Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 20, 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21-6-2015 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κηφισίας

ΚΥΡΙΑΚΗ 21-6-2015


Σήμερα ἀκούσαμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ μᾶς λέει: Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε ἐπειδὴ πιστέψαμε, οἱ σχέσεις μας μὲ τὸ Θεὸ ἀποκαταστάθηκαν μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς μας ὁδήγησε μὲ τὴν πίστη στὸ χῶρο αὐτῆς τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία εἴμαστε στεριωμένοι, καὶ καυχιόμαστε γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς μας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Μὰ δὲ σταματᾶ ἐκεῖ ἡ καύχησή μας· καυχόμαστε ἀκόμα καὶ στὶς δοκιμασίες, ἐπειδὴ ξέρουμε καλὰ πὼς οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στὴν ὑπομονή, ἡ ὑπομονὴ στὸ δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ὁ δοκιμασμένος χαρακτήρας στὴν ἐλπίδα. Κι ἡ ἐλπίδα τελικὰ δὲν ἀπογοητεύει. Μαρτυρεῖ γι’ αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς δόθηκε γέμισε καὶ ξεχείλισε τὶς καρδιές μας. Γιατί ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο ποὺ ἤμασταν ἀκόμα ἀνίκανοι νὰ κάνουμε τὸ καλό, πέθανε γιὰ μᾶς, τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, στὸν προκαθορισμένο καιρό. Δύσκολα θὰ ἔδινε κανεὶς τὴ ζωή του ἀκόμα καὶ γιὰ ἕνα δίκαιο ἄνθρωπο. Ἴσως ἀποφάσιζε κανεὶς νὰ πεθάνει γιὰ κάποιον καλὸ ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ὅμως ξεπερνώντας αὐτὰ τὰ ὅρια ἔδειξε τὴν ἀγάπη του γιὰ μᾶς, γιατί, ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στὴν ἁμαρτία, ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ μᾶς. Τώρα, λοιπόν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν κατάδικη, μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πολὺ περισσότερο ὁ ἴδιος θὰ μᾶς σώσει κι ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή. Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροὶ μὲ τὸ Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ· πολὺ περισσότερο τώρα ποὺ συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θὰ μᾶς χαρίσει τὴ σωτηρία.
Στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε, ἐπειδὴ πιστέψαμε σ’ Αὐτὸν καὶ οἱ σχέσεις μας ἀποκαταστάθηκαν μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν μᾶς ὁδήγησε, μέσα ἀπὸ τὴν πίστη μας, στὸ χῶρο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ χαιρόμαστε γιὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζουμε, γιατί μέσα ἀπὸ αὐτὲς ὁδηγούμαστε στὴν ἐλπίδα, στὴ σωτηρία. Μᾶς τονίζει ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή Του. Ὁ Θεὸς ξεπέρασε τὰ ὅρια καὶ ἔδειξε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ μᾶς, μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν κατάδικη μὲ τὴ μεσολάβηση τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸ Θεό. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θέμα τῆς καταλλαγῆς εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν χριστιανική μας πίστη. Καταλλαγὴ σημαίνει συμφιλίωση. Ἡ συμφιλίωση ἢ καταλλαγὴ εἶναι τὸ ὅλο σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν ἀρχίζει μόνο μὲ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θυσία Του, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος , ἀλλὰ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχή, μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Ἡ καταλλαγὴ εἶναι ἕνα ζητούμενο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος κάνει τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Βλέπουμε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ διάθεση νὰ συγχωρεῖ συνεχῶς τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ μάλιστα ἀποστέλλει τὸ διάκονο τῆς καταλλαγῆς, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἴτε σὲ μορφὴ περιστερᾶς ἢ καὶ ἀργότερα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ Του, γιὰ νὰ καταφέρει αὐτὴ τὴ συμφιλίωση. Τὸ ζήτημα τῆς καταλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ ἀπασχόλησε ἑρμηνευτικὰ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοδώρητος γράφει ὅτι μὲ τὸ Θεὸ ὑπήρξαμε «ἐκπεπολεμώμενοι», δηλαδὴ ἤμασταν σὲ κατάσταση πολέμου. Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἔτρεφε καὶ δὲν τρέφει ἐχθρικὰ συναισθήματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἁμαρτωλός. Ἀγαπᾶ ἁμαρτωλοὺς καὶ δίκαιους καὶ δὲν παύει νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Πῶς ὅμως καταλήγουμε νὰ εἴμαστε ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ πρὶν τὴν καταλλαγή; Ὁ ἁμαρτωλὸς τρόπος τῆς ζωῆς μας, μᾶς καθιστᾶ ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἁμαρτία διώξαμε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴ ζωή μας, ἡ ἁμαρτία δὲ μᾶς ἄφηνε νὰ ὑψωθοῦμε πνευματικά. Πῶς, ὅμως, ἄλλαξαν τὰ πράγματα καὶ βρισκόμαστε συμφιλιωμένοι μὲ τὸ Θεό; Ὁ Σταυρωμένος καὶ Ἀναστημένος Χριστὸς παραδόθηκε ἑκουσίως στὸ θάνατο γιὰ τὴν συμφιλίωσή μας μαζί Του. Μὲ τὸ θάνατό Του ὁ Χριστὸς νίκησε τὴν ἁμαρτία καὶ χάρισε σ’ ἐμᾶς τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἄρα καὶ τὴν καταλλαγή μας μὲ τὸ Θεό. Αυτός ποὺ ἔφερε τὴν καταλλαγὴ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὁ Χριστός, μὲ τὸ πάθος καὶ τὴ θυσία Του χάρισε σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Αν σκεφτοῦμε τὴ θυσία ποὺ ἔκανε γιὰ μᾶς ὁ Θεός, θὰ δοῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς εἶναι ἀπροϋπόθετη. Ἀγάπη χωρὶς ὅρους, χωρὶς προϋποθέσεις, ἐνῶ ἐμεῖς, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦμε θέτουμε ὅρους. Ο Κύριος τονίζει: «Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατά σου, ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρον σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθῶν πρόσφερε τὸ δῶρον σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον» (Ματθ.5, 23-24). 
    Ὁ Θεὸς δὲν λογαριάζει τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ προσφέρεται μπροστὰ στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον μας. Ἂς διακοπεῖ, λέει, ἡ λατρεία μου, γιὰ νὰ ὑπάρξει συμφιλίωση μὲ τὸν ἀδελφό σου. Εἶναι δηλαδὴ ἰσοδύναμη ἡ λατρεία πρὸς τὸ Θεό, μὲ τὴ συμφιλίωση πρὸς τὸν ἀδελφό μας καὶ ἐμεῖς τὸ θεωροῦμε ἀκατόρθωτο, γιατί ἡ ἁμαρτία ποὺ ὑπάρχει στὴ ζωή μας, ποὺ ἦταν καὶ ἡ αἰτία ποὺ μᾶς καθιστοῦσε ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ καταλλαγὴ μὲ τὸ συνάνθρωπό μας καὶ κατ’ ἐπέκταση μὲ τὸ Θεό.

Η Σέλφη και η Χάρυβδη


Ιδού το «ευρωπαϊκό» μέτωπο που σε κοιτά κατάφατσα και αναρωτιέσαι αν μπορείς να κάνεις τελωνειακή σύνδεση με την Ανταρκτική και να ενταχθείς στην Πολυνησιακή συμμαχία...

Η φωτό ελήφθη στην πλατεία Συντάγματος που μετά βίας χώρεσε την ένταση των συναισθημάτων που προκαλούν στα ευαίσθητα στομάχια οι διπλοπενιές της...
μνημονιακής κομπανίας αλλά και το δέος που νιώθεις ενώπιον τούτων των μορφών!



Ιδού (ακριβώς από πάνω) και η βερσιόν η συριζιάνικη που σου θυμίζει τον Στράτο Διονυσίου να άδει το «ζητώ ακρόαση Θεού και αλλαγή πλανήτη».

Από την Κική και την Κοκό δεν θα διαλέξω. Ευχαριστώ, έχω δυσανεξία και στην Σέλφη και στην Χάρυβδη.
πηγή

Κυριακή Γ' Ματθαίου π. Χερουβείμ Βελέτζας

Ματθ. 6, 22-33  

Την περασμένη Κυριακή είδαμε ότι ο Χριστός περιμένει από όλους μας να Τον ακολουθήσουμε, εγκαταλείποντας ει δυνατόν τα πάντα, ακόμα και τους ίδιους μας τους συγγενείς, αν είναι απαραίτητο. Και ίσως κανείς αναρωτηθεί “μα πώς θα ζήσουμε, αν αφήσουμε τα πάντα;” την απάντηση μας τη δίνει σήμερα ο ίδιος ο Κύριός μας, μέσα από το απόσπασμα της επί του Όρους Ομιλίας Του που μας μεταφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Τα μάτια του ανθρώπου, μας λέει, είναι ο λύχνος δηλαδή το φως του σώματός του. Επομένως, αν τα μάτια του είναι φωτεινά, όλο το σώμα του είναι φωτεινό. Αντίθετα, αν τα μάτια είναι σκοτεινά, όλο το σώμα είναι σκοτεινό. Αληθινά, αναρωτιέται, αν το φως του σώματός μας είναι σκοτάδι, τότε το σκοτάδι πώς μοιάζει; Με τα λόγια αυτά θέλει να μας τονίσει ότι αν όντως ενδιαφερόμαστε να φωτίσουμε την ύπαρξη και τη ζωή μας, θα πρέπει να αφήσουμε πίσω οτιδήποτε αντιστρατεύεται στο θέλημα του Θεού, ότι οφείλουμε να μεριμνήσουμε για τον πνευματικό μας κόσμο και να μη φορτώνουμε τη ζωή μας με μέριμνες περιττές και ανούσιες. Και για να το καταστήσει πιο σαφές, συνεχίζει λέγοντας ότι δεν μπορεί να δουλεύει κανείς σε δύο κυρίους, στον Θεό και στον μαμμωνά. Ή τον ένα θα αγαπήσει και τον άλλο θα μισήσει, ή θα υπακούσει στις επιταγές του ενός και θα καταφρονήσει τον άλλο. Με τον όρο “μαμμωνά” υπονοεί ο Κύριος τόσο τον ίδιο το διάβολο και τα έργα του σκότους, όσο και τις βιοτικές μέριμνες, οι οποίες αποσπούν την προσοχή μας από τη μελέτη και εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Γι αυτό σας λέω, συνεχίζει, μη μεριμνάτε και μην απασχολείτε την ψυχή σας με το τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, ούτε το σώμα σας, με το τι θα ντυθείτε. Στα αλήθεια, η ψυχή δεν είναι παραπάνω από την τροφή και το σώμα από την ενδυμασία; κοιτάξτε τα πουλιά, δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν, δεν αποθηκεύουν σε αποθήκες, και ο Πατέρας σας ο επουράνιος τα τρέφει. Δε νομίζετε ότι διαφέρετε τόσο πολύ από αυτά, ώστε ο Θεός να σας σκέφτεται ακόμα περισσότερο; ποιος μπορεί, όσο κι αν μεριμνήσει, να προσθέσει μια πιθαμή στο ύψος του; Και για την ενδυμασία σας τι αγωνιάτε; πάρτε μάθημα από τα κρίνα του αγρού, που δεν υφαίνουν ούτε γνέθουν, κι όμως είναι ντυμένα πιο λαμπρά κι από τον Σολομώντα. Αν επομένως ο Θεός ντύνει τόσο όμορφα τα αγριόχορτα, που σήμερα είναι και αύριο, σαν ξεραθούν, καίγονται στον κλίβανο, πόσο περισσότερο δεν θα ενδιαφερθεί για σας, ολιγόπιστοι; Μην μεριμνάτε λοιπόν, λέγοντας τι θα φάμε; ή τι θα πιούμε;ή τι θα ντυθούμε; διότι ο Πατέρας σας ο επουράνιος γνωρίζει τις ανάγκες σας. Αλλά να επιζητείτε πρώτα τη Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του, και όλα τα άλλα θα σας δοθούν. Ο Χριστός χρησιμοποιεί το παράδειγμα των άγριων πουλιών και λουλουδιών, που είναι εφήμερα κι όμως επιβιώνουν με την πρόνοια του Θεού, για να καταδείξει ότι ο άνθρωπος, που ως έλλογο ον έχει μεγαλύτερη αξία και σημασία, δεν μπορεί παρά να ελκύει και το ενδιαφέρον και την πρόνοια του Θεού. Γι αυτό και αποκαλεί ολιγόπιστους όλους εκείνους που θέτουν ως προτεραιότητα στη ζωή τους την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών. Η υπέρμετρη ενασχόληση με την εξασφάλιση της καθημερινής τροφής, με τα ενδύματα και με τα υλικά αγαθά, περιέχει τον κίνδυνο της εγκατάλειψης ή της περιφρόνησης του Θεού, σύμφωνα με τα όσα μας είπε ο Χριστός στην πρώτη συνάφεια της σημερινής περικοπής. Δείχνει έλλειμμα πίστεως, έλλειμμα εμπιστοσύνης στην αγάπη και στην πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο. Αν ο Θεός έστειλε τον Υιό Του τον μονογενή στον κόσμο, με σκοπό να θεραπεύσει και να αναστήσει τον έσω άνθρωπο, θα αφήσει άραγε κανέναν να χαθεί από έλλειψη των στοιχειωδών αγαθών; Κι όμως, στην καθημερινότητά μας λησμονούμε αυτή τη μεγάλη αλήθεια. Θεωρούμε τους εαυτούς μας πιστούς χριστιανούς, και παρόλα αυτά αναλώνουμε όλο το χρόνο μας στο κυνήγι των υλικών αγαθών, στην ικανοποίηση των βιοτικών μας αναγκών και μόνο. Οι συνθήκες του σύγχρονου τρόπου ζωής και οι συγκυρίες των τελευταίων ετών επιτείνουν αυτή τη μονοσήμαντη αγωνία μας και μας απορροφούν κάθε ικμάδα σωματική και ψυχική. Και όσο εξαρτάμε την ευτυχία μας από τα υλικά και τα γήινα, τόσο οι δυσκολίες της ζωής μάς οδηγούν σε όλο και μεγαλύτερη απελπισία και απόγνωση. “Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού”. Αυτή είναι η απάντηση του Χριστού, αυτή είναι η μόνη προοπτική για να ξεφύγουμε από τα απελπιστικά δεσμά του μαμμωνά, στον οποίο έχει υποδουλωθεί η ύπαρξή μας. Αυτή είναι η μόνη διέξοδος από κάθε ανθρώπινη κρίση, ιδιαίτερα σήμερα. Όσο κι αν αγωνιζόμαστε χωρίς Θεό, η ζωή μας και οι κοινωνίες μας θα σκοτεινιάζουν. Ας στραφούμε, επομένως, στην αναζήτηση του Θεού, ας Τον εμπιστευτούμε, και θα φροντίσει Εκείνος για τα υπόλοιπα
πηγή

ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΑΙΣΧΟΣ ΝΑ ΑΦΗΝΕΤΕ(ΑΦΗΝΟΥΜΕ)ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΤΣΟΛΙΑΔΕΣ ΝΑ ΒΡΩΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ-Ο ΛΑΟΣ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΤΑΞΕΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΑΥΛΙΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ



Αξίζει προσοχής ένας λαός που ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορές και πρακτικές χωρίς αντίδραση ; Μην μας αρχίσετε το παραμύθι περί δημοκρατίας, γιατί εμείς είμαστε με το …αγγλικό δίκαιο.
Κάλεσμα με σκοπό νέα συγκέντρωση για την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διοργανώνεται για ακόμη μια φορά μέσω των social media για την Δευτέρα 22 Ιουνίου στο Σύνταγμα, στις 19:30 στο περιθώριο διεξαγωγής της έκτακτης Σύνοδου Κορυφής για την Ελλάδα.
Η πρώτη διαδήλωση υπό το σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη» πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος χθες Πέμπτη με μεγάλη συμμετοχή.

Tο μήνυμα που καλεί τους πολίτες στην συγκέντρωση είναι το εξής:

«Πολίτες της Αθήνας,

Την Δευτέρα πραγματοποιείται μια ακόμα Σύνοδος Κορυφής στην Ευρώπη η οποία θα είναι καθοριστική για την χώρα μας. Η κλεψύδρα αδειάζει και το καράβι Ελλάδα πλησιάζει ακυβέρνητο στα βράχια. Οι χειρότεροι φόβοι μας καθημερινά τείνουν να γίνουν πραγματικότητα.

Η μεγαλειώδης συγκέντρωση των πολιτών της Αθήνας την περασμένη Πέμπτη, μας έδειξε το δρόμο. Δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό. Να βγούμε στους δρόμους και στις πλατείες πολλοί περισσότεροι, να βροντοφωνάξουμε και πάλι “Μένουμε Ευρώπη”.

Να το βάλουν καλά στο μυαλό τους όσοι επεξεργάζονται σχέδια Grexit, δραχμής και μετατροπής της χώρας μας σε νησίδα “δημοκρατίας” σταλινικού τύπου.

Εμείς οι πολίτες που απαιτούμε να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρώπη και στο Ευρώ, που απαιτούμε να παραμείνει μέλος της μεγάλης Δημοκρατικής Κοινότητας, πρέπει να είμαστε και πάλι στο Σύνταγμα την Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015 και ώρα 19:30 κρατώντας μόνο Ελληνικές και Ευρωπαϊκές σημαίες και τις σφυρίχτρες μας.

Η Πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στους πολίτες και όχι σε κόμματα. Είναι ευπρόσδεκτοι να βοηθήσουν όλοι ανεξαιρέτως».

Οι θεραπαινίδες των γερμανών οι πασοκονεοδημοκράτες-ποταμίσιοι ΔΟΣΙΛΟΓΟΙ, στο Σύνταγμα με ό,τι πιο ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ, , παρασιτικό, θρησκόληπτο, αμόρφωτο, πελατειακό, λαμογίστικο, μισθοφορικό, ανθρώπινο ευρω-σκουπίδι έχει ο τόπος!

Μαζί με τους αυλοκόλακές τους θα παρελάσει στο Σύνταγμα όλο το νεοφιλελεύθερο-φασιστικό καννιβαλικό σκυλολόι που κυριολεκτικά ΚΑΤΕΔΙΔΕ στην Τρόικα προς κατεδάφιση τα εργασιακά, ασφαλιστικά, πολιτικά και κάθε είδους δικαιώματα που κέρδισε ο λαός με τόσο αίμα και αγώνες για πολλά χρόνια….

Θα αφήσουμε να κοπρίσει το Σύνταγμα όλο το ΠΡΟΔΟΤΑΡΙΟ του γερμανοδοσιλογικού-ντόπιου κατεστημένου, από το σχιζοφρενή ελ-λαδέμπορα μπουμπούκο ως το Μίχαλο… το Σύνταγμα;
 Το ΜΑΚΕΛΕΙΟ συμφωνεί απόλυτα με το ixnos.blogspot που φιλοτεχνει το θέμα(εξ ου και το ομώνυμο αναρτητέο)
Aντί οι δοσίλογοι, και οι ρουφιάνοι τους να είναι έντρομοι, χωμένοι στις τρύπες τους, μαγάρισαν το Σύνταγμα για λογαριασμό των τοκογλύφων και θέλουν να το επαναλάβουν.
Μαγάρισαν μαζί με το Σύνταγμα τα αναρίθμητα θύματα της μνημονιακής σφαγής, ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ: 10.000 αυτόχειρες, 17.700 άστεγοι (μόνο στην Αττική), 1.500.000 επίσημοι άνεργοι, 1.000.000 απλήρωτοι εργαζόμενοι, 300.000 νεομετανάστες, τα 4/5 της κοινωνίας στα όρια της εξαθλίωσης…
Ας αποφασίσει ο καθένας μόνος του αν θα ανεχθεί ξανά να τρώει ο ίδιος, ο λαός του κι η ιστορία του τις φτυσιές των ευρωλάγνων…

Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου Ἢ τον ενα ἢ τὸν ἄλλο «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (Ματθ. 6,24)+Mητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος


Ἢ τον ενα ἢ τὸν ἄλλο

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»
(Ματθ. 6,24)
ΕΙΝΕ, ἀγαπητοί μου, εἶνε τόσΚαλεσμα copyο καθαρὰ τὰ λόγια ποὺ λέει σήμερα ὁ Κύριος, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τὰ ἑρμηνεύσῃ κανείς. Μᾶς καλεῖ νὰ κάνουμε μιὰ ἐκλογή. Νὰ διαλέξουμε ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο.
Ποιός εἶνε ὁ ἕνας; Τὸ ἀκοῦμε κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν». Καὶ ὁ ἄλλος ποιός εἶνε; Ὤ τὸν βρωμερό, ὤ τὸν ἀκάθαρτο, ὤ τὸν ἀπαίσιο, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν μισοῦμε περισσότερο ἀπὸ ὁ,τιδήποτε στὸν κόσμο!
Εἴδατε πόσο ἀγανακτοῦμε, ὅταν μιὰ γυναίκα ἔχει ἄνδρα θαυμάσιο καὶ τὸν ἀφήνῃ καὶ σμίγῃ μὲ ἄλλον, βρωμερὸ καὶ τρισάθλιο; Ἀλλὰ τὸ ἁμάρτημα τῆς γυναικὸς αὐτῆς εἶνε μικρὸ μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ ποὺ κάνουμε ἐμεῖς, ὅταν ἀφήνουμε τὸν ὡραῖο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκλέγουμε – ποιόν; Τὸν διάβολο, τὸ «μαμωνᾶ», τὸν χειρότερο δηλαδὴ διάβολο, ἐκεῖνον ποὺ ἔχει …χρυσᾶ κέρατα.
Καὶ ὅμως ὁ Κύριος μᾶς τὸ λέει καθαρά· Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε στὸ Θεὸ καὶ στὸ μαμωνᾶ. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἔχετε δυὸ ἀφεντικά. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἔρχεστε ἐδῶ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ νὰ φιλᾶτε ἀράδα ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ ν᾿ ἀνάβετε κεριά, κι ὅταν βγῆτε ἔξω νὰ προσκυνᾶτε τὸ διάβολο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε χριστιανοὶ ἐδῶ, καὶ ἔξω εἰδωλολάτρες. «Οὐδεὶς δύναται», λέει, «δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει» (Ματθ. 6,24).
―Τότε, ἀφοῦ Θεὸς καὶ κόσμος εἶνε ἀσυμβίβαστα κι ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε μέσα στὶς πολιτεῖες μὲ τὸ Θεό, πρέπει νὰ πάρουμε τὰ βουνὰ καὶ νὰ γίνουμε μοναχοί, γιὰ νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας.
Δὲν λέει αὐτό, ἀδελφοί μου, τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀπόδειξις οἱ ἀπόστολοι, ποὺ δὲν πῆγαν στὰ βουνά, ἀλλὰ καὶ τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι. Ὅλοι αὐτοὶ ἄκουσαν τὸ «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν».
―Μά, θὰ μοῦ πῆτε, γιατί εἶνε τόσο ἀσυμβίβαστα ὁ Θεὸς καὶ ὁ κόσμος;
Διότι δὲν ὑπάρχει τρίτος δρόμος. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ δρόμος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ δρόμος τοῦ Κυρίου, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Καὶ ὁ ἄλλος εἶνε ὁ δρόμος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κόλασι. Μπορεῖς μιὰ σταγόνα λάδι, ὅσο κι ἂν τὴν ἀνακατέψῃς, νὰ τὴ διαλύσῃς μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερό; Ἔτσι δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀνακατέψῃς καὶ τὴ χριστιανικὴ ζωὴ μὲ τὴν κοσμική.
Προσπαθοῦν βέβαια οἱ μοντέρνοι χριστιανοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ χριστιανοὶ τῶν συμβιβασμῶν, ποὺ θέλουν νὰ τά ᾿χουν καλὰ καὶ μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ διάβολο, προσπαθοῦν νὰ φτειάξουν ἕνα τρίτο δρόμο. Ἀλλὰ δὲν μποροῦν. Ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο δρόμο θ᾿ ἀκολουθήσουν. Τὸ εἶπε καθαρὰ ὁ Κύριός μας.

* * *

Θὰ σᾶς ἀναφέρω μόνο δύο – τρία παραδείγματα, γιὰ νὰ δῆτε πόσο μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου.
  Πρῶτον. Ὁ κόσμος, ἂν σὲ δῇ νὰ κρατᾷς στὰ χέρια σου τὸ Εὐαγγέλιο, χαμογελᾷ καὶ σοῦ λέει·
―Θέλεις νὰ γεμίσουν οἱ τσέπες σου λεφτά; Θέλεις νὰ ἔχῃς αὐτοκίνητα, θέλεις νὰ ἔχῃς καὶ ἕνα καὶ δύο καὶ τρία σπίτια; Ἄσε τότε τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατᾷς. Κάνε μιὰ ἀβαρία στὴν ἠθική. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἔχει πέρασι. Τὸ δικό μου «εὐαγγέλιο» νὰ ἐφαρμόσῃς, γιὰ νὰ πλουτίσῃς.
Τί λέει τὸ «εὐαγγέλιο» τοῦ κόσμου καὶ τοῦ διαβόλου; «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ λέει τὰ ἀντίθετα· Ὄχι μόνο νὰ μὴν κλέβῃς, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ὑστέρημά σου, ἀπὸ τὴ μπουκιὰ ποὺ τρῶς, νὰ δώσῃς στὸ φτωχό. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες», λέει ὁ Χριστός (Ματθ. 5,7)· «μακάριοι οἱ κατέχοντες», λέει ὁ διάβολος.
Λοιπὸν ἐσὺ τί θὰ κάνῃς; Ἂν ἀκούσῃς τὸ «εὐαγγέλιο» τοῦ διαβόλου, θὰ περάσῃς ὄμορφα τὴ ζωούλα σου. Ἂν ἀκούσῃς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, δὲν θ᾿ ἀγγίξῃς τὰ ξένα πράγματα. Θὰ προτιμήσης νὰ ζήσῃς πτωχὸς πτωχότατος μὲ τὸ Χριστό, παρὰ ἑκατομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο.
Δεύτερον. Ὁ κόσμος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «μαμωνᾶ», ἔχει θεοποιήσει τὴν κοιλιὰ καὶ τὴ σάρκα. Κάνει τὰ πάντα γι᾿ αὐτήν, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν πόνο καὶ τὴ φτώχεια ποὺ ὑπάρχουν γύρω.
Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὴ σάρκα, ἀκοῦνε τὴν Ἐκκλησία ποὺ λέει νὰ νηστεύουμε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ καὶ τὶς ἄλλες καθωρισμένες νηστεῖες, ὅπως ἡ νηστεία τῶν ἁγίων ἀποστόλων, καὶ σοῦ λένε· Δὲν εἶνε τίποτε ἡ νηστεία, οὔτε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν χρειάζεται!
Καὶ προχωροῦν ἀκόμη περισσότερο, γιατὶ ἡ σάρκα ἔχει ἀπαιτήσεις. Λέει ἡ Ἐκκλησία «Οὐ πορνεύσεις» καὶ «Οὐ μοιχεύσεις» (Ὠσ. 3,3· Ἔξ. 20,13). Λέει στοὺς ἄνδρες καὶ στὶς γυναῖκες· Μιὰ μόνο γυναῖκα καὶ ἕνα μόνο ἄνδρα θὰ γνωρίσῃς, μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἔρχεται τότε ὁ κόσμος καὶ λέει· Μὴν ἀκοῦς αὐτά. Ἄλλαζε τὶς γυναῖκες ὅπως τὰ πουκάμισά σου, καὶ ἄλλαζε σὺ ἡ γυναίκα τοὺς ἄνδρες ὅπως τὶς ῥόμπες σου.
Αὐτὰ δὲν λέει ὁ κόσμος τοῦ διαβόλου; Αὐτὰ δὲν λένε τὰ σαλόνια καὶ τὰ περιοδικά; Αὐτὰ δὲν λένε οἱ τηλεοράσεις; Ἐσὺ λοιπὸν ποιόν θ᾿ ἀκούσῃς;
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε σὲ δυὸ ἀντίθετα ἀφεντικά. Θ᾿ ἀκολουθήσετε ἢ τὸ Χριστὸ ἢ τὸ διάβολο. Τρίτο δρόμο δὲν μπορεῖτε νὰ χαράξετε.
Τρίτον. Τί ἄλλο λέει ὁ κόσμος; Ἅμα ἔχῃς καμμιὰ ὑπόθεσι στὸ δικαστήριο, σοῦ λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ δικηγόρου· Θέλεις νὰ κερδίσῃς; Βρὲς δυὸ-τρεῖς ψευδομάρτυρες. Ἔτσι κερδίζεις τὸ σπίτι, τὴν ἔπαυλι, τὸ καράβι, τὸ ἐργοστάσιο… Κερδίζεις δηλαδὴ τὸ διάβολο μὲ τὰ ἑκατομμύριά του. Ἀλλὰ χάνεις τὸ Χριστό!
Ἀκοῦς, χριστιανέ μου; Προτιμότερο νὰ χάσῃς τὸ ντουνιᾶ ὁλόκληρο καὶ νὰ πεθάνῃς στὴν ψάθα φτωχὸς καὶ ἔρημος, παρὰ νὰ βάλῃς τὸ χέρι σου καὶ νὰ παλαμίσῃς τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Χριστὸς σοῦ λέει νὰ λὲς ἀλήθεια, ὁ σατανᾶς σοῦ λέει νὰ ψεύδεσαι. Μὲ ποιόν θὰ πᾷς;
Ἂν ὁ ἄλλος σὲ ἀδικήσῃ, τί σοῦ λέει ὁ κόσμος καὶ ὁ σατανᾶς; Τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκανε, λέει, κράτησέ το μέσα σου σὰν τὴν καμήλα. Κι ἂν πέσῃ στὰ χέρια σου, νὰ τοῦ τὸ πληρώσῃς μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο. Ἂν μπορῇς, μέσα σ᾿ ἕναν κουβᾶ ἢ καὶ μέσα σὲ μιὰ κουταλιὰ νερὸ νὰ τὸν πνίξῃς…
Καὶ ὁ Χριστὸς τί λέει; Κρατάει τὸ ματωμένο του σταυρὸ καὶ σοῦ λέει· Παιδί μου, συγχώρεσε. Συγχώρεσε καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐχθρό σου.
Ποιόν θ᾿ ἀκούσῃς, τὸν κόσμο ποὺ λέει «ἐκδίκησι» ἢ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει «συγγνώμη»;

* * *

Ἀδελφοί μου!῾
Ο κόσμος δένει ὅλους μὲ τὰ σχοινιά του. Πῶς τοὺς δένει; Τὸν ἕνα μὲ τὸ ποτό. Τὸν ἄλλο μὲ τὸ χαρτί. Τὸν ἄλλο μὲ τὴ μπάλλα. Τὸν ἄλλο μὲ τὸ θέατρο καὶ τὰ νυχτερινὰ κέντρα. Τὸν ἄλλο μὲ τὴν αἰσχρὰ γυναῖκα. Τὸν ἄλλο…
Εἴδατε ἀετό; Μιὰ φορὰ εἶδα ἕναν ἀετό, ποὺ τὸν εἶχαν πιάσει καὶ τὸν εἶχαν δέσει μὲ μιὰ ἁλυσίδα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ πετάξῃ. Ὁ ἀετὸς ὅμως δὲν πλάσθηκε γιὰ νὰ εἶνε μέσα στὸ κλουβί. Πλάσθηκε γιὰ νὰ πετᾷ. Νὰ πετᾷ ψηλά.
Ἀετοί, λοιπόν, κ᾿ ἐμεῖς. Ἀετοὶ τοῦ Χριστοῦ, οὐράνια πτηνά, ποὺ πρέπει νὰ πετᾶμε ψηλά. Ἀλλὰ μᾶς ἔχει δεμένους ὁ κόσμος μὲ τὰ σχοινιὰ καὶ τὰ παλούκια καὶ τὶς ἁλυσίδες του. Εμαστε σκλάβοι ἐδῶ κάτω, στὸν κόσμο τοῦτο.
Καὶ ποιό εἶνε τὸ φοβερώτερο σχοινί; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα ὁ Χριστός. Ὁ «μαμωνᾶς», τὸ σχοινὶ τῆς φιλαργυρίας. Ἅμα ὁ σατανᾶς τὸν δέσῃ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ φιλαργυρία, γίνεται Ἰούδας Ἰσκαριώτης. Χίλιες ψυχὲς κολάζει γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια.
Ἀδελφοί, ἂς ἐκλέξουμε; Ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο. Ἢ τὸ Χριστὸ ἢ τὸ μαμωνᾶ.
―Καὶ ὑπάρχει τρόπος νὰ κόψουμε τὰ σχοινιὰ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ πετάξουμε στὰ οὐράνια;
Ναί, ὑπάρχει. Ποιός τρόπος; Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο· διὰ τῆς πίστεως. «Ἐμβλέψατε», ἀκούσαμε σήμερα (Ματθ. 6,26). Τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ Εὐαγγέλιο! «Ἐμβλέψατε», λέει· ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε. Δέστε τὰ μνήματα, δέστε τὰ πουλιά, δέστε τὰ λουλούδια… «Ἐμβλέψατε». Ἂν ἀνοίξουν τὰ μάτια σου καὶ ἡ καρδιά σου, τότε, ὤ τότε! Ὅσο πλούσιος καὶ ὡραῖος καὶ νά ᾿σαι καὶ ὅσο ἐπιστήμονας καὶ νά ᾿σαι, καὶ Ἀινστάιν καὶ Ναπολέων καὶ Καίσαρας καὶ ὅποιος νά ᾿σαι, ἂν πέσουν τὰ λέπια κι ἀνοίξουν τὰ μάτια σου, στὸ τέλος θὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Σολομῶν, αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ κατάλαβε ἀκόμα ὁ κόσμος· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).
Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν τὰ κάλλη, μηδὲν οἱ δόξες. Ἕνα μένει, ποὺ στέκεται ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα, εἰς αὐτὸν τὸ κράτος, εἰς αὐτὸν ἡ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
Αὐγουστῖνος

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ὁ νοῦς Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας



Στὸ ταπεινὸ αὐτὸ κείμενο, θὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὸ νοῦ. Γιὰ τὸ νοῦ μᾶς εἶπε ὁ Κύριός μας στὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος τὸ νοῦ, «ὀφθαλμόν», μάτι τῆς ψυχῆς. Καὶ πραγματικὰ μὲ τὸ νοῦ ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸ Θεό, καὶ γι’ αὐτὸ λέγεται «ὀφθαλμὸς» ἤ «ὄμμα», μάτι δηλαδὴ τῆς ψυχῆς. Ὁ λύχνος ποὺ δίνει τὸ φῶς στὸ σῶμα, μᾶς λέει ὁ Κύριος σήμερα, εἶναι τὸ μάτι• ἔτσι καὶ ὁ λύχνος ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς· ἂν λοιπόν, τὸ μάτι μας εἶναι γερό, τότε ἔχουμε φῶς. Ἔτσι, θὰ ἔχει φῶς ἡ ψυχή μας, ἂν ὁ νοῦς μας δὲν ἔχει τυφλωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. «Ὁ λύχνος τοῦ σώματος» — μᾶς εἶπε ὁ Κύριος — «ἐστὶν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾗ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινὸν ἔσται».

Καὶ ὅταν λέγομε «νοῦν», ἀδελφοί, δὲν νοοῦμε, ὅπως τὸ λέγουν οἱ φιλόσοφοι, τὴν ξηρὰ λογική του ἄνθρωπου, ἀλλὰ ὅλο τὸ ψυχικὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸ λέει καὶ «καρδιὰ» ἡ ἁγία Γραφή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας, «Μετανοεῖτε», εἶναι πολὺ βαθειὰ καὶ δὲν σημαίνει ἁπλὰ «ἀλλάξτε μυαλά», ἀλλὰ στραφεῖτε ὁλόκληροι πρὸς τὸ Θεό, μὲ ὅλη σας τὴν καρδιά, μὲ ὅλο τὸ ἐσωτερικό σας εἶναι.




Ὁ Κύριός μας, ποὺ ἀκούσαμε, παρομοίασε τὸ νοῦ μὲ τὸ μάτι τοῦ σώματος. Ἔτσι ὁ νοῦς εἶναι τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, ὅπως λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἡ λειτουργία τοῦ νοῦ, τοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτοῦ τῆς ψυχῆς, ἔχει μιὰ διαφορὰ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ σώματος. Εἶναι αὐτὴ ἡ διαφορά: Τὸ μάτι τοῦ σώματος, ἐνῶ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Ὁ νοῦς λειτουργεῖ μὲ τρεῖς κινήσεις: Μὲ τὴν «κατ’ εὐθείαν», τὴν «κυκλικὴ» καὶ τὴν «ἑλικοειδὴ» κίνηση.

Μὲ τὴν «κατ’ εὐθείαν» κίνηση τοῦ νοῦ ὁ ἄνθρωπος βλέπει μόνο κατ’ εὐθείαν, ὅπως τὸ λέει καὶ ἡ ἔκφραση· δὲν ὑψώνεται καθόλου πρὸς τὰ πάνω, πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀσχολεῖται μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὰ μάταιά τοῦ κόσμου καὶ γίνεται νοῦς φιλήδονος καὶ σαρκικὸς καὶ φιλόδοξος, μὲ μία λέξη: δαιμονιώδης. Παράδειγμα: Μὲ τὴν «κατ’ εὐθείαν» κίνηση τοῦ νοῦ βλέπει ὁ ἄνθρωπος μία γυναίκα, ἕνα πρόσωπο· καὶ δὲν ὑψώνεται πρὸς τὸ Θεό, νὰ σκεφτεῖ ὅτι τὸ πρόσωπο αὐτὸ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει, λοιπόν, νὰ τὸ βλέπουμε θεϊκὰ καὶ νὰ τὸ σεβόμαστε, ἀλλὰ τὸ βλέπει σαρκικὰ καὶ αἰχμαλωτίζεται ἀπ’ αὐτό. Ἔτσι ὁ νοῦς αὐτὸς παραδίδεται καὶ ὑποτάσσεται καὶ ὑποδουλώνεται σ’ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἁρπάζεται ἡ αἰσθησή του.

Μὲ τὴν ἄλλη, τὴν «κυκλικὴ» κίνηση τοῦ νοῦ, ὁ ἄνθρωπος βλέπει μὲν τὰ γύρω, ἀλλὰ δὲν αἰχμαλωτίζεται ἀπ’ αὐτά. Ἐπανέρχεται στὸν ἑαυτό του καὶ ἐκεῖ βρίσκει τὸ Θεό του, γιατί ὁ Κύριος εἶπε: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» («Λουκ. ιζ', 21). Ἂς προσευχόμαστε, ἀδελφοί, ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ ἔχουμε νοῦ μὲ «κυκλικὴ» κίνηση, ποὺ νὰ μὴ σκορπάει στὰ ἔξω πράγματα, ποὺ κατ’ ἀνάγκη βλέπουμε καὶ ἀντιμετωπίζουμε, ἀλλὰ νὰ συγκεντρώνεται πάλι στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ γεύεται τὸ Θεό του. Γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ἔχει λεχθεῖ αὐτὸ τὸ ὡραῖο, ὅτι ζοῦσε «ἑαυτῷ καὶ Θεῷ συστρεφόμενος».

Καὶ μία ἄλλη κίνηση τοῦ νοῦ νὰ προσπαθήσουμε, νὰ προσευχηθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε: Εἶναι ἡ «ἑλικοειδὴς» κίνηση. Νὰ ποιὸς εἶναι ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ νοῦ: Βλέπουμε τὰ κτίσματα γύρω μας, μὲ τὴν κατ’ «εὐθεῖαν» κίνηση τοῦ νοῦ, ἀλλὰ δὲν στεκόμαστε σ’ αὐτὰ· ἀπὸ αὐτὰ ἀναγόμαστε στὸ Θεό, ποὺ τὰ ἔπλασε. Καὶ ἔτσι ἀπὸ τὴ θέα καὶ τὴ συναναστροφὴ τῶν γύρω μας προσώπων καὶ πραγμάτων δοξάζουμε τὸ Θεό. Καθένας καὶ κάθε τί γύρω μας γίνεται αἰτία δόξης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πολὺ ὡραία καὶ γλυκεία αὐτὴ ἡ κίνηση τοῦ νοῦ, ἡ «ἑλικοειδὴς» κίνηση. Αὐτὴ ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Τὰ πουλάκια ποὺ ἄκουγε νὰ κελαϊδουν, τὰ δέντρα μὲ τοὺς καρπούς τους ποὺ ἔβλεπε, ἡ συναναστροφὴ μὲ τὴν Εὔα, ὅλα τοῦ ἦταν ἀφορμὲς νὰ ἀπολαμβάνει καὶ νὰ δοξάζει τὸ Θεό του.

Δὲν σταματοῦσε, δηλαδή, σ’ αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, δὲν αἰχμαλωτιζόταν ἀπ’ αὐτὸ -ὄχι! Αὐτὸ εἶναι ἡ «κατ’ εὐθεῖαν» κίνηση τοῦ νοῦ ἀλλὰ ἀπ’ αὐτὸ ἀναγόταν στὸ Θεό του. Ὁ πειρασμὸς ὅμως τοῦ ἔστησε παγίδα: μία μέρα, καταραμένη μέρα, ὁ Ἀδὰμ στάθηκε σ’ ἕνα δέντρο, μαγεύτηκε ἀπ’ αὐτό, ἀπορροφήθηκε ἀπ’ αὐτὸ καὶ πίστεψε ὅτι, ἂν τὸ ἀπολαύσει θὰ γίνει θεός, ξέχωρα ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὸ λέγεται «προπατορικὸ» ἁμάρτημα καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ «κατ’ εὐθείαν» κίνηση γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε.

Ἂς προσέχουμε τὸ νοῦ. Αὐτὸς τὰ φταίει ὅλα! Ρωτοῦσαν ἕνα μικρὸ παιδάκι, «ποιὸ τὰ φταίει;»- καὶ τὸ παιδάκι σήκωνε τὸ χεράκι του καὶ ἔδειχνε τὸ κεφαλάκι του! Αὐτὸ τὸ φταίει! Ἂς προσέχουμε τὸ νοῦ. Τὸν εἶπαν κυβερνήτη καὶ ὅταν ὁ κυβερνήτης εἶναι μεθυσμένος δὲν μπορεῖ νὰ πάει τὸ καράβι στὸ λιμάνι. Κι ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι συνεπαρμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἡδονές, ὅταν φαντάζεται ἁμαρτωλὰ καὶ ὑπερήφανα, πῶς νὰ πετύχουμε τὴ σωτηρία μας; Ἂς τὸ παραδεχτοῦμε ὅτι ἔχουμε χαλασμένο νοῦ, τραυματισμένο νοῦ καὶ ἂς φροντίσουμε γιὰ τὴ θεραπεία του. Θυμᾶστε, ἐκείνη τὴν ὡραία παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, ποὺ μιλάει γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ περπατώντας στὸ δρόμο τοῦ ἐπιτέθηκαν οἱ ληστὲς καὶ τὸν τραυμάτισαν; Ὁ νοῦς μας εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς, ποὺ σταματᾶ στὴ μέση του δρόμου «ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴν Ἱεριχώ» καὶ περιπίπτει στοὺς ληστές, οἱ ὁποῖοι τὸν γυμνώνουν, τὸν πληγώνουν καὶ τὸν ἀφήνουν ἡμιθανή, ὅπως λέει ἡ παραβολή.

Ἂς φροντίσουμε γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ νοῦ μας. Καὶ ἡ θεραπεία μας γίνεται στὸ «πανδοχεῖο», ὅπως λέει ἡ ἴδια παραβολή, στὴν Ἐκκλησία δηλαδή. Τὸ θεῖο αὐτὸ «πανδοχεῖο» ἔχει «ἔλαιο καὶ οἶνο», τὴ θεία Κοινωνία δηλαδή, ποὺ θὰ γευθοῦμε στὴ θεία λειτουργία. Ἡ θεία Κοινωνία, ὅπως λέει κάποια εὐχή, «θεοῖ καὶ τρέφει, θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως».

Εἴδατε, τὸν ἱερομόναχο, πὼς φοράει ἕνα κουκούλι, ἕνα μαῦρο πανὶ πάνω ἀπὸ τὸ καλυμαύχι του, τὸ «ἐπανωκαλύμαυχο», ὅπως λέγεται; Τί σημαίνει αὐτό; Αὐτὸ παριστάνει τὴ φυλακὴ τοῦ νοῦ. Ὁ νοῦς νὰ βλέπει ὀρθά, «ἁπλᾶ», ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μας σήμερα, γιὰ νὰ εἶναι ὑγιεινὴ ἡ ψυχή μας. Προσοχὴ στὸ νοῦ μας, ἀδελφοί, στοὺς λογισμοὺς μας· νὰ καθαρθεῖ ὁ νοῦς μας, ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὰ πάθη, νὰ γίνουμε νοῦς «ὁρῶν τὸν Θεόν», γιατί ὁ Κύριος εἶπε «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μθ. 6, 22-33)

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Μθ. 6, 22-33)
Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, ὁ παρὼν κόσμος, ὅσο ὄμορφος καὶ γλυκὺς νὰ εἶναι -ἐξοῦ καὶ τὸ ὄνομά του: κόσμος, ποὺ πάει νὰ πεῖ ὀμορφιὰ καὶ κάλλος- τὴν ἴδια στιγμὴ παρουσιάζεται ὡς ἀπατηλὸς καὶ πλάνος. Καὶ τοῦτο διότι οἱ ἄνθρωποι βαλτώνουν στὶς καθημερινὲς μέριμνες, προσκολλῶνται στὴ γῆ καὶ λησμονοῦν τὸν πραγματικὸ προορισμό τους, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καὶ πράγματι, ἄλλο ἡ μόνιμη κατοικία κάποιου καὶ ἄλλο ἡ προσωρινή. Μόνιμη εἶναι ἡ κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρεθοῦμε μετὰ τὴν ἐκδημία μας, καὶ προσωρινὴ ἡ παροῦσα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ζητοῦν πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ θέτουν σὲ δεύτερη μοῖρα τὰ ἁπλὰ καὶ καθημερινά, ὅπως τὴν τροφὴ καὶ τὴν ἐνδυμασία. Θέτοντας αὐτὴ τὴν προτεραιότητα ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου καὶ στρέφεται μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πρόνοια τοῦ ὁποίου ἀγκαλιάζουν καὶ συντηροῦν ὅλη τὴν κτίση.
Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναλύεται στὶς οὕτως ἢ ἄλλως ἀπαραίτητες μέριμνες καὶ φροντίδες σὲ σχέση μὲ τὴν ἐπίγεια ἐπιβίωσή του, λησμονῶντας τὴν ὕπαρξη τοῦ δωρεοδότη Θεοῦ, τοῦ χορηγοῦ τῆς ζωῆς, τότε καταντᾶ ἕνας ἰδιότυπος σκλάβος τῶν ὑλικῶν πραγμάτων. Τότε ἡ παροῦσα ζωὴ δὲν θεωρεῖται ὡς παροικία, ἀλλὰ ὡς κατοικία, δηλαδὴ ὡς κάτι τὸ μόνιμο. Οἱ φροντίδες τῶν ἀνθρώπων πλέον γι’ αὐτὴ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ λησμονεῖται ἡ ἄνω καὶ πραγματικὴ πατρίδα. Ἔτσι προκύπτει καὶ τὸ παράδοξο, κατὰ τὸ ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι, καὶ δὴ οἱ Χριστιανοί, ἐνῶ γνωρίζουν τὴν ἄνω πόλη, σύμφωνα καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅμως, ὅλος ὁ ἀγώνας τους καὶ ἡ καθημερινὴ φροντίδα καὶ μέριμνα γιὰ ἀπόκτηση πλούτου καὶ μεγαλείου, κτημάτων, περιουσίας καὶ πολυτελῶν κατοικιῶν, δείχνει ὅτι τὴν ἔχουν λησμονήσει ἐντελῶς.
Τὸ νὰ περιορίσει κανεὶς τὶς φροντίδες καὶ τὶς μέριμνές του στὰ ἀπαραίτητα μιᾶς σαφῶς ἀξιοπρεποῦς ἐπίγειας διαβίωσης δὲν σημαίνει ὅτι ἐγκαταλείπει καὶ ὅτι ἀρνεῖται τὴ ζωή. Αὐτή του ἡ πράξη πιὸ πολὺ ὀφείλεται στὴ γνώση ποὺ ἔχει γιὰ τὸ προσωρινὸ τοῦ παρόντος κόσμου, καὶ βέβαια στὴν πίστη του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐντέλλεται: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε».
Οὐσιαστικὰ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς περιττὲς μέριμνες τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι ἕνας ἄριστος ἔμπορος. Ἀνταλλάσσει τὴ σκλαβιὰ στὸ δίχως τέλος κυνήγι γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μὲ τοὺς θησαυροὺς τῆς μονιμότητας τοῦ οὐρανοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, δείχνει ἐπίσης ὅτι ἡ πίστη του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία ἁπλὴ θεωρία, ἀλλὰ οὔτε λόγια χωρὶς ἀντίκρυσμα. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἀναγνωρίζει ἁπλὰ κάποιες θρησκευτικὲς ἢ ἠθικὲς ἀλήθειες, ἀλλὰ ἀποδέχεται τὴν ἐν Χριστῷ φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι παράλληλη καὶ μὲ συγκεκριμένες ἐντολές, ὅπου μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἀμεριμνία ὡς πρὸς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἐκζήτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Μόνο οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα ἐπικεντρώνουν τὶς προσπάθειές τους στὰ ὑλικὰ πράγματα, τὸ φαγητό, τὸ ποτό, τὰ ἐνδύματα, τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς ἐντυπωσιακὲς περιουσίες. Δηλαδὴ σὲ πράγματα ποὺ προσφέρουν μία ἀσφάλεια στὸν ἄνθρωπο καὶ παράλληλα τοῦ γεμίζουν καὶ τὸ κενὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἀγωνιστὲς τῆς πίστης, ὅμως, θέτουν ὡς στόχο τους τὴν αἰώνιο ζωή, διαβιοῦν μὲ ἀξιοπρέπεια, καταφρονοῦν τὴν προσκόλληση στὰ ἐπίγεια καὶ μὲ αὐταπάρνηση προσπαθοῦν νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.


ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ (ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ)



                Σε ποιον κόσμο ζητά η πίστη να ζούμε; Ο άνθρωπος μεγαλώνει και ζει σε μία κοινωνία η οποία τον καλεί  να επιβιώνει, να δημιουργεί, να έχει αυτάρκεια και ποιότητα στη ζωή του, να απολαμβάνει την ικανοποίηση  των επιθυμιών του, να αντιστέκεται στον θάνατο, στην ταπείνωση από τους άλλους, για να μπορεί να αισθάνεται αξιοπρεπής. Όλα αυτά προϋποθέτουν εργασία, στόχο ζωής, συνάντηση με τους άλλους ανθρώπους, συνύπαρξη στα πλαίσια της συνεργασίας και της αλληλεξάρτησης, ενίοτε και ρήξεις, όταν ο άνθρωπος θεωρεί ότι τα δικά του θέλω πρέπει να εκπληρωθούν υπερνικώντας τα θέλω των άλλων. Όλα αυτά συνδυάζονται με ένα άγχος, με μία μέριμνα, η οποία γίνεται αγωνία, άλλοτε τρόπος δημιουργίας, άλλοτε απογοήτευση και φόβος. Μέσα σ’ αυτές τις συντεταγμένες  τι ζητά άραγε η πίστη;
            Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία, θέτει τις πνευματικές συντεταγμένες στη ζωή του ανθρώπου που πιστεύει, στο πώς καλείται να ζήσει στον κόσμο της μέριμνας, του άγχους, της αγωνίας, του φόβου. «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε .  ουχί η ψυχή πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος;» (Ματθ. 6, 25). «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε.   Η ψυχή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο;». Οι λόγοι αυτοί , οι οποίοι πάντοτε παραμένουν επίκαιροι, ίσως στις μέρες μας πιο επίκαιροι από ποτέ, δείχνουν ότι η επιβίωση και η ευτυχία στη ζωή δεν μπορούν να έρθουν μέσα από το άγχος, τη μέριμνα, τον φόβο, αλλά μέσα από την εμπιστοσύνη στο Θεό και το θέλημά Του. Την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, ο Οποίος προνοεί για κάθε ύπαρξη του κόσμου αυτού, τον οποίον άλλωστε ο Ίδιος και δημιούργησε και συντηρεί. Αυτές οι συντεταγμένες μπορεί να φαντάζουν αδιανόητες για τον ορθολογιστή άνθρωπο, αυτόν που εμπιστεύεται τον δικό του τρόπο θέασης του κόσμου, τον εαυτό του, τις δυνάμεις του, την δική του απόφαση να επιβιώσει. Αυτόν που απολυτοποιεί, με ένα αίσθημα εξουσίας, το θέλημά του και που δεν μπορεί να αφήσει στον ουρανό την φροντίδα για τη γη. Όμως αυτές οι συντεταγμένες αποτελούν την μοναδική γνήσια απάντηση που η πίστη θέτει στο ζήτημα της μέριμνας.
             Η ψυχή είναι σπουδαιότερη από την τροφή. Ο Χριστός μετατοπίζει την προτεραιότητα της ύπαρξης από την τροφή και ό,τι αυτή καλύπτει, την επιβίωση, την απόλαυση, την αυτάρκεια, στην ψυχή, στο πνευματικό σημείο της ύπαρξης.  Η ψυχή είναι δωρεά του Θεού. Είναι ο αγαπών άνθρωπος, ο ελεύθερος από τις μέριμνες άνθρωπος, αυτός ο οποίος βρίσκει νόημα ζωής στην κοινωνία με τον Θεό. Αυτός που δεν αγωνιά για την υλική τροφή, διότι γνωρίζει ότι αυτή υπάρχει για την παράταση της ζωής και την αναστολή του θανάτου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα εργαστεί, δεν θα παλέψει να την έχει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα βοηθήσει όσους δεν μπορούν να την έχουν.  Ο άνθρωπος ο οποίος δεν προσκολλάται στην τροφή και τα υλικά αγαθά, δεν έχει άγχος και μέριμνα ή τα υπερνικά. Διότι βλέπει την αλήθεια του κόσμου, ότι δηλαδή ο Θεός που αγαπά τα πετεινά του ουρανού και τα συντηρεί, δεν θα τον εγκαταλείψει.   
Αυτός που θεωρεί ότι η ψυχή είναι σπουδαιότερη από την τροφή και εμπιστεύεται τον Θεό, ζει την πρόνοια του Θεού πίσω από κάθε περιστατικό, αλλά και κάθε περίσταση της ζωής του, εκεί όπου ο ίδιος δεν έχει κάνει λάθος επιλογές ή δεν έχει νικηθεί από τα πάθη του εκούσια. Αλλά και όταν ακόμη διαπράττει λάθη, και πάλι έρχεται εις εαυτόν και αφήνει τον Θεό να χαράξει νέες προοπτικές. Οι άγιοι μάς λένε πόσο σπουδαίο είναι σε κάθε δυσκολία της ζωής, σε κάθε άγχος για επιβίωση, να αντιτάσσουμε την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, χωρίς εννοείται να γινόμαστε αργοί, οκνηροί. Είναι άλλο να εργάζεται κάποιος και άλλο να γίνεται η τροφή, η ύλη, η επιβίωση η μοναδική του μέριμνα, να κυριεύουν την καρδιά του.
Το σώμα είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο. Το ντύσιμο εξασφαλίζει την επιβίωση του ανθρώπου από τις κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και την αποδοχή του ανθρώπου σε κοινωνικό επίπεδο. Ο ντυμένος άνθρωπος μπορεί να συνάψει σχέσεις, διότι οι άλλοι δεν τον αποστρέφονται, ούτε τον περιφρονούν, ούτε τον φοβούνται. Ο άνθρωπος, βεβαίως, μετατρέπει τα ενδύματα σε στολίδια της ύπαρξής του, με αποτέλεσμα να θεοποιεί την εμφάνισή του. Να αυτοχαρακτηρίζεται και να χαρακτηρίζει τους άλλους αναλόγως με το τι φορούνε και βεβαίως η μέριμνα εγκαθίσταται στην ύπαρξη του ανθρώπου για το φαίνεσθαί του. Η ενδυμασία γίνεται επίδειξη του εσωτερικού κόσμου μας και στόχος της εργασίας μας.  Όμως και εδώ ο Χριστός ζητά από εμάς να εμπιστευθούμε τον Θεό. Κανείς από εμάς  δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την όψη του, να προσθέσει ύψος στο ανάστημά του. Η όψη μας, το σώμα μας, υπάρχει για να δίνεται στο Θεό και τον συνάνθρωπο, να γίνεται η ορατή, η αισθητή  έκφραση της ψυχής μας και ως σύνολη ύπαρξη να λειτουργεί γι’  αυτό που είναι ο άνθρωπος: πρόσωπο που κοινωνεί.
Αυτός που θεωρεί ότι το σώμα είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο, ότι η ύπαρξη που μπορεί να συναντήσει τον Θεό και τον συνάνθρωπο έχει αξία, ενώ το φαίνεσθαι καθ’  αυτό δεν δίνει νόημα στον άνθρωπο, ζει την πρόνοια του Θεού, όπως τα κρίνα του αγρού. Δοξολογεί τον Θεό για τη ζωή που του έδωσε και βλέπει την αξία του κάλλους όχι στην επίδειξη της ενδυμασίας ή σε κάθε μορφή του φαίνεσθαι, αλλά στη δυνατότητα της αγάπης και της κοινωνίας, όπως αυτές εκφράζονται και σωματικά. Με το χαμόγελο. Με την τρυφερότητα. Με το κοίταγμα του άλλου. Με την προσφορά ελεημοσύνης δια των χειρών. Με το αγκάλιασμα όλων, ακόμη και των εχθρών.
Έτσι ο τελικός λόγος του Χριστού αποκτά μίαν άλλη διάσταση. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6,33). « Γι’  αυτό πρώτα απ’  όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του και όλα αυτά θα ακολουθήσουν». Η βασιλεία του Θεού είναι η αγάπη και η ελευθερία. Και η δικαιοσύνη, το θέλημά Του, έχει να κάνει με το μοίρασμα κάθε αγαθού, με τη νίκη της αγάπης και όχι του φαίνεσθαι, με την υπέρβαση του θανάτου και όχι απλώς με την αναστολή του. Και ο θάνατος νικιέται δια της πίστεως και της κοινωνίας με τον Θεό της αγάπης και με την κοινωνία προς πάντας.
Ζούμε σε μία εποχή μέριμνας. Αγωνίας. Φόβου. Προσανατολίσαμε τη ζωή μας στην τροφή, τα αγαθά, το φαίνεσθαι. Αγνοήσαμε τις προτεραιότητες της ψυχής και του σώματος, όπως οι πνευματικές συντεταγμένες της πίστης μάς υποδεικνύουν.  Υποκαταστήσαμε την πρόνοια του Θεού με τα υλικά αγαθά και την όψη μας, με αποτέλεσμα οι εξουσίες του κόσμου τούτου να μας έχουν κυριεύσει. Και η αγωνία μας έγκειται στην επιβίωση και την αυτάρκειά μας, όχι στην κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον. Η αλλαγή μπορεί να έρθει στην καρδιά του καθενός, ακόμη κι αν ο κόσμος θα παραμείνει στην θεοποίηση των δικών του δυνάμεων. Και όποιος αλλάζει εντός του, αφήνοντας την πρόνοια του Θεού την αγάπη Του να ανοίξουν δρόμους, σε τίποτε δεν θα υστερήσει. Σ’  αυτόν τον κόσμο ζητά η πίστη να ζούμε. 

Κέρκυρα, 21 Ιουνίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ῾Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;᾽ (Ματθ. 6, 30)




Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;᾽  (Ματθ. 6, 30)

α. ῞Ενας ὕμνος στή πρόνοια τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας. Διακηρύσσει διά στόματος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τό πόσο κοντά μας εἶναι ὁ Θεός, τό πόσο νοιάζεται γιά ἐμᾶς. Παράλληλα ὅμως ἀποτελεῖ καί ἕναν αὐστηρό ἔλεγχο τῆς ἀδυναμίας μας:  τῆς τύφλωσης πού μᾶς διακατέχει στό νά διαπιστώνουμε τά ἄλλως αὐτονόητα. Εἰδικά ἡ φράση τοῦ Κυρίου ὅτι καί τό ἀγριόχορτο πού δέν τοῦ δίνει κανείς σημασία εἶναι ἀντικείμενο τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, συμπυκνώνει τή διπλή αὐτή διάσταση τῶν λόγων Του.

β. 1. Ὁ Κύριος λοιπόν εἶναι τραγικά σαφής ὅσον ἀφορᾶ στήν κατάσταση ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων:  εἴμαστε ὀλιγόπιστοι. Δέν ἔχουμε τή δυνατότητα δηλαδή νά ἀναγνωρίσουμε τήν παρουσία Του καί στή Δημιουργία πού εἶναι δική Του καί Τοῦ ἀνήκει, πολύ περισσότερο σ᾽ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Διότι ὁ Κύριος διαβαθμίζει τήν παρουσία καί τήν Πρόνοιά Του:  οἱ ἄνθρωποι δεχόμαστε ἀπείρως περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ λοιπή δημιουργία τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό βεβαίως γιατί μόνον οἱ ἄνθρωποι πλαστήκαμε ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ᾽. Αὐτό δέν δείχνει μεταξύ ἄλλων καί τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ;  ῎Ανθρωπος ἔγινε ὁ Θεός γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί μέσω αὐτοῦ καί ὅλη τή φύση. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ὅσιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή γιά παράδειγμα, ἐπισημαίνουν τήν ἀλήθεια αὐτή: ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού προνοεῖ γιά τά πάντα, καί τά ἄψυχα, ὑπάρχει περισσότερη ἐνέργειά Του γιά τά ἔμψυχα, ἰδιαίτερη ἀκόμη γιά τούς ἀνθρώπους, κατεξοχήν δέ, ἡ θεοποιός ἐνέργειά Του, γιά τούς πιστούς καί συνεπεῖς χριστιανούς.

2. Αἰτία κατά τόν Κύριο τῆς ὀλιγοπιστίας αὐτῆς εἶναι ἡ ψυχική τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό ῾ἐν ἡμῖν φῶς᾽, ὁ νοῦς δηλαδή, εἶναι σβηστό, βρισκόμαστε στό σκοτάδι, ὁπότε ἀδυνατοῦμε νά ἐπισημάνουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος προκειμένου νά τό καταστήσει σαφές χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τῆς σωματικῆς τύφλωσης: ὅπως ὁ σωματικά τυφλός δέν βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ὀλιγόπιστος:  ὡς ψυχικά τυφλός δέν βλέπει τό πνευματικό φῶς, τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο δέν ἐπεσήμαινε καί γιά τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς του; ᾽Επειδή Τόν ἀπέρριπταν, ἐπειδή δέν ἔβλεπαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν ἐρχομό Του, γι᾽ αὐτό τούς χαρακτήριζε τυφλούς πού ὁδηγοῦν ἄλλους τυφλούς, μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν ὅλοι μαζί σέ λάκκο!

3. ῎Ετσι ἡ ὀρθή σχέση μας μέ τή φύση, ἀλλά καί μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν συνάνθρωπό μας, εἶναι ἀδύνατη χωρίς τή σχέση μας μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε τά πάντα στίς ὀρθές καί ἀληθινές τους διαστάσεις, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ μή χριστιανός, ὁ μή ἔχων σχέση μέ τόν Χριστό, ἔχει κολοβωμένη καί ἐλλιπή ὅραση τῆς πραγματικότητας, κατά συνέπεια οἱ ἐπισημάνσεις του γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ὅσο πιθανόν σωστές κι ἄν εἶναι, μοιάζουν μέ τήν πραγματικότητα πού ἐπισημαίνει ἕνας τυφλός ἄνθρωπος καθώς ψαχουλεύει μέσα στό σκοτάδι: διαπιστώνει ἀληθινά πράγματα, ἀλλά διαρκῶς τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. ᾽Αλλά καί ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη, ὡς πείραμα, προσέγγιση καί λογική ἐπεξεργασία τῶν δεδομένων τῆς αἰσθητῆς πραγματικότητας, χωρίς τόν φωτισμό τῆς πίστεως μᾶς ἀποκαλύπτει μέν τήν πραγματικότητα, δέν ὑπάρχει ὅμως τό βάθος τοῦ νοήματος τῆς πραγματικότητας αὐτῆς.

4. Τό ζητούμενο λοιπόν γιά νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε σωστά καί ὑγιῶς τά πράγματα καί τόν ἑαυτό μας, νά τά βλέπουμε δηλαδή μέσα στήν προοπτική τῆς ἀπαρχῆς δημιουργίας τους καί μέσα στό νόημά τους, εἶναι νά ἀποτινάξουμε τήν ψυχική μας τύφλωση. Νά βροῦμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς διανοίξει τούς ὀφθαλμούς. Νά πιστέψουμε δηλαδή στόν Χριστό. Ἡ πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον μόνον, ὅσον καί ἄν ἀκούγεται ἀπόλυτο, συνιστά τό φῶς τοῦ νοῦ καί τῆς συνείδησής μας, πού μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε καί τόν Θεό παντοῦ καί ὁπουδήποτε. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἱκανότητα νά δοῦμε τόν Θεό ἔξω ἀπό ἐμᾶς: στή φύση καί στόν συνάνθρωπο, περνάει μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἱκανότητας νά Τόν βλέπουμε μέσα μας. ῎Αν δέν ἔχουμε Θεό ἐμεῖς, δέν μποροῦμε καί νά Τόν δοῦμε ἀλλοῦ. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽.

5. Καί ἡ πίστη αὐτή, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, εἶναι μέν δωρεά ᾽Εκείνου, ἀλλά στόν ἄνθρωπο πού τό θέλει καί τό ἀναζητεῖ,γεγονός πού παραπέμπει στήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία: στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖται πάντοτε ὁ γνήσιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ πού εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προϋπόθεση τοῦ ἀνοίγματος καί τῶν ψυχικῶν ὀφθαλμῶν μας. ῞Οσο δηλαδή ἐπιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ὅσο ὁ Κύριος γίνεται ἡ προτεραιότητά μας καί ἡ τροφοδοσία μας ἀπό ᾽Εκεῖνον μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὁ θερμός πόθος τῆς καρδιᾶς μας, τόσο καί ὑγιεῖς γινόμαστε, τόσο βρίσκουμε ἐκεῖνο τό σημεῖο ὕπαρξης πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή σφαίρα τοῦ εἶναι μας, μέ τόν ζωντανό Θεό παρόντα στή ζωή μας. ῾Τηρεῖστε τίς ἐντολές μου καί θά σᾶς φανερωθῶ᾽ διαβεβαίωσε ὁ Κύριος.

γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο τραγικά ἀνασφαλή καί φοβισμένο, λόγω πρωτίστως τῆς ἀπιστίας του στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τοῦ Κυρίου ἔρχονται σάν βάλσαμο στίς ψυχές:  ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει. Μπορεῖ οἱ αἰσθήσεις μας νά βλέπουν τήν τραγωδία, μπορεῖ οἱ εἰδήσεις νά μᾶς βομβαρδίζουν μέ καταστροφικά σενάρια, μπορεῖ ὅλος ὁ περίγυρος νά μᾶς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση ὅτι πέφτουμε στό κενό, ὅμως πίσω ἀπό ὅλα στέκει ἡ καρδιά τοῦ Πατέρα. ῾Καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μας εἶναι ἀριθμημένες᾽ λέει ὁ Κύριος. Τό κενό βρίσκεται μᾶλλον μέσα μας. Ἡ τραγωδία εἶναι τό σύμπτωμα τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητας. Ὁ Θεός ὅμως ὑφίσταται καί μᾶς κρατάει, δημιουργώντας ἀδιάκοπα τίς συνθῆκες προκειμένου νά Τόν βλέπουμε καί νά Τόν ζοῦμε. Καί οἱ συνθῆκες αὐτές εἶναι τελικῶς μία: ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή μας στόν Κύριο. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21-6-2015 : Ας έχουμε πίστη ακράδαντη, πίστη ζέουσα! του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου ,Καλύμνου και Αστυπάλαιας κ.κ.Παισίου

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΕΡΟΥ, ΚΑΛΥΜΝΟΥ & ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ  Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21-6-2015
        Αγαπητοί  μου ,
        ο Μέγας Διδάσκαλος, ο Οποίος απλά και ταπεινά έκλεινε Ουρανούς και ήλθε στην γη, να σώσει τον άνθρωπο από το πάθος της  αμαρτίας ,  αποκαλύπτει στους ανθρώπους τις θρησκευτικές και ηθικές αλήθειες με απλό και πρακτικό τρόπον.
       Στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή, την οποίαν ακούσαμε, ο Κύριος μας διδάσκει ότι δεν πρέπει ο κατ΄εικόνα  Θεού  άνθρωπος να   φροντίζει  διά το φθαρτό  και υλικό σώμα του, αλλά δια την ψυχή του  και τα αιώνια αγαθά.
       Η ψυχή είναι πολύ ανώτερη από το σώμα, «τί γάρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;».
       Ο Κύριος με τους  λόγους  Του δεν θέλει  να κάμει τους ανθρώπους  ανέργους, αλλά πρόθυμους  στην εργασία. Η εργασία  είναι καθήκον  για όλους  τους  ανθρώπους, καθήκον ιερό και τα  θεόδοτα  του Κυρίου λόγια  σκοπό έχουν να  διδάξουν ,ότι  ο άνθρωπος πρέπει να έχει  πίστη  στον Θεό, τον  Δημιουργό του παντός.
        Οι άνθρωποι δεν πρέπει να  απορροφώνται από την μέριμνα των υλικών αγαθών, αλλά να υψώνουν το βλέμμα τους  και   τον  νουν και την καρδιά  τους στο Θεό, της  αγάπης  και της  δικαιοσύνης, του ελέους  και των οικτιρμών.
       Οι άνθρωποι, της  κάθε  εποχής, πρέπει  πρώτα  να  έχουν  την  αναφορά τους στον  Θεό, και  να ζητούν  κατά πρώτο  την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη  του και όλα τα απαραίτητα υλικά αγαθά, θα  δοθούν μαζί με  τα ανεκτίμητα  αγαθά της  βασιλείας  των ουρανών.
       Όμως οι   άνθρωποι, αγνώμονες, λησμονούν την αλήθεια αυτήν και στηριζόνται  όχι στην αγαθότητα και την αγάπη του αγαθού Θεού , αλλά στις δικές τους  ανθρώπινες δυνάμεις, και ζητούν πολλές φορές με δολίους τρόπους να πλουτίσουν  «πλούτου αδηλότητι».
       Επιδίδονται  να πολλαπλασιάσουν και να αυξήσουν τα πρόσκαιρα και μάταια του κόσμου  τούτου αγαθά  σε βάρος των συνανθρώπων  τους και  χρησιμοποιούν πολλάκις μέσα δόλια και ψευδή .
        Δοσμένοι ψυχή τε και σώματι στα πρόσκαιρα και μάταια αγαθά του κόσμου τούτου λησμονούν  την φωνή του Θεού Πατέρα, πού είπε στον άφρονα πλούσιο:«άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, ά δε ητοίμασας τίνι  έσται;».
        Ο Θεός της  αγάπης και του ελέους ενεφύτευσε   στον  άνθρωπο ένα πνευματικό μάτι, ένα  φως ηθικής  γνώσης  και καθοδήγησης. Αυτό το θείο  μάτι  ο άνθρωπος κάνοντας  χρήση της  ελευθερίας του, το σκοτίζει δυστυχώς από τα πάθη της σαρκός με  αποτέλεσμα    να  χάσει  την παρουσία του Θεού  Πατρός.
         Η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα πλούτη του κόσμου τούτου, ούτε διατηρείται από τα υπάρχοντα  αγαθά του που μπορεί να έχει και για τα οποία δεν κάνει καλή χρήση. Τα πλούτη δεν  εξασφαλίζουν  μακροζωία και ευχάριστο ζωή, αλλά είναι μάταια και πρόσκαιρα και  πολλάκις δημιουργούν προβλήματα στην ζωή του έχοντος και κατέχοντος.
    «  Πάντα  ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ούχ υπάρχει μετά θάνατο. Ού παραμένει ο πλούτος, ου  συνοδεύει  η  δόξα, επελθών γάρ ο θάνατος, ταύτα παντα  εξηφἀνιστσαι».
        Όμως, η πίστη του ανθρώπου στην πρόνοια του Θεού Πατέρα παρέχει την δυνατότητα να γνωρίσει τον Θεό και να ετοιμάσει από τον κόσμο αυτό την πέραν του τάφου ζωή, ζωή χαράς και ευλογίας, λουσμένη με την χάρη του Τριαδικού Θεού.
        Η  Θεία Πρόνοια του Θεού προς τον άνθρωπο δεν επιδέχεται ουδεμία αμφισβήτηση και είναι αχώρητος της ύπαρξής Του και επομένως η Θεία Πρόνοια συντηρεί και κυβερνά τον κόσμο, διευθύνει και κατευθύνει τον άνθρωπο προς ωφέλεια και ψυχική σωτηρία.
         Αδελφοί μου,
           Ας έχουμε  πίστη ακράδαντη, πίστη ζέουσα και πεποίθηση στην πρόνοια του Θεού, η οποία πλουτίζει και ανυψώνει τον άνθρωπο· και ας ακούσουμε  τον άγιο Δοσίθεο πού λέγει ,  «πιστεύομεν πάντα  τα όντα, είτε ορατά είτε  αόρατα υπό  του Θεού κυβερνάσθαι προνοίας».
           Ο ουράνιος Πατέρας  μας βοηθά και μας ενισχύει στο αγαθό, Αυτός μας οδηγεί εν μέσω της ερήμου στην γη της Επαγγελίας, Αυτός μας παρέχει το Μάννα της ζωής, Αυτός επιτρέπει να εισέλθουμε στις θλίψεις προς ωφέλειά μας, Αυτός μας  σώζει από κάθε κίνδυνο, Αυτός θα μας δωρίσει την ουράνιο μακαριότητα, της οποίας είθε να γίνουμε μέτοχοι. ΑΜΗΝ .
 Ο.Λ.Κ.Α.Π.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...