Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Η αναδημιουργία του ανθρώπου – Αποστολικό ανάγνωσμα Β’ Κυριακής των Νηστειών Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος


(Εβρ. α΄ 10 – β΄ 3)
Ο άνθρωπος δεν ημπορεί να νοιώθει ελεύθερος παρά γνωρίζοντας την αλήθεια. Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος το τονίζει προς κάθε ψυχή. “Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς”. (Ιωάν. η’ 32).
Αυτή την αλήθεια, την κατέχει η Εκκλησία μας δια της Ιεράς Αποστολικής παραδόσεώς της, τόσο στην γραπτή, όσο και στην προφορική της μορφή. Το δε Αποστολικό ανάγνωσμα, αναφέρεται σε μεγάλες δογματικές αλήθειες που έχουν να κάνουν με τον Θεό, που είναι ο δημιουργός τού σύμπαντος κόσμου, αλλά και με την αναδημιουργία και σωτηρία τού ανθρώπου δια του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι ασυγκρίτως ανώτερος από όλα τα “λειτουργικά πνεύματα τα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν” (Εβρ. α’ 14).
Ας εμβαθύνουμε όμως στο ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός.
Πράγματι, πριν “ο Πατήρ, δι΄ Υιού και εν Αγίω Πνεύματι” δημιουργήσει “εκ του μη όντος” τον ορατό και αόρατο κόσμο, ουδέν υφίστατο. Ο Θεός που ευρίσκεται έξω των διαστάσεων του χώρου και του χρόνου, δημιουργεί αυτά “εκ του μηδενός”. Έμπλεος ιερού ενθουσιασμού ο Δαβίδ μελωδεί: “Αυτός είπε και εγενήθησαν, Αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν” (Ψαλμ. λβ΄9).
Αλλά και τα δικά μας, τα πύλινα χείλη θα πρέπει να αντλούν από το βάθος τής καρδίας και να ψάλλουν με αίσθημα δέους και θαυμασμού. Με δοξολογία ακατάπαυστη και ευχαριστία αγιόλεκτη προς τον άπειρο Δημιουργό που στην “έκρηξη” της αγάπης του δημιούργησε τα πάντα μέσα σε τόση αρμονία και τέτοια ομορφιά. Όσο μάλιστα ο πιστός Χριστιανός αγωνίζεται να εφαρμόσει το άγιο και σωστικό θέλημα του Θεού, όσο προσπαθεί ν’ αγαπήσει εξ’ όλης τής καρδίας του τον Κύριο Ιησού Χριστό, τόσο και το εσωτερικό του πλημμυρίζει από αισθήματα αληθούς ταπεινώσεως και ανεκφράστου αγάπης ενώπιον αυτής της θείας μεγαλειότητος. Ταυτοχρόνως δε αισθήματα υπακοής στο νόμο Του, οδηγούν τον πιστό εις την οδό τής αγιότητος.
Αλλ’ εάν αυτά ισχύουν για την υλική και πνευματική δημιουργία, πόσο μάλλον δονείται η όλη ύπαρξις ενώπιον της αναδημιουργίας του ανθρώπου. Όταν δηλ. καθίσταται όσο το δυνατόν κατανοητό το τι ακριβώς συνέβη δια της παρακοής τού ανθρώπου και στην συνέχεια με ποίο τρόπο ο Θεός επανέφερε την εικόνα Του, δια της ενανθρωπίσεως, σε πλεονεκτικότερη θέση και σε υψηλότερη κατάσταση από αυτή την αρχική.
Ναι, ο άνθρωπος δεν στάθηκε στο ύψος στο οποίο τον τοποθέτησε εξ’ αρχής ο Θεός. Αμάρτησε και ξέπεσε. Το “αρχαίον κάλλος αμαυρώθη”. Ουδείς μπορούσε να επαναφέρει τον άνθρωπο στο βάθρο του. Εκεί δηλ. που ο Θεός τον είχε τοποθετήσει, μεταξύ ουρανού και γης. Χρειαζόταν λοιπόν νέα, πνευματική αυτή τη φορά αναδημιουργία. Και το έργο αυτό το αναλαμβάνει ο Υιός και Λόγος τού Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Γίνεται άνθρωπος όμοιος με εμάς, χωρίς αμαρτία, για να αναπλάσει και σώσει τον ένοχο άνθρωπο. Έτσι, με το κοσμοσωτήριο έργο Του ο Χριστός, σώζει εκείνον που πραγματικά θέλει να σωθεί.
Μας έδωσε την χάρη· μας χορηγεί την ζωή· μας εξασφάλισε την ανάσταση και επιπλέον διήνοιξε τις πύλες τής αιωνίου ζωής και βασιλείας! Με δυο λόγια: Μας έσωσε!
Αυτό είναι το μέγα πλεονέκτημα που έχουμε οι πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Έχουμε τον Θεό όχι μόνο δημιουργό μας, αλλά και Σωτήρα μας.
Σε τι αλήθεια βάραθρο πνευματικό και σε τι είδους ηθική και πνευματική αναισθησία θα πρέπει να ευρίσκεται ο άνθρωπος που παραμένει αδιάφορος μπροστά σε τούτα τα συγκλονιστικά γεγονότα. Και άνευ αντιρρήσεως, πόσο αδικεί κανείς τον ίδιο του τον εαυτό όταν ο ίδιος ο Δημιουργός και Σωτήρας τού προσφέρεται, ενώ αυτός επιμένει στο να κρατά κλειστή την ύπαρξή του στους σωστικούς χτύπους τής χάριτος.
Είναι παράλογο. Και όμως, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι πεισματικώ τω τρόπω αρνούνται αυτή την θεϊκή αγάπη και κάποιοι άλλοι, αλλοίμονο, δαιμονικώ τω τρόπω, προσπαθούν οι ανόητοι να αμαυρώσουν την λάμψη τού Σωτήρος Χριστού.
Αλλά όπως όλες οι ενέργειές μας, από του πλέον ασημάντου λόγου, έως και του υψηλοτέρου έργου, νομοτελειακώς φέρουν και τα αποτελέσματά τους, ούτω πως και επιπλέον, εις την περίπτωση της μη αποδοχής τής σωτηρίας, η άρνηση φέρει και αυτή τα δικά της τραγικά αποτελέσματα. Είναι δε εντελώς παράλογη η ένστασις ορισμένων ότι δήθεν τα επίχειρα της κακής τους προαιρέσεως, στερούν την ελευθερία τους, αφού γνωρίζουν εξ’ αρχής τα αποτελέσματα της οιασδήποτε συμπεριφοράς και τελικώς είναι στο χέρι τους ελευθέρως να αποδεχθούν τη σωτηρία τους ή να επιλέξουν την “ένδικον μισθαποδοσίαν” η οποία και τους αναμένει. Και επειδή έτσι έχει η πραγματικότητα, είτε γίνεται ελευθέρως αποδεκτή, είτε ορισμένοι θέλουν να ξεγελούν τον εαυτόν τους, γι’ αυτό και ο Απόστολος στο τέλος τού αναγνώσματος ερωτά: “ει γαρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;” (Εβρ. β’ 2-3).
Επομένως, είναι απόλυτη ανάγκη “περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι”. Να προσέχουμε το αυθεντικό κήρυγμα της Εκκλησίας μας όπως αυτό εκφράζεται δια των αγίων Αποστόλων, των Πατέρων και Διδασκάλων, των Οσίων και Αγίων μας, και όχι τα οθνεία διδάγματα της ψευδοκουλτούρας και της πλανεμένης θεολογίας – “σκοτολογίας”, “μή ποτε παραρρυώμεν”.
Ας μη λησμονούμε δε ποτέ ότι το γνήσιο και ζωντανό κήρυγμα δε συμπορεύεται με το πνεύμα τού κόσμου, αλλά αφυπνίζει προς αγώνα, ομολογία και αγιότητα.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου