Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 29, 2013

Αιχμηρό Αντιοικουμενιστικό κήρυγμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως σήμερα το πρωί



Ακολουθεί η ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία στον Ι. Ναό του Απ. Παύλου οδού Ψαρρών κατά το Πανηγυρικό Πολυαρχιερατικό Συλλείτουργο.
1. Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἔχει ἑορτή καί πανήγυρη μεγάλη. Σήμερα ἑορτάζουμε τήν μνήμη τῶν πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων, τοῦ Πέτρου καί τοῦ Παύλου. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εὐλαβούμαστε πολύ τόν ἀπόστολο Παῦλο καί εἴμαστε εὐγνώμονες σ᾽ αὐτόν, γιατί μέ κόπο πολύ, ἀκόμη δέ καί μέ κίνδυνο, ἦρθε στήν πατρίδα μας καί κήρυξε σ᾽ αὐτήν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἱδρύοντας συγχρόνως καί Ἐκκλησίες σέ διάφορες πόλεις. Εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀγαπητοί μου, ἦταν «μανιακός ἐραστής» τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος,1 καί, κινούμενος ἀπό αὐτόν τόν θεῖο ἔρωτα, πῆγε παντοῦ γιά τό κήρυγμα τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καταγόταν ἀπό τήν φυλή Βενιαμίν (Ρωμ. 11,1) καί ταιριάζει γι᾽ αὐτόν ὁ χαρακτηρισμός τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, ὅταν εὐλογοῦσε τόν υἱόν του Βενιαμίν. Τοῦ εἶπε προφητικά: «Βενιαμίν, εἶσαι ἕνας ἄγριος λύκος, πού τό πρωί βγαίνει γιά νά ἁρπάξει καί τό βράδυ μοιράζεται τό θήραμα». Αὐτός ἦταν ὁ Παῦλος, ἀγαπητοί μου, μέ μεταφορική ἔννοια. Ἦταν δυνατός λέοντας καί «λέοντος παντός θρασύτερος», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο,2 ὁ ὁποῖος ὅλη τήν ἡμέρα, ἀπό τό πρωί «ἔβγαινε γιά νά ἁρπάσει» τά λάφυρα τοῦ ἐχθροῦ καί νά τά δώσει στόν Χριστό καί τήν νύχτα κατέστρωνε τό σχέδιο ἐργασίας γιά τήν ἄλλη ἡμέρα!
Στό ταπεινό μου καί σύντομο αὐτό κήρυγμα, τό ὁποῖο θά κάνω μέ τήν ἐντολή καί εὐλογία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, θέλω νά παρουσιάσω τόν μέγα Ἀπόστολο πού ἑορτάζουμε σήμερα, τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὡς κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος πρέπει νά γίνει πρότυπο καί παράδειγμα γιά ὅλους τούς ἱεροκήρυκες.
2. Κατά πρῶτον, ἀγαπητοί μου, θέλω νά πῶ ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε τίς προϋποθέσεις ἐκεῖνες, πού τόν κατέστησαν ἄξιο καί πετυχημένο κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶχε τήν θεία κλήση γιά τό ἔργο αὐτό. Δέν ἦταν αὐτόκλητος, ἀλλά ἦταν θεόκλητος. Ἦταν ὅπως οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι, πρίν ἀναλάβουν τό προφητικό τους ἔργο, εἶχαν θεοπτία καί ἄκουαν τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τούς καλοῦσε νά γίνουν κήρυκες τοῦ λόγου Του στόν λαό. Ἔτσι καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος σέ διωγμό ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε νά σταματήσει τό καταστροφικό αὐτό γιά τόν ἑαυτό του ἔργο, γιατί «εἶναι σκληρό πράγμα νά κτυπᾶ κανείς τά καρφιά μέ γυμνά τά πόδια» (Πράξ. 9,5. 26,14)! Δεύτερον, ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρίν ἀπό τήν θεία κλήση του ἀπέκτησε μόρφωση μεγάλη, ἀναγκαία καί αὐτή γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶχε πλούσια παιδεία καί μάλιστα ἑλληνική παιδεία, πού τήν ἔλαβε ἀπό νεαρός στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας ἀπό ὅπου καταγόταν.
«Εἰμί Ταρσεύς οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης», ἔλεγε ὁ ἴδιος μέ καύχηση (Πράξ. 21,39). Ἡ Ταρσός συναγωνιζόταν τήν Ἀλεξάνδρεια καί αὐτήν τήν Ἀθήνα γιά τά πρωτεῖα στήν μόρφωση. Ἀκόμη ὁ ἀπόστολος, σάν Ἑβραῖος, εἶχε καί θεολογική γνώση, γιατί σπούδασε πολύ καλά τήν Παλαιά Διαθήκη στά πόδια τοῦ μεγάλου νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ (Πράξ. 22,3), ἐγγόνου τοῦ περιφήμου Χιλέλ. Τρίτον, ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τό θεῖο κήρυγμα, ὁ Ἀπόστολος πέρασε ἀπό τό σχολεῖο τοῦ ἡσυχασμοῦ. Γιατί μετά τήν κλήση του δέν πῆγε στήν πρωτεύουσα, τά Ἰεροσόλυμα, δέν συναναστράφηκε μέ ἀνθρώπους, ἀλλά πῆγε στήν Ἀραβία γιά προσευχή, γιά περισυλλογή καί γιά μελέτη. Ἐκεῖ στήν Ἀραβία, ὅπως λέγουν οἱ ἑρμηνευτές, ὁ Παῦλος μελέτησε χριστολογικά τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀναθεωρώντας τά ὅσα ἔμαθε μέχρι τότε ἀπό τήν ἰουδαϊκή ἑρμηνεία, κατά τήν ὁποία ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας θά εἶναι ἕνα κοσμικός ἡγέτης, γιά νά ξαναφέρει τήν πεσμένη δόξα τοῦ οἴκου τοῦ Δαυίδ. Καί τήν χριστολογική αὐτή ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔκανε κατά μόνας μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκεῖ στήν ἔρημο τῆς Ἀραβίας ὁ Παῦλος, τήν βλέπουμε διάχυτη στά ἱερά του γράμματα.
3. Ἔρχομαι τώρα, ἀγαπητοί μου, σ᾽ αὐτό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τό κήρυγμά του, ὅπως φαίνεται ἀπό τίς περιοδεῖες του, εἶχε δύο τύπους, ἀνάλογα μέ τό ἀκροατήριό του. Ὁ ἕνας τύπος τοῦ κηρύγματός του ἦταν γιά εἰδωλολατρικό ἀκροατήριο καί ὁ ἄλλος τύπος ἦταν γιά ἰουδαϊκό ἀκροατήριο. Καί στά δύο ὅμως κηρύγματά του κέντρο εἶχε τόν Χριστό, στόν ἐσταυρωμένο καί ἀναστημένο Χριστό, πού εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας καί Λυτρωτής. Αὐτό εἶναι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Παύλου, ἀγαπητοί μου. Ὅμως ἦταν ντροπή, καί γιά τήν τότε ἐποχή κυρίως, νά κηρύττεις γιά Θεό καί Σωτήρα ἕναν κρεμασμένο στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ.
Ἀλλά ὁ Παῦλος δέν ντρεπόταν αὐτό τό κήρυγμα, γι᾽ αὐτό καί ἔλεγε: «Οὐκ ἐπαισχύνομαι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. 1,16), τό κήρυγμα δηλαδή γιά τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Τέτοιο κήρυγμα γιά μέν τούς εἰδωλολάτρες ἦταν «μωρία», ἀνοησία, γιά δέ τούς Ἰουδαίους ἦταν «σκάνδαλο» (Α´ Κορ. 1,23)· ἦταν κήρυγμα περίεργο, γιατί παρουσίαζε ἕναν Μεσσία, πού φαινόταν ἀδύνατος, ἀφοῦ ἦταν καρφωμένος στόν Σταυρό. Ὁ Παῦλος ὅμως, ἀντίθετα καί πρός τούς δυό, ἔλεγε ἀποφασιστικά: «Δέν θέλω νά κηρύττω τίποτε ἄλλο, παρά τόν Ἰησοῦ Χριστό καί αὐτόν Ἐσταυρωμένο» (Α´ Κορ. 2,2). Αὐτό τό κήρυγμα ὁ Ἀπόστολος τό πίστευε γιά «Θεοῦ δύναμη» καί «Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. 1,24). Δέν κήρυττε ὁ Παῦλος μέ «φτιασιδώματα» ἀπό τήν ἀνθρώπινη σοφία, γιά νά μήν χάσει τήν σημασία του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ.
Δέν κήρυττε «κουτσουρεμένο» Εὐαγγέλιο. «Εὐαγγελίζομαι – ἔλεγε – οὐκἐνσοφίᾳλόγου, ἵναμήκενωθῇὁσταυρός τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ. 1,17)! Γιά τήν ἀλήθεια τοῦ κηρύγματός του ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔδωσε μάχες, σκληρές μάχες, γιατί οἱ ἰουδαΐζοντες χριστιανοί ὑποστήριζαν, μέ δύναμη καί αὐτοί, ὅτι δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ Θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά, μαζί μέ αὐτήν, ἀπαιτεῖται καί ἡ ἐφαρμογή τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Τό θέμα ἦταν σοβαρό, γιατί αὐτό τό κήρυγμα τῶν ἰουδαϊζόντων παρουσίαζε ὡς ἀδύναμο γιά τήν σωτηρία τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παῦλος πῆγε τό θέμα στήν Σύνοδο, τήν Ἀποστολική Σύνοδο, στήν ὁποία καί νίκησε, γιατί ἀναγνωρίστηκε ἀπό ὅλους τό δικό του κήρυγμα (Πράξ. 15, 2.19.24 ἑξ. 28-29). Καί μάλιστα στήν συνέχεια ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος, γιά νά διαπιστώσει ἄν ἐφαρμόζονται οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς(βλ. Γαλ. κεφ. 2).
Ἀγωνιοῦσε νά μή νοθευτεῖ ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Μέ τό κήρυγμά του αὐτό, ἀγαπητοί μου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει ὅτι καί τό δικό μας κήρυγμα πρέπει νά ἔχει τό ἴδιο περιεχόμενο. Στόν σημερινό κόσμο, πού χάνεται καί πνίγεται ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία «κέχυται» ἐπί τῆς γῆς, κατά τόν προφήτη (Ὠσ. 4,4), γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν πνιγμό αὐτόν πρέπει νά κηρύττουμε τό ἁπλό ἀλλά δυνατό κήρυγμα ὅτι ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Ὅτι τό Αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πλένει καί σβήνει τά ἁμαρτήματά μας. Στό ἐναγώνιο ἐρώτημα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἐμεῖς νά λέμε τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Πίστευσον ἐπί τόν Κύριον Ἰησοῦν καί σωθήσῃ σύ καί ὁ οἶκός σου» (Πράξ. 16,31).
4. Γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκουράζετο πολύ, νύχτα καί ἡμέρα, γιατί δέν ἦταν εὔκολες οἱ περιοδεῖες του. Ἀλλά γιά τόν «ἐραστή» αὐτόν τοῦ Χριστοῦ», πού ἤθελε νά κάνει πολλούς νά πιστέψουν στόν Χριστό, τίποτε δέν ἦταν δύσκολο. Αὐτός, ἀπό ἀγάπη γιά τό κήρυγμα, τόλμησε νά περάσει μέ ταλαιπωρία δύο -τριῶν μηνῶν καί τόν Ταῦρο, τό φοβερό αὐτό βουνό. Τόν Ταῦρο μόνον οἱ ἔμποροι, ἀπό τήν μανία τοῦ κέρδους, μόνον οἱ ληστές, ἀπό τό ληστρικό πάθος τους καί μόνον ὁ Παῦλος τόν πέρασε, ἀπό τόν πόθο του καί τό πάθος του νά κηρύξει τόν Χριστό στούς κατοικοῦντας πέρα ἀπό τό βουνό ἀνθρώπους τῆς Γαλατίας.
Τί ἔτρωγε, ποῦ κοιμόταν, ποῦ ξεκουραζόταν; Πέρα ὅμως ἀπό τίς δυσκολίες αὐτές, τῆς τότε ἐποχῆς ἰδιαίτερα, τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου εἶχε καί τήν πολεμική τῶν ψευδαδέλφων. Αὐτοί κήρυτταν ἕνα ἀντι-Εὐαγγέλιο, ἕνα ἀντ-Ὀρθόδοξο κήρυγμα, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, κήρυγμα ὅμως «καρυκευμένο» μέ ἀνθρώπινα σοφίσματα, γι᾽ αὐτό καί ἔπιανε. Ἐναντίον αὐτῶν ὁ Παῦλος ἐπιτίθεται μέ δριμύτητα καί ὅπου στίς ἐπιστολές του γράφει γιά τήν ἀλλοίωση τοῦ ὀρθοῦ κηρύγματος ἀπό αὐτούς τούς ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφῆτες βροντάει καί ἀστράφτει. «Καί ἄν ἀκόμη – γράφει στούς Γαλάτες – ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό σᾶς κηρύττει διαφορετικό Εὐαγγέλιο ἀπό αὐτό πού σᾶς κήρυξα, νά εἶναι ἀναθεματισμένος»! Καί ἀμέσως παρακάτω γράφει: «Αὐτό πού σᾶς εἶπα («ὅ προείρηκα»): Ὅποιος σᾶς κηρύττει Εὐαγγέλιο διαφορετικό ἀπό αὐτό πού σᾶς κήρυξα, νά εἶναι ἀναθεματισμένος» (Γαλ. 1,8-9)!
Δέν ἦταν ἄνετες λοιπόν οἱ περιοδεῖες τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τό κήρυγμα, ἀλλά αὐτό τό κήρυγμά του, τό πορευόμενο διά τόσων δυσκολιῶν, εὐλογεῖτο ἀπό τόν Θεό, γιατί ἦταν ὀρθό καί σωστό κήρυγμα. Εἶναι παρατηρημένο, ἀδελφοί μου, ἀπό τήν Παλαιά  Διαθήκη ἀκόμη καί ἀπό ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ἔπειτα, ὅτι τό ὀρθό κήρυγμα δέν πορεύεται μέ ἄνεση, ἀλλά διώκεται. Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό εἶπε καθαρά:
«Κήρυγμα ὁδεῦον διά πάσης ἀνέσεως, οὐκ ἔστι κήρυγμα»! Γι᾽ αὐτό καί τό σωστό καί ἀπερίτμητο κήρυγμα, ὅπως λέγει πάλι ὁ Χρυσόστομος, «δεῖται ἀνδρός γενναίου, φερεπόνου καί ἑτοίμου πρός θάνατον». Τέτοιος ἦταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Γενναῖος, φερέπονος καί πρόθυμος νά πεθάνει γιά τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του.
Τέλος, θέλω νά παρουσιάσω τόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς οἰκουμενιστή, ὀρθόδοξο οἰκουμενιστή καί πρότυπο γιά μᾶς, γιά νά κηρύττουμε καί ἐμεῖς ἕναν Οἰκουμενισμό σάν τόν ἰδικό του. Αὐτός ὁ «μανιακός ἐραστής» τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, ἀγαπητοί μου, κινούμενος ἀπό θεῖο ἔρωτα ἔγινε «ὑπόπτερος τήν οἰκουμένην περιτρέχων ἅπασαν», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.
3 Ἦταν δέ ὁ τότε κόσμος ἄνθρωποι Ἐθνικοί καί Ἰουδαῖοι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πήγαινε καί στούς δυό καί μάλιστα πήγαινε στούς λατρευτικούς τόπους τους, γιατί ἐκεῖ θά τούς ἔβλεπε συγκεντρωμένους. Στούς τόπους ὅμως αὐτούς πήγαινε γιά νά τούς μιλήσει γιά τό ψέμα τους καί γιά τήν πλάνη τους καί νά τούς κηρύξει καθαρά τήν ἀλήθεια: Τήν ἀλήθεια ὅτι τήν λύτρωση πού ζητοῦν θά τήν βροῦν μόνο στόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Χριστό. Θά τήν βροῦν μόνο στίς Ἐκκλησίες πού αὐτός καί οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἱδρύουν, δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅπως μᾶς λέγουν σχετικά χωρία ἀπό τά ἱερά κείμενα, καί οἱ Ἐθνικοί καί οἱ Ἰουδαῖοι ἔδιωχναν μέ φωνές καί μέ κραυγές, ἀκόμη δέ καί μέ δαρμούς, τόν ἀπόστολο Παῦλο ἀπό ἀνάμεσά τους, γι᾽ αὐτά πού τούς ἔλεγε (Πράξ. 13,45. 14,14 ἑξ.). Ἀλλά τί μέ τοῦτο;
Ὁ Παῦλος εἶχε τήν χαρά ὅτι κήρυξε καί στούς μακράν τό σωστό Εὐαγγέλιο, χωρίς νά τό νοθεύσει καί νά τό παραλλάξει ἤ καί νά τό ἀποκρύψει. Αὐτός, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενισμός. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Παῦλος εὐλογήθηκε πλούσια ἀπό τόν Θεό σ᾽ αὐτά τά κινήματά του καί τά ἅλματά του πρός τούς ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία εὑρισκομένους. Ἔγινε ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. Αὐτός πραγματικά ἕνωσε Ἀνατολή καί Δύση καί πραγματοποιήθηκε μ᾽ αὐτόν ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου: «Πολλοί θά ἔρθουν ἀπό Ἀνατολάς καί Δυσμάς καί θά ἀνακληθοῦν μετά Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 8,11)!
Αὐτόν τόν Οἰκουμενισμό δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καί γιά ἕναν τέτοιο Οἰκουμενισμό προσευχόμαστε στήν θεία μας λατρεία λέγοντες «Ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»! Τά ἄλλου εἴδους οἰκουμενιστικά κινήματα, τό νά προσεγγίζουμε δηλαδή τούς αἱρετικούς Παπικούς καί τούς ἄλλους ὀπαδούς τῶν ἔξω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας θρησκευμάτων, χωρίς νά τούς λέγουμε καθαρά ὅτι εἶναι αἱρετικοί καί πλανεμένοι, ἀλλά ἀντίθετα καί νά τούς ἀγκαλιάζουμε μέ περισσή ἀγάπη καί νά συμπροσευχόμαστε μαζί τους καί μάλιστα νά τούς λέγουμε καί «ἁγιωτάτους», αὐτά τά κινήματα, λέγω, δέν δημιουργοῦν ἑνότητα, ἀλλά φέρουν διχασμό καί ταραχή στόν Οἶκο μας.


Τόν Οἶκο μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, «στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», ὅπως ὡραῖα μᾶς τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Τιμ. 3,15), ὁ ἱδρυτής τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας, τόν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα. Ὦ ἅγιε ἀπόστολε Παῦλε, εἶσαι τόσο μεγάλος, εἶσαι οὐρανοβάμων, ποιός μπορεῖ νά σέ φτάσει! Σέ παρακαλοῦμε ὅμως νά παρακαλέσεις τόν Χριστό νά σοῦ μοιάσουμε, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό,
 ΑΜΗΝ. 

"ΠΡΟΤΙΜΩ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ"Του Μητροπολίτου Καστορίας κ.Σεραφείμ


Καθώς βρισκόμαστε μπροστά στη μορφή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου και σκεπτόμαστε την προσφορά του στην Εκκλησία και ιδιαίτερα στην Πατρίδα μας την οποία επισκέφτηκε και θεμελίωσε τις τοπικές Εκκλησίες, θα θέλαμε να σκιαγραφήσουμε τη μορφή του. Δεν υπάρχει καλύτερος ερμηνευτής από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Πιστεύω πως δεν υπάρχει άλλος ρήτορας σαν αυτόν, που να έχει εγκωμιάσει αυτή τη μεγάλη μορφή με τέτοια λόγια. Γι’αυτό και έγραψαν χαρακτηριστικά «πως στόμα Χριστού Παύλος, στόμα Παύλου Χρυσόστομος». 

Να το εγκώμιο του Ιερού Χρυσοστόμου για τον Απόστολο Παύλο :  

“Θαύμασε τον ανδριάντα. Είναι ο Παύλος.
Τι πιο όμορφο απ’ τα πόδια του;
Έτρεχε παντού σαν να είχε φτερά.
Θες να δεις και το στήθος, την καρδιά;
Λαμπρότερη απ’ τους ωραίους πόδας του.
Μέσα του είχε το Χριστό.
Ζωγραφισμένη μέσα του η εικόνα Του.
Με τη γλώσσα του εξέπεμπε ακτίνες.
Θες να δεις και πως νικούσε τη γαστέρα;
Λέει : «Αν το φαγητό μου σκανδαλίζει,
ποτέ μου δεν θα φάω κρέας.
Θες να δεις και τα χέρια του;
Κάθε μέρα ηταν δεμένα με αλυσίδες.
Κανέναν τα χέρια του δεν χτύπησαν.
Χτυπήθηκαν όμως μυριάδες φορές.
Θες να δεις τη ράχη του;
Πήρε πέντε φορές 39 μαστιγώματα.
Ας δούμε και την ομορφιά απ’τα ρούχα.
Ακόμα κι οι δαίμονες τα σεβάστηκαν.
Με τη θέα τους τρέπονταν σε φυγή.
Και αρρώστιες γιάτρευαν τα ρούχα του.
Αν κάποιος μού έδινε την εξουσία όλης της οικουμένης,
εγώ θα προτιμούσα το νυχάκι του Παύλου!
Πιο δυνατό απ’την εξουσία όλου του κόσμου.
Προτιμώ τη φτώχεια του από κάθε τρυφή.
Προτιμώ την αδοξία του από κάθε δόξα.
Προτιμώ τη στέρησή του από κάθε πλούτο.
Από κάθε άνεση προτιμώ το ράπισμα
του προσώπου του Παύλου.
Προτιμώ πάνω από κάθε βασιλικό στέμμα,
τις πέτρες που λιθοβολούσαν τον Παύλο"

Οι πέτρες αυτές είναι πολλές φορές δυσβάστακτες . . . είναι όμως σωτήριες. . .
«Παντός διαβήματος, τους λίθους ους εδέξατο» -«Προτιμώ πάνω από κάθε βασιλικό στέμμα, τις πέτρες που λιθοβούσαν τον Παύλο».

Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Το μοναδικό στην ιστορία του κόσμου έργο των αγίων Αποστόλων





ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
     Στις 30 Ιουνίου η Εκκλησία μας εορτάζει με ξεχωριστή τιμή την χορεία των Δώδεκα Αποστόλων του Χριστού, διότι το έργο και η συμβολή αυτών στο έργο της σωτηρίας του κόσμου υπήρξαν καθοριστικά. Η Εκκλησία, αλλά και η ανθρωπότητα γενικότερα, οφείλουν μεγάλη ευγνωμοσύνη σε αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες. Αυτοί έγιναν τα ολόφωτα ορόσημα, αντικατοπτρίζοντας το ανέσπερο φωςτου Χριστού, επαναφέροντας τον κόσμο στη σωστή του ουρανοδρόμο πορεία.
   Ο Κύριος Ιησούς Χριστός τους κάλεσε ως συνεργάτες και συνεχιστές του απολυτρωτικού Του έργου. «Εγώ εξελεξάμην υμάς, και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγετε και καρπόν φέρητε, και ο καρπός υμών μένη» (Ιωάν.15,16), «Καθώς απεσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιωάν.20:21). Τους παράγγειλε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28:19) και «έσεσθέ μοι μάρτυρες… έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8). Τους προειδοποίησε όμως ότι «ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ.10,16), υπενθυμίζοντάς τους ότι το έργο τους δεν θα είναι εύκολο.

      Δεν τους επέλεξε από την ελίτ της τότε αριστοκρατίας, ή των πολιτικά ισχυρών, ή των οικονομικά δυνατών, ή της διανόησης, διότι η διαφθορά, η κατάπτωση και η έπαρση ήταν το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τάξεων. Αντίθετα τους επέλεξε από τους άσημους, αδύναμους και αγράμματους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν την δυστυχία και την κακοδαιμονία της πτώσεως και της αμαρτίας καλλίτερα από τους πρώτους και καλλιεργούσαν έντονα στην ψυχή τους την προσδοκία της από το Θεό απολυτρώσεως.
        Το Άγιο Πνεύμα κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής (Πραξ.2ο κεφ.) μεταμόρφωσε τους άσημους και δειλούς και αγραμμάτους ψαράδες σε σοφούς άνδρες, σε πανίσχυρες προσωπικότητες, σε ολόφωτες υπάρξεις, οι οποίοι καταύγασαν την οικουμένη. Η συγκλονιστική εμπειρία της Αναστάσεως του Κυρίου και η επέλευση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος έδωσαν σε αυτούς αφάνταστη ορμή. Διασκορπίστηκαν σε όλον τον κόσμο για να διαλαλήσουν το νέο, ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Οι πυρωμένες από θείο ζήλο καρδιές τους και το φλογερό τους κήρυγμα έκαναν τις καρδιές των ανθρώπων να δονούνται από λαχτάρα για λύτρωση. Ο σπόρος του Ευαγγελίου ρίχνονταν από αυτούς τους άοκνους και θείους εργάτες σε κάθε μέρος της οικουμένης και αυτός αύξανε θεαματικά.
        Τα σκοτάδια της πλάνης διαλύονταν με το άκουσμα της ευαγγελικής αλήθειας. Οι δεισιδαίμονες τυραννικές αντιλήψεις παραμερίζονταν μπροστά στην πνευματική ελευθερία του χριστιανικού μηνύματος. Οι ασήμαντοι αυτοί αλιείς της Γαλιλαίας έστρεψαν την ιστορία του κόσμου στον δρόμο της ανθρωπιάς, του πολιτισμού και της προόδου. Οι ταπεινοί και καταφρονημένοι άνθρωποι της παλαιάς εποχής, οι οποίοι δεν είχαν μεγαλύτερη αξία από εκείνη των ζώων και των πραγμάτων, αναδείχτηκαν, χάρις στο κήρυγμα εκείνων, για πρώτη φορά ως ανθρώπινες αξίες και ακόμα περισσότερο, ως ζωντανές εικόνες του Θεού! Πολλοί ισχυροί κατάλαβαν ότι η εγκόσμια ισχύς τους δεν είχε πραγματική αξία και την αποποιήθηκαν. Μια νέα πρωτόγνωρη παγκόσμια αδελφότητα γεννήθηκε στον κόσμο, η Εκκλησία του Χριστού, ως μια νέα πραγματικότητα αγάπης και συναδελφώσεως των ανθρώπων και των λαών μέσα στον απάνθρωπο κόσμο της αμαρτίας και του κακού, ως μέσον σωτηρίας και απολυτρώσεως από την δουλεία της αμαρτίας και της φθοράς.
        Η ανθρωπότητα και ο σύγχρονος πολιτισμός οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη στους αγίους Αποστόλους. Ό, τι δεν κατόρθωσε η διανόηση και η δύναμη του αρχαίου κόσμου, το κατόρθωσε η χορεία των Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού. Όμως ο κόσμος, δυστυχώς, όχι μόνο δεν εκτίμησε την προσφορά τους, αλλά το αντίθετο, έκαμε ό, τι μπορούσε για να ματαιώσει και να γκρεμίσει ό, τι εκείνοι έκτιζαν. Ο απόστολος Παύλος περιέγραψε πολύ παραστατικά τις δυσκολίες της αποστολής τους ως εξής: «ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13). Οι μύριες αυτές δυσκολίες, οι κακουχίες, οι κόποι και προπαντός οι απάνθρωποι διωγμοί δεν τους πτόησαν. Το έργο τους καρποφορούσε, διότι το αύξανε το ενοικούν στην Εκκλησία Άγιο Πνεύμα (Ιωάν.15,26).
      Το έργο των αγίων Αποστόλων συνεχίστηκε και συνεχίζεται δια των διαδόχων αυτών. Σε κάθε μέρος, όπου ίδρυαν τοπικές εκκλησίες, χειροτονούσαν επισκόπους και πρεσβυτέρους για να συνεχίσουν το έργο τους. Γράφει ο άγιος Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων, το κατ’ εξοχήν βιβλίο της ιεραποστολής της Εκκλησίας μας: «Χειροτονήσαντες δε αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθετο αυτούς τω Κυρίω, εις ον πεπιστεύκασι» (Πράξ.14,23). Αυτή η αδιάκοπη διαδοχή συνεχίζεται ως σήμερα και χαρακτηρίζεται ως αδιάκοπη διαδοχή προσώπων και πίστεως και γι’ αυτό ονομάζεται η Εκκλησία μας Αποστολική.  Όλοι λοιπόν όσοι εργάζονται στην Εκκλησία του Χριστού, κληρικοί και λαϊκοί, συνεχίζουν, στην ουσία, το έργο των αγίων Αποστόλων. Τόσο μεγάλο είναι το έργο που επιτελούν!

        Όλοι εμείς οι προσκυνητές της σεπτής εορτής αυτών των  «Συνεργών του Χριστού» (Β΄Κορ.6,1), έχοντας όλα αυτά υπόψη μας, πρέπει να τους αποδίδουμε την αρμόζουσα τιμή, διότι η αγία μας Εκκλησία είναι θεμελιωμένη πάνω σε αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες. Αυτό το βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είδε στην Αποκάλυψη την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία του Χριστού, θεμελιωμένη επί «θεμελίους δώδεκα και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου» (Αποκ.21,10).   

Ο δρόμος των Αποστόλων Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ

Η Εκκλησία μας αυτή τη Κυριακή τιμά τη μνήμη των Αγίων Αποστόλων για να μας προβάλει ορατά παραδείγματα αγιότητας που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να εισέλθουμε κι εμείς όπως κι αυτοί στην Βασιλεία των Ουρανών. Επειδή ακριβώς η διδασκαλία της Εκκλησίας μας στηρίζεται εδώ και δύο σχεδόν χιλιάδες χρόνια στην διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων ονομάζεται Αποστολική Εκκλησία.
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι ήσαν οι πρώτοι Μαθητές του Χριστού, που αφού μαθήτευσαν κοντά του για τρία χρόνια, ακούγοντας τη διδασκαλία του Χριστού, βλέποντας τα θαύματα του Χριστού και βοηθώντας τους πονεμένους συνανθρώπους τους, αξιώθησαν την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος να καταστούν οι ίδιοι φορείς της Αποκαλύψεως του Θεού κι Απόστολοι του Ευαγγελικού Μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας.
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι δεν ήσαν ούτε διάσημοι επιστήμονες, ούτε επιφανείς πολιτικοί άνδρες, ούτε πλούσιοι άνθρωποι, αλλά ούτε και αμαρτωλοί. 
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι ήσαν άνθρωποι απλοί, τίμιοι, γεμάτοι αγάπη για τους πονεμένους συνανθρώπους τους. 
Πάνω απ’ όλα όμως κορυφαίον χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν η βαθιά τους πίστη στον Θεό. ΄Ησαν άνθρωποι ευσεβείς. ΄Ησαν άνθρωποι άκακοι, αθώοι που δεν μπορούσαν να σκεφθούν κακό για κανένα. ΄Ησαν άνθρωποι του Θεού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους Μαθητές του Χριστού είχαν μαθητεύσει κοντά στην μεγάλη προφητική μορφή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος με τον ασκητικό του βίον και το κήρυγμα της μετανοίας τους προετοίμασε καταλλήλως να κληθούν εκ του Θεού και να γίνουν Μαθητές και Απόστολοι του Χριστού.
Αν ο πρώτος λόγος για να ακολουθήσουν οι ΄Αγιοι Απόστολοι τον Χριστόν ήταν η ευσέβεια τους κι η βαθεία τους πίστη στο Θεό, ο δεύτερος λόγος ήταν η αυταπάρνηση των πάντων για τον Χριστό. Πράγματι, άφησαν οικογένεια, πατρίδα, περιουσία, συγγενείς και φίλους για να ακολουθήσουν τον Χριστό. Η απόφαση των Αγίων Αποστόλων να γίνουν Μαθητές του Χριστού χαρακτηριζόταν από την έλλειψη κάθε είδους υστεροβουλίας και ιδιοτέλειας. Το κίνητρο τους ήταν η βαθιά τους πίστη κι η άδολη αγάπη τους για την σωτηρία της ανθρωπότητας. 
Οι περισσότεροι από εμάς σήμερα, πολλές φορές, συμπεριφερόμαστε όπως ο νεαρός πλούσιος του Ευαγγελίου, που μπροστά στη κλήση του Χριστού να γίνουμε Μαθητές Του, όπως οι ΄Αγιοι Απόστολοι, πουλώντας και μοιράζοντας τη περιουσία μας στους φτωχούς και τους άπορους, η στάση μας είναι να απομακρυνθούμε στενοχωρημένοι από αυτή τη κλήση του Θεού να γίνουμε Απόστολοι, γιατί ακόμη είμαστε γερά δεμένοι με τα υλικά και πρόσκαιρα πράγματα  του κόσμου τούτου.
Μερικοί θέλουν να τα έχουν καλά και στη γη και στον ουρανό. Στη γη θέλουν να μείνουν κολλημένοι στα υλικά τους αγαθά χωρίς να έχουν καμιά διάθεση να τα μοιρασθούν μ’ αυτούς που δεν έχουν και γενικά να στηρίξουν το σημαντικό, φιλανθρωπικό, κατηχητικό και Ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας μας.
Στον ουρανό νομίζουν ότι είναι ασφαλισμένοι πάλι, διότι δεν έχουν φονεύσει, δεν έχουν κλέψει, τιμούν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους και το Πάσχα και τα Χριστούγεννα εκκλησιάζονται. Απατούν όμως τους εαυτούς τους, διότι όπως φαίνεται μέσα από την αναφορά που κάνει η Εκκλησία μας για τη ζωή των Αγίων Αποστόλων στην σχετική σημερινή Αποστολική Περικοπή, από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, δεν είναι αρκετό για κάποιον που θέλει να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών να αποφύγει να αμαρτήσει, αλλά τι προσπάθειες κάνει για να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που βασανίζουν και ταλαιπωρούν τους συνανθρώπους του.
Αυτή η προσπάθεια, να ζεις για τον άλλον, έχει ένα κόστος. Υποφέρεις, πονάς, αδικείσαι, δέχεσαι επιθέσεις, κινδυνεύει η ζωή σου. Ζεις λίγο πολύ αυτά που γνώρισαν και έζησαν κι οι ΄Αγιοι Απόστολοι όπως αυτά περιγράφονται με γλαφυρότητα και πόνο από τον Απόστολον Παύλον στη σημερινή Αποστολική Περικοπή. 
Με την ίδια αγωνία ομιλεί κι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην σημερινή Ευαγγελική Περικοπή, όπου ο θερισμός πολύς, μας λέει, και οι εργάτες ολίγοι. Οι άνθρωποι, δηλαδή, αναμένουν με την αθωότητα τους ν’ ακούσουν το Λόγο του Θεού για να σωθούν κι όμως αυτοί που είναι έτοιμοι και προετοιμασμένοι μ’ αυτοθυσία και αγάπη να επιτελέσουν αυτό το σημαντικό Αποστολικό έργον είναι ολίγοι.
΄Οπως λοιπόν και τότε στα χρόνια του Χριστού οι εργάτες του Ευαγγελίου ήσαν ολίγοι όσοι και οι ΄Αγιοι Απόστολοι κι ο κόσμος πολύς που ανέμενε το Ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας, έτσι και σήμερα παντού υπάρχουν άνθρωποι που αναμένουν να ακούσουν το Λόγο του Θεού κι όμως αδυνατούμε γιατί μας λείπουν οι φωτισμένοι άνθρωποι που είναι έτοιμοι να τα αφήσουν όλα, να αφήσουν τη καλοπέραση που ζουν, να γίνουν Απόστολοι, να σωθεί η Ανθρωπότητα.
Αν είναι όμως δύσκολο αυτό από τους πολλούς, όπως τότε στα χρόνια του Χριστού, ας σταματήσουν τουλάχιστον μερικοί να μάχονται κατά των σύγχρονων Αποστόλων της εποχής μας που έχουν κληθεί από το Θεό για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, γιατί δεν αντιμάχονται απλώς τους τίμιους εργάτες του Ευαγγελίου, αλλά το έργον του Θεού για τον ευαγγελισμόν του κόσμου.
Το Πατριαρχείον μας, οι Μητροπόλεις μας, οι επισκοπές μας και η κάθε ενορία μας με επικεφαλής τον Μακαριώτατον Πατριάρχην μας, τους Μητροπολίτες μας, τους Επισκόπους μας και τους υπόλοιπους κληρικούς μας με την συνεργασία των ευσεβών πρωτοπόρων λαϊκών που στηρίζουν «πολυμερώς και πολυτρόπως», ηθικά και υλικά το έργον της Εκκλησίας μας. Προχωρούμε την ιστορική μας πορείαν των δύο χιλιάδων ετών και κατά την τρίτη χιλιετηρίδα ακολουθώντας το παράδειγμα των Αγίων Αποστόλων της Εκκλησίας μας, μεταφέροντας το Ευαγγελικό Μήνυμα της σωτηρίας σε όλες τις φυλές της γης, συμμετέχοντας με τις προσευχές μας και τα έργα μας στα κοινωνικά προβλήματα των συνανθρώπων μας.
Η Αποστολική ταυτότητα της Εκκλησίας μας διασώζεται όταν ακολουθούμε καθημερινά το παράδειγμα της ζωής των Αγίων Αποστόλων.  

Το πνεύμα της ελευθερίας του μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου

Το πνεύμα της ελευθερίας
του μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
(Από το Σαββατιάτικο ένθετο της «δημοκρατίας» για την ορθοδοξία)
Πέρα από τα γεγονότα, όπως περιγράφονται στις Πράξεις των Αποστόλων, η πίστη είναι εκείνη που μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση όλων όσα συνέβησαν την ημέρα της Πεντηκοστής σε ένα υπερώο της Ιερουσαλήμ, πριν από 2.000 χρόνια. Μια νέα κοινότητα ιδρύεται, η πρώτη ίσως αληθινά πολυπολιτισμική κοινότητα, που καλεί στους κόλπους της όλους ανεξαιρέτως και αδιακρίτως, και προσφέρει το όραμα μιας υπέροχης και πρωτόγνωρης μέχρι τότε ανθρώπινης κοινωνίας.
Σε μια ανθρωπότητα καταματωμένη από την υποδούλωση σε δυνάστες και τυράννους, σε πάθη και ενοχές, στη φθορά και στον θάνατο, το Αγιο Πνεύμα, ως δύναμη ελευθερίας, έρχεται να ελευθερώσει από κάθε είδους τυραννία. Συγχρόνως όμως έρχεται  να απελευθερώσει αστείρευτες δυνάμεις του ανθρώπου, ανάλογες με εκείνες των μαθητών, που σε μια στιγμή μεταβλήθηκαν από φοβισμένοι ψαράδες σε ενθουσιώδεις κήρυκες μιας νέας ανθρωπότητας.
Το Πνεύμα είναι ελεύθερο και «όπου θέλει πνει» (Ιω. 3, 8). Αυτό βεβαιώνει ο Χριστός. Και, όπως τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει τη δράση Του, τίποτε δεν μπορεί και να κάμψει εκείνους που παρέδωσαν την άδεια ζωή τους και την άδεια καρδιά τους να πλημμυρίσει από το φως Του. Πολυμέτωπος ένας τέτοιος αγώνας ελευθερίας. Πρώτα, εναντίον της ενοχής και της απογοήτευσης από τα λάθη του παρελθόντος. Κατόπιν, εναντίον των ανθρώπινων παθών που φωλιάζουν στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και πνίγουν κάθε ορμή του να ξαναβρεί τη φωτεινή του φύση. Αγώνας, κατόπιν, εναντίον των δομών της αδικίας και της απληστίας αυτού του κόσμου. Πάνω απ’ όλα όμως αγώνας σποράς όλων των δωρεών του Πνεύματος σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Σποράς αγάπης, αλληλεγγύης, μοιρασιάς, σεβασμού και προσφοράς, πέρα από διακρίσεις χρώματος, φύλου, και ταυτότητας.
Από την ώρα που το Αγιο Πνεύμα, με τη μορφή πύρινων γλωσσών, εγκαθίσταται στα κεφάλια των μαθητών, η Εκκλησία του Χριστού αναλαμβάνει να συμμετάσχει με το κάθε μέλος της ξεχωριστά στη δράση Του. Η παρουσία Του δεν αποτελεί μόνο ελπίδα για τον κόσμο, αλλά οδηγό και κριτή της δράσης και της ζωής της ίδιας της Εκκλησίας. Το όραμα μιας ενωμένης ανθρωπότητας στο όνομα της αγάπης και της δικαιοσύνης πρέπει να διασωθεί πρώτα στους κόλπους της. Μόνο μια Εκκλησία με ενωμένα τα μέλη της, κληρικούς και λαϊκούς, σαν μια ψυχή μπορεί να καλέσει σε σύμπνοια την ανθρωπότητα. Μόνο μια Εκκλησία που ακολουθεί το Πνεύμα στην υπέρβαση των κοσμικών και ιστορικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων μπορεί να μιλήσει στον κόσμο για την απόλυτη αξία της ζωής και του ανθρώπινου προσώπου. Μόνο μια Εκκλησία που αντλεί διαρκώς ελπίδα, χαρά και αισιοδοξία από την παρουσία του Παρακλήτου (παράκληση = παρηγοριά) στη ζωή της μπορεί να δώσει χέρι βοήθειας και ανόρθωσης στην εξαντλημένη και απελπισμένη κοινωνία του 21ου αιώνα.
Η αληθινή ανατροπή της βαρβαρότητας, που πάντοτε χτυπούσε την πόρτα της Ιστορίας, ξεκινά από μια στάση ζωντανή και συνεπή με την πνευματικότητα της Εκκλησίας. Μια τέτοια συνέπεια την καλεί να συνδυάσει την αναμφισβήτητη κοινωνική της προσφορά με τη διαρκή καταφυγή στην αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε διαρκώς να καθιστά τα μέλη της, όλους μας, σκήνωμά Του και να μας αποκαθαίρει «από πάσης κηλίδος». 
- See more at: http://www.amen.gr/article14471#sthash.BTRndf1m.dpuf

Αναφέρει η Αγία Γραφή το θάνατο των αποστόλων; Πώς πέθανε ο καθένας από τους αποστόλους;



 Ο μόνος απόστολος που η Αγία Γραφή αναφέρει το θάνατό του είναι ο Ιάκωβος (Πράξεις 12:2). Ο βασιλιάς Ηρώδης θανάτωσε τον Ιάκωβο «με μάχαιρα» - πιθανώς αναφέρεται στον αποκεφαλισμό. Οι συνθήκες του θανάτου των άλλων αποστόλων μπορούν να γίνουν γνωστές μόνο από την εκκλησιαστική παράδοση, έτσι δεν πρέπει να δίνουμε πολύ βάρος σε άλλες θεωρίες.
 Η πιο κοινά αποδεκτή εκκλησιαστική παράδοση όσον αφορά το θάνατο ενός αποστόλου είναι ότι ο Απόστολος Πέτρος σταυρώθηκε, ανάποδα σε έναν σταυρό σε σχήμα χ, στη Ρώμη, εκπληρώνοντας την προφητεία του Ιησού (Κατά Ιωάννη 21:18). Ακολουθούν μερικές από τις πιο δημοφιλείς «παραδόσεις» όσον αφορά το θάνατο άλλων αποστόλων.
Апостол Петр
Ο Απ. Ματθαίος υποφέροντας μαρτυρικά στην Αιθιοπία, σκοτώθηκε με σπαθί. 
Ο Απ.Ιωάννης αντιμετώπισε μαρτύριο όταν έβρασε σε μια τεράστια δεξαμενή με βραστό λάδι στη διάρκεια ενός κύματος διωγμών στη Ρώμη. Ωστόσο, ελευθερώθηκε θαυματουργικά από το θάνατο. Τότε εξορίστηκε στο νησί της Πάτμου. Έγραψε το προφητικό του Βιβλίο της Αποκάλυψης στην Πάτμο. Ο Απόστολος Ιωάννης ελευθερώθηκε αργότερα και γύρισε στη σημερινή Τουρκία. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία, ο μόνος απόστολος που πέθανε ειρηνικά.
Ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιησού (επίσημα δεν ήταν απόστολος), ο ηγέτης της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, ρίχτηκε από πάνω από εξήντα μέτρα από τον νοτιοανατολικό πύργο του Ναού όταν δεν δέχτηκε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό. Όταν ανακάλυψαν ότι επέζησε της πτώσης, οι εχθροί του τον χτύπησαν μέχρι θανάτου μ` ένα ρόπαλο. Αυτός ήταν ο ίδιος πύργος που ο Σατανάς είχε πάρει τον Ιησού στη διάρκεια των πειρασμών.
Ο Απ.Βαρθολομαίος, επίσης γνωστός ως Ναθαναήλ, ήταν ιεραπόστολος στην Ασία. Έδινε μαρτυρία στη σημερινή Τουρκία και μαρτύρησε για το κήρυγμά του στην Αρμενία,όπου μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο  Το άγιο λείψανο του οι χριστιανοί το έβαλαν μέσα σε μια πέτρινη θήκη και το έκρυψαν στην Ουρβανούπολη.
Святые апостолы Варфоломей и Варнава
Ο Απ.Φίλιππος  στην Ιεράπολη της Φρυγίας μια μέρα που δίδασκε, μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν κι αφού τον βασάνισαν σκληρά, τον οδήγησαν στους άρχοντες. Μια ψευτοδίκη κατέληξε στην απόφαση ο απόστολος να θανατωθεί. Οι δήμιοι, που περίμεναν, άρπαξαν τον Φίλιππο, του έδεσαν τους αστραγάλους και τον κρέμασαν σ' ένα δένδρο με το κεφάλι προς τα κάτω. 
Ο Απ. Ανδρέας σταυρώθηκε σε ένα σταυρό σε σχήμα χ στην Ελλάδα. Αφού τον μαστίγωσαν επτά στρατιώτες, έδεσαν το σώμα του στο σταυρό με σχοινιά για να παρατείνουν την αγωνία του. Οι ακόλουθοί του ανέφεραν ότι, όταν οδηγήθηκε στο σταυρό, ο Αντρέας χαιρέτησε με αυτά τα λόγια: «Περίμενα πολύ αυτή τη χαρούμενη ώρα. Ο σταυρός έχει καθαγιαστεί από το σώμα του Χριστού που κρεμάστηκε πάνω του». Συνέχισε να κηρύττει στους βασανιστές του για δυο μέρες έως ότου πέθανε.
 Ο Απόστολος Θωμάς σουβλίστηκε με λόγχη στην Ινδία στη διάρκεια ενός ιεραποστολικού ταξιδιού του για να ιδρύσει την εκκλησία εκεί.
 Ο Ματθίας, ο απόστολος που επιλέχτηκε για να αντικαταστήσει τον προδότη Ιούδα Ισκαριώτη, λιθοβολήθηκε και μετά αποκεφαλίστηκε.
 Ο Απόστολος Παύλος βασανίστηκε και μετά αποκεφαλίστηκε από τον κακό Αυτοκράτορα Νέρωνα στη Ρώμη το 67 μ.Χ. Υπάρχουν παραδόσεις όσον αφορά τους άλλους αποστόλους επίσης, αλλά καμιά δεν έχει αξιόπιστη ιστορική ή παραδοσιακή υποστήριξη.
Апостол Павел
Άγιος Σίμων ο Ζηλωτής ΕΔΩ
Δεν είναι τόσο σημαντικό πώς πέθαναν οι απόστολοι. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι όλοι ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για την πίστη τους. Αν ο Ιησούς δεν είχε αναστηθεί, οι μαθητές θα το ήξεραν. Κανείς δεν θα πέθαινε για κάτι που ήξερε ότι είναι ψέμα. Το γεγονός ότι όλοι οι απόστολοι ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν φριχτά, αρνούμενοι να αποκηρύξουν την πίστη τους στο Χριστό – είναι ακλόνητη απόδειξη ότι είχαν γίνει πραγματικά μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού Χριστού.

ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας.
Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).
Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών;Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής.
Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζεσύγχυσινεννοιών καισύγκρουσιναρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν.
Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα;Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς,λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης.
Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Η ενότης των εκκλησιών
Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.
Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί... Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).
Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.
Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;
Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων
Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλουΜατθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.
Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.
Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομήςαποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).
Εν ταις Πράξεσινουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.

Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων
Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλουουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας.
Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).
Εν τη προςΕφεσίουςο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.
Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.

Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησίας
Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή τουΒαρνάβαγίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.
Εν ταις επιστολαίς τουΚλήμεντοςΡώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.
Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίουΙγνατίουαναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".
Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;
Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.
Εν τη προς τονΠολύκαρπονεπίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').
Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.
Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιερεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.
Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρόςΕρμά"ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.
ΟΚλήμηςο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5).
Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').
Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.
Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων
(Απόσπασμα από το βιβλίο τουΑγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ιστορική Περί των αιτίων του Σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών της Ανατολικής και της Δυτικής. Αθήνα 1911)


πηγή

Γονείς και ανατροφή των παιδιών

Σας θερμοπαρακαλώ και σας ικετεύω να φρο­ντίζετε πολύ για τα παιδιά σας και να επιδιώκετε τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ν’ ακολουθείτε το παράδειγμα του Ιώβ, που, επειδή φοβόταν μήπως αμαρτήσουν τα παιδιά του και με το λογισμό τους ακόμα, πρόσφερε θυσίες και προνοούσε πολύ γι’ αυτά. Ν’ ακολουθείτε το παράδειγμα του Δαβίδ, που, όταν πέθαινε, κάλεσε κοντά του το γιο του, το βασιλιά Σολομώντα, και, αντί να του αφήσει πλούτη, τον συμβούλεψε: «Παιδί μου, αν θελήσεις να ζήσεις με ευσέ­βεια, ποτέ δεν θα πάθεις κακό, όλα θα σου έρχονται ευνοϊκά και η ζωή σου θα κυλήσει με ασφάλεια. Αν όμως στερηθείς τη βοήθεια του Θεού, σε τίποτα δεν θα σε ωφελήσει το βασιλικό αξίωμα. Γιατί αν δεν έχεις ευσέβεια, και τα αγαθά σου θα χάσεις και ντροπές θα περάσεις. Η ευσέβεια θα σε βοηθήσει ν’ αποκτήσεις και όσα σου λείπουν» (πρβλ. Γ’ Βασ. 2:1-4). 

Πρέπει, λοιπόν, οι γονείς να φροντίζουν πως τα παιδιά τους θ’ αποκτήσουν όχι χρήματα, αλλά ευσέ­βεια και πλούτο ψυχής. Πρέπει να τα διαπαιδαγω­γούν έτσι, που να μην έχουν ανάγκη από πολλά, να μην παραδίνονται στις επιθυμίες της σύγχρονης εποχής. Πρέπει ακόμα να εξετάζουν προσεκτικά πότε τα παιδιά τους βγαίνουν από το σπίτι και πότε επι­στρέφουν, που πηγαίνουν και με ποιους κάνουν πα­ρέα. Αν παραμελούν τα καθήκοντά τους αυτά, θα δώσουν λόγο στο Θεό. Αν μας ζητούνται ευθύνες για το πόσο φροντίσαμε τους άλλους -γιατί λέει η Γραφή, ότι «δεν πρέπει κανείς να επιδιώκει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ό,τι βοηθάει τον άλλο» (Α’ Κορ. 10:24)-, πολύ περισσότερο θα μας ζητηθούν ευθύνες για το πόσο φροντίσαμε τα ίδια τα παιδιά μας.
 

Εσύ, όμως, κάνεις ό,τι μπορείς για ν’ αποκτήσει το παιδί σου ωραίο άλογο, άνετο σπίτι, καλό χωράφι ή αμπέλι, μακροζωία και πολλά άλλα αγαθά της γης. Το αν θα είναι ενάρετο, συνετό και καλόγνωμο, το σκέφτεσαι καθόλου; Γιατί όσα κι αν είναι τα αγαθά του, όσο μεγάλη κι αν είναι η περιουσία του, θα χαθεί μαζί μ’ αυτό, αν δεν είναι ενάρετο και συνετό. Απε­ναντίας, αν στην ψυχή του υπάρχει γενναιοφροσύνη και αρετή, εύκολα θ’ αποκτήσει τα πάντα, ακόμα κι αν το σπίτι του είναι ολότελα άδειο.
 

Μεγάλη συμφορά παθαίνουν οι γονείς εκείνοι που δεν θέλουν να δείρουν τα παιδιά τους ούτε να τα μα­λώσουν ούτε να τα στεναχωρήσουν καθόλου, μολονό­τι ζουν άτακτη και ανήθικη ζωή. Πολλές φορές είδα τέτοια παιδιά να οδηγούνται στο δικαστήριο και να καταδικάζονται για τις παρανομίες τους.
 
Όταν εσύ, ο γονιός, δεν συμβουλέψεις το παιδί σου και δεν το καθοδηγήσεις σωστά, είναι φυσικό να παρασυρθεί από φαύλους ανθρώπους και να φτάσει ως το έγκλημα. Τότε, βέβαια, θα καταδικαστεί από την πολιτεία και θα ντροπιάσει τόσο τους γονείς του όσο και τον εαυτό του. Και μαζί με το δυστύχημα της καταδίκης του παιδιού, δαχτυλοδείχνουν τον πατέ­ρα, που δεν τολμάει να βγει από το σπίτι του, και λέ­νε: “Να τι έπαθε με το να μη συμμορφώνει το παιδί του”. Με τί μάτια θα κοιτάς τότε τον κόσμο, που θα σε ελέγχει, γιατί δεν παιδαγώγησες στον κατάλληλο και­ρό το παιδί σου, κι έτσι έφτασε στο έγκλημα και στη φυλακή; Τολμάς να λέγεσαι πια πατέρας, αφού δεν έκανες το καθήκον σου; Δεν κρύβεσαι; Δεν εύχεσαι ν’ ανοίξει η γη και να σε καταπιεί; Πες μου, λοιπόν, τολμάς να λέγεσαι πατέρας, αφού αδιαφόρησες για το παιδί σου και το άφησες να καταστραφεί; 

Αν έβλεπες έναν άνθρωπο να χτυπάει το παιδί σου, θα σου κακοφαινόταν, θα θύμωνες και θα ορμούσες εναντίον του σαν θηρίο. Και όμως, βλέπεις το διάβολο κάθε μέρα να το χτυπάει, να το παρασύρει στην αμαρτία, κι εσύ κοιμάσαι. Δεν στενοχωριέσαι, δεν αγανακτείς, δεν φροντίζεις να σώσεις το σπλάχνο σου απ’ αυτό το θηρίο. Ε, τότε ποιά ευσπλαχνία πε­ριμένεις από το Θεό;
 
472793-polyteknoi.jpg
Τί θα απαντήσεις στο Θεό, όταν θα σε ελέγχει, γιατί αμέλησες να διαπαιδαγωγήσεις σωστά το παιδί σου αφότου γεννήθηκε; Θα σε ρωτήσει ο Κύριος: “Δεν σε όρισα προστάτη και δάσκαλό του; Δεν σου παρήγ­γειλα να το καθοδηγήσεις στον σωστό δρόμο;”. Τί θα μπορέσεις τότε να πεις; Πως είναι παιδί δύσκολο και δεν σηκώνει κουβέντα; Αυτά όλα έπρεπε να τα δεις από την αρχή, τότε που ήταν μικρό και μπορούσες να το διαπλάσεις όπως ήθελες. Τότε θα το συνήθιζες στο καλό, ξεριζώνοντας από την ψυχή του τ’ αγκάθια, που, λόγω της τρυφερής ηλικίας του, έβγαιναν ευκο­λότερα. Αν δεν το παραμελούσες τότε, δεν θα μεγά­λωναν τα πάθη του και δεν θα σε δυσκόλευαν σήμερα στην καταπολέμησή τους.
 

Δεν είμαστε αδικαιολόγητοι, όταν, ενώ ο Θεός τι­μωρεί αυστηρά τα παιδιά που βρίζουν τον πατέρα ή τη μητέρα τους, εμείς ακούμε τα παιδιά μας να βρί­ζουν τον ίδιο το Θεό, και το ανεχόμαστε;
 

Ας μην αμελούμε, λοιπόν, να δίνουμε στα παιδιά μας χριστιανική ανατροφή, με τη βεβαιότητα πως, όταν θα έχουν ευσέβεια και φιλοθεΐα, θα ξεχωρίσουν και στην παρούσα ζωή. Γιατί όλοι σέβονται και εκτι­μούν τον ενάρετο και καλοσυνάτο άνθρωπο, έστω κι αν είναι ο πιο φτωχός· απεναντίας, σιχαίνονται και μισούν τον κακό, έστω κι αν είναι ο πιο πλούσιος.
 

Εκείνοι που αδιαφορούν για την καλή ανατροφή των παιδιών τους, θα τιμωρηθούν από το Θεό. Και ακούστε καλά την ιστορία που θα σας πω: Τον παλιό καιρό, πριν έρθει ο Χριστός στον κόσμο, ήταν ένας Εβραίος ιερέας, καλός και μετρημένος, ο Ηλί, που είχε δυο παιδιά, τον Οφνί και τον Φινεές. Μολονότι ο Ηλί έβλεπε τα παιδιά του ν’ ακολουθούν το δρόμο της κακίας, ούτε τα εμπόδιζε ούτε τα τιμωρούσε ούτε τα μάλωνε. Κι αν πότε-πότε τα συμβούλευε, το έκανε χλιαρά, χωρίς αυστηρότητα. «Μη, παιδιά μου», τους έλεγε, «μην κάνετε το κακό· δεν ακούω καλά λόγια για σας» (πρβλ. Α’ Βασ. 2:24). Τα λόγια του θα ήταν αρκετά για να συνεφέρουν τα παιδιά, αν αυτά ήθε­λαν. Επειδή, όμως, ο ιερέας δεν έδειξε την πρέπουσα αυστηρότητα, ο Θεός τον τιμώρησε. Έτσι, έχασε και τα παιδιά του και τη σωτηρία του, μολονότι ο Θεός για τίποτ’ άλλο δεν είχε να κατηγορήσει τον γέροντα πατέρα, παρά μόνο για την αμέλεια απέναντι στα παι­διά του.
 
Αν, λοιπόν, τιμωρήθηκε τόσο αυστηρά ο Ηλί για την αμέλεια του, θα μείνουν ατιμώρητοι όσοι κάνουν χειρότερα; Αν δεν μπόρεσαν να σώσουν τον ιερέα εκείνον η τιμιότητά του, η ιδιότητα του κριτή και η προσφορά του στο ισραηλιτικό έθνος, και πέθανε μ’ έναν αξιολύπητο τρόπο, επειδή δεν επιμελήθηκε την ανατροφή των παιδιών του όσο έπρεπε, τότε ποιά τι­μωρία θα πέσει σ’ εμάς, που φερόμαστε χειρότερα κι από τους βαρβάρους, που μήτε αρετή έχουμε μήτε τα παιδιά μας επιβλέπουμε σωστά; 

Όπως δεν θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε για τα προσωπικά μας αμαρτήματα, το ίδιο και γι’ αυτά των παιδιών μας. Και είναι λογικό. Γιατί αν η κακία ήταν έμφυτη, θα υπήρχε δικαιολογία. Είναι γνωστό, όμως, ότι με τη θέληση μας ακολουθούμε είτε το δρό­μο της αμαρτίας είτε το δρόμο της αρετής. Πώς θα δι­καιολογηθεί επομένως ο γονιός, που άφησε το πιο αγαπημένο του πλάσμα, το παιδί του, να παραστρατίσει;
 
Αν τα παιδιά ανατραφούν με καλές συνήθειες, δύ­σκολα αλλάζουν συμπεριφορά όταν μεγαλώσουν. Για­τί η παιδική ψυχή είναι σαν το κάτασπρο, το ολοκά­θαρο πανί, που, αν το βάψουμε με κάποιο χρώμα, βά­φεται τόσο καλά, ώστε, όσες φορές κι αν θελήσουμε να το ξαναβάψουμε, πάντα φαίνεται η αρχική βαφή. Έτσι, λοιπόν, είναι και τα μικρά παιδιά. Όταν συ­νηθίσουν στο καλό, δύσκολα αλλάζουν.
j0122613.jpg
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει μια παροιμία, που την έχει δανειστεί από τον ποιητή Μένανδρο: «Φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Δηλαδή: Οι κακές συναναστροφές χαλάνε τον καλό χαρακτήρα (Α’ Κορ. 15:33). Ας μην απορούμε, πώς μερικοί γίνονται κλέ­φτες ή ακόλαστοι ή βλάσφημοι. Τα παιδιά από μικρά στερούνται τη χριστιανική αγωγή, συνηθίζουν στο κακό και με την πρώτη αφορμή ξεστρατίζουν. Γι’ αυτό ο απόστολος συμβουλεύει: «Παιδιά, να υπακούτε στους γονείς σας, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου· αυτό άλλωστε είναι το σωστό. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου (αυτή είναι η μόνη εντολή που πε­ριέχει υπόσχεση), για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη. Κι εσείς, πατέρες, μη φέρ­νεστε στα παιδιά σας έτσι που να τα εξοργίζετε, αλλά να τα ανατρέφετε δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» (Εφ. 6:1-4). Και ο σοφός Σολομών λέει: «Το παιδί, που έχει παιδαγωγηθεί, θα είναι σοφό» (Παροιμ. 10:4α). Και «ο γονιός που δεν χρησιμοποιεί το ξύλο για να παιδαγωγήσει το γιο του, είναι σαν να τον μισεί· οποίος όμως τον αγαπάει, τον ανατρέφει με επιμέλεια (:μέ στοργή αλλά και αυστηρότητα)» (Παροιμ. 13:24).
 

Με αρετή, λοιπόν, να πλουτίζετε τα παιδιά σας και όχι με αγαθά πρόσκαιρα. Είναι απερισκεψία, όσο ζείτε, να μην τους δίνετε εξουσία στην περιουσία σας, και, όταν πεθάνετε, να μπορούν με κάθε ευκολία να σπαταλούν την κληρονομιά που τους αφήνετε, αν μάλιστα είναι νέοι. Αν τους παραχωρήσετε την περιου­σία σας όσο ζείτε, θα μπορείτε να επεμβαίνετε, όταν χρειάζεται, και αποφεύγονται έτσι λάθη. Παίρνοντας, όμως, απροετοίμαστα τη διαχείριση της κληρονομιάς, καθώς μάλιστα θα έχουν και τα προβλήματα της ορφάνιας, εύκολα θα παρασυρθούν στη διαφθορά· και θα φταίτε εσείς γι’ αυτό.
 
Μην τους αφήνετε, λοιπόν, πλούτη, αλλά παίδευση και αρετή. Έτσι δεν θα στηρίζονται στην κληρονομιά υλικών αγαθών, και θα επιδοθούν στη μόρφωση του νου και στην καλλιέργεια της ψυχής. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για την υπέρβαση της φτώχειας και όλων των προβλημάτων της ζωής. Και αν ο καθένας μας φροντίσει να καλλιεργήσει έτσι τα παιδιά του, τε­λικά όλοι, από γενιά σε γενιά, θα βρεθούμε έτοιμοι κατά την παρουσία του Χριστού και θα αμειφθούμε από τον δίκαιο Κύριό μας. Έτσι είναι. Αν αναθρέ­ψεις καλά το παιδί σου και το κάνεις να έχει ευσέβεια και αγάπη, αν κι εκείνο κάνει το ίδιο στα δικά του παιδιά κ.ο.κ, θα σχηματιστεί μια αλυσίδα ευλογημένη χάρη σ’ εσένα, που έγινες η ρίζα όλου του καλού. 

Οι γονείς που παραμελούν την καλή ανατροφή των παιδιών τους, είναι χειρότεροι κι από τους παιδοκτό­νους· γιατί οι πρώτοι θανατώνουν την αθάνατη ψυχή, ενώ οι δεύτεροι μόνο το θνητό σώμα.
 

Γι’ αυτό, όπως τ’ άλογα, που τρέχουν ασυλλόγιστα προς τον γκρεμό, τα συγκρατούμε με το χαλινάρι ή και τα τιμωρούμε χτυπώντας τα -και η τιμωρία αυτή είναι για τη σωτηρία τους-, έτσι και τα παιδιά πρέπει να τα χαλιναγωγούμε, να τα συγκρατούμε από το κα­κό και να τα τιμωρούμε για τα σφάλματά τους. Γιατί, αν δεν τα τιμωρήσουμε εμείς, τα περιμένουν άλλες τι­μωρίες, τιμωρίες αιώνιες, όπως κι εμάς.
 
Μη μου πεις, “Τιμώρησα το παιδί μου πολλές φο­ρές”, γιατί αυτό δεν φτάνει· πρέπει να το δεις και διορθωμένο. Παρατήρησε, έχει ευλάβεια, έχει σεμνό­τητα, άλλαξε την κακή συμπεριφορά του; Αν έγιναν αυτά, πέτυχε ο σκοπός· αλλιώς δεν ωφελούν οι πολλές τιμωρίες. Δεν μετράμε πόσες φορές δέθηκε μία πληγή, αλλ’ άν επουλώθηκε. Αν σύντομα γιατρεύτηκε, δεν εί­ναι ανάγκη να μένει για πολύ δεμένη· αν όμως παρα­μένει ανοιχτή, πρέπει ν’ αλλαχθούν πολλές φορές οι επίδεσμοι, ώσπου να κλείσει. 

Γονιός δεν είναι εκείνος που απλά γέννησε ένα παι­δί, μα εκείνος που και μετά τη γέννησή του το αγα­πάει. Κι αν η αγάπη είναι αναγκαία εκεί όπου υπάρ­χει από τη φύση, πολύ περισσότερο χρειάζεται εκεί όπου υπάρχει χάρη Θεού. Αν δηλαδή πρέπει ν’ αγα­πάει κανείς τα φυσικά του παιδιά για να λέγεται σω­στός γονιός, πόσο μάλλον τα χαρισματικά παιδιά, τα πνευματικά, τα βαπτισμένα, φροντίζοντας να μην κο­λαστούν.
_.jpg
Αλλά κι εσύ, παιδί μου, να υπακούς τους γονείς που σε γέννησαν. Για όσα σου πρόσφεραν, τίποτα δεν μπορείς να τους ανταποδώσεις, ούτε να τους γεννή­σεις ούτε να μοχθήσεις γι’ αυτούς, όσο εκείνοι για σέ­να. Και όταν ο πατέρας σου μαλώνει κάποιο από τ’ αδέλφια σου, πρέπει να συμμερίζεσαι το γονιό σου. Γιατί αν παίρνεις το μέρος του αδελφού σου, μολονό­τι έσφαλε, θα γίνει χειρότερος. Έτσι βάζεις σε κίνδυ­νο και την ψυχική σου σωτηρία, αφού όποιος δεν αφήνει να γιατρευτεί μια πληγή, έχει μεγαλύτερη ευθύνη από κείνον που την προκάλεσε, γι’ αυτό και τι­μωρείται. Ένας τραυματισμός, βλέπεις, ίσως να μην είναι άμεσα θανατηφόρος, ενώ η παρεμπόδιση της θε­ραπείας μπορεί να προκαλέσει το θάνατο.
 
Γι’ αυτό και οι δάσκαλοι τιμωρούν τα παιδιά, όταν φταίνε, μπροστά στ’ άλλα, για να τα βλέπουν και να γίνονται καλύτερα. Αλλά και τα καλά παιδιά τα παι­νεύουν μπροστά στ’ άλλα, για να παραδειγματίζονται. Αυτό, βέβαια, το κάνουν οι καλοί και συνετοί δάσκα­λοι. Και πρέπει να ζητάμε καλούς δασκάλους για τα παιδιά μας, ώστε να μορφώνονται θετικά· γιατί οι γο­νείς δίνουν στα παιδιά τη ζωή, ενώ οι καλοί δάσκαλοι τους μαθαίνουν την καλή ζωή. 

Μην καυχιέσαι, παιδί μου, γιατί έχεις ίσως ενάρε­το και καλό πατέρα. Του γονιού σου η καλοσύνη θα καταδικάσει εσένα, αν αποδειχθείς ανάξιος απόγο­νος του. Μεγάλο πράγμα είναι το να στηρίζεις τη ζωή σου, αλλά και τη σωτηρία σου, στον αγώνα το δικό σου και όχι των άλλων. Στην παρούσα ζωή λίγοι είναι εκείνοι που θα μας συμπαρασταθούν, και στη μέλ­λουσα κανένας. Οι τιμές και οι έπαινοι, που απολαμ­βάνουν οι γονείς μας, είναι και δικοί μας μόνο όταν τους μιμούμαστε· αλλιώς, όχι μόνο σε τίποτα δεν μας ωφελούν, αλλά και γίνονται αιτία αυστηρότερης τι­μωρίας μας.
 

…;
 

Αλλά και οι γονείς, το ξαναλέω, οφείλουν να ανα­τρέφουν τα παιδιά τους σωστά, αποβλέποντας στην ισόρροπη ανάπτυξη σώματος και πνεύματος. Να τους διδάσκουν την ευσέβεια και την αρετή. Αν δεν το κά­νουν, δεν πρέπει να λέγονται γονείς.
 
Όπως φέρνετε γιατρό, όταν το παιδί σας αρρω­σταίνει σωματικά, έτσι να κάνετε και όταν υποφέρει ψυχικά. Η ψυχή είναι άρρωστη όταν αμαρτάνει, όταν πορνεύει, όταν κλέβει, όταν κάνει ό,τι ο Θεός απαγο­ρεύει. 

Αλλά και η αμάθεια, η αμορφωσιά, είναι αρρώ­στια της ψυχής, και μάλιστα μεγάλη, γιατί εξαιτίας της συμβαίνουν τόσα και τόσα δεινά. Θα πρέπει, λοι­πόν, και να τα μορφώνουμε τα παιδιά μας, γιατί έτσι θα μπορέσουν να γνωρίσουν καλύτερα το Θεό. Χω­ρίς μάθηση θα είναι σαν τα ζώα, που στερούνται τη λογική. Ο λογικός άνθρωπος πρέπει να είναι και σο­φός, όπως τον δημιούργησε εξαρχής ο Θεός. Χωρίς τη σοφία ο άνθρωπος είναι πολύτιμο πετράδι χωμένο μέ­σα στη λάσπη, είναι καράβι δίχως τιμόνι και δίχως πλήρωμα, που προχωράει στο πέλαγος της ζωής ακυ­βέρνητο, στα τυφλά. Γι’ αυτό κι ένας σοφός έλεγε: «Ο αγράμματος κοιτάζει, μα δεν βλέπει». Του φαίνεται πως βλέπει, μα είναι τυφλός, γιατί δεν έχει γνώση, προπαντός τη γνώση των αληθειών και των δογμά­των της πίστεως -τι είναι ψυχή, τι ουρανός, τι τρισυ­πόστατος Θεός, τι ανάσταση, τι βάπτισμα, τι άγγελοι, τι θεία λειτουργία, τι ίερωσύνη κ.λπ.
 

Ο προφήτης Δαβίδ λέει: «Αποκτήστε την παιδεία (του Θεού), για να μην οργιστεί εναντίον σας ο Κύρι­ος» (Ψαλμ. 2:12). Δώστε στα παιδιά σας χριστιανική μόρφωση. Αυτή είναι η υποχρέωσή σας. Αν αδιαφο­ρήσετε, θα κολαστείτε, έστω κι αν έχετε άλλες αρετές. Να τους μάθετε τα μυστήρια της Εκκλησίας, τη δι­καιοσύνη, τη σωφροσύνη, την ανδρεία της ψυχής. Να τα βοηθήσετε να γνωρίσουν τον εαυτό τους, γιατί μέσ’ από την αυτογνωσία θα οδηγηθούν και στη θεογνω­σία. Αν δεν γνωρίσουν το Θεό, τί θα τους ωφελήσουν όλα τ’ άλλα; Δεν ακούτε τον Κύριο, που λέει στο ιερό Ευαγγέλιο, πως, αν ο άνθρωπος κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως την ψυχή του, δεν ωφελείται σε τίποτα;
 

Καλλιεργήστε, λοιπόν, πνευματικά τα παιδιά σας. Καλλιεργήστε και τον εαυτό σας. Έτσι θα σωθείτε και θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών, με τη χάρη του Χριστού μας.
 


( Αποσπάσματα από το βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 144-152, 154-155)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...