όχι, όχι, είναι δικό σας το Μπαλουκλή», του είπε ο Σουλτάνος. Γιατί ή έπρεπε να ανακαλέση την απόφαση για το Μπαλουκλή, ή να δώση στους Έλληνες την Άγια-Σοφιά. Βλέπετε πώς τους έφερνε σβούρα; Κι αυτό, γιατί είχε αποφασίσει τον θάνατο. Άν δέν αποφασίση κανείς τον θάνατο, τίποτε δέν γίνεται. Όλα από ‘κεϊ ξεκινούν.
Η άρνηση πίστεως με μαρτύριο εξιλεωνόταν
Σήμερα οι πιο πολλοί θέλουν να βγάζουν οι άλλοι το φίδι άπό την τρύπα. Εντάξει, δέν το βγάζουν αυτοί, αλλά τουλάχιστον ας πουν «προσέξτε• μήπως είναι κανένα φίδι εκεί πέρα;», ώστε να προβληματισθή ο άλλος. Όμως ούτε αυτό το κάνουν. Άν ήμασταν εμείς στα χρόνια των Μαρτύρων, με τον ορθολογισμό που έχουμε, θα λέγαμε: «Τον Θεό Τον αρνούμαι άπ’ έξω – όχι άπό μέσα μου -, γιατί έτσι θα μου δώσουν την τάδε θέση και θα βοηθάω και κανέναν φτωχό». Τότε λιβάνι να έρριχναν στην φω¬τιά των ειδώλων, η Εκκλησία δέν τους κοινωνούσε- ήταν μετά «προσκλαίοντες». Αυτοί που αρνιόνταν τον Χριστό, έπρεπε με μαρτύριο να εξιλεωθούν. Ή, στην εποχή της Εικονομαχίας, τους έλεγαν να κάψουν ή να πετάξουν τις εικόνες, και αυτοί προτιμούσαν να μαρτυρήσουν παρά να τις πετάξουν. Εμείς, αν μας έλεγαν να πετάξουμε μια εικόνα, θα λέγαμε: «Ας την πετάξω αυτή• είναι της Ανα¬γεννήσεως. θα κάνω αργότερα μια βυζαντινή».
- Γέροντα, τους Κρυπτοχριστιανούς πώς τους δέ¬χεται η Εκκλησία; Δεν αρνήθηκαν τον Χριστό;
- Όπου υπάρχουν πραγματικοί Κρυπτοχριστιανοί, αυτοί δεν εξωμότησαν. Άπό τα είκοσι επτά χωριά λ.χ. που άνηκαν στην επαρχία των Φαράσων της Καππαδοκίας, όταν τα έκαψαν οι Τούρκοι, μερικοί έφυγαν και πήγαν σε μακρινά μέρη. Εκεί δεν ήξεραν οι άλλοι ότι είναι Χριστιανοί• νόμιζαν ότι είναι Μουσουλμάνοι. ούτε παρουσιάσθηκε καμμιά περίπτωση να ρωτήσουν κάποιον άπό αυτούς «είσαι Χριστιανός;», για να πή «ναί, είμαι Χριστιανός» ή «όχι, είμαι Μουσουλμάνος». Αυτοί είναι οι Κρυπτοχριστιανοί. Από την στιγμή όμως που θα πιάσουν έναν και του πουν «μάθαμε ότι είσαι Χριστιανός», αυτός θα πή «ναί, είμαι Χριστιανός», δεν θα πή ότι είναι Μουσουλμάνος. Και στους πρώτους χριστιανικούς χρό¬νους υπήρχαν Χριστιανοί που βαπτίζονταν κρυφά και οι άλλοι είχαν την εντύπωση ότι δέν ήταν Χριστιανοί. Όταν όμως χρειαζόταν, ομολογούσαν. ο Άγιος Σεβαστιανός λ.χ. ήταν στρατηγός, είχε βαπτισθή Χριστιανός και νόμιζαν ότι είναι ειδωλολάτρης, ενώ ήταν Χριστια¬νός. Κρυφά βοηθούσε πολύ θετικά τους Χριστιανούς. Όταν όμως κατάλαβαν ότι είναι Χριστιανός, ομολόγη¬σε και μαρτύρησε.
Σε ένα τουρκικό χωριό ήταν πολλοί Κρυπτοχριστιανοί, και ο πρόεδρος ήταν παπάς. Παπα-Γιώργη τον έλεγαν, Χασάν τον φώναζαν. Κάποτε πήγαν και τον ειδοποίησαν ότι στο τάδε μέρος, σε μια κατακόμβη, είναι κρυμμένοι Χριστιανοί. «Θα πάω να δώ, τους είπε- μήν ανησυχήτε». Παίρνει τους ανθρώπους του, πηγαίνει και βρίσκει εκεί τους Χριστιανούς όλους μαζεμένους. Προχωράει στην Ωραία Πύλη, ξεκρεμάει το πετραχήλι, το φοράει και τους έκανε και Εσπερινό! Τους είπε μετά «να λάβετε μέτρα» και στους άλλους είπε: «Δέν ήταν τίποτε• διαδόσεις είναι». Αυτοί δέν είναι εξωμότες. Άπό την στιγμή όμως που υποψιασθούν κάποιον και του πουν «έ, εσένα σε είδαμε ότι έκανες σταυρό, είσαι Χριστιανός» και πή «όχι, είμαι Μουσουλμάνος», τότε αρνείται.
Μαρτύριο και ταπείνωση
Αυτός που θα αξιωθή να μαρτυρήση, πρέπει να έχη πολλή ταπείνωση και να αγαπάη πολύ τον Χριστό. Άν προχωρήση εγωιστικά στο μαρτύριο, θα τον εγκαταλείψη η Χάρις. Θυμάσθε, ο Σαπρίκιος που έφθασε μέχρι το μαρτύριο και όμως αρνήθηκε τον Χριστό; «Γιατί με φέρατε εδώ;», είπε στους δημίους. «Καλά, δέν είσαι Χριστιανός;», του λένε. «Όχι», απαντά. και ήταν ιερέας! μου λέει ο λογισμός ότι πήγαινε να μαρτυρήση εγωιστικά και όχι ταπεινά• δέν πήγαινε στο μαρτύριο για την πίστη του, για την αγάπη του Χριστού, γι’ αυτό τον εγκατέλειψε η Χάρις. Γιατί, όταν κινήται κανείς εγωιστικά, δέν δέχεται την Χάρη του Θεού και επόμενο είναι, με μια δυσκολία να αρνηθή τον Χριστό.
- Γέροντα, πολλές φορές λέμε ότι σε δύσκολες ώρες ο Θεός θα δώση δύναμη.
- ο Θεός θα δώση δύναμη σε έναν ταπεινό άνθρωπο που έχει καθαρή καρδιά, που έχει καλή διάθεση. Άν δη ο Θεός πραγματικά καλή διάθεση, ταπείνωση, θα δώση πολλή δύναμη. Δηλαδή θα εξαρτηθή από την διάθεση του ανθρώπου, για να του δώση δύναμη ο Θεός.
- Γέροντα, είπατε να έχη ταπείνωση και καλή διάθεση ο άνθρωπος. Μπορεί να έχη υπερηφάνεια και καλή διάθεση;
- Όταν λέμε ταπείνωση, εννοούμε τουλάχιστον στο θέμα αυτό του μαρτυρίου, να έχη ταπείνωση. Μπορεί να έχη υπερηφάνεια, αλλά τότε να ταπεινωθή και να πή: «Θεέ μου, είμαι υπερήφανος• τώρα όμως δώσ’ μου λίγη δύναμη να μαρτυρήσω για την αγάπη Σου και να εξοφλήσω τις αμαρτίες μου». Οπότε, αν έχη ταπεινή διάθεση και πηγαίνη στο μαρτύριο με μετάνοια, τότε δίνει πολλή Χάρη ο Θεός. να μήν πάη δηλαδή με υπερήφανη διάθεση, με τον λογισμό ότι θα γίνη μάρτυρας και θα του γράψουν μετά το συναξάρι και ακολουθία, θα του κάνουν εικόνα με φωτοστέφανο. μου είπε κάποιος: «Κάνε προσευχή, Πάτερ, να φθάσω μέχρι πέμπτου ουρανού». «Καλά, του λέω, ο Απόστολος Παύλος έφθασε στον τρίτο ουρανό, εσύ ζητάς να φθάσης στον πέμπτο;». «Γιατί, μου λέει, δέν γράφει να ζητάμε τα «κρείττονα»;». Ακούς εκεί κουβέντα! Πάντως, αν πάη κανείς στο μαρτύριο, για να έχη δόξα στον Παράδεισο, καλύτερα να μή σκεφθή να μαρτυρήση. Ένας γνήσιος, ένας σωστός Χριστιανός, αν ήξερε ότι και στον Παράδεισο που θα πάη θα έχη πάλι βάσανα, θα εχη μαρτύρια, πάλι θα λαχταρούσε να πάη εκεί. Δέν πρέπει να σκεφτώμαστε ότι, αν υποφέρουμε κάτι εδώ στην γη, θα είμαστε καλύτερα εκεί στον Ουρανό. να μήν πάμε έτσι μπακαλίστικα. Εμείς θέλουμε τον Χριστό. Ας υπάρχη μαρτύριο, ας μαρτυρούμε κάθε μέρα, ας μας δέρνουν κάθε μέρα, και δυο και τρεις φορές την ημέρα• δέν μας απασχολεί. το μόνο που μας απα¬σχολεί είναι να είμαστε με τον Χριστό.
- Μπορεί, Γέροντα, ένας να ζή ράθυμα καί, όταν χρειασθή, να ομολογήση θαρρετά;
- για να το κάνη κανείς αυτό, η καρδιά του πρέπει να εχη μέσα καλωσύνη, θυσία. Γι’ αυτό είπα να καλλιεργηθή η αρχοντιά, το πνεύμα της θυσίας. ο ένας να θυσιάζεται για τον άλλο. Βλέπεις τον Άγιο Βονιφάτιο και την -Αγία Αγλαϊδα; Είχαν την ελεεινή εκείνη ζωή στην Ρώμη, αλλά μόλις κάθονταν να φάνε, ο νους τους πήγαινε στους φτωχούς. Έτρεχαν να δώσουν πρώτα φαγητό στους φτωχούς και ύστερα έτρωγαν αυτοί. Παρόλο που ήταν κυριευμέ¬νοι άπό πάθη, είχαν καλωσύνη και πονούσαν τους φτωχούς. Είχαν θυσία, γι’ αυτό ο Θεός τους βοήθησε. και η Αγλαϊδα, αν και ζούσε αμαρτωλή ζωή, αγαπούσε τους αγίους Μάρτυρες και ενδιαφερόταν για τα άγια Λείψανα. Είπε στον Βονιφάτιο να πάη με άλλους υπηρέτες της στην Μικρά Ασία, για να πληρώση και να μαζέψη τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων και να τα μεταφέρη στην Ρώμη. Κι εκείνος της είπε χαμογελώντας: «Αν σου φέρουν και το δικό μου λείψανο, θα το δεχθής;». «Μήν αστειεύεσαι μ’ αυτά», του λέει εκείνη. Τελικά, όταν έφθασε στην Ταρσό και πήγε στο αμφιθέατρο, για να αγοράση τα άγια Λείψανα, παρακολούθησε τα μαρτύρια των Χριστιανών και αμέσως συγκλονίσθηκε άπό την καρτερία τους. Έτρεξε, ασπάσθηκε τα δεσμά και τις πληγές τους και τους ζήτησε να προσευχηθούν, για να τον ενισχύση ο Χριστός να ομολογήση δημόσια ότι είναι Χριστιανός. Μαρτύρησε λοιπόν και αυτός στο αμφιθέατρο και οι σύντροφοι του αγόρασαν το Λείψανο του και το μετέφεραν στην Ρώμη, όπου Άγγελος Κυρίου είχε πληροφορήσει την Αγλαϊδα για το γεγονός. Έτσι έγινε εκείνο που χαριτολογώντας είχε προφητεύσει ο Βονιφάτιος, πριν φύγη άπό την Ρώμη. Ύστερα εκείνη, αφού μοίρασε την περιουσία της, έζησε με άσκηση και πτώχεια ακόμη δεκαπέντε χρόνια και άγιασε. Βλέπετε, δεν είχαν βοηθηθή, γι’ αυτό είχαν παρασυρθή στο κακό και είχαν παρεκτραπή. Είχαν όμως πνεύμα θυσίας και ο Θεός δεν τους άφησε.
Από το βιβλίο: «Λόγοι του Γέροντος Παϊσίου, τόμος Β», μέρος Β, Κεφάλαιον τέταρτον

Νέος χρόνος – νέα ζωή

Νέος χρόνος – νέα ζωή
Ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε το νέο χρόνο, τραγουδώντας το «πάει ο παλιός ο χρόνος…», ανυποψίαστοι βέβαια ότι εμείς φεύγουμε!
Σκέφτομαι ότι όλος αυτός ο εορτασμός για το νέο χρόνο κρύβει την επιθυμία για κάτι νέο στη ζωή μας. Κρύβεται η ανάγκη για κάτι διαφορετικό από το χθες. Ένα «χθες» που μας ταλαιπώρησε, μας στεναχώρησε, μας κούρασε. Δεν είναι ωραίο αυτό; Να θέλουμε ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας! Γιατί όχι; Γιατί να μένουμε στα όποια λάθη και παραπατήματα που μας θλίβουν και να μην τα προσπερνούμε, χρησιμοποιώντας μάλιστα την αρνητική εμπειρία ως υπόμνηση για τη μη επανάληψη;
Ουσιαστικά, η επιθυμία για ν’ αφήσουμε το πριν της ζωής μας και να ζήσουμε διαφορετικά το σήμερα είναι αυτό που η εκκλησία ορίζει ως μετάνοια. Αυτή η εσωτερική επιθυμία για αλλαγή, ώστε ο Θεός να είναι πιο δυναμικά στη ζωή μας, δίνει ήδη από την αρχή μια δύναμη και μια ελπίδα που προέρχεται «άνωθεν». Μόλις ο άνθρωπος αρχίσει να θέλει την αλλαγή, αμέσως η Χάρις του Θεού έρχεται. Κι όσο η επιθυμία αυξάνει τόσο η Χάρις συμπορεύεται. Γι’ αυτό κι έχει χαρά, μια χαρμολύπη, κάτι απροσδιόριστο αλλά ωραίο.
Ο χρόνος έρχεται και παρέρχεται. Πόσοι ήλθαν σ’ αυτό τον κόσμο και πόσοι θα έλθουν… Τώρα είμαστ’ εμείς! Δεν θα πρέπει να τον αξιοποιήσουμε, να τον απολαύσουμε, να τον χαρούμε; Η ζωή είναι δώρο από το Ζωοδότη, δεν είναι τυχαία. Γι’ αυτό και μυστήριο μεγάλο. Ποιος μπορεί να ερμηνεύσει τα όσα μας συμβαίνουν καθημερινά μικρά και μεγάλα; Ποιος μπορεί να εξηγήσει γιατί ο ένας πεθαίνει κι ο άλλος ζει; Ποιος μπορεί να πει γιατί οι πολλές δοκιμασίες γύρω μας και σε μας ίσως; Γι’ αυτό και πιο συνετό, όπως και ταπεινό, είναι να ζούμε το μυστήριο αντί να το εξηγούμε.
Έτσι τα χρόνια της ζωής μας θα πάρουν νόημα, καθώς θα προσπαθούμε να ζήσουμε τη ζωή, στηριζόμενοι σ’ αυτό που στο βάθος η ύπαρξή μας θέλει, παρά στα επιπόλαια και εφήμερα. Σημασία δεν έχει το παραπάτημα, αν βρίσκεσαι στο δρόμο που σε οδηγεί στο τέρμα που θέλεις. Το πρόβλημα είναι αν βρίσκεσαι σε λάθος δρόμο. Κι αν δεν παραπαίεις, όμως φτάνεις στο πουθενά. Σημασία δεν έχουν οι αμαρτίες μας, όποιες κι αν είναι. Το σημαντικό είναι να βρισκόμαστε στην Εκκλησία την Ορθόδοξη, που διασώζει το δόγμα και το ήθος, να μετανοούμε γι’ αυτό που είμαστε και δεν θα’ πρεπε, όπως και γι’ αυτό που δεν είμαστε και θα’ πρεπε.
Η κάθε μέρα, με την επιθυμία της μετάνοιας ως επιθυμία για αλλαγή και νέα ζωή, μπορεί να γίνει όντως νέα μέρα. Κι ο νέος χρόνος μπορεί να γίνει υπόμνηση για το νέο χρόνο που ανατέλλει στην αιωνιότητα ως χαρά και αγαλλίαση αιώνια, για όσους θέλουν ν’ αρχίσουν αυτή την εμπειρία να τη ζουν από το «νυν αιώνα» μέσα στο φως του Χριστού.
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Στέργιος Ν. Σάκκος, Άγια απόφασις

 



ΑΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣ
Στρατοκόποι ἀέναοι σ᾿ αὐτόν τον κόσμο ἀδιάκοπα βαδίζουμε -ἤ μᾶλλον τρέχουμε- γιά νά προλάβουμε «νά κάνουμε κάτι»· εἶναι τρομακτικά σύντομη ἡ πορεία μας. Τό νιώθουμε αὐτό ἰδιαίτερα στή γοργή ἀνακύκληση τῶν ἑορτῶν, στό γρήγορο πέρασμα ἀπό τήν προηγούμενη χρονολογία στήν ἑπόμενη.
Ποιό νά ᾿ναι τό νόημα τοῦ δρόμου μας, ποιά ἡ ἀφετηρία καί ποῦ ὁριοθετεῖται τό τέρμα του; «Ἀπ᾿ το μηδέν προήλθαμε καί στό μηδέν τραβᾶμε», ἀκούγεται ὁ καημός τοῦ ὑλιστῆ, πού δέν ἀντιλαμβάνεται παρά μόνο τήν ὁριζόντια πεπερασμένη διάσταση, ἀπό τό λίκνο ὥς τό μνῆμα. Παρόμοια σκέπτονται κι ὅλοι ὅσοι δέν ἔνιωσαν τήν εὐλογία τῆς πίστεως. Γιά τόν πιστό ὅμως ἡ ζωή ἔχει εὐγενική προέλευση και προορισμό: τήν ἀληθινή ζωή, τον Δημιουργό καί Πατέρα μας. Ἀπό τήν ἀγάπη του ξεκινᾶ, στό ἔλεός του ἐκτυλίσσεται καί στήν αἰώνια δόξα τῆς βασιλείας του καταλήγει.

Στήν προοπτική τῆς πίστεως παίρνει ἄλλη, αἰώνια, διάσταση ἡ τόσο μικρή, σκληρή καί πικρή ζωή μας. Γίνεται τό πολύτιμο σκαλοπάτι, πού μᾶς ἀνεβάζει στήν αἰωνιότητα. Μ᾿ αὐτή τή βεβαιότητα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐνθαρρύνει τόν μαθητή του Τιμόθεο καί τον κάθε πιστό· «Ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς!» (Α΄ Τι 6,12). Διότι, ἀπό τότε πού περπάτησε ὡς ἄνθρωπος στή γῆ ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, κατέστησε γιά τόν κάθε θνητό «βατήν»καί «εὐχερῆ» (=εὔκολη) τήν «τρίβον πόλου» (=τό δρόμο τοῦ οὐρανοῦ), παιανίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός στόν ἰαμβικό Κανόνα τῶν Χριστουγέννων.
Ἄν ὅμως ἀπό πλευρᾶς Θεοῦ ἔχει ἀνοίξει ὁ δρόμος, δέν ἐξέλιπαν οἱ δυσκολίες ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Καθημερινά -τό ζοῦμε- μᾶς τυραννοῦν οἱ ἀλλεπάλληλες πτώσεις, τά πάθη καί οἱ πειρασμοί πού δυσχεραίνουν τήν πορεία και μᾶς ρίχνουν στήν ἀποχαυνωτική ραθυμία. Βιώνοντας αὐτή τήν τραγικότητα ὁ ἅγ. Δαμασκηνός ἐκφράζει στό ἴδιο ποίημα τήν ἱκεσία του στόν Κύριο: «θᾶττον μολεῖν σέ τῆς ἐμῆς ῥαθυμίας», τρέξε, Κύριε ἔλα, πρίν μέ καταλάβει ἡ ραθυμία μου!
Στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι «ὁ Χριστός παρατεινόμενος στούς αἰῶ νες», συναντᾶ ὁ πιστός τόν Κύριο. Μέ τή δική του χάρη καταβάλλει τόν «ὄγκον» τῶν γήινων ἐπιδιώξεων καί καυχημάτων καί τήν «εὐπερίστατον ἁμαρτίαν» (Ἑβ 12, 1), ἀντιστέκεται σέ ὅ,τι κατώτερο ξεσηκώνει μέσα του «ὁ παλαιός ἄνθρωπος». Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι την πρώτη μέρα τοῦ χρόνου γιορτάζουμε τήν «Περιτομή τοῦ Κυρίου», τήν ὁποία Ἐκεῖνος ὑπέμεινε, γιά να καταστήσει προσιτή σέ μᾶς τήν περιτομή, τήν περικοπή, τῶν παθῶν.
Μέ τήν ἅγια ἀπόφαση τῆς περικοπῆς τῶν παθῶν ἄς ξεκινήσουμε, ἀδέλφια, τή νέα χρονιά! Γιά να ἔχει ἡ κάθε μέρα μας τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά λάμπει στή ζήση μας ἡ δόξα τοῦ οὐρανοῦ. Ἀμήν!
Ορθόδοξος Τύπος,30/12/2011

Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης (+)


«Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23)
ΟΜΟΙΑΖΟΜΕΝ, ἀγαπητοί μου, μὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πιάνει στὰ χέρια του ἕνα ὄμορφο βιβλίο, κ᾿ ἐπειδὴ δὲν ξέρει γράμματα, τὸ ξεφυλλίζει τὸ ξεφυλλίζει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει τί λέει μέσα.
Eἶδα κάποτε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε στὰ χέρια του ἕνα βιβλίο καὶ τὸ κοιτοῦσε.
―Μπαρμπα-Γιῶργο, τοῦ λέω, τί λέει τὸ βιβλίο;
―Ποῦ νὰ ξέρω, παιδάκι μου; μοῦ ἀπαντᾷ· κάτι βλέπω μέσα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνω τίποτα.
Ἀκριβῶς τὸ διο συμβαίνει καὶ μ᾿ ἐμᾶς. Ἡ Ἐκκλησία μας, οἱ ἀκολουθίες, ὁ ὄρθρος, ὁ ἑσπερινός, ἡ θεία λειτουργία, εἶνε ἕνα βιβλίο, τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἀλλὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε. Τί συμβαίνει; Ποιά νά ᾿νε ἡ αἰτία; Μήπως εἶνε ἡ γλῶσσα; Ἔ, κατά τι, συντελεῖ καὶ ἡ γλῶσσα. Δὲν εἶνε ὅμως ἡ γλῶσσα. Γνώρισα στὴ ζωή μου τσοπαναραίους καὶ γεωργοὺς καὶ ἀγραμμάτους ἀνθρώπους, ποὺ ξέρανε ἀπ᾿ ἔξω τὸν ἑξάψαλμο· γνώρισα καὶ δικηγόρους καὶ γιατροὺς καὶ μεγάλους ἐπιστήμονας καὶ καθηγητὰς πανεπιστημίου, ποὺ οὔτε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» δὲν γνωρίζανε.
Ἄρα λοιπὸν δὲν εἶνε τόσο ἡ δυσκολία τῆς γλώσσης· εἶνε ἡ ἔλλειψις ἀγάπης στὸ Θεό. Δὲν ἔχομε αἰσθανθῆ τὸ μεγαλεῖον αὐτὸ τῆς ποιήσεως, τὸ μεγαλεῖον τῶν ἀκολουθιῶν μας· καὶ οἱ σκέψεις μας καὶ τὰ αἰσθήματά μας εἶνε ξένα πρὸς τὰ μεγαλεῖα τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν.
Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε θὰ θελήσω κ᾿ ἐγώ, ἀπὸ τὰ χίλια χρυσᾶ λόγια τὰ ὁποῖα ἠκούσατε εἰς τὰ ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ, συντόμως νὰ δοῦμε ἕνα χρυσοῦν λόγον, ἀνεκτίμητον λόγον, ποὺ εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους σοφοὺς ―ὄχι ἁπλῶς σοφούς, ἀλλὰ θεοπνεύστους― συγγραφεῖς τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὁ περίφημος Σολομῶν.
Ὁ Σολομῶν λέγει μιὰ προφητεία, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Λέγει κάτι ποὺ γίνεται σήμερα. Τί λέει;
«Ὅλη ἡ γῆ θὰ ἐρημώσῃ» καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος στὸν κόσμο (βλ. Σ. Σολ. 5,23).
Καὶ ποιά ἡ αἰτία τῆς ἐρημώσεως;
Ἀπαντᾶ ὁ προφήτης· Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἐρημώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν εἶνε ἡ ἀνομία.
Μὰ ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ ἀνομία; Σ᾿ αὐτὸ συντόμως θὰ ἀπαντήσωμε.

* * *

Ἀνομία, ὅπως ὅλοι καταλαβαίνετε ―καὶ ὅλοι εἶσθε ἐγγράμματοι καὶ ὅλοι ἀκοῦτε ῥαδιόφωνο καὶ τηλεόρασι―, ἀνομία σημαίνει παράβασις τῶν νόμων. Ἀλλὰ ποία ἆραγε νὰ εἶνε ἡ παράβασις νόμων ποὺ ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Σολομῶν; Διότι νόμοι ὑπάρχουν πολλοί.
Ὑπάρχουν νόμοι ποὺ τοὺς φτειάνουνε οἱ ἄνθρωποι, τὰ διάφορα πολιτεύματα, ἡ βουλή, οἱ νομοθέται τοῦ κόσμου τούτου. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ φτειάξαμε αὐτὸ τὸ μικρὸ βασίλειο μέχρι σήμερα ξέρετε πόσους νόμους ἔχουν βγάλει; Ρωτῆστε τοὺς δικηγόρους ἢ τοὺς δικαστάς, γιὰ νὰ δῆτε. Ἄπειρους νόμους. Ἡ δὲ πολυνομία ἐστὶ ἀνομία. Οὔτε αὐτοὶ ποὺ δικάζουν γνωρίζουν τὸ πλῆθος τῶν νόμων ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ μικρό μας ἔθνος.
Δὲν ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ προφήτης αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ἀνθρώπινους, ποὺ ἐγέννησε ἡ γῆ· ἐννοεῖ ἄλλους, «οὐράνιους νόμους» ὅπως λέγει ὁ ἰδικός μας μέγας ποιητὴς ὁ Σοφοκλῆς, νόμους ποὺ ἔχουν αἰώνιον κῦρος.
Ποῖοι εἶνε οἱ οὐράνιοι νόμοι αὐτοί;
Ὁ πρῶτος εἶνε ὁ ἄγραφος νόμος. Αὐτὸς δὲν εἶνε γραμμένος μὲ μελάνι, δὲν εἶνε γραμμένος πάνω στὰ χαρτιά, ἀλλὰ εἶνε γραμμένος στὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως· καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως.
Ὁ δεύτερος νόμος, ποὺ εἶνε τελειότερος ἀπὸ τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, εἶνε ὁ Δεκάλογος, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισε ὁ Θεὸς ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους Σινά.
Τρίτος δὲ νόμος, τελειότατος καὶ ἄφθαστος εἰς μεγαλεῖον, εἶνε ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ καὶ γενικώτερον τὸ Εὐαγγέλιο.
Αὐτοί εἶνε οἱ νόμοι. Ἐπαναλαμβάνω, πρῶτος νόμος ἡ συνείδησις, δεύτερος ὁ Δεκάλογος, τρίτος ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία ἢ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τῶν ἠθικῶν νόμων ὑπάρχουν καὶ οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ποῖοι εἶνε οἱ φυσικοὶ νόμοι;
Ν᾿ ἀνεβῆτε ἀπόψε τὸ βράδυ, ποὺ εἶνε καλωσύνη, ἐπάνω στὸ ὕψωμα ποὺ εἶνε ὁ τίμιος Σταυρὸς καὶ ἀγναντέψτε. Πανόραμα εἶνε.
Τί κλείνεστε καὶ βλέπετε τηλεοράσεις; Ἡ ὡραιότερη τηλεόρασι εἶνε ὁ οὐρανός. Ἄφθαστο μεγαλεῖο, πανόραμα θεῖο. Χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἀστέρια. Μὲ γυμνὸ μάτι φαίνονται 5.000, μὲ τὸ τηλεσκόπιο φαίνονται ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων.
Τί εἶνε αὐτὰ τὰ ἀστράκια, τὰ σημαδάκια ποὺ βλέπουμε στὸν οὐρανό; Εἶνε πελώριες σφαῖρες, ποὺ στροβιλίζονται εἰς τὸ ἄπειρο. Τρέχουν μὲ ταχύτητα πυραύλων, τρέχουν μὲ ταχύτητα φωτός. Τρέχουν συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως. Καὶ δὲν συγκρούονται! Τόσα ἑκατομμύρια, καὶ δὲν συγκρούονται· γιατὶ ἀκολουθοῦν τὴν τροχιά, τὴν ὁποία ἐχάραξε ὁ Θεός.
Τὸ φεγγάρι ἀκολουθεῖ τὴν τροχιά του. Κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ὁ ἥλιος, λέγουν οἱ ἀστρονόμοι, ἔχει ἀπέραντη τροχιὰ μέσα εἰς τὸ ἄπειρον. Καὶ δὲν εἶνε μόνον ἕνας ἥλιος εἰς τὸ σύμπαν· εἶνε χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἥλιοι. Ὅλοι αὐτοὶ κινοῦνται μὲ ἀκρίβεια καὶ δὲν ἔχουν καμμία καθυστέρησι. Ζενίθ ὁ ἥλιος, ρολόι ἀκριβείας! Ἀνατέλλει καὶ δύει στὴν ὥρα του, αἰῶνες τώρα. «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ» (Ψαλμ. 103,19-20)
Ἐδῶ πᾷς μὲ τὸ τραῖνο στὶς 8 ἢ 8 καὶ μισή, καὶ ἔρχεται μὲ καθυστέρησι στὶς 9. Ἀλλὰ τὸ δρομολόγιον τοῦ οὐρανοῦ δὲν ἔχει καμμία καθυστέρησι.
Ποιός εἶνε ὁ τροχονόμος ἐκεῖ ἐπάνω, ποὺ ῥυθμίζει ὅλα αὐτὰ τὰ αἰώνια πράγματα; Μία εἶνε ἡ ἀπάντησις· ὁ Θεός. Αὐτὸς ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἔθεσε καὶ τοὺς ἠθικοὺς νόμους.
Καὶ τὰ μὲν ἄστρα ὑπακούουν, καὶ τὰ δέντρα ὑπακούουν, καὶ τὰ πουλιὰ ὑπακούουν, καὶ οἱ τίγρεις ὑπακούουν, καὶ οἱ ῥινόκεροι ὑπακούουν, καὶ τὰ πάντα ὑπακούουν στὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος, καὶ ὑπάρχει ἁρμονία. Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, μία εἶνε ἡ ἀνωμαλία ἡ μεγάλη, ἕνας εἶνε ὁ ἀντάρτης, ἕνας εἶνε ὁ ἐπαναστάτης· ὁ ἄνθρωπος.
Λέγει εἰς τὸν Θεό· Ἐγὼ δὲν ὑπακούω, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπακούσω στοὺς δικούς σου νόμους. Θὰ σηκώσω παντιέρα καὶ θὰ κάνω δικό μου βασίλειο.
Δὲν ὑπακούει στὸ Θεὸ – ποιός; Τὸ μυρμήγκι ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεὸ καὶ δημιουργεῖ δικούς του νόμους.
Λέγει ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως, λέγει ὁ νόμος τοῦ Δεκαλόγου, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μὴ λέμε ψέματα, νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια· «Λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ» (Ἐφ. 4,25). Τὸ ἐφαρμόζομεν;
Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει ὁ νέος καὶ ἡ νέα καὶ ἐν γένει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶνε ἁγνὸς σὰν τὰ κρίνα· τὸ ἐφαρμόζομεν;
Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία εἶνε κατάρα, καὶ ἀστροπελέκια πέφτουν στὰ σπίτια τῶν ἁμαρτωλῶν.
Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι τὸ διαζύγιο ἀπαγορεύεται καὶ μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χωρίζει τὸ ἀνδρόγυνο.
Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νὰ κοπιάζῃς, νὰ ἱδρώνῃς, νὰ μουσκεύῃς τὸ χῶμα τῆς γῆς μὲ τὸν ἱδρῶτα σου· «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γέν. 3,19).
Λέγει τὸ Εὐαγγελίο, ὅτι τὸ μῖσος ἀπαγορεύεται. Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπακούει.
Ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο μιὰ ὡραιοτάτη ἐντολή, ὑψίστης σημασίας ἐντολή, ποὺ εἶνε ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ διατυπώνεται μὲ δύο λέξεις· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34).
Τηροῦμε τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους; ὑπακούουμε εἰς αὐτούς;
Ὄχι. Εἰς τὴν ἐποχή μας ἔχει πάρει τὴ γομμολάστιχά του ὁ σατανᾶς καὶ ἔχει σβήσει τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ ἔκανε δικούς του νόμους.
Ὅποιος δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεό, λέγει ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων φιλοσόφων τοῦ αἰῶνος μας, θὰ ὑπακούσῃ μοιραίως εἰς τὸν διάβολον. Κ᾿ ἐμεῖς λοιπόν, ἐφ᾿ ὅσον δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούσωμεν εἰς τὸν Θεόν, ὑπακούομεν εἰς τὸν διάβολον.
Καὶ ὁ διάβολος τί λέγει; Γιατί νὰ δουλεύῃς;… Ἔβγαλε τὸν δικό του νόμο. Ποιόν; «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος ὁ ὁποῖος κυκλοφορεῖ μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὴν κοινωνία. Ὅλα τὰ μέσα τὰ χρησιμοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πάῃ κόντρα στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι ἐπικρατεῖ ἡ ἀνομία.
Ἡ ἀνομία ἐπικρατεῖ παντοῦ, σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι. Ἡ ἀνομία κατέκλυσε τὸν κόσμον ὁλόκληρο. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο τῆς ὑδρογείου σφαίρας ποὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ Εὐαγγέλιο. Σόδομα καὶ Γόμορρα γινήκαμε. Καὶ τ᾿ ἀποτελέσματα; Τί πρέπει νὰ περιμένωμε;
Ἐμένα ρωτᾶτε; Τὸ λέγει ἡ προφητεία, τὸ λέγει ὁ Σολομῶν· ρωτῆστε τον. Ὅταν, λέει, κυριαρχήσῃ μέσα εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἡ ἀνομία, ἡ παράβασις, τότε θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ.
Μάλιστα. Θ᾿ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, ἀπὸ ἕνα ὡραῖο χωριό, τὸ Τρίβουνο. Ἔχω πάει κατ᾿ ἐπανάληψιν καὶ πιστεύσατέ με, ὁσάκις πηγαίνω, κλαίω. Σπίτια ὡραῖα, ἐκκλησία μεγάλη, θαυμάσιο καμπαναριό, δρόμοι… Τὸ θαυμάζεις. Πρὸ τοῦ ᾿12 στὸ Τρίβουνο ἐπάνω ἤτανε δυόμιση χιλιάδες (2.500) ἄνθρωποι. Τώρα εἶνε ἐνενηνταπέντε (95). Κι αὐτοὶ φεύγουν παρακάτω καὶ τὸ ἐγκαταλείπουν. Ἐρημώθηκε τὸ Τρίβουνο.
Ὅπως λοιπὸν τὸ Τρίβουνο ἐρημώθηκε καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ σβήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ὅπως τὸ Πισοδέρι κοντεύει νὰ ἐρημωθͺῇ, καὶ ὅπως ἄλλα χωριὰ γινήκανε γηροκομεῖα καὶ ἐρημώνονται – προφητεύω τὴν ὥρα αὐτή, χωρὶς νὰ εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ βασίζομαι ἐπάνω εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα, ἐπάνω εἰς τὸν Σολομῶντα καὶ λέγω· Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ καὶ Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Μόσχα. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Νέα Ὑόρκη. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Βερολῖνο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Σικάγο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Ἀθήνα. Τρίβουνο θὰ γίνουν τὰ ἰσχυρὰ ὑπερήφανα κράτη.
Θεέ μου Θεέ μου! ἀφάνταστα καὶ φοβερὰ πράγματα θὰ γίνουν. Οὔτε καταλαβαίνομεν, οὔτε ἔχομεν συναισθανθῆ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος κρέμεται ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μας.
Ὄχι μὲ γέλια, ὄχι μὲ τραγούδια· δὲν ξέρουμε τί γίνεται στὰ Βαλκάνια, δὲν ξέρουμε τί γίνεται εἰς τὸν κόσμον.
Εἰρήνη, φωνάζουν. Λέγει ἡ Γραφή· Ὅταν ἀκοῦτε εἰρήνη, τότε νὰ περιμένετε πόλεμο (βλ. Α΄ Θεσ. 5,3· Ἰερ. 6,14). Ὅπως τὸ ᾿40. Τὶς παραμονὲς τοῦ πολέμου τὸ ῥαδιόφωνο τῆς Ῥώμης ἔλεγε «εἰρήνη», καὶ ἀγκάλιαζε ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας τὸν δικό μας πρεσβευτὴ κάτω στὴν Ἀθήνα· καὶ τὰ μεσάνυχτα οἱ σειρῆνες ἐσάλπισαν εἰς ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ χτύπησαν οἱ παιᾶνες τοῦ πολέμου καὶ ἠκούσθησαν εἰς ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον. Πρέπει νὰ περιμένωμεν κάτι μεγάλο νὰ γίνῃ εἰς τὸν κόσμον.
Γίνονται προσπάθειαι ὑφέσεως, ἀλλὰ βαίνομεν μὲ γιγαντιαῖα βήματα εἰς παγκόσμιον ῥῆξιν, εἰς παγκόσμιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν Ἁρμαγεδών (Ἀπ. 16,16). Πᾶμε στὸν Ἁρμαγεδῶνα. Ὁ δὲ Ἀρμαγεδών τί εἶνε; Διαβάστε Γραφή· πουλῆστε τὸ πουκάμισό σας καὶ ἀγοράστε Ἀποκάλυψι. Κ᾿ ἐκεῖ μέσα θὰ δῆτε τὰ φρικτὰ ἀποτελέσματα τὶς ἁμαρτίας, τὰ ὁποῖα συντόμως περιγράφει ὁ Σολομῶν μὲ τὴ φράσι «Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23). Ναί, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πρὶν 200 χρόνια. Σύμφωνοι εἶνε οἱ προφῆται, σύμφωνοι εἶνε αἱ Γραφαί. Λέγει ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅτι· Θὰ βαδίζῃς ἑκατὸ χιλιόμετρα, ἀπὸ τὴ Φλώρινα μέχρι τὴ Κοζάνη, καὶ δὲν θὰ συναντᾷς ἄνθρωπο.
Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ· ναί. Τὰ νερὰ θὰ πικραθοῦν, τὰ δέντρα θὰ ξηρανθοῦν, τὰ πουλιὰ θὰ ψοφήσουν ―τὰ ψάρια ἀπὸ τώρα ἀρχίζουν καὶ ψοφοῦν―, θὰ γίνῃ ἔρημος ἡ γῆ. Δὲν θὰ μπορῇ οὔτε πτηνὸν νὰ διασχίζῃ τὸν ἀέρα, οὔτε ἀρνίον νὰ βελάζῃ εἰς τοὺς λειμῶνας, οὔτε τι ἄλλο θὰ ὑπάρχῃ. Ἔρημος θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνομία.
Ἀπελπιστικὰ εἶνε αὐτά;
Αὐτὰ λέει ὁ προφήτης, καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορνείας, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδορκίας, τῆς ἀδικίας, τῆς ἁρπαγῆς, τοῦ μίσους καὶ ὅλων τῶν κακιῶν ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον.
Εὑρισκόμεθα ἐγγὺς τοῦ κρημνοῦ, ἐγγὺς τῆς κατάρας, ἐγγὺς τῆς καταστροφῆς, ἐγγὺς Ἁρμαγεδῶνος.

Μιὰ μόνον ἐλπὶς ὑπάρχει. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, Ἀνατολὴ καὶ Δύσις, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, θὰ σωθοῦμε, μόνον ἂν κάνωμεν στροφὴ 180 μοιρῶν πρὸς τοὺς αἰωνίους δρόμους τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Δεκαλόγου, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου.
Μόνον ἐὰν ἐγκαταλείψουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς τὸν Θεό, θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μόνον ἐὰν πραγματικῶς μετανοήσωμεν, θὰ ἔρθῃ ἡ σωτηρία.

Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαληνός

Ο άγιος Γεδεών γεννήθηκε το 1766 στο χωριό Κάπουρνα, κοντά στην Μακρυνίτσα τον Βόλου. Σε ηλικία δώδεκα ετών και ενώ εργαζόταν στο Βελεστίνο ξεγελάστηκε από τους Τούρκους, αρνήθηκε τον Χριστό, περιτμήθηκε και έγινε Μουσουλμάνος.
Κατάλαβε όμως το παράπτωμά τον και δραπέτευσε από τους Τούρκους. Έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες έρχεται στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Καρακάλλου, όπου εκάρη μοναχός και πήρε το όνομα Γεδεών.
Μετά τριάντα πέντε έτη ασκητικών αγώνων στη Μονή άναψε στην καρδιά του ο πόθος του μαρτυρίου. Έχοντας προς τούτο πληροφορία εκ Θεού και με την ευλογία των Πατέρων, έτρεξε στο μαρτύριο για να συγχωρηθή το παιδικό του αμάρτημα.
Αξιώθηκε τον μαρτυρικό θάνατο που ποθούσε στον Τύρναβο της Λαρίσης την 30ή Δεκεμβρίου του 1818, με το να του κόψουν με σκεπάρνι τα χέρια και τα πόδια.
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία Έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου

Σαββάτο 31 Δεκεμβρίου 2011 - Τυπικόν

31. Σάββατον. ᾿Απόδοσις τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστου­γέν­νων. Με­λά­νης ὁσίας τῆς ῾Ρωμαίας (†449), Ζωτικοῦ ὀρφα­νο­τρόφου (δ΄ αἰ.).

Ἡ ἀκολουθία ὡς ἐν τῇ κυρίᾳ ἡμέρᾳ τῆς ἑορτῆς (25 Δε­κεμ­βρίου) μετὰ τῶν ἑξῆς διαφορῶν:

Εἰς τὸν ἑσπερινὸν μετὰ τὸ δοξαστικὸν τῶν ἑσπερίων γί­νε­ται εἴσοδος, «Φῶς ἱλα­ρὸν» καὶ τὸ προκείμενον τῆς ἡμέρας. Τὰ ἀνα­γνώσματα καταλιμπάνονται· ὡσαύτως καὶ τὰ ἰδιό­με­λα τῆς λιτῆς. Ἀπόστιχα τὰ τῆς ἑορ­τῆς, ὡς ἐν τῷ Μηναίῳ, καὶ τὸ ἀπολυτίκιον «῾Η γέννησίς σου, Χριστὲ» γ΄. Ἀπό­λυσις ὡς ἐν τῇ ἑορτῇ.

Εἰς τὸν ὄρθρον δὲν λέγεται τὸ μετὰ τὸν πολυέλεον κά­θι­σμα οὔτε Εὐαγγέλιον. Ἀπὸ γ΄ ᾠδῆς τῶν κανόνων, ἀντὶ τῆς ὑπακοῆς, τὸ μετ᾿ αὐτὴν κάθισμα «᾿Αγαλλιάσθω οὐρανὸς» δίς· ἀφ᾿ ϛ΄ τὸ κοντάκιον καὶ ὁ οἶκος τῆς ἑορτῆς, τὸ συναξά­ριον τῆς 31ης Δεκεμβρίου. Κατα­βασίαι διπλαῖ καὶ ἡ θ΄ ᾠδὴ ὡς ἐν τῇ ἑορτῇ.

Εἰς τὴν λειτουργίαν. ᾿Αντίφωνα καὶ εἰσοδικόν, ὡς ἐν τῇ ἑορτῇ· ἀπολυτίκιον «῾Η γέννησίς σου, Χριστέ», κοντάκιον «῾Η παρθένος σήμερον». Τρισάγιον. ᾿Απόστολος: Σαβ. πρὸ τῶν Φώτων (Α΄ Τιμ. γ΄ 13-δ΄ 5)· Εὐαγγέλιον: Σαβ. πρὸ τῶν Φώτων, ζήτει ἐν τῷ μηνολογίῳ (Μτθ. γ΄ 1-6). Καθεξῆς ἡ θεία λει­τουρ­γία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου. Εἰς τὸ ᾿Εξαιρέτως, «Μεγά­λυ­νον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν... Στέργειν μὲν ἡμᾶς»· κοι­νωνικὸν «Λύτρωσιν ἀπέ­στειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτο· ἀλ­λη­λούια»· ἀντὶ τοῦ Εἴδομεν τὸ φῶς «῾Η γέννησίς σου, Χρι­στέ». Ἀπόλυσις ἡ τῆς ἑορτῆς.

ΜΗΝΥΜΑ ΕΠΙ ΤΩ ΝΕΩ ΕΤΕΙ ῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. κ. Νικολάου.


ΜΗΝΥΜΑ ΕΠΙ ΤΩ ΝΕΩ ΕΤΕΙ
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. κ. Νικολάου.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.
Ἐάν πρέπει κάποτε νά ὑπερτερεῖ ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα στή ζωή μας, δέν εἶναι ἄλλη στιγμή ἀπό αὐτό πού σήμερα ζοῦμε μέ τήν ἀνατολή τοῦ καινούριου χρόνου. Εἶναι τόσα πού μᾶς θλίβουν καί μᾶς συνθλίβουν, πού ἄν χάσουμε καί τήν ἐλπίδα γιά ἕνα καλύτερο αὔριο, τότε δέν θά εἴμαστε στά πρόθυρα τοῦ χάους, ἀλλά βυθισμένοι μέσα στό χάος καί στήν ἀπόγνωση. Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας πρίν πολλούς αἰῶνες περιγράφει τό ὅραμα τοῦ χάους σάν νά ζεῖ τήν σημερινή κατάσταση τῆς τραγικότητος καί τῆς ἀβεβαιότητος: «Ἐπέβλεψα ἐπί τήν γήν καί ἰδού οὐδέν καί εἰς τόν οὐρανόν καί οὐκ ἦν τά φῶτα αὐτοῦ...ἀπό κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ.»
Ὁ ἐφιαλτικός χρόνος 2011 μέ τήν ἠθική, κοινωνική καί οἰκονομική κατάρρευση ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου ἔφυγε. Ἕνας καινούριος χρόνος ἦλθε. Ἡ ἐλπίδα μᾶς κάνει νά τόν βλέπουμε αἰσιόδοξα. Μακάρι ἔτσι νά ἀποδειχθεῖ, γιατί ὁ κόσμος δέν ἀντέχει ἄλλο. Δέν ἀντέχει τήν ἐξαπάτηση, τίς ψεύτικες ὑποσχέσεις, τή δημαγωγία τῶν ἰσχυρῶν, τήν δυσωδία τῆς διαφθορᾶς, τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀδυνάτων, ὅσα ἄνομα καί ἄθεσμα συμβαίνουν κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς νομιμότητος καί τῆς ἠθικῆς.
Ἡ ἐλπίδα μας νά στηριχθεῖ στό Θεό. «Μή πεποίθατε ἐπ΄ ἄρχοντας καί ἐπί υἱούς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Μόνο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἠμπορεῖ νά σταματήσει τό κακό, νά παιδαγωγήσει τούς ὑπερφίαλους, νά φρονηματίσει τούς ἀσεβεῖς, νά ἐνισχύσει τό λαό καί νά ἀνατρέψει τά σχέδια τῶν ἀνόμων.
Μή περιμένετε ἀλλαγή χωρίς τόν Θεό. Μή περιμένετε ἀνάσχεση τῆς κατρακύλας μόνο μέ τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Ἐάν ὁ Χριστός δέν συγχύσει τίς βουλές τῶν ἀνθρώπων τοῦ σκότους κι΄ αὐτή ἡ χρονιά θά εἶναι χειρότερη ἀπό τήν προηγούμενη.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί.
«Ἐλπίσατε ἐπί Κύριον καί ἀγαλλιᾶσθε δίκαιοι». Ἡ ἐλπίδα στή βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι τό «πιστεύω» ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Νά μένωμε σταθεροί σ΄ αὐτό πού διακηρύττει ὁ θεῖος Παῦλος: «Τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες». Ὡς ἔθνος περάσαμε δυσκολότερες μέρες, στή δουλεία τῶν 400 χρόνων, στούς πολέμους, στήν προσφυγιά, στίς θεομηνίες, στή φτώχεια καί σέ πολλές περιπέτειες πού ἔζησε ἡ δύσμοιρη Ἑλλάδα. Ἀς ἐπιστρατεύσουμε τό καλό ὑλικό, ἀς ἀνασυντάξουμε τίς δυνάμεις μας καί ὅλοι μαζί ἀς δώσουμε τή μάχη κατά τοῦ χάους μέ πρωτοπόρο τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, τήν Μητέρα καί Τροφό τοῦ Γένους μας, πού καί σ΄ αὐτή τή φάση στέκεται δίπλα στό λαό μας ἐμψυχώνοντας, ἐνισχύοντας καί στηρίζοντας μέ κάθε τρόπο τόν ἄνθρωπο.
Ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἡ ἔνδοξη καί ὑπερήφανη Ἑλλάδα εἶναι στό μάτι τοῦ κυκλῶνα. Στῶμεν καλῶς. Κι΄ αὐτό θά περάσει, «ὅτι μεθ΄ ἡμῶν ὁ Θεός».
Εὔχομαι ἀπ΄ τά βάθη τῆς ψυχῆς μου ὁ νέος χρόνος 2012 νά ἀποβεῖ χρόνος ἀνανήψεως, ἀνακαινίσεως καί προόδου.
Μετά θερμῶν εὐχῶν καί ἀγάπης.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
…Ο ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...