Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 25, 2014

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ:Ἕνας μικρόσωμος γίγαντας.

Στ σημεριν εαγγελικ νάγνωσμα  εαγγελιστς Λουκς διασώζει τνπροσδόκητη κα συνήθιστη γι τ δεδομένα τν θικιστν συνάντηση τοΖακχαίου μ τν ησο Χριστό, ταν κενος εσλθε στν εριχ κα περνοσε μέσα π τν πόλη.

 ρχιτελώνης Ζακχαος ταν νας πλούσιος νθρωπος τς περιοχς. τανμαθε πς φτασε στν εριχ  ησος, προσπάθησε ν Τν δ π κοντά,μως, πειδ ταν μικρόσωμος κα τ πλθος πο περικύκλωσε τν Διδάσκαλο στεκόταν μπόδιο σ να τέτοιο νδεχόμενο, νέβηκε σ μία συκομουριά, π’που θ μποροσε ν Τν δ χαρά του ταν περίγραπτη, καθς  διος καθημεριν γινόταν ντικείμενο παξίωσης τν συμπολιτν του. Προφανς δν φανταζόταν τι νας νθρωπος το Θεο θ καταδεχόταν ν συνομιλήσ μκάποιον πο συναυλιζόταν καθημεριν μ πόρνες κα νθρώπους τοποκόσμου, μ κάποιον πο ταν  πι μισητς π τος μισητος νθρώπους τς πόλεως. πομυζοσαν ο τελνες τν περιουσία το λαο, καθς τ ψος τς φορολογίας δν ταν καθορισμένο κα γι’ ατ ναγκάζονταν ν πιβάλουν δυσβάσταχτους φόρους, γι ν βγάλουν τ ξοδα το διορισμο τους κα τςπαιτήσεις τς κεντρικς ξουσίας. Κα  Ζακχαος ταν  ρχηγς ατς τς...συμμορίας τν τελωνν. πάρχει μία ντίστροφη προοπτικ στνρμηνεία τς νέργειάς του ν νεβ στ συκομουριά. Βεβαίως κα δν πεδίωκε ν κρυφτθελε ν δ τν Χριστό, λλ σο πιό ψηλ νέβαινε στ δέντρο, τόσο φαινόταν κα  διος καλύτερα. Τί σημαίνει ατό; σο περισσότερο θεο φς εσέρχεται στν καρδιά μας, τόσο ναργέστερα ποκαλύπτεται  σωτερική της ταξία. σως ν παρεκίνησε τν Ζακχαο ν νεβαίν ψηλότερα στ δέντρο μι σωτερικ παρόρμηση, ποκινούμενη π τν μετανοοντα ν ατνθρωπο, χι τόσο πρς θέαν το τελείου Χριστοσο πρς θέασιν π’ Ατο τς δικς του σωτερικς τελείας. Συνήθως ο πονηρο νθρωποι ποφεύγουν τς συναντήσεις μ νθρώπους τς θικς τάξεως, γιατ λέγχεται κάπως συνείδησή τους γι τς παρανομίες τους.  Ζακχαος μως θέλει ν δ τν Χριστό, γιατ μλλον νδόμυχα πιζητ ν γίν  διος ρατός. Κα ατ τνέβασμα στ συκομωρέα τυπολογε τν νοδο τς καρδίας του π τ γήϊνα πρς τ πουράνια, πο εναι μωρία γι τν παρόντα κόσμο.
Στν εαγγελικ περικοπ τς καρπης συκς,  Κύριος πιτιμ τ δέντρο γιτν καρπία του. Σήμερα μως τ δέντρο, στ ποο νεβαίνει  Ζακχαος, χει πρτο κα ραο καρπ τν διο. Κα φυσικ να τέτοιο ραο καρπ δρέπει Κύριος, κατεβάζοντάς τον κα ζητντας του ν Τν φιλοξενήσ στ σπίτι του. Ζακχαος κατανοε πς δν τν γκατέλειψε  Θεός. πόσχεται ν κάν κάτι πο μς σήμερα μς δυσκολεύει, γιατ μς στοιχίζει, καθς μς ποβάλλει στνλεγχο τν δικιν μας· πόσχεται ν μοιράσ τ μισή του περιουσία στος πτωχος κα ν πιστρέψ στ τετραπλάσιο σα πρε μ πάτη. Δηλαδ τί κάνει δ  Ζακχαος; πόσχεται ν «ίξ κάτω τ μοτρα του», πως λέμε στν καθομιλουμένη, ποκαλύπτοντας τ μεγάλο μυστικό, τι κατ τν σκηση τςργασίας του συκοφάντησε κα δίκησε κόσμο. Ποιός τ κάνει ατό; Ποιός πηγαίνει μ χαρ ν π: «ξέρεις, δελφέ, σ κλεψα· ξέρεις, δελφέ, σσυκοφάντησα στς ρχς κα γινα ατία ν σο βάλουν πρόστιμο, γι νεσπράξ στ συνέχεια π ατς τ ναλογον χρηματικ ντίτιμο τν καλν μου πηρεσιν»;  Ζακχαος δν ρκεται σ μία συγγνώμη, δν ρκεται στνπόσχεση τι φεξς δν θ ξαναδικήσ· προχωρ μακρύτερα κα πόσχεται νποδώσ χι πλς τ σα, οτε πλς τ διπλάσια, λλ τ διπλάσια τν διπλασίων. Τετραπλς κατοχυρώνει τν μετάνοιά του.
ταν, λέγει  εαγγελιστής, μικρς τ λικί, δηλαδ μικρς στ σμα. Κιμως νεδείχθη γίγαντας μετανοίας, ατς πο ταν βυθισμένος στς πιόπαίσιες πράξεις.  Χριστς επε: «Δν χουν νάγκη γιατρο ο γιες, λλ οσθενες. Διότι δν ρθα ν καλέσ σ μετάνοια δικαίους, λλ μαρτωλούς».
Τ παράδειγμά του μπορε ν βρ μιμητς στν ποχή μας, που δυστυχς συνάνθρωποί μας βρίσκουν κατάλληλους τρόπους, γι ν ξεφύγουν π τς τύψεις τς συνειδήσεως, γινόμενοι ο διοι τιμωρο τν πράξεών τους, μντέχοντας τν κοινωνικ κατακραυγ γι τς δικες πράξεις τους. κκλησία διακηρύττει πς  μετάνοια,  μπρακτη μετάνοια, ποκαθιστ τς σχέσεις μας μ τν Θε κα τος συνανθρώπους μας, μς παναφέρει στν παράδεισο κα μς προετοιμάζει γι τν πουράνια Βασιλεία. Γι τν κκλησία κανένας μετανοημένος δν καταδικάζεται, σο κι ν μάρτησε.
δελφοί μου,  Χριστς ρθε, γι ν ναζητήσ κα ν σώσ τς πλανεμένες ψυχές μας. κούγοντας σήμερα γι τν θαυμαστ μεταστροφ στ ζω νς μεγάλου μαρτωλος πάρουμε τ θάῤῥος ν νεβομε κι μες στ δική μας συκομουριά, π’ που θ κούσουμε τ γλυκύτατο παράγγελμα το Κυρίου: «σπεύδας, κατάβηθι· σήμερον ν τ οκ σου δε Με μεναι».

π. Στυλιανός Μακρής

Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ )Προσωπικὴ συνάντησι μὲ τὸν Χριστό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ.κ. Ἱεροθέου

Προσωπικὴ συνάντησι μὲ τὸν Χριστό

(Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 27-30


«Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι»(Λουκ. ιθ´5)

.           Ὁ Ζακχαῖος ἱκανοποιώντας τὶς μεταφυσικές του ἀναζητήσεις ἐπεδίωξε νὰ συναντήση τὸν Χριστὸ καὶ Ἐκεῖνος δείχνοντας τὸν σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του τὸν ἐκάλεσε σὲ μία προσωπικὴ συνάντησι: «Ζακχαῖε», τοῦ εἶπε, «κάνε γρήγορα καὶ κατέβα, γιατί σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου».
.        Λίγες σκέψεις θὰ διατυπώσουμε γιὰ τὴν προσωπικὴ συνάντησι μὲ τὸν Χριστό.
.            Ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο εἶναι κυρίως

ἕνα προσωπικὸ γεγονός.

 .          Ὁ Χριστὸς δὲν συναντᾶται μὲ τὴν μάζα, ἀλλὰ μὲ τὰ πρόσωπα, ποὺ εἶναι ἄξια νὰ δεχθοῦν τὴν θεία Του διδασκαλία καὶ νὰ ἀκούσουν τὸ οὐράνιο κάλεσμά Του.
.       Ὁ Χριστὸς εἶναι Πρόσωπο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἄνθρωπος. Ἑπομένως μία προσωπικὴ συνάντησι (πρόσωπο μὲ Πρόσωπο) δημιουργεῖ τὶς κατάλληλες συνθῆκες σωτηρίας. Πράγματι ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ βιώνεται στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς σχέσεως.
.       Ἔκφρασι αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ προφορὰ τοῦ ὀνόματος. Ὁ Χριστὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ ὄνομά του (ποὺ εἶναι πολὺ προσωπικό του) καὶ ὁ ἄνθρωπος καλεῖ τὸν Θεὸ μὲ τὸ ὄνομά Του: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».
.          Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς» φανέρωσε αὐτὴν τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸ ποίμνιό Του, ὅταν εἶπε: «τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτὰ» (Ἰω. ι´ 3). Αὐτὸ τὸ βλέπουμε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Μετὰ τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος τὸν ἐρωτᾶ: «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλεῖον τούτων;» Καὶ ὁ Πέτρος ἀπαντᾶ: «Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε» (Ἰω. κα´ 15). Ἐπίσης τὸ ἴδιο βλέπουμε στὴν περίπτωσι τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς. Ὅταν ὁ Κύριος λέγει «γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;» ἐκείνη νομίζει ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός. Ὅταν ὅμως χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά της «Μαρία», τότε ἐκείνη ἀμέσως ἀναγνωρίζει τὸν Κύριό της καὶ διδάσκαλό της.
.         Ἡ συνάντησι τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ζακχαῖο δείχνει ἀκόμη τὶς πραγματικὲς

 προϋποθέσεις μιᾶς προσωπικς συναντήσεως.

.         Καὶ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση εἶναι ἡ ἔκστασι. Ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ γιὰ νὰ συναντήση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ διαλεχθῆ μαζί του, μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία του. Καὶ ὁ Ζακχαῖος ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν γῆ στὸ δέντρο γιὰ νὰ δῆ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀκούση τὸν θεῖο Του λόγο. Καὶ οἱ δύο ἔκαναν μιὰ ἔξοδο καὶ συναντήθηκαν πραγματικὰ καὶ οὐσιαστικά. Ἰδίως ὁ Ζακχαῖος ἐπέτυχε τὴν προσωπικὴ συνάντησι, γιατί ἔκανε τρέλλες. Δὲν ἦταν λίγο πράγμα, πλούσιος αὐτός, ἀρχιτελώνης μὲ μιὰ κοινωνικὴ θέση νὰ ἀνεβῆ ἐπάνω στὸ δέντρο, γιὰ νὰ δῆ ἕνα Ναζαρηνό. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν καλὴ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν «ἀξιοπρέπειά» του εἶχε συνέπεια τὴν σωτηρία του.
.         Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος συναντᾶται μὲ τὸν Χριστὸ στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς σχέσεως, ὅταν κάνει τρέλλες. Ὅταν δηλ. ἀφανίζει τὴν ψευδαίσθησι τῆς πληρότητας καὶ τῆς αὐτάρκειας, ὅταν παύη νὰ ὑπολογίζη τὴν γνώμη τοῦ κόσμου, καὶ ὅταν ἀναζητᾶ παρθενικὰ καὶ ἀληθινὰ τὸν Χριστό, ἔστω κι ἂν ὅλοι τὸν κοροϊδεύουν, τότε συναντᾶ τὸν Κύριο.
.         Ἡ προσωπικὴ καὶ σωτήριος συνάντησι μὲ τὸν Χριστὸ γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία ποὺ εἶναι τὸ εὐλογημένο καὶ ἔνδοξο Σῶμα Του καὶ κοινωνία προσώπων.
.         Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸ Βάπτισμα δίδει στὸν ἄνθρωπο τὸ ὄνομά του καὶ μὲ αὐτὸ ἔκτοτε τὸν γνωρίζει. Τοῦ δίδει προσωπικὰ τὴν θεία Χάρι καὶ προσωπικὰ τοῦ προσφέρει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Μὲ τὸ ὄνομά του τοῦ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, τὸν στεφανώνει, τὸν χειροτονεῖ Ἱερέα, τοῦ δίδει τὰ θεῖα Δῶρα, δηλ. τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸν συνοδεύει στὴν ἄλλη ζωὴ μὲ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία.
.         Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων, σημαίνει πὼς ἂν θέλουμε τὴν σωτηρία μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν αἰσθανώμαστε, ὡς τὸν χῶρο τῆς προσωπικῆς μας συναντήσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ἐπαφὴ μαζί Του. Ἄλλωστε μὲ τὴν θεία Του Χάρι ἑνούμεθα μαζί Του.
.         Ἄρα δὲν πρέπει νὰ ζοῦμε στὴν Ἐκκλησία σὰν ἄτομα, ἀφοῦ ἡ ἴδια της δὲν θέλει νὰ μιλάη σὲ μάζα καὶ νὰ θεωρῆ τοὺς πιστοὺς σὰν ὄχλο, ἀλλὰ θέλει νὰ μιλάη καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσωπικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως σήμερα ποὺ ὅλοι πασχίζουν νὰ μετατρέψουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἄτομα, σὲ ὄχλο γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν ὅπου αὐτοὶ θέλουν.
.         Πολλοὶ σήμερα κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία ὅτι δὲν κάνει μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο καὶ ἀσχολεῖται μόνον μὲ τὴν λατρεία, ἢ μᾶλλον δίδει προτεραιότητα σ’ αὐτήν. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἔνστασι δείχνει τὴν τρομερὴ ἀδυναμία ποὺ ἔχουν νὰ προσπελάσουν στὸν λυτρωτικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία κάνει μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο. Διαθέτει ἄφθονη κοινωνικὴ ἐργασία. Καὶ μόνον ἕνας ἀντικειμενικὸς ἐρευνητὴς μπορεῖ αὐτὸ νὰ τὸ διαπιστώση. Ἐπίσης μπορεῖ νὰ διαπιστώση ὅτι τὴν κάνει σωστὰ καὶ ἀληθινά. Ἐν τούτοις ὅμως, παρὰ τὴν μεγάλη κοινωνικὴ ἐργασία, ἀποφεύγει νὰ καταγίνεται μόνο μὲ αὐτή, γιὰ νὰ ξεπεράση τὸν μεγάλο πειρασμὸ νὰ μαζοποιήση τοὺς ἀνθρώπους. Ἐργάζεται περισσότερο προσωπικά, μὲ τὴν ἐξομολόγησι, τὶς προσωπικὲς σωτήριες συναντήσεις, παρὰ «κοινωνικά», ὅπως τὸ ἐννοῆ ὁ κόσμος, γιατί πολλὲς φορὲς μὲ τὴν κοινωνικὴ ἐργασία καταστρέφεται τὸ πρόσωπο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἁπλῶς ἕνα νούμερο, ἕνας ἀριθμός, ὁπότε χάνεται ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Οἱ στατιστικὲς ἔρευνες γιὰ τοὺς πτωχούς, τοὺς γέροντας κλπ. ἢ ἡ συλλογικὴ προσφορὰ ἐργασίας (οἰκοτροφεῖο μὲ τόσα παιδιὰ ποὺ τρῶνε, πίνουν κλπ.) μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐργαζόμαστε κοινωνικά, ὅμως τὶς περισσότερες φορὲς δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ἐργασθοῦμε φιλάνθρωπα. Εἶναι προτιμότερο νὰ δώσουμε στὸν ἄλλον τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ ἀσφάλεια, παρὰ νὰ περιορίζουμε τὸ ἔργο μας σὲ ἐξωτερικὲς προσφορές.
.         Καταλήγοντας λέμε πὼς εἶναι ἀνάγκη στὶς κρίσιμες ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε νὰ θεωροῦμε τὴν Ἐκκλησία σὰν κιβωτὸ τῆς προσωπικότητος καὶ ὄχι σὰν ὑπουργεῖο κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν, σὰν κιβωτὸ σωτηρίας καὶ ὄχι σὰν αἴθουσα διαλέξεων καὶ συζητήσεων. Τότε σὰν τὸν Ζακχαῖο θὰ ἀπολαύσουμε τὴν σωτηρία μας.

Ο δρόμος της σωτηρίας μας Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ



Οι  περικοπές της Αγίας Γραφής αυτής της Κυριακής που έχει επιλέξει η Εκκλησία μας να μελετήσουμε, αποβλέπουν στην πνευματική μας οικοδομή και στην εν Χριστώ σωτηρία μας. Η Αποστολική περικοπή από την Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (7,26-8,2) αναφέρεται στην μοναδικότητα του Ιησού Χριστού, ως του μόνου Αληθινού Θεού, που πραγματοποιεί την Σωτηρία του Ανθρωπίνου Γένους. Η Ευαγγελική Περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Λουκά (19,1-10) αναφέρεται στην ειλικρινή μετάνοια του ανθρώπου, ως μέσον που οδηγεί τον εαυτόν του, με τη χάρη του Θεού, στην εν Χριστώ σωτηρία του.
Έτσι στην Αποστολική Περικοπή βλέπουμε ποιός προσφέρει την Σωτηρία μας, που είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Στην Ευαγγελική Περικοπή βλέπουμε πως εμείς οι άνθρωποι, σε προσωπικό επίπεδο, μπορούμε να πετύχουμε αυτή τη σωτηρία που προσφέρει σε μας ο Ιησούς Χριστός.
Έτσι, μέσα από την ειδική αναφορά του Ευαγγελιστού Λουκά στην Ιστορία του Ζακχαίου, έχουμε ένα ζωντανό παράδειγμα, το οποίο οφείλουμε να μιμηθούμε, εάν πράγματι θέλουμε κι εμείς να σωθούμε από τις αμαρτίες μας και να γίνουμε μέτοχοι της Βασιλείας του Θεού.
Ο Ζακχαίος, αν και ήταν ένας μεγάλος αμαρτωλός, εντούτοις όταν έδειξε ειλικρινή μετάνοια, εσώθηκε.
Είναι γνωστόν ότι στην εποχή του Χριστού, κατά τον πρώτο αιώνα, οι Ρωμαίοι, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, αντί να μαζεύουν οι ίδιοι τους φόρους από τους λαούς που είχαν υποδουλώσει βίαια με τη δύναμη των όπλων, έδιναν το δικαίωμα αυτό σε οποιονδήποτε τους έδινε περισσότερα. Αυτοί λοιπόν, ήσαν οι γνωστοί Τελώνες, οι οποίοι προσπαθούσαν με τη σειρά τους να κερδίσουν διπλάσια απ’ όσα θα πλήρωναν στους Ρωμαίους τυρράνους τους. Καταλαβαίνετε όμως την άδικη εκμετάλλευση, που γινόταν σε βάρος του λαού, διότι κι οι μεγάλοι Τελώνες, οι Αρχιτελώνες, έπρεπε να δώσουν το δικαίωμα της συλλογής φόρων σε άλλους περιφερειακούς συναδέλφους τους, κι αυτοί με τη σειρά τους επεδίωκαν πάλι να κερδίσουν περισσότερα χρήματα σε βάρος του λαού. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει παντού η φτώχεια, η κοινωνική αδικία κι η μιζέρια. Πωλούσαν την περιουσία και τα σπίτια των φτωχών ανθρώπων για ασήμαντα ποσά, ή ακόμη για μικρά κι ασήμαντα χρέη, πολλοί έχαναν την ελευθερία τους και εγίνοντο σκλάβοι. Η απελπισία κι η απόγνωση κυριαρχούσε παντού. Το επίσημο κράτος εστήριζε και τροφοδοτούσε την κάθε λογής κοινωνική αδικία, διότι οι φορείς του ήσαν άνθρωποι διεφθαρμένοι, που εσυμπεριφέροντο απάνθρωπα. Αυτοί οι ολίγοι πλούσιοι ζούσαν σε βάρος του  φτωχού λαού. Αυτή η κοινωνική αδικία καταδικάστηκε ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια από τον Ιησού Χριστόν.
Ο Απόστολος Λουκάς θεώρησε ότι, το περιστατικό με τον Αρχιτελώνη Ζακχαίο, έχει σχέση και με τη δική μας σωτηρία. Γι’ αυτό και το κατέγραψε στο Ευαγγέλιό του.
Πρώτα απ’ όλα βλέπουμε στο πρόσωπο του Ζακχαίου, ενός μεγάλου αμαρτωλού, να υπάρχει η δυνατότητα της σωτηρίας. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα για μας.
Πρώτον, αν θεωρούμε ότι κάποιος ανάμεσά μας είναι μεγάλος αμαρτωλός, όπως οι Αρχιτελώνες, πρέπει να προσευχόμαστε για την μετάνοιά του και τη σωτηρία του. Γι’ αυτό κι άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, στην σχετική του επιστολή τονίζει «καλύπτει πλήθος αμαρτιών η ενέργειά μας να καταφέρουμε να οδηγήσουμε κάποιον κοντά στο Χριστόν»
Δεύτερον, αν πάλι αισθανόμαστε οι ίδιοι ότι είμαστε αμαρτωλοί πρέπει να δείξουμε την ίδια μετάνοια που έδειξεν κι ο Ζακχαίος και νάμαστε τότε σίγουροι ότι μπορούμε να σωθούμε, με τη χάρη του Χριστού, όπως κι ο Ζαγχαίος.
Σε μας εναπόκειται να προσέλθουμε με πραγματική μετάνοια κοντά στους κληρικούς μας για να εξο-μολογηθούμε τις αμαρτίες μας, τις αδικίες μας και τα σφάλματα μας, στηρίζοντας εκεί που μπορούμε το φιλανθρωπικό και Ιεραποστολικό έργον της Εκκλησίας μας.
Η Εκκλησία μας, μας περιμένει με πολύ αγάπη να μας προστατέψει, γιατί είμαστε τα αγαπημένα της παιδιά. Κι αν υπάρχουν μερικοί που μας πικράνουν, όπως αυτοί που διαμαρτυρήθησαν γιατί ο Ιησούς Χριστός πήγε στο σπίτι ενός αμαρτωλού, αυτό δεν θα μας πτοήσει να συνεχίσουμε με πίστη στο Θεό το θεάρεστο διακονικό έργον μας, για το καλό όλων μας, τόσο στον κόσμο αυτό, όσο και στον μέλλοντα, στην αιώνιο Βασιλεία των Ουρανών.

«ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, ΕΦΟΡΟΛΟΓΗΘΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ» Λόγος τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ἰκονίου

Λόγος το γίου μφιλοχίου, πισκόπου κονίου

«Ες τν Ζακχαον»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 439 καὶ ἑξῆς.

.             Τίποτα δὲν παρακινεῖ τόσον τὴν ψυχὴ πρὸς εὐφροσύνην, ὅσον ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀποχὴ τῶν κακῶν, ὁ δρόμος τῆς μετανοίας καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐξομολογήσεως. Ὅθεν καὶ σήμερα ὁ Δαυὶδ ἐμακάριζεν αὐτοὺς τῶν ὁποίων συνεχωρήθησαν οἱ ἁμαρτίες, φανερώνοντας τὴν φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, καὶ συγχρόνως προπαρασκευάζοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ προστρέξουν στὴν μετάνοια. «Μακάριοι», λέγει, «ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι». Ὅποιος λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ αἰσθανθῆ σὰν τὴν πόρνην καὶ τὸν τελώνην, ἂς τρέξη στὶς ἀκένωτες πηγὲς τῆς σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν χωρὶς μετάνοια νὰ λάβη κανεὶς τὴν λύση τῶν κακῶν, οὔτε νὰ ἐπιτύχη τὸν μακαρισμόν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι Προφήτης ἢ Ἀπόστολος ἢ καὶ Εὐαγγελιστής. Πράγματι ὅλοι ἀπὸ τὴν ἰδίαν πηγὴ ἔχουν ἀντλήσει. Μεταξὺ τῶν Προφητῶν ὁ ἴδιος ὁ Δαυίδ, ὁ ὁποῖος καὶ μετὰ τὴν μοιχείαν παραμένει Προφήτης, μὲ τὴν Χάριν Ἐκείνου ποὺ τὸν συνεχώρησε. Ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας ἔχει «τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας» μετὰ τὴν ἄρνησιν, ὁ δὲ ἄλλος κατέστη Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μετὰ τὴν δίωξη, μετατρέποντας τὸν ἰουδαϊκὸν ζῆλον σὲ εὐαγγελικὸν τρόπο. Καὶ μέσα στὰ Εὐαγγέλια ἐγνώρισα σωζόμενον τελώνην, ὄχι μόνο τὸν Ματθαῖον, ἀλλὰ μαζὶ μ’ αὐτὸν καὶ ἄλλους δύο. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, προσευχόμενος καὶ κτυπώντας τὸ στῆθος του ὅπου ὑπῆρχε ὁ θησαυρὸς τῶν κακῶν, καὶ μὴ τολμώντας νὰ σταθῆ στὸν ναὸ μὲ τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα ὑψωμένα, ὄχι μόνον ἐδικαιώθη, ἀλλὰ καὶ ἐστεφανώθη, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν Φαρισαῖον. Καὶ σημερινς Ζακχαος, φο νέβη στ δένδρον, που πολλς φορς εχε σταθεγι ν κατασκοπεύη μ το διαφύγη κάποιος μπορος κα μείνει φορολόγητος, τώρα πρόσεχε μ το διαφύγη παρατήρητος  μπορος το ορανο κα τς γῆς,  ποος εχε μέσα το τν συλον θησαυρν τς Βασιλείας τν Ορανν..         Γιὰ νὰ μὴ συγχέωμεν ὅμως τὶς ἱστορίες τῶν τελωνῶν μεταξύ τους, ἂς διαπραγματευθοῦμε σήμερα, ἐὰν νομίζετε, καὶ ἂς ἐξετάσωμε λεπτομερέστερα τὴν ὑπόθεση μόνον τοῦ Ζακχαίου. «Εἰσελθὼν» ὁ Ἰησοῦς, λέγει, «διήρχετο τὴν Ἱεριχώ. Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ οὗτος ἦν ἀρχιτελώνης». Δὲν μνημονεύει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὴν Ἱεριχὼ χωρὶς λόγον, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰπῆ ὅτι ἕνας Τελώνης ἐφιλοξένησε στὸν οἶκο του τὸν Θεόν. Ἦταν ἀπίστευτο τὸ πράγμα. Γι᾽ αὐτὸ ἀναφέρει πρῶτα τὴν πατρίδα, γιὰ νὰ μᾶς ὑπομνήση τὴν πόρνην Ραάβ, καὶ ἔτσι νὰ μᾶς φανῆ παράδοξος ἡ μεταστροφὴ τοῦ Ζακχαίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἀνέφερε τὴν Ἱεριχώ. Νὰ φέρωμε στὸν νοῦ μας τὴν πόρνην Ραάβ, καὶ νὰ συγκρίνωμε τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας αὐτῶν τῶν δύο. Ὅπως δηλαδὴ ἡ Ραάβ, ἡ πόρνη, ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ὡς κατάσκοπο καὶ τὸν ἔκρυψε, ἔτσι καὶ ὁ Ζακχαῖος, ὁ τελώνης, ἐδέχθη καὶ ἔθρεψε στὸν οἶκο του τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, τὸν κατάσκοπο τῆς διανοίας μας. Ἐκείνη ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν λαὸ στὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Αὐτὸς δέχεται τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγη στὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Ἐκείνη ἐδέχθη τὸν παλαιὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος κατηδάφισε τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς. Αὐτὸς ἐδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος κατεδάφισε τῶν Ἰουδαίων τὸν ναόν, διότι ὁ ἴδιος εἶπεν ὅτι «οὐ μὴ μείνῃ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται». Ἡ πόρνη ἐδέχθη τὸν Ἰησοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε διὰ μέσου του Ἰορδάνου τὸν λαὸν «εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι». Ὁ τελώνης ἐδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε διὰ τοῦ Βαπτίσματος τοὺς πιστοὺς ὅπου «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Ἡ Ραὰβ ἐδέχθη ἐκεῖνον τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἐξήγαγε τὸ σταφύλι ἀπὸ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ Ζακχαῖος ὑπεδέχθη τὸν ἀληθινὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν ληστὴν στὸν Παράδεισο. Ἔχει ὅμως καὶ κάποιο ἄλλο μυστικὸν νόημα ἡ πόλις, κρυμμένο μέσα στὴν πηγή της. Ἡ πηγὴ τῆς Ἱεριχοῦς ἦταν κάποτε μητέρα τῆς στειρώσεως, τροφὸς τῆς ἀκαρπίας, ἐπειδὴ τὸ νερό της ἦταν ἐλαττωματικόν. Ἐνῶ εἶχε τὸ ρεῖθρον ἀχανὲς καὶ ἔρεε ἀθόρυβα σὰν λάδι, οἱ προσερχόμενοι περιωρίζοντο μόνο νὰ τὴν βλέπουν καὶ ἀναχωροῦσαν διψασμένοι. Διότι δὲν ἦταν ἀκίνδυνος γι’ αὐτοὺς ἡ πόσις. Ἐπρόκειτο πράγματι περὶ ὕδατος ὀλεθρίου. Τὸ κάλλος τῆς πηγῆς παρακινοῦσε τοὺς περαστικοὺς νὰ σπεύσουν γιὰ νὰ πιοῦν, ὅμως ὁ φόβος τῆς βλάβης ἀνέκοπτε τὴν προθυμία τους. Ὅθεν, ἐπειδὴ ἡ πηγὴ ἔρεε ματαίως, οἱ περίοικοι, ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπήγαιναν ἐκεῖ, ἐγόγγυζαν ἀπὸ τὴν δίψα ποὺ τοὺς προκαλοῦσε ὄχι ἡ ἀνυδρία ἀλλὰ ἡ θέα τῶν ὑδάτων. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος αὐτὸ τῆς δίψης, παρεπονοῦντο ἀγανακτισμένοι καὶ ἀπευθύνοντο πρὸς αὐτὴν λέγοντας: «Τί ρέεις ματαίως, ὢ πηγή; Θὰ ἤσουν καλλιτέρα ἂν δὲν φαινόσουν, ἂν εἶχες κρυφθῆ στὰ ὄρη καὶ στὶς ἄμμους καὶ στὶς ἐρημίες, ὅπου δὲν θὰ εἶχες πολλοὺς μάρτυρες τοῦ κακοῦ». Καὶ γιατί τὸ νερὸ δὲν ἦταν πόσιμον; Ἐπειδὴ ἐνέκρωνε τὰ σώματα ὅσων τὸ ἔπιναν. Ἂν ἔπινε ἄνδρας, δὲν ἐγίνετο πατέρας, οὔτε γυναίκα ἐγίνετο μητέρα, διότι ἔχανε τὴν χάρη τῆς μητρότητος. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἡ γῆ ποὺ ἐδέχετο αὐτὸ τὸ νερό, ἠρνεῖτο τὴν συνήθη βλάστησή της, καὶ οἱ εὔσκιοι φοίνικες μὲ τὴν τόσην χάρη τοὺς ἐξεδύοντο τὴν στολὴ τῶν φύλλων καί, γιὰ νὰ τὸ εἰποῦμε μὲ ἕνα λόγον, ὀ,τιδήποτε εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ ἔλθη σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ νερὸν αὐτό, ἐρημώνετο. Τοιαύτη ἦταν ἡ πηγή, ὅταν περιήρχετο παλαιὰ τὴν Ἱεριχὼ, ἕως ὅτου ἦλθεν ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος, ἐπῆρε ἁλάτι καὶ τὸ ἔρριψε στὴν πηγή, καὶ ἔτσι ἐζωοποίησε τὰ ὕδατα. «Τάδε λέγει Κύριος», ἀναφέρει ἡ Γραφή. «ἴαμαι τὰ ὕδατα ταῦτα». Αὐτὰ λέγει ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε, ὅταν ὁμιλῆ, τὸν λόγο του τὸν κάνει ἔργο: «Νὰ μὴ προέλθη πλέον ἀπὸ σᾶς ἄγονος καὶ στείρα», εἶπε, καὶ τὸ νερὸ μετεβλήθη, καὶ οἱ γαστέρες ἄρχισαν νὰ ὠδίνουν, καὶ ἡ γῆ νὰ βλαστάνη, καὶ οἱ ἄμπελοι νὰ θάλλουν, καὶ ἡ ἐλαία νὰ ἐπιδεικνύη τὴν ἰδικήν της χάρη. Καὶ ἔτσι οἱ περίοικοι συμφιλιώθησαν μὲ τὴν πηγή τους, καὶ ἐνῶ παλαιὰ πολεμοῦσαν καὶ ἐπολεμοῦντο, τώρα τὴν ποθοῦσαν καὶ τὴν ἐπεσκέπτοντο.
.         Κάτι σπουδαῖον ὅμως θέλει νὰ εἰπῆ τὸ αἴνιγμα τῆς πηγῆς. Αὕτη ἡ πηγή, ποὺ ἔρρεεν ἀφθόνως καὶ παλαιὰ ἔδιδε ἄχρηστο καὶ ἄγονο νερό, ἦταν προτύπωσις τῆς Ἐκκλησίας.
.        Πράγματι, πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστόν, κάθε θρησκεία ἦταν τόσον ἀσεβὴς ὥστε, ἂν κάποιος ἄνδρας ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς της, ἔχανε ἀκόμη καὶ τὴν ἰδιότητα νὰ εἶναι ἄνθρωπος, καὶ ἀπὸ τὴν συμπλοκήν του μὲ τὰ εἴδωλα ἠρνεῖτο τὴν λογικὴν φύση τῆς ψυχῆς. Ἡ δὲ γυναίκα δὲν ἐγίνετο μητέρα ἀρετῶν, δὲν ἔτικτε βλαστήματα σωφροσύνης, οὔτε ἀνέβλυζε τὸ λευκὸν τῆς εὐσεβείας γάλα. Ἐνῶ ὅμως αὐτὴ ἦταν ἡ κατάστασις τῆς πηγῆς, ἦλθεν ὁ Κύριος, καὶ ἀφοῦ ἔβαλε μέσα της ὡς ἅλας τοὺς Ἀποστόλους, ἔκαμε τὰ ὕδατά της εὔγευστα καὶ πόσιμα. Καὶ ὅτι ἦσαν ἅλας οἱ Ἀπόστολοι, ἄκου τὸν Χριστὸν ποὺ λέγει πρὸς αὐτούς: «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ ἅλας τῆς γῆς». Ἡ στείρα καὶ ἄγονος, ὅταν μετέλαβε ἀπὸ τὰ ἅλατα τῶν Ἀποστόλων, ἔγινε πολύγονος, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης…
.         Ἦλθε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχώ, ἡ πηγὴ κοντὰ στοὺς ποτιζομένους ἀπὸ τὴν πηγήν, ἡ πολυδύναμος χάρις πρὸς τὴν πολυδένδρο καὶ πολύρρυτον πόλιν. «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης». Διπλὸ τὸ κακόν, ὅτι καὶ ἠσχολεῖτο μὲ ἄδικον τέχνη, καὶ ὅτι ἦταν ἀρχηγὸς τῶν κακῶς ἀσχολουμένων μὲ αὐτήν. Ὄχι μόνον ἠμάρτανε, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν εὐθύνη γιὰ ὅ,τι κακὸν ἔκαμαν οἱ ἄλλοι. Ἀπέκλειε τὶς λεωφόρους γιὰ τοὺς ὁδοιπόρους, καὶ τοὺς ὑπεχρέωνε νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν παράπλευρον δρόμο τῆς ἀδικίας του. Οὔτε τοὺς ληστὰς ἐμιμεῖτο, ὅταν παρεμόνευε τοὺς διερχομένους, οὔτε ἀνέμενε τοὺς ὁδοιπόρους ἀπὸ ζῆλον φιλοξενίας, ἀλλά, ἔχοντας ὡς νόμο τὴν ἀδικίαν, ἐφορολογοῦσε τοὺς ξένους κόπους, μιμούμενος τὴν ἄσπλαγχνον ἀδηφαγία τῶν κηφήνων. Ὅπως δηλαδὴ οἱ κηφῆνες τρυγοῦν τὸν κάματο τῶν μελισσῶν χωρὶς νὰ συμμετέχουν στοὺς κόπους των, ἔτσι καὶ οἱ τελῶνες κάθονται ἀργόσχολοι στὰ σταυροδρόμια καὶ ληστεύουν τοὺς κόπους τῶν ξένων ὁδοιπόρων.
.         Κάποιος ἔπλεε στὴν θάλασσα, ἔδωσε μάχες μὲ τὶς τρικυμίες, ἐπολέμησε μὲ τοὺς ἀνέμους, διέσχισε μεγάλο καὶ ἀνυπότακτον πέλαγος, καὶ ὁ Ζακχαῖος ἔσπευδε νὰ τοῦ ἀφαιρέση τὸ κέρδος μὲ τὴν φορολογία. Ἄλλος ἦταν βοσκὸς καὶ ταλαιπωρεῖτο ἀπὸ τὴν ξηρασία καὶ τὸν καύσωνα, συζοῦσε μὲ τὶς βροχές, τὰ χιόνια καὶ τὴν πάχνη, καὶ εἶχε ὡς καλύβη τὶς προεξοχὲς τῶν βράχων, τροφή του τὸ τυρὶ καὶ τὸ γάλα, καὶ ἔνδυμα ἀκατέργαστο τὸ δέρμα τῶν προβάτων. Ἔπεσε ὅμως ὁ πτωχός, ὁ ἀγροῖκος αὐτὸς ποὺ ἔχει ὡς κατοικία του τὰ ὅρη, στὰ χέρια τοῦ Ζακχαίου, ὁ ὁποῖος ἀπεδεκάτισε τὰ ζῶα του, τν λήστευσε νομίμως, χωρὶς ξίφος τὸν ἔσφαξε. Παίρνει ὁ δράστης τὸ μαχαίρι του, καὶ τὸ αἱμόφυρτον ἀποκομμένο μέλος καὶ ἀπομακρύνεται μὲ ἀναισθησία, γιὰ νὰ ἀποφύγη τὴν δυσφορία τοῦ πάθους, ἀφήνοντάς τον ἀπὸ ἀνούσιο πτωχεία πληγωμένο νὰ ἀποθάνη, ἀφοῦ πονᾶ μέχρι θανάτου. Δν φεύγει  ψυχή του παξ δι παντός,λλ θνήσκει σιγ σιγ κα συνεχς. Κα γι ν τ επ συντόμως, τόσοννεπιθύμητος ταν  Ζακχαος γι τος μπόρους, τος δοιπόρους, τος βουκόλους κα τος βοσκούς, σον τ πόρθητα φρούρια γι τος στρατιτες, ο φαλοι γι τος πλοιάρχους κα ο ποπτες κινήσεις γι τος πολεμιστάς..         Ὅμως αὐτός, ὁ ὁποῖος τόσην μανίαν ἐδείκνυε γιὰ τὴν παράλογο συλλογὴ τῶν χρημάτων, ζητοῦσε τώρα νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦν, καὶ δὲν ἠμποροῦσε. Τὸν ἠμπόδιζε τὸ μικρό του ἀνάστημα καὶ τὸ βάρος τῆς ἀδικίας. Τελικὰ ὅμως θεραπεύει τὸ μειονέκτημα τοῦ ἀναστήματος μὲ τὴν συνετήν του ἔμπνευση. Τρέχει ἐνωρίτερα καὶ ἀνεβαίνει σὲ κάποιαν συκομορέα, καὶ κρύπτεται μέσα στὸ πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ὅτι βλέπει χωρὶς νὰ φαίνεται, ἐπειδὴ ἐνόμιζε ὅτι θὰ διαφύγη τῆς προσοχῆς τοῦ Παντογνώστου. Τ διο παθε κα αμορροοσα, νομίζοντας τι θ κλέψη τν ησον, ὁ ποος ρέσκεται σπαρόμοιες περιπτώσεις ν κλέπτεταιἈλλὰ ἐκείνη τουλάχιστον ἐπλησίασε καὶ ἤψατο τῶν ἱματίων του, ἐνῶ αὐτὸς ἔφθασε τὸν Χριστὸν ἀπὸ μακριά, διὰ μέσου τῆς πίστεως. Ἀνεβαίνει λοιπὸν στὸ δένδρο, θεραπεύοντας τὰ κακὰ ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Ὁ ἕνας πλανᾶται ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐνῶ ὁ ἄλλος σώζεται ἀπὸ τὸ δένδρον, ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἰδῆ τὸν Θεόν. Διότι ὅταν ἤκουσε ὅτι κάνει πολλὰ καὶ παράδοξα θαύματα, καὶ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σώματα θεραπεύει καὶ τὶς ψυχές, καὶ ἀπὸ τὶς μὲν ψυχὲς ἀφαιρεῖ τὶς ἁμαρτίες, στὰ δὲ σώματα χαρίζει τὴν ἀπάθειαν, ἐπεθύμησε νὰ τὸν ἰδῆ, αὐτὸν ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τὰ πάντα στοὺς πάντες, καὶ συλλογίζετο μέσα του: «Ποῖος νὰ εἶναι ἄραγε αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ποὺ καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλοὺς καὶ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες ὅσων τοῦ τὸ ζητοῦν; Πῶς μοιάζει ἄραγε, πῶς νὰ εἶναι ἡ μορφή του; Ἄραγε τὰ γνωρίζει ὅλα; Ἔχει ἄραγε ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἀπόντων, ἢ μόνον τοὺς λογισμοὺς αὐτῶν ποὺ εἶναι κοντά του ἐξετάζει; Ἄραγε ἀνιχνεύει ὡς Θεὸς τὰ νοήματα τῆς καρδίας καθενός; Πῶς λοιπὸν θὰ τὰ μάθω ὅλα αὐτά; Ποῖος θὰ μοῦ τὰ διδάξη; Ποῖος ἄλλος; Ἡ προσωπικὴ πείρα, αὐτὴ εἶναι διδάσκαλος γιὰ ὅλα. Θὰ ἀνέβω στὸ δένδρο, καὶ θὰ καλυφθῶ ἀπὸ τὸ πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι καὶ ἔτσι μαθαίνω ἂν ἠμπορῶ νὰ σωθῶ. Ἐὰν ἀντιληφθῆ τὴν κίνησιν αὐτὴ τῆς ψυχῆς μου, τότε θὰ μάθω ὅτι ἐξαλείφει καὶ τὴν ἁμαρτία τῆς ψυχῆς μου. Μὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο θὰ καταλάβω ὅτι γνωρίζει τὰ κρυπτὰ τῶν λογισμῶν. Ἐὰν μὲ ἰδῆ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν συνωστισμό, καὶ ὄχι μόνον μὲ ἰδῆ ἀλλὰ ἀνακαλύψη καὶ τῆς ψυχῆς μου τὸν ἔρωτα, θὰ προτιμήσω νὰ τὰ ἀπορρίψω ὅλα γιὰ νὰ βρῶ τὸ ἕνα. Θέλω νὰ μιμηθῶ τὸν Ματθαῖο. Καὶ ἐκεῖνος τελώνης ἦταν ὅπως ἐγώ, ὅμως δὲν προσέτρεξε αὐθαιρέτως, ἀλλὰ προσεκλήθη ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ ὑπήκουσε. Ὁ Ματθαῖος, φαντάζομαι, καθὼς εἶδε τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἐνόμισεν ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ὁδοιπόρους. Ἐβαθούλωσε τὶς παλάμες καὶ ἄνοιξε, ὡς συνήθως, τὶς ἀγκάλες του, ἕτοιμος νὰ ἁρπάξη. ντ μως ν φορολογήση, πως θελε, τν Χριστόν, φορολογήθη π ατόνκαὶ ὄχι μόνον φαινομενικῶς, ἀλλὰ προσφέροντας ὅλον του τὸν ἑαυτόν. Πράγματι, τὴν στιγμὴ ποὺ ἤκουσε «ἀκολούθει μοι», ὑπερέβη τὴν κλίση μὲ τὴν προθυμία του, τρέχοντας ὅσον ἠμποροῦσε γρηγορότερα πίσω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν προσείλκυσε. Ἐὰν λοιπὸν προσκαλῆ καὶ τελῶνες, καὶ ὄχι μόνον προσκαλεῖ, ἀλλὰ καὶ δικαιώνει, δὲν μὲ βλάπτει ἡ σωρεία τῶν παρελθόντων μου κακῶν. Διότι, ἂν ὁ Ἐλισσαῖος, ρίπτοντας ἁλάτι στὴν πηγή μας, μετέβαλε σὲ γόνιμο τὸ ἄγονο νερό της, ὁπωσδήποτε καὶ αὐτός, ἂν ἁλατίση μὲ τὴν χάρη τὴν ψυχή μου, θὰ τὴν διεγείρη πρὸς καρπογονίαν ἀρετῆς.
.         Καθὼς ἐσυλλογίζετο αὐτὰ «ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀναβλέψας εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι». χεις νεβε στδένδρον ς τελώνης, κατέβα π τ δένδρον ς φιλόθεος. Κατέβα π τ ξύλον ατ στν γ, γι ν νεβς δι το σταυρο πρς τν ορανόν. νλθες σ’ να δένδρον, π τος νθρώπους κρυπτόμενος, νέρχεσαι δι το σταυροστος γγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπὸν «κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Ὤ, τί ἀνέκφραστη χάρις! Τί ἀπερίγραπτος φιλανθρωπία! Δὲν θὰ εἶναι πλέον ἀκάθαρτος ὁ οἶκος τοῦ τελώνου. Κάθε κακὸ θὰ ἀποδράση ἀπὸ αὐτόν, διότι ὅπου φιλοξενεῖται ὁ Ἰησοῦς, τὰ πάντα μεταβάλλονται πρὸς τὸ καλλίτερον. «Ζακχαῖε», λέγει, «σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκω σου δεῖ με μεῖναι». Τί νὰ εἴπω; Παράδεισος ἔγινε ἡ οἰκία τοῦ τελώνου. Ὅ,τι βλέπω στὴν περίπτωση τοῦ ληστοῦ, τὸ ἴδιο καὶ τώρα στὸν Ζακχαῖον. Εἶπε στὸν ληστὴ «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ Παραδείσω», καὶ συγχρόνως τὸν παρέλαβε ἀπὸ τὸ ξύλο καὶ τὸν ἔβαλε στὸν Παράδεισον. Εἶπε στὸν Ζακχαῖο. «Σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», καὶ συγχρόνως τὸν ἔλαβε μαζί του καὶ εἰσῆλθε, κάνοντας τὸν οἶκο του Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὸν Παράδεισο…
.         Καθὼς ὅμως παρακολουθοῦσαν τὰ γενόμενα οἱ ἀπόγονοι ἐκείνων ποὺ παλαιὰ ἀγανακτοῦσαν καὶ παρεπονοῦντο γιὰ τὴν πηγήν, οἱ ἄγευστοί της θείας δυνάμεως καὶ ἀγαθότητος, σὰν νὰ ἐλυποῦντο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀρχιτελώνου, ἐγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ὅτι «παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθεν καταλύσαι». Ὤ, ἐργάτες τῆς καταφρονήσεως, καὶ γεωργοὶ τῆς ραθυμίας! Σεῖς τί εἶσθε, δίκαιοι ἢ ἁμαρτωλοί; Δὲν εἶσθε μοχθηρότεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους; Πῶς λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε καὶ ἐσκήνωσε μεταξύ σας; Πῶς ἐγεννήθη μεταξύ σας, ἀνετράφη, ἀνδρώθη, ἔπιεν, ἔφαγε; Γιατί λοιπὸν παραβλέπετε τὰ ἰδικά σας τραύματα, καὶ ἀνιχνεύετε τὰ πταίσματα τοῦ πλησίον; Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, γιατί ἄλλοτε λέγετε τὸν Χριστὸν ἁμαρτωλόν, καὶ ἄλλοτε δίκαιον; Ὅταν ἐθεράπευσε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, τὸν ἀπεκαλέσατε ἁμαρτωλό, λέγοντας «δὸς δόξαν τῷ Θεῶ. Ἡμεῖς γὰρ οἴδαμεν ὅτι ἁμαρτωλὸς ἐστίν», ἐπειδὴ λύει τὸ Σάββατο. Τώρα ποὺ ἦλθε κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τοῦ τελώνου, τὸν διασύρετε ἐνώπιον ὅλων ὡς μὴ δίκαιον, διότι συντρώγει ἀναξίως μὲ ἁμαρτωλούς. Ἂν θεραπεύση τυφλόν, τὸν λέγετε ἁμαρτωλόν, ἂν συμφάγη μὲ ἁμαρτωλοὺς τὸν διασύρετε, ὅτι συντρώγει ἀναξίως μὲ ἁμαρτωλούς. Τί λοιπόν; Νὰ μὴ θεραπεύση τυφλὸν τὸ Σάββατο, γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ἁμαρτωλός; Νὰ μὴ φάγη μὲ τελῶνες, γιὰ νὰ θεωρηθῆ δίκαιος; Γιατί τὸν κατηγορεῖτε; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ ἔπρεπε νὰ τεθῆ τὸ φῶς, παρὰ σὲ μέρος σκοτεινό; Ποῦ ἔπρεπε νὰ ἔλθη ὁ ἰατρός; Νὰ μὴ προστρέξη σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑποφέρουν; «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλὰ οἱ κακῶς ἔχοντες». Ποῦ ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῆ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ; Ὄχι πρὸς τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ λάβη τὸ φορτίο τους ἐπάνω του, νὰ τοὺς ἐλαφρύνη, καὶ ἔτσι νὰ τοὺς καταστήση ἱκανοὺς γιὰ τὰ ὑψηλότερα; Ματαίως τὸν κακολογεῖτε. Ἔχει ἐκπληρωθῆ σὲ σᾶς αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη, ὅτι «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς (σᾶς προλαμβάνουν δηλαδὴ) εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
.         «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον. Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς” καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Τώρα ποὺ ἔχω δεχθῆ στὸν οἶκο μου ἐσὲ τὸν προστάτη τῶν πτωχῶν, δὲν ἀνέχομαι πλέον νὰ ἀδικῶ τοὺς πτωχούς, δν μ κατέχει πλέον φόβος μήπως δν συλλέξω χρήματα, φο φιλοξένησα ατν πο χαρίζει τν πλοτον τν κένωτον. Δὲν παραμονεύω πλέον τοὺς ὁδοιπόρους, ἀφοῦ συνήντησα στὸν δρόμο τῆς ζωῆς μου τὸν Ὕψιστον Θεόν, ποὺ κατέβη στὴν γῆ μὲ μορφὴν ἀνθρώπου, γιὰ νὰ χαρίση ἀμνηστεία καὶ νὰ σχίση τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας…
.         Μολονότι ὅμως εἶναι ὁ ὄντως πλούσιος, ἔζησε ὡς πτωχός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ζακχαῖος ἔλεγε «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, σὺ δὲ οὐκ ἔχεις ποὺ τὴν κεφαλὴν κλίνη». Ἂς χαθοῦν οἱ ἐπίσημες αὐλὲς καὶ τὰ προαύλια, οἱ οἰκοδομικὲς μεγαλουργίες, οἱ λαμπροὶ καὶ περιφανεῖς οἶκοι. Ἀντὶ ὅλων αὐτῶν μόνον τν κένωτον πλοτο τς πτωχείας σου ζητ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀδυνατῶ νὰ διηγηθῶ ἐπαξίως τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς τοῦ Ζακχαίου, ἂς ἀφήσωμε τὸν λόγο στὸν πλούσιον σὲ ἀρετὲς Πατέρα, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήση στὴν καρδία τοῦ καθενός. Στὸν φιλόξενον ἁρμόζει νὰ διηγῆται τὶς ἀρετὲς τοῦ φιλόξενου, πρὸς αἴνεσιν μὲν αὐτοῦ, στηριγμὸν δὲ ἰδικόν σας καὶ στέφανον τῆς Ἐκκλησίας, τιμὴν δὲ τοῦ Χριστοῦ «ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς


ΠΗΓΗ: «Ἄλλη Ὄψις» (ἀπὸ orp.gr -«ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»)

Ανακάλυψη-Αποκάλυψη τoυ Αρχιμ.Χρυσόστομου Χρυσόπουλου


Το κύριο πρόσωπο του αυριανού ευαγγελίου είναι  τελώνης και πλούσιος, παράνομος σ΄όλα του. Είχε εξουσιοδότηση να εισπράττει φόρους για το κράτος,χωρίς να ορίζεται  συγκεκριμένο ποσό και μέχρι πού θα έφτανε η απαίτηση.Εκείνος είχε κάνει το καθήκον κλοπή,την εργασία εκβιασμό και την αρμοδιότητα πλουτισμό.  Όλα μέχρι την ώρα που ανταμώθηκε με τον Κύριο.Tότε ανακαλύπτει τον Σωτήρα  και τον αποκαλύπτει Εκείνος.Για μία ακόμη φορά θα φανεί αύριο ότι, η Καινή Διαθήκη είναι  κείμενο θεόπνευστο,  πάντα επίκαιρο και μας αφορά όλους.
  Ο Ζακχαίος που θα συναντήσουμε αύριο υποσχέθηκε όσα απαιτούν τα αιτήματα των συγκεντρώσεων, αυτα που ζητούν τα συνθήματα των διαδηλώσεων των πολιτών σ’ όλη  την χώρα και που λένε: ‘’ΦΕΡΤΕ ΠΙΣΩ ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ’’. Μ΄έναν λόγο του απεκατέστησε ηθικά και οικονομικά όλους όσους αδίκησε,έκλεψε,συκοφάντησε. Είχε μετανιώσει,το έδειξε αληθινά. Με την συμπεριφορά του αυτή έδωσε την απάντηση-λύση στο οικονομική κρίση που μαστίζει τον τόπο μας.
  Οι λάθος στο παρελθόν επιλογές κάποιων έφεραν την χώρα μας και τους πολίτες της σε απόγνωση,ανεργία,ανέχεια,αυτοκτονία. Η παροχολογία και τα σκάνδαλα έγιναν οι αιτίες ώστε το μέλλον του τόπου να είναι υποθηκευμένο και να φαίνεται αβέβαιο και ζοφερό.Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντικατέστησαν το συμφέρον από το ενδιαφέρον, την εξουσία από την διακονία,το χειροκρότημα από το τόλμημα. Ήρθε όμως ώρα που οι πάντες και τα πάντα φανερώθηκαν και συναντήθηκαν με την πραγματικότητα,όπως ο Ζακχαίος με την αλήθεια, τον Χριστό.Μπορούν άρα οι αίτιοι της φτώχειας μας να τον μιμηθούν στις  αποφάσεις του και να τον ακολουθήσουν στην μετάνοιά του,αφού και στις ατιμίες έπραξαν ότι και αυτός.
   Ταυτόχρονα παρατηρούμε τον Κύριο όταν θέλει να επαινέσει το καλό ,το κάνει ονομαστικά  (φτωχός Λάζαρος,Ιάειρος ,Ζακχαίος κ.ά).Όταν όμως αναφέρεται  σε αμαρτωλές περιπτώσεις το κάνει ανώνυμα (άφρων πλούσιος,πλούσιος νεανίσκος κ.ά.). Θέλει με τον τρόπο Του να στηλιτεύσει την αμαρτία και όχι τον αμαρτωλό και παράλληλα προκαλεί τον καθένα μας να ψάξει και να βρει την θέση που του ταιριάζει βάσει των πεπραγμένων του και να μετανιώσει έμπρακτα  και ειλικρινά,όπως ο Ζακχαίος του αυριανού ευαγγελίου.Εμείς βέβαια εύκολα και επώνυμα κρίνουμε ονόματα και καταστάσεις,σπάνια και ανώνυμα συγχαίρουμε πρόσωπα και γεγονότα.


  Όσο υπάρχει ειλικρίνεια και φιλότιμο,τόσο θα υπάρχει και ώρα αλλαγής. Χάθηκαν τα όνειρα, κλάπηκαν οι συνειδήσεις,εξαφανίστηκε η αξιοπρέπεια.Η συναίσθηση του Ζακχαίου μπορεί να γίνει στάση ζωής και  αντίσταση διαρκείας στην διαφθορά. Οι πάντες μπορούν να βρούν τον δρόμο τους και τον τρόπο τους,να επιστρέψουν τα κλεμμένα. Σ’ αντίθετη περίπτωση υπάρχει κρίση και μνήμη.

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ» ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡ. ΙΕ´ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιθ΄ 1-10)«Ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν…»

Κυριακή ΙΕ Λουκά Τα χαρακτηριστικά του γνήσιου εκκλησιαστικού ηγέτη (Α΄ Τιμ.4,9-14) του Ιωάννη Καραβιδόπουλου


Η αποστολική περικοπή της Κυριακής προέρχεται από τις Ποιμαντικές επιστολές του Απ.Παύλου και ακριβέστερα από την Α΄προς Τιμόθεον 4,9-15. Είναι σε Νεοελληνική μετάφραση η ακόλουθη: «9Παιδί μου Τιμόθεε, αυτό που λέω είναι αλήθεια κι αξίζει να γίνει πέρα για πέρα αποδεκτό. 10Κι εμείς γι' αυτό υπομένουμε κόπους και ονειδισμούς, γιατί στηρίξαμε την ελπίδα μας στον αληθινό Θεό, που είναι σωτήρας όλων των ανθρώπων κι ιδιαίτερα των πιστών.11Αυτά να παραγγέλλεις και να διδάσκεις. 12 Κανείς να μη σε καταφρονεί που είσαι ακόμη νέος. Αντίθετα, να γίνεις υπόδειγμα για τους πιστούς με το λόγο, με τη συμπεριφορά σου, με την αγάπη, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητα. 13 'Ωσπου να έρθω, συγκέντρωσε την προσοχή σου στην ανάγνωση των Γραφών, στις συμβουλές και στη διδασκαλία. 14 Μην αφήνεις αχρησιμοποίητο το χάρισμα που έχεις και που σου δόθηκε όταν ύστερα από υπόδειξη των προφητών της εκκλησίας σε χειροτόνησαν οι πρεσβύτεροι. 15 Αυτά να έχεις στο νου σου, μ' αυτά να ασχολείσαι, ώστε η πρόοδός σου να είναι φανερή σ' όλα».
Στην περικοπή αυτή ο ιερός συγγραφέας δίνει συμβουλές στον Επίσκοπο της Εφέσου και στενό συνεργάτη του ήδη από τη Β΄ιεραποστολική περιοδεία του Τιμόθεο, ο οποίος σε νεαρή ηλικία είχε αναλάβει υπεύθυνο ποιμαντικό έργο στην Εκκλησία. Ας παρακολουθήσουμε με τη σειρά τις προτροπές που περιέχονται στο ανάγνωσμα:
1. Ο κόπος και ο ονειδισμός (χλεύη,εξευτελισμός) είναι συνυφασμένα με το έργο του αποστόλου και του κάθε εκκλησιαστικού ηγέτη στη συνέχεια, ο δε Παύλος πολύ συχνά αναφέρεται στους κόπους και τις ταλαιπωρίες που συνεπάγεται το ευαγγελιστικό έργο που όμως δεν καταβάλλουν τον εργάτη του Ευαγγελίου (βλ.π.χ. Α΄Κορ.4,7-15. Β΄Κορ.6,1-10), διότι έχει την ελπίδα του στηριγμένη στον «ζώντα Θεό», ο οποίος είναι  «σωτήρας όλων των ανθρώπων κι ιδιαίτερα των πιστών». Ο τίτλος «σωτήρ» που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας προέρχεται μεν από την ιστορία του λαού του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, ο οποίος γνώρισε τις συνεχείς σωτηριώδεις επεμβάσεις του Θεού στις δύσκολες στιγμές της πορείας του, την εποχή όμως που χρησιμοποιείται σε ορισμένες  επιστολές της Καινής Διαθήκης, ιδίως στις λεγόμενες Ποιμαντικές (τελευταίες δεκαετίες του Α΄αιώνα μ.Χ.) δίνει μια ηχηρή απάντηση στους «σωτήρες» της περιρρέουσας πολιτικής και θρησκευτικής ατμόσφαιρας του Ελληνορωμαϊκού κόσμου: Σωτήρες δεν είναι οι αυτοκράτορες, έστω κι αν έμειναν στην ιστορία με τον χαρακτηρισμό αυτό (π.χ. Πτολεμαίος ο Σωτήρ) ούτε οι θεότητες των μυστηριακών λατρειών της εποχής. Και οι μεν και οι δε διέψευσαν τις ελπίδες των υπηκόων και λάτρεων. Η Εκκλησία χρησιμοποιώντας για τον Κύριο Ιησού Χριστό τον τίτλο Σωτήρ (π.χ.Λουκ. 2,11. Ιω 4,42. Πράξ. 5,31. Φιλιπ.3,20.  Α΄Τιμ.1,1.2,3.Τιτ. 1,3.Β΄Πέτρ 1,1 κ.ά.) δίνει την απάντηση στις διαψευσμένες ελπίδες των ανθρώπων, ότι «από κανέναν άλλο δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία ούτε υπάρχει άλλο πρόσωπο κάτω από τον ουρανό δοσμένο στους ανθρώπους με το οποίο να μπορούμε να σωθούμε» (Πράξ, 4,12).
2. Ο συγγραφέας της επιστολής προτρέπει τον παραλήπτη να γίνει το πρότυπο και υπόδειγμα των πιστών, μη φοβούμενος ότι το νεαρόν της ηλικίας του μπορεί να αποτελεί εμπόδιο. Ο ηγέτης δεν επιβάλλεται και δεν προκαλεί τον σεβασμό όταν είναι «γέροντας», αλλ’ όταν αποτελεί υπόδειγμα για τους πιστούς με τον λόγο του, τον ενθαρρυντικό και οικοδομητικό, με την άψογη συμπεριφορά του, με τη θυσιαστική του αγάπη που τον διακρίνει από κάθε άλλον κοσμικό ηγέτη, με την πνευματική του ζωή, με την πίστη, με την αγνότητά του (στίχ. 12 του αναγνώσματος).
3. Ιδιαίτερα επιμένει ο ιερός συγγραφέας στην ανάγκη συνεχούς αναγνώσεως των Γραφών, από τις οποίες αντλεί υποδείγματα πίστης και θυσιαστικής αγάπης. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επανειλημμένα στις ομιλίες του τονίζει την ωφέλεια από την ανάγνωση των Γραφών. Γράφει: «Η ανάγνωση των θείων Γραφών μοιάζει με κάποιον θησαυρό. Όπως από εκείνον ακόμη και μικρό ψήγμα αν μπορέσει κανείς να πάρει, προσπορίζεται πλούτο για τον εαυτό του, το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία Γραφή: ακόμη και σε μια μικρή λέξη μπορεί να βρει πολλή δύναμη νοημάτων και μεγάλο πλούτο» (PG 53,32). Άλλωστε η Αγία Γραφή, καθώς διαποτίζει όλη τη λειτουργική και πνευματική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει ιδιάζουσα σημασία και για τη ζωή του κάθε πιστού ξεχωριστά.
Τέλος, 4. δίδεται έμφαση από την περικοπή στο χάρισμα που έχει ο ηγέτης και που προέρχεται από τη χειροτονία του, χάρισμα που είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Η διατήρηση του χαρίσματος δεν είναι αυτονόητη ούτε στατική αλλά δυναμική και επιτυγχάνεται με τη διαρκή προσπάθεια, αν βέβαια θέλει ο ηγέτης να μην αποβεί απλώς διοικητικό όργανο αλλά να είναι ζωντανό πρότυπο ζωής.   Τούτο σημαίνει ότι είναι δυνατή η έκπτωσή του εκ της καταστάσεως του Πνεύματος αλλά βεβαίως και η επάνοδός του σ΄αυτήν. Το αυτό ισχύει και για κάθε πιστό.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἂν καὶ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴν συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.

Ἀπόσπασμα  ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,σελ. 179-180 ἑπ.

Κυριακή ΙΕ Λουκά Η θεραπεία της αμαρτίας π.Αλέξιος Αλεξόπουλος



Μια έντονη εσωτερική σύγκρουση φαίνεται να ζει ο Ζακχαίος. Από τη μία ήθελε να συναντήσει το Χριστό, αλλά από την άλλη φοβόταν μήπως ο Χριστός δεν τον δεχθεί. Έτσι, δεν τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Χριστό και να του εκφράσει την επιθυμία του, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι. Η ζωή και τα έργα του τον είχαν απομακρύνει από το Θεό και ταυτόχρονα γνώριζε πως είχε γίνει αντιπαθείς και στους συμπολίτες του.
Έχοντας ακούσει για τον Χριστό, τον ξεχωριστό αυτό άνθρωπο του Θεού, θέλησε να τον γνωρίσει, η συνείδηση όμως της αμαρτωλότητός του δεν τον άφηνε να τον πλησιάσει. Φοβόταν την απόρριψη, την ενδεχόμενη τιμωρία για τις έως τώρα παραβάσεις του Νόμου του Θεού. Έτσι, ανεβαίνει σε ένα δέντρο για να μπορεί αυτός να δει, να αποκομίσει μια εικόνα του Χριστού, να λάβει ενδεχομένως ένα σημάδι για το αν μπορεί να πλησιάσει το Χριστό. Και ο παντογνώστης Θεός βλέπει το Ζακχαίο και εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά τον ψυχογραφεί και του λέει: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Και ο Ζακχαίος πλέον πολεμά την αμαρτία του κατά μέτωπο, χτυπά τη ρίζα, εκβάλει το πάθος, σηκώνει το σταυρό του (σταυρός είναι ό,τι κάνουμε για να ακολουθήσουμε το νόμο του Θεού) και μοιράζει την περιουσία του επιστρέφοντας ό,τι έχει αδικήσει. Προχωρά στην πραγματική μετάνοια και αλλαγή, όχι ζητώντας απλά συγχώρεση από το Θεό για να ικανοποιήσει τις ψυχολογικές ανάγκες του και να αποκοιμίσει τη συνείδησή του, αλλά θεραπεύοντας την αρρώστια του με το σωστό φάρμακο. (η φιλαργυρία δεν θεραπεύεται με τη νηστεία, αλλά με την ελεημοσύνη).
Είθε κει μεις να συνειδητοποιήσουμε τα δικά μας λάθη και ν δείξουμε πραγματική μετάνοια
π. Αλέξιος Αλεξόπουλος

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...