Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Αυγούστου 12, 2012

Η Ειρήνη !


 Όλοι επιθυμούν την ειρήνη , μα δεν ξέρουν πώς να την αποκτήσουν . Ο Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε από θυμό και παρακάλεσε τον Κύριο να τον ελευθερώσει από αυτό το πάθος . Ο Κύριος εμφανίστηκε σ ‘ αυτόν και του είπε : «Παΐσιε , αν θέλεις να μην οργίζεσαι , μην επιθυμείς τίποτε , μη κρίνεις και μη μισήσεις κανένα και θα έχεις την ειρήνη». Έτσι κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του να υποχωρεί έναντι του Θεού και των ανθρώπων , θα είναι πάντα ειρηνικός στην ψυχή . Όποιος όμως αγαπά να κάνει το θέλημά του , αυτός δεν θάχει ειρήνη ...
 
Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού υποφέρει εύκολα κάθε θλίψη και κάθε ασθένεια ‘ γιατί τον καιρό της ασθένειας παραμένει στη θέα του Θεού και προσεύχεται : «Κύριε , Συ βλέπεις την ασθένειά μου . Εσύ ξέρεις πόσο αμαρτωλός και αδύνατος είμαι ‘ βοήθησέ με να υπομένω και να ευχαριστώ την αγαθότητά Σου». Και ο Κύριος ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει κοντά στον Θεό γεμάτη χαρά και ευγνωμοσύνη .
Αν υποστείς καμιάν αποτυχία , σκέψου : «Ο Κύριος βλέπει την καρδιά μου και αν είναι θέλημά Του , όλα θα είναι για το καλό το δικό μου και των άλλων». Έτσι η ψυχή σου θα έχει πάντα ειρήνη . Αλλ ‘ αν αρχίζει κανείς να παραπονείται : αυτό δεν είναι καλό , εκείνο δεν είναι όπως πρέπει , τότε ποτέ στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη , έστω κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ . …
… Ο Κύριος μας αγαπά κι έτσι μπορούμε να μη φοβόμαστε τίποτε , εκτός από την αμαρτία ‘ γιατί εξαιτίας της αμαρτίας χάνεται η χάρη και χωρίς την χάρη του Θεού ο εχθρός παρασύρει την ψυχή , όπως παρασύρει ο άνεμος τα ξερά φύλλα ή τον καπνό . …
… Το κατόρθωνε γιατί αγαπούσε τον λαό και δεν έπαυε να προσεύχεται γι ‘ αυτόν :
«Κύριε , δώσε την ειρήνη Σου στον λαό Σου».
«Κύριε , δώσε στους δούλους Σου το Πνεύμα Σου το Άγιο , για να θάλπει τις ψυχές τους με την αγάπη Σου και να τους οδηγεί σ ‘ όλη την αλήθεια και σε κάθε αγαθό». …
… Έτσι , προσευχόμενος συνεχώς για τον λαό , διαφύλασσε την ειρήνη της ψυχής , ενώ εμείς την στερούμαστε , γιατί δεν υπάρχει μέσα μας αγάπη για τον λαό . Οι Άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι ποθούσαν την σωτηρία του λαού και , όταν βρίσκονταν ανάμεσα σ ‘ ανθρώπους , προσεύχονταν διακαώς γι ‘ αυτούς . Το Άγιο Πνεύμα τους έδινε τη δύναμη ω ‘ αγαπούν τον λαό . Κι εμείς , αν δεν αγαπούμε τον αδελφό , δεν θα έχομε ειρήνη . …
… Ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για ένα μαθητή του που αρνήθηκε τον Χριστό . Ενώ λοιπόν προσευχόταν , του εμφανίστηκε ο Κύριος και του είπε : «Παΐσιε , για ποιόν παρακαλείς ; Δεν ξέρεις πώς μ ‘ έχει αρνηθεί ;» Ο Παίσιος όμως εσυνέχιζε να λυπάται τον μαθητή του και τότε του είπε ο Κύριος : «Παίσιε , έγινες όμοιος με μένα στην αγάπη».
Έτσι αποκτάται η ειρήνη και εκτός απ ‘ αυτόν δεν υπάρχει άλλος δρόμος . …
… Ψυχή αμαρτωλή , αιχμάλωτη στα πάθη , δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κύριο , έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης , έστω κι αν βασιλεύει σ ‘ όλο τον κόσμο . Αν σ ‘ ένα τέτοιο βασιλιά , την ώρα που διασκεδάζει σε συμπόσιο με τους πρίγκιπες του καθισμένος στο θρόνο του δοξασμένος , αν του πούμε ξαφνικά : «Βασιλιά , πεθαίνεις σε λίγο», τότε η ψυχή του θα ταραζόταν , θα έτρεμε από το φόβο και θα έβλεπε την αδυναμία του .
Πόσοι όμως υπάρχουν φτωχοί , αλλά πλούσιοι σε αγάπη για τον Θεό , που αν τους έλεγαν : «Τώρα πεθαίνεις» , θα απαντούσαν ειρηνικά : «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου . Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος , γιατί με θυμήθηκε και θέλει να με πάρει εκεί , όπου πρώτος μπήκε ο ληστής». …
… Δόξα Σοι , Κύριε , γιατί τώρα έρχομαι σε Σένα και θα βλέπω αιώνια με ειρήνη και αγάπη το Πρόσωπό Σου . Το ιλαρό , πράο βλέμμα Σου αιχμαλώτισε την ψυχή μου και αυτή λιώνει για Σένα». …
… Αν όμως συνηθίσομε να προσευχόμαστε θερμά για τους εχθρούς μας και να τους αγαπούμε , θα παραμείνει για πάντα η ειρήνη στις καρδιές μας .
Δεν μπορεί να έχει ειρήνη η ψυχή , αν δεν μελετά μέρα και νύχτα τον νόμο του Θεού . Γιατί αυτός ο νόμος γράφτηκε από το Πνεύμα του Θεού και το Πνεύμα του Θεού πηγαίνει από τη Γραφή στην ψυχή . Κι η ψυχή αισθάνεται γλυκύτητα και ευχαρίστηση γι ‘ αυτό και δεν θέλει πια ν ‘ αγαπά τα επίγεια , γιατί η αγάπη για τα επίγεια ερημώνει τον νου . Η ψυχή τότε καταλαμβάνεται από αθυμία , αγριεύει και παύει να προσεύχεται . Κι ο εχθρός , βλέποντας πώς η ψυχή απομακρύνθηκε από τον Θεό , την σαλεύει και εύκολα συγχύζει τον νου με διάφορους άτακτους λογισμούς κι έτσι περνά ολόκληρη τη μέρα και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά τον Κύριο .
Όποιος έχει μέσα του την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος , σκορπίζει ειρήνη και στους άλλους . Όποιος όμως έχει μέσα του πνεύμα κακό , σκορπά και στους άλλους το κακό . …
… Ο θυμώδης άνθρωπος υποφέρει ο ίδιος μεγάλο μαρτύριο από πονηρό πνεύμα , εξαιτίας της υπερηφάνειας του . Ο υφιστάμενος , όποιος κι αν είναι , πρέπει να το καταλαβαίνει και να προσεύχεται για τον ψυχικά άρρωστο προ’ι’στάμενό του και τότε ο Κύριος , βλέποντας την υπομονή του , θα του δώσει άφεση αμαρτιών και αδιάλειπτη προσευχή . Είναι μέγα έργον ενώπιον του Θεού το να προσεύχεται κανείς γι ‘ αυτούς που τον αδικούν και τον προσβάλλουν . Εξαιτίας αυτού θα του δώσει ο Κύριος τη χάρη και θα γνωρίσει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο . Κι έτσι θα υπομείνει τότε , χάριν του Κυρίου , με χαρά όλες τις θλίψεις και θα του δώσει ο Κύριος αγάπη για όλο τον κόσμο και θα επιθυμεί ολόψυχα το καλό για όλους και θα προσεύχεται για όλους όπως για την ψυχή του .
Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν ‘ αγαπούμε τους εχθρούς και όποιος αγαπά τους εχθρούς εξομοιώνεται με τον Κύριο . Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος . Γι ‘ αυτό , μόλις σε προσβάλει κανείς , προσευχήσου γι ‘ αυτόν στον Θεό κι έτσι θα διατηρήσεις την ειρήνη του Θεού στην ψυχή σου . …
… Αν κάποιος ως προϊστάμενος αναγκαστεί να δικάσει έναν άλλο για κάποιο παράπτωμα , πρέπει να παρακαλεί τον Κύριο να του δώσει συμπάσχουσα καρδιά , την οποία αγαπά ο Κύριος , και τότε θα κρίνει σωστά . Αν κρίνει όμως λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα έργα του υποδίκου , τότε θα πέσει σε λάθη και δεν θ ‘ αρέσει στον Κύριο .
Πρέπει να κρίνει κανείς με σκοπό τη διόρθωση του ανθρώπου και συνεπώς είναι ανάγκη να συμπονή ο δικαστής κάθε ψυχή , κάθε πλάσμα και κτίσμα του Θεού και να έχει καθαρή συνείδηση σ ‘ όλες τις πτυχές της ζωής του και τότε θα βρει βαθιά ειρήνη στην ψυχή και τον νου . …
… Αν εγνώριζαν οι βασιλιάδες και οι κυβερνήτες των λαών την αγάπη του Θεού , δεν θα έκαναν ποτέ πόλεμο . Ο πόλεμος προέρχεται από τις αμαρτίες και όχι από την αγάπη . Ο Κύριος μας εδημιούργησε κατά την αγάπη Του και μας παρήγγειλε να ζούμε με αγάπη .
Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση , θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη . Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη . …

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Η χριστιανική ελπίδα και η Βασιλεία του Θεού



Η Βασιλεία του Θεού αποτελεί το ακριβό περιεχόμενο και τον μεγάλων δυνατοτήτων ορίζοντα της πιο συναρπαστικής επαγγελίας του Θεού. Πρόκειται για την ελπιζόμενη πραγματικότητα της αλήθειας, της χάρης, της ελευθερίας, της αγάπης, αλλά και της ομορφιάς για το πλήρωμα της οποίας, στο μέλλον και στα έσχατα, και ο μεγαλύτερος θεόπτης –Απ. Παύλος- αδυνατεί να αρθρώσει έστω και το παραμικρό.
Δυστυχώς πάντοτε παραμορφώνονται οικτρά η έννοια και το περιεχόμενο της. Τοποθετείται στο « υπερπέραν» και νοείται ως κάτι έτοιμο, που περιμένει τους άξιους να εισέλθουν σ’ αυτήν μετά θάνατον και ύστερα από την τελική κρίση. Αντίθετα, οι γνωστές παραβολές της βασιλείας μιλούν για μία πραγματικότητα ζωής που δίνεται και που δυναμικά και διαλεκτικά αυξάνει, κινείται, μάχεται, συνυπάρχει, ενεργεί αθόρυβα, μεταβάλλει. Είναι ένας δωρούμενος, γινόμενος και ερχόμενος νέος κόσμος, που ξεκινάει από τον Θεό, που θα πληρωθεί απ’ αυτόν στα έσχατα, μα που είναι και απτό γεγονός του « ενθάδε», που μερικά πραγματώνεται και κερδίζεται μέσα σ’ αυτόν τον ιστορικό κόσμο.
Εγκαινιαστής και ενσαρκωτής της είναι ο Ιησούς Χριστός. Στο όνομα Του κι από τώρα μπορεί να έχει κανείς μέσα σ’ αυτήν « ζωήν» και « περισσόν», δηλ. κοινωνία με τον Θεό, αδελφότητα, ειρήνη, δικαιοσύνη, χαρά και ευτυχία. Είναι μία εκρηκτική πραγματικότητα του μέσα μας και ανάμεσα μας, προσωπική και κοινωνική. Έχει άμεση σχέση με τα προβλήματα και τις ανάγκες μας, και τις πιο υλικές και ανθρώπινες, από την κήρυξη της μέχρι τα έσχατα. Σημαίνει, εκτός από προσωπική, « κοινωνική» και κοσμική μεταμόρφωση». Τέλος, κατά το μέτρο του σταυρού και της ανάστασης του Χριστού και με τη δύναμη του Πνεύματος, κύρια χαρακτηριστικά της είναι η αλλαγή και η επαναστατικότητα. Στην μ’ αυτό τον τρόπο νοούμενη και βιούμενη βασιλεία του Θεού έχει ριγμένη την άγκυρα της και απ’ αυτήν αντλεί το όραμα και τις αστείρευτες δυνάμεις της η χριστιανική ελπίδα

(«ΕΛΠΙΔΑ, ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ» Γ. Τσανανά)
πηγή

Μικτά μοναστήρια στην Ορθοδοξία Συμβίωση ανδρών και γυναικών στο μοναχισμό



Η αγία Συγκλητική
Ο ορθόδοξος μοναχισμός ποτέ δεν ανδροκρατήθηκε. Είναι αλήθεια ότι η έρημος είναι (ή τουλάχιστον ήταν τον 4οαι. μ.Χ.) τόπος καταλληλότερος για άντρες παρά για γυναίκες. Κι όμως, οι «πολιστές της ερήμου» (εκείνοι δηλ. που μετέτρεψαν την έρημο σε πόλη) δεν ήταν μόνο άντρες: αναρίθμητες μοναχές και ερημήτριες ακολούθησαν τη μεγάλη αγία διδασκάλισσα της ερήμουΣυγκλητική, που «έγινε για τις γυναίκες ό,τι ο Μέγας Αντώνιος για τους άντρες» (Ωρολόγιον το Μέγα, λειτουργικό βιβλίο, 5 Ιανουαρίου). 

Επίσης, μεγάλα γυναικεία αναστήματα του μοναχισμού καθοδήγησαν άντρες ή έγιναν παραδείγματα για άντρες, ακόμη και αγίους, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία (παράδειγμα για τον άγιο Ζωσιμά, το βιογράφο της), η αγία Ισιδώρα ηδιά Χριστόν σαλή (ανακαλύφθηκε από τον άγιο Πιτηρούμ μετά από θεία αποκάλυψη), αλλά και η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα, η αγία Γενεβιέβη των Παρισίων, η αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου (που έσωζε θανατοποινίτες με κατ’ ευθείαν παρέμβαση στον αυτοκράτορα – εμφανιζόμενη στο όνειρό του, καθώς λέει η βιογραφία της) κ.π.ά., ενώ στα νεότερα χρόνια έχουμε την αγία Φιλοθέη την Αθηναία, την αγία Ελισάβετ της Ρωσίας κ.π.ά.

Ακόμη και το Άγιο Όρος δεν ανδροκρατείται, αφού αποτίνει φόρο τιμής στη μεγάλη Ηγουμένη του, τη Θεοτόκο, που εικονίζεται με τα διακριτικά της ηγουμενίας να εποπτεύει τα αγιορείτικα μοναστήρια.

Υπήρξαν όμως και αγίες που διατέλεσαν ηγουμένες μικτών μονών, δηλαδή μονών με δυο κτηριακά συγκροτήματα (ένα για άντρες και ένα για γυναίκες) στον ίδιο αύλειο χώρο. Τέτοια είναι η αγία Χίλντα του Γουΐτμπυ στην ορθόδοξη αρχαία Αγγλία (614-680 μ.Χ.):
«Η αγία Χίλντα ήταν από τις πιο γνωστές ηγουμένες μοναστηριών της εποχής εκείνης. Το μοναστήρι της ήταν μικτό, με άντρες και γυναίκες, που ζούσαν σε ξεχωριστά κτίρια, όπως και στην σημερινή Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ. Αξιοσημείωτο είναι πως μία ηγουμένη κατά την Κέλτικη Εκκλησία είχε δικαιώματα πνευματικής καθοδήγησης αλλά όχι δικαίωμα χορήγησης άφεσης αμαρτιών και άσκησης των υπολοίπων ιερατικών καθηκόντων. Έτσι πολλοί συμβουλεύονταν τις ιερές ηγουμένες για θέματα πνευματικά. […]», Παντελή Χατζηιωάννου, Ο βίος του αγίου Δαβίδ Ουαλίας (ανέκδοτη μελέτη), Εισαγωγή, σημ.xxxv.
Ας δούμε επίσης άλλο ένα τόπο υπέροχης συμβίωσης μοναχών και μοναζουσών, που αναφέρεται στο Αναστασίου Κ. Καραγιάννη, Η οσιοπαρθενομάρτυς Θεοδώρα η Πελοποννησία (η εν Βάστα Αρκαδίας), εκδ. Απόστολος Βαρνάβας, Αθήνα 2005, σελ. 22-23 (υποσ.): το Σαραντάριο όρος (Παλαιστίνη).
«Καλό είναι, προκειμένου να συγκρίνουμε απλά την απάθεια, στην οποία έφθασε η Αγία Θεοδώρα, ζώντας επί χρόνια σε ανδρικό κοινόβιο, με την απάθεια των αναχωρητών και μοναχών, οι οποίοι έζησαν θαυμαστά, άνδρες και γυναίκες μαζί, στο Σαραντάριο όρος, όπου ενήστευσε ο Ιησούς Χριστός επί 40 ημέρες, αν δούμε τι γράφει ο Ευάγριος (6ος μ.Χ. αιώνας) στην Εκκλησιαστική του Ιστορία για το βίο αυτών [σ.σ. πρόκειται για τον Ευάγριο το Σχολαστικό από τη Συρία και όχι για τον ωριγενιστή του 4ου αι. Ευάγριο Ποντικό].
[…] Άλλοι έμεναν με θηρία μαζί και άλλοι είχαν επινοήσει άλλο είδος ασκήσεως, διαμένοντες μέσα στην καυτή έρημο, άνδρες και γυναίκες μαζί, αφού είχαν καλύψει μόνον τα διακριτικά του φύλου τους, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους ήταν γυμνό, περιφρονώντας τη ζέστη και το ψύχος.
Η απάθειά τους προς όλα τα μάταια και τερπνά του κόσμου ήταν παραδειγματική. Σε τέτοιο σημείο απαθείας έφθασαν, ώστε με τους άνδρες ένοιωθαν σαν άνδρες και με τις γυναίκες σαν γυναίκες και επιθυμούσαν να μετέχουν σε κάθε περίπτωση και των δύο φύσεων (αρσενικής και θηλυκής) και να μην είναι μιας μόνο φύσεως.
Εικ. από εδώ
Διότι τόσο πολύ, λέγει ο Ευάγριος, τ’ αντίθετα αναμίχθηκαν, ώστε η Θεία Χάρη συγκέντρωνε τα άμικτα και πάλι τα διαιρούσε, συγκατοικούσε δε μέσα τους η ζωή και η νέκρωση, δηλαδή τα ενάντια και προς τη φύση και προς τα πράγματα. Έτσι, εκεί μεν που υπήρχε πάθος, ένοιωθαν νεκρούς τους εαυτούς τους, ωσάν να ήταν μέσα στον τάφο, εκεί δε που υπήρχε αρετή, ένοιωθαν προς το Θεό ικεσία, δύναμη στο σώμα, σφρίγος νεανικό, και ας ήταν προχωρημένης ηλικίας…».
Σήμερα μικτή μονή είναι η μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ιδρυθείσα από τον άγιο γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ (1896-1993), μέλος της οποίας είναι και η συγγραφέας και παιδαγωγός αδελφή Μαγδαληνή, βιβλία της οποίας κυκλοφορούν και στα ελληνικά, όπως το Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα, έκδ. μονής Έσσεξ 

Άδικα λοιπόν αναζητούν κάποιοι δείγματα «μισογυνισμού» στους μεγάλους διδασκάλους του ορθόδοξου χριστιανικού αγώνα. Πίσω από τα λόγια των μεγάλων αγίων υπάρχει μια άγνωστη σε μας (τους εκτός μοναχικού βίου και φωτισμού) πραγματικότητα – μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αγάπη, συγχώρηση (συν+χώρηση) και αγωνία για την αιώνια και ισότιμη σωτηρία «πάντων και πασών».

Προσθήκη του blog μας: Μικτή μονή είναι και η μονή του αγ. Σιλουανού στοSaint-Mars-de-Locquenay (Γαλλία). Επίσης η μονή του αγ. Νικολάου στο Ζαρό Ηρακλείου Κρήτης, που ακολουθεί το παλαιό εορτολόγιο, έχοντας κοινωνία με την καθ' ημάς Εκκλησία (του ν.η.)· είναι ένα μοναστήρι με σοβαρούς πνευματικούς μοναχούς και μοναχές, που ιδρύθηκε από ζευγάρια (αντρόγυνα) με μεγάλη πνευματικότητα, που ήθελαν να μονάσουν. Οι ιερείς τους είναι χειροτονημένοι στο πατρ. Ιεροσολύμων, που ακολουθεί το παλαιό εορτολόγιο.
Αλλά πρέπει να συνυπολογίσουμε σ' αυτό το άρθρο (αν και δεν ανήκει ακριβώς στο ίδιο θέμα) και τις αγίες που μόνασαν σε αντρικά μοναστήρια, μεταμφιεσμένες σε άντρες. Οι πιο γνωστές ίσως είναι οι αγίες: Θεοδώρα η εν Αλεξανδρεία,Θεοδώρα του Βάστα Πελοποννήσου (με τον περίφημο ναό-θαύμα [φωτο], στην οροφή του οποίου στέκουν 17 δέντρα) και η αγία Μαρία, η μετονομασθείσα σε Μαρίνο. Υπάρχει και η εξαιρετική ειδική μελέτη της Ευγενίας Ζούκοβα Μονάστριες που ασκήτεψαν σε ανδρικά μοναστήρια, όπου αναφέρονται όλες οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις, ανατολής και δύσεως. 
 

Η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι στολισμένη με θεϊκή δόξα και χάρη.



1
Ερμηνεία των καταβασιών της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. (Α)

(Μητροπ. Ν. Σμύρνης, Συμεών)
Ωδή α΄ Ήχος α΄.
 Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερὰ καὶ εὐκλεής, Παρθένε μνήμη Σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστούς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, τῷ Σῷ ᾄδοντας Μονογενεῖ, ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται.

(Η ιερή και ένδοξη μνήμη σου, Παρθένε, στολισμένη με θεϊκή δόξα, συνάθροισε όλους τους πιστούς για να χαρούν πνευματικά. Και με επικεφαλής την Μαριάμ, με χορούς και τύμπανα, ψάλλουν προς τον μονογενή Υιό σου· γιατί δοξάστηκε σε υπέρτατο βαθμό.)

Παρθένος Μαρία, αξιούμενη από τον Θεό να γίνει μητέρα του Κυρίου, τιμήθηκε και δοξάστηκε. Με την Κοίμηση και την άνοδό της στους ουρανούς μετέχει ακόμη πληρέστερα στη δόξα του Υιού της. Είναι η Βασίλισσα των ουρανών. Σ’ αυτήν και στην ένδοξη θέση που κατέχει «εκ δεξιών» του μονογενούς Υιού της αναφέρεται προφητικά και ο ι. Δαβίδ: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ· 44, 10).
Επόμενο, λοιπόν, είναι και «η μνήμη» – η εορτή δηλαδή της Κοιμήσεως – της Θεοτόκου να είναι στολισμένη με θεϊκή δόξα και χάρη. Η Παναγία δεν είναι Βασίλισσα των ουρανών μόνο είναι Βασίλισσα και του κόσμου. Δοξάζεται και τιμάται στους ουρανούς από τη θριαμβεύουσα Εκκλησία και ταυτόχρονα δοξάζεται και τιμάται και στη γη από τη στρατευόμενη Εκκλησία.
Η εορτή της ενδόξου Κοιμήσεως της Παναγίας συναθροίζει όλους τους πιστούς για να την τιμήσουν και να χαρούν πνευματικά. Διότι αν τα πλήθη των ανθρώπων χαίρονται όταν εγκωμιάζονται δίκαιοι, σύμφορα με τα λόγια του Παροιμιαστού («Εγκωμιαζομένων δικαίων, ευφρανθήσονται λαοί» [29,2]), πολύ περισσότερο θα πρέπει να χαίρονται οι πιστοί όταν εγκωμιάζεται και τιμάται η Θεοτόκος, η αγιώτερη ύπαρξη ολόκληρης της κτίσεως· «η τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ».
Σύμφωνα με το βιβλίο της Εξόδου, όταν οι Ισραηλίτες πέρασαν κατά τρόπο θαυμαστό την Ερυθρά θάλασσα, η Μαριάμ, αδελφή του Μωυσή και του Ααρών, «λαβούσα το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τύμπανων και χορών, εξήρχε δε αυτών Μαριάμ λέγουσα- άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται» (15, 20-21). Όπως, λοιπόν, τότε οι Ισραηλίτες έτσι τώρα και οι χριστιανοί συγκεντρώνονται με την ευκαιρία της μνήμης της Θεομήτορος και δοξολογούν τον υπερδεδοξασμένο Κύριο, τον μονογενή Υιό της Παρθένου, «μετά χορών και τυμπάνων». Οι χοροί των χριστιανών είναι πλέον πνευματικοί. Και αντί για τύμπανα έχουν τα μέλη τους, νεκρωμένα ως προς την αμαρτία, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός· «Συν Μα­ριάμ τη προφήτιδι, ω νεανίδες ψυχαί, μετά τυμπάνων χορεύσωμεν νεκρούντες τα μέλη τα επί της γης· τούτο γαρ το μυστικόν τύμπανον».
Ο ποιητής μας αναφέρει μόνον την Μαριάμ που προεξήρχε των γυναικών και αποσιωπά τον Μωυσή που προεξήρχε των ανδρών. Ασφαλώς δεν το κάνει χωρίς λόγο. Όπως εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, το κάνει πρώτον για να τονίσει ότι και η τιμώμενη σήμερα είναι γυναίκα και δεύτερον, «το οποίον και κυριώτερον, διότι και η τότε εξάρχουσα της Ωδής ωνομάζετο Μαριάμ, και η τώρα εξάρχουσα της πανηγύρεως ονομάζεται Μαριάμ, όπερ ερμηνεύεται Κυρία· τύπος γαρ ήτον η αδελφή του Μωϋσέως Μαριάμ κατά την παρθενίαν της Μητρός του Θεού Μαριάμ».

Ωδή γ’.
 δημιουργική, κα συνεκτικ τν πάντων, Θεο σοφία κα δύναμις, κλινκράδαντον, τν κκλησίαν στήριξον Χριστέ· μόνος γρ εγιος, ν γίοις ναπαυόμενος.

(Χριστέ, Συ που είσαι η ενυπόστατη σοφία και δύναμη του Θεού, η οποία δημιούργησε και συνέχει τα πάντα, φύλαξε την Εκκλησία σταθερή και ασάλευτη. Διότι Συ είσαι ο μόνος Άγιος, που αναπαύεται στους αγίους.)

Ο Κύριός μας λέγεται και είναι σοφία και δύναμις του Θεού Πατρός· «Θεού δύναμις και Θεού σοφία», όπως γράφει ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 1, 24). Καθώς μάλιστα παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «πρέπει να προστίθεται πάντοτε ή να συνυπακούεται εις την περί του Υιού λεγομένην ταύτην σοφίαν και δύναμιν το Ενυπόστατος ή το Ζώσα, διά να δείχνεται ότι η ενυπόστατος αύτη και ζώσα Σοφία και Δύναμις, ο Υιός, δεν είναι μία ενέργεια ανυπόστατος και ένα προσόν του Θεού, αλλά υπόστασις τελεία, έχουσα και αυτή ενέργειαν, σοφίαν και δύ­ναμιν».
Ο Χριστός, λοιπόν, η ενυπόστατη σοφία και δύναμη του Θεού, είναι αυτός που δημιούργησε εκ του μηδενός τα πάντα και παράλληλα τα συνέχει και τα συγκρατεί με την πρόνοιά Του έτσι ώστε όλα να υπάρχουν και να λειτουργούν σύμφωνα με το σκοπό και τους λόγους για τους οποίους η πανσοφία Του τα δημιούργησε.
Μετά από τη διακήρυξη αυτή που κάνει ο ποιητής για το πρόσωπο του Χριστού, τον παρακαλεί να στηρίξει την Εκκλησία «ακλινή ακράδαντον», δηλαδή να την διαφυλάξει σταθερά προσηλωμένη και απαρασάλευτα θεμελιωμένη πάνω στην αληθινή πίστη, μακριά από ταραχές και κλυδωνισμούς που προκαλούν στο εκκλησιαστικό σώμα οι αιρέσεις και τα σχίσματα.
Η κατακλείδα του ειρμού «μόνος γαρ ει Άγιος» -όπως και το ρήμα «στήριξον» που χρησιμοποίησε ο ι. Κο­σμάς πιο πάνω – υπενθυμίζει ότι η παρούσα καταβασία ανήκει στην γ΄ ωδή της προφήτιδος Άννης, στην οποία αναφέρεται: «Ουκ έστιν άγιος ως Κύριος, και ουκ έστι δίκαιος ως ο Θεός ημών ουκ έστιν άγιος πλην σου» (Α΄ Βασιλ. 2, 2). Το «πλην σου» της ωδής είναι ισοδύναμο με το «μόνος» του ειρμού.
Την έκφραση «εν αγίοις αναπαυόμενος» ο υμνογράφος δανείστηκε από τον προφήτη Ησαΐα (57, 15). Ο Θεός αναπαύεται, αποκαλύπτεται και ενοικεί στους καθαρούς και αγίους. Μόνο με την πνευματική καθαρότητα και την αγιωσύνη οι άνθρωποι αξιωνόμαστε να γίνουμε κοινωνοί της θείας φύσεως (Β΄ Πέτρ, 1, 4). Αντίθετα, όσο παραμένουμε υπό την κυριαρχία των παθών, δούλοι της πολυειδούς ακαθαρσίας (Ρωμ. 6, 19· Εφ. 4, 19), είναι αδύνατον να ενοικήσει ο Θεός στην καρδιά μας· «Ενωθήναι δε την ανωτάτω εκείνην και υπέρ νουν καθαρότητα μεμολυσμένη φύσει των αδυνάτων υπήρχεν εν γαρ τούτο μόνον Θεώ αδύνατον, συνελθείν ακαθάρτω πριν καθαρθήναι προς ένωσιν».
Ωδή δ’.
ήσεις προφητν κα ανίγματα, τν σάρκωσιν πέφηναν, τν κ Παρθένου Σου, Χριστέ, φέγγος στραπς Σου, ες φς θνν ξελεύσεσθαι· κα φωνε Σοι βυσσος, ν γαλλιάσει· Τ δυνάμει Σου δόξα Φιλάνθρωπε.

(Οι προρρήσεις των προφητών και οι προτυπώσεις υποδήλωναν, Χριστέ, την ενσάρκωσή Σου από την Παρθένο και ότι η λάμψη της θείας παρουσίας Σου θα εξέλθει σαν αστραπή για να φωτίσει τα έθνη. Και τα πλήθη των εθνικών που φωτίστηκαν Σου φωνάζουν με αγαλλίαση: Δόξα αρμόζει, Φιλάνθρωπε, στη δύναμή Σου.)

Το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται κατά τρόπο μυστικό η ιερή ιστορία είναι η προσδοκώμενη σάρκωση του Θεού Λόγου. Σ’ αυτήν αναφέροντο οι προρρήσεις των Προφητών. Την ενανθρώπηση του Κυρίου και γενικότερα ολόκληρο το απολυτρωτικό Του έργο προεικόνιζαν οι λεγόμενοι τύποι και τα αινίγματα της Παλαιάς Διαθήκης· δηλαδή πρόσωπα, γεγονότα και πράγματα, τα οποία, πέρα από τον ιστορικό τους χαρακτήρα, υποδήλωναν κατά σκιώδη και αινιγματικό τρόπο αλήθειες και γεγονότα της Καινής Διαθήκης. Γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Tο της ενσωματώσεως του Λόγου μυστήριον, πάντων έχει των τε κατά την Γραφήν αινιγμάτων και τύπων την δύναμιν και των φαινομένων κτισμάτων την επιστή­μην»).
Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει και o ι. υμνογράφος στον παρόντα ειρμό που αντιστοιχεί στην τέταρτη βιβλική ωδή – ύμνο του προφήτου Αββακούμ, o οποίος κατ’  εξοχήν αναφέρεται στην ενανθρώπηση του Χριστού. Οι προρρήσεις των Προφητών και οι διάφορες προεικονίσεις υποδήλωναν τη σάρκωση του Χριστού από την  Παρθένο Μαρία. Ο προσδιορισμός «εκ Παρθένου» δεν είναι τυχαίος εδώ· ετέθη από τον ι. Κοσμά, όπως παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος, για να φανεί ότι η εορτή στην οποία ανήκει ο ειρμός είναι εορτή της Θεοτόκου.
Ο Κύριος Ιησούς είναι το φως τού κόσμου. Ενανθρώπησε «εις φως εθνών» κατά τον Ησαΐα (42, 6), δηλαδή για να φωτίσει με το φως της ευαγγελικής διδασκαλίας Του τα διάφορα έθνη που βρίσκονταν στα σκοτάδια της αγνωσίας και της ειδωλολατρίας. Όπως γράφει ο προφήτης Αββακούμ, «και φέγγος αυτού ως φως έσται» (3, 4). Η ένσαρκη παρουσία του Κυρίου σαν άλλη αστραπή φεγγοβόλησε τον κόσμο και φώτισε τα έθνη με το φως της αληθούς θεογνωσίας.
Ποιά είναι η «άβυσσος» που φωνάζει με αγαλλίαση προς τον Κύριο «τη δυνάμει σου δόξα, Φιλάνθρωπε»; Εν πρώτοις ας αναφέρουμε ότι και την έκφραση αυτή ο ποιητής την δανείζεται από τον προφήτη Αββακούμ (3, 10): «Έδωκεν η άβυσσος φωνήν αυτής, ύψος φαντασίας αυτής». Άβυσσος, λοιπόν, είναι το πλήθος των εθνών που δέχτηκαν την πίστη του Χριστού και φωτίστηκαν από το φως του Ευαγγελίου Του. Γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύοντας τον προφήτη Αββακούμ: «Ουκούν η άβυσσος, φησί, τουτέστιν η αμέτρητος τε και ακατάλη­πτος των πεπιστευκότων πληθύς…, έδωκε φωνήν αυτής. Δοξολογείται γαρ ο Χριστός παρά παντός ανθρώπων έθνους, και τούτο δρώντας προθύμως κατίδοι τις αν μι­κρούς και μεγάλους, λαμπρούς και ασήμους».

(Μητροπ. Νέας Σμύρνης Συμεών, «Οι Καταβασίες των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών», εκδ. Τέρτιος, 95-102)

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

Πηγή


Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό, που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του – χωρίς την Ανάσταση ο Κύριος δεν θα ήταν ο Λυτρωτής του κόσμου - , οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου, που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια, τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.

1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.

2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως είπαμε,  αποκαλύπτει και το βάθος:Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα,παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.

3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.

4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής, που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.
Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.
Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της, μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;

5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 

Η πίστη στον Χριστό μας προσφέρει μεγάλη βοήθεια και λύτρωση. (Κυριακή Ι΄Ματθαίου)



11ΑΥΓ
Ο Χριστός, ο Κύριός μας, μόλις έχει κατεβεί από το όρος της Μεταμορφώσεως με τους τρεις προκρίτους μαθητές, και στα ριζά του βουνού, όπου ήσαν οι υπόλοιποι και πλήθος λαού, τρέχει ένας άνθρωπος πονεμένος, πέφτει στα πόδια του Ιησού ταπεινά και ικετευτικά, και Τον παρακαλεί και Του λέγει: «Ελέησέ μου το παιδί, γιατί σεληνιάζεται και υποφέρει, κι άλλοτε πέφτει στη φωτιά κι άλλοτε στο νερό. Και το έφερα στους μαθητές Σου κι αυτοί δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν».
Κι ο Χριστός μας στενοχωρήθηκε πολύ, κι είπε τη γενεά της εποχή Του «άπιστη», γιατί ενώ έβλεπε τόσα θαύματα δεν πίστευε, και «διεστραμμένη» από την κακία. Και είπε με παράπονο ακόμη «έως πότε θα σας ανέχομαι;». Μεγάλη είναι η ανοχή του Κυρίου και σε μας όλους. Του κάνουμε τόσα κι Εκείνος μας ανέχεται, μας υπομένει, μας αγαπάει, μας συγχωρεί. Κουνάει και τη γη καμμιά φορά για να μας πει πως «εδώ είμαι, ελάτε κοντά μου. Χωρίς έμενα θα σκάσετε, θα χαθείτε».
Και στη συνέχεια διέταξε να Του φέρουν το άρρωστο παιδί. Κι ο Κύριος πρόσταξε τον δαίμονα να βγει. «Το κωφό και άλαλο δαιμόνιο», όπως λένε οι πατέρες, να βγει απ’ το παιδί. Και βγήκε. Και θεραπεύθηκε αμέσως, θαύμα μεγάλο.
Τα δαιμόνια ταλαιπωρούν κι εμάς· είτε με τα πάθη, είτε με δαιμονισμό, είτε με ό,τι άλλο. Και μόνο ο Χριστός και η Εκκλησία μπορούν να μας θεραπεύσουν και από τα πάθη, και από τα δαιμόνια.
Έφυγε ο Ιησούς απ’ το μέρος εκείνο —δεν ήθελε να δοξάζεται από τους ανθρώπους, γιατί είναι η «άκρα ταπείνωση», και δίνει και σε μας μέγιστο παράδειγμα τέτοιο— και Τον πήραν κατ’ ιδίαν οι μαθηταί και Τον ρώτησαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλομε;». Πονάει κανείς όταν αδυνατεί να κάνει κάτι καλό, κι έχει συνείδηση, και περισσότερο όταν διαπιστώνει την αδυναμία του. Και ο Κύριος τους είπε: «Για την απιστία σας. Επειδή δεν έχετε πίστη σε μένα». Μα οι Απόστολοι! τόσον καιρό κοντά Του, τόσα θαύματα είδαν! Δεν μπόρεσαν…; Ε, τόσο αδύνατος είναι ο άνθρωπος. Κι αν δεν τον δυναμώσει ο Θεός θα συνεχίζει να είναι αδύνατος· κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα κατεβαίνει και τα σκαλοπάτια της αδυναμίας του όλο και περισσότερο. Διότι στη συνέχεια είπε ο Χριστός: «Αν έχετε πίστη θερμή και δυνατή, όπως ο κόκκος του σιναπιού, μπορείτε να μετακινήσετε και βουνό ακόμη, και να μην είναι τίποτε αδύνατο για σας».
Και στο τέλος τους λέγει: «Αυτό το είδος των δαιμονίων δεν βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Και λένε οι πατέρες: «Με την προσευχή παρακαλούμε τον Θεό και λαβαίνουμε τη δύναμή Του. Και με τη νηστεία, που κάνουμε εμείς, αυτή η δύναμη του Θεού επιδρά στους αρρώστους, που πάσχουν από δαιμόνια κι από άλλες νόσους, και γίνεται η θεραπεία». Η νηστεία είναι βασικό, γιατί είναι η πρώτη εντολή του Θεού, την οποία εμείς παραβήκαμε και βγήκαμε στην παρανομία και την απάτη. Κι ο δαίμονας την τρέμει γιατί είναι εντολή Θεού. Κι όταν κάνουμε εμείς υπακοή, παίρνουμε και τη δύναμη του Θεού. Γι’ αυτό ας προσέχομε και τη νηστεία, και την υλική και κυρίως την πνευματική και ψυχική, και περισσότερο την προσευχή, που είναι τα νεύρα της ψυχής, που είναι η δύναμη. Έλεγε κάποιο περιοδικό προ ετών: «Αν αφήσομε την προσευχή θα τρελαθούμε». Σήμερα οι περισσότεροι την έχουμε αφήσει, γι’ αυτό και τόσα τρελλά.
Και στη συνέχεια ο Ιησούς Χριστός,  προείπε στους Μαθητές Του πως θα παραδοθεί στα χέρια των ανθρώπων, —των Γραμματέων, Φαρισαίων, Αρχιερέων, Ποντίου Πιλάτου και υπολοίπων— και πως θα Τον φονεύσουν, θα Τον σταυρώσουν και θα αποθάνει, αλλά την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του θα αναστηθεί, γιατί πηγαίναμε για τα Ιεροσόλυμα και για το Άχραντο Πάθος.

(Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, «Το Κήρυγμα της Κυριακής», τ. Α΄, εκδ. Αρμός, σ.132-134)

Ἡ θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου υἱοῦ (Ματθ. ιζ,14-23) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος


undefined



Ματθ. 17,14-21. Μάρκ. 9,14-29 Λουκ. 9,37-43
«Ἐγένετο δὲ τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ» τὴν ἑπομένην δηλαδὴ ἡμέραν ἀπὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του «κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν Του κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς τοὺς πρόποδας αὐτοῦ, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταὶ καὶ ὁ λαός. Ὁ Κύριος κατελθών κατευθύνεται ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί. Ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταὶ «ἐλθόντες πρὸς τοὺς μαθητάς εἶδον ὄχλον πολὺν περὶ αὐτοὺς καὶ Γραμματεῖς συζητοῦντας πρὸς αὐτούς». Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς (1) νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια, προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσωσι δαιμονιζόμενόν τινα υἱὸν ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν. Οἱ Γραμματεῖς εὑρισκόμενοι ἐκεῖ καὶ ἰδόντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐνέπαιζον πιθανὸν αὐτοὺς καὶ τὸν Διδάσκαλόν των. Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι συζητοῦν μετ’ αὐτῶν ὑπερασπίζοντες τὸν Διδάσκαλόν των. Ὁ λαὸς συνεκεντρώθη γύρω ἀπ’ αὐτούς. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάνει καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μαθητῶν ἐκ τοῦ ὄρους. «Εὐθὺς πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες Αὐτὸν ἐξεθαμβήθησαν» ἐξεπλάγησαν, οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη ἐπικαίρως καὶ ἀπροσδοκήτως, ὅτε οἱ 9 μαθηταὶ Του ἐπολεμοῦντο ὑπὸ τῶν Γραμματέων ἤ διότι κατ’ ἄλλους — τὸ ὀλιγώτερον πιθανόν— ἔφερεν ἀκόμη ἀρκετὴν αἴγλην εἰς τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ἐκ τῆς μεταμορφώσεώς Του. Ἡ αἴγλη αὕτη ὀλίγον χρόνον διήρκεσεν, διότι εὐθὺς οἱ ἄνθρωποι «προστρέχοντες ἠσπάζοντο Αὐτόν».

Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς προστρέξαντας πρὸς Αὐτόν. «Τί συζητεῖτε πρὸς αὐτούς;» Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεώς σας μὲ τοὺς μαθητάς Μου; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην «ἰδοὺ ἀνὴρ ἐκ τοῦ ὄχλου προσῆλθεν Αὐτῷ γονυπετῶν καὶ ἐβόησε λέγων. Κύριε δέομαί Σου ἐπίβλεψαι καὶ ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται «καὶ κακῶς πάσχει. Μονογενής μου ἐστίν». Πατὴρ τις ἔχων δαιμονιζόμενον υἱὸν παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Αἱ διάφοροι κρίσεις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συμβαίνουσι κατὰ διαφόρους φάσεις τῆς σελήνης, ἐξ οὗ ἡ δαιμονοπληξία ὀνομάζεται σεληνιασμός. Ὁ πατὴρ περιγράφει τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ υἱοῦ του ὡς ἑξῆς. «Κύριε ἤνεγκα πρὸς Σὲ τὸν υἱόν μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον». Ὁ υἱὸς οὗτος δηλαδὴ κατείχετο ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ θῦμα του ἄλαλον, ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ πονηρὸν τοῦτο «πνεῦμα λαμβάνει αὐτὸν καὶ ἐξαίφνης κράζει καὶ ρήσσει» ἤτοι «σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ» τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ στόματός του. «Τρίζει τοὺς ὀδόντας καὶ μόλις ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ ὁ δαίμων συντρίβων αὐτόν». Μετὰ τοὺς σπασμοὺς αὐτούς, τὸ τράνταγμα αὐτὸ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «ξηραίνεται» γίνεται ἄκαμπτος σἄν τὸ ξηρὸν ξύλον, ἀναισθητεῖ καὶ «πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» προσθέτει ὁ δυστυχὴς πατήρ. Ὁ πατὴρ γνωρίζει εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι «ἐδεήθην τῶν μαθητῶν Σου, ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτὸ καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν». Παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς Σου νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν.

Ὁ Κύριος ἐπιπλήττων τὴν ὀλιγοπιστίαν τῶν μαθητῶν Του καὶ τοῦ πατρὸς τούτου καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱὸς οὗτος, λέγει˙ «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἡ γενεὰ τοῦ Κυρίου ἐδῶ εἶναι κυρίως ἡ τῶν Φαρισαίων. Αὕτη δὲν ἦτο μόνον ἄπιστος, ἀλλὰ καὶ διεστραμμένη, διότι παρ’ ὅλα τὰ θαύματά Του ἔμεινεν ἄπιστος εἰς Αὐτόν. Διά τοῦτο λέγει πρὸς αὐτήν: Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας εἰς μάτην διδάσκων ὑμᾶς; ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι ἀπιστοῦντας εἰς Ἐμὲ καὶ εὑρισκόμενος μαζί σας; Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦτο ἀνοχή! Ὁ Κύριος ἐν τῇ ἀγανακτήσει Του ταύτῃ συμπονῶν πατέρα καὶ υἱόν—, ὁποία μεγαλοπρέπεια!—λέγει πρὸς τὸν πατέρα: «φέρετε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς Αὐτόν», ὡδήγησαν τὸν δαιμονιζόμενον υἱὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. «Ἔτι δὲ προσερχόμενου αὐτοῦ» πρὸς τὸν Ἰησοῦν «τὸ δαιμόνιον ἰδὼν» τὸν Ἰησοῦν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ παιδίου «ἔρρηξε αὐτὸν» μετὰ πατάγου ἔρριψε κατὰ γῆς «συνεσπάραξεν αὐτὸν» ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς «πεσών ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων». Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁμιλεῖ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ παιδίου. Ὁ Κύριος, ἵνα διδαχθῇ ὁ λαὸς τὸ μέγεθος τοῦ πονηροῦ τούτου πνεύματος καὶ αἰσθανθῇ τὴν ἐκ τῆς θεραπείας τοῦ υἱοῦ τούτου θείαν Του δύναμιν, ἐρωτᾷ τὸν πατέρα˙ «πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονε αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε˙ παιδιόθεν. Πολλάκις καὶ εἰς πῦρ αὐτὸν ἔβαλλεν καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Ὁ πατὴρ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱὸν του ὀλιγοπιστῶν καὶ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ ἐν πλήρει συντριβῇ λέγει πρὸς τὸν Ἰησοῦν: «Εἰ τι δύνῃ, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεῖς ἐφ’ ἡμᾶς». Ἂν δύνασαι, βοήθησέ μας!

Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία ἀπαιτεῖ καὶ τὴν πίστιν τοῦ θεραπευομένου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος φροντίζων νὰ διεγείρῃ τὴν πίστιν τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ μετριοφροσύνης ἀποδίδων τὴν θεραπείαν εἰς τὴν πίστιν ταύτην λέγει τὸ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὁ πατὴρ συγκεντρώνων τὰς ὀλίγας δυνάμεις τῆς πίστεώς του καὶ αἰσθανόμενος, ὅτι δὲν εἶναι, ὅσον ἔπρεπε, πιστός, λέγει μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Ἰησοῦν «πιστεύω˙ βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» ἤτοι βοήθησόν με τὸν ὀλιγόπιστον. Αὐτὸ ἤθελε καὶ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν ταύτην. Ἔπειτα προβαίνει εἰς τὸ θαῦμα ὡς ἑξῆς:

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ εἰς μικρᾶν ἀπόστασιν εὑρισκόμενος ὄχλος συγκεντρώνεται πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἀποφεύγων πάντοτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου «ἰδών, ὅτι ἐπισυντρέχει ὁ ὄχλος» ὅτι συγκεντρώνεται ὁ λαὸς «ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ» διέταξε τὸν διάβολον «λέγων αὐτῷ˙ τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν πνεῦμα ἐγὼ ἐπιτάσσω σοι, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Ὀνομάζεται ὁ κατέχων τὸν υἱὸν τοῦτον πνεῦμα ἄλαλον καὶ κωφόν, διότι προκαλεῖ εἰς τὸ θῦμα του κωφότητα καὶ βωβαμάραν. Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὑπακούει εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀφίνων τὰ τελευταῖα δείγματα τῆς κακίας του ἐπὶ τοῦ θύματός του «κράξαν» τὸ ἴδιον «καὶ πολλὰ σπαράξαν» τὸ θῦμα Του «ἐξῆλθεν». Ὁ δὲ υἱὸς «ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε τοὺς πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν». Ὁ Ἰησοῦς λίαν συμπαθῶς «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἤγειρεν αὐτόν». Ὁ υἱὸς «ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης καὶ ἀνέστη» καὶ ἠγέρθη, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν υἱὸν τοῦτον «ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ» τὸν παρέδωκε εἰς τὸν πατέρα Του. Πάντες οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ταῦτα «ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ», ἐξεπλήσσοντο διὰ τὰ μεγάλα ταῦτα ἔργα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Μετὰ ταῦτα «εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς οἶκον οἱ μαθηταί αὐτοῦ κατ’ ἰδίαν ἐπηρώτων αὐτόν, διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν» δὲν μπορέσαμεν «ἐκβαλεῖν αὐτὸ» νὰ ἀποδιώξωμεν τὸ πονηρὸν δηλαδὴ αὐτὸ πνεῦμα; Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ: «διὰ τὴν ὀλιγοπιστίαν ὑμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχον λάβει ἐξουσίαν νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια. Πεποιθότες ὅμως εἰς τὴν ἰδίαν των δύναμιν καὶ μὴ καταφυγόντες εἰς τὴν προσευχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του «τοῦτο τὸ γένος» τῶν δαιμόνων γενικῶς «ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ὁ Κύριος δεικνύων τὴν δύναμιν τῆς πίστεως ἐνισχυομένην ὑπὸ τῆς προσευχῆς συμπληροῖ λέγων: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Πίστις ὡς κόκκος σινάπεως εἶναι ἡ θερμὴ πίστις, ὡς θερμὸς εἶναι ὁ σιναπόσπορος. Αὕτη δύναται ὄρη νὰ μετακινήσῃ, λέγει ὁ Κύριος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μετεκίνησαν ὄρη, διότι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτη. Ἀνέστησαν ὅμως νεκροὺς μὲ τὴν πίστιν των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀνώτερον τῆς μετακινήσεως τῶν ὀρέων.



Θέμα: Ἀνατροφὴ τῶν τέκνων.

Εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπὴν τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν.

Α. Ἐξωχριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων: Προκειμένου νὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παιδὶ καὶ τοὺς διδασκάλους του. Ἐπειδὴ δὲ διδάσκαλοι τοῦ παιδίου πλὴν τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖον, θὰ ἴδωμεν τὴν φύσιν τοῦ παιδίου, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους αὐτοῦ.

Πρῶτον. Ἡ φύσις τοῦ παιδίου: Ἐκ τῆς ἀνωτέρω εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἴδομεν, ὅτι ὁ υἱὸς «κακῶς σεληνιάζεται. Πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ, πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ξηραίνεται». Ἡ δὲ ζωὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ παῖς παρ’ ὅλην τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν ποὺ ἔχει εἰς μικράν ἡλικίαν, ὅσον προχωρεῖ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁ ἐγωϊσμός, τὸ πεῖσμα, ἡ ζήλεια καὶ τὰ λοιπὰ πάθη εἶναι ψεγάδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναντίρρητα. Ἡ εἰκὼν τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ὑπολείπεται πολλάκις τοῦ παιδικοῦ δαιμονίου ὑγιοῦς υἱοῦ. Καὶ τὸ παιδί, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος πάθους τινός, τινάζεται, ξηραίνεται, κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ κακία πηγάζουσα ἐκ τῶν πρωτοπλάστων Ἀδάμ—Εὔας εἶναι κληρονομικὴ ἑπομένως παρουσιάζεται καὶ εἰς τὰ παιδιὰ καὶ εἶναι βαθεῖα.

Δεύτερον. Οἱ γονεῖς: Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦτο ὀλιγόπιστος καὶ ὁ Κύριος ὠνόμασε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα τοῦτον «γενεὰν ἄπιστον» καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας ταύτης δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Χριστός. Πράγματι! Αἱ ἀτέλειαι τῶν γονέων ἐπιδροῦν πολὺ εἰς τὴν μὴ ὀρθὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν τέκνων των ἰδίως δὲ ἡ ἀπιστία των. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἀπρόσεκτος συμφεριφορὰ τῶν συζύγων εἰς ζητήματα αἰδημοσύνης, αἱ ἀδυναμίαι τῶν γονέων ἐνώπιον τῶν τέκνων, ἡ προσκόλλησις τῶν γονέων εἰς τὸ χρῆμα, ὥστε ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ νὰ συντρίβῃ ψυχικῶς τοὺς γονεῖς, ἐπιδροῦν ὀλεθρίως εἰς τὰ τέκνα. Ὄχι αἱ συμβουλαὶ τῶν γονέων, ἀλλὰ τὰ ἄπρεπα λόγια τῆς στιγμῆς ἐπιδροῦν εἰς τὰ παιδιά, τὰ ὁποία εἶναι εὔφλεκτος ὕλη εἰς τὰ λόγια ταῦτα τῆς στιγμῆς τῶν γονέων, διότι οἱ μικροὶ εἶναι κατάσκοποι τῶν μεγάλων!

Τρίτον. Τὸ σχολεῖον: Ὁ δαιμονιζόμενος υἱὸς δὲν ἐθεραπεύθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος δὲν εἶχον οὗτοι τὴν ἀνάλογον πίστιν οὐδὲ τὴν προσευχήν. Ἐὰν οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν, διότι ἐστεροῦντο ἀναλόγου πίστεως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διώξῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διδασκάλους ἀπίστους. Δυνατὸν οἱ μορφωμένοι διδάσκαλοι ἀλλὰ ἄπιστοι νὰ δώσωσιν εἰς τὰ παιδιὰ γνώσεις πολλάς. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διώξωσιν ἀπὸ τὰ παιδιὰ οὐδὲ ἕν δαιμόνιον, Διά τὴν ζήλειαν, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, τὸ πεῖσμα, τὸν θυμὸν καὶ λοιπὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐμφωλεύουν εἰς τὴν καρδίαν τῶν παιδιῶν, δὲν καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἐκριζωθῶσι, διότι ἡ προσοχὴ τοῦ σχολείου στρέφεται κυρίως εἰς τὰς γνώσεις ὑπὸ τὰς δύο ὄψεις τὴν μνήμην καὶ τὴν κρίσιν. Αὐτὰ ἀναπτύσσονται καὶ βαθμολογοῦνται. Ἡ διαγωγὴ βαθμολογεῖται μόνον χωρὶς νὰ διαπαιδαγωγῆται, ὅπως παιδαγωγεῖται ἡ μνήμη καὶ ἡ κρίσις. Πῶς τὸ σχολεῖον θὰ βγάλῃ τὸ δαιμόνιον ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον παιδὶ ἔχει τόσην κακίαν, τὸ δὲ σχολεῖον ἄνευ Χριστοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν;

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ αἰσθανθεῖς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ παιδιοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν ἰδικὴν τοῦ κατέφυγεν εἰς τὸν Χριστόν. Καὶ ἡμεῖς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν παιδικὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν οἰκογενειακὴν καὶ σχολικὴν ἐλλιπῆ διαπαιδαγώγησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Χριστόν, διότι μόνον Αὐτὸς θὰ βγάλῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιά.

Β. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδίων. Τὰ παιδιὰ θὰ εὕρουν τὴν χαρὰν των εἰς τὸν Χριστόν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα μεγάλο παιδί. Τὰ παιδιὰ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ εὕρουν τὸ ἄναμμά των καὶ συμπλήρωμά των. Θὰ ἀνάψῃ ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ θὰ ἀποκτήσουν ὅ,τι τοὺς λείπει. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἁπλότης τοῦ μικροῦ παιδιοῦ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τῆς καθαρότητος. Τὸ παιδὶ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν φυσικήν του χαράν, ἀλλὰ καὶ καρδίαν καθαράν. Ἡ φυσικὴ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν αὐτὰ εὑρεθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, θὰ εὕρῃ σπουδαῖον τρόπον ἐκδιώξεως τῶν δαιμονίων διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ποῖος ἱερεὺς ἐξωμολόγησε μικρὰ παιδιὰ καὶ δὲν εἶδε τὴν παιδικὴν εἰλικρίνειαν πεντακάθαρη; Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ αἱ πτώσεις των πολλαί. Ἡ εἰλικρίνειά των ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι τόσον φυσική, ὥστε προσφέρει ὅλο σιτάρι, κόκκους καθαροὺς ἐνοχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομολογούμενοι προσφέρουσι ὀλίγους κόκκους ἐνοχῆς, τὰ περισσότερα δὲ λόγια των εἶναι ἄχυρα ἀπὸ βάσανα καὶ ἱστορίες ἤ ἁμαρτίες ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἁπλότης, χαρὰ καὶ εἰλικρίνεια, τὰ στολίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας θὰ ἐνισχυθῶσι καὶ θὰ συμπληρωθῶσι ὑπὸ τῆς καθαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ ὡδήγησε τὸ παιδίον του εἰς τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωσι καὶ οἱ γονεῖς εἰς τὰ παιδιὰ των. Πρέπει νὰ ὁδηγοῦν αὐτὰ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει δηλαδὴ οἱ γονεῖς νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε νὰ ἐκκλησιάζωνται. Πρέπει οἱ γονεῖς ὄχι μόνον νὰ στελλουν τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, ἀλλὰ νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ αὐτοί, ὅπως ἐξωμολογήθη καὶ ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τὴν ὀλιγοπιστίαν του εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει οἱ γονεῖς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πόσον ὡραῖον νὰ βλέπῃ τις γονεῖς νὰ συμπροσεύχωνται μὲ τὰ παιδιὰ των! Πόσον συγκινητικὸν γονεῖς νὰ συμψάλλουν μὲ τὰ παιδιὰ των. Τότε θὰ φύγουν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐὰν οἱ γονεῖς στέλλουν μόνον τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐξομολόγησιν, θείαν κοινωνίαν, αὐτοὶ δὲ ἀδιαφοροῦσιν, οὐδόλως οἰκοδομοῦσιν αὐτά.

Τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἤ εἰρωνεύονται τὰ παιδιὰ των, ὅταν αὐτὰ θρησκεύωσι; Αὐτοὶ πρῶτοι θὰ πληρώσωσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των, διότι τὰ δαιμόνια τῶν παιδιῶν αὐτῶν θὰ στραφοῦν κατὰ τῶν γονέων των καὶ θὰ ποτίσουν αὐτοὺς μὲ δηλητήριον. Ἰδοὺ ἡ φύσις τοῦ παιδίου μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ αἱ ἀτελεῖς διαπαιδαγωγήσεις σχολικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν.

Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διαπαιδαγώγησις τῶν παιδιῶν φαίνεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁ βαθύπλουτος Κροῖσος ἠρώτησε τὸν σοφὸν Σόλωνα, ποῖος εἶναι ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Σόλων ἀπαντᾷ: Ὁ Βίτων καὶ ὁ Κλέοβις, διότι θρησκευτικῶς παιδαγωγηθέντες ὑπὸ τῆς μητρὸς των ἐφάνησαν εὐγνώμονες εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ μήτηρ τῶν δύο αὐτῶν υἱῶν μετέβαινε τακτικὰ εἰς τὸν ναόν. Ἡμέραν τινά, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ ἵπποι τοῦ ὀχήματος, ἐζεύχθησαν οἱ δύο οὗτοι υἱοὶ καὶ ἔφερον ἐγκαίρως τὴν μητέρα των εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ κοιμηθέντες οἱ δύο υἱοὶ κατόπιν προσευχῆς τῆς μητρὸς των, ὅπως ἐπιτύχωσιν οὗτοι τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ἀπέθανον ἐν τῷ ναῷ! Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν εἶχον οἱ πρὸ Χριστοῦ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφήν, ποίαν σημασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ παιδιὰ εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἀνατροφήν; Ἂς ὁδηγήσωμεν λοιπὸν τὰ παιδιὰ εἰς τὸν Χριστόν!


Δευτέρα πρόρρησις τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.

Ματθ. 17,22-23. Μᾶρκ. 9,30—32. Λουκ. 9,43β—45.
Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθηταὶ Του «ἐξελθόντες ἐκεῖθεν» ἐκ τῶν μερῶν δηλ. τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου, ὅπου ἐθεραπεύθη ὁ σεληνιαζόμενος υἱὸς «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οὐκ ἤθελεν, ἵνα τις γνῷ». Ὁ Κύριος δηλαδή, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν κοσμικὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἵνα εὑρίσκεται μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν Του παρασκευάζων αὐτοὺς διὰ τὸ πάθος του «παρεπορεύετο» ἤτοι διήρχετο πόλεις καὶ κώμας χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἤ ἐπορεύετο διὰ τῶν μὴ κεντρικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων.

«Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσι, οἷς ἐποίει καὶ συστρεφομένων αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητάς αὐτοῦ». Ἐνῷ δηλαδὴ ὅλοι ἐθαύμαζον διὰ τὸ θαῦμα τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ καὶ τὰ ἄλλα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμνε καὶ ἐνῷ περιεφέρετο ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν Του ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, «ἐδίδασκε» συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνιζεν εἰς «τοὺς μαθητάς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς˙ θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους», δέσατε κόμπον καλὰ εἰς τὸ μυαλό σας, ὅτι «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται» ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν Αὐτὸν» θὰ τὸν φονεύσωσι «καὶ ἀποκτανθεῖς τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐγερθήσεται» καὶ φονευθείς θὰ ἀναστηθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν. Οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ταῦτα «ἐλυπήθησαν σφόδρα». Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους μεταμόρφωσίν Του στρέφει τὸ βλέμμά Του εἰς τὸν Γολγοθᾶν, διότι ὁ καιρὸς πλησιάζει, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναβῇ εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα σταυρωθῇ. Οἱ μαθηταὶ ἀδυνατοῦν νὰ συνδέσουν τὰ δύο ταῦτα ὄρη, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συνδυάσωσι μεταμόρφωσιν καὶ σταύρωσιν. Διά τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει δὶ’ αὐτούς. «Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ρῆμα τοῦτο» τῆς σταυρώσεως. Δὲν ἐνόουν τὴν σταύρωσίν Του, διότι ἦσαν πλήρεις πολιτικῶν μεσσιανικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ ἄλλο τι: «τὸ ρῆμα τοῦτο ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτὸ καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι Αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου». Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ἦτο ἀκατανόητος, πολὺ βαρεῖα διὰ τὸν νοῦν τῶν Ἀποστόλων. Ἡ θεία πρόνοια, ἵνα μὴ συντριβῶσιν οἱ Ἀπόστολοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὦσι ἐν διαρκεῖ κατηφείᾳ ἐπέτρεπε νὰ μὴ ἐννοῶσι τὴν φρικτὴν ὄψιν τοῦ σταυροῦ πλήρως. Ἐφοβοῦντο δὲ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἵνα μὴ λυπήσωσιν Αὐτὸν καὶ ἐπιτιμηθῶσιν ὑπ’ Αὐτοῦ, ὡς ἐπετιμήθη καὶ ὁ Ἀπόστ. Πέτρος, ἴσως δὲ καὶ ἵνα μὴ ἀκούσωσι τρομερώτερα πράγματα.

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνόησαν «τὸ ρῆμα» τὸν λόγον περὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἐνόησαν ὅμως κάποιο ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ἑξῆς. Προλέγων ὁ Κύριος τὸ πάθος Του, δηλοῖ, ὅτι ἑκουσίως πάσχει, εἶναι κύριος τοῦ πάθους Του. Ἑπομένως ὁ πειρασμὸς τοῦ ἀπροσδοκήτου τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσῃ τελικῶς τοὺς μαθητάς Του περὶ δῆθεν ἀποτυχίας τοῦ ἔργου Του.

Ἡ πρόρρησις αὕτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου θεωρεῖται δευτέρα, ἂν καὶ πρὸ ταύτης ὑπῆρξαν δύο ἄλλαι ἐν Ματθ. 16,21 καὶ 17,12, διότι ἡ πρώτη 16,21 θεωρεῖται κυρία πρόρρησις. Ἡ ἄλλη ἐν 17,12 ἦτο συμπτωματική. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἦτο ἀκατανόητος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἐθεωρεῖτο ἐσχάτη ἀδυναμία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν των καὶ ἀπελπισία διὰ τὸν ἑαυτὸν των. Καὶ ὅμως ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπίς.



Θέμα: Ὁ Σταυρὸς δύναμις - ἐλπὶς
Α.Ὁ Σταυρὸς δύναμις. Ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις πρὸς τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὑλικὸν κόσμον καὶ τὸν ἔμψυχον κόσμον ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων.
α) Ὁ Σταυρὸς δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν βλέπωμεν τὸν Ἰησοῦν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν μανίαν τῶν σταυρωτῶν του καὶ παραδίδοντα τὴν ἁγίαν Του ψυχὴν ἐν μέσῳ τόσων σκληρῶν βασάνων μὴ φαντασθῶμεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην θέσιν ἀπὸ ἀδυναμίαν. Δὲν εἶναι ἡ σκληρότης τῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα τὸν κάμνουν καὶ ἀποθνῄσκει, εἶναι ἡ θέλησίς Του. Ὁ θάνατος παρ’ ἡμῖν προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας, ἀπὸ ἐξάντλησιν. Ὁ Κύριος ἀποθνῄσκει, διότι τό θέλει. Ὁ Κύριος πρὶν σταυρωθῇ ὁμολογεῖ: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν». Ἰωάν. 10,18. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ὁ Κύριος ἐξηπλωμένος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐξετάζει διὰ τῆς σκέψεώς Του τὰ ὑπὸ τῶν προφητῶν περὶ ἑαυτοῦ γραφέντα καὶ «εἰδώς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὰ πάντα τετέλεσται» ἐννοήσας, ὅτι ἅπασαι αἳ προφητεῖαι ἐξεπληρώθησαν πλὴν τοῦ πικροῦ ποτίσματος, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ εἶπε «διψῶ». (2)

Μετὰ ταῦτα ἰδών, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Τὸν κρατᾷ εἰς τὸν κόσμον, ὑψώνει τὴν φωνήν Του καὶ παραδίδει τὸ πνεῦμα μετὰ τοσαύτης ἠρεμίας, ὥστε εἶναι εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν. Ποῖον ἄλλον εἴδομεν νὰ κοιμᾶται μετὰ τοιαύτης γλυκύτητος, μεθ’ ὅσης ἀποθνῄσκει ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Οὐδένα! Ποῖος ἄλλος ὁρίζει τόσον ἀκριβῶς τὴν ὥραν τοῦ ὕπνου, καθ’ ἥν θὰ κλείσουν τὰ βλέφαρά του, ὡς ὁρίζει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Τὶς τῶν ἀνθρώπων μελετῶν ταξίδιον ὁρίζει τόσον ἐπακριβῶς τὴν ὥραν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεως, ὅσον ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Διά τοῦτο ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ζῶντος τοῦ Κυρίου οὐδόλως συνεκινήθη ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου τύχης, ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Κύριος, ὠμολόγησεν ἐκεῖνος τὴν θεότητά Του εἰπών «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος».

Διατί; Διότι εἶδεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ καὶ ἐξαντλήσει δύναμιν ἠρεμίας καὶ ἐλευθερίαν αὐτοδιαθέσεως. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου; Ἀποθνῄσκει κατὰ τὸν Αὐγουστῖνον ἐκ δυνάμεως, ἐπειδὴ τὸ θέλει καὶ οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας παρὰ τὴν θέλησίν Του. Ὦ δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου!

β) Ὁ Σταυρὸς δύναμις πρὸς τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Ὁ Σταυρικὸς θάνατος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὸν Οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, διότι ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη «σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν, τὰ μνημεῖα ἠνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη˙ καὶ τὸ καταπέτασμα» τὸ τέμπλον τοῦ Ναοῦ, ἂς εἴπωμεν σήμερον, «ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω». Γενικῶς ὁ σταυρὸς δίδει ἕνα μάθημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἄψυχον φύσιν νὰ μάθῃ ποῖον ἦτο τὸ χάος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε καὶ εἰς τό ὁποῖον θὰ κατήντα, ἂν δὲν συνετηρεῖτο ὑπὸ τῆς θείας προνοίας. Πόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ!

γ) Ὁ σταυρὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ δαίμονας.
 Ὁ σταυρὸς συνταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἄψυχον φύσιν, ἀλλὰ τοὺς δαίμονας καὶ τὸν ἐγωϊσμὸν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ πῶς. Μεγαλύτερα νίκη εἶναι ἡ καθυπόταξις τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν συντριβὴν ὁλοκλήρου τῆς φύσεως, διότι οὐδὲν ἐν τῇ φύσει ῥοῶδες καὶ ἀνυπότακτον ὅσον ἡ ἀνθρωπίνη καρδία καὶ οὐδὲν ἄκαμπτον ὅσον ἡ τῶν δαιμόνων ὑπεροψία. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦ Θείου Θρόνου καὶ ἐκρήμνισεν ἐκεῖθεν μερίδα ἀρκετὴν καὶ ἐκλεκτὴν τῶν Οὐρανίων πνευμάτων, τοὺς ἀγγέλους, κατόπιν κατῆλθεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀφοῦ μετέβαλε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐγωϊστάς καὶ ἀντάρτας κατὰ τοῦ Θείου θελήματος, ἔκαμε αὐτοὺς δούλους τοῦ κακοῦ.

Ὁ σταυρὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέταξε τοσαύτας καὶ τοιαύτας καρδίας ἀνθρωπίνας, οἵας οὐδεμία ἄλλη δύναμις τοῦ κόσμου. Γύρω τοῦ σταυροῦ βασιλεῖς ἐναπέθεσαν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς βασιλικάς ἀλουργίδας, παρθένοι ἀφιέρωσαν τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς των. Μάρτυρες ἔδωκαν τὸ αἷμὰ των, πλῆθος δὲ ὁσίων, ἀσκητῶν, ἱερομαρτύρων ἔζησαν τὸν σταυρὸν ὑποτάσσοντες τὸν ἐγωϊσμὸν των. Ποῖα ὅπλα ἐχρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τούτων; Μήπως κεραυνούς, ἀστραπάς ἤ τὴν μεγαλοπρεπῆ Του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὰ ὑψηλότερα ὄρη τρέμουν, διαρρέουν ὡς τηκόμενος κηρός; Ὄχι! Ἀλλὰ αἱματωμένην καθέδραν, ὀνοζομένην σταυρόν, αἷμα χυνόμενον μετὰ σκληρότητος, θάνατον ἄτιμον. στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ πολὺ σοφὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Θὰ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἐγωϊσμὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν ἐγωϊστὴν δαίμονα ὑπερόπτην, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει κατ’ αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως. Ἡ ἀδυναμία πρέπει νὰ τὸν νικήσῃ, ἵνα ἡ ἧττά του εἶναι καὶ ταπείνωσίς του! Πρέπει νὰ ἡττηθῇ διὰ μέσου τινός, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ! Ὑψώθης ὦ Σατανᾶ, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὅλης σου τῆς δυνάμεως. Κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἐναντίον σου μετὰ πάσης ἀδυναμίας, ἵνα δείξῃ πόσον περιφρονεῖ τὰ σχέδιά σου. Ἠθέλησες νὰ γίνῃς Θεὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας κατὰ τὸ φαινόμενον ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γίνεται Θεός σου! Ὦ δύναμις τοῦ σταυροῦ! Ἡ ἐσχάτη ἀδυναμία ἔφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἷα οὐδεμία ἄλλη δύναμις. Πολὺ καλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχᾶται οὐχὶ εἰς τὰ θαύματα καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἰς τὸν σταυρόν Του. «Ἐμοὶ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰμὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Ὦ δύναμις τοῦ Σταυροῦ! Εἰς μάτην προσπαθοῦν οἱ δήμιοι Ρωμαῖοι στρατιῶται σταυρώνοντες τὸν Χριστὸν νὰ ξηράνουν τὸ ποταμὸν τῆς ζωῆς. Ὅσα περισσότερα πλήγματα καταφέρουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ περισσότερον αἷμα χύνεται, τόσον ἀφθονωτέρα ἡ ζωὴ ἀναβρύει ἐκ τῶν πληγμάτων! Ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλάρι ὕδατος ζῶντος. Κάθε κτύπημα καὶ ζωή! Κτυπήσατε λοιπὸν σεῖς, δήμιοι σταυρωταί, μεθ’ ὅλης τῆς σωματικῆς σας δυνάμεως καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἀγριότητας! Ἀνοίξατε πληγᾶς, θύρας καὶ παράθυρα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἵνα διαρρεύσῃ ἡ ὡραία Του ζωή! Ματαιοπονεῖτε. Δὲν θὰ ῥεύσῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ Αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μάλιστα! Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς ἀγριότητός σας τὸ ἐπέτυχεν Ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀγάπης Του, διότι ἀπὸ ἀγάπην Του ἠθέλησε καὶ ἀπέθανε! Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μας.

Β. Ὁ Σταυρός—Ἐλπίς. Οὗτος εἶναι ἡ ἐλπίς μας. Πράγματι. Ἡ πληθὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι μεγάλη. Εἰς ποίαν ἀπελπισίαν θὰ περιεπίπτομεν, ἀφοῦ ὁ στενὸς δρόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς διατάσσει νὰ βαδίσωμεν, τὸ εὐόλισθον τοῦ δρόμου τούτου, τὸ ἀσθενές τῆς κυμαινομένης καὶ ἀσταθοῦς θελήσεώς μας θὰ μᾶς ὡδήγουν εἰς ἀπείρους πτώσεις; Ὅταν ῥίψω ἕν βλέμμα εἰς τὰ μυστικὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ἱκανῆς νὰ κρύψῃ τόσας καὶ τόσας πτυχάς στρεβλάς διεφθαρμένων κλίσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν οὐδὲ κἄν ὑποψίαν ἔχω, φρίτω. Φρικιῶ, ὅταν συλλογισθῶ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀθῶα λόγια καὶ ἔργα ὑπάρχουν τὰ μολύσματα τοῦ κακοῦ! Ἐὰν ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν «οὐδὲν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ’ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι» «δὲν αἰσθάνομαι συγκεκριμένον τί ἁμάρτημα καὶ ὅμως δὲν εἶμαι ἀπηλλαγμένος ἁμαρτιῶν» τί δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι καὶ ἁμαρτωλοί; Ἔχομεν ὅμως ἐλπίδα τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐνισχύει τὴν ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν, συγχωρεῖ τὰς πτώσεις.

Ὦ Σταυρὲ Πανσεβάσμιε, σὺ χύνεις μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας ἠρεμίαν Ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἀγκαλιάσω τὸν σταυρόν, οὐδέποτε θὰ χάσω τὴν ἐλπίδα μου. Ἐφ’ ὅσον βλέπω εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν φέροντα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν σημαδεμένην εἰς τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ τὴν καρδίαν, τὴν κεφαλὴν μὲ τὰ σημάδια ἐκεῖνα τῆς ἀγάπης, τὰς πληγάς τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδόλως ἀπελπίζομαι, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸ ἀσθενὲς ἀνθρώπινον γένος. Οὐδόλως ὁ τρόμος τῆς θείας μεγαλειότητος μὲ ταράσσει, ὥστε νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ πλησιάσω καὶ νὰ σκεπασθῶ εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἡ σταυρωμένη θεία σὰρξ εἶναι ἄσυλον τῆς ἀνθρωπίνης μου ἀδυναμίας. Ὁ Σταυρὸς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἐλεηθῶ. Ὁποία ἐλπίς!

Ποίαν δύναμιν παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ἔχει ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ποὺ δίδει καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τοὺς διαφόρους ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. Οὗτος ἐν ἐρήμῳ εὐρισκόμενος ὑφίστατο πολλοὺς πειρασμοὺς ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπειράζετο ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἐν ἐρήμῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας, ἐνεφανίζετο δηλαδὴ ὁ Σατανᾶς ὑπὸ μορφὴν ὄφεων καὶ ἀγρίων θηρίων. Ὅταν ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὁ Ἅγιος, οἱ δαίμονες ἔφευγον. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὅπλον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ σταυρός. Ὅπως φεύγει τὸ σκυλὶ πρὸ τῆς μάστιγος, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ διάβολος πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπὶς ἡμῶν.

(1) Μάρκ. 6,7-13
(2) Ἰωάν. 19,23.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...