Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2012

Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Ο Αθηναγόρειος θρύλος. 40 χρόνια μετά την κοίμηση μιάς αξιοθρήνητης προσωπικότητος.




Ο Αθηναγόρειος θρύλος.
40 χρόνια μετά την κοίμηση μιάς αξιοθρήνητης προσωπικότητος.
Υπό αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.
Πρ. Ιερού Ναού Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς.
Συμπληρώνονται φέτος 40 χρόνια από την κοίμηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρου και το γεγονός αυτό έδωσε την αφορμή, να διατυπωθούν και να γραφούν και πάλι πολλά εγκωμιαστικά σχόλια σχετικά με το πρόσωπο και την  πατριαρχεία του, από διάφορα πρόσωπα, κυρίως προερχόμενα από τον χώρο του Οικουμενισμού. Και τούτο βέβαια ήταν φυσικό και επόμενο, αφού ο εκλιπών Πατριάρχης υπήρξε κατά κοινήν ομολογίαν ως το πρόσωπο εκείνο, που κατ’ εξοχήν προώθησε την φοβερή αυτή αίρεση μέσα στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας. Ιδιαιτέρως υπογραμμίστηκε από τους υμνητές του η υπ’ αυτού προβολή της Ορθοδοξίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε παγκόσμια κλίμακα, οι διπλωματικές του ικανότητες, η παγκόσμια πολιτική και κοινωνική του καταξίωση, η διεθνής ακτινοβολία και αναγνώρισή του και άλλα παρόμοια. Ήδη αμέσως μετά την κοίμησή του το επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησία» έγραφε: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, θα γραφή εις τας δέλτους της ιστορίας ως Μέγας…μετά την αιφνιδίως και πανταχόθεν εκ πάντων των σημείων της Οικουμένης διασαλπισθείσαν και ως φωνήν υδάτων πολλών και πλήθος βροντών εκσπάσασαν περί αυτού συνείδησιν και μαρτυρίαν, ήτις κυριολεκτικώς κατεβρόντησεν και αυτούς τους καλή ή κακή τη πίστει επικριτάς του».[i] 

Ο τότε Πάπας της Ρώμης Παύλος ο ΣΤ΄, επιστήθιος και αγαπητός φίλος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, εχαρακτήρισε αυτόν ως «μέγαν άνδρα  μιάς εκκλησίας σεβασμίας, αλλ’ όχι ακόμη τελείως ηνωμένης μετά της Καθολικής Εκκλησίας ημών. Τον συνιστώμεν, διότι υπήρξε σταθερός οπαδός και απόστολος της επανενώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά της Εκκλησίας της Ρώμης, καθώς και μετά των άλλων Εκκλησιών και χριστιανικών κοινοτήτων, αίτινες δεν ενεσωματώθησαν ακόμη εις την μοναδικήν κοινωνίαν του μυστικού σώματος του Χριστού».[ii] Το παραλήρημα του λιβανωτού των εγκωμίων έφθασε στο αποκορύφωμά του, όταν κάποιοι οικουμενιστικοί κύκλοι της εποχής εκείνης επεχείρησαν, να συντάξουν προσευχή προς αυτόν (ανάλογη με τα τροπάρια, που τολμούν να συντάξουν κάποιοι άφρονες οικουμενιστές της εποχής μας και μάλιστα δυστυχώς και αγιορείτες! απ’ ότι πληροφορούμεθα, προς τον νυν Οικουμενικόν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαίον), η οποία κατέληγε ως εξής: «Μη κατολιγωρήσης ημών, αλλ’ επίβλεψον λαμπρώ και ιλέω όμματι, ως εν ζωή ών έπραττες, και κράτυνον το της Ορθοδοξίας ποίμνιον, χειραγωγών αυτό προς το καλόν της αγίας του Χριστού Εκκλησίας, υποδεικνύων αυτώ την ευθείαν οδόν, την φέρουσαν απλανώς προς τον Θεόν και τέλος ποδηγετών τον Σεπτόν Σου διάδοχον πρώτον ίνα τέμνη τον Λόγον της Αληθείας του Ευαγγελίου ορθώς και δικαίως πάσι τοις εκζητούσι τον Κύριον. Τέλος χορήγησον πνεύμα ευθές και δίκαιον πάσι τοις Ηγουμένοις των Ορθοδόξων Εκκλησιών».[iii]
Με επαινετικούς και εγκωμιαστικούς λόγους αναφέρθηκε στο πρόσωπο του εκλιπόντος Πατριάρχου, ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως 40 ετών από της κοιμήσεώς του κατά την διάρκεια μνημοσύνου υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Σύμφωνα με πρόσφατη ειδησεογραφία από τον «Ορθόδοξο Τύπο»: «Τό εγκώμιο τού Οικουμενιστού Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου έπλεξε ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά τήν διάρκεια ιερού Μνημοσύνου επί τη επετείω τεσσαράκοντα ετών από την εκδημίαν του πρός Κύριον. Το εγκώμιο το έπλεξε, διότι προέβη στην άρσιν των αναθεμάτων καί προσπάθησε, παραθεωρών τά δόγματα, τήν καταλλαγή καί την Ένωση μετά των Παπικών, τους οποίους ο Οικουμενικός Πατριάρχης χαρακτηρίζει ‘Εκκλησίαν’, όταν και ο τελευταίος Ορθόδοξος πιστός γνωρίζει, ότι ο Παπισμός ουδεμία σχέση έχει μέ την Εκκλησία. Εν συνεχεία ανεφέρθη αορίστως στις προσπάθειες, τις οποίες κατέβαλεν ο αοίδιμος Πατριάρχης γιά την Ένωση καί οι οποίες έχουν συναντήσει τήν δυναμική αντίδραση όλων των Ορθοδόξων θεολόγων, Μητροπολιτών, Καθηγουμένων Ιερών Μονών, εντίμων Κληρικών καί προσωπικοτήτων από τό 1965 έως σήμερον. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανεφέρθη καί στο έργο του αοιδήμου Αθηναγόρου γιά τό ποίμνιό του στήν Τουρκία»[iv]. Κατά τον κ. Βαρθολομαίο ο εκδημήσας Πατριάρχης είναι επαινετός, όχι μόνον διότι ήρε τα αναθέματα παρανόμως και αντικανονικώς, αλλά και διότι παραθεώρησε τα δόγματα, για τα οποία, όπως γνωρίζουμε, οι άγιοι Πατέρες μας πολλούς αγώνες έκαμαν, για να τα διαφυλάξουν ακέραια και ανόθευτα από κάθε αίρεση και πλάνη.
Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Graz κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης, σε πρόσφατο άρθρο του (24.9.2012) στην ιστοσελίδα amen.gr, φέρνει ξανά στην μνήμη του «τον μεγάλο εκείνο ηγέτη, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα σχετικά με ένα σημαντικό θέμα, το οποίον αποδεικνύει, ότι ήταν πιστός τηρητής της Ορθοδόξου διδασκαλίας και παραδόσεως…», εκφράζει δε την πεποίθηση ότι «η ιστορία τον έχει καταγράψει μέγα και η Εκκλησία μας είναι ευγνώμων».
Ωστόσο τα κριτήρια της μεγαλωσύνης μέσα στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι τελείως διαφορετικά και δεν έχουν καμμιά σχέση με τα κοσμικά κριτήρια, με τα οποία συνήθως κρίνουν και αξιολογούν τα πρόσωπα κοσμικοί άνθρωποι, άμοιροι εκκλησιαστικής παιδείας και ήθους, με τα οποία προφανώς εκρίθηκε και αξιολο-γήθηκε ο εκλιπών Πατριάρχης. Τον χαρακτηρισμό «Μέγας» έδωσε η Εκκλησία σε ορισμένους αγίους (Μέγας Αθανάσιος, Μέγας Αντώνιος κ.λ.π.), όχι απλώς μόνον διότι ανέβηκαν την κλίμακα των αρετών και έφθασαν στην θέωση, όπως βέβαια όλοι οι άγιοι, αλλά επί πλέον για μιά ιδιαίτερη προσφορά και διακονία τους μέσα στον χώρο της Εκκλησίας. Ο Μέγας Αθανάσιος, για παράδειγμα, χαρακτηρίστηκε «Μέγας» και «Στύλος Ορθοδοξίας», σύμφωνα με το απολυτίκιό του «Στύλος γέγονας Ορθοδοξίας…», κυρίως για τους μεγάλους αγώνες του εναντίον της αιρέσεως  του Αρειανισμού. Είναι μεγάλο εκκλησιολογικό λάθος, προδίδει δε πολλή προχειρότητα και επιπολαιότητα, να σπεύδουν οι συντάκτες ενός εκκλησιαστικού περιοδικού  (και μάλιστα του επισήμου δελτίου της Εκκλησίας της Ελλάδος), να αποδώσουν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, τον οποίον μόνον η Εκκλησία, δηλαδή η καθολική εκκλησιαστική συνείδησις, μπορεί να αποδώσει αλάνθαστα, βασιζομένη στην άνωθεν μαρτυρία του αγίου Πνεύματος, στην μαρτυρία δηλαδή, που δίδει ο Θεός για το πρόσωπο αυτό, με θαύματα, που ενεργεί διά μέσου αυτού, είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον (διά του αγίου λειψάνου του). Είναι δε ακόμη πιό λυπηρό και τραγικό, το να επιχειρείται η εξύψωση μέχρι των ουρανών και η σχεδόν αγιοποίηση ενός προσώπου (με ύμνους και προσευχές),  για το οποίο πολλές αποδοκιμασίες εκφράστηκαν τόσον από την τότε Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσον και από πνευματικά αναστήματα εγνωσμένης αγιότητος, όπως ο Γέροντας Παΐσιος κ.α. στα οποία θα αναφερθούμε ευθύς αμέσως. Όσο δε γιά τα εγκώμια του Πάπα Παύλου του Στ΄, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε με κάποια παραλλαγή τον ψαλμικό στίχο «Έπαινος δε αιρετικού μη λιπανάτω την κεφαλή μου!».
Η αντικανονική υπό του Πατριάρχου Αθηναγόρου και των Ιεραρχών του Οικουμενικού Θρόνου «άρση των αναθεμάτων» προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών από τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Β΄ (Χατζησταύρου), και από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε δήλωσή της «με πολλήν δυσμένειαν επληροφορήθη την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παν. Αθηναγόρα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να προβαίνη εις παρομοίας πράξεις. Το δικαίωμα έχει μόνον ολόκληρος η Ορθοδοξία».[v]Κατά παρόμοιο τρόπο αποδοκιμάστηκε η πρωτοβουλία του εκλιπόντος Πατριάρχου, να συγκαλέση την Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου το 1963, από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία με Συνοδική απόφαση εδήλωσε τα εξής: «Εκτιμώσα πρεπόντως αφιλαδέλφους, αντιευαγγελικάς και κατακρίτους ενεργείας και μηχανορραφίας, απαραλλάκτως πάντοτε γινομένας εκ μέρους του Παπισμού εις βάρος της Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Ορθόδοξου Εκκλησίας, μη αποβαλόντος του Παπισμού τον παλαιόν άνθρωπον, ουδέ τας ανεντίμους μεθόδους του μέσω της οικτράς Ουνίας επιδιωκομένου δολίου προσηλυτισμού, απέληξεν εις την αμετάτρεπτον απόφασιν, όπως μη μετάσχη της υπό της Υμετέρας Παναγιότητος και μόνον αποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ής αι επιπτώσεις θέλουν ασφαλώς κατεργασθή την καταράκωσιν της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών. Εις την απόφασίν της ταύτην η Ιερά Σύνοδος σύμμαχον έχει και άπασαν την Γερασμίαν χορείαν των Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, σπεύσασαν τηλεγραφικώς να καταδικάση το περί ού πρόκειται ακαίρως και εν σπουδή αποφασισθέν τούτο Συνέδριον».[vi] Σε άλλη δήλωση του Αθηνών Χρυσοστόμου του Β΄, που έχει καταχωρηθή στα «Πεπραγμένα» του (τομ. Β΄, Αθήναι 1967, σελ. 197), αναφερό-μενος στον κ. Αθηναγόρα λέγει: «Ο Αθηναγόρας  Α΄ ουδέν πρεσβεύει, εις ουδέν πιστεύει, ει μη μόνον εαυτώ δουλεύει και την απαθανάτισιν του ονόματός του επιδιώκει, έστω κατά Ηρόστρατον, διά της καταστροφής της Εκκλησίας».[vii]
Ο μεγάλος χαρισματούχος Γέροντας Παΐσιος, του οποίου η αγιότης μαρτυρείται από όλους πανορθοδόξως, σύγχρονος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, παρακολουθούσε με πολύ πόνο τα επικίνδυνα οικουμενιστικά ανοίγματά του, την ακατάσχετη κοσμικού τύπου αγαπολογία του, ιδίως δε την παράτολμη και παράνομη από νομοκανονικής απόψεως ενέργειά του να επιχειρήση μονομερώς και χωρίς την σύμφωνη γνώμη των άλλων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, άρση των αναθεμάτων (το Δεκέμβριο του 1965), πράγμα που προκάλεσε μεγάλο σάλο και σκάνδαλο μέσα στην Εκκλησία. Σκέφθηκε λοιπόν να στείλη μιά επιστολή στις 23 Ιανουαρίου 1969, στον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ιδρυτή της Π.Ο.Ε. και της μαχητικής εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος», που αφορούσε τον κ. Αθηναγόρα. Σ’ αυτή μεταξύ άλλων γράφει τα εξής: «…Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενά μου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην δυστυχώς του πατέρα μας κ.κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος μητέρα μας δεν του κάμνει καμμίαν εντύπωση, επειδή είναι πολύ σεμνή…Το αποτέλεσμα ήταν, να αναπαύση μεν όλα τα κοσμικά παιδιά, που αγαπούν τον κόσμο, να κατασκανδαλίση όμως όλους εμάς, τα πιστά τέκνα της Ορθοδοξίας, μικρά και μεγάλα, που έχουν φόβο Θεού».[viii]
Κατά παρόμοιο τρόπο αποδοκιμάζεται ο πρώην Πατριάρχης και από μιά άλλη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία των ημερών εκείνων, από τον αρχ. π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Σε επιστολή του προς αυτόν γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «Παναγιώτατε :Προυχωρήσατε ήδη πολύ. Οι πόδες Υμών ψαύουσι πλέον τά ρείθρα τού Ρουβίκωνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, Κληρικών καί λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Διά την αγάπην τού Κυρίου, οπισθοχωρήσατε! Μή θέλετε νά δημιουργήσητε εν τη Εκκλησία σχίσματα καί διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τά διεστώτα καί τό μόνον όπερ θά κατορθώσητε, θά είναι νά διασπάσητε τά ηνωμένα καί νά δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά καί συμπαγή. Σύνετε καί συνέλθετε! Αλλά φεύ! Διηνύσατε πολλήν οδόν. Ήδη ‘προς εσπέραν εστι καί κέκλικεν η ημέρα…’. Πώς θα ιδήτε τάς χαινούσας αβύσσους, αφ’ ών θά διέλθη μετ’ ολίγον η ατραπός ήν οδεύετε; Είθε, είθε ο πάλαι ποτέ ‘στήσας τον ήλιον κατά Γαβαών καί τήν σελήνην κατά φάραγγα Αιλών’, νά δευτερώση τό θαύμα καί νά παρατείνη άπαξ έτι τό μήκος της ημέρας, να ενισχύση έτι πλέον τό φώς αυτής καί νά διανοίξη τους οφθαλμούς Υμών, ίνα ίδητε, κατανοήσητε, επιστρέψητε. Αμήν»[ix].
Καθολική σχεδόν υπήρξε η αποδοκιμασία των αγιορειτών Πατέρων απέναντι στον εκδημήσαντα Πατριάρχη. Μετά την δημιουργία υπ’ αυτού διπλωματικών σχέ-σεων με το Βατικανό και ιδίως μετά την άρση των αναθεμάτων, σάλος μέγας δημιουργήθηκε μέσα στο Άγιον Όρος. Όλοι σχεδόν οι αγιορείτες μοναχοί, τόσο από τις Ιερές Μονές, όσο και από τις Σκήτες και τα Κελλιά, εξέφρασαν την πικρία, την λύπη και την απογοήτευσή τους, όταν πληροφορήθηκαν τις παρά πάνω ενέργειές του. Ορισμένες μάλιστα εκ των Ιερών Μονών, οκτώ τον αριθμόν, όχι απλώς αποδοκίμασαν τον κ. Αθηναγόρα, αλλά απεφάσισαν να διακόψουν την μνημόνευση του ονόματός του, η οποία συνεχίστηκε και επί Πατριαρχείας του διαδόχου του κ. Δημητρίου, κατά την τριετία από το 1970 έως το 1973. Μία από αυτές τις Μονές, η Ιερά Μονή Καρακάλλου, σε επιστολή της προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό μεταξύ άλλων τα εξής: «Επιθυμούμεν να επαναλάβωμεν την εν πεποιθήσει και αμετάθετον απόφασιν ημών περί συνεχίσεως της διακοπής του πατριαρχικού μνημοσύνου εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, εφ’ όσον ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος ο Α΄ θα συνεχίση την τηρουμένην υπό της Ιεράς Συνόδου γραμμήν, την οποίαν είχε χαράξει ο Αθηναγόρας…Θα πειθώμεθα εις τον νέον Πατριάρχην, όταν διαπιστώσωμεν, ότι ούτος θα αναθεωρήσει τας αιρετικάς ομολογίας του προκατόχου του και δεν θα συνεχίση την φιλοπαπικήν γραμμήν».[x] Ανάλογες ήταν και οι επιστολές των άλλων Ιερών Μονών, που είχαν διακόψει το μνημόσυνο του Πατριάρχου. Ωστόσο για τον κ. Αθηναγόρα η καθολική αντίδρασις και διαμαρτυρία του Αγίου Όρους, οι ευλαβικές περακλήσεις και ικεσίες τόσων αγιασμένων και φωτισμένων Γερόντων, που έλυωσαν μέσα στην άσκηση και στην προσευχή, δεν εσήμαιναν τίποτε γι’ αυτόν. Ο παράνομος και αξιοθρήνητος Πατριάρχης «ουκ ηβουλήθη συνιέναι». Τίποτε δεν στάθηκε ικανό, ούτε και αυτό ακόμη το προπύργιο της Ορθοδοξίας το Άγιον Όρος, να τον αναχαιτήσει στο ξέφρενο κατρακύλισμά του στον ολισθηρό κατήφορο του Οικουμενισμού. Πώς λοιπόν μπορεί να θεωρείται «Μέγας» ένας Πατριάρχης, που όχι μόνον προκάλεσε σάλο, ταραχή, αναστάτωση και σκάνδαλο οικουμενικών διαστάσεων μέσα στην Ορθοδοξία, αλλά και αποδείχθηκε πρωτοπόρος και συνήγορος της αιρέσεως του Οικουμενισμού όσο κανένας άλλος; Πως μπορεί να θεωρείται «Μέγας» ένας Πατριάρχης, για τον οποίον αν εφαρμόζονταν οι Ιεροί Κανόνες, θα έπρεπε να είχε καθαιρεθή πολλαπλώς, όχι μόνον για την αντικανονική και παράνομη άρση των αναθεμάτων, για τις παράνομες συμπροσευχές του με τους Παπικούς, αλλά και για τις αντορθόδοξες και αιρετικές δοξασίες του (για τις οποίες θα αναφερθούμε παρά κάτω);
Μια άλλη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία, από τον χώρο της ακαδημαϊκής θεολογίας, ο αείμνηστος Καθηγητής του Κανονικού Δικαίου κ. Κων. Μουρατίδης, σύγχρονος και αυτός του κ. Αθηναγόρου, σχολιάζων το πρόσωπο και το έργο του, παρατηρεί: «Διά τον κοιμηθέντα Πατριάρχη η τραγωδία της διασπάσεως της Χριστιανοσύνης υπήρξε ο μέγας πειρασμός και η μεγάλη δοκιμασία, εν τη εννοία ότι την επίλυσιν ενός θέματος, το οποίον εντάσσεται εις το μέγα μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας  και της προνοίας του Θεού διά την σωτηρίαν των ανθρώπων και συνυφαίνεται τόσον απόλυτα με την διαφθαρείσαν ανθρωπίνην φύσιν και τον συνεχή και αδιάκοπον αγώνα της εν τω κόσμω στρατευομένης Εκκλησίας κατά των μεθοδιών του ανθρωποκτόνου, κατέστησεν σχεδόν ατομικήν του υπόθεσιν, την επίλυσιν μάλιστα της οποίας δεν επεδίωξεν ως ώφειλεν εντός των πλαισίων της διακονίας του ως ‘υπηρέτου Χριστού και οικονόμου μυστηρίων Θεού’, συμφώνως δηλονότι προς την Ιεράν Παράδοσιν, την δογματικήν και κανονικήν τάξιν της μίας αγίας καθολικής και αποστολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας. Συνεπαρμένος από το όραμα της ενώσεως των ‘Εκκλησιών’, ενόμισεν ότι θα ηδύνατο να παρακάμψη τα μέχρι τούδε ανθρωπίνως ως ανυπέρβλητα εμφανιζόμενα εμπόδια και να καταλύσει τους φραγμούς, επικαλούμενος ως πανάκειαν την ‘αγάπην’! Μίαν αγάπην την οποίαν εθεώρει ως δεδομένην και επί τη βάσει αυτής ωκοδόμει την  προσπάθειάν του! Αλλά βεβαίως η αγάπη είναι εντός του μυστικού Σώματος του Χριστού το συνεχώς τελεσιουργούμενον και τελειούμενον εις τους κοινωνούς της θυσίας του εσταυρωμένου Θεού της αγάπης. Είναι ο πολύτιμος έσχατος καρπός των οδοιπόρων της στενής πύλης και της τεθλιμμένης οδού του Κυρίου, η οποία διέρχεται μόνον διά των πλαισίων ασφαλείας της Εκκλησίας, τα Δόγματα και τους Ιερούς Κανόνας, ουδέποτε δε διά της ενσυνειδήτου περιφρονήσεως αυτών, εκτός ή αντιθέτους προς αυτούς! Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας υπεστήριξεν, ότι η τραγωδία της διασπάσεως της Χριστιανοσύνης θα ηδύνατο δι’ ορισμένων παραχωρήσεων και υποχωρήσεων και συμβιβασμών εν πνεύματι αγάπης να υπερνικηθή και να αποκατασταθή η χριστιανική ενότης! Έτι μάλλον! Επίστευεν, ότι αρκεί η συμμετοχή εις το κοινόν ποτήριον διά να αποκατασταθή ‘ντε φάκτο’ η ένωσις των Εκκλησιών και να λησμονηθούν εν συνεχεία αι μεταξύ αυτών διαφοραί! Ο ίδιος, προτρέχων κατά πολύ των γεγονότων, δεν εδίσταζε να διακηρύττη, ότι ‘ανήκει εις όλας τας Εκκλήσίας…’![xi] Έβλεπε τον εαυτόν του ουχί τόσον ως τον κορυφαίον της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, αλλ’ ως την ζώσαν ενσάρκωσιν και συνισταμένην, ως τον φορέα και απόστολον πασών των χριστιανικών ομολογιών εν τω συνόλω αυτών. Και χάριν αυτής της ενώσεως ήτο πρόθυμος να προβή εις πάσαν υποχώρησιν, παραχώρησιν ή και παράκαμψιν της αληθείας (ως π.χ. εις την περίπτωσιν του Παπικού Πρωτείου). Η προβολή της Ορθοδοξίας εν άλλαις λέξεσιν, δεν ήτο το προέχον εις την σκέψιν και τας επιδιώξεις του Πατριάρχου Αθηναγόρου, αλλά η ένωσις των χριστιανικών ομολογιών, χάριν της οποίας επίστευεν, ότι επιβάλλεται η παράκαμψις παντός φραγμού (ούτως εθεώρει και τους σχετικούς Ιερούς Κανόνας κ.λ.π). της Ιεράς Παραδόσεως της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και πάσης θυσίας εκ μέρους της Ορθοδοξίας!».[xii]
Μια άλλη σύγχρονος εκκλησιαστική προσωπικότης ο ομ. καθηγητής της Θεολο-γικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, στην περισπούδαστη εργασία του «Οι διάλογοι χωρίς προσωπείο», γράφει σχετικά με τον κ. Αθηναγόρα: «Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συνέδραμε χωρίς αναστολές την προώθηση των στόχων της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-1965), που δεν ήταν άλλοι από την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Παπισμό, υπό το πρόσχημα της ενώσεως… Από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αυτής της πορείας, με τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου (1961 και 1963) και μιά σειρά προσωπικών του ενεργειών (όπως η περίφημη συνάντησή του με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα το 1964) και παρά τις αντιδράσεις κυρίως του Αθηνών Χρυσοστόμου Β΄, το καθορισμένο σε συνεργασία με το Βατικανό σχέδιο, προωθήθηκε και επεβλήθη, οδηγώντας στην κατάσταση των ημερών μας. Από τον ‘Διάλογο της αγάπης’, εφεύρημα παραπλανητικό της Β΄ Βατικανής Συνόδου και του οποίου ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής υπήρξε ο Αθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στον Θεολογικό Διάλογο, χωρίς όμως να εκπληρωθή ο βασικός όρος της Ορθοδοξίας, ή άρση δηλαδή του Παπικού Πρωτείου και Αλαθήτου, δεδομένου ότι ο Παπικός θεσμός συνιστά την τραγικότερη αλλοίωση του Ευαγγελίου του Χριστού και το σημαντικότερο εμπόδιο στην εν αληθεία συνάντηση Ρωμαιοκαθο-λικισμού και Ορθοδοξίας».[xiii]
Τέλος ο ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. πρωτ. π. Θεόδωρος Ζήσης σε ομιλία του σε ημερίδα με θέμα «Γένεση και εξέλιξη της πατρομαχικής Μεταπατερικότητος» επισημαίνει τα εξής: «Η αίρεση του Filioque για τον Αθηναγόρα δεν αποτελεί εμπόδιο για την ένωση των Εκκλησιών. Η αντιρρητική θεολογία των Αγίων Πατέρων δεν χρειάζεται στους καιρούς μας. Επί λέξει είπε: ‘Τι μελάνι χύθηκε και τι μίσος για το  Filioque!  Ήλθεν η αγάπη και όλα υποχωρούν στο πέρασμά της».[xiv]
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αποδοκιμαστικά σχόλια και άλλων προσώπων σχετικά με τον κοιμηθέντα Πατριάρχη. Ωστόσο θεωρούμε, ότι είναι αρκετά τα  πα-ρά πάνω, για να πάρει μια γεύση ο αναγνώστης, ποιός πράγματι ήταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, έτσι ώστε να απομυθοποιηθή κατά το δυνατόν το πρόσωπόν του.

Θα συμπληρώσουμε το προφίλ του ανδρός με ορισμένες αιρετικές και βλάσφημες δηλώσεις του, τις οποίες διετύπωσε δημοσίως κατά την διάρκεια της 

Πατριαρχείας του: «Απατώμεθα και αμαρτάνωμεν (έλεγε), εάν νομίζομεν, ότι η Ορθόδοξος πίστις κατήλθεν εξ’ ουρανού και ότι τα άλλα δόγματα είναι ανάξια.Τριακόσια εκατομμύρια ανθρώπων εξέλεξαν τον Μουσουλμανισμόν διά να φθάσουν εις τον Θεόν των και άλλαι εκατοντάδες εκατομμυρίων είναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας είναι να βελτιώσει τον άνθρωπον».[xv]«Εις την κίνησιν προς την ένωσιν, δεν πρόκειται η μία Εκκλησία να βαδίσει προς την άλλην, αλλ’ όλαι ομού να επανιδρύσωμεν την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν, εν συνυπάρξει εις την Ανατολήν και την Δύσιν, όπως εζώμεν μέχρι του 1054, παρά και τας τότε υφισταμένας θεολογικάς διαφοράς».[xvi]  «Ο αιών του δόγματος παρήλθε».[xvii] «Καλούμεθα ν’ απαλλαγώμεν του πλέγματος της πολεμικής και της αντιρρήσεως εν τη Θεολογία και να εφοδιάσωμεν αυτήν διά του πνεύματος της ζητήσεως και της διατυπώσεως της αληθείας εν τη αγάπη και τη υπομονή. Ο Χριστιανισμός έχει ανάγκη σήμερον μιάς Θεολογίας της καταλλαγής».[xviii]




[i] «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ. 451.
[ii] «Επίσκεψις», 12 Ιουλίου 1975, σελ. 3.
[iii] «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ.408-409.
[iv] «Ύμνοι διά τήν φιλοπαπικήν πορείαν τού αοιδίμου Οικ. Πατριάρχου Αθηναγόρου», Ορθόδοξος Τύπος (20-7-2012),σελ. 8.
[v] Αρχ. Ιωάσαφ Μακρή, Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Ιστορική αναδρομή της προσεγγίσεως Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κατά τον 20 ο αιώνα, εν: «Εν Συνειδήσει», Οικουμενισμός Ιστορική και κριτική προσέγγιση, Εκδ. Ιεράς Μονής Μεγ. Μετεώρου, Ιούνιος 2009, σελ. 55. Βλ. και δήλωση του αρχ. Αθηνών Χρυσοστόμου στον «Ορθόδοξο Τύπο», Νοέμβριος 1965.
[vi] Αρχ. Ιωάσαφ Μακρή, Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Ιστορική αναδρομή….ο.π. σελ. 62
[vii] Αρχ. Μάρκου Μανώλη, Αιρετικός ο Αθηναγόρας, Εφ. «Ορθόδοξος Τύπος», 30 Μαρτίου 2012, σελ. 1,7. Βλ. και άρθρο της εφ. «Εκκλησιαστικός αγών», αδελφότητος «Ο Σταυρός», Μάϊος 1970, φ. 48, σελ. 3,4, με τίτλο «Ομιλεί ο Αθηναγόρας. Αι κατά καιρούς δηλώσεις. Τα μηνύματα και αι ενέργειαι αυτού»
[viii] Απόσπασμα επιστολής, που στάλθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1969 στον αρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο και δημοσιεύθηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο».
[ix]Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Άρθρα-Μελέται, Επιστολαί, τ. Α΄, Αθήναι 1981, σσ. 152-153.
[x] Ευθυμίου Τρικαμηνά, Η διαχρονική συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί διακοπής μνημονεύσεως Επισκόπου κηρύσσοντος επ’ Εκκλησίας αίρεσιν,  Εκδ. Degiorgio, Τρίκαλα 2012, σελ. 263.
[xi] O. Klemend, Dialogues avec le Patriarch Athenagoras, σελ.16-17.
[xii]Κων. Μουρατίδου, Καθ. Θεολογικής Σχολής Παν. Αθηνών, Οικουμενική Κίνησις, ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, Αθήναι 1972, σελ. 30.
[xiii] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Οι διάλογοι…ο.π. σελ. 1.
[xiv] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Γένεση και εξέλιξη της πατρομαχικής Μεταπατερικότητος, εν: «Θεοδρομία», έτος ΙΔ, τευχ. 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 44. Βλ. και Αριστείδου Πανώτη, Παύλος ΣΤ΄  Αθηναγόρας Α΄ , Ειρηνοποιοί,  Αθήναι 1971 εις Αρχ Σπυρίδωνος Μπιλάλη, Η αίρεση του FilioqueΑθήναι 1972, τομ. Α΄ σελ. 476.
[xv] Βλ. «Ορθόδοξος Τύπος», φ. 94, Δεκέμβριος 1968.
[xvi] Εκ του μηνύματός του επί της εορτή των Χριστουγέννων του 1967, ίδ. «Από την πορείαν της αγάπης», σελ. 87
[xvii] Βλ. εφ. «Ακρόπολις», 29 Ιουνίου 1963.
[xviii] Εξ’ ομιλίας του εις την Θεολογική Σχολήν Βελιγραδίου την 12η  Ιουλίου 1967, Βλ. «Έθνος», 13 Οκτωβρίου 1967.

Ο Άρτος με τον οποίο τρεφόταν η Παναγία στα Άγια των Αγίων.


Απόσπασμα από ομιλία στα Εισόδια της Θεοτόκου  του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
1. Η είσοδος της Θεοτόκου στον Ναό συνδέεται με θαυμαστά γεγονότα. Όταν μιλάμε για Ναό, εννοούμε τον Ναό τουΣολομώντος και όταν κάνουμε λόγο για  Εισόδια στον Ναό, εννοούμε την είσοδο της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων. Είναι γνωστό ότι στον κυρίως Ναό του Σολομώντος εισέρχονταν Ιερείς που επιτελούσαν την λατρεία του θυμιάματος καί στα Άγια των Αγίων, θα λέγαμε σήμερα εμείς στο Ιερό Βήμα εισερχόταν ο Αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου και μάλιστα μια φορά κατά την διάρκεια του έτους.
Όταν εορτάζουμε τα Εισόδια της Θεοτόκου στον Ναό, εννοούμε τα Εισόδια της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων για να παραμείνη εκεί για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από τριών ετών έως δεκαπέντε, ζώντας μέσα στο Φως του Θεού και  βιώνοντας την θέωση. Έτσι ερμηνεύουν το γεγονός αυτό οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ήταν λοιπόν ένα προκλητικό γεγονός, κάποιος άνθρωπος και μάλιστα ένα κορίτσι να εισέλθη σε αυτόν τον  ιερό χώρο, όπου φυλάσσονταν τα πιο ιερά αντικείμενα του Ισραήλ, όπως η Κιβωτός της Διαθήκης, η Στάμνα με το Μάννα, η Ράβδος του Ααρών και βεβαίως ούτε οι Ιερείς είχαν δικαίωμα να εισέλθουν, αλλά ούτε και ο Αρχιερεύς καθημερινώς.
Μέσα στα Άγια των Αγίων η Θεοτόκος για δώδεκα χρόνια τρεφόταν από άρτο που της έφερνε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Αυτό αναφέρεται στην παράδοση της Εκκλησίας μας και ήταν από τα θαυμαστά γεγονότα. Σε ένα τροπάριο του εσπερινού της εορτής γράφεται: «Δι’ αγγέλου εκτρέφεται». Και σε άλλο τροπάριο λέγεται: «Επουρανίω τραφείσα, Παρθένε, άρτω πιστώς εν τω Ναώ Κυρίου».
2. Τί ήταν αυτός ο άρτος από τον οποίο τρεφόταν η Παναγία; Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σε αυτόν τον ευλογημένο άρτο που έτρεφε την Παναγία λέγει ότι ο Θεός έστελνε «τροφήν άνωθεν απόρρητον εκεί τη Παρθένω δι’ αγγέλου». Όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος άρτος τον οποίον ο άγγελος έπαιρνε από κάποιο σπίτι και τον μετέφερε στην Παναγία, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η άκτιστη ενέργεια τού Θεού, δια της οποίας, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, « την τε φύσιν κρειττόνως ανερρώννυτο (εδυνάμωνε) και κατά σώμα των ασωμάτων καθαρωτέρα και υπερτέρα και συνετηρείτο και ετελείτο».
Είναι προφανές ότι δεν ήταν μια κτιστή τροφή, ένας υλικός άρτος, αλλά μια άλλη διαφορετική, ξένη τροφή, δηλαδή ήταν η ενέργεια του Θεού η οποία ενδυνάμωνε το σώμα της Παναγίας για να  έχη νοερά προσευχή και θεωρία Θεού. Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία για δώδεκα χρόνια ήταν μέσα στο Φως του Θεού και είχε κοινωνία μαζί Του, είχε φθάσει στην θέωση. Στην πραγματικότητα ζούσε όπως ζούσαν ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο πρίν τήν πτώση, γι’ αυτό καί όταν τήν επισκέφθηκε ο άγγελος κατά τον Ευαγγελισμό για να της αναγγείλη ότι θα γίνη Μητέρα του Χριστού των απεκάλεσε Κεχαριτωμένη.
3. Αυτός ο άρτος από τον οποίο τρεφόταν η Παναγία δεν εξέλιπε από την Εκκλησία, εξακολουθεί να υπάρχη και σήμερα. Δεν πρόκειται για τον καθημερινό κτιστό άρτο, αλλά για τον Άρτο της Ζωής που είναι ο Ίδιος ο Χριστός.
Σε αυτόν τον Άρτο αναφερόταν ο Χριστός με τον λόγο τον οποίο απήντησε στον διάβολο στο Όρος των Πειρασμών. Όταν ο διάβολος του υπέδειξε να μεταβάλη τις πέτρες σε άρτο, Εκείνος απάντησε «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού» (Ματθ. δ’, 4).
Εκτός από τον υλικό άρτο, τον οποίο γευόμαστε καθημερινώς, υπάρχει και ο πνευματικός Άρτος, ο ίδιος ο Χριστός και ο λόγος Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Δύναται ο Θεός και ρήματι θρέψαι τον πεινώντα». Καί αυτό φαίνεται από το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, πως οι άγιοι ζούσαν από αυτόν τον πνευματικό Άρτο.
Ο Χριστός με την προσευχή που μάς δίδαξε, το γνωστό «Πάτερ ημών, συμπεριέλαβε και το αίτημα: « Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον». Πρόκειται για τον άρτον τον αναγκαίο για την ουσία της υπάρξεώς μας, γι’ αυτό και λέγεται επιούσιος. Και επειδή η Εκκλησία τοποθέτησε την Κυριακή προσευχή με την συγκεκριμένη αυτή αίτηση κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας και λίγο προ της θείας Κοινωνίας, αυτή η αίτηση αναφέρεται κυρίως στον ευχαριστιακό άρτο, την βρώση του Σώματος και την πόση του Αίματος του Χριστού. Άλλωστε αυτός ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμι ο άρτος ο εκ τού ουρανού καταβάς», Αυτός είναι το ουράνιο Μάννα.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ερμηνεύοντας αυτό το αίτημα της Κυριακής Προσευχής το συνδέει με την θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και κάνει λόγο για την«τροφή του άρτου της  ζωής», «ίνα νικήση τον θάνατον της αμαρτίας», από την παρούσα ζωή της θνητότητος. Βεβαίως και αν θεωρήσουμε ότι στο αίτημα αυτό για την λήψη του  άρτου αναφέρεται και ο «εφήμερος άρτος», δια του οποίου συγκροτείται η παρούσα ζωή, δεν θα αστοχήσουμε.
Με αυτόν τον Άρτο, την Χάρη και ενέργεια του Θεού, ετρέφετο η Παναγία μέσα στα Άγια των Αγίων. Με αυτόν τον Άρτο τρεφόμαστε και  εμείς κάθε φορά που τελούμε την θεία Λειτουργία. Και βεβαίως για να ενεργήση ο Άρτος αυτός, δηλαδή ο Χριστός, «εις ζωήν αιώνιον», πρέπει να ζούμε κατά τον τρόπο που ζούσε η Παναγία.
4. Αυτό το θαυμάσιο γεγονός που συνέβη στην Παναγία έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ζωή μας. Ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα και είναι επόμενο ότι η υλική τροφή συντηρεί και διατηρεί σε καλή κατάσταση το σώμα, ενώ η Χάρη και η ενέργεια του  Θεού συντηρεί και την ψυχή και το σώμα, τον όλο άνθρωπο. Με αυτές τις  προϋποθέσεις ο άνθρωπος είναι ολοκληρωμένος, έχει νόημα ζωής και ύπαρξης.
Ζούμε σε μια εποχή στην οποία γίνεται λόγος μόνο για τον υλικό άρτο και λιγότερο για τον πνευματικό Άρτο. Ο άνθρωπος στην εποχή μας είναι ένα καταναλωτικό ον που ρουφά αχόρταγα υλικά αγαθά, θεάματα, ακούσματα και νομίζει ότι έτσι θα ικανοποιήση την πνευματική του πείνα. Γίνεται διαρκώς λόγος για αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Δέν είμαστε εναντίον κάθε τι που βελτιώνει την ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν μπορούμε να αποδεχθούμε και μια ζωή η οποία στηρίζεται μόνον στα υλικά αγαθά, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ο άνθρωπος πάντοτε παραμένει ανικανοποίητος, διότι η ψυχή του ανθρώπου αναζητά άλλη τροφή και διψά για άλλο νερό. Ο Χριστός είπε «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην».
Γίνεται λόγος σήμερα για κρίση οικονομική, για πτώχευση υλική. Αλλά η κρίση στην πραγματικότητα είναι κρίση πνευματική, κρίση αξιών, ιδανικών, κρίση υπαρξιακών αναζητήσεων. Υπάρχουν άνθρωποι που πλέουν μέσα στα πλούτη και αισθάνονται ένα κενό ύπαρξης, αντίθετα υπάρχουν άλλοι που ζούν με ολιγάρκεια και ασκητικότητα και  αισθάνονται πεπληρωμένοι.
Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό και η διατροφή της από την ουράνια τροφή που της έφερνε ο άγγελος μάς υποδεικνύει ότι πρέπει να στραφούμε περισσότερο σε αυτήν την ουράνια τροφή, τον πνευματικό ουράνιο Άρτο, διότι έτσι θα χορτάσουμε από την πνευματική πείνα.

Η Εορτή των Εισοδίων ως υπόμνησις,κλήσις και προσδοκία.Επισκόπου Κνωσσού κ.κ. Ευγενίου



20ΝΟΕ

«Επέλαμψεν ημέρα χαρμόσυνος και εορτή πανσεβάσμιος. Σήμερον γαρ η προ τόκου Παρθένος και μετά τόκον Παρθένος μείνασα, εν ναώ Αγίω προσάγεται».
Δια των λόγων τούτων ο ιερός της Εκκλησίας υμνωδός εισοδεύει τους πιστούς εις το μέγα γεγονός, το οποίον συνεορτάζομεν σήμερον. Και ημείς, … «εν ψαλμοίς και ύμνοις, τω Κυρίω άδοντες» τιμώμεν «την αυτού ηγιασμένην σκηνήν, την έμψυχον κιβωτόν, την τόν  αχώρητον Λόγον χωρήσασαν… την μόνην εν γυναιξίν ευλογημένην Αγνήν», η οποία προσφέρεται «του ετοιμασθήναι εις κατοίκησιν του Παντάνακτος» και της αποδίδoμεν ευχαριστιακώς τα μύρα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης ημών δια την συνεργίαν Αυτής εις την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων.
………………………………………………………………………………………………………
Η  Εκκλησία τιμά σήμερον ενταύθα, άπαξ έτι, την Μητέρα της Εκκλησίας και καλεί πάντας να εννοήσωμεν ότι τα Εισόδια της Πανάγνου εις το προαιώνιον σχέδιον του Θεού δια την σωτηρίαν του κόσμου εγένοντο «της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις», ότι η «Παναγία εν Ναώ του Θεού τρανώς δείκνυται και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται» δια να βοήσωμεν έπειτα Αυτή μεγαλοφώνως το «Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις» και να συμψάλωμεν μετά του Αγγέλου της Μεγάλης Εκκλησίας τον Ακάθιστον ύμνον Αυτής ενταύθα, όπου εψάλη το πρώτον.
«Δεύτε προθύμως τη Θεοτόκω προσέλθωμεν και τα εις αυτήν προτελεσθέντα θεία μυστήρια οικονομικώς εποπτεύσωμεν» προτρέπει ο εν Αγίοις Aρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως  Γερμανός ο Α, κατά την φαιδράν ταύτην εορτήν των Εισοδίων της Μητρός του Κυρίου, η οποία αποτελεί «σήμαντρον ακριβές της εσομένης περί αυτήν δόξης», «προοίμιον της μελλούσης επισκιάζειν αυτή θείας χάριτος» και «γνώρισμα τηλαυγές της υπερβαλλούσης αυτής καθαρότητος». (Γερμανού Α’, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Εγκώμιον εις την Αγίαν Θεοτόκον).
«Δεύτε ίδωμεν» εισερχομένην εις τα Άγια των Αγίων την Παναγίαν, τον γλυκύτατον καρπόν της προσευχής και της αγωνίας των Αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, την θεόσδοτον θυγατέρα αυτών, την κεχαριτωμένην παρά τω Θεώ, την προωρισμένην δια την υπηρεσίαν του Μυστηρίου της Σαρκώσεως.
«Ταύτην ο Πατήρ μεν προώρισε, προφήται δε δια του πνεύματος προεκήρυξαν, η δε του Πνεύματος αγιαστική δύναμις επιφοιτήσασα εκάθηρε και ηγίασεν» ( Εκδ. ΙΙΙ, 2) κατά τον ιερόν Δαμασκηνόν, ο οποίος αναφέρει ότι οι θεοπάτορες «δια λιτής, ήτοι δια προσευχής, καί επαγγελίας προς Θεού την Θεοτόκον κομίζονται» (Εκδ. IV, 14) και ότι υπ’ αυτών η Παναγία ήδη από μικράν ηλικίαν «τω ιερώ ναώ του Θεού προσάγεται και ανατίθεται» (Β , 7• Εκδ. IV, 14).
Εκεί, εις τον Ναόν, «ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και Παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού» «έζη καθάπερ εν παραδείσω…, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεώ τηρουμένη μόνω, δι’αυτής σκηνώσειν εν ημίν μέλλοντι…». Εκεί «εν τω οίκω Θεού φυτευθείσά τε και πιανθείσα τω Πνεύματι, ωσεί ελαία κατάκαρπος, πάσης αρετής καταγώγιον γέγονε… αγιωσύνην μετέρχεται και ναός άγιος και θαυμαστός του Υψίστου Θεού αναδείκνυται άξιος» (Εκδ. IV,14). Και εκεί ανεδεικνύεται η ιερωτέρα ανθρωπίνη ύπαρξις, η οποία, «ότε ήλθε το πλήρωμα τού χρόνου», υπούργησε το μέγα μυστήριον της σωτηρίας ημών και κατά τον Άγιον Ανδρέαν Κρήτης «όλη όλω το της Εκκλησίας Νυμφίω ναοποιηθείσα τω τής ενσαρκώσεως θαύματι» εγένετο Εκκλησία και εγέννησε την Εκκλησίαν, αφού οΧριστός «Εκκλησίας σάρκα ανέλαβεν».
Εις την διακονίαν του φιλανθρώπου θεϊκού σχεδίου δια την σωτηρίαν τού ανθρωπίνου γένους η Παναγία έλαβεν την πρώτην θέσιν, αφού κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν «τον μεν Θεόν Υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού άπειργάσατο».
Δια τούτο η Παναγία είναι η δυνάμει σωτηρία ημών. Και δια τούτο την αναγνωρίζομενως Μητέρα του Χριστού και Μητέρα ημετέραν, ενός εκάστου και πάντων ομού, Μητέρα της Εκκλησίας. Ζώμεν και κινούμεθα υπό την σκέπην της θεομητορικής στοργής και προστασίας Αυτής και Της αναθέτομεν «την πάσαν ελπίδα» ημών οσάκις ταράσσουσιν ημάς «παθών προσβολαί», οσάκις συνεχόμεθα «πολλοίς πειρασμοίς».Εκείνη είναι η μόνη καταφυγή, απαντοχή και ελπίς ημών, διότι είναι η Δέσποινα τούκόσμου, η σκέπη της ανθρωπότητος, η ακαταίσχυντος προστασία των χριστιανών, ηΜήτηρ πάντων, αδιακρίτως, των υιών του Θεού, των κοπιώντων και πεφορτισμένων, των αμαρτανόντων και μετανοούντων, των εσταυρωμένων, ιδία, τέκνων της πάντοτεΕσταυρωμένης Μεγάλης Εκκλησίας ημών.
Η Εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου γίνεται σήμερον και πάλιν δι’ ημάς υπόμνησις, κλήσις και προσδοκία.
Γίνεται, το πρώτον, υπόμνησις των Εισοδίων του Χριστού εις τον κόσμον και τήν ιστορίαν «δια την ημετέραν σωτηρίαν». Η εορτή των Εισοδίων, όπως άλλως τε και πάσα θεομητορική εορτή, παραπέμπει εις το μέγα γεγονός της Ενανθρωπήσεως τούΚυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Ενανθρώπησις αποτελεί το μεγαλύτερον δείγμα της θείας αγάπης του Θεού προς τον πεπτωκότα άνθρωπον, διότι ο Θεός Πατήρ «τούιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν» (Ρωμ. η 32). Και «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν.γ 16).
Ο Χριστός έμελλε, κατά τον Αχρίδος Θεοφύλακτον, «πάντας δικαιώσαι χάριτι και λύσας το μεσότοιχον του φραγμού πάσιν ανοίξαι τας των πριν αβάτων εισόδους καίαγιάσας πάντας και καθαρίσας ύδατί τε και Πνεύματι εις τα των αγίων εισδέξασθαιΆγια. Δια ταύτα την Παρθένον προϋποδέχεται και τα νυν επ’αυτή γεγονότα τη προς αυτόν παντός του γένους μετά ταύτα καταλλαγή όμηρα (ενέχυρα) πιστά δίδωσι».
Δια τον λόγον τούτον η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, «η μητρόπολις πασών τώνεορτών», είναι εορτή αρρήκτως συνδεδεμένη μετά της Εορτής των Εισοδίων. Και δια τούτο από της σήμερον ψάλλομεν το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε…» προευτρεπίζοντες των γενεθλίων Χριστού τας εισόδους, προευτρεπίζοντες εαυτούς δια την συνάντησιν με τον Ερχόμενον.
Η Εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου γίνεται, το δεύτερον, υπόμνησις των εισοδίων εις την ζωήν και την ιστορίαν ενός εκάστου εξ ημών. Πάντες εγεννήθημεν, είδομεν το φως της ζωής, ελάβομεν θεία χαρίσματα, απολαμβάνομεν τα μεγαλεία της θείας δημιουργίας έχοντες το προνόμιον της συνδημιουργίας και χαιρόμεθα την μεταξύ ημών κοινωνίαν και την θέσιν ημών εντός του κόσμου και του φυσικούπεριβάλλοντος.
Η Αγία Εκκλησία παιδαγωγεί συνεχώς ημάς εις την ευχαριστιακήν βίωσιν τούτων. Ως παράδειγμα προς μίμησιν αδιαλείπτως προβάλλει την Υπεραγίαν Θεοτόκον, τα εν τώ Ναώ Εισόδια της οποίας σήμερον υπομιμνήσκουσιν ότι ο δρόμος της ζωής ημών δεν δύναται να είναι άλλος από εκείνον, τον οποίον διδασκόμεθα υπ’ Αυτής, ο δρόμος, ο οποίος οδηγεί εις τα Άγια των αγίων της ελευθερίας «της δόξης των τέκνων τούΘεού»(Ρωμ.8,21), ο δρόμος της ταπεινώσεως, της πρακτικής, συνεχούς και κενωτικής αγάπης εις την σχέσιν μας με τον Θεόν, τον συνάνθρωπον και τον κόσμον, ο δρόμος της θυσίας του εαυτού μας και των ιδιοτελειών του, της φιλαυτίας και των εγωϊστικών επιδιώξεών του προς χάριν του πλησίον, όστις δεν είναι εχθρός, ξένος η αντίπαλος αλλά αδελφός και τέκνον ηγαπημένον του Θεού Πατρός.
Η Εορτή των Εισοδίων της Παναγίας γίνεται, το τρίτον, υπόμνησις των Εισοδίων ημών εις την Αγίαν Εκκλησίαν δια του θείου βαπτίσματος, «του λουτρού της παλιγγενεσίας» (Τιτ. 3,5), του μυστηρίου της εν Χριστώ αναγεννήσεως ημών.
Πάντες εβαπτίσθημεν εις την Αγίαν κολυμβήθραν της Εκκλησίας «εις Χριστόν Ιησούν» και «συνετάφημεν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός… ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ.6,4-5). Το βάπτισμα είναι η Ωραία Πύλη, δια της οποίας εισοδεύει ο άνθρωπος εις την Εκκλησίαν, γίνεται μέλος του μυστικού θεανθρωπίνου σώματός της και κοινωνεί τούπληρώματος της ζωής της.
Καλούμεθα, οι πιστοί, να έχωμεν συνεχώς προ οφθαλμών την εικόνα των δια του ιερούβαπτίσματος εισοδίων ημών εν τω αγίω Σώματι της Εκκλησίας και νάεπαναλαμβάνωμεν το «Συντάσσομαι τω Χριστώ» οσάκις το φρόνημα του κόσμου καλεί ημάς να αρνηθώμεν την αληθή πίστιν, να πιστεύσωμεν εις άλλους θεούς, νάαποκαθηλώ-σωμεν, ως άλλοι εικονοκλάσται, από το εικονοστάσιον της καρδίας ημών τον Χριστόν και να παύσωμεν να ζώμεν «σωφρόνως, δικαίως και ευσεβώς εν τω νυν αιώνι»(Τιτ.2,11). Βοηθός ημών εν τω έργω τούτω και πάλιν υπάρχει η Παναγία, η οποία τιμάται εις την ιστορίαν της σωτηρίας ως Εκείνη «δι’ ης ημείς εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν επολιτογραφήθημεν».
Δυνάμεθα να είπωμεν, κατόπιν τούτων, ότι η Εορτή των Εισοδίων αποτελεί κλήσιν προσωπικήν ενός εκάστου εις την αγιότητα. Καλούμεθα να βαδίζωμεν εις την οδόν της θεώσεως, την οδόν της ορθοδόξου πνευματικότητος, να εισοδεύωμεν εις την πνευματικήν, λειτουργικήν και μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας. Καλούμεθα να εισοδεύωμεν εις τον κρυπτόν της καρδίας ημών άνθρωπον (Α’Πετρ.3,4), να κάνωμεν συνεχώς προσευχητικά Εισόδια εις τους Ιερούς Ναούς, όπου αδιαλείπτως η λατρεία του Θεού επιτελείται, αλλά και να κάνωμεν συνεχώς εισόδια εις το ταμιείον της καρδιακής οικίας μας. Ο Κύριος εκάλεσε πάντας να ευρίσκωνται εν κοινωνία μετ’ αυτού εις το ταμιείον της προσευχής, εκεί όπου «ο Πατήρ… ο βλέπων εν τω κρυπτώαποδώση …εν τω φανερώ» (Ματθ.6,6). Ο άνθρωπος εκεί συνεργάζεται, μετά τούεργαζομένου δια την σωτηρίαν του Θεού, εκουσίως, αφού «βουλομένων… η σωτηρία, ουκ αναγκαζομένων», κατά την έκφρασιν των Πατέρων.
Αυτήν την συνεργασίαν διδάσκει σήμερον η εισερχομένη εις τα Άγια των Αγίων τριετίζουσα Παναγία, διο και αποτελεί πρότυπον δια πάντα χριστιανόν. Αυτήν την συνεργασίαν έχομεν προ οφθαλμών εις την ιεράν εικόνα των Εισοδίων Αυτής. Μίαν συνεργασίαν, η οποία έχει σκοπόν να διδάξη ημάς ότι «ζώμεν, κινούμεθα και εσμέν»εντός του μυστικού σώματος της Εκκλησίας δια να εισέλθωμεν εις την Βασιλείαν των ουρανών, την οποίαν ο Κύριος εγγυάται «δια των ήδη κεχαρισμένων ημίν αγαθών».
Αυτό είναι το τέλος και ο προορισμός των χριστιανών. Η Μεγάλη είσοδος της Θείας Λειτουργίας της ζωής ημών. Όλος ο πνευματικός αγών έχει ταύτην την ενδελέχειαν. Και η ύπαρξις ημών εντός της Εκκλησίας έχει μόνον τούτον τον υψηλόν στόχον. Να εισέλθωμεν εις τα Άγια των Αγίων της κατά Χριστόν ζωής, να λάβωμεν την σταθεράναπόφασιν να ταυτίσωμεν το θέλημα ημών με το του Θεού και να πραγματοποιήσωμεν τα εισόδια ημών εις τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον, δια να δυνηθώμεν, όταν έλθηη κλήσις του Θεού δι’ένα έκαστον εξ ημών, να γίνουν μετά την έξοδον εκ των προσκαίρων τα εισόδιά του εις την Βασιλείαν των ουρανών.
(Απόσπασμα ομιλίας  του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κνωσσού κ.Ευγενίου,που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Σταυροβουνίου κατά την Πατριαρχική και Συνοδική Λειτουργία  την 21/11/2006)

τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου






Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) ξεχωρίζουν μεταξύ τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν διά τόν πλούσιον συμβολισμόν των, ὅπως τόν βλέπομεν ἄλλωστε εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς καί τήν εἰκονογραφίαν. Ἡ Ἱερά Παράδοσις συνεπλήρωσε τά κενά τῶν Εὐαγγελίων γύρω ἀπό τήν ζωήν τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ καί μᾶς ἐγνώρισε διδακτικούς σταθμούς τῆς ζωῆς της, πού ἐμπνέουν καί τρέφουν τήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν πρός τό πρόσωπόν της.

«Ὅπως ἡ ἑορτή τοῦ Γενεθλίου τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ», παρατηρεῖ ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ, «ἔτσι καί ἡ ἑορτή τῆς Εἰσόδου της εἰς τόν Ναόν ἐδημιουργήθη ὑπό τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐχρησιμοποίησε τά ἀπόκρυφα (Εὐαγγέλια) διά νά δώσῃ ἔμφασιν –αὐτήν τήν φοράν ἐν τῷ προσώπῳ τῆς διαλεγμένης Παρθένου, πού ἀφιέρωσε τόν ἑαυτόν της εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Θεοῦ -εἰς «τήν ἐκπλήρωσιν τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου». Τό μυστήριον τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά συγκριθῇ μέ τήν Κοίμησιν, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς αὐτό τοῦτο τό θησαυροφυλάκιον τῆς Παραδόσεως· ἡ Ἐκκλησία διακόπτει τήν σιγήν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί μᾶς δείχνει τούς ἀκαταλήπτους δρόμους τῆς θείας Προνοίας, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζουν τό δοχεῖον τοῦ Λόγου, «τήν πρό αἰώνων προορισθεῖσαν μητέρα», «τήν ἐκ τῶν Προφητῶν προκηρυχθεῖσαν» πού εἰσάγεται τώρα εἰς τά Ἅγιᾳ τῶν Ἁγίων, ὡς « τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

Περιγραφήν τῆς εἰσόδου τῆς Θεομήτορος εἰς τόν Ναόν εὑρίσκομεν εἰς τό Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου. Ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα, ἐπί πολλά χρόνια ἄτεκνοι, ὅπως εἴδομεν, ἀποκτοῦν ὕστερα ἀπό νηστείαν καί προσευχήν τέκνον, τήν Μαρίαν, τήν ὁποίαν εἰς ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἀφιερώνουν εἰς τόν Ναόν συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν των:

«Καί ἐγένετο τριετής ἡ παῖς, καί εἶπεν Ἰωακείμ· Καλέσατε τάς θυγατέρας τῶν Ἑβραίων τάς ἀμιάντους καί λαβέτωσαν ἀνά λαμπάδα, καί ἔστωσαν καιόμεναι, ἵνα μή στραφῇ ἡ παῖς εἰς τά ὀπίσω καί αἰχμαλωτισθῇ ἡ καρδία αὐτῆς ἐκ ναοῦ Κυρίου. Καί ἐποίησαν οὕτως ἕως ἀνέβησαν ἐν τῷ ναῷ Κυρίου. Καί ἐδέξατο αὐτήν ὁ ἱερεύς, καί φιλήσας εὐλόγησεν αὐτήν καί εἶπεν· Ἐμεγάλυνεν Κύριος τό ὄνομά σου ἐν πάσαις ταῖς γενεαῖς· ἐπί σοί ἐπ᾽ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν φανερώσει Κύριος τό λύτρον (=λύτρωσιν) αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. Καί ἐκάθισεν αὐτήν ἐπί τρίτου βαθμοῦ τοῦ θυσιαστηρίου, καί ἐπέβαλεν Κύριος ὁ Θεός χάριν ἐπ᾽ αὐτήν, καί κατεχόρευσεν τοῖς ποσίν αὐτοῖς, καί ἠγάπησεν αὐτήν πᾶς οἶκος Ἰσραήλ. Καί κατέβησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς θαυμάζοντες καί αἰνοῦντες τόν δεσπότην Θεόν, ὅτι οὐκ ἐπεστράφη ἡ παῖς εἰς τά ὀπίσω. Ἦν δέ Μαρία ἐν τῷ ναῷ Κυρίου ὡς περιστερά νεμομένη, καί ἐλάμβανεν τροφήν ἐκ χειρός ἀγγέλου».

Εἰς τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα τοῦ Πρωτευαγγελίου στηρίζεται καί ἡ ἱερά ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς. Οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι προχωροῦν πέραν τοῦ Θεομητορικοῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου διά νά συλλάβουν τήν μυστικήν σημασίαν του καί τήν σχέσιν του πρός τό θεῖον σχέδιον τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Παναγία δέν εἰσέρχεται εἰς τόν Ναόν μόνον διά νά προσφέρῃ μέ τούς γονεῖς της τό δῶρον της καί νά ὑψώσῃ τήν εὐχαριστήριον προσευχήν της. Εἰσέρχεται διά νά γίνῃ ἡ ἰδία «καί ἀνάθημα καί εὐῶδες θυμίαμα». Κατοικεῖ εἰς τά ἄδυτα τοῦ Ναοῦ διά νά γίνῃ «τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον, τερπνόν καί ὡραῖον» (β’ Ἀπόστιχον τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. α’ ἤχου).


 



Ἡ Παναγία δηλαδή γίνεται μέ τήν εἴσοδόν της καί τήν παραμονήν της εἰς τόν Ναόν «ὁ ναός ὁ ἔμψυχος τοῦ μεγάλου Βασιλέως», ὁ «θεοχώρητος ναός», «ὁ οὐρανός ὁ νοητός», «ὁ καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος» κατά τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Ἔτσι ὁ Ναός τοῦ Νόμου (πρόκειται διά τόν Ναόν τοῦ Ζοροβάβελ, πού ὑστεροῦσεν εἰς λαμπρότητα ἀπό ἐκεῖνον τοῦ Σολομῶντος) γίνεται τύπος καί σύμβολον τῆς Παρθένου. Αὐτή μέ τήν προετοιμασίαν της εἰς τόν Ναόν τοῦ Θεοῦ θά γίνῃ ἀργότερον ὁ Ναός τοῦ Σώματος τοῦ Υἱοῦ της. Τρέφεται μέ οὐράνιον ἄρτον, διότι θά γεννήσῃ τόν Ἄρτον τῆς ζωῆς. Ὡραιότατα παρουσιάζει τούς συμβολισμούς αὐτούς τό γ’ Στιχηρόν τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς:

«Ἐπουρανίῳ τραφεῖσα, Παρθένε, ἄρτῳ πιστῶς ἐν τῷ Ναῷ Κυρίου, ἀπεκύησας κόσμῳ ζωῆς ἄρτον τόν Λόγον· οὗ ὡς ναός ἐκλεκτός καί πανάμωμος προεμνηστεύθης τῷ Πνεύματι μυστικῶς, νυμφευθεῖσα τῷ Θεῷ καί Πατρί».

Ἔτσι ἡ ἱερά Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καί ἡ σχετική εἰκόνα ὑπηρετοῦν ἕνα βαθύτερον σκοπόν: Χειραγωγοῦν τόν πιστόν εἰς τό μυστήριον τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἴσοδος τῆς Θεοτόκου εἰς τόν Ναόν εἶναι τό προοίμιον τῆς εὐνοίας τοῦ Θεοῦ εἰς τούς ἀνθρώπους, ἡ προκήρυξις τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἡ προαγγελία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πραγματοποίησις τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας διά τήν σωτηρίαν τοῦ Κόσμου. Αὐτά διακηρύσσει τό Ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς:

«Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τό προοίμιον καί τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις. Ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται καί τόν Χριστόν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καί ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν· Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος μέ βάσιν τάς ἀνωτέρω πληροφορίας τῆς ἀποκρύφου διηγήσεως καί τήν δογματικήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς Θεοτόκου συνθέτει τήν εἰκόνα τῶν Εἰσοδίων.


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ «Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου»

 



Τό Κύριον πρόσωπον τῆς εἰκόνος εἶναι ἡ τριετής Παναγία. Εἰκονίζεται τήν στιγμήν πού τήν ὑποδέχεται εἰς τόν Ναόν ὁ ἱερεύς Ζαχαρίας, ὁ μετέπειτα πατήρ τοῦ Προδρόμου. Τήν συνοδεύουν οἱ γονεῖς της καί αἱ παρθένοι, πού βαστοῦν λαμπάδας.

Ἡ Παναγία δέν ἐμφανίζει τίποτε τό παιδικόν, ἐκτός ἀπό τό μικρόν μέγεθος τοῦ σώματός της. Αὐτό γίνεται σκοπίμως. Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος θέλει νά μᾶς ἀπομακρύνῃ ἀπό τό γράμμα τῆς διηγήσεως («τριετής ἡ παῖς») διά νά συλλάβωμεν τό πνεῦμά της, τήν ἐκκλησιολογικήν της διάστασιν. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Διά τοῦτο ὁ ὑμνῳδός μᾶς καλεῖ «τήν νηπιάζουσαν φύσει καί ὑπέρ φύσιν» Μητέρα ἀναδειχθεῖσαν τοῦ Θεοῦ εὐφημήσωμεν ὕμνοις (Τροπάριον τοῦ Ὄρθρου).

Ἡ Παναγία εἰκονίζεται ὡς ὥριμος γυναῖκα μέ τό γνωστόν μαφόριόν της, ὅπως τήν βλέπομεν εἰς τάς εἰκόνας της.


 



Τό ἴδιο κάμνει ὁ ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας καί διά τάς λαμπάδας τῶν παρθένων. Αἱ ἀνημμέναι λαμπάδες δέν εἶχον σκοπόν κατ᾽ αὐτόν νά ἐμποδίσουν τήν τριετῆ παιδίσκην νά στραφῇ εἰς τά ὀπίσω, καθώς ἐπήγαινεν εἰς τόν Ναόν, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἀπόκρυφος διήγησις, ἀλλά νά ὑποδείξουν τήν νοητήν λαμπάδα, τήν Παναγίαν, καί προδηλώσουν τήν μελλοντικήν αἴγλην, πού θά ἀνέλαμπεν ἀπό αὐτήν καί θά ἐφώτιζε τούς εἰς τό σκότος τῆς ἁμαρτίας καθημένους ἀνθρώπους, δηλαδή τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Αὐτόν τόν συμβολισμόν παρουσιάζει τό δ’ Στιχηρόν προσόμοιον τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ δ’ ἤχου:



 



«Αἱ νεάνιδες χαίρουσαι καί λαμπάδας κατέχουσαι, τῆς λαμπάδος σήμερον προπορεύονται τῆς νοητῆς καί εἰσάγουσιν αὐτήν εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἱερῶς προδηλοῦσαι τήν μέλλουσαν αἴγλην ἄρρητον ἐξ αὐτῆς ἀναλάμψειν καί φωτίσειν τούς ἐν σκότει καθημένους, τῆς ἀγνωσίας ἐν Πνεύματι».


 



Τήν Παναγίαν ὑποδέχεται εἰς τό ἱερόν ὁ ἱερεύς Ζαχαρίας φορῶν τήν ἐπίσημον ἱερατικήν στολήν του. Κύπτει μέ τεταμένας τάς χεῖρας νά ὑποδεχθῇ «εὐφραινόμενος ταύτην ὡς Θεοῦ κατοικητήριον». Ἡ μικρά Παναγία λυγερόσωμος καί εὐθυτενής τείνει καί αὐτή τάς χεῖράς της πρός τόν ἱερέα.


 



Εἰς τό ἄνω ἀριστερόν πολλῶν εἰκόνων παριστάνεται ἡ Παναγία καθημένη ἐπάνω εἰς μαρμάρινον θρόνον, ὅπου δέχεται τήν τροφήν, πού τῆς κομίζει ὁ ἄγγελος Γαβριήλ. Ἡ Παναγία θά παραμείνῃ εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων ὡς νέα Κιβωτός τῆς Διαθήκης, ὡς ἡ «ἔμψυχος κιβωτός» καί κατά τήν 12ετῆ παραμονήν της εἰς τό Ἱερόν θά τρέφεται θαυματουργικῶς μέ οὐράνιον τροφήν.

Ἡ Ζωὴ τῆς Παναγίας



 



Στὸ χῶρο τοῦ σύμπαντος τὸ φαινόμενο τῆς ἔκλειψης τοῦ ἡλίου εἶναι κάτι ποὺ συχνὰ συμβαίνει. Στὸ χῶρο τῆς χριστιανικῆς πίστης ὅμως, ὑπάρχει ἕνας ἥλιος ποὺ δὲν γνωρίζει ἔκλειψη εἰς τὸν αἰώνα. Εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Χριστός! Μαζί του λάμπει στοὺς αἰῶνες καὶ ὁ ἥλιος τῆς Παναγίας μητέρας Του. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἥλιος, ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Θεοῦ, «ἡ μετὰ Θεὸν Θεός», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, καθὼς εἶναι ἐκείνη ποὺ δέχθηκε μέσα της, ἐκύησε, ἐγέννησε, γαλακτοτρόφησε καὶ ἀνέθρεψε τὸ νοητὸ Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης.

Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἥλιος ἁγνείας, παρθενίας, ὑπακοῆς, ὑπομονῆς, σιωπῆς, ἀγάπης, πίστης, σεμνότητας, καθαρότητας, διακριτικότητας, σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ὡραιότητας. Ἥλιος καλοκαιρινός, δεκαπενταυγουστιάτικος, ποὺ λαμπρύνει τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀποτελεῖ καύχημα καὶ κόσμημα τῶν χριστιανῶν.

Ἂς δοῦμε σύντομα τὴ μοναδικὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς μοναδικῆς γυναίκας.

Κατὰ τὸ λεγόμενο, «πρωτευαγγέλιο» τοῦ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, ὁ ἱερέας Ματθᾶν (23ος ἀπόγονός του Δαβίδ, κατὰ τὸν γενεαλογικὸ πίνακα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου), παντρεύτηκε τὴ Μαρία καὶ μαζὶ ἀπέκτησαν τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ μνήστορος τῆς Παναγίας, καὶ τρεῖς κόρες:

τὴ Μαρία, ἡ ὁποία γέννησε τὴ Σαλώμη τὴ μαία,

τὴ Σοβῆ, ἡ ὁποία γέννησε τὴν Ἐλισάβετ, τὴ μητέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου καὶ

τὴν Ἄννα, ἡ ὁποία γέννησε τὴ Μαρία, τὴ μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἄννα (ἡ μνήμη τῆς τιμᾶται στὶς 25 Ἰουλίου), παντρεύτηκε σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, τὸν τριαντάχρονο τότε Ἰωακείμ (ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 9 Σεπτεμβρίου μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Ἄννα), ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ, ὅπως κι ἐκείνη. Ὅμως πέρασαν 40 χρόνια ἔγγαμου βίου καὶ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα δὲν εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Ἡ ἀτεκνία στὴν ἐποχὴ τοὺς ἦταν μεγάλη ντροπή. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ ντροπὴ τὴν ἔφερναν πάνω τους καὶ οἱ δυό τους ἀγόγγυστα κι ἀδιαμαρτύρητα ἀπέναντι στὸ Θεό. Ὑπέμεναν τὸ θέλημά Του, Τὸν θερμοπαρακαλοῦσαν, πίστευαν μὲ ἁπλοϊκὴ καὶ πηγαία πίστη στὴν παντοδυναμία Του καὶ περίμεναν…

Ἀπέναντι στὴ τόση πίστη, ὑπομονὴ καὶ προσευχὴ ὁ Θεὸς ἀπάντησε μὲ πολλαπλὰ μεγάλα θαύματα. Στέλνει τὸν ἄγγελό Του καὶ λύει τὴν ἀτεκνία τῆς Ἄννας (9 Δεκεμβρίου). Καὶ ἡ γριὰ καὶ στείρα Ἄννα, ὡς ἄλλη Σάρα, θὰ μείνει ἔγκυος καὶ στὰ 60 της χρόνια θὰ γεννήσει καὶ θ᾿ ἀποκτήσει (8 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα Δευτέρα τοῦ ἔτους 15 π.Χ.) κόρη. Καὶ τί κόρη(!) τὴ Μαρία, τὴ μετέπειτα Παναγία Δέσποινα.

Τῆς ἔδωσαν τ᾿ ὄνομα τῆς γιαγιᾶς της, ὅμως τὸ καθένα ἀπὸ τὰ πέντε γράμματα τοῦ ὀνόματός της παραπέμπει καὶ σὲ ἕνα γυναικεῖο πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ὁποῖο διακρίθηκε γιὰ μία τουλάχιστον ἀρετή:

ἡ Μ-αριάμ, γιὰ τὴν ἁγνότητά της,

ἡ Ἀ-βιγαία (=πηγὴ χαρᾶς), γιὰ τὴν ταπείνωση & τὴ σωφροσύνη της,

ἡ Ρ-αχήλ (=ἀμνάδα), γιὰ τὴν ὀμορφιά της,

ἡ Ἱ-ουδήθ, γιὰ τὴν ἀνδρειοφροσύνη & τὴν πίστη της,

ἡ Ἄ-ννα (=Θεία Χάρη), γιὰ τὴν ὑπομονή της.

Ἔτσι τὸ ὄνομα Μαρία περιγράφει καὶ τὰ χαρίσματα τῆς Παναγίας.

Στὸ δῶρο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τῆς Μαρίας, ἀπαντοῦν μὲ ἀντίδωρο. Προσφέρουν στὸ Θεὸ ἐκεῖνο ποὺ τοὺς πρόσφερε. Φέρνουν στὸ ναὸ καὶ ἀφιερώνουν στὸ Θεὸ τὴν τρίχρονη(!) κορούλα τους.

Μεγάλη ἡ καρδιά τους – Μεγάλη ἡ ἀπόφασή τους – Μεγάλη ἡ πίστη τους.

Ἂς τοὺς θαυμάσουμε καὶ ἂς τοὺς μοιάσουμε.

Τὸ τρίχρονο κοριτσάκι τρέχοντας ἀνέβηκε τὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ κι ἔπεσε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἁγίου ἀρχιερέα Ζαχαρία. Ἐκεῖνος προφανῶς, γνωρίζοντας ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτὸ τὸ παιδί, γεμάτος χαρά, ἀφοῦ πρῶτα πείθει τὸν λαὸ γιὰ τὸ σωστό της παράδοξης ἀπόφασής του, ὁδηγεῖ (21 Νοεμβρίου) τὴ μικρὴ κόρη στὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» του ναοῦ (!!!), ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ μόνο ὁ ἀρχιερέας ἔμπαινε κι αὐτὸς μιὰ φορὰ τὸ χρόνο. Ἐκεῖ φυλάσσονταν ἀπὸ τοὺς ἱσραηλίτες τὰ ἱερότερα τῶν κειμηλίων τους, ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης ποὺ περιεῖχε τὶς πλάκες μὲ τὶς δέκα ἐντολές, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν καὶ τὸ δοχεῖο μὲ τὸ μάννα.

Ἐκεῖ θὰ παραμείνει ἐπὶ 12 συναπτὰ ἔτη ἡ πιὸ ἁγνὴ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, ἡ μικρὴ Μαρία, ζωντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ὑπακοὴ καὶ τρεφόμενη ἀπὸ ἀγγελικὰ χέρια, καθὼς ἐκείνη ἔμελλε νὰ ἀναδειχθεῖ μεγαλύτερη κι ἀπὸ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» καὶ νὰ γίνει ἡ νέα κιβωτὸς ποὺ μέσα της θὰ στέγαζε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ.

Στὰ ἐννέα της χρόνια θὰ γνωρίσει τὴν πίκρα τῆς ὀρφάνιας, καθὼς θὰ στερηθεῖ καὶ τοὺς δυὸ ἀγαπημένους γονεῖς της. Ἔτσι οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ καὶ οἱ συγγενεῖς της, ὅταν πλέον ἦρθε ἡ ὥρα (σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν) νὰ ἀφήσει τὸ ναὸ καὶ νὰ βγεῖ ἔξω στὸν κόσμο, ἀποφασίζουν νὰ μὴν τὴν ἀφήσουν μόνη ἐκτεθειμένη στοὺς κινδύνους τῆς ζωῆς, ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύσουν.

Τὴν θέτουν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Ἰωσήφ, ἑνὸς μακρινοῦ συγγενῆ της (ὅπως εἴδαμε ἀνωτέρω), τοῦ ὁποίου ἡ γυναίκα εἶχε πεθάνει καὶ τοῦ εἶχε ἤδη ἀφήσει 7 παιδιά, 4 ἀγόρια καὶ 3 κορίτσια (τὰ ὁποῖα ἀργότερα θὰ θεωρηθοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς ἐποχῆς, ὡς ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ). Ἡ ἀπόφασή τους αὐτὴ ἐπικυρώθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καθὼς κατὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἰωσὴφ ὡς μνηστήρα τῆς Μαρίας, ἕνα περιστέρι βγῆκε ἀπὸ τὴ ράβδο του καὶ πέταξε πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του.

Ὁ Ἰωσὴφ παρέλαβε τὴ 16χρονη Μαρία, παρὰ τοὺς δισταγμοὺς ποὺ εἶχε, ἐπειδὴ ἦταν χῆρος με παιδιὰ καὶ μεγάλος σε ἡλικία (75 ἐτῶν).

Ἡ Μαρία δὲν πρόλαβε νὰ κλείσει χρόνο στὴ νέα της ζωὴ κι ἕνα ἀνοιξιάτικο κυριακάτικο ἀπόγευμα στὶς 25 τοῦ Μαρτιοῦ, ἐνῶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά της ἦταν προσηλωμένη στὴν νοερὰ προσευχή, μὲ τὰ χείλη σιγόψελνε ὕμνους στὸ Θεὸ καὶ μὲ τὰ χέρια χρυσοκένταγε τὸ νέο «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ, ἄκουσε ἀπὸ τ᾿ Ἀρχαγγελικὰ τοῦ Γαβριὴλ τὰ χείλη, τὴν ἐκπλήρωση τοῦ «πρωτευαγγελίου». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία!. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου γιὰ νὰ συμβεῖ τὸ ποθούμενο, καθὼς ἁγιωτέρα καὶ καθαροτέρα ψυχὴ δὲν ὑπῆρξε μέχρι τότε, οὔτε θὰ ὑπάρξει σὰν αὐτὴ τῆς Παναγίας. «Μὴ φοβᾶσαι, Μαρία, θὰ γεννήσεις τὸ Γιὸ τοῦ Ὑψίστου. Πνεῦμα Ἅγιο θὰ σὲ ἐπισκιάσει». Καὶ ἡ ἀπάντησή της ποὺ ἀκολούθησε τοὺς πρώτους ἀνθρώπινους δισταγμούς της: «Ἰδού, ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἡ σωτήρια ἀπάντηση ποὺ περίμενε ὅλος ὁ κόσμος, δόθηκε.

Ἡ Μαρία ἔγγυος (καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ τὴν ἀγγίξει ἄνδρας!!!). Δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς τοῦ δίκαιου Ἰωσήφ. Ὅμως Ἄγγελος Κυρίου θὰ τὸν ἐνημερώσει γιὰ τὰ συμβάντα καὶ ἔτσι ἐκεῖνος, μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ κόσμου θὰ πάρει τὴν εὐθύνη καὶ θὰ καλύψει τὴν Παρθένο.

Ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ θὰ γίνει μάνα ὄντας παρθένος. Παρθένος πρίν, κατὰ καὶ μετὰ τὸν τοκετό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὶς εἰκόνες της ἁγιογραφεῖται μὲ τρία ἀστέρια (δυὸ στοὺς ὤμους καὶ ἕνα στὸ μέτωπο) πάνω στὴν ἐσθήτα της καὶ ὑμνολογεῖται ὡς «Νύμφη ἀνύμφευτη».

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ βέβαια, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς ὄχι μόνο του Ἰωσήφ, μὰ καὶ κάθε ἀνθρώπου. Κι ὅμως ἡ ἐξαδέλφη τῆς Μαρίας ἡ Ἐλισάβετ, φωτιζόμενη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸ πεῖ: «ἦρθε σὲ μένα ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου» καὶ τὸ βρέφος ποὺ εἶχε στὴν κοιλιά της θὰ σκιρτήσει μὲ τὴν παρουσία τῆς Παρθένου Μαρίας.

Ἀκολουθεῖ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν Βηθλεὲμ τὴ γενέτειρα τοῦ Ἰωσήφ, γιὰ νὰ ἀπογραφοῦν ἐκεῖ ὁ ἴδιος καὶ ἡ Μαρία, σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου.

«Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ, ἤνοικτε πάσιν ἡ Ἐδέμ».

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἄσημο χωριὸ ποὺ βρίσκεται 10 χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ γεννήσει ἡ Παρθένος σ᾿ ἕναν στάβλο καὶ θὰ ἐναποθέσει σ᾿ ἕνα παχνὶ τὸν κτίσαντα τὸν κόσμο ὅλον.

Ὁ Ἐμμανουήλ (=ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας) εἶναι ἐδῶ κι ἡ μάνα του κρυφὰ Τὸν καμαρώνει, καθὼς ἁπλοϊκὰ τσομπανόπουλα Τὸν προσκυνοῦνε, ἄγγελοι Τὸν ὑμνοῦνε, ἄδολα ζῶα Τὸν ζεσταίνουν μὲ τὰ χνῶτα τους, μάγοι (σπουδαγμένοι πανεπιστήμονες τοῦ καιροῦ τους) Τὸν χρυσώνουν.

Στὶς 8 μέρες ἀκολουθεῖ ἡ περιτομὴ καὶ ἡ ὀνοματοδοσία τοῦ νεαροῦ ἀγοριοῦ. Ἰησοῦς θἆναι τ᾿ ὄνομά Του.

Στὶς 40 μέρες οἱ εὐλογημένοι γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκολουθώντας τὴν παράδοση καὶ τὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, θὰ φέρουν τὸ παιδὶ στὸ ναό, γιὰ νὰ πάρουν ὅλοι μαζὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συνεχίσουν ἔτσι οἱ γονεῖς μὲ δύναμη καὶ φρόνηση, τὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ τους.

Θὰ ἀκολουθήσει ἡ φυγὴ τῆς ἁγίας οἰκογένειας στὴν Αἴγυπτο, κατόπιν ἀγγελικῆς προτροπῆς, γιὰ νὰ γλιτώσει ὁ μικρὸς Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ φονικὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρώδη. Ἀγόγγυστα καὶ μὲ χαρὰ ἡ Μαρία θὰ ὑποφέρει τὸν ξεριζωμὸ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τὸν ξενιτεμὸ πρὸς χάριν τοῦ παιδιοῦ της.

Δὲν θὰ ἀργήσει ὅμως νὰ ἔλθει καὶ ἡ ποθητὴ μέρα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα καὶ ἡ ἐγκατάσταση τῆς ἱερῆς οἰκογένειας στὴ Γαλιλαία.

Τὴν Παναγία θὰ τὴν ξανασυναντήσουμε στὰ εὐαγγέλια. Θὰ ψάχνει ἐναγωνίως τὸ δωδεκάχρονο πιὰ ἀγόρι της, ποὺ Τὸ εἶχε χάσει, κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου εἶχαν πάει γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἄραγε μέσα σὲ τί ἀγωνία θὰ ζοῦσε ἡ ἁγία της ψυχὴ ἐκεῖνες τὶς τρεῖς ἡμέρες ποὺ πέρασαν, προτοῦ βρεῖ τὸν Ἰησοῦ νὰ διδάσκει στὸ σπίτι τοῦ πατέρα Του, τοὺς σοφοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ ναοῦ;

Τὴ λαχτάρα ποὺ τῆς ἔδωσε τότε ὁ Γιός της, θὰ τῆς τὴν ξεπληρώσει ὅταν πιὰ τριαντάχρονος θ᾿ ἀρχίσει τὸ δημόσιο ἔργο Του.

Γιὰ χάρη τῆς μητέρας Του τότε θὰ κάνει τὸ πρῶτο θαῦμα Του, ἂν καὶ ἦταν παράκαιρο ὅπως τῆς εἶπε. Ἐντούτοις, θὰ κάνει τὸ νερὸ κρασὶ στὸν ἐν Κανᾷ γάμο γιὰ νὰ συνεχισθεῖ τὸ γλέντι καὶ ἡ χαρὰ τῶν παρευρισκομένων σ᾿ αὐτὸ τὸ γιορτάσι, διότι… Ἐκείνη Τοῦ τὸ ζήτησε!

Σὲ κάποια ἄλλη στιγμὴ ὅμως, ὅταν Τὸν ἀναζητοῦσαν ἡ μητέρα του καὶ τ᾿ ἀδέρφια Του, θὰ πεῖ πὼς μητέρα μου κι ἀδέρφια μου εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Οἱ καλοθελητὲς θὰ σχολιάσουν πὼς πλήγωσε μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὴ μητέρα Του.

Λέτε, ἀλήθεια, νὰ ἀδιαφοροῦσε τόσο πολὺ γιὰ Ἐκείνη ὁ Κύριος;

Ποιός; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦταν καρφωμένος πάνω στὸ Σταυρό, καὶ φρικτὰ ὑπέφερε, ἐντούτοις νοιάστηκε γιὰ ΄κείνη, γιὰ νὰ μὴν μείνει μόνη καὶ ἀπροστάτευτη μετὰ τὸ θάνατό Του καὶ τὴν ἔθεσε ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, τοῦ Ἰωάννη.

Κι Ἐκείνη λέτε νὰ μὴ γνώριζε τὴ σημασία τῶν παραπάνω λόγων τοῦ παιδιοῦ της, ὅταν ἦταν:

Ἐκείνη ποὺ Τὸν γέννησε καὶ Τὸν ἀνέθρεψε;

Ἐκείνη ποὺ Τὸν παράστεκε σ᾿ ὅλες τὶς περιοδεῖες Του;

Ἐκείνη ποὺ στὸ Γολγοθὰ ἐπάνω καὶ κάτω ἀπ᾿ τὸ Σταυρὸ τοῦ παιδιοῦ της ἀνήμπορη καὶ μόνη παρακολουθεῖ τὰ φρικτὰ γενόμενα ποὺ σὰν κοφτερὸ λεπίδι σχίζουν τὰ σωθικὰ της; «Σφαγήν Σου τὴν ἄδικον Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα..» (ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὅταν κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου στὸ ναὸ εἶχε πεῖ: «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴ διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. 2, 35).

Ἐκείνη ποὺ κατὰ τὴν ἀποκαθήλωση ἔλουσε μὲ τὰ δάκρυά της, μύρωσε καὶ νεκροπρεπῶς ἐνταφίασε τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Γιοῦ της;

Ἐκείνη ποὺ πρωτοτίμησε ὁ Γιός της μὲ τὴν ἀναστημένη παρουσία Του;

Ἐκείνη ποὺ μπροστὰ στὰ μάτια της Γιός της καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς;

Ἐκείνη ποὺ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔλαβε στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους;

Ἐκείνη ποὺ ξεκίνησε μετὰ ἀπὸ τὸν κλῆρο ποὺ τῆς ἔλαχε, νὰ πάει νὰ κηρύξει τὸ Γιό της στὴν Ἰβηρία;

Ἀλλὰ τελικά, τὸ θέλημα τοῦ Γιοῦ της ἦταν νὰ βρεθεῖ στὴ χερσόνησο τοῦ Ἄθωνα καὶ αὐτὸς ὁ εὐλογημένος τόπος νὰ τῆς παραχωρηθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ἀπὸ τότε καὶ ἕως τὰ τέλη τῶν αἰώνων ὡς περιβόλι δικό της.

Ἡ Παναγία γνώριζε ἀπὸ τὸν τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ὅλα τὰ μελλούμενα, ἀλλὰ «διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. δ´ 51).

Μιὰ συνεχὴς σιωπή, προσευχή, διακριτικὴ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση, ἦταν ἡ ζωή της.

Κι ἔτσι συνέχισε νὰ πολιτεύεται καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Γιοῦ της στοὺς οὐρανούς.

«Ξενυχτοῦσε στὴν προσευχή. Καὶ δὲν προσευχόταν ὄρθια ἢ γονατιστή. Χρωμάτιζε τὴν προσευχή της μὲ τὶς ἐπίμονες γονυκλισίες (=μετάνοιες). Ἔκανε τόσες πολλὲς μετάνοιες, ὥστε στὰ ἁγία γόνατά της σχηματίστηκαν «κόμποι» (ὅπως τῆς γίδας). Τὸ δὲ μάρμαρο ποὺ ἀκουμποῦσαν τὰ γόνατά της ...βαθούλωσε!!!

Μετὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή της, ξάπλωνε γιὰ λίγο, ἔχοντας σὰ στρῶμα μία πέτρα.

Ἡ δὲ προσευχή της (καὶ τί προσευχή!) ἔκανε θαύματα! (Ἡ Παναγία προσευχόταν!) Θεράπευε ἄρρωστους, ἔβγαζε δαιμόνια κ.λ.π.

Ὅμως ἡ φιλεύσπλαχνος Παρθένος δὲν εἶχε περιορισθεῖ μόνο στὴν προσευχή, ἀλλ᾿ εἶχε ἀνοιχθεῖ καὶ πρὸς τὸν κόσμο. Δὲν ἐπικοινωνοῦσε μονὸ μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν κόσμο. Τὴ νύχτα δηλαδὴ τὴν εἶχε ἀφιερώσει στὴν ἐπικοινωνία της μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν ἡμέρα στὴν ἐπικοινωνία της μὲ τὸ συνάνθρωπο.

* Ὑποδεχόταν τοὺς ξένους με πλατιὰ καρδιά. Καὶ τοὺς περιποιοῦνταν.

* Ἔκανε ἐλεημοσύνες.

* Ἔτρεχε στὰ ὀρφανά, στὶς χῆρες, στοὺς καταπονημένους, στοὺς θλιβομένους.

Ἡ μεγάλη της εὐσπλαχνία ράγιζε καὶ τὶς πέτρινες ψυχές.»

Ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα σὲ ἡλικία ἄγνωστη σὲ μᾶς (ἄλλοι λένε 59 ἐτῶν καὶ ἄλλοι 74, κάτι, ποὺ εἶναι ἴσως καὶ τὸ πιθανότερο), νὰ πάει νὰ συμβασιλεύσει στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Γιό της «πεποικιλμένη τῇ Θείᾳ δόξῃ».

Ὁ Ἄγγελος Γαβριὴλ τῆς φέρνει τὴν εἴδηση τῆς ἀναχώρησής της μετὰ τρεῖς ἡμέρες στοὺς οὐρανούς, προσφέροντάς της ἕνα κλαδὶ φοίνικα ποὺ εἶναι σύμβολο ἀθανασίας.

Στὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν, ἔκανε ὅλες τὶς ἀπαραίτητες ἑτοιμασίες ποὺ ἐπιβάλλεται νὰ γίνουν γι᾿ αὐτὸ τὸ ταξίδι.

Προσευχήθηκε στὸ ἀγαπημένο της ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐκεῖ τὰ δέντρα ἔκλιναν τὶς κορφές τους γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν, νὰ τὴν τιμήσουν καὶ νὰ τὴν ἀποχαιρετήσουν.

Μὰ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν τελειωμό. Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν διασκορπιστεῖ στὰ πέρατα τῆς γῆς γιὰ νὰ κηρύξουν «Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὅμως, σύννεφα τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς μετέφεραν «Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ», στὸ σπίτι τῆς Παναγίας. Παρόντες ἐκεῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος καὶ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Ἰερόθεος, πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δὲν μποροῦσαν ν᾿ ἀφήσουν μόνη της τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἐπίγειες στιγμές της.

Κι Ἐκείνη τοὺς μιλάει, τοὺς νουθετεῖ, τοὺς καθοδηγεῖ καὶ τοὺς παρηγορεῖ, μὲ τὴν ἀπαράμιλλη γλυκύτητα ποὺ τὴν διακρίνει πάντα. Καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα (9 τὸ πρωὶ τῆς 15ης Αὐγούστου), παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὰ χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Γιοῦ της, ὁ Ὁποῖος τότε ἐκπλήρωσε καὶ τὴν ἐπιθυμία της, νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τοὺς τόπους ὅπου πῆγε Ἐκεῖνος γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τοὺς Προπάτορες, ἀλλὰ νὰ δεῖ καὶ τοὺς βασάνους τῶν ἁμαρτωλῶν στὴν κόλαση.

Ὅταν λοιπόν, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ πῆγε τὴν ψυχή της στὸν χῶρο ἐκεῖνο, τόσο συγκλονίσθηκε ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὸ φοβερὸ θέαμα τῶν βασανισμένων στὴν κόλαση ποὺ παρακάλεσε τὸν Γιό της γι᾿ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς. Καὶ Ἐκεῖνος γιὰ τὸ δικό της χατήρι κάθε χρόνο καὶ γιὰ πενήντα ἡμέρες (ἀπὸ τὸ Πάσχα μέχρι τὴν Πεντηκοστή), ἀπελευθερώνει τοὺς κολασμένους ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς κόλασης.

Ὅταν ἡ Παναγία ἄφησε τὴν τελευταία γήινη πνοή της, ὁ Πέτρος πρῶτος τῆς ψάλλει ἐπιτάφια ἐγκώμια καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι σηκώνουν τὸ νεκροκρέββατό της καὶ προχωροῦνε πρὸς τὸ μνῆμα γιὰ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ πανάγιο σκῆνος της. Ὅμως οἱ πάγκακοι Ἰουδαῖοι δὲν σέβονται οὔτε αὐτὴ τὴν ἱερὴ γιὰ κάθε ἄνθρωπο στιγμή. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς μάλιστα, ὁ Ἰεφονίας ἔπιασε τὸ νεκροκρέββατο τῆς Παναγίας μὲ σκοπὸ νὰ τὸ ἀνατρέψει. Παρευθὺς τοῦ κόβονται, ἀπὸ ἀόρατο σπαθί, τὰ βέβηλα χέρια του. «Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου συγχώρα με» φωνάζει. Καὶ ἀμέσως ἐπανασυγκολοῦνται τὰ κομμένα μέλη τοῦ σώματός του. Ἄλλοι ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ ὄχλο ποὺ ἀκολουθοῦσε ὀργισμένος καὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιτεθεῖ στὴ νεκρικὴ πομπή, τυφλώνονται. Ὅσοι ἀπ᾿ αὐτοὺς πίστεψαν στὸ Χριστὸ καὶ τὴν μητέρα Του, θὰ βροῦν τὸ φῶς τους, ὅταν ὁ θεραπευμένος πλέον Ἰεφονίας, παίρνει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Πέτρου τὸ φοίνικα ποὺ εἶχε δώσει ὁ Γαβριὴλ στὴν Παναγία καὶ τοὺς ἀκουμπάει στὰ μάτια.

Ὅμως καὶ πάλι κατὰ θεία εὐδοκία, «εἷς ἐκ τῶν δώδεκα», ὁ Θωμᾶς, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ γενόμενα. Ἁρπάζεται ἀπὸ σύννεφο, μόλις τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν κοίμησή της καὶ μεταφέρεται στὴ Γεθσημανῆ. Ἐκεῖ βλέπει τὴν Παναγία νὰ ἀνεβαίνει σύσσωμη στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ τοῦ δίνει, ὡς ἱερὸ ἐνθύμιό της, τὴν ἁγία ζώνη της, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται ὡς θησαυρὸς πολυτιμότατος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Συναντᾶ, λοιπόν, ὁ Θωμᾶς τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες δὲν ἔφυγαν πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς Παναγίας, καὶ τοὺς θερμοπαρακαλεῖ νὰ ἀνοίξουν τὸν τάφο της, νὰ τὴν δεῖ καὶ νὰ τὴν ἀποχαιρετήσει κι αὐτός. Καὶ ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν ἄνοιξαν τὸν τάφο διαπίστωσαν ὅτι αὐτὸς ἦταν ἄδειος ἀπὸ τὸ πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου. Στὸν τάφο μέσα εἶχε μείνει μόνο τὸ σεντόνι μὲ τὸ ὁποῖο τύλιξαν κατὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τὸ νεκρὸ σῶμα της. Ἡ Παναγία μετέστη σωματικῶς στοὺς οὐρανούς. Δὲν ἀνέστη ἁπλῶς ἐκ τοῦ τάφου, ὅπως ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ μετέβη ταυτόχρονα ὁλόσωμη στοὺς οὐρανούς, ὅπως τὴν εἶδε ὁ Θωμᾶς. Ἔτσι θὰ τὴ δοῦνε, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅλοι οἱ μαθητὲς νὰ τοὺς χαιρετᾶ καὶ νὰ τοὺς διαβεβαιώνει: «Χαίρετε, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας», κι ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦν: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν».

Δὲν ἔχουμε λοιπόν, μόνο ἀνάσταση, τὴν πρώτη ποὺ ἐνεργεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστὸς καὶ αὐτὴ πρὸς χάρη τῆς μητέρας Του, ἀλλὰ καὶ ἀνάληψη συνάμα, τῆς Θεοτόκου στοὺς οὐρανούς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἑορτάζουμε τὸ μικρὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, τὸν Δεκαπενταύγουστο, ὄχι τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

«Πάντα ὑπὲρ ἔννοιαν, πάντα ὑπερένδοξα τὰ σὰ Θεοτόκε μυστήρια».

Ἔτσι τίμησε ὁ Χριστὸς τὴν μητέρα Του.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη γιὰ νὰ τιμήσει τὴν Ὑπερδεδοξασμένη Θεομήτορα, ἔχτισε ναὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα ἐπάνω στὸν τάφο της (ποὺ βρίσκεται στὴ Γεθσημανῆ καὶ ὄχι ὅπως λένε οἱ δυτικοὶ στὴ θέση «Καπουλὴ Παναγιά», λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὴν Ἔφεσο).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γιὰ νὰ τιμήσει τὴν Πάναγνη μορφή της, «ἱστόρησε» πάνω ἀπὸ 70 εἰκόνες τῆς Παναγίας. Τὴν πρώτη εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ ἔφτιαξε, τὴν ἔφερε στὴν Κυρία Θεοτόκο κι ἐκείνη τὴν εὐλόγησε. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἰκόνες τῆς Παναγίας ποὺ ἔχει φτιάξει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἶναι ἡ Μεγαλοσπηλιώτισσα στὰ Καλάβρυτα, ἡ Παναγία Σουμελᾶ στὴ Βέροια, ἡ Κυκκώτισσα στὴν Κύπρο, ἡ Ἐλεοῦσα στὴ Βίλνα τῆς Ρωσίας καὶ ἡ Προυσιώτισσα στὴν Εὐρυτανία.

Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης πάλι, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὅταν ἀκόμη ἦταν ἐν ζωῇ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιὰ νὰ τὴν τιμήσουν, ἔχτισαν, στὴν περιοχὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης, τὴν πρώτη ἐκκλησία ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομά της, τὴν ὁποία μάλιστα ἡ ἴδια ἡ Παναγία ἐγκαινίασε μὲ τὴν παρουσία της.

Οἱ χριστιανοὶ γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Κεχαριτωμένη, τὴν ἔχουν κοσμήσει μὲ πάμπολλα ἐπίθετα καὶ χαρακτηρισμοὺς καὶ τῆς ἔχουν δώσει πλῆθος ὀνομάτων.

Οἱ Ἕλληνες γιὰ νὰ τιμήσουν τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τοὺς 8.000 περίπου ἐνοριακοὺς ναοὺς τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, ἔχουν ἀφιερώσει στὴν μνήμη της τοὺς 2.000. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ περισσότερα μοναστήρια μας. Ἐπίσης, τ᾿ ἁγιασμένο ὄνομά της τὄχουν δώσει σὲ ἀγαπημένα πρόσωπά τους, σὲ νησιά, ὄρη, χωριὰ κλπ.

Ἐμεῖς ἄραγε, μὲ ποιὸ τρόπο, θὰ τιμήσουμε τὴ μάνα μας, γιατὶ εἶναι καὶ δική μας μάνα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι ἀδελφός μας;

Ἐμεῖς ἄραγε, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τιμήσουμε αὐτὸν τὸν Ἀτίμητο Θησαυρὸ τῆς πίστης μας, ποὺ ἂν καὶ μετέστη ἐκ τῆς γῆς, «τὸν κόσμο οὐ κατέλιπε» καὶ σκέπει καὶ φρουρεῖ πάντας ὅσους εὐλαβῶς προστρέχουν στὴν χάρη της;

Ἡ Παναγία δὲν ἀπαιτεῖ τίποτε, ἐνῶ δέχεται τὰ πάντα. Δὲν ἐπιδιώκει τίποτε καὶ κατέχει τὰ πάντα. (π. Ἀλέξ. Σμέμαν)

Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς διδάξει, οὔτε ν᾿ ἀποδείξει τίποτε. Ἡ παρουσία της ὅμως καὶ μόνο, μὲ τὸ φῶς καὶ τὴν χαρά της, ἀπομακρύνει τὸ ἄγχος τῶν φανταστικῶν μας προβλημάτων. (π. Ἀλέξ. Σμέμαν)

Ὅταν ὁ Μέγας Ναπολέων μπῆκε νικητὴς στὸ Λουξεμβοῦργο, οἱ κάτοικοι ἔτρεξαν νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ τῆς πόλεως ποὺ τὰ εἶχαν φυλάξει στὰ χέρια ἑνὸς ἀγάλματος τῆς Παναγίας.

- Ἀφήσατέ τα στὰ χέρια τῆς Παναγίας, εἶπε ἐκεῖνος, γιατὶ ὅ,τι φυλάει ἡ Παναγία εἶναι καλὰ φυλαγμένο.

Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἶπε κάποτε. Ἕνα δάκρυ τῆς μητέρας μου ἀθώωσε πολλούς. Ἀλήθεια πόσους ἔχουν ἀθωώσει τὰ δάκρυα καὶ ἡ μεσιτεία τῆς Μεγάλης Μάνας μας τῆς Παναγίας!

Ἡ ἁγιότητα σὲ μιὰ ψυχὴ αὐξάνει ὅσο πιὸ πολὺ αὐξάνει ἡ εὐλάβειά της πρὸς τὴν Παναγία.

Ἀδύνατον νὰ χάσει τὴν ψυχή του ἐκεῖνος ποὺ τιμᾶ τὴν Παναγία.

Οἱ ἑορτὲς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ Anthony Bloom





Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια ἡ Ἐκκλησία ἔχει δώσει στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τίτλους ἁγιότητας μεγαλύτερους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν δοθεῖ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον Ἅγιο. Ὀνομάστηκε Ὑπεραγία, Παναγία. Τὴν εὐλαβούμαστε ὡς κάποια ποὺ εἶναι μεγαλύτερη καὶ ἁγιότερη ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, μεγαλύτερη ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ποὺ προικισμένοι μὲ τὴν ὅραση μποροῦν νὰ δοῦν, ν’ ἀτενίσουν καὶ νὰ λατρέψουν, ὡς κάποια ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι στὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου. Ἐπειδὴ αὐτοὶ ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι βλέπουν, λατρεύουν καὶ ὑπηρετοῦν τὸ Θεὸ ὡς τὸν Κύριό τους, ὡστόσο παραμένουν κατὰ κάποιο τρόπο μακριὰ ἀπ’ Αὐτόν, σὲ σχέση μὲ ἐκείνη ποὺ στὴν ἀνυπέρβλητη ἁγιότητά της ἔγινε ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, ἡ Μητέρα τοῦ σαρκωμένου Λόγου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Νύμφη, ἡ τέλεια ἀποκάλυψη αὐτοῦ ποὺ ὁλόκληρη ἡ κτίση ἔχει κληθεῖ νὰ εἶναι καὶ νὰ γίνει.

 


Ἡ γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ ναὸ ξεσηκώνει ἐμφανῶς ἀρκετὰ ἱστορικὰ προβλήματα. Ξέρουμε ὅτι στὸ Ἰσραὴλ κανένας δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅτι ὁ Ἀρχιερέας ἔμπαινε σ’ αὐτὸν μόνο μία φορὰ τὸ χρόνο ἀφοῦ εἶχε περάσει ἐξαγνισμὸ μὲ θυσιαστικὸ αἷμα. Αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ γιορτὴ τὸ περιγράψαμε ἀρχικά, διευρύνθηκε σ’ ἕνα κήρυγμα περὶ προσευχῆς ποὺ γράφτηκε κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὸ Θεοφάνη τὸν Ἔγκλειστο. Τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, λέει, εἶναι ὁ πυρήνας τῆς καρδιᾶς τῆς ἀνθρώπινης λατρείας. Εἶναι ὁ τόπος ὅπου οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μποροῦν νὰ συναντήσουν τὸ Θεὸ στὸ βαθμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ὁ Θεός. Εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἰσραήλ. Εἶναι ἀκόμη τὸ σημεῖο τὸ ὁποῖο, μὲ κάποιον τρόπο, εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ σημεῖο τῆς θυσίας. Ἡ θυσία ἀνοίγει τὴν πόρτα σὲ αὐτό. Ἡ θυσία παραμένει κατὰ κάποιον τρόπο σ’ αὐτὴ τὴν πλευρά. Καὶ τὸ νὰ εἰσέλθει κάποιος στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων πρώτιστα σημαίνει νὰ εἰσέλθει κανεὶς στὰ βάθη τῆς λατρείας, στὰ βάθη τῆς προσευχῆς ποὺ κάνει κάποιον παρόντα μπροστὰ στὸν ζῶντα Θεό, ποὺ κάνει κάποιον νὰ σταθεῖ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὸν ζωντανὸ Θεό. Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς μορφὲς γιορτάζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ὑποδηλώνουν σὲ μᾶς σὲ ποιὸ σημεῖο Ἐκείνη (ἡ Παναγία) στέκεται ὅλη τὴ ζωή της, στὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ ὅλη τὴν παράδοση, σὲ ὅλη τὴν λατρεία.

Ἡ παράδοση λέει ὅτι ἀνατράφηκε ἀπὸ τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα. Στὶς εἰκόνες μπορεῖς νὰ δεῖς κορίτσια μὲ κεριὰ καθὼς τὴν φέρνουν στὸ ναό. Τὴν ὁδήγησαν στὸν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος τὴν πῆγε σ’ ἕνα μέρος ποὺ δὲν εἶχε πρόσβαση οὔτε ὁ ἴδιος.

Τώρα δὲ νομίζω πὼς ὑπάρχει κάποια πλεονέκτημα στὸ νὰ συζητᾶ κανεὶς τὴν πιθανὴ ἱστορικότητα ἑνὸς γεγονότος τέτοιου εἴδους. Ἐξεταζόμενο ἁπλὰ ἀπὸ ἱστορικῆς πλευρᾶς φαίνεται μᾶλλον δύσκολο νὰ ἔγινε κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ τί ἀντιπροσωπεύει αὐτό· ἀντιπροσωπεύει μιὰ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία, ἔχοντας φτάσει στὸ σημεῖο ὡρίμανσης ἑνὸς νέου παιδιοῦ, ἀλλὰ στὸ σημεῖο ὡρίμανσης κάποιου ποὺ μπορεῖ νὰ λατρέψει, νὰ ὑπηρετήσει, ν’ ἀκούσει, νὰ εἶναι ἕτοιμο νὰ ἀνταποκριθεῖ καὶ νὰ ὑπακούσει, αὐτὴ ἐπέλεξε ὅλα ἐκεῖνα καὶ μπῆκε στὰ βάθη τῆς ὑπακοῆς, τῆς ἀκοῆς, τῆς προσοχῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μὲ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ πῶ ὅτι αὐτὸ συνέβη ἢ δὲν συνέβη. Ἀλλά, ἀναφορικὰ μὲ ἐκείνη, αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι προφανῶς αὐτὴ ἡ θέαση τοῦ γεγονότος πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος ποὺ περιγράψαμε στὶς εἰκόνες ἢ στὴ φολκλορικὴ παράδοση.

Εἴσοδος στὴν ζωή Ἀρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος









Ἕνα σύνθημα πού προπαγανδίζεται ἀπό ὅλα τά ΜΜΕ καί κυριαρχεῖ στήν σύγχρονη νοοτροπία κυρίως τῶν νέων εἶναι τό γνωστό: «Ἡ ζωή εἶναι πολύ μικρή γιά νά εἶναι θλιβερή. Γι’ αὐτό γλέντησέ την!»

Ἡ νεολαία μας ὅμως, πού γαλουχήθηκε μέ αὐτή τήν γλεντζέδικη «φιλοσοφία», διαπιστώνει ὅτι τελικά μέ τέτοια γλέντια δέν ξεδιψάει ὁ ἄνθρωπος. Γιατί δέν εἶναι «νερό καθαρό». Πρόκειται γιά βρωμόνερα. Γιά ... νερά βόθρου! Κι ὅσο πίνεις ἀπό αὐτά, τόσο πιό πολύ σέρνεσαι σέ ἕνα ἄρρωστο καταναλωτισμό, πού ἀφήνει τήν καρδιά ἄδεια ἀπό πραγματικό νόημα ζωῆς. Κάπου τό γράψανε πολύ γλαφυρά κάποιοι «ἀναρχικοί»:

«Καταναλῶστε εἰκόνες. Καταναλῶστε ἐμπορεύματα. Καταναλῶστε μοναξιά. Φᾶτε κοπριά. Κερνάει ἡ κοινωνία. Καλῶς ἤλθατε στόν ἀστραφτερό κόσμο τοῦ ΤΙΠΟΤΑ!» Καί κάπου ἀλλοῦ ἔγραψαν μέ λιγότερα λόγια: «Ἄδειες ζωές, τίγκα στίς πιστωτικές»!

* * *






Στίς 21 Νοεμβρίου γιορτάζουμε τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου.

Ἡ Παναγία ἦταν ἕνας ἀπόλυτα φυσιολογικός ἄνθρωπος, πού ‐ ὅπως ὅλοι – διψοῦσε γιά τήν χαρά τῆς ζωῆς. Γαλουχήθηκε ὅμως ἀπό τούς γονεῖς της μέ ἕνα σύνθημα ... λίγο διαφορετικό ἀπό τό παραπάνω.

Πρῶτα μέ τό παράδειγμά τους καί ἔπειτα μέ τά λόγια τους, τῆς ἔμαθαν ὅτι μόνο κοντά στόν Θεό μπορεῖ νά χαρεῖ τήν ζωή! Γι’ αὐτό τήν ἔτρεφαν καί τήν ζωογονοῦσαν μέ τό ὀξυγόνο τῆς προσευχῆς καί τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, ὅταν τριῶν ἐτῶν τήν ἔφεραν στόν Ναό γιά νά τήν ἀφιερώσουν στόν Θεό, ἡ μικρή Μαρία σκίρτησε ἀπό χαρά. Καί «σώματι καί πνεύματι ΕΧΑΙΡΕ ἐν τῷ Ναῷ Κυρίου σχολάζουσα»! Δέν ἔμενε στόν Ναό, ἐπειδή ... τῆς ἄρεσε τό ψυχοπλάκωμα! Δέν ἐγκαταστάθηκε στόν Ναό, γιά νά ... χαντακώσει τήν ζωή Της. Ἔμενε, γιατί πραγματικά ἐκεῖ μέσα ... γλένταγε κυριολεκτικά τήν ζωή Της! «Ἐν τῷ Ναῷ μετεῖχε τῆς ἀκηράτου τρυφῆς»!

Ρούφαγε ἀχόρταγα τό «καθαρό νερό» τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀκούγοντας τίς Ἅγιες Γραφές. Καί γεμάτη ἀπό τήν «δρόσο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» δοξολογοῦσε τόν Θεό ἀκατάπαυστα.

Καί τόσο πολύ ξεδίψασε πίνοντας τό «Ὕδωρ τῆς Ζωῆς», ὥστε ἀξιώθηκε νά γίνει ἡ Ζωοδόχος Πηγή, «ἐξ ἧς τό ΑΘΟΛΩΤΟΝ ἡμῖν προῆλθεν ΥΔΩΡ»! Ἀξιώθηκε σωματικά νά γεννήσει τήν Χαρά τοῦ κόσμου, τόν Χριστό! Μιά Χαρά, πού τίποτε δέν μπορεῖ νά τήν θολώσει. Τίποτε δέν μπορεῖ νά τήν βρωμίσει. Μᾶς ἔφερε τήν Χαρά ἐκείνη, πού ὅποιος Τήν ἀποκτήσει, κανείς καί τίποτε δέν μπορεῖ νά τοῦ Τήν κλέψει! Ἐκτός κι ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ... τήν πουλήσει, γιά νά ξαναβουτήξει στά λασπόνερα τῆς χωρίς Θεό ψευτοχαρᾶς.

Ἔτσι ἡ Παναγία ἔγινε ἡ Αἰτία τῆς Χαρᾶς τοῦ κόσμου! Ἔγινε ἡ Πάντων Χαρά! Μιά Χαρά, πού δέν τήν ἔχασε οὔτε ὅταν εἶδε τό Παιδί Της νά σταυρώνεται γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου· οὔτε τήν χάνει, ὅταν βλέπει σήμερα τούς ἀνθρώπους νά συνεχίζουν νά ἁνασταυρώνουν τόν Υἱό Της μέ τίς ἁμαρτίες τους.

* * *
Τά Εἰσόδια τῆς Παναγίας μᾶς θυμίζουν ὅτι:

Ὅσο πιό συνειδητά ΜΠΑΙΝΕΙ κάποιος καί ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ στήν Ἐκκλησία, τόσο πιό πολύ γεύεται τήν Χαρά τῆς Ἀληθινῆς Ζωῆς. Τόσο πιό πολύ ΓΕΜΙΖΕΙ ἡ ἄδεια καρδιά του ἀπό ἀληθινό νόημα Ζωῆς.

Ὅσο πιό συνειδητά μετέχει κάποιος στήν Λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τόσο γεμίζουν τά ... ἄδεια ταμεῖα τῆς ψυχῆς του ἀπό «τούς θησαυρούς τῆς ἀπορρήτου τοῦ Θεοῦ Οἰκονομίας» (ὅπως λέει ἕνα τροπάριο τῆς ἑορτῆς). «Θησαυρούς», πού δέν κινδυνεύουν ἀπό καμμιά ... κατανάλωση. Καί πού δέν ἔχουν καμμιά σχέση οὔτε μέ «ἄδειες ζωές» οὔτε μέ «τίγκα πιστωτικές»!

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜO...



Η ιστορία που ακολουθεί πρόκειται για ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη στόν γνωστό συγγραφέα καί αγιογράφο, Φώτη Κόντογλου...

"Ένα βράδυ, τήν Δευτέρα τού Πάσχα, τού έτους 1964… , περασμένα μεσάνυχτα, λίγο πρίν κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα γιά λίγο, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό με τ΄ άστρα. 
Ένας αγιασμένος γέροντας, μου είχε πεί μια φορά, πως γύρω από αυτές τις ώρες ανοίγουν τα ουράνια…



Θα στεκόμουνα εκεί πέρα μονάχος ως το ξημέρωμα. Σαν να μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με τη γή. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στο σπίτι και ανησυχήσουνε που έλειπα, και γι’ αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα.

Δε με είχε θολώσει καλά – καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη.

Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε ανοιχτά και μέ έβλεπε τρομαγμένος. Τό πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με το πετσί του σάν γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος.

Στό ένα χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, που δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ’ άλλο έσφιγγε το στήθος του, λές και πονούσε.

Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Τό κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως να μιλήσει, σαν να περίμενε να το γνωρίσω. Και στ’ αλήθεια, μ’ όλο που ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν να μου είπε μια φωνή στό μυαλό μου:

–Είναι ο τάδε …

Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιός ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. Μα η φωνή του σαν να ερχότανε από πολύ μακριά, σα να ‘βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.

Έβλεπα πως βρισκότανε σε μια μεγάλη αγωνία. Τα χέρια του, τα πόδια του, τα μάτια του, όλα φανερώνανε πως βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, μα εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι του να σταματήσω, νά μή πλησιάσω…

ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ…

Άρχισε να βογκάει, με τέτοιον τρόπο, που πάγωσα. Έπειτα μου λέγει:

« Δεν ήρθα, αλλά με ” στείλανε…” Εδώ, ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε μεγάλη ζάλη. Παρακάλεσε τον Θεό να με λυπηθεί. Θέλω να πεθάνω, μα δεν μπορώ.

Αχ! Όσα έλεγες Φώτη, βγήκαν αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, που ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σαν κι εμένα. Εκεί που μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε…

Σαν έφυγες μού είπανε:

Κρίμα, να έχει τέτοιο μυαλό ό Φώτης, και να πιστεύει στις ανοησίες που πιστεύουνε οι γριές!

Μια άλλη μέρα, σού είχα πεί, όπως και πολλές άλλες φορές:

«Βρε Φώτη, μάζευε λεφτά, θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ, πόσα λεφτά έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες:

« Έχεις κάνει συμβόλαιο με τόν Χάρο πως θα ζήσεις τόσα χρόνια που θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γηρατειά σου; »

Σου λέγω εγώ: « Θα δεις πόσο χρονών θα πάγω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τα εκατό. Έχω εξασφαλίσει τα παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ’ έναν πλούσιο από την Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε…

Όχι σαν κι εσένα, που ακούς αυτά που λένε οι παπάδες…

” Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών “. Τι θα βγάλεις από τα ” Χριστιανά τέλη”; Λεφτά, παρά, να έχεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. Εγώ να δώσω ελεημοσύνη; Και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; Για να τους τρέφω εγώ; Αμ βάζουνε εσάς και ταΐζετε τους τεμπέληδες, για να πάτε στον Παράδεισο… Χά ! Χά !

Εγώ ξέρεις πως είμαι γιός παπά, και τα γνωρίζω καλά αυτά τα κόλπα. Μα να τα πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ Φώτη μου, που έχεις τέτοια σπουδή, και να πας χαμένος. Εσύ, όπως πάς, θα πεθάνεις πριν από μένα, θα πάρεις στον λαιμό σου και την οικογενειά σου.

Μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, σαν γιατρός που είμαι, πως θα ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!…».

Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δώ κι από κει, σαν να ψηνότανε σε καμμιά σχάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: « Αχ! Αχ! Ωχ! …”

Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε:

« Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα!

Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μια βούλιαζα και μια ανέβαινα απάνω και φώναζα:

Έλεος! Έλεος !

Μα κανένας δε μ’ άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε σαν να ήμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τα τώρα, και τι τραβώ. Τι αγωνία είναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκαν αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα!

Εγώ, τότε, που βρισκόμουνα στον κόσμο που ζεις, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και να μ’ ακούνε όλοι, να κοροϊδεύω την θρησκεία, να συζητώ για χειροπιαστά πράγματα…

ΕΚΕΙ ΕΣΤΙ, Ο ΒΡΥΓΜΟΣ ΤΩΝ ΟΔΟΝΤΩΝ… ( Ματθ. ιγ΄ 42 )

Τώρα όμως βλέπω πως χειροπιαστά είναι εκείνα που τα έλεγα τότε παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία που βρίσκομαι.

Άχ! Τούτος θα είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα είναι ο βρυγμός των οδόντων…»

Απάνω σ’ αυτά, χάθηκε από τα μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τα βογγητά του, που κι εκείνα σβήσανε σιγά – σιγά. Με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μια στιγμή, κατάλαβα να με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη την φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα μικρό παιδάκι, μ’ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, που το κουνούσε πέρα δώθε.

Άνοιξε το στόμα του και μου είπε:

«Σε λίγη ώρα θα ξημερώσει και θα ‘ρθουνε να με πάρουνε, εκείνοι που με στείλανε…» Του λέγω:

« Ποιοί σε στείλανε»;

Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια δίχως να καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει:

« Εκεί που βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί από εκείνους που σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πως οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο. Είναι και κάποιοι άλλοι που τους έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τους συγχωρούσες, τόσο αυτοί γίνονταν χειρότεροι.

Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί να τον κάνει η καλοσύνη να χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει να νιώθει τον εαυτόν του νικημένο.

Τούτοι εδώ, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δεν μπορούνε να βγούνε από την σκοτεινή φυλακή τους για να έρθουνε να σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με την μάστιγα της αγάπης, όπως έλεγε ένας άγιος…

»Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από ό,τι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψη μας. Τώρα καταλάβαμε πως η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απάτη.

»Εσείς που έχετε στην καρδιά σας τον Χριστό, και που για σάς ο λόγος Του είναι αλήθεια, η μοναχή αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, που μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους άπίστους, αυτό το στοίχημα που το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία.

Πολιορκημένοι από τα βάσανα μας, αλλά και ελεύθεροι με τη χάρη του Χριστού.





Ο π. Ανανίας Κουστένης είναι ένας από τους εξαιρετικούς σύγχρονους πνευματικούς πατέρες των Ορθοδόξων της χώρας μας.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...