Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΩΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Κων­σταν­τί­νου Χο­λέ­βα
 Πο­λι­τι­κοῦ Ἐ­πι­στή­μο­νος

Τί εἶ­ναι κρί­ση;
ELLHNORTHODOXH_TAYTOTHTAΤί εἶ­ναι κρί­ση; Τί ση­μαί­νει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κρί­ση. Μὴν ἀ­παν­τή­σε­τε, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­να­γνῶ­στες. Οἱ ἔν­νοι­ες εἶ­ναι πά­ρα πολ­λές. Ὅ­σα λε­ξι­κὰ καὶ νὰ ψά­ξε­τε θὰ βρεῖ­τε πά­ρα πολ­λές. Ὡς Χρι­στια­νοί, ξέ­ρου­με πὼς ὑ­πάρ­χει ἡ ἔν­νοια­ τῆς κρί­σης ποὺ ση­μαί­νει Δί­κη καὶ λέ­ω· μή­πως ἡ κρί­ση εἶ­ναι μί­α μορ­φὴ θεί­ας Δί­κης; Μή­πως γιὰ ὅ­σους πι­στεύ­ου­με στὸν Θε­ό, ἡ κρί­ση εἶ­ναι μί­α μορ­φὴ θεί­ας Δί­κης, νὰ μᾶς δώ­σει ἕ­να μή­νυ­μα ὁ Θε­ὸς πῶς κά­πως ξε­φύ­γα­με, ὅ­τι ἴ­σως δώ­σα­με ἔμ­φα­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο σὲ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, ὅ­τι δὲν στη­ρι­χτή­κα­με στὴν πρό­νοι­α, στὴν προ­σευ­χὴ στὴν βο­ή­θειά του; Μή­πως ὁ Θε­ὸς μᾶς χτυ­πά­ει καμ­πα­νά­κι γιὰ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει; Μή­πως πα­ρα­συρ­θή­κα­με;

Μή­πως μᾶς θυ­μί­ζει κά­τι;
Ὁ τό­πος ἔ­χει πε­ρά­σει ξα­νὰ δύ­σκο­λες στιγ­μές. Τώ­ρα λέ­με «τί κά­νει τὸ κρά­τος;». Ὅ­πως λέ­με «τί κά­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α;». Ὅ­λοι μας, ὅ­μως, εἴ­μα­στε Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι μας εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι γιὰ τὸ τί κά­νει τὸ κρά­τος. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κρά­τους εἶ­ναι ὁ λα­ός. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε κομ­μά­τι τοῦ κρά­τους. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο θὰ θυ­μί­σω ὅ­τι ἐ­πι­βι­ώ­σα­με σὲ κρί­σεις με­γα­λύ­τε­ρες καὶ πιὸ δύ­σκο­λες, χω­ρὶς νὰ ἔ­χου­με κρά­τος. Πό­τε; Στὴν Τουρ­κο­κρα­τί­α. Εἴ­χα­με κρά­τος μὲ τὴν ἔν­νοι­α τὴ νο­μι­κή; Ὄ­χι. Πο­λι­τεια­κὰ κρά­τος δὲν εἴ­χα­με. Τί εἴ­χα­με; Πῶς ἐ­πι­βι­ώ­σα­με; Πῶς σή­με­ρα ἔ­χου­με Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα; Πῶς κρα­τή­σα­με τὰ στοι­χεῖ­α μας αὐ­τά; Πῶς ἀν­τέ­ξα­με; Πῶς πέ­τυ­χε τὸ ᾿21 με­τὰ ἀ­πὸ 80 ἐ­πα­να­στά­σεις πού δὲν πέ­τυ­χαν; Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να μή­νυ­μα ἐμ­μο­νῆς καὶ ἐ­πι­μο­νῆς. Στὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α γρά­φουν γιὰ δύ­ο ἀ­τυ­χεῖς ἐ­ξε­γέρ­σεις· τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Φι­λο­σό­φου, ποὺ τὸν ἔ­γδα­ραν ζων­τα­νὸ στὰ Γι­άν­νε­να τὸ 1611, καὶ τὰ Ὀρ­λω­φι­κά, τό­τε ποὺ ὑ­πο­σχέ­θη­καν οἱ ναύ­αρ­χοι ἀ­δερ­φοὶ Ὀρ­λώφ, τῆς Με­γά­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης νὰ ἔρ­θουν νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν. Τε­λι­κὰ ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν καὶ ἔ­μει­νε μό­νος του ὁ Κα­τσώ­νης. Καὶ δὲν ἔ­γι­ναν μό­νο αὐ­τές. Ὀ­γδόν­τα ἐ­πα­να­στά­σεις πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν μέ­χρι τε­λι­κὰ νὰ γί­νει ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Καὶ πῶς ἐ­πι­βι­ώ­σα­με; Τί εἴ­χα­με;
Εἴ­χα­με Ἐκ­κλη­σί­α ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴν πί­στη, τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξί­α, κρα­τοῦ­σε ἕ­να ὅ­ρα­μα. Μι­λών­τας γιὰ Ἀ­νά­στα­ση, ὁ Ἕλ­λη­νας πί­στευ­ε καὶ στὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Γέ­νους. Κά­θε Πά­σχα ποὺ χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες –καὶ ἐ­πέ­τρε­πε ὁ Τοῦρ­κος νὰ χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες καὶ νὰ πέ­φτουν καὶ οἱ μπα­τα­ρι­ὲς (πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ)– ὁ Ἕλ­λη­νας ἔ­λε­γε «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη», προ­σέ­θε­τε καὶ «ἡ Ἑλ­λὰς Ἀ­νέ­στη». Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κρά­τη­σε καὶ τὴν ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ γέ­νους τῶν Ρω­μη­ῶν, τῶν ὀρ­θο­δό­ξων Ἑλ­λή­νων. Ἕλ­λη­νες καὶ Ρω­μη­οὶ καὶ Γραι­κοὶ καὶ τὰ τρί­α ὀ­νό­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ Ἁ­γί­ους, ἀ­πὸ Ὁ­μο­λο­γη­τὲς καὶ ἀ­πὸ ἥ­ρω­ες τοῦ ᾿21 καὶ ἀ­πὸ δι­α­νο­ού­με­νους. Τὸ «Ρω­μη­ὸς» εἶ­ναι πιὸ Χρι­στι­α­νι­κό, τὸ «Γραι­κὸς» προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, πιὸ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ καὶ πιὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κό. Στὴ συ­νέ­χεια τὸ «Ἕλ­λη­νας» τὰ κα­λύ­πτει ὅ­λα καὶ γι᾿ αὐ­τὸ σή­με­ρα τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με πιὸ πο­λύ. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κρά­τη­σε τὴ γλῶσ­σα. Πολ­λοὶ Καπ­πα­δό­κες στὰ χω­ριὰ τοῦ Ἁγ. Ἀρ­σε­νί­ου καὶ τοῦ Γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, μι­λοῦ­σαν τούρ­κι­κα, ἦ­ταν τουρ­κό­φω­νοι. Πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἐ­σᾶς μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χε­τε παπ­ποῦ­δες καὶ γι­α­γιά­δες ποὺ ἦρ­θαν ἀ­πὸ τὴ Μι­κρα­σί­α καὶ μι­λοῦ­σαν τούρ­κι­κα. Πῶς κρά­τη­σαν ἐ­πὶ πέν­τε αἰ­ῶ­νες οἱ Καπ­πα­δό­κες, ποῦ εἶ­χαν ὑ­πο­δου­λω­θεῖ νω­ρί­τε­ρα; Τούρ­κι­κα μι­λοῦ­σαν ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ οἱ Ὀρ­θό­δο­ξη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἦ­ταν στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἔ­τσι σώ­θη­κε ἡ γλῶσ­σα.
Τί ἄλ­λο εἴ­χα­με; Εἴ­χα­με Με­γά­λη Ἰ­δέ­α! Πα­ρε­ξη­γη­μέ­νη σή­με­ρα ἀ­πὸ πολ­λούς. Στὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α σή­με­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἢ ὑ­πάρ­χει μὲ μί­α μορ­φὴ κά­πως ἀρ­νη­τι­κή. Τί ἔ­λε­γε ἡ Με­γά­λη Ἰ­δέ­α; Ἔ­λε­γε πὼς αὐ­τὸς ὁ λα­ὸς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὑ­πό­δου­λος. Μί­α ἰ­δέ­α ποὺ ξε­κί­νη­σε ἐ­πὶ Φραγ­κο­κρα­τί­ας ὅ­ταν οἱ σταυ­ρο­φό­ροι τὸ 1204 πῆ­ραν τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καὶ ἀν­δρώ­θη­κε ἐ­πὶ Τουρ­κο­κρα­τί­ας, τὸ «πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς». Καὶ τό­τε ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει, για­τί τὸ ὅ­ρα­μα ξυ­πνά­ει τὸν σκλα­βω­μέ­νο λα­ὸ νὰ προ­χω­ρεῖ.
Τί ἄλ­λο εἴ­χα­με; Ἀ­γά­πη στὰ γράμ­μα­τα. Πα­ρά­δειγ­μα· ἕ­να παι­δά­κι ὀ­νό­μα­τι Νι­κο­λά­κης, ξε­κι­νᾶ τὸ 1750 ἀ­πὸ ἕ­να νη­σὶ τοῦ Αἰ­γαί­ου καὶ φεύ­γει ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε τὰ κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α ἐ­κεῖ, πά­ει στὴ Σμύρ­νη, στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ σχο­λὴ – πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ τὴν ἐ­πο­χή, με­γά­λη σχο­λή. Κά­θε­ται πέν­τε χρό­νια ἐ­κεῖ, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς του μὲ ἕ­να τριμ­μέ­νο ρα­σά­κι, μὲ ἕ­να κε­ρά­κι νὰ πέ­φτει πά­νω ἀ­πὸ στὰ βι­βλί­α του, μὲ τρύ­πια πα­πού­τσια, μὲ μη­δὲν χαρ­τζι­λί­κι ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς του, χω­ρὶς ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί τους – μιᾶς καὶ τό­τε δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε φάξ, οὔ­τε κι­νη­τά. Οἱ γο­νεῖς του πέν­τε χρό­νια ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ Νι­κο­λά­κης ἦ­ταν στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ, ὅ­τι μά­θαι­νε γράμ­μα­τα. Καὶ πα­ρ᾿ ὅ­λες τὶς δυ­σκο­λί­ες ὁ Νι­κο­λά­κης ἔ­μα­θε καὶ τὰ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κά τοῦ Ὁ­μή­ρου καὶ τοῦ Θου­κυ­δί­δη καὶ τῶν Πα­τέ­ρων καὶ ὅ­λη τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ἀ­πέ­ξω καὶ τὴ Θε­ο­λο­γί­α πο­λὺ κα­λὰ καὶ γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ λα­τι­νι­κὰ καὶ φυ­σι­κὴ καὶ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἰ­α­τρι­κή. Ὁ Νι­κο­λά­κης Καλ­λι­βρού­τσης, εἶ­ναι ὁ Ἅγ. Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της, ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν Νά­ξο για­τί ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ γράμ­μα­τα. Καὶ ζω­γρα­φί­ζει τὴν καρ­διὰ καὶ πε­ρι­γρά­φει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ αἵ­μα­τος καὶ θυ­μᾶ­ται ἀ­π᾿  ἔ­ξω τούς Πα­τέ­ρες καὶ πά­ει σὲ ἕ­να νη­σὶ μὲ τὸν Γέ­ρον­τά του καὶ θυ­μᾶ­ται ἀ­π᾿ ἔ­ξω ὅ­λους τούς Ἀρ­χαί­ους καὶ ὅ­λη τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη καὶ γρά­φει βι­βλί­ο μὲ πα­ρα­πομ­πές, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει πρό­σβα­ση στὰ βι­βλί­α, οὔ­τε δι­α­δί­κτυ­ο τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη. Για­τί μά­θαι­ναν νὰ δι­α­βά­ζουν. Μά­θαι­ναν νὰ κο­πιά­ζουν. Καὶ δι­ε­ρω­τῶ­μαι· ἡ παι­δα­γω­γι­κὴ φι­λο­σο­φί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν ποὺ λέ­ει «μὴ βά­ζεις κόκ­κι­νο στὰ γρα­πτά τοῦ παι­διοῦ», «μὴν τὸ κου­ρά­ζεις πο­λύ», «μὴν τοῦ βά­ζεις πολ­λὲς ἀ­σκή­σεις», «μὴν τοῦ βά­ζεις πολ­λὴ γραμ­μα­τι­κή», «μὴν γρά­φει ἔκ­θε­ση, ἀλ­λὰ μό­νο πε­ρί­λη­ψη», «μὴ μα­θαί­νει κα­νό­νες», «μὴ μα­θαί­νει τό­νους καὶ πνεύ­μα­τα» -για­τί τὰ κα­ταρ­γή­σα­με γιὰ οἰ­κο­νο­μί­α χρό­νου καὶ μᾶλ­λον ἀ­νορ­θό­γρα­φα βγαί­νουν τὰ παι­διὰ- αὐ­τὸ τὸ «μή, μή, μή…» βο­ή­θη­σε; Για­τί τὰ παι­διὰ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Νι­κο­λά­κη -Ἁγ. Νι­κο­δή­μου- μά­θαι­ναν γράμ­μα­τα, ὑ­πὸ δου­λεί­αν, χω­ρὶς τὰ στοι­χει­ώ­δη ὑ­λι­κὰ μέ­σα καὶ ἤ­ξε­ραν ἄ­πται­στα καὶ τὰ Ἀρ­χαί­α καὶ τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἦ­σαν καὶ ρή­το­ρες καὶ συγ­γρα­φεῖς; Ἐ­ρώ­τη­μα τὸ θέ­τω γιὰ νὰ συγ­κρί­νου­με μὲ τὴ «μον­τέρ­να» παι­δα­γω­γι­κή.
Τέ­λος, τί ἄλ­λο εἴ­χα­με; Εἴ­χα­με ἰ­δι­ω­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α μὲ ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση. Εἴ­χα­με ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἐμ­πό­ρους, ναυ­τι­κοὺς μὲ ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση. Ἔ­φευ­γε ἕ­να φτω­χὸ παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ Γι­άν­νε­να, ὁ Ζώ­ης Κα­πλά­νης –ποὺ ἔ­μα­θε καὶ αὐ­τὸς γράμ­μα­τα τὸ βρά­δυ, δι­α­βά­ζον­τας στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ ἐμ­πό­ρου ἀ­φεν­τι­κοῦ του πά­νω στὰ σα­κκιὰ– πῆ­γε στὴ Ρω­σσί­α ἔ­γι­νε ἔμ­πο­ρος, ἔ­γι­νε πλού­σιος, ἀλ­λὰ τὰ χρή­μα­τα τὰ ἔ­στελ­νε στὰ Γι­άν­νε­να γιὰ νὰ γί­νει ἡ σχο­λὴ ποὺ εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, ἡ «Κα­πλά­νει­ος Σχο­λή». Ἐ­θνι­κοὶ εὐ­ερ­γέ­τες· ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἔμ­πο­ροι, ναυ­τι­κοί.

Νὰ λοι­πὸν, πὼς ἐ­πι­βι­ώ­σα­με χω­ρὶς κρά­τος! Μὲ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ρα­μα τὴ Με­γά­λη Ἰ­δέ­α, ἀ­γά­πη στὰ Γράμ­μα­τα, ἰ­δι­ω­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α καὶ Ἀν­θρώ­πους μὲ ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση.

«Δυ­στυ­χῶς Ἐ­πτω­χεύ­σα­μεν»
Καὶ νὰ πῶ καὶ ἄλ­λη μί­α ἱ­στο­ρί­α, πιὸ κον­τι­νὴ στὰ ση­με­ρι­νά. Σή­με­ρα ἀ­κοῦ­με γιὰ πτώ­χευ­ση, τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Ποῦ θὰ πά­ει ἡ Ἑλ­λά­δα ἂν συμ­βεῖ αὐ­τό; Δὲν εἶ­μαι οἰ­κο­νο­μο­λό­γος νὰ σᾶς πῶ τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει πτώ­χευ­ση. Ναὶ, ἔ­χει ξα­να­γί­νει, πραγ­μα­τι­κή, ἐ­πί­ση­μη πτώ­χευ­ση. Καὶ πιὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Ἀ­φυ­πνι­σθή­κα­με, φι­λο­τι­μη­θή­κα­με καὶ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σα­με ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ὑ­πο­δού­λους Ἕλ­λη­νες. Θὰ σᾶς πῶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα· 1893, πρω­θυ­πουρ­γὸς Χα­ρί­λα­ος Τρι­κού­πης. Δα­νεί­ζε­ται καὶ ξε­πλη­ρώ­νει προ­η­γού­με­νο καὶ προ­προ­η­γού­με­νο δά­νει­ο. Ζη­τᾶ ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α προ­νο­μια­κοὺς ὅ­ρους γιὰ νὰ ξε­πλη­ρώ­σει τὰ προ­η­γού­με­να δά­νεια καὶ τοῦ λέ­νε οἱ Ἄγ­γλοι θὰ σοῦ δώ­σου­με δά­νει­ο, ἂν ὑ­πο­θη­κεύ­σεις τὰ ἐ­θνι­κά σου θέ­μα­τα στὴν Ἀγ­γλί­α. Τό­τε ἦ­ταν τὸ Μα­κε­δο­νι­κὸ καὶ τὸ Κρη­τι­κὸ ζή­τη­μα – δὲν εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἀ­κό­μα μὲ τὴν Ἑλ­λά­δα. Καὶ λέ­ει ὁ Τρι­κού­πης «ὄ­χι, δὲν ὑ­πο­θη­κεύ­ω τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή μου πο­λι­τι­κὴ στὴ Βρε­ττα­νί­α καὶ σὲ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη δύ­να­μη». Ἔ­τσι κά­νει τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ δή­λω­ση «Δυ­στυ­χῶς ἐ­πτω­χεύ­σα­μεν». Ἀλ­λὰ εἶ­πε καὶ μί­α ἄλ­λη φρά­ση ποὺ δεί­χνει τὴν ἐλ­πί­δα ἑ­νὸς πο­λι­τι­κοῦ με­γα­λε­πή­βο­λου: «ἡ Ἑλ­λὰς προ­ώ­ρι­σται (δηλ. εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νη) νὰ ζή­σει καὶ θὰ ζή­σει». Καὶ τὸν δι­ώ­χνουν καὶ δὲν βγῆ­κε κἄν βου­λευ­τής. Συ­νε­χί­ζε­ται ἡ ἱ­στο­ρί­α. Παίρ­νει τε­λι­κὰ δά­νει­ο ἡ Ἑλ­λά­δα. Δεύ­τε­ρο πλῆγ­μα τὸ 1897, Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὸς πό­λε­μος, ἀ­τυ­χής. Ὑ­πο­χω­ροῦ­με καὶ φτά­νουν οἱ Τοῦρ­κοι μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα. Τρί­το πλῆγ­μα, τὸ 1898 ἐγ­κα­θί­στα­ται στὴν χώ­ρα μας ἡ «Τρό­ϊκα» τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ἕξι δυ­νά­μεις, με­γά­λες δυ­νά­μεις εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς μπῆ­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ἔ­παιρ­ναν διὰ νό­μου ὅ­λα τὰ ἔ­σο­δα ποὺ εἶ­χε τὸ κρά­τος ἀ­πὸ τὰ κρα­τι­κὰ μο­νο­πώ­λια, δη­λα­δὴ σπίρ­τα, τσι­γά­ρα, πε­τρέ­λαι­ο, ἁ­λά­τι, τρα­που­λό­χαρ­τα καὶ τὰ τε­λω­νεῖ­α Πει­ραι­ῶς καὶ Λαυ­ρί­ου τὰ ἤ­λεγ­χαν ξέ­νοι. Ἄ­ρα τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δη­μό­σιο τα­μεῖ­ο ἔ­χα­νε ση­μαν­τι­κὰ ἔ­σο­δα. Αὐ­τὴ ἡ Ἑλ­λά­δα ἡ πτω­χευ­μέ­νη ποὺ εἶ­χε ὑ­πο­στεῖ Δι­ε­θνῆ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Ἔ­λεγ­χο, κα­τόρ­θω­σε σὲ λί­γα χρό­νια νὰ με­γα­λώ­σει τὰ σύ­νο­ρά της (Μα­κε­δο­νι­κὸς Ἀ­γώ­νας) καὶ τὸ 1912-1913 νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει Ἤ­πει­ρο, Μα­κε­δο­νί­α, Κρή­τη, νη­σιὰ Αἰ­γαί­ου καὶ νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς Θρά­κης. Για­τί ἡ πτώ­χευ­ση τοῦ 1893 δὲν  ὁ­δή­γη­σε σὲ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α, σὲ αὐ­τὸ τὸ γκρί­ζο ποὺ βλέ­που­με σή­με­ρα, σὲ κα­τά­θλι­ψη, ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἄρ­νη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα. Για­τί δὲν ὁ­δή­γη­σε ὅ­λο αὐ­τὸ καὶ τό­τε σὲ κα­τά­θλι­ψη; Για­τί ὑ­πῆρ­χαν πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­ξί­ες.

Νὰ θυ­μί­σω, ὅ­τι τὸ 1896 ἕ­νας τσα­ρου­χο­φό­ρος νε­ρου­λὰς ὀ­νό­μα­τι Σπύ­ρος Λού­ης κερ­δί­ζει τὸ Μα­ρα­θώ­νιο καὶ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­γει­ώ­νε­ται. Γί­νε­ται παγ­κο­σμί­ως γνω­στή. Χρυ­σὸ στὸ Μα­ρα­θώ­νιο τῶν Ὀ­λυμ­πια­κῶν Ἀ­γώ­νων, τῶν πρώ­των τῆς νε­ώ­τε­ρης ἐ­πο­χῆς. Καὶ ρω­τοῦν τὸ Σπύ­ρο Λού­η «τί βι­τα­μί­νες πῆ­ρες;» -δὲν ὑ­πῆρ­χαν τό­τε τὰ ἀ­να­βο­λι­κὰ- «ποι­ὸν εἶ­χες προ­πο­νη­τή;». Καὶ ἀ­παν­τά­ει, «τὸ βρά­δυ πρὸ τοῦ ἀ­γῶ­νος νή­στε­ψα καὶ προ­σευ­χή­θη­κα στὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Μα­ρα­θῶνα» -ὁ Μα­ρα­θώ­νας ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, μία­ μέ­ρα δρό­μος- «Νή­στε­ψα καὶ κοι­νώ­νη­σα καὶ προ­σευ­χή­θη­κα, ὅ­πως λέ­ει ἡ μά­ννα μου. Καὶ ἡ Πα­να­γί­α μοῦ ᾿δω­σε τὸ με­τάλ­λιο».
Δεύ­τε­ρη ση­μαν­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­ξί­α ποὺ εἶ­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἡ αὐ­το­θυ­σί­α. Θὰ μοῦ πεῖ­τε, «καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι εὔ­κο­λο;». Αὐ­το­θυ­σί­α εἶ­ναι ἕ­νας γο­νιὸς ποὺ θυ­σιά­ζει τὴ δι­α­σκέ­δα­σή του, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ κά­τσει νὰ δι­α­βά­σει τὰ παι­διά του. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι αὐ­το­θυ­σί­α. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἡ αὐ­το­θυ­σί­α ἐκ­φρά­σθη­κε στὸ πρό­σω­πο ἑ­νὸς ἥ­ρω­α, τοῦ Παύ­λου Με­λᾶ, ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ σα­λό­νια τῶν Ἀ­θη­νῶν γιὰ νὰ θυ­σια­σθεῖ στὴν τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Μα­κε­δο­νί­α. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν Δή­μαρ­χος, ὁ πε­θε­ρὸς του ὁ Δρα­γού­μης πρω­θυ­πουρ­γὸς καὶ ὅ­μως πῆ­γε τρεῖς φο­ρὲς στὶς λά­σπες τῆς Μα­κε­δο­νί­ας γιὰ νὰ ἀ­φυ­πνί­σει τὸ Γέ­νος.
Τρί­τον. Ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Ἀ­βέ­ρωφ ἔ­βα­λε χρή­μα­τα καὶ ἔ­δω­σε τὸ μι­σὸ τοὐ­λά­χι­στον κε­φά­λαι­ο γιὰ νά οἰ­κο­δο­μη­θεῖ τὸ θω­ρη­κτὸ Ἀ­βέ­ρωφ τοῦ Βαλ­κα­νι­κοῦ πο­λέ­μου, τὸ πλοῖ­ο αὐ­τὸ τὸ με­γά­λο. 
Καὶ τέ­ταρ­το στοι­χεῖ­ο, τὸ κυ­ρι­ώ­τε­ρο: Οἱ Ἕλ­λη­νες τοῦ 1893-1912  εἶ­χαν πί­στη γιὰ τὴ συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Τί εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ; Εἶ­ναι ἡ δι­α­χρο­νι­κή του πο­ρεί­α ὅ­πως τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται ἱ­στο­ρι­κά.. Εἶ­ναι ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι χρω­στοῦ­με στοὺς Ἀρ­χαί­ους καὶ τοὺς Βυ­ζαν­τι­νούς. Ὄ­χι φυ­λε­τι­κά. Πο­τέ!  Ὁ Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξος τρό­πος ζω­ῆς δὲν σκέ­πτε­ται φυ­λε­τι­κὰ-βι­ο­λο­γι­κά.. Τὸ ἀ­πορ­ρί­πτου­με αὐ­τό. Πνευ­μα­τι­κὰ καὶ πο­λι­τι­στι­κὰ εἶ­ναι τὰ κρι­τή­ριά μας! Μί­α συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ στὸν χρό­νο καὶ στὸν χῶ­ρο, μί­α ἑ­νό­τη­τα ἀ­ξι­ῶν ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες.

Ἡ κρί­ση ὡς ἀ­φύ­πνι­ση καὶ ὁ ρό­λος τῆς Παι­δεί­ας
Μή­πως, τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἔ­χου­με πέ­σει στὰ δί­χτυ­α ἑ­νὸς εὐ­δαι­μο­νι­σμοῦ, μὲ τὴ μα­νί­α γιὰ κα­λο­πέ­ρα­ση ποὺ μᾶς δι­δά­σκουν ἡ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ οἱ δι­α­φη­μί­σεις; Ὅ­σα ἀ­γο­ρά­ζου­με τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἦ­σαν χρή­σι­μα; Δὲν λέ­ω νὰ εἴ­μα­στε μὲ τὸ τριμ­μέ­νο πα­πού­τσι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου. Προ­φα­νῶς ὄ­χι! Μή­πως ὅ­μως ὑ­περ­χρε­ω­θή­κα­με ὡς ἄ­το­μα καὶ ὡς οἰ­κο­γέ­νει­ες;  Μή­πως καὶ ὡς κρά­τος κά­να­με τὸ ἴ­διο; Μή­πως ὑ­περ­δα­νει­ζό­μα­σταν καὶ γιὰ πολ­λοὺς λό­γους μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα σή­με­ρα νὰ μὴ μπο­ροῦ­με νὰ ξε­πλη­ρώ­σου­με τὰ πρῶ­τα δά­νεια καὶ νὰ παίρ­νου­με και­νού­ργια κυ­ρί­ως γιὰ νὰ ξε­πλη­ρώ­σου­με τὰ πα­λιά; Αὐ­τὸ μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση πιὸ πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ῶν. Πι­στεύ­ω λοι­πόν, ὅ­πως εἶ­πα καὶ στὴν ἀρ­χή, ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δί­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὴν κρί­ση, δί­νει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ξα­να­σκε­φτοῦ­με ποι­οὶ εἴ­μα­στε, ποῦ πᾶ­με, για­τί πᾶ­με καὶ τί λά­θη κά­νου­με. Καὶ  πι­στεύ­ω ὅ­τι στὴ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν Παι­δεί­α ποὺ ἔ­χει ἀρ­χί­σει, δὲν πρέ­πει νὰ μέ­νου­με μό­νο στὸν τρό­πο εἰ­σα­γω­γῆς στὰ Πα­νε­πι­στή­μια ἢ μό­νο στὴ δι­οί­κη­ση. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί ἀν­θρώ­πους δι­α­πλά­θου­με;». Τὸν homo economicus, τὸν κα­τα­να­λω­τή, τὸν ἄν­θρω­πο πού εἶ­ναι θύ­μα τῆς δι­α­φή­μι­σης, θύ­μα τῶν με­γά­λων τρα­πε­ζῶν, τῶν δα­νεί­ων; Ἢ ἄν­θρω­πο ἀ­νε­ξάρ­τη­το ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει συ­νεί­δη­ση ἠ­θι­κή, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ­βε­ται τὸ πα­ρελ­θόν του, ξέ­ρει τὴν ἱ­στο­ρί­α του; Γι᾿ αὐ­τὸ θέ­λω νὰ ἐλ­πί­ζω πὼς μέ­σα στὴν ὅ­λη κρί­ση, σύγ­κρι­ση, ἐ­πί­κρι­ση ποὺ κά­νου­με χω­ρὶς ὅ­μως ὑ­πο-κρι­σί­α, θὰ  κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι τὸ μέλ­λον τοῦ τό­που εἶ­ναι μί­α παι­δεί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­θρω­πι­στι­κή, μί­α παι­δεί­α μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἔμ­φα­ση σὲ ἀρ­χὲς καὶ ἀ­ξί­ες, μί­α παι­δεί­α ποὺ θὰ βγά­ζει ἄν­θρω­πο -ἄ­νω θρώ­σκον­τα- σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς λα­τι­νι­κὲς γλῶσ­σες ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι homo, χῶ­μα, ὕ­λη. Νὰ εἶ­ναι μί­α παι­δεί­α ἡ ὁ­ποί­α δὲν θὰ μᾶς ἀ­πο­κό­ψει οὔ­τε ἀ­πὸ τὴ γλῶσ­σα μας, τὴν ἑ­νια­ία Ἑλ­λη­νι­κή. Για­τί ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νά, εὐ­αγ­γε­λι­κά, εἶ­ναι μί­α ἡ γλῶσ­σα μας. Δὲν εἶ­ναι ξέ­νη γλῶσ­σα τὰ ἀρ­χαί­α, μί­α εἶ­ναι ἡ γλῶσ­σα μας. Οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α μας νὰ ἀ­πο­κο­ποῦ­με οὔ­τε ἀ­πὸ τὰ Ὀρ­θό­δο­ξα Θρη­σκευ­τι­κά μας. Ἄλ­λω­στε σή­με­ρα σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη βλέ­που­με νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται μὲ ἔμ­φα­ση ἡ ἀ­νάγ­κη γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀν­θρω­πι­στι­κὴ παι­δεί­α.
Ἂς γί­νει ἡ κρί­ση μί­α εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­βα­πτι­σθοῦ­με στὰ Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξα ἰ­δα­νι­κά μας!

(Τὸ κεί­με­νο βα­σί­ζε­ται σὲ σχε­τι­κὴ ὁ­μι­λί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στὸ Ἀ­γρί­νιο, στὴν Πά­τρα, στὴ Λα­μί­α καὶ σὲ πολ­λὲς ἐ­νο­ρί­ες καὶ σω­μα­τεῖ­α τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Πει­ραι­ῶς).

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ε.ΡΩ.  ΤΕΥΧΟΣ 12 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου