Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 18, 2022

Κυριακή του Ασώτου ή του σπλαχνικού Πατέρα;

Δεν έχω, βεβαίως, καμιά αμφιβολία ότι στην Παραβολή που παραθέτει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο 15, στ. 11-32, όπως και σ’ όλες τις παραβολές, αλλά και στην Αγία Γραφή την ίδια, πρωταγωνιστής είναι ο Πατέρας «ημών, ο εν τοις ουρανοίς» (ο Πατέρας «μας που είναι στους ουρανούς») (Μτ 6:9). Ούτε και μου διαφεύγει η ευαγγελική ρήση ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» («χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα») (Ιω 15:5).

Με προβληματίζει, λοιπόν, το γεγονός ότι στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για χιλιάδες τώρα χρόνια, η δεύτερη Κυριακή Τριωδίου, λίγο πρίν την Μεγάλη Τεσσαροκοστή, ονομάζεται Κυριακή του Ασώτου: «Τη αυτή ημέρα της του Ασώτου Υιού παραβολής εκ του ιερού Ευαγγελίου μνείαν ποιούμεθα, ην οι θειότατοι Πατέρες ημών δευτέραν εν τω Τριωδίω ενέταξαν» («Αυτή τη μέρα, θυμόμαστε την παραβολή του Άσωτου Υιού από το ιερό Ευαγγέλιο, την οποία οι θεοσεβέστατοι Πατέρες μας συμπεριέλαβαν στο Τριώδιο ως την δεύτερη Κυριακή»).

Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, ας θυμηθούμε, είναι η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισσαίου, ενώ η τρίτη, αυτή της Κρίσεως κατά την Δευτέρα Παρουσία. Ακολουθεί η Κυριακή της Τυρινής, κατά την οποίαν «ανάμνησιν ποιούμεθα της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτοπλάστου Αδάμ» («θυμόμαστε την εξορία του πρωτοπλάστου Αδάμ από τον Παράδεισο της αγαλλίασης»). Μετά δε απ’ αυτήν, αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή της νηστείας και η πορεία προς το Πάσχα.

Από παιδί, καθοδηγούμενος από τους μακαριστούς πλέον πνευματικούς μου πατέρες, διέκρινα ένα συνδετικό κρίκο στην αλυσίδα αυτή των Κυριακών, την θεία προειδοποίηση για την επερχόμενη Κρίση, και προσδιόριζα ως τα μέτρα που θα έπρεπε να λάβω, την μετάνοια και την επιστροφή στο εξομολογητήριο. Με λίγα λόγια, άσωτος κι εγώ όπως ο μικρότερος υιός, θα έπρεπε να γυρίσω στον παπά της ενορίας μου και να εξομολογηθώ: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» («Πάτερ μου, έχω αμαρτήσει και στον ουρανό, αλλά και μπροστά σου»).

Σαν ξενητεύτηκα, όμως, κι άρχισα να ζω μονίμως στην ετερόδοξη Αμερική, μου δημιουργήθηκαν ερωτήματα: Ο «Πάτερ» του Λουκά, δεν είναι ο παπάς της ενορίας μου, άρα γιατί δεν πάω σ’ Εκείνον για την εξομολόγησή μου; Αν μετάνοια είναι ο γυρισμός, γιατί επιμένω να παραμένω στη ξένη γη; Αφού παραδέχομαι ότι είμαι Άσωτος, γιατί δεν παραδίδομαι στη Χάρη του Θεού, αλλά περιμένω να σωθώ με τα έργα της νηστείας, της προσευχής και της ελεημοσύνης; Πώς είναι το Πάσχα τέρμα της πορείας μας, αφού το κύριο γεγονός είναι αυτό της Κρίσης κατά την Δευτέρα Παρουσία; Και γιατί παραμένω άσωτος, αφού η σωτηρία ξεπήγασε ήδη (πέρσι κι όλα τα προηγούμενα χρόνια) από το κενό μνημείο του Ιησού Χριστού;

Χωρίς πολλή σκέψη, μπαίνω στον πειρασμό να καταλήξω κι εγώ στο συμπέρασμα που όλο και συχνότερα ακούω και διαβάζω από σύγχρονους Ορθόδοξους θεολόγους ότι «η συνήθης ονομασία ‘Παραβολή του ασώτου’ παρεκκλίνει πλήρως από το ουσιαστικό περιεχόμενό της». Λάθος, επομένως, είχαν οι πνευματικοί που με ανέθρεψαν στην πίστη; Λάθος κι οι Θειότατοι Πατέρες που συνέγραψαν το Συναξάρι, κι οι υμνογράφοι που συνέθεσαν τους ύμνους που ψάλλονται κάθε χρόνο την δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου;

Με τρομάζει η ευκολία με την οποία η κάθε νέα γενιά θεολόγων παραγκωνίζει τους δασκάλους της, εισάγει «καινά δαιμόνια» στην νεολαία, και ξεφορτώνεται το νερό της μπανιέρας, χωρίς δεύτερη σκέψη για το μωρό που εξακολουθεί ξένοιαστο να λούζεται μέσα.

Από πλευράς μου, δεν είμαι διατεθειμένος να παραδοθώ στην εξ ολοκλήρου ηθικιστική ερμηνεία της Παραβολής, ούτε και να εστιαστώ αποκλειστικά στο «ζων ασώτως» («κάνοντας άσωτη ζωή»), ξεκόλλητο από το υπόλοιπο κείμενο.

Κατ’ αρχάς, το «ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών» («αυτός που ξεκοκκάλισε την περιουσία σου με τις πρόστυχες») είναι λόγια του πρεσβύτερου αδελφού, κι όχι του Πατέρα. Ο Πατέρας, αντιθέτως, διαλαλεί: «ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη» («αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός κι επανήλθε στη ζωή, ήταν χαμένος και βρέθηκε»). Η νέκρωση είναι το πρόβλημά μου, κι όχι η πορνεία, η οποία είναι το απ’ ευθείας αποτέλεσμα της νέκρωσής μου.

Να, λοιπόν, γιατί το Πάσχα είναι το τέρμα της πορείας μου: η Ανάσταση «εκ των νεκρών» («από τους πεθαμένους»). Ο νεώτερος Υιός δεν ήλθεν «εις εαυτόν» («στα σύγκαλά του») λόγω των τύψεων που του δημιούργησε η άσωτη ζωή του, αλλά λόγω της πείνας που τον ταλάνιζε: «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ» («θα ήταν διατεθειμένος να γεμίσει την κοιλιά του ακόμη κι από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε κάτι να φάει»).

Να, λοιπόν, γιατί θεσμοποιήθηκε η νηστεία: για να μας θυμίζει ότι «ου γάρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» («δεν έχουμε, λοιπόν, εδώ στη γη μόνιμη κατοικία, αλλά επιδιώκουμε την μελλοντική, στον ουρανό») (Εβρ 13:14).

Η νοσταλγία του ασώτου δεν ήταν για μια ζωή χωρίς τα σαρκικά πάθη του ή μια ζωή ανέραστη, αλλά για τον «οίκον του πατρός του» («το σπιτικό του πατέρα του»). Να, λοιπόν, σε ποια χώρα επιβάλλεται να γυρίσω κι εγώ: στην «ποθεινήν πατρίδα» («στην πολυπόθητη πατρίδα μου»), για την οποία ψάλλουμε στα μνημόσυνα.

Ο άσωτος μετανοεί πρωτίστως, όχι για τις σχέσεις που έφτιαξε με τις πόρνες, αλλά για την σχέση που εγκατέλειψε όταν «απεδήμησεν εις χώραν μακράν» («ξενιτεύτηκε σε μακρυνή χώρα»). Να, λοιπόν, γιατί νοιώθει την βίαιη ανάγκη όπως «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ· πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου» («θα σηκωθώ και θα πάρω το δρόμο προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα μου, έχω αμαρτήσει και στον ουρανό, αλλά και μπροστά σου. Δεν είμαι πια άξιος να λέγομαι γυιος σου. Πάρε με πίσω σαν ένα από τους μισθωμένους υπηρέτες σου»).

Ούτε λέξη περί ηθικής, ούτε από τον ίδιο, ούτε κι από τον Πατέρα. Αν υπάρχει ανάμνηση των ηθικών αμαρτιών του, αυτή προέρχεται μόνον από τον πρεσβύτερον αδελφόν, που μικρόψυχα σκέφτεται κυρίως την «άνιση μεταχείριση» που δέχεται για χρόνια από τον Πατέρα.

Αντιθέτως, ο άσωτος, αντιλαμβανόμενος ότι η επιδίωξη της ισότητας ήταν ακριβώς το κίνητρο της επανάστασής του και ο πρόξενος της εξορίας του, μετανοεί. Γι’ αυτό, κι επιζητεί πλέον μόνον την ενότητα με τον Πατέρα, ο οποίος, ασφαλώς, «επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν» («έπεσε με πόθο πάνω στο σβέρκο του και τον γέμισε φιλιά»). Το πρόβλημά μου δεν είναι η μετανάστευση στην Αμερική, αλλά η προπατορική εξορία μου «από του Παραδείσου της τρυφής» («από τον Παράδεισο της αγαλλίασης»). «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην» («Δεν υπάρχει ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας»), ούτε κι Αμερικανός.

Στη Γένεση πρέπει να καταφύγουμε για ν’ αντιληφθούμε το λόγο που η Εκκλησία ανέκαθεν ονόμαζε τον νεώτερο Υιό «άσωτο». Δεν μπορεί ο άσωτος από μόνος του να σωθεί, αφού περιφέρει «της νεκρώσεως της δοράν, ως θνητός ελεεινός» («την πετσιά της πεθαμενίλας, σαν ελεεινός θνητός»). Ναι, μπορεί να ξεκόψει από τις πόρνες κι από τα σπάταλα έξοδα. Ναι, μπορεί και να βρει καινούργια δουλειά, αλλά δεν μπορεί ν’ αναστηθεί με τις δικές του δυνάμεις.

Να, λοιπόν, η ερμηνεία που δείχνει ότι η σωτηρία μας είναι στα χέρια του Θεού, ότι είναι αποκλειστικά απότοκο της Χάρης του, κι ότι δεν κερδίζεται με τα δικά μας έργα, όσο καλά κι άγια κι αν είναι.

Ταυτόχρονα, όμως, η σωτηρία που μας χάρισε ο Θεός με την σταυρική θυσία, το αίμα, και την Ανάσταση του Υιού και Λόγου του, δεν ενεργείται ως διά μαγείας. Αν ο Θεός ήταν ταχυδακτυλουργός, γιατί δεν μας έσωσε καθισμένος στον θρόνο Του, αλλά κρεμασμένος στον Γολγοθά; Γι’ αυτό κι ο Θεός-Λόγος ντύθηκε στη δική μας πετσιά της πεθαμενίλας, ούτως ώστε σαν ένας από μας ν’ αποφασίσει ελεύθερα να γυρίσει στον Πατέρα Του και Πατέρα μας, όσο επώδυνο κι αν ήταν το ταξίδι της επιστροφής.

Για να σωθεί ο άνθρωπός, πρέπει ο ίδιος να το αποφασίσει ελεύθερα, και να παραδοθεί ανεπιφύλακτα στην αγκαλιά του Πατέρα. Ο άσωτος παραμένει νεκρός, ανεξάρτητα από την απύθμενη αγάπη του Πατέρα, εφ’ όσον ο ίδιος, ελεύθερα δεν αποφασίσει να πάρει το ταξίδι της επιστροφής. Να, λοιπόν, γιατί απαιτείται η μακρά πορεία μέσα στην έρημο πριν φτάσουμε στη γη της επαγγελίας, και η ασκητική εμπειρία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πριν προσκυνήσουμε τον αδειανό Πανάγιο Τάφο. Αφού, ενωμένοι σαν ένας άνθρωπος, πεθάναμε με τον Αδάμ, έτσι και πάλιν, ενωμένοι σαν ένας άνθρωπος με τον Χριστό, προσδοκούμε την ανάστασή μας.

Η Παραβολή (και η Κυριακή) του Ασώτου αποδέχεται ως δεδομένο τον ρόλο του Σπλαχνικού Πατέρα. Το διακύβευμα που παραμένει είναι μόνον η απόκριση του Ασώτου, και η συγκεκριμένη πράξη του, η οποία υποδηλώνει τον ενσυνείδητο και ελεύθερο ενστερνισμό της σωτήριας που πάντα προσφέρεται στον Οίκο του Πατρός του.

Αντί, λοιπόν να κυλιέμαι σαν χοίρος στη λάσπη των τύψεων, η Κυριακή του Ασώτου με προσκαλεί να ξεκινήσω το δρόμο της επιστροφής προς την κατάπαυσιν του Κυρίου, και την Ανάστασή μου. Εκεί ας αναπαύονται και οι ψυχές των πνευματικών πατέρων της νιότης μου.

Ενάντια στην αυταρέσκεια της πλάνης - πρ. Βασίλειος Θερμός

 

  Ενάντια στην αυταρέσκεια της πλάνης

πρ. Βασίλειος Θερμός*

Πάντα τόν απασχολούσε η περίπτωση των ευλαβικών γυναικών. Όπως ακριβώς και οι πολιτικοί, τρέφονταν κι αυτές με ψευδαισθήσεις. Έφταναν πολύ συχνά στον θάνατο σε κατάσταση ακατανίκητης αυταρέσκειας…
 
(Γκρέϊχαμ Γκρήν, «Η δύναμη και η δόξα»)

Αφορμή του κειμένου αυτού υπήρξε το άρθρο του Πέτρου Παπασαραντόπουλου «Ένα νέο παραπέτασμα Ανατολής και Δύσης: αντιλήψεις, νοοτροπίες, και αντιεμβολιασμός» (the books journal, τ. 125, Δεκέμβριος 2021, σ. 16-30). Θα πρότεινα στους αναγνώστες να μην προσπεράσουν όσα γράφω στο πρώτο μέρος διότι θεμελιώνουν όσα θα ακολουθήσουν στο δεύτερο και στο τρίτο.

Στο άρθρο αυτό παρατίθενται και σχολιάζονται στατιστικά στοιχεία στα οποία «απεικονίζεται μια εκπληκτική διχοτομία: με επίκεντρο την Ελλάδα, όλες οι χώρες με καλύτερες εμβολιαστικές επιδόσεις (μέχρι 21-11-2021) ανήκουν στην Δυτική Ευρώπη, πλην Λιθουανίας, ενώ όλες οι χώρες με χειρότερες επιδόσεις ανήκουν στην Ανατολική Ευρώπη». Ας προσθέσω εδώ ότι εντός της ομάδας της Ανατολικής Ευρώπης οι Βαλκανικές χώρες έχουν τις χειρότερες επιδόσεις. Ήδη διαφαίνεται μια διαχωριστική γραμμή, ικανή να σημάνει ανησυχία και ερωτηματικά.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον πίνακα εκείνο του άρθρου ο οποίος απεικονίζει τον αριθμό θανάτων ανά εκατομμύριο κατοίκων (μέχρι την ίδια ημερομηνία). Εκεί η χώρα μας εισχωρεί βαθύτερα στις Ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, δηλαδή κάποιες εξ αυτών τα κατάφεραν καλύτερα… Βρήκα, επίσης, δημοσίευμα με άλλα στοιχεία το οποίο επιβεβαιώνει ότι στο διάστημα Νοεμβρίου 2020-Νοεμβρίου 2021 η Ελλάδα είχε περισσότερους θανάτους από όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης (https://www.iatronet.gr/article/105315/h-ellada-proth-dytikh-hora-se-thanatoys-pinakas).

Συνεχίζουμε στο αρχικό άρθρο.

Για να πάρουμε μια ιδέα πόσο η διαφορά κουλτούρας επηρεάζει ζητήματα κυριολεκτικά ζωής και θανάτου, όπως η πανδημία, ας εξετάσουμε τα συγκριτικά ποσοστά εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς. Στην Ανατολική Ευρώπη η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κοινοβούλιο, την κυβέρνηση, και τα κόμματα ήταν αντίστοιχα 17%-22%-13%, ενώ στην Δυτική Ευρώπη 39%-37%-25%, στην δε Βόρεια Ευρώπη 63%-48%-38%. Στη Νότια Ευρώπη, όπου ανήκει η Ελλάδα, τα ποσοστά καταβαραθρώνονται στο 19%19%-14% αντίστοιχα! (Στο άρθρο της έντυπης έκδοσης παρέχονται οι σχετικές βιβλιογραφικές αναφορές). Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε από έρευνες και μελέτες πως η κουλτούρα δυσπιστίας μιας χώρας συντελεί σε υπανάπτυξη, ενώ η κουλτούρα εμπιστοσύνης συμβάλλει σε οικονομική πρόοδο. Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι, όταν πρόκειται για μη οικονομικά ζητήματα όπως στην περίπτωση της πανδημίας, η ενδημική δυσπιστία αποβαίνει ποικιλοτρόπως καταστροφική. Πρόσφατο δημοσίευμα σχετικά με την επιτυχημένη αντιμετώπιση της πανδημίας από το Βιετνάμ επιβεβαιώνει τα ευεργετήματα της κουλτούρας εμπιστοσύνης (https://www.in.gr/2022/02/05/world/koronaios-giati-orismenes-xores-ta-pigan-kalytera-stin-pandimia ).[1]

Ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι πως η Ελλάδα εμφανίζει αρκετά υψηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης προς την επιστημονική ιατρική κοινότητα σε σύγκριση με τις Βαλκανικές χώρες, κάτι που ίσως εξηγεί τις καλύτερες επιδόσεις της από αυτές στα ποσοστά εμβολιασμού και θανάτων.

Στο άρθρο ακολουθεί πληθώρα στοιχείων τα οποία εξετάζουν τις νοοτροπίες της Ανατολικής Ευρώπης σχετικά με το πώς δομείται η εθνική ταυτότητα, με τον ρόλο της θρησκείας, με περιεκτικές ή αποκλειστικές κοινωνικές αντιλήψεις κ.ά. Η απέχθεια προς τους πολιτικούς την οποία κληροδότησε η κομμουνιστική περίοδος, η αντιδραστική ανάπτυξη της θρησκευτικότητας μετά την κατάρρευση των καθεστώτων, αλλά και η εχθρότητα προς την Δύση, δημιουργούν περίεργα μίγματα τα οποία καταλήγουν να στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές. Αλλά δεν είναι του παρόντος να σχολιάσω αυτές τις πτυχές.

Στο κείμενο αυτό με ενδιαφέρει η Ελληνική δημόσια κουλτούρα και μάλιστα σε συνάρτηση με την θρησκευτικότητα. Δεν θα αναφερθώ σε πιθανά λάθη των αρμοδίων, που οπωσδήποτε θα υπήρξαν μπροστά σε ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο. Όταν εξετάζουμε τόσο μεγάλα αριθμητικά σύνολα, και μάλιστα για διάστημα μιας διετίας, ενδεχόμενες ελάσσονες παράμετροι και τυχαίες διαφορές αμβλύνονται και παραμένουν οι κεντρικοί άξονες νοοτροπίας και συμπεριφοράς οι οποίοι χρωματίζουν τα αποτελέσματα.  

Μέχρι τώρα μετράμε 25.000 νεκρούς στη χώρα μας! Προφανώς είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε πόσοι από αυτούς θα ζούσαν αν είχαμε δείξει σωστή συμμόρφωση με τα μέτρα, αν κάποιοι δεν αρνιόνταν να φορέσουν μάσκα εκεί που έπρεπε, αν δεν υπήρχαν τόσοι πολέμιοι του εμβολιασμού. Και δεν είναι εφικτό να προσδιορίσουμε αριθμητικά τα θύματα των νοσηρών αντιλήψεων διότι ορισμένα από τα θύματα ήταν οι ίδιοι αρνητές, ενώ άλλα πέθαναν επειδή κάποιοι άλλοι δεν εμβολιάστηκαν ή δεν τήρησαν τα μέτρα… Δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε, λοιπόν, πόσοι από αυτούς περιλαμβάνονται μέσα σε αυτόν τον πληθυσμό.

Όσοι και να είναι, όμως, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι αριθμοί. Είναι αδελφοί μας και αδελφές μας, με συγγενείς και φίλους. Πολύ περισσότερες χιλιάδες πενθούν γι’ αυτούς. Παιδιά έμειναν χωρίς γονείς, προχωρημένες εγκυμοσύνες χάθηκαν, σύζυγοι χήρεψαν πρόωρα, πιστοί έμειναν χωρίς τον πνευματικό τους. Ακόμη και για όσους η έκβαση δεν ήταν ο θάνατος αλλά μια μακρά νοσηλεία στην εντατική και μια κοπιώδης ανάρρωση στο κέντρο αποκατάστασης, πόσα και πόσα παιδιά δεν πέρασαν εβδομάδες ή μήνες αγωνίας, απλώς επειδή η μαμά ή ο μπαμπάς δεν ήθελαν να κάνουν το εμβόλιο… Όλα αυτά στο όνομα του Χριστού!

Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούν δραματικές προσωπικές ιστορίες. Πρόκειται να μάθουμε πολλές ακόμη κατά τους επόμενους μήνες, κατά τα επόμενα χρόνια. Κάθε οικογένεια χαμένου με το δικό της δράμα, με τις δικές της ιδιομορφίες. Δεν θέλω να μεταφέρω εδώ κάποιες από τις ιστορίες που έχω μάθει. Θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι όλες αυτές οι εξατομικευμένες οδύνες θα γεννήσουν νέα δράματα και θα εντυπωθούν ως ανεξίτηλες μνήμες οι οποίες διαθέτουν τη δύναμη να αποτυπώνονται στην προσωπικότητα. Στον απόηχό τους άνθρωποι θα πάρουν αντικαταθλιπτικά και θα ξεκινήσουν ψυχοθεραπείες. Παιδιά αισθάνθηκαν πάνω τους το άγγιγμα του θανάτου, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι αγαπημένοι τους τελικά σώθηκαν. Σαν σε μια εντυπωσιακών διαστάσεων ειρωνεία, κάποιοι από τους νεκρούς αρνητές που, ως ‘ζηλωτές’ πιστοί, ήταν αντίπαλοι της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας (έχω άφθονη προσωπική εμπειρία επ’ αυτού) θα αναγκάσουν τα παιδιά τους και τους/τις συζύγους τους να καταφύγουν σε ψυχίατρο και ψυχολόγο…

Στις αφηγήσεις των εξομολογουμένων και των ψυχοθεραπευομένων οι πνευματικοί και οι ειδικοί ακούν αναδρομικά το πώς διαμορφώθηκε η ζωή τους από μια απώλεια σε μικρή ηλικία. Μαθαίνουμε πώς στρεβλώθηκε η ψυχική ανάπτυξη επειδή έμειναν ξαφνικά χωρίς τον μπαμπά ή τη μαμά, πώς τούς σημάδεψε επειδή ξαφνικά έχασαν το αδελφάκι που είχαν ή αυτό που θα ερχόταν. Οι ζωές τους άλλαξαν πορεία. Και είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πλέον ότι το ψυχικό τραύμα σε κάποιες περιπτώσεις έχει τη δύναμη να μεταδίδεται στις επόμενες γενιές και να στοιχειώνει τις ζωές των παιδιών τα οποία θα προέλθουν από τα σημερινά παιδιά…

 Και εδώ μπαίνουμε στα χειρότερα. Ένα σημαντικό ποσοστό των αρνητών που πέθαναν, λοιπόν, ήταν πιστοί! Κατά τη δική μου εκτίμηση, η πλειονότητα. Το ίδιο και όσων μετέδωσαν τον ιό από υποτίμηση και από ιδεολογία, οπότε άθελά τους έστειλαν στον τάφο άλλους. Να μια τραγωδία η οποία θα καταχωρηθή ως μέρος της ιστορίας της Ελλαδικής Εκκλησίας… Με τις προσωπικές ιστορίες των πενθούντων θα ασχοληθούν οι λογοτέχνες του μέλλοντος, με την συνολική εικόνα οι ιστορικοί… Και θα τη χρεώσουν στους Χριστιανούς…

 *

Τι ενώνει το πρώτο και το δεύτερο μέρος αυτού του κειμένου; Η βίωση της πίστης μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της εγχώριας κουλτούρας. Η στρέβλωση της χριστιανικότητας δια μέσου των πολιτισμικών προκαταλήψεων.

Αν όχι τώρα, πότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή για να συνειδητοποιήσουν ορισμένοι ότι το να είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός δεν σημαίνει απόρριψη της Δύσης και οποιασδήποτε πρότασης έρχεται από αυτήν; Αν όχι τώρα, πότε θα είναι η ευκαιρία να αναγνωρίσουν οι σκληροπυρηνικοί μας ότι πλέον είναι ανεπίτρεπτο να καμουφλάρονται η εχθρότητά τους κατά των πολιτικών και η δυσπιστία τους προς το ‘σύστημα’ πίσω από την ιδιότητα του αφοσιωμένου πιστού; Με άλλα λόγια, να καταλάβουν πως είναι απαράδεκτο να ανεχόμαστε η αυτόκλητη και αχρείαστη ‘αντιστασιακότητα’ να ξεπλένει και να εξωραΐζει την ψυχοπαθολογία.  

Οπωσδήποτε η στάση της Ιεράς Συνόδου, στάση συνεργασίας με τους αρμόδιους, έσωσε κάπως τις εντυπώσεις. Αν η ηγεσία της Εκκλησίας είχε υποχωρήσει στις φωνές των αντιρρησιών, οι θάνατοι θα ήταν πολύ περισσότεροι, η κατακραυγή ασήκωτη, το μελλοντικό ιστορικό βάρος αφόρητο. Ομοίως και η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους έλαβε επισήμως άψογες θέσεις και αποφάσεις, παρόλο που ο αρνητισμός μεταξύ των αγιορειτών αποτελεί κυρίαρχη τάση. Βλέπετε, εδώ και κάποιες δεκαετίες οι εκ του ‘κόσμου’ εκπορευόμενοι ‘ζηλωτές’ και φονταμενταλιστές έχουν επιχειρήσει εκτεταμένη πειρατεία μοναστικών συνειδήσεων, με μεγάλη επιτυχία δυστυχώς…

Αλλά μετά από δύο χρόνια ταλαιπωρίας έχει γίνει περισσότερο από καταφανές πως οι επίσκοποί μας είχαν βαρύτατα υποτιμήσει τον κίνδυνο του φονταμενταλισμού. Όπως έγραφα προς καιρού, δεν θα έπρεπε, διότι είχαν διαθέσιμες πολλές προειδοποιήσεις (https://orthodoxia.info/news/omos-arrostia-xafniki). Δυστυχώς η αδιαφορία για το φαινόμενο, το κρύψιμο του κεφαλιού στην ‘άμμο’, και η τόσο συνήθης απώθηση των προβλημάτων, έχουν γίνει στάση ζωής. Αποτέλεσμα; Βραδύτατα αντανακλαστικά, με πνευματικούς και μοναστήρια να παραμένουν ανενόχλητα στο έργο διάβρωσης της λογικής και κατάργησης της υπευθυνότητας… Δεν έβαλαν αργίες οι μητροπολίτες μας, ούτε δήλωσαν ευθέως προς τους αρνητές λαϊκούς πως είναι πλανεμένοι. Οι Πατέρες μας δεν μασούσαν τα λόγια τους, όμως, και μάλιστα σε εποχές όπου οι πλάνες δεν στοίχιζαν ανθρώπινες ζωές, όπως τώρα.

Αλλά στους κληρικούς και στον μοναχισμό έχω αναφερθή και σε άλλα κείμενά μου. Εδώ θα ήθελα να επικεντρωθώ στο είδος χριστιανωσύνης το οποίο ανθεί μεταξύ των λαϊκών. Τι ακριβώς πρεσβεύουν οι πιστοί μας; Πώς αισθάνονται απέναντι στην επιστήμη; Έχουν πάρει καθόλου μυρωδιά από την καθολικότητα και ευρυχωρία της Εκκλησίας ή μήπως εξαντλούν την θρησκευτικότητά τους στα στενά όρια της αυλής των φίλων τους και του γέροντά τους; Γιατί να είναι ανίκανοι να ορίσουν τον εαυτό τους ως Χριστιανό παρά μόνο σε αντιδιαστολή με την Δύση;

Τι είδους Χριστιανοί είναι αυτοί οι οποίοι δίνουν βάση σε παρανοϊκά κηρύγματα; Ποιος βαθμός ωριμότητας ενυπάρχει σε πιστούς οι οποίοι υπομένουν να ακούν κληρικούς που ισχυρίζονται ότι αν κάνουν το εμβόλιο θα μολύνουν άλλους ή θα αποκτήσουν τσιπάκι ή θα γίνουν ομοφυλόφιλοι ή θα βγάλουν ουρές (όλα τα παραδείγματα αληθινά!) χωρίς να τούς ανακαλέσουν στην τάξη μετά τη Λειτουργία και να μην ξαναπατήσουν όπου τέτοιοι κήρυκες λειτουργούν και να διαμαρτυρηθούν στον μητροπολίτη τους; Ποιος Χριστιανικός λαός είναι αυτός που αδυνατεί να διακρίνει έναν πλανεμένο ιερέα, μάλιστα δε τον ακολουθεί στην πλάνη του; Εν τέλει, τι δουλειά έχουμε κάνει με τους πιστούς μας; Απαιτώντας να διατηρούν οι πιστοί μας διαζύγιο από τη λογική τους και τρομοκρατώντας με την ιεροκατηγορία, ιδού τι δημιουργήσαμε. ‘Ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖον ἐστί, τό πῦρ δοκιμάσει’…

Αλλά ‘πῶς ἀκούσουσι χωρίς κηρύσσοντος;’ Ποιος τούς δίδαξε έναν Ορθόδοξο Χριστιανισμό στον οποίο το επίθετο είναι ριζικά διαφορετικό από τους ‘ορθόδοξους Εβραίους’; Πότε ενδιαφερθήκαμε να τούς βοηθήσουμε να βγουν από την ‘πολιτισμική Ορθοδοξία’; (Μάλλον τούς κρατάμε επιμελώς κλεισμένους σ’ αυτήν). Πότε κινητοποιηθήκαμε να μεταδώσουμε τον πλούτο της Αγίας Γραφής στους πιστούς; Είχα γράψει κάποτε για πρώην προτεστάντες που επιστρέφουν στην Εκκλησία και δεν βρίσκουν μια ενοριακή σύναξη βιβλικής μελέτης για να συμμετάσχουν. Πότε εκπαιδεύσαμε κληρικούς πώς να διδάξουν Αγία Γραφή;

Αντί για όλα αυτά δεν έλειπε από τον άμβωνα ο λαϊκιστικός λόγος. Χείλη ιερατικά και αρχιερατικά, είτε προφορικά είτε με γραφίδα, δεν παύουν να πλέκουν το εγκώμιο του υπέροχου λαού μας ο οποίος με την εγρήγορσή του θα ματαιώσει τα σχέδια των σκοτεινών δυνάμεων οι οποίες λυμαίνονται την αγαπημένη Ελλάδα μας. Το δίπολο ‘καλή Ανατολή, διεφθαρμένη Δύση’ έγινε εύπεπτο νοητικό σχήμα, εύχρηστη μανιέρα, ευπρόσδεκτο σωσίβιο. Ιδού οι καρποί του τώρα! Η επίκληση της συντριπτικής αριθμητικής υπεροχής των Ορθοδόξων εξυπηρετούσε μεν την αμυντική (ενίοτε και επιθετική) τακτική διεκδικήσεων προς την πολιτεία, άφηνε όμως τη μεγάλη μάζα ‘αδούλευτη’ ως προς το ποιόν της χριστιανωσύνης της.

Και να είχαμε προσεκτικά προετοιμασμένες ιερατικές κλίσεις; Τουλάχιστον οι κληρικοί μας θα αναλάμβαναν το μακρόπνοο και κοπιαστικό έργο της διόρθωσης. Αλλά έτσι που η ποιμαντική των ιερατικών κλίσεων είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και ο εκκλησιαστικός οργανισμός εισάγει στον κλήρο οποιονδήποτε το επιθυμεί, στερούμαστε και αντισωμάτων και αντιβίωσης… Βλέπουν οι πνευματικοί και οι επίσκοποί μας ένα ‘καλό παιδί’ και παραιτούνται αμέσως της αποστολής τους να ελέγξουν τι είδους ψυχικές αναπαραστάσεις για τον Θεό έχει, πόσο ικανός είναι για υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις, ποιές ιδιωτικές θεολογίες κουβαλάει. Γεμίσαμε με υποψήφιους που διαθέτουν αυτιστικά χαρακτηριστικά οι οποίοι, μόλις χειροτονηθούν και εδραιωθούν, γίνονται οι ηγέτες κάθε λόξας και κάθε ακρότητας.

Για να αλλάξει η νοσηρή δημόσια κουλτούρα του ελληνικού λαού πρέπει να βάλει ένα χέρι και το σώμα της Εκκλησίας. Όχι ότι είναι παντελώς αδύνατη η αλλαγή χωρίς αυτό. Γίνεται όμως ιδιαίτερα δύσκολη, και αν ποτέ επιτευχθή σε ικανοποιητικό βαθμό ο ιστορικός θα σημειώσει πως είχε βρει τους Χριστιανούς αντίθετους.*

Φυσικά δεν ξεκινήσαμε έτσι. Ο Χριστιανισμός των Πατέρων μας ήταν επαναστατικός, με την έννοια ότι επέφερε ζυμώσεις στην κοινωνία αλλάζοντας νοοτροπίες και δομές. Επειδή ήταν ανοιχτός στον κόσμο, γι’ αυτό μπορούσε και να τον αλλάξει. Ήξερε τι ήταν και δεν οριζόταν από το αντίθετό του. Ο δικός μας σήμερα είναι ταυτοτικός, δηλαδή αμυντικός. Συγχέει την αλήθεια με τη συνήθεια. Το πάθημά μας είναι εντυπωσιακά ανάλογο με της Αριστεράς. Στο ξεκίνημά της έφερνε αέρα ελπίδας. Στην εποχή μας απλώς αγωνίζεται για να μην αλλάξει τίποτε…

Αν δεν μάς νοιάζει που μοιραζόμαστε νοοτροπίες κακομοιριάς με τα Βαλκάνια, εντέλει θανατηφόρες, τότε καταλήγουμε να δικαιώνουμε την θεωρία του Σάμιουελ Χάντινγκτον. Και, φυσικά, τότε δεν εφαρμόζουμε τη συμβουλή του Μ. Βασιλείου για την εκλεκτικότητα της μέλισσας. Είναι βέβαιο ότι και Ανατολή και Δύση έχουν να μάς προσφέρουν κοινωνικές αρετές, αρκεί να μην επιλέγουμε τη λογική του στρατοπέδου, το ‘άσπρο ή μαύρο’.

Η πίστη την οποία εισήγαγε ο Χριστός και ο νέος τρόπος ζωής τον οποίο έφερε, αδικούνται όταν συρρικνώνονται σε μια δονκιχωτική αντίσταση ενάντια σε ανεμόμυλους. Εξευτελίζεται η άγια έννοια της ομολογίας όταν εξαντλείται σε επίδειξη μικρόνοιας ή φανατισμού. Και οι καλοπροαίρετες προσπάθειες πνευματικής ζωής ακυρώνονται όταν επικρατήσει το φαρισαϊκό φρόνημα ‘ευτυχώς που δεν είμαι σαν αυτούς τους ολιγόπιστους’…

Ναι, στο ξεκίνημα τα πράγματα ήταν εντελώς αντίστροφα. Από τους διωγμούς των ειδωλολατρών μέχρι τον ναζιστικό και σοβιετικό ολοκληρωτισμό η Εκκλησία υπέστη τα δεινά που τής επεσώρευσε η παράνοια των άλλων. Δεν ήταν οι Χριστιανοί οι καχύποπτοι, αλλά οι εχθροί τους. Διώχθηκαν επειδή οι αρχές και το ειδωλολατρικό πλήθος πίστεψαν σε θεωρίες συνωμοσίας! Και τούτο διότι την εποχή εκείνη το ταυτοτικό πρόβλημα το είχαν οι άλλοι! (‘καταγγέλλουσιν ἔθη ἅ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδέ ποιεῖν’, ‘εχθροί της Αρίας φυλής’, ‘εχθροί του λαού’). Την παρερμηνεία εμφάνισαν εκείνοι τους οποίους οι Χριστιανοί καλούσαν να βγουν από τις παρωπίδες του ψέματος, από την τυφλότητα της αυτοχθονίας, από το βόλεμα της ιδεολογίας…

Ιστορικός και ψυχολογικός νόμος: όποιος αποδέχεται θεωρίες συνωμοσίας στο τέλος θα καταλήξει θύτης! Σήμερα Χριστιανοί αφήνουν τα παιδιά τους ορφανά επειδή πίστεψαν σε αυτές…

Ο μη κατ’ επίγνωσιν ζηλωτής πλανάται στις σκέψεις και στις ενέργειές του. Εργαζόμενος δήθεν για τη δόξα του Θεού παραβαίνει τον νόμο της αγάπης.

(Αγίου Νεκταρίου, ‘Γνῶθι σαυτόν’, Άπαντα, τόμος ε΄, σ. 339)

Οι φαντασιώσεις είναι αέρας κοπανιστός. Αλλά οι άνθρωποι που πεθαίνουν ή πενθούν είναι πραγματικοί, με σάρκα και οστά.

Πόσος πόνος για εκείνους που, λίγο καιρό πριν αφήσουν άδικα την τελευταία τους πνοή, αισθάνονταν ομολογητές! Είναι όντως σπαρακτική η θλίψη όταν συνειδητοποιείς ότι τόσοι πολλοί πέθαναν, και πολύ περισσότεροι πενθούν, ‘για ένα πουκάμισο αδειανό’, για μια ανοησία… Και κατόπιν αναλογίζεσαι τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα παιδιά εκείνα τα οποία μεγαλώνοντας θα καταλάβουν γιατί έχασαν τον πατέρα του ή τη μητέρα τους… Πώς θα μπορέσουν το διαχειριστούν;

Χρεώστες προς όσους αθώους οδυνώνται, λοιπόν, ως Εκκλησία στεκόμαστε ενώπιον μιας διπλής πρόκλησης.

Ποιμαντικά, ανοίγεται πεδίο δράσης για την ελαχιστοποίηση της θρησκοληψίας, της ‘μαγείας’, των σεκταριστικών νοοτροπιών, της κοσμοφοβίας, της αντιδυτικής ιδεοληψίας, του φονταμενταλισμού. Δηλαδή για ίαση των πλανεμένων. Και, φυσικά, για τον αποκλεισμό από την ιερωσύνη ανθρώπων οι οποίοι είναι φανερό ότι χειροτονούμενοι θα καλλιεργήσουν όλες αυτές τις πλάνες.

Στρατηγικά, καλούμαστε να μάς απασχολήσει το ανησυχητικό φαινόμενο ότι «για τα δεδομένα του 21ου αιώνα, η σημερινή παρουσία, έκταση, και επίδραση των φονταμενταλιστικών τάσεων στον ορθόδοξο χώρο είναι αξιοσημείωτα μεγάλη», κάτι το οποίο κάνει να ξεδιπλώνεται τρομακτικό το ερώτημα αν και κατά πόσο «είναι ο φονταμενταλισμός αλλότριος ή ομογάλακτος της ορθόδοξης θεολογίας».[2] Σε μια τέτοια περίπτωση τι έχουμε να αναθεωρήσουμε και τι επιβάλλεται να πράξουμε ώστε να ιαθούμε από το συστημικό μας νόσημα, από την εστία που παράγει και ανανεώνει την μόλυνση;

Αν το συγκεκριμένο, ιστορικών διαστάσεων, πάθημα της Εκκλησίας μας δεν την συνεφέρει, θα είμαστε άξιοι της τύχης μας. Θα δικαιώσουμε όσους επιθυμούν, ή έστω απλώς προβλέπουν, την Ορθοδοξία πεταμένη στο περιθώριο της Ιστορίας

Μπροστά μας βρίσκεται μια ευκαιρία από εκείνες τις σπάνιες, που περνούν αιώνες για να εμφανιστούν…

*π. Βασίλειος Θερμός
Ψυχίατρος παιδιών καί εφήβων.
Δρ. Θεολογικής Σχολής του Παν/μιου Αθηνών.
Αναπληρωτής καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών


[1] Για τη σημασία της διαφοράς εμπιστοσύνης και δυσπιστίας στη δημόσια κουλτούρα βλ. τεκμηριωμένα στο https://www.kathimerini.gr/economy/local/787751/apopsi-i-apofygi-tis-avevaiotitas.

[2] Βασίλη Σαρόγλου, ‘Ορθόδοξη Θεολογία και Φονταμενταλισμός: αντίπαλοι ή ομόαιμοι;’. Νέα Ευθύνη, τ. 15, 2013, σ. 91-93

πηγή

το μεταφέρουμε από εδώ

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2022

Τί είναι το Τριώδιο, γιατί ονομάζεται έτσι, πότε ξεκινά και πότε ολοκληρώνεται;

 

Τριώδιο ονομάζεται, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, η κινητή περίοδος που ξεκινά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο.

Το Τριώδιο έχει λάβει την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους τις εκκλησίας, οι οποίοι έχουν εννέα ωδές. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο αυτό, και κατ’ επέκταση και η συγκεκριμένη χρονική περίοδος, ονομάστηκαν Τριώδιο.

Οι ύμνοι του Τριωδίου γράφτηκαν από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα μ.Χ. Χειρόγραφα των ύμνων του Τριωδίου σώζονται από τον 10ο αιώνα μ.Χ. ενώ για πρώτη φορά τυπώθηκε, το εν λόγω βιβλίο, στα Ελληνικά το 1522 μ.Χ. στην Βενετία.

Το Τριώδιο, ως χρονική περίοδο, αναφέρεται στις τρεις πρώτες εβδομάδες που οι χριστιανοί ετοιμάζονται για την μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Κάθε Κυριακή αυτών των τριών εβδομάδων έχει τη δική της σημειολογία.

Η πρώτη, η Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης και όχι υπερήφανοι όπως ο Φαρισαίος.

Η δεύτερη, η Κυριακή του Ασώτου, διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχωρέσεως.

Το Σάββατο πριν από την τρίτη Κυριακή ονομάζεται Ψυχοσάββατο ή Σάββατο των Ψυχών. Καθιερώθηκε από την εκκλησία ως ημέρα που προσευχόμαστε και προσφέρουμε κόλλυβα για όλους αυτούς που για διάφορους λόγους δεν μνημονεύονται σε μνημόσυνα. Όπως είναι άνθρωποι που δεν τους απέμειναν συγγενείς, ώστε να τους κάνουν μνημόσυνο. Παρόλο που κάθε Σάββατο του έτους είναι αφιερωμένο από την εκκλησία μας στους θανώντες, το συγκεκριμένο Σάββατο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ακολουθεί η Κυριακή της Απόκρεω, η οποία αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και έτσι παρακαλούμε το Θεό από την προηγουμένη να τους αναπαύσει.

Η τρίτη Κυριακή, η Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία, στην κρίση που θα λάβει χώρα, καθώς επίσης και στη χριστιανική αγάπη. Ονομάζεται δε έτσι, επειδή είναι η τελευταία ημέρα που οι Χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας.

Η εβδομάδα που ξεκινά ονομάζεται και εβδομάδα της Τυρινής ή Τυροφάγου. Εβδομάδα που επιτρέπεται η βρώση τυροκομικών, αυγών και ψαριών.

Η τέταρτη, η Κυριακή της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο.  Έτσι, το Ευαγγέλιο της ημέρας παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν χωρίς να το επιδεικνύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο και ελεήμονα.

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα, με την οποία ξεκινά η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Περίοδος νηστείας, προσευχής, περισυλλογής, κατά την οποία οι πιστοί προετοιμάζονται για την μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Κυρίου. Ονομάζεται Τεσσαρακοστή γιατί μιμείται την σαρανταήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2021

Ὅταν οἱ μάγοι ἔφθασαν στά Ἱεροσόλυμα

 

Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου 
Ὅταν ὁ ὁδοιπόρος βρεῖ κάποιον ἄλλο, καλό συνοδοιπόρο, χαίρεται τόν κόπο τῆς μακρινῆς ὁδοιπορίας, ἐπειδή ξεγελιέται ἀπό τή συντροφιά· καθώς στηρίζεται δηλαδή, σάν σέ ραβδί, στήν εὐχάριστη συζήτηση, ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι συνοδοιπορεῖ μέ σκονισμένα τά πόδια, ἀλλά μέ ἀκούραστο τό στόμα. Μοιράζει ἔτσι τόν κόπο τῶν ποδιῶν καί ἐλαφρύνει μέ τή συνομιλία τήν κούραση τῆς μεγάλης πορείας. 
Ἔτσι λοιπόν καί οἱ μάγοι, ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, καθώς εἶδαν τό ἄστρο, καί τό ἔλαβαν αὐτό συνοδοιπόρο, ξεγελοῦσαν −ὅταν κουράζονταν− μέ τήν ἐρώτηση, «ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος Βασιλιάς», τήν ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας· ἀνέκριναν δηλαδή μέ τό λόγο τούς Ἑβραίους σάν κλέφτες Ἐκείνου πού γεννήθηκε.

Σ’ αὐτούς λοιπόν πού ρωτοῦσαν γιά τόν Βασιλιά, εὔλογα ἀπαντοῦν...

οἱ Ἰουδαῖοι, λέγοντας: «Τί λοιπόν τολμᾶτε, ξένοι, τί λέτε, ἄνθρωποι; 
Γιατί ἔχετε ἔρθει, φέρνοντας ἐπικίνδυνη εἴδηση; 
Γιατί διακηρύσσετε τόν καινούριο βασιλιά στήν πόλη πού ἔχει ἤδη βασιλιά;
 Γιατί διακινδυνεύετε τόν ἑαυτό σας σέ πρόωρο τέλος; 
Γιατί μπήγετε στούς τραχήλους σας τή γλώσσα σάν μάχαιρα;
 Γιατί ἀνοίγετε τόν τάφο σας μέ τό στόμα, καί τό θάνατο πού
 κοιμᾶται τόν ξυπνᾶτε γιά νά σᾶς ἁρπάξει; 
Δέν εἶχε μνήματα ἡ Περσία, ὥστε, νά ἔρθετε ἐδῶ καί, ἐνῶ ἀκόμη
 ζεῖ ὁ Ἡρώδης, νά ρωτᾶτε γιά ἄλλο βασιλιά;
 Ὅταν τό ἀκούσει, θά ὁμολογήσει σ’ ἐσᾶς πολλή
 εὐγνωμοσύνη καί θά σᾶς ἀνταμείψει μέ μεγάλα δῶρα»!.

Ἀλλά ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτά ἀπό τούς μάγους ἦταν σύντομη:

 «Εἴδαμε, λένε, τό ἄστρο του στήν ἀνατολή καί ἤρθαμε νά

 τόν προσκυνήσουμε». Δέν ἀρκέσθηκαν νά ρωτήσουν μόνο,

 ἀλλά καί νά ποῦν γιά προσκύνηση· φανερώνοντας μ’ αὐτή τή

 φράση ὅτι Αὐτός πού γεννήθηκε εἶναι Θεός.

Μόλις λοιπόν ἔφθασε ἡ εἴδησή τους στόν Ἡρώδη, ἀφήνοντας αὐτός 

στό μεταξύ τούς μάγους, κάλεσε τούς σοφούς τῶν ‘Ιουδαίων, λέγοντας:

 «Ποῦ θά γεννηθεῖ ὁ Χριστός;». 

Καί αὐτοί ἀπάντησαν: 

«Στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας».

Ὤ τό θαῦμα! Γνωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι τόν τόπο, 

καί ἀποστρέφονται τόν τεχθέντα· τή Βηθλεέμ ἐπαινοῦν,

 καί τήν οἰκονομία κρύβουν· τήν Ἰουδαία σημειώνουν,

 καί τή δεσποτεία ἀρνοῦνται.

 Ἄν ἔτσι λέει ἡ Γραφή, γιατί δέν συγκατατίθεστε; 

Ἄν ἀναγνώσατε, γιατί δέν πιστεύετε; 

Ἄν θά γεννηθεῖ στή Βηθλεέμ, γιατί δέν θά τόν προσκυνήσετε;

Ἐπειδή λοιπόν κατάλαβε ὁ Ἡρώδης ὅτι δέν ἦρθαν 

χωρίς λόγο οἱ μάγοι νά ρωτήσουν, τούς κάλεσε κρυφά 

καί ρωτοῦσε νά μάθει ἀπ’ αὐτούς τό χρόνο πού φάνηκε τ

ό ἄστρο, λέγοντάς τους:

 «Διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια τόν τρόπο πού ἤρθατε καί πέστε 

μου τό σκοπό τῆς ὁδοιπορίας σας. Μή μᾶς παρακάμψετε.

 Ἐμπιστευθεῖτε σ’ ἐμένα τήν αἰτία τῆς παρουσίας σας

 καί πέστε  μου ποιός εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔπεισε 

νά προσκυνήσετε ἕναν ἀλλοεθνή. Καί ποιό εἶναι 

τό ἀνάλογο κέρδος γιά τόν τόσο μεγάλο κόπο σας; 

Ἄν ὅμως αὐτός πού σᾶς κάλεσε δέν εἶναι ἄνθρωπος, 

ἀλλά ἀστερόμορφος ἄγγελος, διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια 

τό γεγονός τῆς ἀνατολῆς του νά μάθω τό χρόνο καί τόν καιρό,

 κατά τόν ὁποῖο ἔχουν μάθει καί τά ἄστρα νά ὑπηρετοῦν

 τό βρέφος πού τά ἀποστέλλει, 

ὥστε νά ἔρθω καί ἐγώ καί νά τόν προσκυνήσω».

Ἀφοῦ λοιπόν εἶπαν τό χρόνο τοῦ πρωτοφανοῦς ἄστρου, ἔφυγαν,

 παίρνοντας ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά μήν ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη.

 Σ’ αὐτούς παρουσιάσθηκε πάλι τό συνοδοιπόρο ἄστρο, καί 

ἀφοῦ ἦρθε ἐκεῖ πού βρισκόταν τό παιδί, ἔμεινε ἀκίνητο,

 σάν νά διακήρυσσε μέ αὐτή τή στάση του καί νά ἔλεγε: 

«Αὐτός εἶναι ὁ βασιλιάς, πού ἐγώ σάν σημαία του προχωροῦσα

 μπροστά σας· αὐτός μοῦ ἄναψε τή δάδα τοῦ ὁδηγοῦ καί μέ ἔστειλε σ’ ἐσᾶς,».

Ποιός λοιπόν ἐρευνώντας θά βρεῖ μιά τέτοια γέννηση; 

Ποιός λόγος θά κατανοήσει τόν τρόπο τοῦ μυστηρίου; 

Κανείς νά μήν προσπαθήσει νά φθάσει τόν ἀκατάληπτο μέ

 ἀνθρώπινες σκέψεις· διότι ἐδῶ δέν χρειάζονται ἀναλογίες, ἀλλά μόνο πίστη.

Σταμάτα νά ἐρευνᾶς, ἄνθρωπε, καί διδάξου νά προσκυνᾶς μαζί 

μέ τούς μάγους. Μπόρεσε πρῶτα νά ἀντικρύσεις κατευθείαν τίς

 ἀκτίνες τοῦ ἥλιου καί τότε θά ἀτενίσεις ἀκίνδυνα τήν παρθενική γέννα. 

Ἡ θεότητα εἶναι φωτιά πού κατακαίει, ἄν θελήσεις νά ψηλαφήσεις 

τή φλόγα, θά κατακάψεις τά χέρια σου χωρίς νά βρεῖς τίποτε.

Ποιός δηλαδή, ὅταν γεννήθηκε, συντάραξε τόν οὐρανό μέ 

τήν ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων; Ποιός ἀνέτειλε ἄστρο καί μονάχα τούς

 ἀστρολόγους ἀνέδειξε θεολόγους; 

Ποιός ὀνομάσθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους Κύριος, ἄν καί ἦταν στήν

 κοιλιά τῆς μάνας του;

 Ποιός ὀνομάσθηκε μέ τό ὄνομα αὐτό πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ; 

Ποιός, ἄν καί ἦταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, προσκυνήθηκε

 ποτέ μέ σκίρτημα; Ποιός, ἄν καί ἦταν στή μήτρα,

 δέχθηκε τό σεβασμό ἀπό αὐτούς πού ἦταν στή μήτρα; 

Ποιός ἕλκυσε τούς μάγους ἀπό τήν Περσία γιά νά τόν προσκυνήσουν;

Πραγματικά, εἶναι ὡραῖο νά θαυμάσουμε τήν πίστη τους. 

Δέν δίστασαν νά τόν προσκυνήσουν, ἄν καί εἶδαν τό σπήλαιο καί 

τή μεγάλη φτώχεια· διότι ἔμαθαν μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

 ὅτι γιά μᾶς Ἐκεῖνος ἔγινε φτωχός, ἄν καί ἦταν πλούσιος· 

ὅτι κρατάει στήν παλάμη του ὅλο τόν κόσμο, ἄν καί γεννήθηκε

 στό σπήλαιο· ὅτι περιβάλλει τόν οὐρανό μέ νέφη, ἄν καί περιβάλλεται

 μέ κουρέλια, ὅπως συνηθίζεται γιά τά νεογέννητα· ὅτι ἀναπαύεται στούς κόλπους 

τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ἄν καί ὡς ἄνθρωπος εἶναι ξαπλωμένος στή φάτνη·

καί ὅτι βρίσκεται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ-Πατέρα28, ἄν καί βαστάζεται 

στήν ἀγκάλη τῆς μητέρας.

Ἀλλά ἐμεῖς ἄς δοξάσουμε τήν ἔνσαρκη γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Παρθένο

 καί τήν προσκύνησή του ἀπό ὅλη τήν κτίση, προσφέροντας ὁλόκληρη

 τή ζωή μας, στόν Χριστό· στόν Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα στούς αἰῶνες 

τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

imaik 

Το ειδαμε εδώ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2021

Προετοιμασία γιὰ τὰ Χριστούγεννα

 


Ἡ περίοδος μέχρι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἰδιαίτερα εὐλογημένη ἀπὸ τo Θεό, γιατί μᾶς ὁδηγεῖ λειτουργικὰ καὶ ἑορταστικὰ πρὸς τὴν κυρία ἡμέρα, ὅπου ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν ἔχουν ἕνα χαρακτήρα μόνο ἀναμνηστικό, ἀλλὰ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ μετάσχει ὁ ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτὴ τὴ χάρη, ποὺ δίνει ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εἶναι παρατηρημένο μέσα ἀπὸ τὴν πείρα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι αὐτὲς οἱ μέρες διακρίνονται γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα χάρη ἡ ὁποία διαχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς καὶ εἶναι σταθμοὶ μέσα στὴ ζωή μας ἀπὸ τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Βέβαια, καθημερινὰ ἑορτάζουμε τὸ μυστήριο τῆς γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μετέχουμε σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς παρέδωσε κάποια πράγματα τὰ ὁποῖα τηρώντας τα βοηθούμαστε νὰ προχωρήσουμε πνευματικά. Πρῶτα μᾶς ἑτοιμάζει μὲ τὴν περίοδο τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεκολλήσει τὸ μυαλό του ἀπὸ τὰ γήινα πράγματα, βοηθᾶ τὸν νοῦ του στὴν προσευχή, σπρώχνει τὴν καρδία στὴν ἀναζήτηση τῆς Θείας Χάριτος, κινεῖ τὴν καρδία εἰς προσευχὴ καὶ ἕνωση μετὰ τοῦ νοός, καθαρίζει τὸ σῶμα ἀπὸ τὶς ροπὲς πρὸς τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Γενικὰ ὡς μέσο, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς παρέδωσε, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα καὶ βασικὰ ὅπλα στὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Βέβαια, νηστεία δὲν εἶναι μόνο τῶν φαγητῶν. Εἶναι ἡ νηστεία ἀπὸ ὅλες μας τὶς ἐπιθυμίες, στὰ ἔξοδα, ἐνδύματα, ἐκδηλώσεις, στὸ τί ἀκοῦμε καὶ στὸ τί βλέπουμε.

Ἐφόσον εἶναι καιρὸς νηστείας εἶναι καὶ καιρὸς ἐλεημοσύνης. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ κατὰ τὴ νηστεία διέθεταν τὸ ὑπόλοιπο τῶν χρημάτων ποὺ τοὺς περίσσευε ἀπὸ τὰ καθημερινὰ πράγματα γιὰ ἐλεημοσύνη.

Ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι, ἡ ἐξομολόγηση. Προσερχόμαστε στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, γιὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ ὅλα ὅσα ὡς ἄνθρωποι ἔχουμε προσλάβει μέσα στὰ καθημερινά μας γεγονότα καὶ τὶς περιπέτειες τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ νὰ γίνουμε ἀναμάρτητοι, γιατί αὐτὸ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ φύση μας. Μέσα στὴν ἀδυναμία μας βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ πάθη, ἁμαρτίες, ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις μας. Γιατί ἁμαρτία δὲν εἶναι μόνο ἡ παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Θεό, ἡ βίωση τῆς στροφῆς τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὸν Θεό. Τὸ ὅτι δηλαδὴ καλούμεθα νὰ ἀγαπήσουμε ἀπόλυτα τὸν Θεὸ καὶ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας μας.

Πέραν τῆς νηστείας, ἐλεημοσύνης καὶ ἐξομολόγησης ἕνα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτὸ τὸ διάστημα ἂν ὁ χριστιανὸς γεμίσει τὸν χρόνο του μὲ προσευχὴ , κυρίως μὲ τὴ μονολόγηστη τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἔχει συνεχῆ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἑτοιμάζει τὴν καρδία πρὸς τὴν κοινωνία μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2021

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας

 




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ πρωτοκλήτου. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, μιὰ μικρὴ πόλη στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφός τοῦ Σίμωνα, ποὺ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μετωνομάσθηκε Πέτρος. Ὑπῆρξε πρῶτα μαθητὴς τοῦ βαπτιστῆ Ἰωάννη καὶ ὀνομάζεται πρωτόκλητος, ἐπειδὴ εἶναι ὁ πρῶτος, ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κάλεσε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Ἦταν βέβαια ψαρᾶς μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸν ἀδελφό του. Ἄκουσε τὸ βαπτιστὴ Ἰωάννη, ποὺ εἶπε κι ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ». Ὁ Ἀνδρέας κι ἕνας ἄλλος μαθητὴς πῆραν ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκεῖνος στράφηκε καὶ τοὺς ρώτησε· «Τί ζητεῖτε;». Καὶ τότε ὁ Ἀνδρέας τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ποῦ μένεις;».

Φαίνεται πὼς ὁ ἄλλος μαθητὴς τοῦ βαπτιστῆ μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα ἦταν ὁ ὕστερα ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ποὺ τὸ συνηθίζει σὲ τέτοιες περιπτώσεις νὰ μὴ λέγη τὸ ὄνομά του. Στὴν ἐρώτηση λοιπὸν τοῦ Ἀνδρέα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπάντησε· «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε», ἐλᾶτε νὰ δῆτε. Καὶ συνεχίζει τὴ διήγηση ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μὲ τὰ ἑξῆς ἀξιομνημόνευτα λόγια· «Ἦλθον σὺν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη»· ἦλθαν λοιπὸν καὶ εἶδαν ποὺ μένει καὶ ἔμειναν κοντὰ του ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὡς τὶς τέσσερις τὸ ἀπόγευμα. Μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τί θὰ ἤκουσαν ἀπὸ τὸν θεῖο Διδάσκαλο οἱ δυὸ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη μία ἥμερα ὁλόκληρη, ποὺ ἔμειναν μαζί του, καὶ ποιὲς θὰ ἦσαν οἱ ἐντυπώσεις των.

Ἀλλὰ τὴν ἐντύπωση ποὺ ἔκαμε καὶ τὴν ἐπίδραση ποὺ εἶχε ἡ ὁλοήμερη ἀναστροφὴ καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στοὺς ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ, τὴν βλέπομε στὴ συνέχεια τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης. Ὁ Ἀνδρέας, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, «εὑρίσκει πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν!». Πρῶτος ὁ Ἀνδρέας βρίσκει τὸν ἀδελφό του τὸ Σίμωνα καὶ τοῦ λέγει· «Βρήκαμε τὸ Χριστό!». Ἡ ἑβραϊκὴ λέξη Μεσσίας στὰ ἑλληνικὰ θὰ πῆ Χριστός, ὁ ἀπεσταλμένος δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο περίμενε ὁ λαός. Ὅλα ἦσαν ἕτοιμα· ὁ βάπτισης Ἰωάννης ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ καὶ ἔλεγε «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ!». Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμίλησε τώρα στοὺς δύο ψαράδες καὶ τοὺς ἔπεισε πὼς αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν. Δὲν ἔμενε λοιπὸν ἀμφιβολία, κι ὁ Ἀνδρέας γεμάτος χαρὰ καὶ ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ ἔφερε τὴν ἀγγελία στὸν ἀδελφό του.

Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ τὸ ἱερὸ κείμενο συπληρώνει ὅτι ὁ Ἀνδρέας πῆρε τὸν ἀδελφό του καὶ τὸν παρουσίασε στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ· «ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κύτταξε τὸ Σίμωνα στὰ μάτια καὶ τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς»· ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμωνας ὁ γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ, ἐσὺ θὰ ὀνομασθῆς Κηφᾶς. Καὶ ἐξηγεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὅτι τὸ Κηφᾶς στὰ ἑλληνικὰ θὰ πῆ Πέτρος. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄλλαξε τὸ ὄνομα τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν εἶπε Κηφά, δηλαδὴ Πέτρο, μᾶς τὸ λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Ὓστερ’ ἀπὸ τὴ μεγάλη ὁμολογία τὸ Πέτρου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν...». Ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πέτρα τῆς πίστεως καὶ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ Ἀνδρέα μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν εἶναι καὶ ἡ ὁριστικὴ κλήση του στὸ ἔργο τοῦ Ἀποστόλου. Ὅταν παραδόθηκε ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κάλεσε ὁριστικά τους μαθητές, ποὺ θὰ γίνονταν Ἀπόστολοι καὶ τότε πρῶτον πάλι κάλεσε τὸν Ἀνδρέα μὲ τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο, ποὺ τοὺς βρῆκε «βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν». Ἄλλες δυὸ φορὲς ὕστερα βλέπομε τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια. Μία φορά, ὅταν μαζὶ μὲ τὸν Φίλιππο ἔφεραν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ κάποιους Ἕλληνες, ποὺ ζήτησαν νὰ τὸν δοῦν. Καὶ δεύτερη, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμιλοῦσε γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ· τότε, μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ὁ Ἀνδρέας ρώτησε· «Εἰπὲ ταῦτα πότε ἔσται;», πές μας πότε θὰ γίνουν αὐτά;

Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ δὲν ξέρομε πολλὰ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα. Εἶναι ὅμως βέβαιο ὅτι ἡ ἱεραποστολική του δράση συνδέεται μὲ τὴ δική μας Βυζαντινὴ καὶ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία. Εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἀρχαῖο Βυζάντιο, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατριαρχικὸς ναὸς σήμερα στὴν Πόλη τιμᾶται στὸ ὄνομά του. Στὴν Ἑλλάδα εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, ὅπου καὶ μαρτύρησε, σταυρωμένος ἀνάποδα. Ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου στὴν Πάτρα εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγαλοπρεπέστερους σήμερα ναοὺς στὴν Ἑλλάδα. Τὴν ἁγία του κάρα τὸ 1460 ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος φεύγοντας τὴν κατάκτηση τῶν Τούρκων τὴν πῆρε μαζί του ἀπὸ τὴν Πάτρα στὴ Ρώμη, καὶ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια ὁ Μητροπολίτης Πατρὼν τὴν ξαναπῆρε στὴν Πάτρα. Μένει πάντα στ’ αὐτιά μας ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα, ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀξιομνημόνευτούς του Εὐαγγελίου· «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν!». Ἀμὴν

Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος. Ἡ Ζωὴ ἑνὸς Ὁσιομάρτυρα

 


 



Στὶς 30 τοῦ Νοέμβρη εἶναι ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι πεθάνανε μὲ μαρτυρικὸ θάνατο, κηρύχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο σὲ διάφορες χῶρες. Στὴν Ἑλλάδα μαρτύρησε μοναχὰ ἕνας ἀπ' αὐτούς, ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, δηλαδὴ ποὺ πῆγε πρῶτος κοντὰ στὸν Χριστό. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα. Πολὺ τιμημένη εἶναι ἡ Πάτρα μέσα στὸν κόσμο, γιατί ἀξιώθηκε νὰ ποτισθεῖ τὸ χῶμα της μὲ τὸ αἷμα ἐκείνου ποὺ τὸν κάλεσε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἕντεκα, πρὶν ἀπὸ τὸν ἀδερφὸ του τὸν Πέτρο.

Ὁ Ἀνδρέας ἤτανε στὴν ἀρχὴ μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μιὰ μέρα καθότανε ὁ Πρόδρομος μαζὶ μὲ τοὺς δύο μαθητές του, κ' εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Χριστὸ νὰ περπατᾶ, καὶ γυρίζει καὶ τοὺς λέει: "Νά, αὐτὸς εἶναι τὸ ἀρνὶ τοῦ Θεοῦ". Καὶ σὰν ἀκούσανε οἱ μαθητὲς τὸ δάσκαλό τους νὰ μιλᾶ ἔτσι, πήγανε ξοπίσω ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ Κεῖνος γύρισε καὶ τοὺς εἶδε νὰ τὸν ἀκολουθᾶνε, καὶ τοὺς λέγει: "Τί ζητᾶτε;" Κι' αὐτοὶ τοῦ εἴπανε: "Δάσκαλε, ποῦ κάθεσαι;" Κι' ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: "Ἐλᾶτε νὰ δῆτε". Πήγανε λοιπὸν κ' εἴδανε ποῦ καθότανε, κι' ἀπομείνανε μαζί του ἐκείνη τὴν ἡμέρα.

Ὁ ἕνας ἀπ' αὐτοὺς τοὺς δύο ἤτανε ὁ Ἀνδρέας. Ὁ ἄλλος εἶναι φανερὸ πὼς ἤτανε ὁ Ἰωάννης, γιατί αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω τὰ γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιό του (Ἰω. α΄, 35), καὶ λέγει "ἧν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ τοῦ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ" (Ἰω. α΄, 41).

Βλέπεις πῶς κρύβει τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἤτανε μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα; Καὶ τὸ κάνει ἀπὸ σεμνότητα, ὄχι μοναχὰ σ' αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα. K' ἐνῷ εἶναι πάντα λιγόλογος στὰ καθέκαστα τῆς ἱστορίας του, σ' αὐτὸ τὸ μέρος γράφει καὶ τὴν ὥρα ποὺ πήγανε κοντὰ στὸν Χριστό, κι' ἀπ' αὐτὸ φαίνεται πόσο τυπώθηκε μέσα στὴν ψυχὴ του ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποὺ πρωτογνώρισε τὸν ἀγαπημένο του δάσκαλο. Γράφει λοιπόν: "Ὥρα ἦν ὡς δεκάτη" (Ἰω. α΄, 40).

Ὕστερα, πηγαίνει ὁ Ἀνδρέας καὶ βρίσκει τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο ποὺ τὸν λέγανε τότε ἀκόμη Σίμωνα καὶ τοῦ λέγει: "Βρήκαμε τὸν Μεσσία ποὺ θὰ πεῖ Χριστός". "Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὃ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός". Καὶ τὸν πῆρε καὶ τὸν πῆγε στὸν Χριστό. Κι' ὁ Χριστός, σὰν γύρισε καὶ εἶδε τὸν Σίμωνα, εἶπε: "Ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμωνας ὁ γυιὸς τοῦ Ἰωνᾶ• ἐσένα τόνομά σου θὰ γίνει Κηφᾶς, ποὺ θὰ πεῖ Πέτρος".

Ὁ Ἀνδρέας γεννήθηκε στὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ἕνα ψαραδοχώρι χτισμένο στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Κατὰ τὰ παραπάνω ποὺ εἴπαμε, ὁ Πέτρος ἤτανε ἀδελφός τοῦ Ἀνδρέα, κ' οἱ δύο ἤτανε γυιοὶ τοῦ γέρο Ἰωνᾶ, ψαραδόσογο. Ὁ Πέτρος ἤτανε φουριόζος καὶ ἐνθουσιαζότανε εὔκολα, ἐνῷ ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἥσυχος καὶ λιγόλογος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος: "Πέτρος θερμὸς τῷ πνεύματι ἦν πάνυ καὶ εἰς κοσμικῶν χρεῶν μέριμναν ἐπιτήδειος, ὁ δὲ Ἀνδρέας πραΰς καὶ ὀλιγόλαλος".

Ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο φαίνεται πὼς ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἴχανε πιὸ πολὺ θάρρος μαζί του, σὰν τὸν Πέτρο, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Φίλιππο. Ὡστόσο τὰ λόγια ποὺ ἔλεγε ἦταν πάντα λιγοστά. Τὴ μέρα ποὺ μαζεύθηκε πολὺς κόσμος κι' ἄκουγε τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ πεινάσανε, γύρισε ὁ Χριστὸς κ' εἶπε στὸν Φίλιππο: "Ἀπὸ ποῦ θὲ ν' ἀγοράσουμε ψωμιὰ γιὰ νὰ φάει ὁ κόσμος;" Κι' ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε: "Διακόσια τάλληρα ψωμιὰ δὲν φτάνουνε γιὰ νὰ φάγει ὁ καθένας τους ἀπὸ μία μπουκιά". Τότε ὁ Ἀνδρέας λέγει στὸν Χριστό: "Εἶναι ἐδῶ πέρα ἕνα παιδάριο ποὺ ἔχει πέντε ψωμιὰ κριθαρένια καὶ δύο ψάρια" (Ἰω. στ΄, 5-10).

Κι' ἄλλη φορὰ πάλι, τὴ μέρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὰ βάγια, κάποιοι Ἕλληνες θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, καὶ πήγανε στὸν Φίλιππο καὶ τοῦ εἴπανε: "Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ". Καὶ ὁ Φίλιππος πῆγε καὶ τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, κ' ὕστερα κ' οἱ δύο μαζὶ τὸ εἴπανε στὸν Χριστό. Καὶ τότες ὁ Χριστὸς εἶπε: "Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῆ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου" (Ἰω. ιβ΄, 23). "Ἔφταξε ἡ ὥρα γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου", δηλαδὴ μὲ τοὺς Ἕλληνες θὰ κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Λοιπόν, βλέπεις; Πάλι ὁ Ἀνδρέας τοῦ μίλησε. Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τόπανε στὸν Φίλιππο γιατί θάξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τόνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι' αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι' αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ' ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλῶσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δύο εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα.

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, τὴν τελευταία φορὰ ποὺ φανερώθηκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές του, τοὺς εἶπε: "Πηγαίνετε καὶ μαθητέψετε ὅλα τὰ ἔθνη, βαφτίζοντάς τα στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ διδάσκοντάς τα νὰ κρατᾶνε ὅλα ὅσα σᾶς παράγγειλα. K' ἐγὼ θᾶμαι πάντα μαζί σας ὅλες τὶς ἡμέρες, μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου".

Ἀφοῦ λοιπὸν πήρανε τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τραβήξανε ὁ καθένας κατὰ τὴ φώτιση ποὺ πῆρε, στόνα καὶ στ' ἄλλο μέρος. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τράβηξε, κατὰ τὴν παράδοση, καὶ πῆγε κατὰ πρῶτο στὰ μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας. Κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Τραπεζούντα καὶ στὴν Ἀμισό, ἔχοντας μαζί του κάποιους ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήντα ἀποστόλους, καὶ γύρισε στὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ χιλιάδες Ἕλληνες καὶ Ἰουδαίους. Ἀπὸ κεῖ τράβηξε στὴν Κολχίδα, δηλαδὴ στὸ σημερινὸ Λαζιστάν, ποὺ κατοικούσανε οἱ ἄγριοι κουρσάροι οἱ λεγόμενοι Κερκέτες.

Κατόπι γύρισε πίσω στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, καὶ πάλι ξανάφυγε μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο καὶ πήγανε στὴν Ἔφεσο. Στὴν Ἔφεσο εἶδε στόνειρό του τὸν Χριστό, ποὺ τὸν πρόσταξε νὰ πάγει στοὺς Σκύθες νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Πηγαίνοντας στὴ Σκυθία, πέρασε ἀπὸ τὴ Βιθυνία καὶ κήρυξε στὴ Νικομήδεια, στὴ Χαλκηδόνα καὶ στὴν Ποντοηράκλεια. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Παφλαγονία καὶ κήρυξε στὴν Ἄμαστρη καὶ στὴ Σινώπη, κ' ἐκεῖ βάφτισε τοὺς πιὸ πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ κατόπι πῆγε πάλι στὴν Ἀμισὸ καὶ στὴν Τραπεζούντα. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ Σαμόσατα ποὺ βρισκότανε ἀπάνω στὸν ποταμὸ Εὐφράτη καὶ δίδαξε τοὺς Ἕλληνες, ποὺ κατοικούσανε πολλοὶ σ' αὐτὸ τὸ μέρος.

Ἀπὸ τὰ Σαμόσατα ξαναγύρισε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τότες εἶδε τὸν Παῦλο. Μετὰ τὸ Πάσχα, ἔφυγε πάλι καὶ πέρασε τὴν Καππαδοκία καὶ τὴ Λαζικὴ κ' ἔφταξε στὸ Κίεβο τῆς Σκυθίας, ποὺ ἤτανε τὸ Πάνθεο τῆς σλαυωνικῆς πολυθεΐας, κι' ἀπάνω σ' ἕνα χαμοβούνι ἔστησε ἕναν πέτρινο σταυρό. Κατόπι πέρασε τὸν Καύκασο καὶ τὴν Κασπία Θάλασσα, καὶ κήρυξε στὴ Χορασμία, στὸ σημερινὸ Χορωσάν. Ὕστερα ἔστρεψε πίσω κατὰ τὸ βασίλεμα καὶ πῆγε στὴν Κριμαία, κι' ἀφοῦ δίδαξε καὶ βάφτισε πολλούς, πέρασε στὴ Σινώπη, κι' ἀπὸ κεῖ πῆγε στὸ Βυζάντιο, ποὺ ἤτανε τότες ἕνα χωριό, πρὶν χτιστεῖ ἡ Κωνσταντινούπολη, κι' ἀφοῦ χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Στάχυν, ἕναν ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήντα ἀποστόλους, πῆγε στὴ Θρᾴκη καὶ στὴ σημερινὴ Βουλγαρία καὶ Σερβία.

Ἔπειτα κατέβηκε στὴ Μακεδονία, στὴ Θεσσαλία καὶ στὴ Ρούμελη, κι' ἀπὸ κεῖ πέρασε στὸν Μοριὰ καὶ πῆγε στὴν Ἀχαΐα ποὺ εἶχε πρωτεύουσα τὴν Πάτρα, μεγάλη πολιτεία τιμημένη ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ποὺ ἀφεντεύανε τὸν καιρὸ ἐκεῖνον ἀπάνω σ' ὅλον τὸν κόσμο, κ' ἤτανε στολισμένη μὲ ἐπίσημα χτίρια καὶ μὲ ἀγάλματα. Ἀνθύπατος τῆς Ἀχαΐας ἤτανε τότες ἕνας ποὺ τὸν λέγανε Αἰγεάτη. Σὲ λίγο ἀκούσθηκε πὼς ὁ Ἀνδρέας γιάτρεψε πολλοὺς ἀρρώστους μονάχα μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν χεριῶν του κι' ὁ κόσμος ἔτρεχε σ' αὐτόν. Ἔτυχε τότε ν' ἀρρωστήσει κι' ἡ γυναῖκα τοῦ Αἰγεάτη, λεγόμενη Μαξιμίλλα, κι' ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τὴν ἔγιανε. Σὲ λίγον καιρὸ ἔφυγε στὴ Ρώμη ὁ Αἰγεάτης γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὸν αὐτοκράτορα Νέρωνα γιὰ κάποιες ὑποθέσεις, κι' ἄφησε στὸ πόδι του τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ. Αὐτὸς ὁ Στρατοκλὴς ἤτανε σοφὸς καὶ φημισμένος μαθηματικὸς στὴν Ἀθῆνα, κ' εἶχε ἕνα δοῦλο ποὺ τὸν λέγανε Ἀλκαμανά, καὶ τὸν γιάτρεψε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀπὸ σεληνιασμὸ ποὺ ὑποφέρνε. Ὁ Στρατοκλῆς κ' ἡ Μαξιμίλλα πιστέψανε στὸν Χριστὸ καὶ βαφτισθήκανε, κι' ἄλλος πολὺς κόσμος μαζί τους.

Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ. Πρὶν νὰ τὸν πιάσουνε, χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Στρατοκλῆ.

Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησία του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ' ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δύο ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς.

Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, "ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια". Τὸ σκήνωμά του τὸ ἔθαψε ὁ ἐπίσκοπος Στρατοκλῆς μὲ τὴ Μαξιμίλλα καὶ κόσμος πολύς, ἀφοῦ τὸ ἀλείψανε μ' ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὸ ἐνταφιάσανε σ' ἕνα μνῆμα μαρμάρινο κοντὰ στὴ θάλασσα. Ὁ τάφος του βρίσκεται ὡς τὰ σήμερα μέσα στὴν ἐκκλησία του, ἀλλὰ τὸ ἅγιο λείψανο λείπει, γιατί 350 χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὸ μαρτύριό του τὸ ἀνακομίσανε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ καταθέσανε στὴν ἐκκλησιὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων μαζὶ μὲ τῶν ἄλλων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Στὰ 1204 πήγανε στὴν Πόλη οἱ Φράγκοι, κι' ἁρπάξανε ὅ,τι ἤβρανε. Ἕνας καρδινάλης Πέτρος, ἀπὸ τὴν Καπούα, πῆρε τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα καὶ τὸ πῆγε στὸ Ἀμάλφι τῆς Ἰταλίας, καὶ κεῖ χτίσανε ἐκκλησία σὲ μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ βάλανε μέσα μὲ μεγάλη πομπὴ τὸ λείψανό του κλεισμένο σὲ ἀσημένια θήκη, στὶς 8 Μαΐου 1208.

Στὴν Πάτρα ἀπόμεινε μοναχὰ ἡ ἁγία κάρα ποὺ τὴ δώρισε στοὺς Πατρινοὺς ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Μακεδών. Μὰ στὰ 1460 ποὺ κατεβήκανε οἱ Τοῦρκοι στὸν Μοριᾶ, ὁ Θωμᾶς ὁ Παλαιολόγος, ἀδελφός τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τελευταῖος ἄρχοντας τῆς Πάτρας, πῆρε τὴν ἁγία κάρα καὶ μπαρκάρησε ἀπὸ τὴν Πύλο καὶ πῆγε στὴ Ρώμη καὶ τὴν πρόσφερε στὸν πάπα Πίο τὸ B΄. Ὁ σταυρὸς του βρίσκεται στὴ Μαρσίλια, στὸ μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Βίκτωρος.

Στὴν Πάτρα καὶ στὰ περίχωρα ὑπήρχανε πολλὲς ἐκκλησίες τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, πλὴν τώρα δὲν σῴζεται καμμιά. Ἡ σημερινὴ ἐκκλησία του εἶναι βασιλικὴ κατὰ τὸ σχέδιο ποὺ συνηθιζότανε στὰ Ἑφτάνησα, καὶ χτίσθηκε στὰ 1845. Τὸ ταβάνι εἶναι ζωγραφισμένο ἀπὸ τὸν Δημήτριο Βυζάντιο ποὺ ἔγραψε τὴ Βαβυλωνία καὶ ποὺ ἤτανε ἁγιογράφος. M' ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία αὐτὴ δὲν εἶναι κανωμένη καὶ ζωγραφισμένη κατὰ τὸ βυζαντινὸ τρόπο, εἶναι ὡστόσο κατανυχτική. Ἐνῷ ἡ μισοτελειωμένη ἐκκλησία ποὺ φαίνεται κοντὰ της εἶναι ἕνα ἔκτρωμα ποὺ πρέπει νὰ τὸ γκρεμίσουνε οἱ Πατρινοί.

Ξέρω πὼς παιδεύουνται χρόνια τώρα χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ κατασταλάξουνε σὲ μιὰ ἀπόφαση γιὰ τὸ σχέδιο μιᾶς μεγάλης ἐκκλησιᾶς ποὺ θέλουνε νὰ χτίσουνε. Εἶδα τὸ σχέδιο ποὺ σκάρωσε ἕνας Φραντσέζος, ποὺ εἶναι ἴδια τοῦρτα. Μὰ ὑπάρχει πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα ἀπὸ τοῦτο; : νὰ ἀναθέσουνε σ' ἕναν καλὸν ἀρχιτέκτονα, ποὺ νὰ νογᾷ ἀπὸ βυζαντινά, νὰ κάνει μίαν ἐκκλησιά, ἀντιγράφοντας πιστὰ κάποια ἀπὸ τὶς πιὸ ἔμορφες βυζαντινὲς ἐκκλησιές, π.χ. τὸν ὅσιο Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς, τὸ Βροντόχι τοῦ Μυστρᾶ ἢ μία ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἢ ἀπὸ τ' Ἅγιον Ὄρος. Ἡ Πάτρα εἶναι τὸ λιμάνι τῆς Ἑλλάδας ποὺ κοιτάζει κατὰ τὸ πέλαγο τῆς Εὐρώπης, κι ὅποιος ἔρχεται ἀπὸ κεῖ, εἶναι ντροπὴ νὰ πρωτοδεῖ μίαν ἐκκλησιὰ φράγκικη στὸ μέρος ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Πρέπει νὰ δεῖ μιὰ ἐκκλησιὰ ἑλληνική, βυζαντινή. Τί καθόσαστε καὶ συζητᾶτε χρόνια τώρα, σὰν νὰ μὴν ἔχετε τὴν πιὸ σπουδαία τέχνη στὸν τόπο σας;

Ἐδῶ στὴν Ἀθῆνα ζωγράφισα μιὰ μικρὴ καὶ παλαιὰ ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ποὺ βρίσκεται στὴν ὁδὸ Λευκωσίας, κοντὰ στὴν πλατεῖα Ἀγάμων. Ἡ πιὸ πολλὴ δουλειὰ ἔγινε. Σὰν τελειώσει ἡ ἁγιογραφία, πιστεύω νὰ γίνει ἕνα μικρὸ μουσεῖο τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας.

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...