Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιουνίου 26, 2013

«Η δωρεά οργάνων σώματος και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης υπό το φως της πατερικής ανθρωπολογίας» υπό Μητρ.Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου



υπό Μητρ.Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου Σαββάτου,Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
1. Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω την ομιλία μου με μία αξιωματική αρχή. Το θέμα των μεταμοσχεύσεων και της δωρεάς οργάνων δεν είναι θέμα ηθικής (καλής η κακής) συμπεριφοράς αλλά ζήτημα οντολογικό για τον άνθρωπο, αφού άπτεται της ίδιας της ζωής. Με βάση λοιπόν αυτό το αξίωμα, η οποιαδήποτε άποψη περί μιας δεοντολογικής ηθικής, σύμφωνα με την οποίαν η συμπεριφορά του ανθρώπου υπαγορεύεται από την έννοιαν του καθήκοντος η της συμμόρφωσής του προς τον λεγόμενον ηθικόν νόμον, έχει δηλαδή ως ηθικό κίνητρο αποκλειστικά και μόνο τον σεβασμό στον ηθικό νόμο και τίποτε άλλο, δεν είναι δυνατόν να εκφράζει ούτε την αγάπη, ούτε το άδολο συμφέρον, ούτε το ενδιαφέρον για τους άλλους, ούτε τη φιλευσπραγχνία, ούτε  οτιδήποτε άλλο ποιοτικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Έτσι λοιπόν οποιαδήποτε ηθική η νομική προσέγγιση του θέματος των μεταμοσχεύσεων και της δωρεάς οργάνων είναι ανεδαφική και θεωρείται ξεπερασμένη, ενώ παράλληλα η εκ των προτέρων οποιαδήποτε πρόταση η ηθική απόφαση περί κάποιας ακολουθητέας ηθικής είναι φοβερά πολωτική και οδηγεί σε αδιέξοδα υπαρξιακά.



Γι’ αυτό λοιπόν το βασικό ερώτημα σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις και τη δωρεά οργάνων είναι οντολογικό, είναι δηλαδή ζήτημα ζωής η θανάτου και όχι απλά ηθικής επιλογής. Η απάντηση στο ερώτημα εάν η δωρεά οργάνων ανθρωπίνου σώματος είναι επιτρεπτή, εξαρτάται από την απάντηση σε δύο άλλα ερωτήματα˙ Τι είναι αυτό το οποίο καθορίζει την έννοια και το περιεχόμενο της έννοιας «άνθρωπος» και πως οριοθετείται και κατανοείται ως γεγονός, ο,τι ορίζουμε με τον όρο «ζωή»; Η απαντήσεις είναι αρκετά πολύπλοκες.
Η σύσταση του ανθρώπου δεν είναι κατά τη σύγχρονη ανθρωπολογική επιστήμη,  απλώς μια υλική κατάσταση στην οποία θα προστεθεί ύστερα η ψυχή και το πνεύμα. Αυτά είναι πολύ δυαλιστικά και ιδεαλιστικά, τα οποία μάλιστα δεν ισχύουν πλέον σε καμμιά επιστήμη και δεν αντέχουν σε κανέναν διεπιστημονικό διάλογο.
2. Στη θεολογική σκέψη επιπλέον η σύσταση του ανθρώπου είναι οργανική κατά βάση,  γι’ αυτό και όταν δίνουμε αυτή τη περιγραφή, τίθεται αρκετές φορές το επόμενο ερώτημα, τι είδος υλικής υπόστασης είναι ο άνθρωπος.
Οι κλασσικές φιλοσοφικές απόψεις και οι θεολογικές αντιλήψεις θεωρούν ότι η ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στη ψυχή, η οποία  αποτελεί το οργανικό στοιχείο του ανθρώπου, αυθυπόσταση, αυθύπαρκτη, στην ουσία της είναι πνευματική και όχι υλική και επιβιώνει ανεξάρτητα από το σώμα. Η πλατωνική αυτή αντίληψη επέδρασε βαθύτατα στη χριστιανική παράδοση  (κυρίως στη δυτική αντίληψη περί ανθρώπου) και οι συνέπειές της υπήρξαν βαρυσήμαντες για το ανθρωπολογικό ζήτημα. Ποιές είναι αυτές ;
α)  Ότι  το  σώμα  αποτελεί την φυλακή της ψυχής, (Πλάτωνας), ο άνθρωπος για να βρει τον πραγματικό του εαυτό πρέπει να απελευθερωθεί από το σώμα του και να ζήσει μία άϋλη και άχρονη ύπαρξη σε μία αιωνιότητα που δεν συνδέεται καθόλου με τον παρόντα κόσμο.
β) Ότι αυτό που θα επιζήσει είναι μόνο η ψυχή (Ωριγένης – Αυγουστίνος), όλος ο άλλος άνθρωπος (σωματικός – βιολογικός) είναι προορισμένος να χαθεί, αυτό δε τελικά το οποίο καθορίζει την ταυτότητα του ανθρώπου είναι το άϋλο πνεύμα και η αθάνατη και αιώνια ψυχή χωρίς το σώμα του.
Επίσης στην ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης υπάρχει και μία άλλη παράμετρος. Ο άνθρωπος ορίστηκε ως << ζώον λογικόν >>˙ δυνάμενο να σκέπτεται, να έχει συνείδηση  του εαυτού του και του κόσμου. Η παρούσα όμως ανθρωπολογική ταυτότητα συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος αναπτύσσει τις διανοητικές του ικανότητες μονομερώς και ανεξάρτητα από το σώμα του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σκεπτόμενα όντα τα οποία δεν έχουν  την ανάγκη του ανθρωπίνου σώματος για να παράγουν  νόηση   (πρβλ. computers, internet). Από αυτή την απομόνωση ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι καταργείται σιγά – σιγά το σώμα ως όργανο νόησης,  και προσπαθούμε να σκεπτόμεθα, να επικοινωνούμε, να ψωνίζουμε ακόμη και να ερωτευόμαστε χωρίς το σώμα, αυτό το μοναδικό όργανο,  το οποίο μας συνδέει με το φυσικό μας περιβάλλον αλλά και με τους άλλους ανθρώπους. Το σώμα υπό αυτή την προοπτική αφενός δεν μπορεί  να παρακολουθήσει  τη νόηση και την πληροφόρηση και αφετέρου μπαίνει σε μία υποδεέστερη μοίρα, η οποία αξιολογικά πολλές φορές μπορεί και να μην είναι μετρήσιμη.
3.  Πέραν όμως από τις παραπάνω  φιλοσοφικές αντιλήψεις, οι σύγχρονες βιοτεχνολογικές πρόοδοι και οι διάφορες παρεμβάσεις της γενετικής μηχανικής απέδειξαν και συνεχώς επιβεβαιώνουν, ότι το ερώτημα της αλήθειας για το τι είναι άνθρωπος και ο ορισμός της ταυτότητας του ανθρώπου δεν απαντάται από μία μονομερή έξαρση της νοημοσύνης η του ψυχισμού του, έναντι της σωματικής και βιολογικής υποστάσεως του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος κατανοείται και αυτό επιβεβαιώνεται ως ψυχοσωματική οντότητα. Η αλήθεια του ανθρώπου δεν έγκειται μόνο στη ψυχή του αλλά και στην οργανική ενότητα ψυχής, σώματος, και κατά κάποιους πατέρες της Εκκλησίας, και πνεύματος.
Η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται  μαζί με το σώμα του και το σπουδαιότερο δεν αναπαύεται τελικά αν δεν ανακτήσει το σώμα της (Αναστάσιος Σιναΐτης). Έτσι «το σώμα χωρίς την ψυχή είναι πτώμα, μα και η ψυχή χωρίς το σώμα είναι φάντασμα, δεν είναι σε καμμιά περίπτωση άνθρωπος. Δεν είναι η αλήθεια του ανθρώπου». Δεν μπορούμε λοιπόν να λέμε ότι ο άνθρωπος έχει σώμα αλλά είναι σώμα. Αυτό θα πει ότι το σώμα είναι στοιχείο της αλήθειάς του, του είναι του, της ύπαρξής του και της οντότητάς του. Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε επιστημονική και τεχνολογική κατάκτηση που καταργεί η αποδυναμώνει τον ρόλο του σώματος στη γνώση και στην επιστήμη αντιβαίνει όχι την ηθική αλλά την αλήθεια, γι’ αυτό τι είναι ζωή, στα πλαίσια μιας οντολογίας του ανθρώπου.
Επιπλέον η θέση ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα αλλά είναι σώμα υποδηλώνει ότι χωρίς το φυσικό περιβάλλον και κυρίως χωρίς τους άλλους ανθρώπους (συναθρώπους) παύει να υπάρχει ο ίδιος ως άνθρωπος. Η αλήθεια λοιπόν του ανθρώπου, συνδέεται άρρηκτα και με την υπόλοιπη κτίση και με τον άλλο άνθρωπο κυρίως και εδώ βρίσκεται το τελευταίο αλλά ουσιαστικό στοιχείο της πατερικής ανθρωπολογίας, το οποίο απαντά και στο γεγονός της ζωής. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από τη φύση μόνο, αλλά σε σχέση διαλεκτική μαζί της και με τους άλλους ανθρώπους, τους συνανθρώπούς του, και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα και η σημασία του όλου θέματος, γιατί στη σχέση του με τον άλλον άνθρωπο ασκεί την ελευθερία του η για να τον καταστρέψει η για να τον αγαπήσει και να τον σεβαστεί ως άνθρωπο, δηλ. ως μία άλλη - έτερη ψυχοσωματική οντότητα. Γιατί όμως ο τρόπος «διαχείρισης» του σώματός μας γίνεται «στάδιο» άσκησης της ελευθερίας μας ; Το σώμα – σάρκα, κατά τον βιβλικό όρο, – είναι το μέσον μέσω του οποίου δηλώνουμε την παρουσία και την διαθεσιμότητά μας ο ένας προς τον άλλον. Το σώμα του κάθε ανθρώπου είναι το μέσον μέσω του οποίου ο άνθρωπος γίνεται διαθέσιμος στους άλλους, στην πραγματικότητα δηλαδή είναι διαθεσιμότητες, με τις οποίες καθίσταται ενεργή και δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου, και αυτό ισχύει γιατί ο άνθρωπος δεν είναι αυτόνομο ον, αλλά λαμβάνει την ύπαρξή του από τους άλλους και επιβεβαιώνει την ύπαρξή του από τη σχέση του με τους άλλους. Η ζωή του ανθρώπου είναι ένα γεγονός «σχεσιακό» και όχι ατομικό, γι’ αυτό και μπορεί συγχρόνως να δωρίζει τη ζωή του και στους άλλους (στα πλαίσια αυτά μπορούμε να προσεγγίσουμε και την οριοθέτηση μεταξύ συμμετοχικής και αυτουργικής συμπεριφοράς, της αυτοκτονίας, από την ευθανασία, και του δικαιώματός του απέναντι στο θάνατο ).
Η σχέση είναι μία πράξη ζωής, η πλέον δημιουργική, γι’ αυτό είναι η ζωή είναι σχέση αλλά και η σχέση ζωή. Αντίθετα μία ατομοκεντρική και αυτιστική θεώρηση της ύπαρξής μας συνεπάγεται θάνατο, δηλαδή αποκοπή και παραίτηση από κάθε αξίωση και διεκδίκηση για ζωή. Έτσι η προσφορά της ζωής για την διαιώνιση η τη συντήρηση της ζωής του άλλου επαινείται ενώ η αυτοκτονία, ως έμπρακτη έκφραση φιλαυτίας και αυτιστικής συμπεριφοράς διαχείρισης της ζωής μας κατακρίνεται. Σχέση λοιπόν «σημαίνει υπέρβαση της απομόνωσης και της βιολογικής αποκλειστικότητας» της ίδιας της ζωής μας.
4.  Σε αυτή λοιπόν τη διαλεκτική εισέρχεται και το θέμα των ατομικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, και μάλιστα ως δικαίωμα για αυτοδιάθεση του  σώματος η των οργάνων του, προ η και μετά τον θάνατον.
Είναι γνωστόν, ότι το παρόν ερώτημα επανέφερε στο προσκήνιο της επικαιρότητας ένα θέμα, με το οποίο για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η απόκλιση η οποία υφίσταται μεταξύ των διαφόρων  θρησκευτικών αντιλήψεων και φιλοσοφικών δοξασιών, σχετικά με την στάση του ανθρώπου έναντι του σώματός του και των ανθρωπίνων οργάνων του, αλλά και του τρόπου κατανόησης και λειτουργίας του λεγομένου << ατομικού δικαιώματος >>.
Η απάντηση όμως στα ερωτήματα αυτά εξαρτάται κυρίως από την απάντηση την οποία δίνουμε στο κατεξοχήν ερώτημα σχετικά με τον ορισμό της ταυτότητας του ανθρώπου.
Όσον αφορά την πρόκληση περί των << ανθρωπίνων δικαιωμάτων >>, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι για την ορθόδοξη θεολογία, σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου, υφίστανται όρια μεταξύ της κοινωνικής έννοιας της ελευθερίας και της πραγματικής ελευθερίας της ύπαρξης. Ύψιστη μορφή ελευθερίας σημαίνει το να μπορεί ο άνθρωπος να θυσιάζει ελεύθερα ακόμη και τα ατομικά  του  δικαιώματα, για χάρη της αγάπης προς τους άλλους, γι’ αυτό και το ορθόδοξο << δέον >> περί του ανθρώπου υπερβαίνει σε δύναμη και πνοή τον απλό ορίζοντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών και αξιολογείται σε ένα άλλο επίπεδο, καθαρά υπαρξιακό και προσωπικό, όπου, όπως και η ζωή, έτσι και τα ενεργήματα της ζωής θεωρούνται στα πλαίσια της προσωπικής κοινωνίας και της υπαρξιακής σχέσης μεταξύ των ανθρώπων.
Ο σεβασμός στο << ατομικό δικαίωμα >>, κύριο γνώρισμα του δυτικού διαφωτισμού και του τρόπου σκέψης και κατανόησης της ζωής, είναι έξω από τον εκκλησιαστικό τρόπο του ζην, γιατί μία τέτοιου είδους  <<διαχείριση>> του ατομικού δικαιώματος και της έννοιας της ελευθερίας, αποτελεί μία ατομοκρατική θεώρηση τόσο του  δικαιώματος για την ίδια τη ζωή, όσο και του ίδιου του σώματος. Η εκκλησιαστική  θεώρηση και χρήση του σώματος δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο με βάση το δικαίωμα για αυτοδιάθεση ακόμη και του ίδιου του σώματός μας, προ η μετά τον βιολογικό θάνατο, η οποιασδήποτε άλλης θεώρησης η χαρακτηρισμού του θανάτου, γι’ αυτό και μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα και άσχετα προς τα δικαιώματα των άλλων συνανθρώπων. Το σώμα είναι εκκλησιαστικά σεβαστό, κανένας δεν μπορεί να το << φθείρει >>, ούτε και ο ίδιος ο φορέας του η να επιδιώξει τη βίαιη καταστροφή του, ούτε τέλος να το μεταχειριστεί ως μία υπόθεση η υποκείμενο ατομικής ιδιοκτησίας (υπ’ αυτή την προοπτική διακρίνεται <<κανονικά>> η αυτοκτονία από την αυτοπροσφορά).  Ο κάθε πιστός πρέπει να γνωρίζει, ότι το σώμά του ανήκει και στα λοιπά εκκλησιαστικά μέλη, άρα και η μετά θάνατον τύχη ενός σώματος δεν αφορά μόνο την επιθυμία του  νεκρού, αλλά είναι υπόθεση σχέσεων, αυτό άλλωστε προσδιορίζει και το διακριτικό κριτήριο μεταξύ ζωής και θανάτου, όχι δηλαδή εάν κάποιος προσφέρεται (σωματικά, ψυχικά, πνευματικά) μετά θάνατον, αλλά εάν προσφέρεται για να δώσει ζωή. Αυτό συνεπάγεται ότι το σώμα, ακόμη και του νεκρού, δεν αποτελεί το αντικείμενο μιας εν ζωή επιθυμίας για αυτοδιάθεση αλλά ανήκει και σε όλλους τους άλλους, όπως δηλώνεται και από την προτροπή της Εκκλησίας, στη δωρεά του σώματος, για την ζωή άλλων συνανθρώπων και στη δυνατότητα χρήσης οργάνων για μεταμόσχευση.

5.  Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι στην εποχή μας απαιτείται μία αφύπνιση και μία συνεργασία. Εκκλησία και Πολιτεία ας επισπεύσουν τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Η Εκκλησία ας προσφέρει την εγρήγορση των συνειδήσεων και ας ενσταλάξει με τη θεολογία της  στον πολιτισμό μας το σεβασμό  στον άνθρωπο ως πρόσωπο τονίζουσα την αγαπητική προσφορά των σωμάτων μας προς τους άλλους, ως έκφραση ελευθερίας και σεβασμού, χωρίς να υπεισέρχεται σε άλλους χώρους επιστημών, προκειμένου να αποφανθεί περί του είδους η της μορφής του βιολογικού θανάτου (αυτό είναι αντικείμενο της ιατρικής και όχι των κληρικών η των θεολόγων), αλλά να τονίζει και να προσεγγίζει το γεγονός της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης , ως γεγονός σχέσης και προσφοράς.
_____________
Ομιλία στην Ημερίδα πού διοργάνωσε το Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων, θέμα: «Μεταμοσχεύσεως και η δωρεά οργάνων» (Καλαμάτα, 14-10-2011).

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ : «Ο ΦΙΛΟΠΑΠΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΙ ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΑΖΕΥΕΙ ΨΗΦΟΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ»!!!


Στη φωτογραφία παραπάνω, ο Μητροπολίτης Σύρου (δεξιά) κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην ακριτική Λήμνο
Στο αποκαλυπτικό μας θέμα με τις απαράδεκτες εικόνες του αράσοτου (!!!) Επισκόπου Δωδώνης Χρυσοστόμου, αναγνώστης κατήγγειλε τις απίστευτες ενέργειες ενός ακόμα Μητροπολίτη, του Σύρου Δωροθέου.
Αναλυτικά:
Ο άλλος ο παπάς είναι ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, από τη Ζάκυνθο, φίλος του μητροπολίτη Δωδώνης-Ζακύνθου κλπ Χρυσοστόμου Συνετού. Με ποια ιδιότητα ταξίδεψε στην Κίνα; Ποιος του πλήρωσε τα χρήματα; Η Εκκλησία, δηλαδή εμείς οι εκκλησιαζόμενοι με το κεράκι μας....

Τα ίδια με τα πολυαρχιερατικά συλλείτουργα. Ο φιλοπαπικός μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος έχει καταντήσει γυρολόγος.
Δεν έχει ενορίες χωρίς παπά ή εορτάζουσες ενορίες στη μητρόπολή του, αλλά πηγαίνει σε γέροντες αρχιερείς ανά την Ελλάδα, σε πανηγύρια και σε ονομαστικές εορτές, για να μαζεύει ψήφους από τα γερόντια για να γίνει αρχιεπίσκοπος μεθαύριο! 
Προχθές του Αγίου Πνεύματος, ενώ έχει ένα σωρό ενοριακούς ναούς και παρεκκλήσια στη Μητρόπολη Σύρου που εορτάζουν ανήμερα της Αγίας Τριάδος, θυμήθηκε να πάει στη Λήμνο, στο εκεί πανηγύρι, για να κολακέψει τον γέροντα μητρπολίτη Ιερόθεο και να ζητήσει μετά την ψήφο του....
Και όταν λειτουργεί στα νησιά (το γράφω ως νησιώτης), έχει τον διάκο του και τον τραβάει φωτογραφίες, την ώρα της λειτουργίας! Δεν είναι ο Χρυσόστομος Συνετός ο μόνος θεομπαίχτης κύριε Σωτηρόπουλε...
Τελείωσε το παραμύθι, σεβασμιώτατοι της Iεραρχίας ότι τάχα δεν έχετε λεφτά. Έχετε και παραέχετε για ταξίδια και πανηγύρια και πολυαρχιερατικά συλλείτουργα: 30 λεπτά στο παγκάρι για ένα κερί και πολύ σας είναι. Και τα χρήματα, όσα επιθυμούμε να δώσουμε σε ελεημοσύνη, θα τα δίνουμε εμείς οι ίδιοι εκεί που κρίνουμε ότι υπάρχει ανάγκη ή θα τα δίνουμε σε ιεραποστολικούς συλλόγους που βοηθούν το έργο της Ορθοδοξίας στην Αφρική και την Ασία. 

Και φυσικά, δεν αναφέρομαι σε άμεμπτους αρχιερείς που αγωνίζονται για το ποίμνιό τους και δεν μαζεύουν λεφτά, ούτε κάνουν επίδειξη. Δεν αναφέρομαι σε ανθρώπους όπως ο Αιτωλίας Κοσμάς, ο Σπάρτης Ευστάθιος, ο Πατρών Χρυσόστομος, ο Θηβών Γεώργιος, ο Μεσογαίας Νικόλαος, ο Φθιώτιδος Νικόλαος, ο Άρτης Ιγνάτιος, ο Καστορίας Σεραφείμ, ο Παροναξίας Καλλίνικος, ο Καρυστίας Σεραφείμ, ο Γόρτυνος Ιερεμίας, ο Πειραιώς Σεραφείμ και αρκετοί άλλοι ενάρετοι αρχιερείς. Αναφέρομαι σε συγκεκριμένους θεομπαίχτες που όλοι γνωρίζουμε και που δεν πιστεύουν τίποτα απολύτως, χώρια που ζουν και διπλή ζωή συνήθως...

Γιάννης 

Η φυγόκεντρος δύναμις της αμαρτίας και η κεντρομόλος δύναμις της μετανοίας





Η ζωή μας είναι γεμάτη ευκαιρίες.
Ο Θεός μας αγαπά. θυσίασε για μας το μονογενή Του Υιό.
Συμβαίνουν τέτοια περιστατικά στο βίο μας
Που ολοζώντανα φαίνεται, πως μας καλεί κοντά Του.
Εμείς δυστυχώς ξεφεύγουμε.
Φυγόκεντρος τάσις απομακρύνει απ΄το Θεό
Που είναι το κέντρο του παντός.
Η φυγόκεντρος τάσις ονομάζεται αμαρτία.
Όλοι έχουμε καεί απ΄την αμαρτία.
Έχουμε γευτεί τ αποτελέσματα της. ΄
Εξωτερικά, μα πιο πολύ εσωτερικά, έχουμε πληγωθεί απ’ την αμαρτία.
Ας είναι όμως ευλογημένο το όνομα του Θεού!
Αν ισχυρή είναι η φυγόκεντρος δύναμις της αμαρτίας
Δυνατή επίσης είναι και η κεντρομόλος δύναμις που λέγεται μετάνοια.
Η μετάνοια είναι δώρο της φιλανθρωπίας του Θεού.
 Πρόκειται για ευκαιριακό δώρο.
Μόνο δηλαδή,  σε τούτη τη ζωή αξιοποιείται η μετάνοια και
 μεταβάλλεται το πικρό σε γλυκύ.
Η μετάνοια αρχίζει να ενεργοποιείται από τη στιγμή που μέσα
 μας γεννιέται ή "κατά Θεόν λύπη"(Β Κορ.7,10).
Η αμαρτία είναι ξένο σώμα στον άνθρωπο.
Όπως στον οργανισμό όταν ένα ξένο σώμα και μάλιστα
 αιχμηρό εισέρχεται, προκαλεί πόνο, έτσι και στην ψυχή.
Η ευαίσθητη ψυχή αισθάνεται τον πόνο για την αμαρτία.
Ο λόγος του Θεού τότε είναι ευεργετικός
Όταν οδηγεί τις ψυχές των αδελφών χριστιανών
 σ΄ αυτή την ευλογημένη λύπη.
Στη λύπη, που γεννάει τη χαρά.
Ο απόστολος Παύλος λέει για τη διάκριση της λύπης:
Η κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον 
κατεργάζεται.
Η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται (Β Κορ. 7,10).

Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Γ. Αεράκη

Το Άγιο Πνεύμα και η Εκκλησία στη Διδασκαλία των Πατέρων. (Β΄)

Όπως ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός και ο Γρηγόριος Νύσσης έτσι και ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιβεβαιώνει ότι καθώς η διαφορά των γλωσσών στην ανοικοδόμηση του πύργου της Βαβέλ κατέστρεψε την κακή αρμονία που υπήρχε εκεί, έτσι στην Πεντηκοστή οι διάφορες γλώσσες χρησίμευσαν να φέρουν όλον τον γνωστό κόσμο σε ενότητα και να συγκεντρώσουν σε μία μοναδική σκέψη ό,τι είχε χωρισθεί. Εκχύνοντας την αγάπη του μέσα στις ψυχές, το Πνεύμα έθεσε τα θεμέλια και ανήγειρε πάνω σ’ αυτά το οικοδόμημα της Εκκλησίας.
Αλλά ο Χρυσόστομος αναπτύσσει και βαθαίνει αυτές τις οικείες έννοιες των Καππαδοκών Πατέρων και ιδιαίτερα την έννοια ότι τα μέλη του συνόλου είναι περισσότερο από απλώς διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά στην πραγματικότητα κατέχουν ένα κοινό στοιχείο που τα συνενώνει. Το σώμα χαρακτηρίζεται ακριβώς από την ενότητα ορισμένων εντελώς διαφορετικών μελών. Εάν τα μέλη δεν ήσαν διαφορετικά δεν θα υπήρχε καθόλου σώμα. Εάν τα μέλη ήσαν μόνον διαφορετικά, δεν θα σχημάτιζαν ενότητα και συνεπώς και γι’ αυτό τον λόγο δεν θα υπήρχε σώμα. Εμπνεόμενος από τους λόγους του Απ. Παύλου «ει δε ην τα πάντα εν μέλος, πού το σώμα;» (Α’ Κορ. ιβ ‘ 19), ο Χρυσόστομος λέει: «Αυτό δε που λέγει σημαίνει το εξής· εάν δε υπήρχε μεταξύ σας μεγάλη διαφορά, δεν θα είσαστε σώμα· εφόσον δε δεν θα είσαστε σώμα, δεν θα είσαστε ένα· εφόσον δε δεν θα είσαστε ένα δεν θα είσαστε ισότιμοι. Ώστε λοιπόν εάν όλοι είσαστε ισότιμοι, δεν θα είσαστε σώμα· εφόσον όμως δεν θα είσαστε ένα πώς θα είσαστε ισότιμοι; Τώρα όμως, επειδή δεν έχετε όλοι το ίδιο χάρισμα γι΄ αυτό είστε σώμα· αφού δε είστε σώμα, όλοι είστε ένα, και δεν διαφέρετε καθόλου μεταξύ σας ως προς το ότι είστε σώμα· ώστε αυτή η διαφορά είναι κατ’ εξοχήν που φέρει την ισοτιμίαν». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄)
the-holy-spirit-1
Εδώ ο Χρυσόστομος συλλαμβάνει τον παράδοξο χαρακτήρα ενός οργανικού συνόλου που αποκαλύπτεται συγχρόνως στην εσωτερική του διαφοροποίηση και στην ενότητά του. Το παράδοξο είναι ότι μέσα σ’ αυτό το οργανικό σύνολο η ισότητα όλων των μελών οφείλεται, ακριβώς στο γεγονός της διαφοροποιήσεώς τους. Για να κάνει σαφή επεξήγηση ο Χρυσόστομος λέει σ’ εκείνους που έχουν μικρότερα χαρίσματα να μη φθονούν εκείνους με τα μεγαλύτερα χαρίσματα. « Εάν όμως ακόμη στενοχωρείσαι, σκέψου ότι το δικό σου έργο εκείνος πολλές φορές δεν μπορεί να το κάνει. Ώστε και αν είσαι κατώτερος, πλεονεκτείς ως προς αυτό· και αν εκείνος είναι ανώτερος, είναι κατώτερος ως προς αυτό και έτσι επέρχεται ισότητα». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄)
Μετά τις παρατηρήσεις του για το παράδοξο ο Χρυσόστομος παρέχει μιαν εξήγηση. Η ισότητα τιμής μεταξύ των μελών οφείλεται στο γεγονός ότι επιτελούν ένα κοινό έργο, ότι τα μικρότερα μέλη παίρνουν μέρος στην εκπλήρωση μεγάλων έργων με την μεσολάβηση των μεγαλυτέρων μελών και ότι η αδιαίρετη αξία του κοινού επιτεύγματος εξαπλώνεται σαν φωτοστέφανο που στεφανώνει όλα τα μέλη που συμμετείχαν στο έργο. Διότι στο σώμα ακόμη και το έργο των πιο μικρών μελών πρέπει να εκτιμάται, γιατί αν δεν υπάρχουν, ακόμη και τα πιο σημαντικά μέλη πάσχουν. «Διότι τι είναι ευτελέστερο στο σώμα από τις τρίχες; Αν όμως αφαιρέσεις αυτές τις ευτελείς από τα φρύδια και τα βλέφαρα, θα αφανίσεις όλη την ωραιότητα του προσώπου και ο οφθαλμός δεν θα φαίνεται καθόλου ωραίος όπως πριν. Αν και η ζημιά βέβαια είναι ασήμαντη αλλά και έτσι καταστράφηκε όλη η ομορφιά· όχι δε μόνο η ομορφιά αλλά και κάτι που είναι απαραίτητο στους οφθαλμούς». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄).
Αυτό υπονοεί ότι η ενότητα του οργανισμού είναι σε όλα τα μέλη και συντηρείται απ’ όλα τα μέλη, και το συμπέρασμα του Χρυσοστόμου δεν αφήνει ασαφή σημεία στην επεξήγησή του: «Διότι κάθε ένα από τα μέλη μας έχει και ιδιαίτερη ενέργεια και κοινή, και ωραιότητα επίσης και ιδιαίτερη και κοινή υπάρχει μέσα μας». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄)
Αυτό είναι το μυστήριο της οργανικής ενότητας, και είναι επίσης το μυστήριο της Εκκλησίας ως συνόλου —αυτό το κοινό στοιχείο που συνενώνει τα μέλη, που εκλάμπει από αυτά όλα, και που διακονείται από όλα. Ο Χρυσόστομος ομιλεί για την ιδιαίτερη λειτουργία και την κοινή λειτουργία του κάθε μέλους σαν να ήσαν δύο διαφορετικά πράγματα. Αλλά η διάκριση αυτή μπορεί να γίνει μόνον στον νου. Στην πραγματικότητα, ακριβώς όσο κάθε μέλος εκτελεί την δική του ιδιαίτερη δραστηριότητα τόσο συντελεί στην ευεξία ολόκληρου του οργανισμού και αυτό είναι η κοινή δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί μόνον με το γεγονός ότι κάθε μέλος κάνει την δική του εργασία με την βοήθεια ολόκληρου του οργανισμού, ή μάλλον ότι ολόκληρος ο οργανισμός εργάζεται δι’ εκάστου μέλους. Στην Εκκλησία το ίδιο Πνεύμα είναι αυτό που διεξάγει την κοινή δραστηριότητα μέσω κάθε πιστού. Ως εκ τούτου τα μέλη είναι ίσα στην τιμή διότι το έργο που γίνεται μέσω ενός συγκεκριμένου μέλους είτε είναι σπουδαία είτε ασήμαντη, ο ίδιος ολόκληρος οργανισμός είναι αυτός που την κάνει και κάθε μέλος είναι απαραίτητο κατά τον ίδιο τρόπο για την σύνθεση και διατήρηση του συνόλου.
«Μη πεις λοιπόν ότι ο τάδε είναι τυχαίος, αλλά σκέψου ότι είναι μέλος εκείνου του σώματος που συγκροτεί το παν· και όπως ο οφθαλμός, έτσι και αυτός ως μέλος κάνει το σώμα να είναι σώμα. Διότι όπου οικοδομείται το σώμα, κανείς δεν έχει τίποτε περισσότερο από τον πλησίον. Καθόσον δεν είναι αυτό που κάνει το σώμα, δηλαδή το να είναι άλλο μεν μεγαλύτερο, άλλο δε μικρότερο, αλλά το να είναι πολλά και διάφορα. Όπως δηλαδή εσύ, επιδή είσαι μεγαλύτερος συνιστάς το σώμα, έτσι και αυτός επειδή είναι μικρότερος. Ώστε η κατωτερότητα αυτού, αφού είναι απαραίτητη για να οικοδομήσει το σώμα, γίνεται για σένα ισότιμη στην ωραία αυτή συνεισφορά· διότι έχει για σένα την ίδια δυνατότητα· και είναι φανερό από εκεί» (Α΄Κορινθ. Ομιλ. ΛΑ΄).
Λόγω της παρουσίας και ικανότητας ολόκληρου του οργανισμού σε καθένα από τα μέλη του «και φαίνεται μεν ότι αυτά είναι ανεξάρτητα, ενώ είναι συνδεδεμένα με τελειότητα, και όταν καταστραφεί το ένα αφανίζεται μαζί και το άλλο. Πρόσεχε δε. Ας υποθέσουμε ότι οι οφθαλμοί είναι λαμπεροί, η παρειά χαμογελαστή, το χείλος ερυθρό και η μύτη ευθεία και το φρύδι μακρύ· εάν όμως βλάψεις οποιοδήποτε από αυτά, έβλαψες όλη την ωραιότητα γενικά από όλα και όλα γέμισαν από λύπη και όλα όσα πριν από αυτό ήταν ωραία θα φανούν άσχημα» (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄).
Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδιαχώριστες οι λειτουργίες των μελών, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ιδιαίτερη λειτουργία κάθε μέλους είναι συγχρόνως λειτουργία του συνόλου, μία κοινή λειτουργία του ενός οργανισμού και, κατά μιαν άποψη, και όλων των άλλων μελών εν ω μέτρω υποστηρίζει τις δικές του λειτουργίες.
«Εάν δε θέλεις να δεις να συμβαίνει το ίδιο και στη λειτουργία του χεριού, αφαίρεσε ένα δάκτυλο και θα δεις τα υπόλοιπα λιγότερο αποδοτικά και να μη μπορούν να κάνουν με τον ίδιο τρόπο όσα κάνουν. Επειδή λοιπόν η ζημιά ενός μέλους είναι κοινή βλάβη και κοινή ωραιότητα η σωτηρία, ας μη υπερηφανευόμαστε, ούτε να επεμβαίνουμε στις υποθέσεις των πλησίον. Διότι χάρις σε εκείνο το μικρό μέλος είναι καλό και ωραίο και το μεγάλο, και με τις βλεφαρίδες γίνεται ωραίος ο οφθαλμός. Ώστε όποιος πολεμά τον αδελφό, τον εαυτό του πολεμά, διότι οι συνέπειες της βλάβης δεν σταματούν σ’ εκείνον, αλλά και ο ίδιος δεν θα πάθει μικρότερη ζημιά…Και αυτήν την εικόνα του σώματος ας μεταφέρουμε τώρα και στην Εκκλησία και ας φροντίζουμε για όλους σαν να είναι δικά μας μέλη». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. Λ΄).
Αλλού ο Χρυσόστομος ομιλεί γι’ αυτήν την ίδια αμοιβαία εξάρτηση ή κοινωνία μεταξύ των δραστηριοτήτων των διαφορετικών μελών: «Πάλιν, εάν οι οφθαλμοί πάθουν κάτι, όλα πονούν και όλα αδρανούν· και ούτε τα πόδια βαδίζουν, ούτε τα χέρια εργάζονται, ούτε η κοιλία απολαμβάνει τα συνήθη, αν και η πάθηση είναι των οφθαλμών…Διότι οι οφθαλμοί είναι συνδεδεμένοι με εκείνα, και κατά τρόπο άρρητο, πάσχει όλο το σώμα. Διότι, εάν δεν συνέπασχε δεν θα δεχόταν να φροντίζει εξ ίσου για όλα τα μέλη…Στεφανώνεται η κεφαλή και δοξάζεται ο όλος άνθρωπος· ομιλεί το στόμα και γελούν και ευφραίνονται οι οφθαλμοί· αν και η τιμή είναι της γλώσσας και όχι της ωραιότητας των οφθαλμών» (Α΄Κορινθ. Ομιλ. ΛΑ΄).
Αφού εξήγησε έτσι τους λόγους του Απ. Παύλου «είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α’ Κορ. ιβ’ 26), ο Χρυσόστομος επιμένει σ’ εκείνο το κοινό στοιχείο που όλα τα μέλη ζουν: «Διότι γι’ αυτό, λέγει, έκανε κοινή και τη φροντίδα με το ότι δημιούργησε ένωση μέσα σε τόση διαφορά, ώστε και σε όσα συμβαίνουν να υπάρχει στενή σύνδεση και κοινωνία. Διότι, εάν η φροντίδα για τον πλησίον είναι κοινή σωτηρία, κατ’ ανάγκην και η τιμή και η λύπη πρέπει να είναι κοινή. Τρία πράγματα λοιπόν απαιτεί εδώ· το να μη διαιρούνται, αλλά να είναι συνενωμένοι τελείως, το να φροντίζουν εξ ίσου ο ένας για τον άλλο και να θεωρούν όσα τους συμβαίνουν κοινά». (Α΄Κορινθ. Ομιλ. ΛΑ΄)
Από αυτές τις λίγες γραμμές του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου πρέπει να κρατήσουμε τη γενική ιδέα της παρουσίας και ενεργείας ολοκλήρου του οργανισμού σε κάθε μέλος. Αυτό το σύνολον (όλον) στο θέμα μας είναι η Εκκλησία. Διά της Εκκλησίας κάθε μέλος ολοκληρώνει το δικό του έργο, αλλά κατά τέτοιον τρόπο που συγχρόνως να γίνεται κοινό έργο, μία δραστηριότητα της Εκκλησίας για την Εκκλησία. Αυτό που δίνει στην Εκκλησία αυτόν τον χαρακτήρα της «ολότητας» είναι το Άγιο Πνεύμα, διότι, στην τελευταία ανάλυση, αυτό είναι που δίνει τα διάφορα χαρίσματα και συντελεί συνεπώς να χρησιμοποιούνται προς εξυπηρέτηση του συνόλου και να εμφανίζονται ως κοινά χαρίσματα προς χάριν του συνόλου. «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα». (Α ‘ Κορ. ιβ ‘ 4). Το Πνεύμα είναι το ίδιο· είναι πλήρως σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και πλήρως σε κάθε μέλος.
Επειδή το Πνεύμα είναι παρόν σε κάθε πιστό και έτσι είναι η δύναμη που συγκρατεί όλους μαζί, μπορούμε να πούμε ότι όλοι οι πιστοί βρίσκονται σ’ αυτό. Από αυτή την άποψη το Πνεύμα μοιάζει μ’ ένα είδος πνευματικού «περιβάλλοντος» στο οποίο όλοι συγκεντρώνονται, ή με μια γέφυρα που συνενώνει όλους. Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Διότι το Πνεύμα ονομάζεται ο χώρος εκείνων που αγιάζονται», και ασφαλώς είναι το ζωογόνο υγρό ή «χώρος», μία ατμόσφαιρα μέσα στην οποία και από την οποία όλοι όσοι συγκροτούν την Εκκλησία ζουν και κινούνται πνευματικά.
Συναντούμε αυτή την ιδέα κατά εκπληκτικό τρόπο στον σύγχρονο διανοητή Μartin Buber που ομιλεί για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον άλλο μέσα σε μια «σφαίρα» την οποία και οι δύο μοιράζονται, αλλά η οποία εκτείνεται πέρα από την ιδιαίτερη περιοχή του ενός ή του άλλου. Κατά τον Βuber η εκπληκτική συνάντηση μεταξύ δύο δεν είναι κάτι συναισθηματικό, αλλά «οντολογικό» και αυτό το οντολογικό στοιχείο δεν βρίσκεται μέσα στις δύο υπάρξεις αλλά μεταξύ τους. Στον διάλογο μεταξύ δύο υπάρχει ένας τρίτος που υπερβαίνει το ατομικό και το κοινωνικό, και το υποκειμενικό και το αντικειμενικό. «Στη μικρή μεθόριο όπου το “Εγώ” και το “Εσύ” συναντώνται βρίσκεται το Βασίλειο του Μεταξύ». Αυτή η πραγματικότητα επιτρέπει την υπέρβαση του ατομισμού και του είδους κοινωνικής ζωής που είναι ολέθρια για τα πρόσωπα, ακριβώς όπως επιτρέπει την ίδρυση μιας αυθεντικής κοινωνίας. Μόνον μέσα σ’ αυτή τη ζωντανή σχέση ανανεώνεται η ζωή του ανθρώπου.
Αυτή η ζωντανή σχέση πραγματοποιείται μέσα στο Άγιο Πνεύμα γιατί και το ίδιο είναι ζωντανό. Είναι ζωή, αυτό που δίνει ζωή στους δύο (ή περισσότερους από δύο) που συναντώνται εν αυτώ, με την μόνη προϋπόθεση ότι αληθινά συναντώνται εν αυτώ. Ένας μόνος δεν μπορεί να μπει σ’ αυτό το περιβάλλον, διότι βρίσκεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων και ποτέ δεν περικλείεται μέσα στα όρια του μοναχικού.
Συγχρόνως το Άγιο Πνεύμα είναι ένα Πρόσωπο μεταξύ των δύο. Είναι το Πρόσωπο που συντηρεί τη σχέση, όχι απλώς ένα απρόσωπο περιβάλλον. Ίσως, ακριβώς επειδή είναι το Πρόσωπο που συντηρεί σχέσεις, είναι το Πρόσωπο που δίνει ζωή. Διότι ένα πρόσωπο έρχεται στη ζωή πάντοτε και μόνον «μέσα σε μια σχέση». Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κατέχει κανείς το Άγιο Πνεύμα σε ατομική απομόνωση. Ως εκ τούτου το Πνεύμα δίνει τον εαυτόν του μέσα στην Εκκλησία της Καινής Διαθήκης ακριβώς όπως έκανε στην Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή, ειδικά για την εξυπηρέτηση της κοινότητας. Δίδεται προς χάριν του ιερατικού λειτουργήματος. Ακόμη και τα χαρίσματα του Μυστηρίου του Χρίσματος δίδονται για το γενικόν ιεράτευμα, για την ενίσχυση της διακονίας. Ο Σωτήρας έδωσε το Πνεύμα στους Αποστόλους από κοινού (Ιωάν. κ’ 22)· την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα κατήλθε στους Αποστόλους από κοινού· με τη σειρά τους οι Απόστολοι τουλάχιστον δύο απ’ αυτούς μαζί απένειμαν το Πνεύμα σ’ αυτούς που βαπτίσθηκαν (Πράξεις η’ 14-17)· και ακόμη μέχρι σήμερα το χρίσμα, με το οποίο όσοι λαμβάνουν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος αλείφονται, καθαγιάζεται από ομάδα επισκόπων που αντιπροσωπεύουν ολόκληρη την Εκκλησία.
Όλοι έχουμε μέσα μας την παρόρμηση να υπερβούμε το εγώ μας και να είμαστε μέσα στον άλλον, αν και χωρίς να συγχέουμε τον εαυτό μας με τον άλλον ή τον άλλον με τον εαυτό μας. Είναι μόνον αμαρτία που τείνει να συγχέει άλλους μέσα στον εαυτό μας εκμηδενίζοντάς τους. Διότι όλοι μας θέλουμε να είμαστε «μεταξύ» του εαυτού μας και του άλλου, είμαστε πράγματι όλοι, κατά κάποιο τρόπο ακόμη ελλιπείς, μεταξύ του εαυτού μας και του άλλου.
Το Άγιο Πνεύμα κατέχει αυτή την ιδιότητα στον υψηλότερο και πληρέστερο βαθμό. Συγκεντρώνει στον εαυτό του το ένα και το άλλο. Είναι μεταξύ του ενός και του άλλου, αλλά ως κάτι περισσότερο από μόλις μία επιθυμία μεταξύ τους: είναι μία ζωντανή πραγματικότητα. Συνεπώς «ο τα πάντα πληρών» είναι και αυτός που εκπληρώνει την επιθυμία μας για κοινωνία. Εν αυτώ βρίσκουμε αληθινά μία θέση «μεταξύ» του εαυτού μας και του άλλου. Είναι το μέσο σημείο μεταξύ μας, το περιβάλλον μέσα στο οποίο πράγματι υπερβαίνουμε και το ένα και το άλλο. Αυτή η ιδιότητα του Αγ. Πνεύματος είναι εμφανής πρώτ’ απ’ όλα στην εσωτερική ζωή της Αγίας Τριάδος. Εκπορεύεται ή εκχύνεται συνεχώς από τον Πατέρα προς τον Υιό και εκλάμπει στον Πατέρα από τον Υιό στον οποίον αναπαύεται. Δεν εκπορεύεται και από τον Υιό, διότι παραμένει αιωνίως μεταξύ του Πατέρα και του Υιού. Δεν εκπορεύεται πέραν του Υιού επειδή δεν έχει πού να πάει. Και το Πνεύμα δεν μπορεί να εκπορεύεται από τον Υιό προς τον Πατέρα, διότι στις αμοιβαίες σχέσεις τους ο Πατέρας πρέπει να διατηρεί αμετάβλητη τη θέση του ως Πατέρας και ο Υιός την θέση του ως Υιός.
Ακριβώς επειδή το Πνεύμα δεν εκπορεύεται «και από τον Υιό», ούτε πέραν του Υιού, αλλά παραμένει ως ο δεσμός μεταξύ Πατέρα και Υιού, μας συγκεντρώνει εν τω Υιώ, το πρόσωπο του οποίου είναι πάντα εστραμμένο προς τον Πατέρα. Η κοινωνία μ’ εμάς και μεταξύ μας που ενεργεί δεν είναι κάτι εκτός από τον Υιό και την Αγία Τριάδα.
Διά του Πνεύματος εμείς, που έχουμε ενωθεί εν τω Υιώ, έχουμε μίαν υιική σχέση προς τον Πατέρα, όχι ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο, προφανώς, ως φυσικοί υιοί που γεννήθηκαν από τον Πατέρα, αλλά όπως οι υιοί που έχουν υιοθετηθεί διά του Πνεύματος πράγμα που σημαίνει, έχουμε συγκεντρωθεί σε ένα κάτω από την ίδια επισκιάζουσα παρουσία του Πνεύματος στο οποίο είναι και ο Υιός και διά του οποίου ο Υιός συνδέεται προς τον Πατέρα. Σχετιζόμαστε μεταξύ μας ως αδελφοί και ο Ιησούς Χριστός είναι Αδελφός για όλους εμάς ανάμεσά μας.
Ο Σωτήρας έχει πει: «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. ιη’ 20). Είναι «εν μέσω» δύο ή τριών (ή περισσοτέρων) εν τω αγίω Πνεύματι. Το Πνεύμα είναι ένα είδος «μέσου», ένα «περιβάλλον» για τους πιστούς. Μ’ αυτήν την έννοια λέει ο ιερέας στη θεία Λειτουργία «ο Χριστός είναι εν μέσω ημών». Όταν ο Χριστός είναι εν μέσω των πιστών Του με το Πνεύμα Του, δεν είναι σ’ ένα περιβάλλον απομονωμένο από την ύπαρξη του ανθρώπινου γένους· μάλλον, να είναι ο Χριστός «εν μέσω» σημαίνει ότι είναι σ’ ένα περιβάλλον, που συνενώνει τους ανθρώπους σε ένα, όπως μια γέφυρα που εκτείνεται μεταξύ τους.
Η Ορθοδοξία συνεπώς δεν εξηγεί την Εκκλησία από μία αποκλειστικώς χριστολογική άποψη: η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού μόνον επειδή το ίδιο Πνεύμα του Υιού έχει ενώσει όλα τα μέλη της εν Χριστώ ως αδελφούς Του και ως αδελφούς μεταξύ τους, και με αυτή την ενέργεια τους έχει όλους συνενώσει μέσα σε μία υιική σχέση προς τον Πατέρα.
(π. Δημητρίου Στανιλοάε, «Θεολογία και Εκκλησία», εκδ. Τήνος, σ.55-61).

Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Χωρίς αποστολική διαδοχή δεν μπορεί να νοηθεί ορθόδοξος επίσκοπος και πολυ περισσότερο Ορθόδοξη Εκκλησία.
Για να υπάρξει διαδοχή η Εκκλησία θέτει ως απόλυτα κριτήρια κανονικότητας του επισκόπου την ορθότητα της πίστεως και την κανονική σχέση του με την Εκκλησία, δηλαδή:
1. Εκλογή από κανονική επισκοπική Σύνοδο.
2. Χειροτονία από τρεις τουλάχιστον κανονικούς επισκόπους.
3. Αναγνώριση και αποδοχή του νεόυ επισκόπου από όλους (κλήρο και λαό).
4. Ενθρόνιση στην επισκοπική του έδρα.

Όμως είναι μόνον αυτό; Αρκεί δηλαδή απλώς μια χειροτονία και η ιστορική συνέχιση της αποστολικότητας; Γιατί δεν έχουν και οι κληρικοί του Βατικανού, Αποστολική Διαδοχή;
Ας δούμε κάποια κείμενα του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου :


Οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν έχουν σχέση μόνον με την διαδοχή του θρόνου, αλλά και με την μετοχή του τρόπου των Αποστόλων. Είναι χαρακτηριστικό το απολυτίκιο που αναφέρεται σε Ιεράρχες: “Και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος των αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες, θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών, και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος, Ιερομάρτυς...”. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι η αποστολική διαδοχή δεν είναι μόνον μια σειρά χειροτονιών, αλλά διαδοχή και στην αποκαλυπτική αλήθεια. Σήμερα ομιλούμε για αποστολική διαδοχή και την συνδέουμε μόνον με την διαδοχή χειροτονιών χωρίς να βιώνουμε την πράξη και την θεωρία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτήν την εσωτερική διάσταση της αποστολικής διαδοχής την θεωρούμε ευσεβιστική ερμηνεία. Έτσι, αυτό το “τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος”, αντικαταστάθηκε με τις “φήμες”, τους πολυχρονισμούς κλπ., τα οποία, βέβαια, δεν είναι άχρηστα, όταν διασώζεται η όλη εκκλησιαστική παράδοση.

Μιλώντας για αποστολική παράδοση εννο­ούμε την ορθόδοξη πίστη και ως δόγμα και ως ζωή, και μιλώντας για αποστολική διαδοχή εννοούμε την μετάδοση της Ιερωσύνης από τους Αποστόλους μέχρις ημών. Εφ' όσον λοι­πόν στον Παπισμό έχουμε αλλοίωση της απο­στολικής παραδόσεως και αποκοπή από την Εκκλησία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αποστολική διαδοχή. (απο το βιβλίο «Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί»)
Επίσης στην Εκκλησιαστική Παρέμβαση τον Μάρτιο του 2001 ο ίδιος αναφέρει:
Αποστολική διαδοχή και Παπισμός
Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπή σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή.
Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.
Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου
 Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενώτατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία καί, βεβαίως, τότε 
δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: “Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δεί, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις σύν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι”.Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιερωσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα, ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφωνται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι “Κληρικοί” του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή.
Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθή ότι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είμαστε και Ρωμαίοι - Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.
Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστεως, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες οδηγούν στην σωτηρία.
 

 πηγή

ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ: Εμείς λοιπόν που κοπτόμεθα για την αγάπη που πρέπει να δείχνουμε στους ανθρώπους... περιορίζουμε αυτήν την "αγάπη" σ' ένα πρόσωπο, τον κ. Φραγκίσκο (αυτοαποκαλούμενο και πάπα Ρώμης).. και δεν μας ενδιαφέρει ότι εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο βρίσκονται στην πλάνη να νομίζουν ότι είναι Χριστιανοί, να νομίζουν ότι έχουν ιερείς, και το τραγικώτερο, να νομίζουν ότι έχουν μυστήρια... Καιρός να τους πούμε την αλήθεια... ΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΓΑΠΑΜΕ.
Μεταφορά

Το Άγιο Πνεύμα και η Εκκλησία στη Διδασκαλία των Πατέρων. (Α΄)

Οι Πατέρες δείχνουν μια καταπληκτική ενότητα σκέψεως στον τρόπο που μιλούν για την σχέση του Αγίου Πνεύματος με την Εκκλησία. Σ’ ερμηνευτικά σχόλια των γεγονότων της Πεντηκοστής, ο Αγ. Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός λέει ότι ή οι ακροατές όλοι καταλάβαιναν στις δικές τους γλώσσες αυτά που οι Απόστολοι έλεγαν σε μία μόνον γλώσσα, ή οι Απόστολοι μιλούσαν στις διαφορετικές γλώσσες αυτών που ήσαν παρόντες. (Ο Γρηγόριος αποκλίνει προς την δεύτερη αυτή άποψη). Οπωσδήποτε, όμως, όπως ακριβώς η εμφάνιση της ποικιλίας των γλωσσών στην οικοδομή του πύργου της Βαβέλ εσήμαινε ότι όσοι βρίσκονταν εκεί δεν μπορούσαν πλέον να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, έτσι κατά την ίδρυση της Εκκλησίας η ίδια ποικιλία των γλωσσών έγινε το μέσον διά του οποίου επιτεύχθηκε αρμονία μεταξύ όλων των παρευρισκομένων εκεί, διότι όλοι καταλάβαιναν το ίδιο πράγμα. «Διότι από ένα και το αυτό πνεύμα η ίδια κατανόηση εκχύθηκε σε όλους και όλοι επαναφέρονται σε μία μόνον αρμονία (εις μίαν αρμονίαν πάλιν συνάγεται)».
pentikosti
Ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης στην ερμηνεία του αυτών των ίδιων γεγονότων της Πεντηκοστής, δηλαδή της καθόδου του Αγ. Πνεύματος με την μορφή πύρινων γλωσσών και το κήρυγμα των Αποστόλων στις διάφορες γλώσσες των παρευρισκομένων εκεί λέει, ότι διά του Αγίου Πνεύματος «εκείνοι που ήσαν χωρισμένοι σε πολλές διάφορες γλώσσες εντελώς ξαφνικά είχαν την ίδια κοινή γλώσσα με τους Αποστόλους (ομογλώσων τοις μαθηταίς γεγενημένων). Διότι ήταν ανάγκη αυτοί, που είχαν σπάσει την ενότητα της γλώσσας (την ομοφωνία) όταν κτιζόταν ο πύργος, να επιστρέψουν σ’ αυτήν την ενότητα την στιγμή της πνευματικής ανοικοδομήσεως της Εκκλησίας».
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με την γέννηση ενός κοινού τρόπου σκέψεως σ’ εκείνους που προσέρχονται στην πίστη, που τους κάνει να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, παρ’ όλες τις διαφορές εκφράσεως που ενδέχεται να υπάρχουν μεταξύ τους. Γι’ αυτούς που μπήκαν στην Εκκλησία την πρώτη Πεντηκοστή αυτό το φαινόμενο συνέβη συγχρόνως με την γέννηση της Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Εκκλησία ιδρύθηκε ακριβώς διά της εμφυσήσεως σ’ όλους τους πιστούς μιας κοινής αντιλήψεως, μιας αντιλήψεως που συμμερίζονταν και οι πιστοί και οι Απόστολοι κατά το ίδιο μέτρο. Κατ’ αυτήν την έννοια η Εκκλησία είναι το αντίθετο του Πύργου της Βαβέλ: η πρώτη ένωνε αυτούς που συμφωνούσαν να εργάζονται στην οικοδομή της και να οικοδομηθούν σ’ αυτή, ενώ η δεύτερη τους χώριζε, τους έκανε αδύνατο να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο και έτσι τους στερούσε από αυτή την κοινή αντίληψη. Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι ο συγγραφέας του The Shepherd of Hermas επίσης παρέστησε την Εκκλησία ως έναν πύργο στον οποίο είναι οικοδομημένοι όλοι όσοι έχουν τον ίδιο κοινό νου.
Αυτό το κοινό πνεύμα που ανήκει σ’ αυτούς που έχουν μπει στην Εκκλησία δεν σημαίνει όμως ομοιομορφία σ’ όλα τα πράγματα. Το γεγονός ότι όλοι εκείνοι που έλαβαν την ίδια αντίληψη διατήρησαν τις διαφορετικές τους γλώσσες συμβολίζει αυτή την ενότητα μέσα σε ποικιλομορφία.
Η ίδια ενότητα μέσα σε ανομοιότητα εκφράζεται άμεσα από την διαφορά των δωρεών που εκχύνονται από το ίδιο Πνεύμα. Διότι, παρ’ όλα αυτά, είναι το ίδιο Πνεύμα που συνδέει όλους αυτούς που είναι προικισμένοι με διαφορετικές δωρεές. Ένας που λαμβάνει ένα συγκεκριμένο δώρο χρειάζεται το χάρισμα ενός άλλου για να αξιοποιήσει το δικό του και να συμπληρώσει αυτό που του λείπει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο ίδιος άνθρωπος με το χάρισμά του συντελεί στην πλήρη χρησιμοποίηση του χαρίσματος ενός άλλου, βοηθώντας έτσι τον αδελφό του στην ιδιαίτερή του πληρότητα. Λόγω των διαφορετικών δωρεών που έχουν λάβει όλοι εξαρτώνται από το ίδιο Πνεύμα καθώς και ο ένας από τον άλλον.
Μετά την εξέταση της «αρμονίας» που δημιουργήθηκε την Πεντηκοστή και που βασίλευε μεταξύ των Αποστόλων και του πλήθους των πιστευσάντων και που πράγματι ακόμη βασιλεύει μεταξύ εκείνων που ήλθαν μετά από αυτούς, ο Αγ. Γρηγόριος Νανζιαζηνός συνεχίζοντας λέει: «Και υπάρχει μια διάκριση μεταξύ των δωρεών, διότι χρειάζεται ένα άλλο χάρισμα για να διακρίνει κανείς ποιό είναι το καλύτερο χάρισμα». Ο Γρηγόριος εδώ ακολουθεί πλήρως τον Απ. Παύλο που είπε ότι μερικοί μιλούν ενώ άλλοι κρίνουν και ερμηνεύουν, προσθέτοντας, αφού είχε κάνει σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών χαρισμάτων και των διαφόρων μελών του σώματος: «ει δε ην τα πάντα εν μέλος, πού το σώμα; νυν δε πολλά μεν μέλη, εν δε σώμα». (Α’ Κορινθ. ιβ ‘ 19-20).
Το Πρόσωπο, που δημιουργεί ένα μοναδικό Σώμα από όλους τους πιστούς που ο καθένας είναι προικισμένος με το δικό του διαφορετικό χάρισμα, είναι το Άγιο Πνεύμα. Συνδέει τους ανθρώπους τον έναν με τον άλλον και δημιουργεί στον καθένα την συνείδηση ότι ανήκει σ’ όλους τους άλλους. Εντυπώνει στους πιστούς την πεποίθηση ότι το χάρισμα του καθενός υπάρχει χάριν των άλλων· το Πνεύμα είναι ο πνευματικός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων, η ενοποιούσα δύναμη που ενώνει το σύνολον, η δύναμη συνοχής στην κοινότητα. Όπως ακριβώς τα όργανα του σώματος έχουν μέσα τους μία δύναμη που τα συγκρατεί όλα μαζί, έτσι το Άγιο Πνεύμα, παρόν μέσα στους πιστούς, είναι η δύναμη που τους κρατά μαζί σ’ ένα σύνολο και τους κάνει να συνειδητοποιούν το γεγονός ότι η ολοκλήρωση είναι δυνατή μόνον μέσω των άλλων. Αυτή η συστατική δύναμη του όλου σώματος, η «δύναμις του όλου», η συνθετική δύναμη, υπάρχει σε καθένα από τα μέρη και παντού στην ενότητα που μαζί αποτελούν: πάρεστι εν τω όλω. Αυτό είναι που δίνει στην Εκκλησία τη φύση ενός συνόλου, και απ’ όλα τα μέρη της σχηματίζει μια μοναδική ενότητα και με αυτό τον τρόπο της δίνει τον χαρακτήρα της καθολικότητας που εκφράζει την ελληνική λέξη γι’ αύτη την έννοια της ολότητας: καθολικότητα (καθ’ όλον).
Λόγω αυτής της ποικιλίας τα χαρίσματα συμπληρώνουν το ένα το άλλο και ικανοποιούν κάθε πνευματική ανάγκη των πιστών και ολόκληρης της Εκκλησίας. Αυτό είναι που κάνει την Εκκλησία ένα εύρυθμο σύνολον. Όλοι οι πιστοί που έχουν λάβει δωρεές, και συνεπώς λειτουργήματα, μέσα στην Εκκλησία υποτάσσονται στο όλο σώμα και το διακονούν. Μέσα σε κάθε μέλος βλέπουμε το Πνεύμα που είναι παρόν σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και που επιθυμεί να ικανοποιούνται οι ανάγκες ολόκληρης της Εκκλησίας διά της αδιάκοπης δραστηριότητας κάθε πιστού. Το γεγονός ότι το Πνεύμα που είναι παρόν μέσα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία, ενεργεί επίσης μέσα στον έναν ή τον άλλον κληρικό, δεν κάνει καθόλου λιγότερο εξηρτημένον από το Πνεύμα που είναι παρόν μέσα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία τον πιστόν αυτόν.
Ο Μέγας Βασίλειος εκφράζει αυτές τις έννοιες με τα ακόλουθα λόγια: «Δεν είναι σαφές και αναμφισβήτητο ότι η τάξις της Εκκλησίας διατηρείται διά του Αγίου Πνεύματος; Διότι έδωσε στην Εκκλησία, λέει, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων… (Α’ Κορινθ. ιβ ‘ 28). Αυτή η διευθέτηση και προικοδότηση των δωρεών έχει αποφασισθεί από το Πνεύμα». Το Πνεύμα δημιουργεί τις γεμάτες χάρη δομές της Εκκλησίας, αλλά ακριβώς ως δομές της Εκκλησίας, ως μέλη του Σώματος, υποταγμένες στο Σώμα και με τις οποίες και διά των οποίων εκφράζεται η ζωή του Σώματος. Το Σώμα του Χριστού δεν είναι καθόλου ένα χάος χωρίς δομές, αλλά από την άλλη μεριά, αυτές οι δομές δεν είναι ανεξάρτητες από το Σώμα ούτε υπάρχει καμία δομή ανώτερη από το Σώμα.
Οι πιστοί μπορούν να παραμένουν ενωμένοι λόγω της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, η ίδια δύναμη με την οποία παρίσταται στα διάφορα χαρίσματα, εν ω μέτρω είναι παρών ολοσχερώς σε κάθε άνθρωπο. Ο Αγ. Βασίλειος επιμένει σ’ αυτήν την έννοια: «Αυτός (το Άγιο Πνεύμα) είναι πλήρως (όλον) στον καθέναν και πλήρως παντού».
Αλλά το Πνεύμα παρευρίσκεται πλήρως σε κάθε μέλος με ένα διαφορετικό χάρισμα, ή με αμοιβαίως ανεξάρτητες δωρεές που, ούτε εξομοιώνουν όλα τα μέλη, ούτε τους επιτρέπουν να εργάζονται απομονωμένα το ένα από το άλλο, διότι ούτε ένα μέλος δεν μένει ανεξάρτητο από τα άλλα. Ο Μέγας Βασίλειος εκφράζει αυτή την έννοια υιοθετώντας την εικόνα του Απ. Παύλου των μελών του σώματος που συγκρατούνται από την ενωτική δύναμη του όλου: «Αλλά το Πνεύμα γίνεται επίσης κατανοητό ως όλον υπάρχον εις τα μέρη διά της διανομής των χαρισμάτων. Διότι αν και οι δωρεές και η χάρη που ο Θεός μας έχει δώσει μπορεί να διαφέρουν, είμαστε βεβαιότατα μέλη ο ένας του άλλου. Συνεπώς “ου δύναται δε οφθαλμός ειπείν τη χειρί· χρείαν σου ουκ έχω• ή πάλιν η κεφαλή τοις ποσίν· χρείαν υμών ουκ έχω” (Α’ Κορ. ιβ’ 21). Αλλά όλα μαζί συγκροτούν το πλήρες Σώμα του Χριστού εν τη ενότητι του Πνεύματος και παρέχουν αμοιβαίως το ένα στο άλλο από τα χαρίσματά τους το όφελος που καθένα χρειάζεται (αλλήλοις δε αναγκαίαν την εκ των χαρισμάτων αντιδίδωσιν ωφέλειαν)». Εδώ ο Μέγας Βασίλειος λύνει με πίστη το πρόβλημα πως να επιτευχθεί ενότητα μεταξύ των μελών της Εκκλησίας χωρίς να γίνονται όλοι ομοιόμορφοι. Ακριβώς όπως οι σωματικές λειτουργίες συνδέονται ειδικά με τα διάφορα μέλη του σώματος, έτσι στην Εκκλησία χαρίσματα και λειτουργήματα δεν περιφέρονται από το ένα μέλος στο άλλο. Και όμως, την «ωφέλεια» που απορρέει από αυτά την μοιράζονται όλα τα μέλη, ακριβώς όπως στο σώμα το χέρι παραμένει χέρι με τη δική του λειτουργία και το πόδι παραμένει πόδι, αλλά το καθένα από αυτά εκτελώντας τον προορισμό του ωφελείται και από την λειτουργία των άλλων μελών και από τη ζωτική δύναμη του όλου σώματος, και επίσης μεταδίδει με τη σειρά του στα άλλα μέλη και σ’ ολόκληρο το σώμα την ωφέλεια της δικής του ειδικής λειτουργίας.
Ο Αγ. Βασίλειος συνεχίζει: «Ο Θεός έβαλε καθένα από τα μέλη στο σώμα όπως θέλησε. Αλλά τα μέλη συμμερίζονται μια κοινή ευθύνη για το ίδιο πράγμα. Φροντίζουν το ένα για το άλλο και συμμετέχουν σε μια πνευματική κοινωνία, διότι κατέχουν μέσα τους μία κοινή σύμπνοια. Ως εκ τούτου «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α΄ Κορ. ιβ ‘ 26). Και το ίδιο ισχύει και για εμάς, είμαστε ως μέρη ενός συνόλου (εν όλω) εν τω Πνεύματι «και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις εν σώμα εβαπτίσθημεν» (Α’ Κορινθ. ιβ’ 13).
Στην πνευματική τους κοινωνία (πνευματική κοινωνία – κοινωνία εν τω Πνεύματι) και την κοινή συμπάθεια, τα μέλη του Μυστικού Σώματος, δηλαδή τα μέλη της Εκκλησίας, βιώνουν την ενότητα που συμμερίζονται ως ακέραιο σύνολον. Αυτή η ενότητα, παραγόμενη και διατηρούμενη από το Πνεύμα και μέσα στο Πνεύμα, επεκτείνεται μεταξύ τους σ’ ένα επίπεδο πνευματικής εμπειρίας.
Το Άγιο Πνεύμα είναι το «Πνεύμα της κοινωνίας», δηλαδή, της ενότητας ενός συνόλου στο οποίο τα μέλη δεν λειώνουν μαζί για να σχηματίσουν ένα μόνο μέρος. Μ’ αυτή την έννοια η καθολικότητα μπορεί επίσης να εκφραστεί ως κοινωνία. Καθολικότητα δεν είναι ενότητα γνήσια και απλή· είναι ένα ορισμένο είδος ενότητας. Υπάρχει μια ενότητα ενός συνόλου στο οποίο τα συστατικά μέρη δεν είναι διαφορετικά, ή η ενότητα μιας ομάδας που συγκρατείται από εξωτερική επιβολή, ή που διαμορφώθηκε σε ενότητα από ομοιόμορφα στοιχεία που το καθένα συνυπάρχει με τα άλλα. Η καθολικότητα δεν είναι τίποτε απ’ αυτά. Διακρίνεται από μία αδιαφοροποίητη ενότητα επειδή είναι ειδικού είδους, η ενότητα της κοινωνίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει χάσει αυτήν την έννοια της καθολικότητας ως κοινωνίας, διότι το δόγμα του πρωτείου του Πάπα και της εκκλησιαστικής αυθεντίας (magisterium) κάνουν αδύνατη την κοινωνία όλων των μελών της Εκκλησίας σε όλα. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία παραμένει ικανοποιημένη με την ενότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα κάτω από επιβολή, και έχει αντικαταστήσει την ενότητα της κοινωνίας (καθολικότητα) με παγκοσμιότητα με την έννοια της γεωγραφικής επεκτάσεως. Η ενότητα της κοινωνίας είναι η μόνη ενότητα που ταιριάζει στην αξιοπρέπεια των προσώπων που συμμετέχουν στην ένωση. Είναι η μόνη ενότητα που δεν υποτάσσει το ένα πρόσωπο στο άλλο ή στην οποία το καθίδρυμα δεν νοείται ως κάτι εξωτερικό ή ανώτερο και καταπιεστικό για τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ’ αυτό. Στην ενότητα της κοινωνίας τα πρόσωπα ενώνονται με ισότητα και το καθίδρυμα είναι η έκφραση της κοινωνίας τους. Μέσα στην ενότητα της κοινωνίας οι δομές είναι κοινότητες προσώπων με παρόμοια λειτουργήματα.
Συνεχίζεται…
(π. Δημητρίου Στανιλοάε, «Θεολογία και Εκκλησία», εκδ. Τήνος, σ.50-55).

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ.κ .Νικολάου για την Κυριακή αργία

                                                                                                                                                                                                                                                         Ἐν Λαμίᾳ τῇ 20η Ἰουνίου 2013
ΕΓΚΥΚΛΙΟC 170
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
 Πρός
τό Χριστεπώνυμο πλήρωμα
τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ.
Μέσα στή γενική ἰσοπέδωση ἀξιῶν καί ἰδανικῶν, πού οἱ σοφοί ἐγκέφαλοι τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔχουν ἐπινοήσει καί στό πρόγραμμα ἀποχριστιανοποίησεως τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου κοινωνίας ἐντάσσεται καί ἡ κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας μέ τό πρόσχημα βέβαια τῆς προσπάθειας τονώσεως τῆς ἀνταγωνιστικότητος, τῆς αὐξήσεως τῆς ἀπασχολήσεως καί τῆς κινήσεως τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων.
Ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι εἶναι σέ ἐφαρμογή ἐπιχείρηση νά μή μείνει τίποτε ὄρθιο γιά νά οἰκοδομηθεῖ ἀπό τήν ἀρχή μία καινούργια κοινωνία μέ βασικούς πόλους τήν πανθρησκεία καί τήν παγκοσμιοποίηση.
Ἡ πολεμική κατά τῆς Κυριακῆς ἀργίας ἔχει μακρά ἱστορία. Ἡ προσπάθεια ἀλλοτριώσεως τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου εἶναι παγκόσμιο φαινόμενο. Οἱ ἀντίθεες δυνάμεις σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς έχουν κηρύξει ὕπουλο πόλεμο κατά τῆς Κυριακῆς ἀργίας, διότι τήν θεωροῦν ἀνατρεπτική τῶν σχεδίων τους.
Αὐτός ὁ ἀκήρυκτος πόλεμος φωτός καί σκότους ἔχει στόχο τήν Κυριακή, γιατί αὐτή ἡ ἡμέρα ἁγιάζει καί ἐνισχύει τήν πίστη. Ὑπέρ αὐτῆς ἀγωνίσθηκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες μέχρι σήμερα, μέ κορυφαῖο τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος στά μαῦρα χρόνια τῆς δουλείας ἀγωνίσθηκε νά μεταθέσει τά παζάρια ἀπό τήν Κυριακή σέ ἄλλη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, γιά νά ἐκκλησιάζονται οἱ πιστοί καί νά μή βεβηλώνουν μέ τό ἐμπόριο τήν ἁγία ἡμέρα τοῦ Κυρίου.
Κατά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τοῦ 1789 εἶχαν φθάσει οἱ ἄνομοι στό σημεῖο γιά ἕνα διάστημα νά καταργήσουν τήν Κυριακή καί ὡς ἡμέρα ἀργίας, νά καθιερώσουν τήν Δευτέρα, τήν ὁποία μάλιστα εἰρωνικά ὀνόμασαν «Ἁγία Δευτέρα».
Σήμερα ἐξακολουθεῖ νά ἰσχύει ἡ Διεθνής σύμβαση τοῦ 1975 πού ἀπαγορεύει αὐστηρά τήν ἐργασία τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων τίς Κυριακές.
Ἀπό τό 1992 ὅμως ἔχουν ἀρχίσει μάχη γιά τήν κατάργηση τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς καί ὅπως φαίνεται ἔχουν ἰσχυρούς ὑποστηρικτές, παρ’ ὅτι ὁ ἐμπορικός κόσμος τῆς πατρίδος μας ὁμοφώνως ἀντιδρᾶ καί τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ἀπορρίπτει κάθε ἰδέα καταργήσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας.
Ἡ Κυριακή εἶναι ἡμέρα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου.
Τήν Κυριακή ἔλαβαν χώρα τά μεγάλα γεγονότα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Τήν Κυριακή ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου γιά τήν ὁποία ψάλλομε: «Αὕτη ἡ κλητή καί ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν σαββάτων, ἡ βασιλίς καί κυρία, ἑορτῶν ἑορτή καί πανήγυρις ἐστί πανηγύρεων...».
Τήν Κυριακή ἔγινε ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τό ὑπερώον τῆς Ἱερουσαλήμ ἐπί τούς Μαθητάς καί Ἀποστόλους.
Τήν Κυριακή ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στή νῆσο Πάτμο εἶδε τό ὅραμα καί ἔγραψε τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως.    «ἐγενόμην ἐν τῆ νήσω τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί διά τήν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρα, καί ἤκουσα φωνήν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος λεγούσης· Ὅ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον καί πέμψον ταῖς ἑπτά ἐκκλησίαις...» (Ἀπ. Ἰω. 1.10).
Τήν Κυριακή συνείρχοντο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί ἀπεφάσιζαν γιά τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας.
Παλαιότερα τήν Κυριακή ἐτελοῦντο οἱ Γάμοι τῶν πιστῶν καί οἱ Βαπτίσεις τῶν νηπίων, οἱ χειροτονίες τῶν Διακόνων, Πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων.
Ὅλα τά ἱερά καί ἅγια ἐτελοῦντο τήν Κυριακή, γιατί ἡ Κυριακή εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς δευτέρας δημιουργίας, εἶναι ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ἡμέρα ἁγιασμένη, εὐλογημένη, δεδοξασμένη.
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος στή μανία ἀποδομήσεως τῆς κοινωνίας ἀπό τίς πανανθρώπινες ἀξίες καί τά στηρίγματα, πού τήν συγκρατοῦν στήν πορεία της ἐπιδιώκει νά καταργήσει τήν Κυριακή ἀπό τή ζωή μας, νά μᾶς ἀποξενώσει ἀπό τά νοήματά της, νά τήν κάνει, ὅπως εἶναι ὅλες οἱ ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, νά τήν  ἀποξενώσει ἀπό τό Θεό καί νά τήν ἀφιερώσει στή λατρεία τοῦ Βάκχου, τῆς Ἀφροδίτης καί τῶν ἄλλων ψευδοθεοτήτων τῆς ἀνομίας.
Σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἀνατροπή δυστυχῶς συνεργοῦν καί πολλοί Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀντί νά τήν χρησιμοποιήσουν γιά τήν πνευματική τους ἐνίσχυση, τήν οἰκογενειακή τους ἑνότητα, τήν σωματική τους ἀνακούφιση, τήν καταναλώνουν σέ γλέντια, ξενύχτια καί σέ ἔργα τοῦ σκότους, μέ τά ὁποῖα αὐτοί οἱ ἴδιοι -χριστιανοί ὄντες- καταφέρουν τό χειρότερο κτύπημα στήν Κυριακή ἀργία.
Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα εἶναι ἀδιανόητη ἡ νομοθετική κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Σύσσωμος ὁ πιστός λαός ἀντιδρᾶ, μέ ἐπικεφαλῆς τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων καί τῶν ἰδιωτικῶν Ὑπαλλήλων, οἱ ἁπλοί οἰκογενειάρχες, οἱ ἐχέφρονες πολίτες πού θέλουν νά ἔχουν τήν Κυριακή ὡς ἡμέρα σχόλης ἀφιερωμένη στό Θεό, στήν οἰκογένεια, στήν παράδοση, στόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.
Ἰδού τί λέγει μεταξύ ἄλλων ἡ Ἐθνική Συνομοσπονδία Ἑλληνικοῦ Ἐμπορίου σέ μία ἐπιστολή πού μᾶς ἀπέστειλε: «Χωρίς τήν Κυριακάτικη ἀργία χαλαρώνουν οἱ κοινωνικοί δεσμοί καί ἐνισχύεται ἡ ἀποξένωση. Τότε ὅλες οἱ μέρες θά μοιάζουν καθημερινές καί ἡ ξεχωριστή Κυριακή θά ἀντιμετωπίζεται τό ἴδιο. Ἡ Κυριακάτικη ἀργία ἐπιβάλλεται νά παραμείνει κανόνας καί ὄχι νά γίνει ἐξαίρεση».
Ὑπέρ τῆς διατηρήσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας ἀκούγονται πολλές φωνές. Τήν κατάργησή της καταδικάζουν ὅλα τά μέλη τῆς ΕΣΕΕ μέ τίς 14 περιφερειακές ὁμοσπονδίες τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καί τούς 288 τοπικούς ἐμπορικούς συλλόγους σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα ἀλλά καί σχεδόν ὅλοι οἱ φορεῖς τῆς ἀγορᾶς.
Τότε γιά ποιούς θά λειτουργεῖ ἡ ἀγορά τίς Κυριακές, ἀφοῦ ἐκεῖνοι πού ζοῦν μέσα σ’ αὐτή μέ πολλά ἐπιχειρήματα ἀρνοῦνται;
Ποιούς θά ἐξυπηρετεῖ τό ἄνοιγμα τῶν καταστημάτων ἀφοῦ οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποί τους, πού ζοῦν ἀπό αὐτά καί εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τους δέν συμφωνοῦν;
Γιά τούς τουρίστες καί τούς μετανάστες θά ἰσοπεδωθοῦν προαιώνιες ἀρχές τῆς πατρίδος μας;
Δέν θά ἀφήσουμε τίποτε ὄρθιο σέ αὐτόν τόν μαρτυρικό καί αἱματοβαμμένο τόπο;
Ἀδελφοί μου.
 Τέτοιου εἴδους ἐπιθέσεις θά ἔχωμε τακτικά ἀπό τά συστήματα τῆς Νέας Ἐποχῆς. Μόλις τελειώνουν τό ἕνα θέμα, ἀνοίγουν τό ἄλλο. Αὐτά πού θέλουν νά καθιερώσουν εἶναι νάρκες στά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας.
Κρατηθεῖτε ἑνωμένοι μέ τήν πίστη τῶν ἁγίων μας καί τήν παράδοση τῶν Πατέρων μας. Ἡ κρίση αὐτή κάπου θά ξεθυμάνει καί ὕστερα πάλι θά ἀναζητήσωμε τά ἐχέγγυα ζωῆς, προόδου καί πολιτισμοῦ ἀπό τό θησαυροφυλάκιο τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ λέγει στόν καθένα μας:  «Μή φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος καί ὁ ζῶν, καί ἐγενόμην νεκρός, καί ἰδού ζῶν εἰμι εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων, καί ἔχω τάς κλεῖς τοῦ θανάτου καί τοῦ ἅδου» (Ἀπ. Ἰω. 1,18).
Ἀδελφοί μου.
Πρῶτοι ἐμεῖς νά σεβασθοῦμε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς. Νά τήν ἁγιάσουμε μέ τόν ἐκκλησιασμό, τήν ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης καί τήν ἐνίσχυση τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν.
Σᾶς εὔχομαι πλουσία τήν παρά Θεοῦ ἐνίσχυση γιά τήν μαρτυρία τῆς πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

 Ο ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ...

.Το 1979 στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς, έγινε Θεία Λειτουργία ανήμερα της μνήμης του Αγίου Νεκταρίου. 

Λειτουργούσε ένας ιερεύς με τον διάκονο του Ναού. 

Στο τέλος είπαν το Δι' ευχών, μοίρασαν το Αντίδωρο, έφυγε όλος ο κόσμος. Ο Ιερεύς, ώσπου να καταλύση, να διπλώση τα άμφια, κλπ. άργησε λίγο, καθώς και ο διάκονος.  

Τελικά, βγήκαν απ' το Ναό. Τους περίμενε έξω στην πόρτα, όλο αγωνία μια γνωστή τους ευσεβείς χριστιανή.

- Τι κάνεις εδώ, τι περιμένεις; τη ρωτσε ο ιερεύς.
- Περιμένω να βγει ο Δεσπότης, που λειτουργούσε μαζί σας, για να πάρω την ευχή του. Το θέλω πολύ. Που είναι; Μα. παπά μου, έλαμπε ολόκληρος! Άστραφτε!

Κοκάλωσε ο ιερεύς! Αλλά ευτυχώς με ευστροφία εκείνη την ώρα της απάντησε:

- Ω, έχει ώρα, καημένη, που έφυγε απ' την πλαϊνή πόρτα του Ιερού! Και η γυναίκα φεύγοντας σταυροκοπιώταν συνέχεια κι έλεγε:
"Κύριε Ελέησον ! Κύριε Ελέησον! Κύριε Ελέησον! Μα τι Δεσπότης ήταν αυτός!"

Απο το βιβλίο: "Εμπειρίες κατα την Θεία Λειτουργία". 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...