Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 23, 2016

Τὰ σύμβολα τῆς νίκης




Ἦταν παλιά ἔθιμο νά ὑποδέχονται τούς νικητές στρατηλάτες μέ τιμές, κρατώντας στά χέρια τους κλάδους φοινίκων. Γιατί ἡ νίκη τους ἐσήμαινε σωτηρία τοῦ λαοῦ ἀπό ἐξανδραποδισμό καί δουλεία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο, σάν νικητή στρατηλάτη, ὑποδέχθηκε ὁ λαός τῶν Ἑβραίων τόν Χριστό. Γιατί ὅμως;
* * *

Λίγες ἡμέρες πρίν, ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο. Τόν ἀνάστησε, ἐνῶ ἦταν τέσσερες ἡμέρες στόν τάφο! Ἔδειξε ἔτσι, ὅτι ἦταν κύριος καί τοῦ θανάτου. Καί ὅτι εἶχε ἐξουσία καί νεκρῶν καί ζώντων. Καί τό μεγάλο θαῦμα μαθεύτηκε. Καί ὅλος ὁ λαός πῆρε στά χέρια του τά βαΐα (=τά φύλλα) τῶν φοινίκων «καί ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν αὐτοῦ».

Πανηγύριζε τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου: τοῦ ἐχθροῦ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου ἦταν σαφές. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ καί ἀνασταίνει ἕνα νεκρό τετραήμερο, μπορεῖ νά ἀναστήσει καί ἕνα πεθαμένο πρίν ἀπό χίλια χρόνια. Τό μήνυμα αὐτό ἔχει διατυπωθῆ μέ πολλῆ σαφήνεια στό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός».

Τότε ἐνίκησε τόν θάνατο δίνοντας σέ μᾶς πιστοποίηση τῆς δυνάμεώς Του, γιά τό τί μπορεῖ νά κάμει καί τί θά κάμει ἀργότερα, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Δέν σταμάτησε τότε τόν θάνατο ὁ Χριστός. Τότε ὁ Χριστός ἔδωκε πιστοποίηση καί ἐλπίδα: ὅτι μιά ἡμέρα θά τόν καταργήσει. Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἡ ἐλπίδα αὐτή δέν ἦταν μιά ἐλπίδα κούφια. Εἶναι μιά σιγουριά!

Κρατώντας στά χέρια «τά τῆς νίκης σύμβολα, τούς κλάδους τῶν δένδρων καί τά βαΐα τῶν φοινίκων, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ τήν Ἀνάστασιν προεμήνυσαν». Ἔδειξαν σέ μᾶς, ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι νίκη καί θρίαμβος.
* * *

Τά βαΐα τῶν φοινίκων, εἶναι σύμβολα καί μιᾶς ἄλλης νίκης. Πολύ πιό σπουδαίας ἀπό τήν νίκη τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου τῆς ψυχῆς· πού εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἀνάσταση ψυχῆς ἡ νίκη τῆς ἁμαρτίας. Θάνατος ψυχῆς εἶναι ζωή καί νοοτροπία ἀντίθετη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ζωή τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ζωή μέ ἔργα καί αἰσθήματα καλά· ζωή μέ ἀγάπη.
* * *

Ἄς προσπαθήσωμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς, διανύοντας τήν περίοδο αὐτή, πού ἔχει κέντρο της τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, «μετά κλάδων νοητῶς καί κεκαθαρμένοι τάς ψυχάς, νά ἀνευφημοῦμεν ὡς οἱ παῖδες, τόν Χριστόν», τόν νικητή τοῦ θανάτου καί ἐλευθερωτή τῶν ψυχῶν μας.

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα





Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλειώδης εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς θριαμβευτικῆς νίκης τῆς Ἀναστάσεώς Του. Προαναγγελία τοῦ θριάμβου τῆς ζωῆς πάνω στὸ θάνατο. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς λυτρωτικῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὰ εὐαγγέλια τονίζουν τὴ μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ. Πρώτη φορὰ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα μ' αὐτὸ τὸν τρόπο. Πρώτη φορὰ ἀποδέχθηκε τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ, τὴ δημόσια ἐπιδοκιμασία καὶ ἀναγνώριση. Καὶ αὐτὸ γιατί γνώριζε πόσο θολὰ καὶ ἐπιφανειακὰ εἶναι συνήθως τὰ αἰσθήματα τοῦ κόσμου. Πόσο ἀσταθὴς καὶ εὐμετάβλητη εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Πόσο εὔκολα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ τὸ «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» ἐξελίσσεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτὸν» (Ἰω. 19,15). Μία χαρακτηριστικὴ καὶ ἀντιπροσωπευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ μᾶς συνετίζει.

Μέσα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας κάθε χρόνο θυμόμαστε καὶ γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καθὼς ψάλλουμε τὸ «σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν», συνδέουμε τὸ χθὲς τῆς ἱστορίας ποὺ πέρασε μὲ τὸ σήμερα τῆς καθημερινότητας ποὺ ζοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια τροπάρια καὶ ἀναγνώσματα, τὶς ἴδιες ἀκολουθίες καὶ τελετές. Καὶ ὅμως τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ πνευματικό τους μήνυμα μᾶς ἀγγίζει καὶ μᾶς συγκινεῖ πάντοτε. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ὀδύνης τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ μέτοχοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο καὶ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε τόπο καὶ χρόνο.


Τὸ νόημα τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ


Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι». Σ' αὐτὴ τὴν πορεία μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ βασιλεία Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πολίτες της. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ ἐνίσχυση καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, γιὰ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα. Μᾶς λέει γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς ἁγιότητας μὲ τιμιότητα καὶ ταπείνωση, μὲ κόπο καὶ θυσία. Ἀπογοητεύει, βέβαια, τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του καὶ τοὺς σημερινούς, ποὺ τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν βλέπουν ὠφελιμιστικά. Ἀπογυμνώνει κάθε θρησκευτικὴ πίστη ποὺ στοχεύει στὴν ὑπεροχή, τὴν κοσμικὴ δύναμη, τὴν ἐπιτυχία, τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὅποιων ὀνείρων εὐτυχίας. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ὁτιδήποτε γήινο καὶ ἐγκόσμιο. Ὅπως τότε παρεξηγήθηκε, ἔτσι καὶ σήμερα διαστρεβλώνεται στὴν ἐσφαλμένη σκέψη καὶ πρακτικὴ κάποιων χριστιανῶν. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐγκαθιδρυθεῖ μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία, κρυμμένη στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν μελῶν Tnς, ποὺ περιμένουν τὴ φανέρωσή της.


«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»

«...Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν• Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμεvος ἐν ὀνόματι Κυρίου...». Καθὼς ψάλλουμε τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν ὁμολογία τῆς πίστης μας ὅτι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἂν πεθάνουμε, δὲν θὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ θάνατός Του εἶναι ἀπόδειξη καὶ φανέρωση τῆς κυριότητάς Του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει «διὰ τοῦτο Αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω Αὐτὸν σταυρούμενον• βασιλέας γὰρ ἐστιν τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ζοῦμε σ' ἕναν κόσμο ποὺ γκρεμίζει τὰ χριστιανικὰ θεμέλια του πολιτισμοῦ. Μία ἐποχὴ ποὺ προδίδει τὶς χριστιανικὲς ρίζες καὶ ἀρχές. Κυβερνήσεις, πολιτικοοικονομικὰ συστήματα καὶ μέσα ἐνημέρωσης στὴ θρησκευτική τους ἀδιαφορία καὶ οὐδετερότητα θέλουν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀγωνίζονται γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία τους. Ἀνταγωνίζονται γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐπιρροή τους. Συγκρούονται σφοδρὰ γιὰ νὰ προωθήσουν τὰ συμφέροντά τους. Ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται, ἐμπαίζεται καὶ παραμερίζεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο τῶν καιρῶν μας, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς φοβίζει καὶ νὰ μᾶς ἀπογοητεύει. Εἶναι βαθιὰ κατανόηση τῆς φύσης τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σὲ σχέση μὲ τὸν διαχρονικὸ ἀγώνα τῆς πίστης. Οἱ πανίσχυρες καὶ διαπλεκόμενες «βασιλεῖες τοῦ κόσμου» δὲν ἄφηναν ποτὲ καὶ δὲν ἀφήνουν καὶ σήμερα τόπο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἔχει τὸν δικό Του παράδοξο καὶ μυστηριώδη τρόπο νὰ ἐνεργεῖ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀνυποψίαστος ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τοὺς πιστοὺς ποὺ καὶ σήμερα διακηρύττουν στὶς κάθε εἴδους βασιλεῖες τῆς ἐποχῆς μας «ὡσαννά, ζεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας». Ἀμήν.

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα





Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλειώδης εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς θριαμβευτικῆς νίκης τῆς Ἀναστάσεώς Του. Προαναγγελία τοῦ θριάμβου τῆς ζωῆς πάνω στὸ θάνατο. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς λυτρωτικῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὰ εὐαγγέλια τονίζουν τὴ μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ. Πρώτη φορὰ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα μ' αὐτὸ τὸν τρόπο. Πρώτη φορὰ ἀποδέχθηκε τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ, τὴ δημόσια ἐπιδοκιμασία καὶ ἀναγνώριση. Καὶ αὐτὸ γιατί γνώριζε πόσο θολὰ καὶ ἐπιφανειακὰ εἶναι συνήθως τὰ αἰσθήματα τοῦ κόσμου. Πόσο ἀσταθὴς καὶ εὐμετάβλητη εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Πόσο εὔκολα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ τὸ «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» ἐξελίσσεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτὸν» (Ἰω. 19,15). Μία χαρακτηριστικὴ καὶ ἀντιπροσωπευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ μᾶς συνετίζει.

Μέσα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας κάθε χρόνο θυμόμαστε καὶ γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καθὼς ψάλλουμε τὸ «σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν», συνδέουμε τὸ χθὲς τῆς ἱστορίας ποὺ πέρασε μὲ τὸ σήμερα τῆς καθημερινότητας ποὺ ζοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια τροπάρια καὶ ἀναγνώσματα, τὶς ἴδιες ἀκολουθίες καὶ τελετές. Καὶ ὅμως τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ πνευματικό τους μήνυμα μᾶς ἀγγίζει καὶ μᾶς συγκινεῖ πάντοτε. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ὀδύνης τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ μέτοχοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο καὶ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε τόπο καὶ χρόνο.


Τὸ νόημα τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ


Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι». Σ' αὐτὴ τὴν πορεία μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ βασιλεία Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πολίτες της. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ ἐνίσχυση καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, γιὰ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα. Μᾶς λέει γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς ἁγιότητας μὲ τιμιότητα καὶ ταπείνωση, μὲ κόπο καὶ θυσία. Ἀπογοητεύει, βέβαια, τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του καὶ τοὺς σημερινούς, ποὺ τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν βλέπουν ὠφελιμιστικά. Ἀπογυμνώνει κάθε θρησκευτικὴ πίστη ποὺ στοχεύει στὴν ὑπεροχή, τὴν κοσμικὴ δύναμη, τὴν ἐπιτυχία, τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὅποιων ὀνείρων εὐτυχίας. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ὁτιδήποτε γήινο καὶ ἐγκόσμιο. Ὅπως τότε παρεξηγήθηκε, ἔτσι καὶ σήμερα διαστρεβλώνεται στὴν ἐσφαλμένη σκέψη καὶ πρακτικὴ κάποιων χριστιανῶν. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐγκαθιδρυθεῖ μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία, κρυμμένη στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν μελῶν Tnς, ποὺ περιμένουν τὴ φανέρωσή της.


«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»

«...Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν• Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμεvος ἐν ὀνόματι Κυρίου...». Καθὼς ψάλλουμε τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν ὁμολογία τῆς πίστης μας ὅτι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἂν πεθάνουμε, δὲν θὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ θάνατός Του εἶναι ἀπόδειξη καὶ φανέρωση τῆς κυριότητάς Του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει «διὰ τοῦτο Αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω Αὐτὸν σταυρούμενον• βασιλέας γὰρ ἐστιν τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ζοῦμε σ' ἕναν κόσμο ποὺ γκρεμίζει τὰ χριστιανικὰ θεμέλια του πολιτισμοῦ. Μία ἐποχὴ ποὺ προδίδει τὶς χριστιανικὲς ρίζες καὶ ἀρχές. Κυβερνήσεις, πολιτικοοικονομικὰ συστήματα καὶ μέσα ἐνημέρωσης στὴ θρησκευτική τους ἀδιαφορία καὶ οὐδετερότητα θέλουν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀγωνίζονται γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία τους. Ἀνταγωνίζονται γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐπιρροή τους. Συγκρούονται σφοδρὰ γιὰ νὰ προωθήσουν τὰ συμφέροντά τους. Ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται, ἐμπαίζεται καὶ παραμερίζεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο τῶν καιρῶν μας, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς φοβίζει καὶ νὰ μᾶς ἀπογοητεύει. Εἶναι βαθιὰ κατανόηση τῆς φύσης τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σὲ σχέση μὲ τὸν διαχρονικὸ ἀγώνα τῆς πίστης. Οἱ πανίσχυρες καὶ διαπλεκόμενες «βασιλεῖες τοῦ κόσμου» δὲν ἄφηναν ποτὲ καὶ δὲν ἀφήνουν καὶ σήμερα τόπο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἔχει τὸν δικό Του παράδοξο καὶ μυστηριώδη τρόπο νὰ ἐνεργεῖ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀνυποψίαστος ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τοὺς πιστοὺς ποὺ καὶ σήμερα διακηρύττουν στὶς κάθε εἴδους βασιλεῖες τῆς ἐποχῆς μας «ὡσαννά, ζεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας». Ἀμήν.

Ἡ Ἔγερσις τοῦ Λαζάρου - Περιγραφή τῆς εἰκόνας




Ἡ παράσταση μᾶς μεταφέρει ἔξω ἀπό τήν πόλη, σέ βράχους. Σ' ἕναν ἀπό αὐτούς, ὅπως συνήθιζαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἦταν λαξευμένο τό μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Δεσπόζει κι ἐδῶ ἡ μορφή τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε τή θλίψη του, ἀλλά μαντεύουμε καί τή θεότητά του. Τήν τελευταία προδίδουν, πρῶτο, ἡ μεγαλοπρεπής στάση του καί, δεύτερο, τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι (τούς βλέπουμε στή δεξιά ὁμάδα τῶν προσώπων) κοιτάζουν τό Χριστό καί ὄχι τό Λάζαρο. Τό ἕνα χέρι τοῦ Κυρίου κρατάει εἰλητό καί τό ἄλλο μέ ἐκφραστική κίνηση ἐκτείνεται πρός τό Λάζαρο. Μέ τό πρόσταγμά του ὁ Λάζαρος ἀνασταίνεται. Ἕνας νέος ἀφαιρεῖ τίς ταινίες κι ἕνας ἄλλος σηκώνει τήν πλάκα τοῦ τάφου. Ἐντυπωσιακές οἱ ἀδελφές του Λαζάρου. Προσκυνοῦν τόν Κύριο ἔχοντας στά πρόσωπα τούς χαραγμένη τήν ἄφατη λύπη τους. Ὡραία παρατηρήθηκε, πώς «ὅλοι οἱ εἰκονιζόμενοι ἀποτελοῦν, ἁπλά καί μόνο, διαφορετικές ἀποχρώσεις καί ψυχολογικές διαβαθμίσεις τοῦ ἴδιου συναισθήματος, τῆς ἴδιας ψυχολογικῆς κατάστασης — τῆς βαθειᾶς εὐλάβειας μπροστά στό γεγονός: ἀπό τήν ἤρεμη κίνηση τῶν Ἀποστόλων ὡς τό γεμάτο αὐταπάρνηση ὀδυρμό τῆς Μαρίας» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 364).

Ἔτσι ἡ εἰκόνα μας ἐκτός ἀπό τό θεϊκό της στοιχεῖο ἔχει καί τό ἀνθρώπινο. Ἄλλες εἰκόνες, ὅπως τῆς Ἀναλήψεως, τῆς Ἀναστάσεως κ.α. ἔχουν κρυμμένο τό μυστήριό τους καί φανερό τό συμβολικό τους χαρακτήρα. Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι κατανοητά καί φανερά. Ὁ Οὐσπένσκη πού λέει αὐτά, συνοψίζει' «Ἡ εἰκόνα μεταδίδει τήν ἐξωτερική, φυσική πλευρά τοῦ θαύματος, κάνοντὰς την προσιτή στήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη καί ἔρευνα, ὅπως ὅταν τελέστηκε τό θαῦμα καί ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια».

Ἡ παράσταση συγκινεῖ μέ τά πρόσωπα τῶν Ἑβραίων πού ἔτρεξαν νά παρηγορήσουν τίς πονεμένες ἀδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ θαύματος καί πολλοί «θεασάμενοι ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἔγερσης τοῦ Λαζάρου μᾶς προτρέπει νά θυμηθοῦμε τά βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου' «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζήσεται' καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνη εἰς τόν αἰώνα» (Ἴω. 11, 25-26).

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2016

Ο ΑΙΝΟΣ(Εις το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων)


 του Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου
 Ο άνθρωπος όταν νιώθει στη ζωή του μεγάλη χαρά, τραγουδάει. Υμνεί το γεγονός που του προκάλεσε τη χαρά, αλλά και το πρόσωπο με το οποίο αυτή είναι συνδεδεμένη. Η μουσική και το τραγούδι πηγάζουν από τα εσώτατα της υπάρξεώς του και αποτυπώνουν το χάρισμά του να μπορεί να μη μένει σε μία συνηθισμένη έκφραση των βιωμάτων του, αλλά να την μετουσιώνει σε δημιουργία, σε ζωή.
Και στη ζωή της πίστεώς μας ο Αίνος, η δοξολογία, η ψαλμωδία, αποτυπώνουν την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου. Και ο Αίνος γίνεται λατρεία του Θεού, αλλά και πρόσκληση στους ανθρώπους να δοξολογήσουν τον Δημιουργό μας, όπως επίσης και να εμβαθύνουν στο περιεχόμενο των εορτών της πίστεως. Γιατί χωρίς Αίνο, ο λόγος παραμένει κήρυγμα, δηλαδή προϋποθέτει την ακρόαση των και απευθύνεται στο νου και την σκέψη. Με τον Αίνο όμως ο λόγος μεταφέρεται στην καρδιά και γίνεται συμμετοχή, βίωμα, πανηγύρι αληθινό όλων των ανθρωπίνων αισθήσεων.

Καθώς η Εκκλησία μας εορτάζει κατά το πέρας της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής δύο κομβικά για την πίστη μας γεγονότα, την Ανάσταση του Λαζάρου και την θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου μας στην πόλη της Ιερουσαλήμ, διαπιστώνουμε ότι και τα δύο γέννησαν στους ανθρώπους που ήταν παρόντες διάφορα συναισθήματα, τα οποία εκφράστηκαν ξεχωριστά.

 Η Ανάσταση γέννησε απορία, θαυμασμό και ταυτόχρονα, λόγο. Οι Ιουδαίοι που διαπίστωσαν όντας αυτόπτες μάρτυρες το συγκλονιστικό εκείνο γεγονός, ο ήδη τεταρταίος νεκρός και όζων να εξέρχεται του μνήματος τυλιγμένος με τα εντάφια σπάργανα και να είναι πάλι κοντά τους ζωντανός, μόνο με το πρόσταγμα του Θεανθρώπου «Λάζαρε, δεύρο έξω», σπεύδουν να διαδώσουν την είδηση και πλήθος συγκεντρώνεται τόσο στη Βηθανία όπου ζούσε ο Λάζαρος, αλλά και την επομένη, στα Ιεροσόλυμα, καθώς θα εισέλθει ο Χριστός «επί πώλου όνου».
Εκεί ο λόγος θα γίνει Αίνος. Θα γίνει «ωσαννά» και ταυτόχρονα θα αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους. Ο προφήτης προείπε: «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω Αίνον». Ακόμη και τα νήπια και τα βρέφη θα δοξολογήσουν το Χριστό. Θα κρατήσουν στα χέρια τους τα βαΐα των φοινίκων και θα τραγουδήσουν το μεγαλείο του Θεού, εκφράζοντας έτσι τη χαρά τους για το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου, αλλά και την ελπίδα ότι Αυτός που εισοδεύει στην Ιερουσαλήμ θα είναι ο Μεσσίας.
Ο Αίνος όμως τελικά δεν θα είναι γνήσιος. Γιατί δεν συνοδεύεται από αληθινή εμβάθυνση τόσο στο θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου, όσο και στο ποιος αληθινά είναι ο Χριστός. Είναι αυθόρμητος, αλλά δεν έχει διάρκεια. Γιατί οι Ιουδαίοι δοξολογούν και τραγουδούν ένα Πρόσωπο το οποίο το αντιμετωπίζουν ως κοσμικό ηγέτη. Περιμένουν έναν κοσμικό λυτρωτή, κάποιον που έχει την δύναμη να κάνει θαύματα, Αυτόν που τελικά θα αποκαλέσουν μετά την ταφή Του «πλάνο». Ο αίνος τους πηγάζει από τη λογική των όσων βλέπουν και όσων επιθυμούν. Δεν προέρχεται από την ψυχή που αναζητά την Αλήθεια. Θέλουν έναν Θεό που να αγαπά μόνο τους ίδιους. Θέλουν έναν Θεό που να δίνει στους ίδιους ζωή. Θέλουν έναν Θεό που θα έχει εξουσία και θα επιβάλλει την εξουσία του πολιτικά, δυναστικά, απελευθερωτικά. Δεν μπορούν να δούνε τελικά τι σημαίνει ένας Θεός φίλος με τους ανθρώπους. Που δακρύζει μπροστά στο θάνατο. Που επιθυμεί να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να Τον συναντήσουν. Που εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα όχι για το «ωσαννά» , αλλά για το «σταύρωσον αυτόν». Γιατί ο Θεός θα αποκαλύψει την Αλήθειά Του στην πληρότητά της νικώντας οριστικά τον θάνατο, όχι για έναν και προσωρινά, όπως ο Λάζαρος, αλλά για όλους μας και παντοτινά, δια της Αναστάσεως.

Ο Αίνος χαρακτηρίζει και την εποχή μας. Εάν στρέψουμε το βλέμμα μας στον κόσμο, θα διαπιστώσουμε πόσο εύκολα αινούμε, δοξολογούμε, αγκιστρωνόμαστε κυριολεκτικά σε ανθρώπους και καταστάσεις. Γνώμονάς μας το συμφέρον. Ο αίνος μας πηγάζει από την λογική των όσων βλέπουμε και επιθυμούμε. Γι’ αυτό και γρήγορα, επειδή όσοι αινούμε αποδεικνύονται είτε κατώτεροι των προσδοκιών μας, είτε λειτουργούν ως κατασκευάσματα της επικαιρότητος, των ΜΜΕ, κινούμενοι στη λογική του «άρτος και θεάματα», το «ωσαννά» γίνεται «σταύρωσον» ή «αδιαφόρησον».

Μόνο ο Χριστός αξίζει τον αληθινό μας Αίνο. Γιατί ο λόγος για τον οποίο εισήλθε, όχι μόνο στην Ιερουσαλήμ της Παλαιστίνης, αλλά στην Νέα Ιερουσαλήμ της Εκκλησίας, παραμένει ο μοναδικός λόγος που δίδει αληθινό νόημα στη ζωή μας. Ήρθε για να πατήσει «θανάτω τον θάνατον». Για να μας χαρίσει την ζωή και την κοινή ανάσταση. Και να μας δείξει ότι η αγάπη του Θεού δεν ελαττώνεται εξαιτίας των δικών μας αμαρτημάτων, αλλά παραμένει πάντοτε θυσιαστική, συγχωρητική και σωστική, καλώντας μας σε μία διαρκή αναγέννηση στη ζωή της Εκκλησίας μας. Αυτό είναι και το αληθινό νόημα της χριστιανικής λατρείας και παραδόσεως, όπως αποτυπώνεται στις ακολουθίες των εορτών της πίστεως που ψάλλουμε στους ναούς μας καθόλη την διάρκεια του έτους, και, βεβαίως, και της Μεγάλης Εβδομάδος. Να βοηθηθούμε, ώστε να περάσουμε από όσα βλέπουμε και επιθυμούμε, στα όσα μας σώζουν αιώνια. Και να προσανατολίσουμε τη ζωή μας κατά Θεόν. Για να αλλάξουμε και κατά άνθρωπον.
το είδαμε εδώ

Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ οἱ ἑτερόδοξοι χριστιανοὶ

Ἡ Ὀρθοδοξία
καὶ οἱ ἑτερόδοξοι χριστιανοὶ


   .                 Ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ 50 χρόνια οἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς τὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο ἔχουν παραβιάσει πολὺ ἐ­πι­κίνδυνα τὰ ἐπιτρεπόμενα ὅρια. Νὰ θυμηθοῦμε μόνο ὅτι οἱ κινήσεις τοῦ τότε Πατριάρχη Ἀθηναγόρα εἶχαν προκαλέσει ἔκρηξη συνειδήσεων. Τρεῖς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶχαν παύσει νὰ τὸν μνημονεύουν.
.               Στὶς δεκαετίες ποὺ ἀκολούθησαν ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ βρισκόταν διαρκῶς στὰ ὅρια τῆς ἀνοχῆς του. Δὲν ἀπέρριπτε συλλήβδην τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, ζητοῦσε ὅμως νὰ γίνονται αὐτοὶ μὲ σωστὸ τρόπο. Ὁ τρόπος ἦταν δυστυχῶς ἀπαράδεκτος. Ἐπὶ δεκαετίες συζητοῦνταν αὐτὰ στὰ ὁποῖα δὲν διαφωνοῦμε. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἀνάγκασε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας Στυλιανό, ἐπὶ 20ετία Συμπρόεδρο στὸν «Ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο» Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, νὰ παραιτηθεῖ ἀγανακτισμένος, γιὰ νὰ μὴν ἔχει πλέον, ὅπως δήλωσε, «οὐδεμία σχέση μὲ ἕνα τέτοιο ‘‘ἀνούσιο παίγνιο’’».
.                Ἐπιπλέον ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀντιδροῦσε σταθερὰ στὶς ποικίλες κοινὲς λατρευτικὲς καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις ποὺ προωθοῦσαν μιὰ ἕνωση στὴν πράξη, χωρὶς νὰ ἔχει ἐπιτευχθεῖ συμφωνία στὰ σοβαρὰ δογματικὰ ζητήματα. Καὶ πάντα ἐλπίζαμε ἢ ὅτι θὰ ὑπάρξει θεολογικὴ συμφωνία ἢ ὅτι θὰ ἐπέλθει διακοπὴ τῶν σχέσεων.
.                  Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο δημιουργεῖ καὶ ἐπιτείνει τώρα τὴν ἀγωνία μας. Διότι ἀπὸ τὸ προσυμφωνημένο κείμενο γίνεται φανερὸ ὅτι ἡ ἐκτροπὴ τῶν προηγούμενων ἐτῶν ποὺ καθιέρωσε ὁ Ἀθηναγόρας, θὰ ἐπιχειρηθεῖ νὰ περιβληθεῖ μὲ πανορθόδοξο κύρος καὶ ἑπομένως νὰ παγιωθεῖ. Πόσο δικαιολογημένη εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνησυχία φαίνεται καθαρὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ δήλωσε στὶς ἀρχὲς Ἀπριλίου σὲ συνέντευξή του στὴν ἐφημερίδα «Ἐθνικὸς Κήρυξ» τῆς Νέας Ὑόρκης ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ. Εἶπε: «Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουμε ὅλες τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες, εἴτε εἶναι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἴτε οἱ Ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες προῆλθαν ἀπὸ τὴ Μεταρρύθμιση. Πρέπει νὰ εἴμαστε λογικοὶ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα». Αὐτὴ ἡ «κοσμικὴ» λογικὴ εἶναι ποὺ φοβίζει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη συνείδηση κάτι τέτοιο δὲν τὸ δέχεται. Κι οὔτε δεχόμαστε νὰ μᾶς τὸ ἀμφισβητήσει αὐτὸ κανείς. Διότι δὲν ἀλλάξαμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ πιστοὶ παραμένουμε σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι στὴν παράδοση τῶν Πατέρων μας, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Συνόδων ὅλων τῶν αἰώνων.
.                Αὐτοὺς τοὺς ἁγίους καὶ ἡρωικοὺς Πατέρες ἀναγνωρίζουμε πραγματικὰ μεγάλους καὶ θεοφώτιστους ἀπλανεῖς ὁδηγοὺς καὶ ὄχι τὸν σήμερα πολυυμνούμενο δῆθεν «μεγάλο» Ἀθηναγόρα, τοῦ ὁποίου τὴ γραμμὴ ἐπιδιώκουν νὰ ἐπιβάλουν καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ὅσιος Παΐσιος εἶχε γράψει αὐτὰ τὰ φοβερὰ λόγια: «Ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μον­τέρνα, ποὺ λέγεται παπικὴ ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξη Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή».

ΠΗΓΗ: osotir.org

"Λάζαρε δεύρο έξω"



Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ

Αναφερόμενος στο θαυμαστό γεγονός της αναστάσεως του επιστήθιου φίλου τού Χριστού, του Αγίου Λαζάρου του τετραημέρου, ο Άγιος Ανδρέας Επίσκοπος Κρήτης μάς λέγει σε μια ομιλία του ότι «ο δίκαιος Λάζαρος μάς ετοιμάζει δείπνο και καλεί τους εραστές των καλών έργων και τους φιλοθεάμονες και όσους συμμετάσχουν μιμητικά στο πάθος του Χριστού προς ευωχίαν πνευματικήν»1.

Αξίζει λοιπόν να παρακαθίσουμε σε αυτό το πνευματικό συμπόσιο και να απολαύσουμε τη διδασκαλία του θεοφόρου πατρός της Εκκλησίας για τον δίκαιο Λάζαρο, αλλά κυρίως να σταθούμε στο πώς ερμηνεύει το δεσποτικό λόγο του Χριστού «Λάζαρε δεύρο έξω»2, όπως καταγράφεται από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Α. «Ουκ εύχεται νυν, ουδέ λέγει· Πάτερ έγειρε αυτόν… αλλά κράζει φωνή μεγάλη… Τίνος χάριν; Ίνα και την μέλλουσαν δείξη σάλπιγγα συγκαλούσαν φωνή τους εν μνήμασι»3. Δηλαδή, με τον λόγο αυτό θέλει αφενός μεν, να φανερώσει ότι Aυτός είναι ο δημιουργός του ανθρώπου μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ομοούσιο και συναΐδιο Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό θα ψάλλει ο Άγιος Ανδρέας στον περίφημο κανόνα του : «Τον χουν συνάψας πνεύματι, ο πάλαι τον πηλόν, πνεύματι ψυχώσας, ζωής Λόγε λόγω σου· και νυν δε λόγω εξανέστησας, εκ της φθοράς φίλον, και των καταχθονίων»4. Αφετέρου δε, να προϊδεάσει για την ένδοξη Δευτέρα Παρουσία Του, που θα έλθει μετά αγγελικών δυνάμεων για να κρίνει ζώντες και νεκρούς, όταν «αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σαλπίσματι Θεού καταβήσεται απ' ουρανού και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον»5. Και αυτή η φωνή του Χριστού, θα συμπληρώσει ο Θεοφάνης ο Κεραμεύς : «θα ακουστεί σαν σάλπιγγα κατά την τελευταία ημέρα και θα αναστηθούν οι νεκροί»6.

Δεσποτική η φωνή,

Βασιλικόν το κέλευσμα,

Εξουσίας το πρόσταγμα,

Για να μάθουν οι Ιουδαίοι ότι έρχεται η ώρα που «οι εν τοις μνημείοις» θα ακούσουν τη φωνή του Χριστού και θα αναστηθούν από τα μνημεία προκειμένου να συναντηθούν με το Δεσπότη Χριστό, το Δημιουργό του παντός. Ο φίλος προσφωνεί τον φίλο, ο Δεσπότης όμως επιτάσσει: «Λάζαρε δεύρο έξω», για να μάθουν οι Ιουδαίοι ότι και Αυτός «τριήμερος αναστήσομαι αφού γευθώ τον θάνατο»7.

Β. «Λάζαρε δεύρο έξω».

«Περιβεβλημένος τα σπάργανα, έξελθε και τα εντάφια περικείμενος»8.

Με την πράξη αυτή ο Χριστός θέλει να καταστήσει τους Ιουδαίους και όλους τους παρόντες που βρίσκονται στην πολίχνη της Βηθανίας, μάρτυρες αυτού του γεγονότος· ότι δηλαδή αυτό το θαυμαστό γεγονός δεν είναι κάτι το προσποιητό, ούτε απλώς μια φαντασία, αλλά ένα μέγιστο θαύμα. Γιατί Εκείνος ο Οποίος θα ανήστατο από των νεκρών, μετά το εκούσιο πάθος Του, θα προήγειρε τον τετραήμερο, κατά την έκφραση πάλι του Αγίου Ανδρέα Επισκόπου Κρήτης. Και προσθέτει : «ίδωσιν χείρας δεδεμένας και πόδας και όψεις κεκαλυμένας και μη απιστήσειαν Ιουδαίοι τω θαύματι»9.

Κι όπως ο Τριαδικός Θεός με τον δημιουργικό Του λόγο «είπε και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν»10, αυτός που κατά την έκφραση της Αγίας Γραφής είπε : «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ'ομοίωσιν»11, έτσι και τώρα μας διδάσκει πως με τη δεσποτική αυτή φωνή «εν ριπή παν το πλάσμα ψυχούται… η πνοή έρχεται στα ρουθούνια… οι φλέβες είναι γεμάτες αίμα, η φωνή στο φάρυγγα, στα αυτιά ο λόγος, η όραση στους οφθαλμούς, η όσφρηση επί χώρας, η βάδιση κατά τη φύση και όλο το σκήνος ήταν πλήρως εμψυχωμένο»12. Γιατί απλούστατα «όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».

Και τότε, και σήμερα και πάντοτε θα ισχύουν αυτά για εκείνον ο οποίος πιστεύει ακράδαντα στην παντοδυναμία του Θεού, αφού ο Χριστός «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας των αιώνων».

Γ. «Λάζαρε δεύρο έξω».

Κραυγάζει ο Χριστός με δυνατή φωνή, κατά την έκφραση του Θεοφάνους του Κεραμέως, για να επισημάνει πως ο λόγος Του είναι δραστήριος, μέγας και ισχυρός. «Με αυτή τη φωνή του Χριστού, αφανίστηκε η δύναμη του Άδου και γρήγορα η ψυχή εμφανίστηκε μέσα από τους νεκρούς. Το δε σώμα που είχε ήδη διαλυθεί, με δύναμη οικοδομήθηκε και με όλα αυτά πραγματοποιούνταν αυτό το μεγάλο θαύμα, το υπερφυσικό και ανέκφραστο …Διότι δεν αναστήθηκε από αρρώστια κάποιος που βρισκόταν στις τελευταίες του αναπνοές... ούτε αναζωογονείται παιδάκι που μόλις πέθανε... ούτε νεαρός που πρόκειται σε λίγο να οδηγηθεί στον τάφο... αλλά ένας άνδρας ήδη ηλικιωμένος, νεκρός από πολύ πριν και προχωρημένος στη σήψη της γης και πεσμένος από την ανάγκη του σώματος, με μια πρόκληση επανέρχεται προς τη ζωή και βγαίνει και έρχεται, ενώ είναι δεμένος με υφασμάτινες ταινίες»13.

- - - - -
Ο τετραήμερος Λάζαρος με την ανάστασή του έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει πως πρέπει κι εμείς, και με την σάρκα (η οποία παρομοιάζεται με την αδελφή του τη Μάρθα), αλλά και με την ψυχή (η οποία είναι η κυρία του σώματος και παρομοιάζεται με την αδελφή του Μαρία), να απευθυνθούμε στο Χριστό, προκειμένου να αναστήσει τον πεσμένο μας νου από την αμαρτία και το θάνατο ώστε να έχουμε κι εμείς τη δυνατότητα της θέας του προσώπου Του. Γιατί αν δεν Τον δούμε σε αυτήν τη ζωή ως φως, όπως έλεγε ο Όσιος Παϊσιος ο Αγιορείτης επαναλαμβάνοντας τη θεολογία όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν θα έχουμε τη δυνατότητα αυτό το φως στη Βασιλεία των Ουρανών να μας λαμπρύνει και να μας φωτίζει και να μας κάνει φωτός μετόχους 14.

«Γενού Σίμων... Γενού Λάζαρος,

τω κόσμω νεκρώμενος,

όζων τοις μώλωψι,

την σιωπήν ως λίθον επί στόματος έχων...

Έχεις και αυτός αδελφάς, την ψυχήν, είτα την σάρκα.

Φιλιώθητι τω Χριστώ... ίνα φθάσας ο Χριστός αναστήση σε»15!

1 Αγίου Ανδρέα Κρήτης, «Λόγος Η’, Εις τον τετραήμερον Λάζαρον», PG 97,960A
2 Ιω. 11,44
3 Αγίου Ανδρέα Κρήτης, ο.π. 980B
4 Ωδή Ε', Κανόνας Αποδείπνου Παρασκευής εβδομάδας προ των Βαΐων
5 Α' Θεσ. 4,15
6 «Από την Ανάσταση του Λαζάρου στην Ανάσταση του Χριστού», Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου Ιεράς Σκήτης Κουτλουμουσίου, εκδ. Αρμός, σελ. 31
7 Αγίου Ανδρέα Κρήτης, αυτόθι
8 ο.π. 980C
9 αυτόθι
10 Ψαλμ. 32,9
11 Γεν. 1,26
12 Αγίου Ανδρέα Κρήτης, ο.π. 981C
13 «Από την Ανάσταση του Λαζάρου στην Ανάσταση του Χριστού», Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου Ιεράς Σκήτης Κουτλουμουσίου, εκδ. Αρμός, σελ. 32
14 Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως
15 Αγίου Ανδρέα Κρήτης, ο.π. 985D

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ 23 Απριλίου 1827 ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΩΤΙΑΔΗ

 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
23 Απριλίου 1827
ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΩΤΙΑΔΗ
«Και δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη τιμή για τη μνήμη του, πως ενώ πολλοί άλλοι το μόνο που σκέφτηκαν ήταν πως να πλουτίσουν, ο Καραϊσκάκης πέθανε εξαιρετικά φτωχός»                             Blaquiere  

     Το πρωί της άλλης μέρας, της τελευταίας της ζωής του, 22 τού Απρίλη 1827, γράφει στον Τσώρτς γυρεύοντάς του να τού στεί­λει αμέσως τα εργαλεία, τις τροφές και τα πολεμο­φόδια που γύρεψε, για να μπορέσει να γίνει το κί­νημα το ίδιο κείνο βράδυ. Κι ο Τσώρτς τού στέλνει οχτώ κάσες φουσέκια, που δε φτάνανε, για τόσο στρατό, μήτε για δυο ώρες πόλεμο. Όταν τις είδε και σε ρώτημά του τού αποκρίθηκαν πως τούτα ήταν όλα κι όλα τα πολεμοφόδια που τον εφοδίαζε ο αρχιστράτηγος, τον συνεπήρε πάλι άγριος θυ­μός. Βεβαιώθηκε πια πως πίσω απ’ όλα αυτά κρυβό­ταν κάποιο σατανικό παιχνίδι των δυο Άγγλων — να σπρώξουν προς την καταστροφή το στράτευμα τού Πειραιά.
—Ωρέ Έλληνες, φωνάζει, ελάτε και πάρετε τις παλιοκάσες που μας έστειλε ο γαλαντόμος Καπετάν - Γολέτας και ρίξτε τις στη θάλασσα μαλάγρα για τα ψάρια!
Τις πήραν για να μην τις βλέπει και να ησυχάσει, μα δεν τις έριξαν βέβαια στη θάλασσα. Μακάρι όμως να το είχαν κάνει, γιατί, καθώς θα δούμε, κι αυτό το λίγο μπαρούτι που βρισκόταν μέσα σ’ αυ­τές ήταν χαλασμένο.
Ο Κασομούλης γράφει: «Ή από το προηγούμενο συμβάν[1], ή από την βραδύτητα οπού ήρχοντο τα πράγματα, ή από αυτήν την αγανάκτησιν των πολε­μοφοδίων — και διότι ενόμιζεν ότι επίτηδες αντε­νεργούν, πλάγια, εις το κίνημα — εταράχθη τόσον, ώστε εθερμάνθη και ολονέν εκραύγαζε από την σκη­νήν, κατά τού αρχιστρατήγου»[2].
Όταν μεσημέριασε κι έφαγε λίγο ψωμί ξάπλωσε στην κουρελού του να ησυχάσει λίγο. Είπε στον Ζαφείρη — στην Τουρκοπούλα Μαριώ δηλαδή — να σταθεί καραούλι έξω από τη σκηνή του και να μην αφήσει κανέναν να μπει, να τον ταράξει.
Πέρασε λίγη ώρα ησυχίας. Και ξάφνου ακούστηκαν να πέφτουν απανωτά ντουφέκια. Απόρησε όπως είχε δώσει διαταγή ν’ αποφύγουν οι δικοί μας κάθε σύγκρουση με τον εχθρό, γιατί τη νύχτα θα γινόταν το γενικό κίνημα. Όσο τα λεπτά περνούσαν τόσο αβγάτιζε και η φωτιά. Πετιέται πάνω, βγαίνει έξω από τη σκηνή του και ρωτά τι τρέχει.
Χτυπιούνται στο Βοϊδολίβαδο, αρχηγέ ! τού απο­κρίνονται.
Προστάζει να τού φέρουν τ’ άλογό του και να πάνε να πούνε στον Χατζημιχάλη να τον ακολουθήσει με την καβαλαρία. Όπως δεν είχε κανένα άρμα πάνω του, αρπάζει από τη μέση τού Γιαννάκη Λογοθέτη το σπαθί του, καβαλικεύει το άτι του και χύνεται καλπάζοντας προς το θάνατο.
Πως όμως είχε αρχίσει ο πόλεμος αυτός που στοί­χισε στην Ελλάδα, την κρίσιμη εκείνη ώρα, τον Καραϊσκάκη; Εκεί που βρισκόταν ως πριν ακόμα από ένα χρόνο το παλιό θέατρο τού Νέου Φαλήρου είχαν τα ταμπούρια τους οι Υδραίοι[3]. Αρχηγός τους ο συγγενής τού Κόχραν Άγγλος συνταγματάρ­χης Urquhart. Δίπλα τους οι Κρητικοί με τον Καλλέργη, στρατολογημένοι κι αυτοί από τον Κόχραν. Όταν κάθησαν το μεσημέρι να φάνε ψωμί ήπιανε μπόλικο κρασί, που πριν από λίγο τους το έστειλε δώρο ο στόλαρχος. Μέθυσαν και τότε βγήκανε στο ξέγναντο κι αρχίζουν να χτυπάνε τους Τούρ­κους, που μ’ αρχηγό τον Γκέντζιαγα ήταν ταμπουρωμένοι σε κάποια μάντρα.
Δυο ερωτήματα μπαίνουν: 1) Γιατί τούτη η γαλαντομία των Εγγλέζων να μοιράσουν τόσο κρασί που να μεθύσουν οι νησιώτες; 2) Γιατί ο Urquhart και οι άλλοι αξιωματικοί δεν προσπάθησαν να τους εμποδίσουν στον άκαιρο πόλεμο που άνοιξαν, αφού είχαν διαταγή να μην κινηθεί κανείς; Σε τέτοια ερωτήματα δεν υπάρχουν βέβαια απαντήσεις, παρά μονάχα υποθέσεις και υποψίες.
Σαν ήρθε επικουρία στους εχθρούς, παρατάνε τη μάντρα και ρίχνονται, πεζούρα και καβαλαρία, πάνω στους δικούς μας. Ο Νικηταράς, που το πόστο του βρισκόταν λίγο πιο πάνω, προς τον ανήφορο της Καστέλλας, βλέποντας σε ποιόν κίνδυνο πέσανε οι δικοί μας, τρέχει με τα παλικάρια του. Το παρά­δειγμά του ακολουθάνε κι άλλοι καπεταναίοι. Και σε λίγο βροντάνε τα κανόνια κι από τις δυο μεριές. Η αψιμαχία γινόταν τώρα μάχη. Ο Νικηταράς κάνει γιουρούσι πάνω στους εχθρούς, μα πληγώνε­ται στο σαγόνι. Πισωδρομάνε οι δικοί μας.
Μα να, φτάνει ο Καραϊσκάκης. Γκαρδιώνει τους Έλληνες, τους παρασέρνει και κυνηγάει τους ε­χθρούς. Πληγώνεται όμως τ’ άλογό του. Ξεπεζεύει και καβαλικεύει το πρώτο που βρέθηκε μπροστά του. Έλαχε νάναι τζαναμπέτικο και να μη θέλει να προ­χωρήσει. Ο Γιαννάκης Πανομάρας βλέποντας πως έτσι γινόταν στόχος, αρπάζει τα χαλινάρια τού αλό­γου και φωνάζει στον Καραϊσκάκη:
—  Κατέβα κάτω, αρχηγέ !
—  Τι κρένεις, ωρέ Γιαννούση; Άφησε τ’ άλογο να πάει ομπρός!
—  Κατέβα ή το σφάζω! του αποκρίνεται ο Πανομά­ρας αγγίζοντας με τη μύτη τού γιαταγανιού του την κοιλιά τού ζώου.
Πάνω στην ώρα φτάνει και η καβαλαρία μας με τον Χατζημιχάλη. Περιτριγυρίζει τον Καραϊσκάκη. Κατεβαίνει τέλος από το γρουσούζικο άλογο κι ανεβαίνει σ’ άλλο. Χύνεται τώρα με την καβαλαρία μας πάνω στους Τούρκους και τους αναγκάζει να γυρίσουν στα ταμπούρια τους. Περνάει «αναμεταξύ τού οχυρώματος τού Γκέντζιαγα και ενός όπου είχον οι Τούρκοι εις την εκβολήν τού Κηφισσού». Κυνηγώντας τους εχθρούς, ο Κακλαμάνος, υπασπιστής της καβαλαρίας μας, «διαμένων πλησίον τού Καραϊσκάκη εις όλους τους κινδύνους της ημέρας ταύτης, έδειξεν ηρωϊσμόν και τόλμην ασυνείθιστον μάλιστα όταν σφαίρα κανονιού τού αφαίρεσε την δεξιάν χείρα, αυτός χωρίς να δείξη διόλου δει­λίαν, εξακολούθησε την μάχην, λαβών με την αριστεράν του το σπαθίον, το οποίον εκράτει εις την κοπείσαν χείρα του»37.
Η καβαλαρία μας με τον Καραϊσκάκη ακράτητη πάντα προχωρεί ξεμπροστίζοντας τους Τούρκους ως εκεί όπου είναι τώρα το παλιό εργοστάσιο ηλεκτρισμού στο Νέο Φάληρο. Ήταν τέσσερεις το απόγευμα. Τότε ένα βόλι χτυπά τον ήρωα στο βουβώνα. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν να τον συντρέξουν.
—  Δεν είναι τίποτα! φωνάζει και βρίσκει τη δύ­ναμη να ξανακαβαλικέψει για να μη δειλιάσουν τα παλικάρια του.
Αρχίζουν να πισωδρομάνε οι δικοί μας, μ’ όλη όμως την τάξη. Σαν έφτασαν εκεί που στήσανε, όταν λευτερώθηκε ο τόπος, το μνημείο του και βά­λανε σ’ αυτό τα λείψανα τού ήρωα, πίσω από το πο­δοσφαιρικό γήπεδο που φέρνει τώρα τ’ όνομά του, ο λαβωμένος αρχηγός δεν μπορεί πια να κρατηθεί στ’ άλογο και ξεπεζεύει. Πιάνεται από τον Κίτσο Τζαβέλα και περπατώντας σιγά τραβά προς τη θά­λασσα όπως αποφάσισαν να τον πάνε στα καράβια. Σε μια στιγμή τους λέει:
—Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να’ ρθεί κοντά μου. 
Ο Γκόρντον αποδίνει τούτα τα λόγια του στην εχθρότητα που είχε ενάντια στους ξένους γενικά38. Νομίζομε πως αυτό δεν είναι σωστό, γιατί πολλές φορές γύρεψε από ξένους γιατρούς να τον κοιτάξουν.
Τούτη τη φορά δεν ήθελε να πέσει στα χέρια τους όπως, καθώς θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δε χτυπήθηκε από τους εχθρούς, παρά από δι­κό μας, όργανο των ξένων.
Σαν έφτασαν στ’ ακρογιάλι για να τον βάλουνε σε βάρκα, τους λέει:
Αδέρφια μου, πάω να με κοιτάξουν οι γιατροί. Μα ποιος ξέρει· ίσως και να μη ζήσω. Ένα σας γυ­ρεύω· αν λάχει και πεθάνω να μην κιοτήσετε. Κι ούτε έχετε ανάγκη να σας οδηγάνε οι ξένοι στον πόλεμο. Τον ξέρετε καλύτερα από κάθε άλλον. Ο πόλεμος που κάνουμε είναι δίκαιος και χρειαζούμε­νος. Μη με λυπόσαστε, γιατί τιμή και καύχημα των παλικαριών είναι να τα λένε σφαγάρια κι όχι ψοφί­μια. Συχωρνάτε με, αδέρφια, όπως κι εγώ συχωρνάω μικρούς μεγάλους. Έχετε γειά άξια παλικάρια και κατακαημένοι σύντροφοί μου39.
Τα δάκρυα τρέχανε από τα μάτια των παλικαριών...
—  Καλό κατευόδιο, αρχηγέ, και γλήγορα να γειάνεις!
«Σύννεφον σκοτεινόν έπεσεν και μας πλάκωσεν», γράφει ο Κασομούλης40. Και η λαϊκή μούσα απαθανατίζει εκείνη τη σκηνή με τούτον εδώ τον τρόπο:
Τρία πουλάκια κάθονταν στον κάμπο της Αθήνας, είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά γραμμένα, είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. Από βραδύ μοιρολογούν και το ταχύ φωνάζουν Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη, Παρασκευή ξημέρωνε, να μ’ είχε ξημερώσει. Αφέντες έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν. Καραϊσκάκης φώναξε πάνου απ’ τ Άλογό του: «Πούστε μπρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά μ’ αντρειωμένα; Γυμνώστε τ’ αλαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια, βάλτε τους Τούρκους στα μπροστά και κόφτε και σκοτώστε». Ήρθε μεντάτι των Τουρκών, πεζοί και καβαλάροι, δεν ήταν λίγ' ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες. Πρώτο γιουρούσι πούκαμαν, δεύτερο τράκο κάμαν. Λαβώνεται ο Καραΐσκος κι ο καπετάν Νικήτας. Κι ο Καραΐσκος φώναξε, ψιλή φωνούλα βγάζει: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, και πάρ' το γιούχα η Τουρκιά κι έρθει και μας χαλάσει. Σαν Έλληνες βαστάξετε και σα Γραικοί σταθείτε. Κι εγώ κι αν ελαβώθηκα, κι αν είμαι πληγωμένος, τώρα θα πάω στην Κούλουρη και στη Φανερωμένη πούναι παντοτινός γιατρός αυτός θα με γιατρέψει».
Τον ανεβάζουν στη γολέτα «Σπαρτιάτης». Με τον Γιωργάκη Βάγια, που τον συνόδεψε ως το κα­ράβι, στέλνει τούτο το μήνυμα στο στρατόπεδο:
—  Πάγαινε να χαιρετήσεις τ’ αδέρφια μου τους Ρουμελιώτες. Τους παραγγέλνω να μη φοβηθούν μα να βαστάξουν τα πόστα τους. Και πες τους πως θέλω να τους δω. 
Βλέπουν την πληγή του οι γιατροί και καταλα­βαίνουν πως ήταν θανάσιμα χτυπημένος. Έρχουνται να τον δουν ο Κόχραν κι ο Τσώρτς. Ο Κόχραν καθώς γράφει ο Howe, τού θυμίζει τα κατορθώματα του. Ο Καραϊσκάκης τον αντισκόβει απότομα και τού λέει:
—Ό,τι έκανα, έκανα, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, τώρα να δούμε τα μελλούμενα41.
Ο Κόχραν, σαν έμαθε από τους γιατρούς πως ήταν καταδικασμένος, παίρνει τον Μαυροκορδάτο και βγαίνει στην ξηρά. Γυρεύει να συνταχτούν οι πιο σημαντικοί καπεταναίοι για να τους μιλήσει. «Ήτο η πρώτη φορά», λέει ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, «καθ’ ην έλειπεν ο γενναίος και συνετός Καραϊσκάκης από τού συμβουλίου, και η εκ της απουσίας τοιούτου πολεμάρχου κατήφεια εκάλυπτε τα πρόσω­πα όλων των παρόντων οπλαρχηγών, ειδότων ότι μετ’ ολίγας ώρας απεχωρίζοντο δια παντός αυτού»42.
Οι καπεταναίοι νομίζουν πως ο Κόχραν τους σύνα­ξε για να τους παρηγορήσει και να τους δώσει θάρ­ρος. Κατάπληχτοι τον ακούνε να τους ρωτά:
—  Είσαστε έτοιμοι να μπαρκαριστείτε σύμφωνα με το σχέδιο; 
Στη βουβαμάρα που απλώθηκε δίνει τέλος ο πιο νέος άπ’ όλους, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.
—  Πες του, λέει στον Μαυροκορδάτο, πως εμείς θαρρούσαμε πως μας γύρεψε για να μας παρηγο­ρήσει. Ο Καραϊσκάκης ήταν δοξασμένος αρχηγός και το πάθημα έριξε το στράτευμα σε μεγάλη λύπη και συλλογή. 
Ο Κόχραν ρωτά και τους άλλους, που τού αποκρί­νονται:
—  Πως να κινηθούμε; Ο αρχηγός μας πεθαίνει και οι αγωνιστές τούτη την ώρα θάβουν τους σκοτωμένους και φροντίζουν τους λαβωμένους. 
Πετιέται πάνω ο Κόχραν και φωνάζει:
Ε, τότε παίρνω τα καράβια μου και φεύγω!43
Ο Gordon γράφει: «Το χειρότερο επακόλουθο τού θανάτου τού Καραϊσκάκη στάθηκε, πως κανείς δεν έμεινε νάχει τόσο σθένος που ν’ αντιταχθεί στα μοιραία σχέδια τού Κόχραν. Και οι αξιωματικοί που θα τα εκτελούσαν συσκέφθηκαν κι αποφάσισαν πως όσο κι αν ήταν αυτά αλλόκοτα, η τιμή τους υποχρέωνε να τα εκτελέσουν»44. Κι ο Κουτσονίκας λέει πως «μολονότι δεν επρόβλεπον αίσιον τέλος τού κινήματος τούτου, τα περιστατικά ταύτα και η φι­λοτιμία των τους ηνάγκασαν ν’ αποφασίσουν έσπευσαν δε να ειδοποιήσουν τον Κόχραν, ότι την επαύ­ριον αφεύκτως εκινούντο»[45].
Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ (ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ)
   Στ’ αναμεταξύ ανέβηκαν στη γολέτα «Σπαρτιά­της» ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος κι ο Γαρδικιώτης Γρίβας.
—Ελάτε να σας φιλήσω, τους λέει μόλις τους είδε ο ετοιμοθάνατος αρχηγός. 
Κι αρχίζει «να τους παρηγορή με μύρια καλά λόγια»46. Μα εκείνοι δεν μπορούν να κρατήσουν τα δάκρυά τους.
—  Μην κλαίτε και μην απελπιζόσαστε. Εγώ πή­ρα κι άλλες πληγές και θα καταλάβω σε λίγο μόνος μου αν είναι η θανατερή. 
Σωπαίνει για λίγο κι έπειτα λέει:
— Ξέρω τον αίτιο κι αν ζήσω παίρνουμε χάκι47. «Ακούσαντες τούτο, εζήτησαν επιμόνως να ειπή τον άνθρωπον, και αυτός εσιώπησεν, υποθέτων τι ταραχή έμελλε να προκύψη αναμεταξύ μας, εάν τον ωνόμαζεν, είτε δικαίως είτε αδίκως»[48].
Κι ο Αινιάνας γράφει: «Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερεν εις αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζε τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον»[49].
    Για όποιον θα επιθυμούσε να συμβουλευθεί τα στοιχεία που υπάρχουν για το ιστορικό αυτό πρό­βλημα, αν ο Καραϊσκάκης σκοτώθηκε από βόλι τού εχθρού ή δολοφονήθηκε, όπως κι ο ίδιος σχημά­τισε τη γνώμη, τον παραπέμπω στη βιογραφία μου για τον Καραϊσκάκη, όπου αφιερώνω δυο ειδικά κε­φάλαια. Εδώ θ’ αναφέρω μονάχα τη γνώμη του Βλαχογιάννη. Στη βιογραφική αρχειακή μελέτη του για τον Καραϊσκάκη, που άρχισε να γράφει μα ποτέ δεν τέλειωσε, λέει: «Τριγύρω στο στρατόπεδο και γύ­ρω στη σκηνή του πολεμάρχου νικητή παίχτηκε καταχθόνιο παιχνίδι, που είχε τέλος τραγικό, τού στρατοπέδου την καταστροφή και του στρατηγού το θάνατο. Η τραγωδία αυτή θα φανεί στον τόπο που της πρέπει και διάπλατα θ’ αφηγηθεί[50].  Ο Μαυροκορδάτος μετά τη δίκη τού Καραϊσκάκη δεν επεθύμησε μονάχα το θάνατό του, δεν τον κήρυξε μονάχα χρήσιμο στο συμφέρο της πατρίδος, αλλά και ωργάνωσε καταχθόνιο σχέδιο για το θάνατό του. Η απόδειξη θα φανεί εκεί που πρέπει[51] [...]. Και γι’ αυτό άμα έπεφτε (ο Μαυροκορδάτος) επάνω σ’ άνθρωπο ανυπόταχτο κι ανίκανο να πέσει και να προσκυνήσει, έχανε τα λογικά του και γινόταν άξι­ος ακόμα και τού φόνου το μεγάλο κακό να βάλει εμπρός και να τελέψει, καθώς τόκανε με τον άτυχο Καραϊσκάκη»[52].
Η γνώμη αυτή τού Βλαχογιάννη κάθε άλλο παρά βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Την αποδέχομαι με τούτη εδώ την παραλλαγή: η συνωμοσία που οδήγησε στο φόνο τού Καραϊσκάκη και στην κατα­στροφή του στρατοπέδου τού Πειραιά στάθηκε αντάξια εκείνων των παραδόσεων που δημιούργησαν τη Βρεταννική αυτοκρατορία όταν σ’ αυτή ο ήλιος δε βασίλευε ποτέ. Λογαριάζω λοιπόν σαν πρωτεργά­τη της τον Κόχραν και συνεργάτες του τον Μαυροκορδάτο, τον Τσώρτς και ίσως και τον Μάσσον.
    Ξαναγυρνάμε όμως στον «Σπαρτιάτη», για ν’ αφηγηθούμε τις ύστατες ώρες ζωής τού Καραϊσκάκη.
— Όπως κι αν είναι, ξαναλέει στον Χατζηπέτρο και στον Γρίβα, εγώ θα πάω στην Αίγινα, όπου ίσως γιατρευτώ. Αν όμως πεθάνω... 
—  Μη μελετάς το θάνατο, τον αντικόβει ο Χατζηπέτρος, δεν είμαστε ακόμα εκεί. 
—  Αν όμως πεθάνω, ξαναλέει, σας γυρεύω να κρατήσετε καλά τις θέσεις σας και να δώσετε τέλος στην πολιορκία της Αθήνας. Εσείς προπάντων, οι παλιοί συναγωνιστές μου, να κοιτάξετε να μη ντροπιαστείτε[53].
Στ’ αναμεταξύ ανέβηκαν στη γολέτα η τουρκοπούλα Μαριώ και οι δυο έμπιστοί του μικροκαπεταναίοι, ο Μήτρος Σκυλοδημάκης κι ο Μήτρος Αγραφιώτης. Κάθησαν κι αυτοί κατάχαμα σταυρο­πόδι γύρω από τον ετοιμοθάνατο ήρωα, μη μπορών­τας να κρατήσουν τα δάκρυά τους.
—   Τώρα, είπε, γιατί ποιος ξέρει αν ζω ή πεθαίνω, θέλω ν’ αφήσω σ’ εσάς τις τελευταίες μου παραγγε­λίες. 
—   Σε παρακαλούμε ξανά, μην ονοματίζεις το θάνατο! του λέει ο Χατζηπέτρος. 
—   Όσο για μένα, τού αποκρίνεται, είτε ζήσω είτε πεθάνω το ίδιο μού κάνει. Εκείνο όπου μ’ αφήνει λύπη και θα μ’ αφήσει κι ύστερα από το θάνατό μου, είναι πρώτα τ’ αδύναμα παιδιά μου[54] — μα έχω όλη την πίστη πως θα τα συντρέξετε — κι έπειτα εσείς οι συναγωνιστές μου, που τόσα υποφέρατε μαζί μου. 
Πήρανε χαρτί κι άρχισαν να γράφουν τη διαθή­κη του, που σώθηκε και βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη[55]. Ο Blaquiere λέει: «Και δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη τιμή για τη μνήμη του, πως ενώ πολλοί άλλοι το μόνο που σκέφτηκαν ήταν πως να πλουτίσουν, ο Καραϊσκάκης πέθανε εξαιρετικά φτωχός».
Αφού υπόγραψε τη διαθήκη του, τους ξαναλέει:
Ήθελα νάχω όλο το έθνος εδώ, μπροστά μου, για να τού πω το τι αξίζετε... Αυτό είναι που με κά­νει και λυπάμαι, είπε και δάκρυσε. Μια επιθυμία έχω ακόμα. αν πεθάνω να με θάψετε σε μεγάλη εκκλησιά. 
Σαν άκουσαν τούτα τα λόγια του, δεν κρατήθηκαν πια όλοι και ξέσπασαν σε δυνατά κλάματα.
«Αφού πάλιν καθησύχασεν ολίγον η ψυχή των», λέει στον Χατζηπέτρο και στον Γαρδικιώτη:
—  Πηγαίνετε τώρα εσείς στα πόστα σας. Να μου φιλήσετε όλους και να τους πείτε αύριο το πρωί ναρθούν, καθώς κι εσείς, για να σας ιδώ. 
Τον φίλησαν κι έφυγαν. Ήταν πια 9 ώρες το βρά­δυ. Έπειτα από λίγο άρχισε απότομα να βαραίνει.
Γύρεψε να φέρουν έναν παπά να ξομολογηθεί. Ύστερα πια παραμιλούσε. Άλλοτε γύρευε να γλι­τώσουν την Αθήνα, άλλοτε φώναζε ονόματα συναγω­νιστών του ή των πιο αγαπημένων του, άλλοτε παρακάλαγε να τον σκοτώσουν να μην πονά. 
—  Θε μου, έλεγε, εγώ δούλεψα την πατρίδα μου, λευτέρωσέ με από τους πόνους[56]. 
Στις 3 από τα μεσάνυχτα άρχισε το χαροπάλεμα και στις 4 το πρωί, στις 23 του Απρίλη, λίγο πριν ξημερώσει η μέρα της ονομαστικής γιορτής του, το μέγα τέκνο της πατρίδας έφυγε, για το ταξίδι όπου δεν έχει γυρισμό. 
«Εκείνος προς αν και η Στερεά Ελλάς εχρεώστει την απελευθέρωσίν της, και η λοιπή Ελλάς εστήριζε το πλείστον των κατά ξηράν ελπίδων της», γράφει ο Ορλάνδος, «ο αθάνατος Καραϊσκάκης έπαυσε τού ζην»57.
Μόλις ξεψύχησε, ο Κόχραν κι ο Τσώρτς πρόσταξαν να κατεβάσουν το κουφάρι του σε μια βάρκα και να το βγάλουν στη Σαλαμίνα για να τον θάψουν.
Ο θανάσιμος τραυματισμός τού Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο. (Λεπτομέρεια από τον πίνακα τον Αλέξανδρου Ησαΐα —Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).
Τον κλαίει η Ρωμιοσύνη
    Όταν τα ξημερώματα μαθεύτηκε ο χαμός του στο( στρατόπεδο, ήταν ωσάν νάπλωνε πάνω απ’ αυτό ο θάνατος τα φτερά του. «Πικροτέραν στιγμήν και φαρμακωτέραν», λέει ο Κασομούλης, «εις καμμίαν περίστασιν δεν είχαμεν δοκιμάσει. Εμείναμεν εις την μέσην ικανήν ώραν, χωρίς να κινούμεθα ούτε εδώθεν, ούτε εκείθεν. Εσυλλογίσθημεν εις ποιον έπρεπεν να υπάγωμεν να μας παρηγορήση; Ποιον να παρηγορήσωμεν; Επιστρέψαμεν οπίσω, ειδοποιούντες και τους λοι­πούς να μείνουν εις την θέσιν, διότι ο Αρχηγός απέθανεν.
»—Απέθανεν! 
»Εφώναξαν όλοι, και σιγανά - σιγανά άλλος έπεσεν εδώθεν, άλλος έπεσεν εις ταις πέτραις, και έκλαιγαν την υστέρησίν του»58.
Ο αρχηγός της καβαλαρίας Χατζημιχάλης, ο ανδρείος των ανδρείων, εφώναξε:
—  Τι πάθαμε οι καημένοι! Τι πάθαμε! Τι θ’ ακο­λουθήσει τώρα; Πως θα σωθούμε;59 
Το καΐκι με το κουφάρι τού ήρωα έφτασε στ’ Αμπελάκια μόλις άρχισε να γλυκοχαράζει η αυγή της πικρής ανοιξιάτικης εκείνης μέρας. Σε λίγο η νεκρική πομπή ξεκίνησε για τη Σαλαμίνα. Να πως μας περιγράφει το ξόδι του ο Περραιβός που το παρακολούθησε:
«Η πικρά αυτή αγγελία διαχυθείσα εις Σαλαμίνα ανήγειρε θρήνους και οδυρμούς εις πάσαν ηλικίαν και γένος των τε κατοίκων, παροίκων και τυχόντων ξένων. Αφήσαντες όλοι τας οικίας των ανοικτάς έτρεχον τύπτοντες τα στήθη, ποτίζοντες την γην με θερμά και ακράτητα δάκρυα, αμιλλώμενοι τις να πρωτασπασθή και πρωτοραντίση με τα δάκρυά του τον ήρωα, κράζοντές τον οι μεν πατέρα, οι δε σωτήρα της Ελλάδος, άλλοι το φόβητρον των Τούρκων και άλλοι το αιώνιον καύχημα της Ελλά­δος. Με τοιαύτα και άλλα εγκώμια και κοπετούς συνωδεύετο το θύμα της πατρίδος από Αμπελάκια μέχρι τού χωρίου της Σαλαμίνος, το οποίον απέχει τρία τέταρτα της ώρας. Αρχιερείς και ιερείς, όσοι παρευρέθησαν εις την νήσον, ενδεδυμένοι τα ιερά άμφια έψαλλον την πένθιμον ακολουθίαν. Οι παρευρεθέντες στρατιώται, πολλοί δε και εκ των εν τω νοσοκομείω ελαφρώς πληγωμένων, δράξαντες τα όπλα συνώδευον το λείψανον μέχρι τού ναού του Αγίου Δημητρίου, όπου κατέθεσαν αυτό εν τω μέσω. Πληθύς γυναικών θρηνωδών περιεκάθησε, πλησιέστεραι δε ήσαν όσαι υιούς και συγγενείς απώλεσαν υπέρ πατρίδος. Αύται εθρηνώδουν τας ηρωϊκάς του πράξεις εκάστης μάχης, συμνημονεύουσαι εν τω μεταξύ και των συγγενών τον θάνατον, κατά την Ελληνικήν συνήθειαν. Μετά τριών ωρών θρηνολογίαν έθαψαν το λείψανον παρά την θύραν τού ναού εκ δεξιών, μόλις δύο βημάτων απεχούσης τού τάφου»60.
Όταν το θλιβερό άγγελμα έφτασε στη Συνέλευση της Τροιζήνας ήταν σα να τους χτύπησε αστροπελέ­κι. «Ουδείς ήνοιγε τα χείλη του», γράφει ο Ν. Δραγούμης, «ουδείς εύρισκε λόγους ίνα ερμηνεύση το άλγος της καρδίας αυτού, ουδείς είχεν ιδέαν τι έπρε­πε να γίνη μετά τον θάνατον τού μεγάλου στρατηγού [...]. Φωνή γοερά, φωνή ανδρών και γυναικών αντηχήσασα κατά την Τροιζηνίαν ακτήν, συνανεμίγη μετά των οδυρμών των απέναντι κατοίκων τού Πόρου, και ουδείς συγκατένευε να παρηγορηθή, προαισθανόμενος ίσως την προσεχή κατά το Φάληρον συμφοράν»61.
Ο Κολοκοτρώνης ξεσπά σε λυγμούς και μοιρολογά για ώρες, ωσάν γυναίκα, τον ήρωα της Ρούμελης. 
Στον Πόρο κάνουνε το μνημόσυνό του. Οι καπεταναίοι σηκώνουν στις πλάτες τους άδειο νεκροσέντουκο τυλιγμένο με μαύρο πανί και πάνω σ’ αυτό στεφάνι από δάφνη. Ακολουθάνε αρχιερείς, πολεμάρχες, αγωνιστές, λαός. Έπειτα από την επιμνημό­συνη ακολουθία ο Σπυρ. Τρικούπης εκφωνεί τον επικήδειο λόγο:
«Τότε είχε ψωμί και αυτός», είπε, «όταν είχαν και οι αγαπητοί του Έλληνες· η κλίνη του ήτον κλίνη απλού στρατιώτου.πρωταγωνιστής επαρουσιάζετο και την τιμήν τού αγώνος όλην την απέδιδεν εις άλ­λους· εθουσιασμένος δια την παλληκαριάν, ως παλληκάρι και ο ίδιος, την ετιμούσεν όπου την έβλε­πε, και την αντάμειβε πλουσιοπάροχα· τους γνω­στούς δια την ανδρείαν τους έκραζε κατ’ όνομα, όταν εξεσπάθωνεν εν καιρώ μάχης, δια να τον ακολουθήσουν έβγανε τα πιστόλια του από το ζωνάρι, και με αυτά, εις ανταμοιβήν παλληκαριάς, εστόλιζε τού παλληκαριού την μέσην έλυε την ζώνην του και έδινεν εις τας ανάγκας τού πολέμου το ύστερον νό­μισμα»62.
Σαν τέλειωσε ο Τρικούπης το λόγο του, βγαίνει ο Κολοκοτρώνης από την εκκλησιά και φωνάζει στους αγωνιστές:
—Ωρέ Έλληνες ντουφεκάτε τρεις φορές στη μνήμη τού Καραϊσκάκη! 
Και οι αγωνιστές αδειάζουν τα καριοφίλια τους στον αέρα και δάκρυα τρέχουνε από τα μάτια τους. 
Ναι, «εθρηνήθη παρά πάντων ως ουδείς άλλος»63.
Όταν οι Τούρκοι, από έναν Αράπη φυγάδα ιππο­κόμο τού Κολιό - Πασχούλη, μάθανε το ίδιο εκείνο πρωί το θάνατό του, μπήξανε φωνές χαράς και ρί­χνανε απανωτές μπαταριές στον αέρα. «Στο ελληνικό στράτευμα», γράφει ο Howe,«επικρατούσε η αποθάρρυνση και η απελπισία. Και αν χρειάζεται άλ­λος φόρος τιμής στη μνήμη του, τον απένειμαν οι Τούρκοι με τις χαρμόσυνες ομοβροντίες τους και τις κραυγές τους που φανέρωναν την ευτυχία τους για το θάνατο εκείνου, που τον φοβόνταν πιότερο απ’ όλους τους τιτλούχους Φιλέλληνες που αντιμε­τώπισαν»64.
Ο Κιουταχής έλεγε πως φοβάται πιότερο την αξιότητα τού Καραϊσκάκη απ’ όλο μαζί το Ρωμέικο μιλέτι65. Και οι Αρβανίτες ομολογούσαν στους δι­κούς μας, τους πολιορκουμένους στην Ακρόπολη, πως «ο σουλτάνος έχει ένα Ρεσίτ πασά66 και οι Ρωμιοί έναν Καραϊσκάκη. Δυο λιοντάρια πολεμούν ποιο θα νικήσει τ’ άλλο. Η Αρβανιτιά άλλον Ρωμιό καπετάνιο δε φοβάται εξόν από τον Καραϊσκάκη»67.
Ο Σπηλιάδης γράφει: «Δεν ανέστησεν η ολιγαρ­χία την Στερεά Ελλάδα, την ανέστησε ο Καραϊσκάκης [...]. Ότι άλλος δεν την ανέστησε θα το αποδείξει ο θάνατός του»68. Κι αλίμονο, φτάσανε εικοσιτέσσερεις μονάχα ώρες απ’ αυτόν για ν’ ακο­λουθήσει η συμφορά.


Αγ. Δημήτριος - Τάφος Καραϊσκάκη
Ο Ναός του Αγ. Δημητρίου είναι η πρώτη ενορία του νησιού. Η ανέγερση του τωρινού ναού έγινε το 1806 πάνω σε ερείπια παλαιότερου ναού του 17ου  αιώνα. Είναι βασιλικού ρυθμού μετά τρούλου και αποτελεί αντιγραφή της Μονής Φανερωμένης αλλά σε μικρότερη και απλούστερη μορφή. Το 1835, λόγω των αυξημένων ενοριακών αναγκών,  επεκτάθηκε ο ναός προς τα Δυτικά και προστέθηκε το καμπαναριό. Το δεξί κλίτος του ναού (αφιερωμένο στον Άγιο Ραφαήλ) είναι κτίσμα του 1973. Μέσα στο ναό βρίσκονται δύο έργα του Γιαννούλη Χαλεπά (ο Δεσποτικός Θρόνος και ο Άμβωνας) και οκτώ μεγάλοι πίνακες του Πολυχρόνη Λεμπέση. 
Βέβαια το ιστορικότερο κομμάτι του ναού είναι ο τάφος του οπλαρχηγού της Επανάστασης του 1821 Γεωργίου Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης σε αυτό το ναό παρακολουθούσε τη Θεία Λειτουργία  αφού θεωρούσε προστάτη του τον Αγ. Δημήτριο. Το ασημένιο πουκάμισο (κάλυμμα) της εικόνας του Αγ. Δημητρίου είναι αφιέρωμα του Καραϊσκάκη το 1824 από τις λιωμένες  πιστόλες και παλάσκες του.
Όταν τραυματίστηκε στο Φάληρο ζήτησε να επισκεφθεί το ναό του Αγίου για να γίνει καλά αλλα ήταν γραπτό του να μπεί στην εκκλησία πεθαμένος στις 23/4/1827. Η τελευταία επιθυμία του ήταν να ταφεί στην εκκλησία του προστάτη Αγίου του, όπως και έγινε. Το 1835 ,  κατόπιν βασιλικού διατάγματος του Όθωνος έγινε ανακομιδή των λειψάνων του. Το μεγαλύτερο μέρος των οστών του πήγε στο Φάληρο σε κενοτάφιο και ένα μέρος του έμεινε στον Άγιο Δημήτριο.
Το 1996 απεκαλύφθει ο τάφος κατόπιν ενεργειών του τότε Δημάρχου Αθανασίου Μακρή και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Στην αυλή του ναού υπάρχει η προτομή του αγωνιστή. Ο ναός βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της Σαλαμίνας στην αρχή της ομώνυμης οδού.
Τηλέφωνο ναού.: 2104653972.
Εφημέριος : Πατήρ Ανάργυρος Ευδαίμων.


Δεν παραθέτουθε τις υποσημειώσεις και τις παραπομπές με σκοπό
να προωθήσουμε την αγορά αυτής της εξαιρετικής εργασίας του Δημ.Φωτιάδη
Από: «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21» Β’ Έκδοση ‘Ν.ΒΟΤΣΗ’ 1977

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com

H ἐπίθεση, πού δέχεται ὁ Ἑλληνισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία αὐτή τήν ἐποχή, ἐκδηλώνεται σέ τρία κυρίως μέτωπα


ΕΘΝΙΚΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ. ΞΥΠΝΗΣΤΕ!
H ἐπίθεση, πού δέχεται ὁ Ἑλληνισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία αὐτή τήν ἐποχή, ἐκδηλώνεται σέ τρία κυρίως μέτωπα:
1. Ἡ Νέα Τάξη Πραγμάτων διαλύει σήμερα τήν Ἑλλάδα μέ μεθόδους  Μαφίας καί μέ τή βοήθεια τῶν ντόπιων  ἐντολοδόχων της, τῶν πολιτικῶν-μαριονεττῶν· ἀφ ̓ ἑνός τῶν ἀριστερούληδων-διεθνιστούληδων τῆς «Ἀριστερᾶς» καί ἀφ ̓ ἑτέρου (σέ μικρότερο βαθμό) τῆς «Δεξιᾶς» «τοῦ κεφαλαίου πού δέν γνωρίζει πατρίδα». Ξεπουλοῦν τήν πατρίδα μας ὅσο-ὅσο.  Τήν μετέβαλαν ἤδη σέ «ἀποικία χρέους» καί τήν ἐποικίζουν μέ στρατιές Ἀφροασιατῶν μωαμεθανῶν, οἱ ὁποῖοι σύντομα θά λάβουν ἑλληνική ὑπηκοότητα καί θά  ἀπαιτήσουν γλῶσσα, τζαμιά καί σαρία (ἰσλαμικό νόμο). 

 Σ ̓ αὐτό τό ἔγκλημα  συνεργοῦν ἀπό  κοινοῦ οἱ «ἀγαπούληδες» χριστιανοί τῶν σαλονιῶν καί τό «ζαλισμένο κοπάδι» καί οἱ «χρήσιμοι ἠλίθιοι», πού δημιουργεῖ ἡ πλύση ἐγκεφάλου, πού ἀσκοῦν τά διαπλεκόμενα καί ἐξωνημένα ΜΜΕ. Ἰδιαίτερα μᾶς πονᾶ αὐτό πού βλέπουμε νά γίνεται: Νά συνεργεῖ, ἄθελά της, καί ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας (εὐτυχῶς ὄχι ὅλοι οἱ Μητροπολίτες) στό ἀνίερο καί ἀντεθνικό αὐτό ἐγκληματικό σχέδιο, πού ἰσοδυναμεῖ μέ ἐσχάτη προδοσία! Ἡ θλίψη φθάνει στό κατακόρυφο, καθώς γιά δεύτερη φορά (ἡ πρώτη τό 2001), ὁ αἱρεσιάρχης πάπας τῆς  Ρώμης θά πατήσει τά ἁγιασμένα μας χώματα, καί μάλιστα αὐτά τῆς νήσου Λέσβου, προσβάλλοντας τούς ἁγίους μάρτυρες καί ὁμολογητές τῆς πίστεώς μας. Δέν καταλαβαίνουν οἱ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, πού συγκατατέθηκαν στήν ἀνίερη ἐπίσκεψη, ὅτι μέ τίς φιέστες, πού θά  γίνουν στή νῆσο τῶν ἁγίων, προωθεῖται στό ὄνομα τοῦ «ἀνθρωπισμοῦ» καί τῆς  ἀλληλεγγύης πρός τούς «πρόσφυγες» ὁ ἐποικισμός τῆς Ἑλλάδος ἀπό ἑκατομμύρια Ἀφροασιάτες μωαμεθανούς; Δέν καταλαβαίνουν ὅτι οὐσιαστικά  παίζουμε τό παιχνίδι τῆς Τουρκίας καί τῶν δουλεμπόρων; Τό ἔργο  ἐκφοβισμοῦ τοῦ λαοῦ, γιά  νά δεχθεῖ τήν καταστροφή του χωρίς νά ἀντιδράσει, ἔχουν ἀναλάβει οἱ «ἀναρχοαυτόνομοι» καί «Ἀλληλέγγυοι», πού πλειοδοτοῦν στό «καλωσόρισμα τῶν προσφύγων» καί στή διεκδίκηση τῶν  «δικαιωμάτων» τους. Τό ἴδιο κάνουν καί  πράκτορες ξένων μυστικῶν ὑπηρεσιῶν.
2. Ἡ ἐπιχείρηση στό δεύτερο μέτωπο εἶναι ἡ προσπάθεια στέρησης τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Γι ̓ αὐτόν τόν σκοπό προωθοῦν: α) τήν «κάρτα  τοῦ πολίτη», δηλαδή τό σφαιρικό ἠλεκτρονικό μας φακέλωμα, β) τήν ἀχρήματη κοινωνία καί γ) τόν ἔλεγχο μέσῳ τῆς  διατροφῆς (Codex Alimentarius: διάθεση σπόρων μόνο μέσῳ τῶν πολυεθνικῶν κολοσσῶν Monsanto κ.ἄ., προώθηση τῶν μεταλλαγμένων κ.ο.κ.).
3. Ἡ ἐπιχείρηση στό τρίτο μέτωπο εἶναι ἡ προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, μέσῳ κυρίως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο  πραγματοποιεῖται ἡ λεγομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, μέ οὐσιαστικό σκοπό νά κατοχυρώσει καί νομιμοποιήσει τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
Καί στά τρία αὐτά θέματα, πού πραγματικά «καῖνε», ἔχουμε ἀναφερθεῖ πολλές φορές ἀπό τίς στῆλες τῆς Παρακαταθήκης. Σ ̓ αὐτό εἰδικά τό τεῦχος, πού κυκλοφορεῖ καί μέ περισσότερες σελίδες −λόγῳ αὐξημένης ὕλης− ἀναφερόμαστε ἐκτενῶς στή  λαθρομετανάστευση, ὡς τό βασικό ἐργαλεῖο, πού χρησιμοποιεῖ ἡ Νέα Τάξη, γιά νά διαλύσει τήν Ἑλλάδα  καί τούς Ἕλληνες.
Ὅσοι ζωντανοί, ὅσοι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι αἰσθανόμασθε τήν κρισιμότητα τῶν καιρῶν καί τόν θανάσιμο κίνδυνο, πού διατρέχει ἡ πίστη καί ἡ πατρίδα μας, ὀφείλουμε νά ξυπνήσουμε καί νά δράσουμε. Χρειάζεται καί μετάνοια μέπροσευχή διάπυρη, ἀλλά καί κοινωνική καί πολιτική παρέμβαση, ὥστε νά  ματαιωθοῦν −σύν Θεῷ− τά ἀντίχριστα καί  ἀντεθνικά σχέδιά τους. Ἀμήν.
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗΣ

ΣΧΟΛΙΟ: Η μετάνοια καί η προσευχή είναι κάποιο είδος πολεμικής τέχνης; 

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...