Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012

- Πόση δύναμη χρειάζονται, Γέροντα, οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν τον αιφνίδιο θάνατο!



Ο μακαριστός Γέροντας Παϊσιος:

- Άμα έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, βρίσκουν
 την δύναμη να αντιμετωπίσουν τον θάνατο, γιατί τον αντιμετωπίζουν
 πνευματικά. Με τα μηχανάκια πόσα παιδιά καταστρέφονται! 
Πόσα παλληκάρια σκοτώνονται με τις μοτοσυκλέτες!
 Σηκώνουν την μοτοσυκλέτα πίσω στην μία ρόδα, οπότε 
εύκολα τουμπάρουν και σπάζουν το κεφάλι τους. Το θεωρούν 
κατόρθωμα ποιος θα σηκώση την μοτοσυκλέτα περισσότερο! 
«Κρατούσα, λέει, σούζα την μοτοσυκλέτα στην πίσω ρόδα και 
τουμπάρισα». Ο διάβολος, βλέπεις, τι τους βάζει να κάνουν, 
για να χτυπήσουν στο κεφάλι; Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν είχαν
 κάποιο ατύχημα, μπορεί να χτυπούσαν αλλού και να μην 
σακατεύονταν. Για να επιτρέψη όμως ο Θεός την κακία του
 διαβόλου ή την απροσεξία του άλλου, σημαίνει ότι θα βγη
 κάτι καλό. 

-Τότε, Γέροντα, γιατί η Εκκλησία μας εύχεται 
«υπέρ του διαφυλαχθήναι» 
από αιφνίδιο θάνατο; 

- Εκείνο είναι άλλο. Ζητά από τον Θεό να μη μας βρη 
ο θάνατος ανέτοιμους.

Ἄνθρωπος Φιλόσοφος Ἀρχιμανδρίτης Νίκων Κουτσίδης




Τό 1989, γιορτάσθηκαν τά ἑκατό χρόνια ἀπό τήν γέννηση τοῦ γερμανοῦ φιλοσόφου Μάρτιν Χάϊντεγγερ. Πρός τιμή του ὀργανώθηκε ἕνα συνέδριο. Σ᾿ αὐτό διακεκριμένοι ἐπιστήμονες ἔκαναν εἰσηγήσεις, μέ τίς ὁποῖες ἀποκάλυψαν: τήν σχέση τοῦ Χάϊντεγγερ μέ τό ναζιστικό καθεστώς τῆς Γερμανίας! Κατέθεσαν μάλιστα, ὅτι κατέδωσε συναδέλφους του· καί ὅτι ἐξ αἰτίας του πολλοί ἄνθρωποι κατέληξαν στά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καί ἐπεσήμαναν ὅτι ὁ Χάϊντεγγερ ποτέ δέν ζήτησε συγγνώμη γιά τά χιτλερικά του φρονήματα. Καί γιά τίς ἀπάνθρωπες ἐνέργειές του.

Μετά ἀπό τόν καταιγισμό αὐτό τέτοιων ἀποκαλύψεων, καί ἐνῶ ὅλοι ἦσαν βαθειά προβληματισμένοι, σηκώθηκε ἕνας μαθητής καί διάδοχος τοῦ Χάϊντεγγερ καί εἶπε:

‐Πρός τί ὅλες αὐτές οἱ ἱστορικές ἐξηγήσεις; Ὁ Χάϊντεγγερ ἦταν ὁ μέγιστος τῶν φιλοσόφων! Τί πιά καί ἄν ἦταν τιποτένιος σάν ἄνθρωπος(!!)
 
* * *

Γενναία καί τολμηρή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ «μαθητῆ»! Εὔκολα τήν εἶπε. Ἀλλά δύσκολα θά βρεθῆ, ὄχι φιλόσοφος ἀλλά ἄνθρωπος, πρόθυμος νά δεχθῆ τήν τοποθέτηση αὐτή. Μέσα μας ξεπροβάλλει τό ἐρώτημα: Μά ἐπιτρέπεται ἄνθρωπος μέ τόσα προσόντα νά συμπεριφέρεται μέ τέτοιο τρόπο; Εἶναι τελικά ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει χώρια τόν νοῦ ἀπό τήν καρδιά του; Γίνεται μόρφωση χωρίς καλωσύνη, χωρίς ἀλήθεια, χωρίς ἀνθρωπιά; Μήπως, ὅσοι κάτι τέτοια τά δέχονται ἔχουν χάσει τελείως τήν ἀνθρωπιά; Καί χωρίς ἀνθρωπιά, τί τάχα φιλόσοφος εἶναι; Καρικατούρα φιλοσόφου!

Ἄριστο παράδειγμα ὑπῆρξε: ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

-Ἦταν Μέγιστος φιλόσοφος, ἀφοῦ διέθετε καταπληκτική εὐφυΐα καί ἀπέραντη παιδεία καί μόρφωση. Συγχρόνως, καί αὐτό εἶναι ἀσυγκρίτως σπουδαιότερο,

-Ἦταν Μέγιστος ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἦταν πρότυπο χριστιανικῆς ἀγάπης, καλωσύνης καί θυσίας νικώντας τίς ἀδυναμίες του, καί ἀφοῦ γέμιζε τήν καρδιά του μέ ταπείνωση καί κατανόηση.

Φιλόσοφος, λέγει ὁ Ἰωάννης ἕνας ἄνθρωπος δέν γίνεται μέ τόν στοχασμό καί μέ τήν συμμετοχή του σέ συνέδρια! Φιλόσοφος γίνεται μέ τήν προσευχή καί μέ τή νηστεία. Μέ τήν ἑκούσια‐θεληματική ἄσκηση καί κακοπάθεια. Ἄν ὑπῆρχε ἄλλος δρόμος πιό ἄνετος καί ἐλαφρύς, θά μᾶς τόν εἶχε ὑποδείξει ὁ Χριστός!

Ἀκόμη, ὁ ἅγιος Ἰωάννης μᾶς λέει ὅτι ἀληθινή σοφία γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐλευθερία ἀπό τά πάθη, ἡ καθαρότητα ἀπό ἁμαρτίες.

Ἀληθινός λοιπόν «φιλόσοφος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἀγωνίζεται νά τηρεῖ τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή φιλοσοφία.

Γι᾿ αὐτό στήν γλώσσα τῶν ἁγίων, στήν δική τους ὁρολογία, φιλόσοφοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 

Σεβασμιώτατε Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά
Πηγαίνω σε διάφορες ενορίες και μιλάω, γιορτές και Κυριακές.
Πάντα με βάση το Ευαγγέλιο και την παράδοση της Εκκλησίας.
Έτσι ώστε να μη δίνονται λαβές για παρεξηγήσεις.
Και μάλιστα, επειδή, μπορεί να ελλοχεύουν στο ακροατήριο και κάποιοι γραμματείς και φαρισαίοι, μαγνητοφωνώ τα λεγόμενά μου.
Στη διακονία μου αυτή με ενθαρρύνει, αφ’ ενός η καθολική φιλοξενία των ιερέων, αλλά και η ποικιλότροπα εκδηλούμενη αγάπη του χριστεπωνύμου πληρώματος.
Το οποίο δέχεται τα λεγόμενά μου σαν δροσιά παρηγοριάς για τις δύσκολες στιγμές, τις οποίες διέρχεται.
Γεγονός, που δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν οι πάσης αποχρώσεως βολεμένοι χρυσοκάνθαροι…
Όμως…
Συνέβη πρόσφατα, τόσο οι ιερείς της Αγίας Τριάδας, όσο και του Αγίου Χριστοφόρου Αγρινίου να μου δηλώσουν ότι δυσκολεύονται να με δεχθούν στις ενορίες τους.
Γιατί, λέει, κάποιοι ενορίτες διαμαρτύρονται και τους απειλούν ότι θα τους καταγγείλουν στη Μητρόπολη. Επειδή οι ομιλίες μου είναι πολιτικού περιεχομένου.
Με την όλη υπόθεση δεν θ’ ασχολούμουν ιδιαίτερα, αν δε προέκυπταν σχετικά κάποιοι σοβαροί ηθικοί και πνευματικοί προβληματισμοί.
Όπως:
Γιατί, για παράδειγμα, ενώ τις ίδιες ομιλίες έκανα και κατά την προηγούμενη χρονική περίοδο, η ενόχληση ανέκυψε τώρα;
Και πιο συγκεκριμένα, αφότου την εξουσία στη δύσμοιρη πατρίδα μας ανέλαβε μετά το προδοτικό και ληστρικό καθεστώς του κ. Παπανδρεόυ, το επίσης δολοφονικό και ληστρικό καθεστώς του κ. Σαμαρά!
Μήπως ο κ. Σαμαράς, όπως και ο κ. Παπανδρέου δεν είναι εκλεκτοί της ίδιας σιωνιστικής και σατανικής λέσχης Μπίλντεμπεργκ!
Και γιατί λαμβάνονται υπόψη οι αξιώσεις και οι αιτιάσεις κάποιων μεμονωμένων ή και ελαχίστων προσώπων και δεν λαμβάνεται υπόψη η συντριπτική πλειονότητα του εκκλησιάσματος της κάθε ενορίας;
Δεν είναι η Εκκλησία, στην κοινωνική της διάσταση, δημοκρατία; Ή μήπως είναι κομματοκρατία και ρουφιανοκρατία!
Έπειτα, ποιες είναι αυτές οι αυθεντίες, που αποφαίνονται για το ποια ομιλία είναι πολιτικού και ποια εκκλησιαστικού περιεχομένου!
Οι βασικοί άξονες του εκκλησιαστικού λόγου δεν είναι το Ευαγγέλιο και η πραγματικότητα;
Για την οποία αποκρουστική πραγματικότητα δεν φταίνε εκείνοι, που μιλούν, αλλά εκείνοι, που τη διαμορφώνουν, ποδοπατώντας το Ευαγγέλιο.
Συνέβη προ ημερών να ακούσω ομιλία του αδελφού σας, του παπα-Χρήστου.
Η οποία κινήθηκε στα ίδια, περίπου πλαίσια με τις δικές μου ομιλίες. Δεδομένου ότι αναφέρθηκε σε Πηλιογούσηδες, κλπ…
Άλλωστε, επανειλημμένα μιλάει σε ενορίες του Αγρινίου ο κ. Νίκος Σωτηρόπουλος. Του οποίου ο λόγος είναι πολύ δριμύτερος και σκληρότερος.
Στις περιπτώσεις αυτές ο λόγος δεν είναι πολιτικός, αλλά πατριωτικός.
Σε αντίθεση με τα προδοτικά και δολοφονικά μέτρα του πολιτικού κατεστημένου, που είναι ανθελληνικά και αντιχριστιανικά. Όπως και τα κριτήρια των ενοχλούμενων κομματανθρώπων…
Κατόπιν όλων αυτών, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι δικές μου ομιλίες είναι πολιτικού, ενώ των άλλων, που λένε τα ίδια, είναι εκκλησιαστικού περιεχομένου;
Υπάρχει μήπως κάποιος ιδιαίτερος λόγος και σκοπιμότητα για την εξειδίκευση των κριτηρίων;…
Όπως συνέβαινε, δυστυχώς, στο παρελθόν. Οπότε το καθεστώς της ρουφιανοκρατίας εκτόπισε απ’ την Αιτ/νία δεκάδες παπάδων!…
Σεβασμιώτατε, σας παρακαλώ να πάρετε θέση. Με μέτρο τη δικαιοσύνη και την αγάπη για το λαό.
Και όχι τις καταχθόνιες και υποχθόνιες σκοπιμότητες των εγκάθετων ρουφιάνων και κομματανθρώπων…
Που επιδιώκουν να κομματικοποιήσουν την εκκλησία και να επιβάλουν καθεστώς ρουφιανοκρατίας…
παπα-Ηλίας Υφαντής
http://papailiasyfantis.wordpress.com

Τὶ πρέπει νὰ ξέρουμε γιὰ τοὺς λογισμοὺς γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ




Ὅποιος θέλει νὰ προσεύχεται μὲ καθαρὸ νοῦ, πρέπει νὰ μὴ μαθαίνει τὰ νέα τῶν ἐφημερίδων, νὰ μὴ διαβάζει βιβλία ἄσχετα πρὸς τὴν πνευματική μας ζωή, καὶ κυρίως ὅσα διεγείρουν τὰ πάθη, καὶ νὰ μὴ μαθαίνει ἀπὸ περιέργεια ὅσα σχετίζονται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων. Ὅλα αὐτὰ φέρνουν στὸ νοῦ ἀλλότριες σκέψεις, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ τὶς διευκρινίσει, αὐτὲς ἀκόμη περισσότερο συγχύζουν καὶ ἐπιβαρύνουν τὴν ψυχή.

Ὅταν ἡ ψυχὴ διδαχθεῖ τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὸν Κύριο, τότε θλίβεται γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη, γιὰ ὅλη τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται, ὥστε ὅλοι νὰ μετανοήσουν καὶ δεχθοῦν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄν, ὅμως, ἡ ψυχὴ χάσει τὴ χάρη, φεύγει ἡ ἀγάπη ἀπὸ αὐτὴν, γιατί χωρὶς χάρη Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγαπᾶ κάποιος τοὺς ἐχθρούς, καὶ τότε βγαίνουν ἀπὸ τὴν καρδιὰ διαλογισμοὶ πονηροί, ὅπως λέει ὁ Κύριος (Ματθ. ιε΄19, Μάρκ. ζ΄ 21-22).

Χωρὶς τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ δὲν καθαρίζεται ὁ νοῦς καὶ δὲν ἀναπαύεται ποτὲ ἡ ψυχὴ ἐν τῷ Θεῶ, ἀλλὰ ταράζεται πάντοτε ἀπὸ διάφορους λογισμούς, ποὺ παρεμποδίζουν τὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Ὦ, ἡ κατὰ Χριστὸν ταπείνωση! Ὅποιος σὲ δοκίμασε, ὁρμᾶ πρὸς τὸν Θεὸ ἀκόρεστα ἡμέρα καὶ νύχτα.



Ὦ, πόσο ἀσθενὴς εἶμαι! Ἔγραψα λίγο καὶ ἀμέσως κουράστηκα καὶ τὸ σῶμα θέλει ἀνάπαυση. Καὶ ὁ Κύριος ὅταν ἦταν στὴ γῆ, «ἐν τὴ σαρκὶ Αὐτοῦ», γνώρισε τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Καὶ Αὐτός, ὁ Ἐλεήμων, κουραζόταν ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καὶ κοιμόταν στὸ πλοῖο τὴν ὥρα τῆς τρικυμίας• καὶ ὅταν Τὸν ξύπνησαν οἱ μαθητές, τότε πρόσταξε τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἄνεμο νὰ σιγήσουν καὶ ἔγινε μεγάλη γαλήνη. Ἔτσι καὶ στὴν ψυχή μας, ὅταν ἐπικαλούμαστε τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, γίνεται μεγάλη γαλήνη. Δῶσε μας, Κύριε, νὰ Σὲ δοξάζουμε ὡς τὴν τελευταία μας πνοή.



Στὴν πλάνη πέφτει κάποιος εἴτε ἀπὸ ἀπειρία εἴτε ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ ἀπειρία, ὁ Κύριος θεραπεύει γρήγορα αὐτὸν ποὺ πλανήθηκε, ἂν ὅμως εἶναι ἀπὸ ὑπερηφάνεια, τότε θὰ πάσχει γιὰ πολὺν καιρὸ ἡ ψυχή, ὡσότου μάθει τὴν ταπείνωση, καὶ τότε θὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Πέφτουμε στὴν πλάνη, ὅταν νομίζουμε ὅτι εἴμαστε πιὸ φρόνιμοι καὶ ἔμπειροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν πνευματικό μας πατέρα. Ἔτσι σκέφθηκα κι ἐγὼ μὲ τὴν ἀπειρία μου καὶ γι’ αὐτὸ ὑπέφερα. Κι εὐχαριστῶ ἀπὸ τὴν καρδιά μου τὸν Θεό, γιατί μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μὲ ταπείνωσε καὶ μὲ νουθέτησε καὶ δὲν ἀπέσυρε τὸ ἔλεός Του ἀπὸ μένα. Καὶ τώρα σκέφτομαι ὅτι, χωρὶς ἐξομολόγηση στὸν πνευματικὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν πλάνη, γιατί στὸν πνευματικὸ ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ χάρη τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν».



Ἂν δεῖς φῶς μέσα σου ἢ γύρω σου, μὴν πιστέψεις σ' αὐτὸ ἂν δὲν ἔχεις συγχρόνως κατάνυξη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον. Μὴ φοβηθεῖς ὅμως, ἀλλὰ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸ φῶς ἐκεῖνο θὰ ἐξαφανιστεῖ.

Ἂν δεῖς κάποιο ὅραμα ἢ εἰκόνα ἢ ὄνειρο, μὴν τὸ ἐμπιστεύεσαι, γιατί ἂν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ σὲ φωτίσει γι' αὐτὸ ὁ Κύριος. Ψυχή, ποὺ δὲν γεύθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται τὸ ὅραμα. Ὁ ἐχθρὸς δίνει στὴν ψυχὴ μιὰ «γλυκειὰ αἴσθηση» ἀνακατεμένη μὲ κενοδοξία, καὶ ἀπὸ αὐτὸ γίνεται φανερὴ ἡ πλάνη.

Οἱ Πατέρες λένε ὅτι, ὅταν ἡ ὅραση εἶναι ἐχθρική, ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σύγχυση ἢ φόβο. Αὐτό, ὅμως, συμβαίνει μόνο στὴν ταπεινὴ ψυχὴ ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ της ἀνάξιο γιὰ ὅραση. Ὁ κενόδοξος, ὅμως, μπορεῖ νὰ μὴν αἰσθανθεῖ οὔτε φόβο οὔτε σύγχυση, γιατί ἐπιθυμεῖ τὶς ὁράσεις καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του ἄξιο, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν ἐξαπατᾶ εὔκολα ὁ ἐχθρός.

Τὰ οὐράνια γνωρίζονται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὰ ἐπίγεια μὲ τὴ φυσικὴ κατάσταση. Πλανᾶται ὅποιος ἐπιχειρήσει νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ μὲ τὸν φυσικὸ νοῦ, μὲ τὴν ἐπιστήμη, γιατί ὁ Θεὸς γνωρίζεται μόνο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἂν βλέπεις μὲ τὸ νοῦ σου δαιμόνια, ταπεινώσου καὶ προσπάθησε νὰ μὴ βλέπεις, καὶ τρέξε ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται στὸν πνευματικό σου γέροντα, στὸν ὁποῖο παραδόθηκες. Πὲς του τα ὅλα, καὶ τότε ὁ Κύριος θὰ σὲ ἐλεήσει καὶ θὰ σωθεῖς ἀπὸ τὴν πλάνη. Ἄν, ὅμως, νομίζεις ὅτι ἐσὺ γνωρίζεις περισσότερα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ καὶ πάψεις νὰ τοῦ λὲς τί σοῦ συμβαίνει, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ὑπερηφάνειας θὰ παραχωρηθεῖ ἀναπόφευκτα κάποιος πειρασμός, γιὰ νὰ σὲ συνετίσει.



Νὰ πολεμᾶς τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὴν ταπείνωση. Ὅταν δεῖς ὅτι κάποιος ἄλλος νοῦς παλεύει μὲ τὸ νοῦ σου, ταπείνωσε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσει ὁ πόλεμος.

Ἄν σοῦ συμβεῖ νὰ δεῖς δαιμόνια, μὴ φοβηθεῖς, ἀλλὰ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό σου, καὶ τὰ δαιμόνια θὰ ἐξαφανιστοῦν. Ἂν ὅμως σὲ πιάσει ὁ φόβος, δὲν θὰ ἀποφύγεις κάποια βλάβη. Νὰ εἶσαι ἀνδρεῖος. Νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ βλέπει, ἂν στηρίζεις τὴν ἐλπίδα σου σὲ Αὐτόν.

Γιὰ νὰ ἀποκτήσει, ὅμως, ἡ ψυχὴ ἀνάπαυση ἀπὸ τὰ δαιμόνια, πρέπει νὰ ταπεινώνεται καὶ νὰ λέει: «Εἶμαι χειρότερη ἀπ’ ὅλους, εἶμαι πιὸ ἄθλια ἀπὸ κάθε κτῆνος καὶ ἀπὸ κάθε θηρίο».

Ὅπως οἱ ἄνθρωποι μπαίνουν στὸ σπίτι καὶ βγαίνουν, ἔτσι καὶ οἱ λογισμοὶ ἔρχονται ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ πάλι μπορεῖ νὰ φύγουν, ἂν δὲν τοὺς δεχόμαστε.

Ἂν ὁ λογισμός σου λέει «κλέψε», καὶ σὺ ὑπακούσεις, δίνεις μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στὸ δαιμόνιο ἐξουσία ἐπάνω σου. Ἂν ὁ λογισμός σου λέει «φάει πολύ, ὥσπου νὰ χορτάσεις», καὶ σὺ φᾶς πολύ, τότε πάλι σὲ ἐξουσιάζει τὸ δαιμόνιο. Κι ἔτσι, ἂν ὁ λογισμὸς κάθε πάθους σὲ νικᾶ, θὰ καταντήσεις κατοικία δαιμόνων. Ἄν, ὅμως, ἀρχίσεις μὲ τὴν πρέπουσα μετάνοια, τότε θὰ ἀρχίσουν νὰ τρέμουν οἱ δαίμονες καὶ θ΄ ἀναγκαστοῦν νὰ φύγουν".
πηγή

Καιρός για λίγο μνήμη θανάτου....



ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ



Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς. ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει έν τῳ θανάτῳ(Ἰω. Α΄ἐπιστ. 3,14.)
Ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη εἶναι ὁ θάνατος, ἡ νέκρωση, ἡ θνητότητα: «ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου, ἐπ. Α΄, 3.14). Γιατί; Ἐπέιδή μόνο ἡ ἀγάπη τσακίζει τήν φυλακή τοῦ ἐγωϊσμοῦ, βγάζει τήν ψυχή ἀπό τήν οἴηση, ἀπό τόν αὐτοαποκλεισμό, ἀπό τήν αὐτοαπομόνωση καί τήν φέρνει σέ φιλική σχέση μέ τόν ἀδελφό, ὡς ζωντανό ὄν, ὡς φορέα τῆς ζωῆς.
Ὁ μή ἀγαπῶν μένει ἐν τῷ θανάτῳ, μέσα στά ἐγωϊστικά, κλειστά πρόσκαιρα αἰσθήματα, σκέψεις, διαθέσεις, πάντα κλειστός μέσα στόν ἑαυτό του, στήν φυλακή τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, τῆς φιλαυτίας του, λόγω τῶν ὁποίων καί σαπίζει ἡ ψυχή μέσα του, σαπίζουν οἱ σκέψεις, σαπίζουν τά αἰσθήματα καί πεθαίνουν, πεθαίνουν, πεθαίνουν. Ἡ ψυχή πού μένει ἐν τῷ θανάτῳ ὄζει θάνατο καί ὅλες οἱ σκέψεις της, αἰσθήματα, οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ διαθέσεις.
Ἀπό αὐτή τήν πανθανάτωση μόνο ἡ θεϊκή ἀγάπη ἀνασταίνει τήν ψυχή καί τήν ὁδηγεῖ στήν ζωή τήν αἰώνια. Τότε ὅλη ἡ ψυχή εὐωδιάζει ἀθανασία. Ἡ ἀγάπη εὐωδιάζει ἀθανασία, ἐπειδή εὐωδιάζει ἀπό τόν Θέο. Ζώντας μέ τήν εὐαγγελική ἀγάπη, οἱ χριστιανοί γίνονται «Χριστοῦ εὐωδία τῷ Θεῷ», ἐπειδή ὁ Κύριος Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλος ἀγάπη, ὅλος εὐωδιάζει ἀθανασία. Γι αὐτό ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται ὅτι «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν τῷ Θεῷ» (Β΄Κορ. β΄15).

Ἡ ἀγάπη, νικητής τοῦ θανάτου, ἡ ἀγάπη - σωτήρας ἀπό τόν θάνατο. Ἀγάπη, ποιό εἶναι τό ὄνομά σου, ἐάν ὄχι ὁ Χριστός; Ἐπειδή Αὐτός ὄντως εἶναι ὁ νικητής τοῦ θανάτου, μέ τήν ἀγάπη νικᾶ τόν θάνατο γιά τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἀγάπη ἀθανατοποιεῖ τό ἀνθρώπινο ὄν, ἐπειδή τό γεμίζει μέ θεϊκή ζωή. Εἶναι θεοποιητική, θεοδημιουργική δύναμη. Θέλεις νά αἰσθανθεῖς ἀθάνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Ἀγάπα τούς ἀδελφούς, ἀγάπα τούς ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς. Σ’ αὐτό ἔγκειται ἡ ἀληθινή χαρά τῆς ζωῆς, χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά πάρει ἀπό τόν ἄνθρωπο, οὔτε σ’αὐτόν, οὔτε στόν ἄλλο κόσμο: καί τήν χαράν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν (Ἰωαν. ιστ΄,22).
Μένει ἐν τῷ θανάτῳ: μένει σ’ἐκεῖνο πού προηγεῖται τοῦ θανάτου καί παράγει τόν θάνατο. Κι αὐτό εἶναι οἱ ἁμαρτίες, καί σ’αὐτές ἡ κόλαση, καί στήν κόλαση ὁ διάβολος. Ἐπειδή αὐτός ἐπίμονα καί ἀσταμάτητα ἰσχυρίζεται: ὁ θάνατος εἶναι κάτι φυσικό καί λογικό, κάτι μέ τό ὁποῖο πρέπει νά συμφιλιωθοῦμε, μέ τό ὁποῖο δέν πρέπει νά παλεύουμε, ἐφόσον ὁ θάνατος εἶναι φυσικός νόμος, ἀναγκαιότητα. Ἐνῶ ὁ Χριστιανός εἶναι ὅλος στήν ἀντίθετη πλευρά: αὐτός μέ τήν ἀγάπη νικᾶ τόν θάνατο κι ὅλους τούς προδρόμους, παραγωγούς καί ἀκολουθούς του: τίς ἁμαρτίες, τούς διαβόλους καί τήν κόλαση.

Ἐπειδή ἡ ἀγάπη εἶναι παναρετή, ὡς «ἡ πρώτη καί ἡ πιό μεγάλη» ἀρετή ζεῖ καί ὑπάρχει μέσα ἀπό τίς ὑπολοιπες ἅγιες ἀρετές: τήν προσευχή, τή νηστεία, τήν πραότητα, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν μακροθυμία, τήν εὐσπλαγχνία κλπ.
Γι αὐτό ὅποιος ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, αὐτός καί προσεύχεται γιά ἐκεῖνον καί νηστεύει γιά αὐτόν καί εἶναι ἐλεήμων πρός αὐτόν καί πρᾶος καί ταπεινόφρων καί μακρόθυμος. Ἔτσι ἡ ἀγάπη μέ τήν βοήθεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀρετῶν νικᾶ στόν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶναι θνητό, δηλαδή ἁμαρτωλο, δαιμονικό κακό.
Άγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ( 1894-1979), Ἐρμηνεῖα ἐπιστολῶν

Τὰ παιδιὰ τοῦ αἰώνα μας π. Α. Schmemann


Τρίτη, 10 Μαΐου, 1977

Μακρὰ συζήτηση μὲ τοὺς Ν. καὶ ΝΝ. – μακρυὰ μαλλιά, χορτοφάγοι, μονίμως ἐρωτευμένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Γιατί πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία; Μιλοῦν γιὰ «ἐπίπεδα συνείδησης», κ.λ.π. Οὔτε ἕνα γιώτα μετριοφροσύνης, καμία ἀπορία, μόνο βεβαιότητες. Περιφρόνηση γιὰ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὰ ἄμεσα ἐνδιαφέροντά τους. Τοὺς λυπήθηκα τόσο πολύ, τοὺς λυπήθηκα γιὰ τὴν ἐσωτερική τους φτώχεια, τὸ περιορισμένο ὅραμα. Ὁ Ν. εἶναι καλλιτέχνης. Τὸ σπίτι του εἶναι γεμάτο ἀπὸ τοὺς πίνακές του. Ἀπογοητευτικοί, προκλητικοί, μονίμως ἀχρείαστοι. Ὁ ἄλλος μελετᾶ κάποια παράξενη μουσική. Συζήτηση γιὰ τὴν ταυτότητα. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ διπλώματα καὶ μισθούς. Τί ἔχει πάει στραβὰ λοιπόν; Καὶ ποῦ; Τὰ δύο αὐτὰ ἀγόρια εἶναι ἐνδιαφέροντα ἐπειδὴ δὲν εἶναι πρωτότυπα καὶ ἀντικατοπτρίζουν ἐπακριβῶς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει γύρω μας. Ἡ κλινικὴ διάγνωσή τους θὰ ἦταν πὼς εἶναι «παιδιὰ τοῦ αἰώνα τούτου». Τὰ χαρακτηριστικά τοῦ «παιδιοῦ τοῦ αἰώνα τούτου» - ὑπέρμετρος ναρκισσισμός, ἀπασχόληση μὲ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὸ «Ἐγώ», καὶ ἀπόδοση ὑπερβολικῆς σημασίας στὶς ἰδέες τους. 

Πιστεύουν πὼς αὐτὸς ὁ ἐγωκεντρισμὸς συμπίπτει μὲ τὴν «ἀγάπη», ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν πεποιθήσεις, καὶ πὼς οἱ ἴδιοι κατὰ κάποιο τρόπο ἀποτελοῦν τὴν γνήσια θρησκεία.

Ἄρνηση ποὺ προστίθεται σ’ ὅλη τὴν ἄγνοια τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς παράδοσης, τῆς συνέχειας, τῆς εὐθύνης, κ.λ.π. Ἄρνηση a priori, ποὺ βασίζεται στὴν περιφρόνηση. Ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ἐπιθυμίας ἀκόμη καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ γνωριστοῦν μ’ αὐτὸ ποὺ ἀρνοῦνται. Ἄρνηση ποὺ ριζώνει στὴν ὑποσυνείδητη βεβαιότητά τους πὼς μιὰ τέτοια γνώση θὰ περιόριζε τὴν ἐλευθερία τους, δηλαδὴ τὸν ναρκισσισμό τους. Αὐτοθαυμασμός, ποὺ γιὰ νὰ πραγματωθεῖ, χρειάζεται τὴν ἐπιλογὴ ψευδο-ἀπολύτων: χορτοφαγία, ἀπόρριψη τῶν διπλωμάτων, τῆς ἴδιας τῆς ἰδέας τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ μισθοῦ, κρίση ὅλων ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὰ ψευδο-ἀπόλυτά τους. Ἐν συντομίᾳ, αἴσθηση φτηνῆς ὑπεροχῆς. 

Ἐπιτελοῦν, γι’ αὐθεντία, κάποιο πράγμα ἀπὸ τὸ περιθώριο τῆς βασικῆς παράδοσης, εἴτε τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε τῆς θρησκείας. Ἐπιλέγουν κάποια «ὄμορφα μικρὰ βιβλία» (μᾶλλον βιβλίο, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα). «Ὄμορφα» ἐπειδὴ τοὺς ὑπόσχονται ἕνα συντομότερο δρόμο πρὸς τὴν «Ἀλήθεια», τὴν τελείωση, τὴν γνώση, τὴν εὐτυχία. Μιὰ αἴσθηση “ἀποστολῆς“ σὲ σχέση μὲ τοὺς γονεῖς ποὺ δὲν καταλαβαίνουν, ἂν προστεθεῖ μάλιστα καὶ ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀπουσία συμπόνοιας, ἀγάπης, συμπάθειας, κ.λ.π. “Θέλουμε νὰ τοὺς σώσουμε”, δηλαδὴ «τοὺς ἀγαπᾶμε». Πλήρης πεποίθηση πὼς αὐτὴ ἡ ἐπιτυχία τους εἶναι ἐγγυημένη, πὼς θ’ ἀναγνωριστοῦν – καὶ ἀναγνωρίζονται – ὡς καλλιτέχνες, στοχαστές, φορεῖς τῆς σωτηρίας. Χρήση λόγων καὶ ἐκφράσεων, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ δικαιώνουν ὅλα αὐτά, μὲ μερικὰ ἀχώνευτα ψήγματα ψυχολογίας: «ἐπίπεδο συνείδησης», κ.λ.π.

Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν κάτι ποὺ σὲ κάθε περίπτωση παραμένει ἀδιαπέραστο ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, ἀπὸ τὴν βασική του «τριαδικὴ ἐνόραση» - τὴ δημιουργία, τὴν πτώση, τὴ σωτηρία, ἀπὸ τὸ βασικὸ ἱστορικό του νόημα. Φυσικά, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας ἀντι-Χριστιανισμός, ὡστόσο ἕνας κρυμμένος ἀντὶ-Χριστιανισμὸς λόγῳ τῆς διαρκοῦς χρήσης τῆς λέξης «ἀγάπη».

Τώρα ἂν θελήσουμε νὰ τὸ μεταφράσουμε αὐτὸ στὴ γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς (ποὺ συμπίπτει μὲ μιὰ πνευματικὴ ἐκτίμηση), αὐτὸ ποὺ ἀναδύεται εἶναι τεμπελιά, ὑπερηφάνεια, αὐταπάτη, αὐτοδικαίωση, ἐγωισμός. Τόσο ἁπλό. Ὁ πολιτισμός μας ὅμως δὲν δέχεται τὴ “γλώσσα τῆς κοινῆς λογικῆς“. Φεύγει ἀπὸ κοντὰ της ὅπως ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸ λιβάνι! Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁδηγεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸ θάνατο.
πηγή

Ο Άγιος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ο Υδραίος (14/11 1800) Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας



Ο Άγιος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ο Υδραίος (14/11 1800)
Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας
Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από την νήσο Ύδρα. Οι γονείς του ονομάζονταν Μιχαλάκης και Μαρίνα. Οι περισσότεροι κάτοικοι του νησιού ασχολούνταν με τη ναυτιλία. Έτσι κι ο άγιος, που σε ηλικία δεκαοχτώ ετών βρέθηκε στη Ρόδο. Εκεί συναναστρεφόταν τον πασά της Ρόδου Χασάν, που ήταν εξωμότη Γεωργιανός. Ο πασάς πρόσεξε την εξυπνάδα και το χαρακτήρα του Κωνσταντίνου και προσπάθησε να τον εξισλαμίσει.Τελικά μετά από κολακείες και δώρα τα κατάφερε, δίνοντάς του το όνομα Χασάν.
Για τρία χρόνια έμεινε στο Ισλάμ, στην υπηρεσία του πασά, όμως δοκίμαζε την απόρριψη από τους άλλους Χριστιανούς και κυρίως της μητέρας του, η οποία, όταν κάποτε ο Κωνσταντίνος την επισκέφτηκε την Ύδρα, δεν του άνοιξε ούτε την πόρτα φωνάζοντάς του ότι δεν τον αναγνωρίζει για παιδί της. Άρχισε, έτσι, η συνείδησή του να τον ελέγχει με αποτέλεσμα να θρηνεί για το μεγάλο κακό που έκανε. Τελικά πήγε σε κάποιο πνευματικό και εξομολογήθηκε. Όσα χρήματα έπαιρνε τα μοίραζε στους φτωχούς. Επιθυμούσε μάλιστα να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά στον πασά αλλά ο πνευματικός του τον απέτρεπε φοβούμενος μήπως δειλιάσει λόγω της νεαρής του ηλικίας. Μάλιστα, τον συμβούλεψε να πάει σε άλλο τόπο ώσπου να ανδρωθεί, να σκληραγωγηθεί και τότε μπορούσε να παρουσιαστεί για ομολογία.

Εκείνος, υπακούοντας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναζήτησε έμπειρο πνευματικό στον οποίο με συντετριμμένη καρδιά και κατάνυξη εξομολογήθηκε την άρνησή του και τον πόθο του για μαρτύριο. Ο πνευματικός τον παρουσίασε στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (1) ο οποίος τον νουθέτησε πατρικά και τον έστειλε στο Άγιο Όρος για να δυναμώσει πνευματικά. Στη Μονή Ιβήρων συνδέθηκε με τον περίφημο πνευματικό παπα Σέργιο της Σκήτης των Ιβήρων. Εκεί, συχνά προσευχόταν στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου Πορταΐτισσας, την οποία παρακαλούσε να τον ενισχύσει για να υπομείνει το μαρτύριο. Οι Πατέρες της Μονής προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν εκείνος όμως φλεγόταν από πόθο για το μαρτύριο.
Τελικά με τις ευχές των Πατέρων αναχώρησε για τη Ρόδο όπου είχε εξωμόσει. Φθάνοντας εκεί και πάλι εξομολογήθηκε σε ένα πνευματικό τον σκοπό του. Εκείνος προσπάθησε να τον εμποδίσει. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Χριστιανοί. Εκείνος όμως όσο εμποδιζόταν τόσα περισσότερο ποθούσε να μαρτυρήσει. Έτσι μετά από προσευχή ξεκίνησε για τον αγώνα του. Πήγε μόνος του και παρουσιάστηκε στον πασά και τον χαιρέτησε. Ο πασάς αρχικά δεν τον γνώρισε διότι ο άγιος φορούσε ράσο και αγιορείτικο σκούφο. Τότε ο Κωνσταντίνος του είπε: “Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος που τον έπεισες να αρνηθεί τον Χριστό και να πιστέψει στον Μωάμεθ.”
Ο πασάς τότε του απάντησε: “Εγώ δεν σε γνωρίζω, γιατί είσαι καλόγερος. Αλλά εάν είσαι δικός μου γιατί φοράς αυτό το μαύρο ρούχο; Ο νόμος μας λέει να φοράμε άσπρα ενδύματα και λαμπρά, για να ξεχωρίζουμε από τους Χριστιανούς. Βγάλτα λοιπόν κι εγώ θα σε ντύσω με λαμπρά και θα σου δώσω όσα χρήματα χρειάζεσαι για να απολαμβάνεις τον κόσμο και να χαίρεσαι μαζί μου και οι Χριστιανοί να σε προσκυνούν.” Ο Άγιος θαρρετά του αποκρίθηκε: “Έλα κι εσύ, πασά, να πιστέψεις και να ομολογήσεις τον Χριστό Θεό αληθινό, να σε φωτίσει να δεις το αληθινό φως, να κερδίσεις την Βασιλεία των Ουρανών. Να δεις τα καλά του Παραδείσου, να χαίρεσαι και να ευφραίνεσαι μ’ όλους τους αγγέλους και τους αγίους.” “Ποιος σου έμαθε όλες τις φλυαρίες αυτές”, του κάνει άγρια ο πασάς. “Εγώ σ’ έκαμα γιο μου, να σε παντρέψω, να με κληρονομήσεις κι εσύ τα περιφρόνησες όλα αυτά κι έγινες καλόγερος;” Κι αμέσως ο πασάς διέταξε να τον ρίξουν στη φυλακή. Τρεις ημέρες μετά ,πυρ και μανία κατά του μάρτυρα, ζήτησε να τον φέρουν μπροστά του. Τότε τον ρώτησε: “Τι ήταν αυτά τα λόγια που τόλμησες προχτές να πεις εναντίον μου;” Κι ο μάρτυρας του απάντησε ήρεμα: “Σου είπα να πιστέψεις στον Χριστό , γιατί η πίστη
σας είναι βρώμικη και ψεύτικη. Πιστεύετε σ’ ένα ψεύτη που δεν έκανε κανένα θαύμα ούτε δίδαξε καμιά αλήθεια και κανένα καλό παρά μόνο μυθολογίες, κακίες και διαφθορά. Κι εσείς τον ακολουθείτε ως προφήτη γι’ αυτό θα πάτε μαζί του στην κόλαση. Έλα λοιπόν να γίνεις Χριστιανός, για να χαίρεσαι αιώνια στον Παράδεισο.”
Τότε, φουρκισμένος από τα λόγια του αγίου ο πασάς, διέταξε να τον δείρουν, να του ξεριζώσουν τις τρίχες της κεφαλής του, να του ξεσκίσουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια και να του σπάσουν τα σαγόνια με πέτρες. Οι στρατιώτες τον άρπαξαν και με πολύ μίσος εκτελούσαν την εντολή του κυρίου τους, φτύνοντάς τον στο πρόσωπο και βρίζοντάς τον ενώ συγχρόνως τον ειρωνεύονταν: “Ας έλθει ο Χριστός σου, να σε σώσει.” Ο άγιος τα υπέμεινε όλα λέγοντας συνεχώς “Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου”. Τελικά τον έριξαν στη φυλακή δεμένο με βαριές αλυσίδες στα πόδια και το λαιμό. Την επομένη τον έφεραν μπροστά στον δικαστή.
“Μετανόησες για τις χτεσινές σου φλυαρίες, Χασάν;” τον ρώτησε ο πασάς. Κι ο Υδραίος μάρτυρας απάντησε: “Εγώ δεν είμαι Χασάνης, είμαι Χριστιανός, Κωνσταντίνος το όνομά μουκαι δεν λέω φλυαρίες αλλά πιστεύω, προσκυνώ και ομολογώ Πατέρα Υιό και Άγιο Πνεύμα, τρία Πρόσωπα, ένα Θεό αληθινό. Όσο για τη θρησκεία σας, την αναθεματίζω.” Μετά απ' αυτό οι στρατιώτες, με διαταγή του πασά, του έδωσαν πεντακόσιους ραβδισμούς στη ράχη και πεντακόσιους στα πόδια, τόσο που έπεσαν τα νύχια των ποδιών του και το αίμα έτρεχε ποτάμι. Έπειτα τον πέταξαν μισοπεθαμένο στη φυλακή. Εκεί ο ίδιος ο Χριστός παρουσιάστηκε και θεράπευσε τις πληγές του και τον απεκατέστησε υγιή. Μετά από τρεις ημέρες τον οδήγησαν πάλι στον πασά, ο οποίος τον ρώτησε: “Σου άρεσε, Χασάνη, αυτό που σου έκανα; Έλα το γρηγορότερο στην πίστη μας, για να σου χαρίσω όσα σου έταξα.” Κι εκείνος του απάντησε: “Ξέρεις πασά, πριν από λίγες μέρες τι βασανιστήρια μου έκανες. Που είναι εκείνες οι πληγές; βλέπεις κανένα σημάδι; Κοίταξε, λείπει κανένα μου νύχι; Ο Χριστός με επισκέφτηκε στη φυλακή και με θεράπευσε ως αληθινός Θεός που είναι. Αυτόν προσκυνώ και λατρεύω, τον δε δικό σας Μωάμεθ αποστρέφομαι γιατί όποιος τον ακολουθεί πάει μαζί του στην κόλαση. Πίστεψε λοιπόν στον Χριστό, όπως πιστεύουν μέχρι τώρα και οι δικοί σου γονείς.” Ο πασάς, αγριεμένος, διέταξε να τον βάλουν πάλι στη φυλακή στο τιμωρητικό ξύλο, το λεγόμενο τουμπρούκι. Εκείνες τις ημέρες φυλάκισαν δύο ιερείς από το χωριό Σορώνη, κάποιους Χριστιανούς και Τούρκους. Μια νύχτα, ο Άγιος λύθηκε θαυματουργικά από τις αλυσίδες και το τουμπρούκι. Στάθηκε και προσευχόταν προς την Ανατολή. Το ίδιο έκαναν και οι ιερείς και οι Χριστιανοί, ακόμη και οι Τούρκοι φώναζαν αλλάχ αλλάχ, διότι όλοι έβλεπαν ένα εξαίσιο φως. Το ουράνιο αυτό φως είδαν και έξω από τη φυλακή οι φρουροί και έτρεξαν νομίζοντας πως έπιασε φωτιά.
Όταν οι φρουροί πληροφορήθηκαν το γεγονός, το ανέφεραν στον πασά. Εκείνος τους είπε να μη το πουν πουθενά, ενώ το ίδιο είπε φοβερίζοντας και τους αυτόπτες φυλακισμένους. Από τότε δεν τον ξαναφώναξε ο πασάς αλλά τον βασάνιζαν οι στρατιώτες του μέσα στη φυλακή. Ένας ιμάμης μια μέρα σήκωσε το χέρι να τον χαστουκίσει και αμέσως το χέρι του έγινε κατάμαυρο. Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Έμεινε στη φυλακή πέντε μήνες ταλαιπωρούμενος από την πείνα, την δίψα, τη βρωμιά, και την όλη δυστυχία της φυλακής. Μόνο ένας ευλαβής Χριστιανός τον επισκεπτόταν και του έφερνε την Θεία Κοινωνία. Ο πασάς φοβόταν να εκτελέσει τον Άγιο εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Υδραίων στον αρχιναύαρχο του στόλου του Αιγαίου (Καπουδάν-πασάς). Έγραψε, μάλιστα, σε κάποιον επιφανή Υδραίο (καπετάν Γιώργη) ζητώντας τη γνώμη του για την υπόθεση.
Ο Άγιος, μαθαίνοντάς το μέσα από τη φυλακή, του έγραψε κι εκείνος ζητώντας να μη τον υποστηρίξει αλλά, αν τον αγαπάει, να τον αφήσει να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού. Έτσι ο καπετάν Γιώργης απάντησε στον πασά να τον κάνει ό,τι θέλει. Μια μέρα ο πασάς τον έβγαλε από τη φυλακή διατάζοντάς τον να μεταφέρει πέτρες. Σε μια στιγμή ο Άγιος προσποιήθηκε πως δραπετεύει για να τον αναγκάσει να τον θανατώσει. Ένας παραστεκόμενος του πασά τον έπιασε και τον χτυπούσε με μανία με τη μαχαίρα του σε όλο του το σώμα. Έπειτα τον ξαναπέταξαν στο μπουντρούμι.
Αφού κουράστηκε ο πασάς να τυρανά μάταια τον Κωνσταντίνο, τον έφερε μπροστά του και για τελευταία φορά τον ρώτησε αν αρνείται τον Χριστό. Ο Άγιος του απάντησε: “Σου είπα ότι Χριστιανός είμαι και τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι ακόμη κι αν κατακόψεις σε μύρια κομμάτια. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις μια ώρα αρχύτερα γιατί ο Κύριος με προσμένει.” Προγνωρίζοντας ο Άγιος τον θάνατό του ζήτησε να του φέρουν τα Άχραντα Μυστήρια. Χαράματα της Τετάρτης, 14 Νοεμβρίου, τον στραγγάλισαν μέσα στη φυλακή. Το πρωί έδωσε την άδεια ο πασάς στους Χριστιανούς να τον θάψουν. Το άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Βαρούσι (χριστιανική συνοικία). Η μητέρα του, η οποία ζούσε και έμαθε για το μαρτύριο του γιου της, πήγε η ίδια στη Ρόδο, όπου έκανε την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, τα οποία μετέφερε στην Ύδρα.
1. Επί πρώτης πατριαρχείας του Γρηγορίου (4ος 1897- 12ος 1898).

Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov





Ἀρχίζοντας νά μιλῶ γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἐπικαλοῦμαι τή βοήθεια τοῦ παναγάθου καί παντοδύναμου Ἰησοῦ ἐνάντια στή ραθυμία μου καί ἀναθυμοῦμαι τά λόγια τοῦ δικαίου Συμεών γιά τόν Κύριο: « Ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34). Ἀκριβῶς ὅπως ὁ Κύριος ἦταν καί εἶναι σημεῖον ἀληθείας, ἕνα σημεῖον ἀντιλεγόμενο, ἀντικείμενο ἀμφισβήτησης καί ἀσυμφωνίας μεταξύ ἐκείνων ποὺ Τόν γνωρίζουν καί ἐκείνων ποὺ δέν Τόν γνωρίζουν, ἔτσι καί ἡ προσευχή στό πανάγιο ὄνομά Του, ποὺ εἶναι, μέ τήν πλήρη σημασία τῆς λέξεως, μέγα καί θαυμαστό σημεῖο, ἔχει καταστεῖ θέμα ἀμφισβήτησης καί διχογνωμίας μεταξύ τῶν ὅσων ἀσκοῦνται σ' αὐτήν καί ὅσων δέν τήν ἐφαρμόζουν. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες δίκαια παρατηρεῖ ὅτι αὐτός ὁ τρόπος προσευχῆς ἀπορρίπτεται μόνον ἀπό ἐκείνους ποὺ δέν τόν ξέρουν καί τόν ἀπορρίπτουν αὐτοί ἀπό προκατάληψη καί σφαλερές ἀντιλήψεις ποὺ σχημάτισαν γι' αὐτόν.


Μή δίνοντας προσοχή στήν κατακραυγή ποὺ ἀπορρέει ἀπό προκατάληψη καί ἄγνοια, ἐμπιστευόμενοι στό ἔλεος καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, προσφέρουμε στούς ἀγαπητούς πατέρες καί ἀδελφούς τήν ταπεινή μας μελέτη γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ μέ βάση τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ἐκκλησιαστική παράδοση καί τά γραπτά κείμενα τῶν Πατέρων, στά ὁποῖα ἐκτίθεται ἡ διδασκαλία γιά τήν παναγία καί παντοδύναμη αὐτὴ προσευχή. «Ἄλαλα γενηθήτω τά χείλη τά δόλια τά λαλοῦντα ἀνομίαν», ἐνάντια στό «δίκαιο» καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Του «ἐν ὑπερηφανείᾳ» μέσα στή βαθιά τους ἄγνοια καί μέ περιφρόνηση γιά τά θαυμάσια τοῦ θεοῦ. Ἀναλογιζόμενοι τό μεγαλεῖο του ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καί τή σώζουσα δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται στό ὄνομά Του, ἀναφωνοῦμε μέ πνευματική εὐφροσύνη καί θαυμασμό: «Ὡς πολύ τό πλῆθος τῆς χρηστότητάς σου, Κύριε, ἥς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπί σέ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 30,19-20).


Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ λέγεται μ' αὐτά τά λόγια: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ἀρχικά λεγόταν χωρίς τήν προσθήκη τῶν λέξεων «τόν ἁμαρτωλόν». Οἱ λέξεις αὐτές προστέθηκαν στά ἄλλα λόγια τῆς προσευχῆς μεταγενέστερα. Οἱ τελευταῖες αὐτές λέξεις, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Νεῖλος Σόρσκυ, ποὺ ὑποδηλώνουν συνείδηση καί ὁμολογία τῆς πτώσης, εἶναι ταιριαστές γιά μᾶς καί εὐάρεστες στό Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά προσευχόμαστε γιά νά ἀναγνωρίζουμε καί νά ἐξομολογούμαστε τήν ἁμαρτωλότητά μας(1). Οἱ Πατέρες ἐπιτρέπουν στούς ἀρχάριους, ἀπό σεβασμό πρός τήν ἀδυναμία τους, νά χωρίζουν τήν προσευχή σέ δύο μέρη καί νά λέγουν κάποτε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» καί κάποτε «Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἁπλῶς μία παραχώρηση ἤ ἐπιείκεια, καί καθόλου μία ἐντολή ἤ κανόνας ποὺ ἀπαιτεῖ ἀνελλιπῆ συμμόρφωση. Εἶναι πολύ καλύτερο νά λέγεται ἀδιάλειπτα ἡ ἴδια προσευχή ὁλόκληρη, χωρίς ὁ νοῦς νά περισπᾶται ἤ νά σκοτίζεται μέ ἀλλαγές ἤ μέ ἔγνοια γιά ἀλλαγές. Ἀκόμα κι ἐκεῖνος ποὺ βρίσκει ἀναγκαία κάποια ἀλλαγή ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας του, δέν πρέπει νά ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο στόν ἑαυτό του συχνά. Γιά παράδειγμα, τό πρῶτο μισό τῆς προσευχῆς εἶναι δυνατό νά λέγεται ὡς τό ἄλλο μισό ὕστερα ἀπό τό γεῦμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναίτης ἀπαγορεύει τίς συχνές ἀλλαγές, λέγοντας: «Οὐ ριζοῦνται τά φυτά συνεχῶς μεταφυτευόμενα».


Αὐτός ὁ τρόπος προσευχῆς, τό νά προσεύχεται δηλαδή κανείς λέγοντας τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι θεῖος θεσμός, ποὺ θεσπίστηκε ὄχι μέσω Ἀποστόλου ἤ Ἀγγέλου, ἀλλά ἀπό τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι Θεός ὁ ἴδιος. Μετά τόν μυστικό δεῖπνο, ἀνάμεσα σ' ἄλλες ὑψηλές, ὕστατες ἐντολές καί ὁδηγίες, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός θέσπισε τήν προσευχή στό ὄνομά Του. Ἔδωσε αὐτό τόν τρόπο προσευχῆς σάν μία νέα, ἐξαίρετη καί ἀνεκτίμητη δωρεά. Οἱ Ἀπόστολοι γνώριζαν ἤδη μερικῶς τή δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, μ' αὐτό θεράπευσαν ἀνίατες ἀρρώστιες καί ὑπέταξαν δαίμονες, καί μ' αὐτό τούς κατανίκησαν, τούς ἔδεσαν καί τούς ἐξέβαλαν. Αὐτό τό πανίσχυρο καί θαυμαστό ὄνομα ὁ Κύριός μας ἀφήνει ἐντολή νά τό χρησιμοποιοῦμε στήν προσευχή. Ὑποσχέθηκε ὅτι τέτοια προσευχή θά εἶναι ἰδιαίτερα ἀποτελεσματική. «Ὅ,τι ἄν αἰτήσητε τόν πατέρα», εἶπε στούς ἁγίους Ἀποστόλους, «ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατήρ ἐν τῷ υἱῷ. Ἐάν τί αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγώ ποιήσω» (Ἰωαν. 14,13). « Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἄν αἰτήσετε τόν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν. Ἕως ἄρτι οὐκ ἠτήσατε οὐδέν ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη» (Ἰωαν. 16,23-24).


Πόσο ὑπέροχη δωρεά! Εἶναι ἐγγύηση ἀτελείωτων κι ἀπέραντων εὐλογιῶν! Δωρεά ποὺ βγῆκε ἀπό τά χείλη τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, ντυμένου τήν πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση καί καλουμένου μέ τό ἀνθρώπινο ὄνομα τοῦ Σωτήρα(2). Τό ὄνομα ὑπό τήν ἐξωτερική του μορφή εἶναι περιορισμένο, ἄλλα ἀντιπροσωπεύει κάτι τό ἄπειρο, τόν Θεό, ἀπό τόν Ὁποῖο ἀντλεῖ ἀπέραντη, θεία ἀξία, τή δύναμη καί τίς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ.


Ώ, ἐσύ Χορηγέ ἀνεκτίμητης, ἀδιάφθορης δωρεᾶς! Πῶς μποροῦμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί θνητοί νά δεχτοῦμε τή δωρεά; Οὔτε τά χέρια μας, οὔτε ὁ νοῦς μας, μά οὔτε ἡ καρδιά μας μποροῦν νά τή λάβουν. Δίδαξέ μας γιά νά γνωρίσουμε, ὅσο μποροῦμε, τό μεγαλεῖο τῆς δωρεᾶς, τή σημασία της καί τούς τρόπους νά τή λαβαίνουμε καί νά τή χρησιμοποιοῦμε ἔτσι ποὺ νά μή τήν πλησιάζουμε μέ τρόπο ἁμαρτωλό, γιά νά μή τιμωρηθοῦμε γιά ἀδιακρισία καί θρασύτητα, ἄλλα ἔτσι ποὺ, γιά νά τήν καταλαβαίνουμε καί νά τή χρησιμοποιοῦμε ὀρθά, νά λάβουμε ἀπό Σένα ἄλλες δωρεές ποὺ Σύ μᾶς ὑποσχέθηκες καί Σύ μοναχά γνωρίζεις.


Στά Εὐαγγέλια, στίς Πράξεις καί τίς Ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων βλέπουμε τήν ἀπέραντη πίστη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως καί τόν ἀπέραντο σεβασμό τους γι' αὐτό. Στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἔκαναν τά πιό ἐκπληκτικά θαύματα. Δέν ὑπάρχει περίπτωση, ἀπό τήν ὁποία νά μποροῦμε νά μάθουμε πῶς προσεύχονταν στό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅμως, σίγουρα, ἔτσι προσεύχονταν. Πῶς μποροῦσαν νά πράξουν ἀλλιῶς, ὅταν ἡ προσευχή ἐκείνη τούς δόθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο κι ἔτσι τούς παρήγγειλε νά προσεύχονται καί ὅταν ἡ ἐντολή γι' αὐτό ἐπιβεβαιώθηκε μέ τό νά ἐπαναληφθεῖ δύο φορές; Ἄν ἡ Γραφή σιωπᾶ πάνω σ' αὐτό τό σημεῖο, εἶναι μόνο καί μόνο γιατί ἡ προσευχή αὐτή ἦταν σέ κοινή χρήση καί ἦταν τόσο καλά γνωστή ποὺ δέ χρειαζόταν εἰδική μνεία σ' αὐτή. Ἀκόμη καί στά γραπτά κείμενα τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἔχουν φτάσει μέχρι τήν ἐποχή μας, ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ξεχωριστῆς πραγματείας, ἀλλὰ μνημονεύεται μοναχά σέ συνάρτηση μέ ἄλλα θέματα.


Στό βίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, ποὺ στεφανώθηκε μέ τό φωτοστέφανο τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου στή Ρώμη, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ, διαβάζουμε αὐτά τά λόγια: «Ὅταν τόν ἔπαιρναν γιά νά τόν καταβροχθίσουν τά ἄγρια θηρία καί ἐκεῖνος εἶχεν ἀσταμάτητα τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στά χείλη του, οἱ εἰδωλολάτρες τόν ρώτησαν γιατί θυμόταν τό ὄνομα ἐκεῖνο ἀδιάλειπτα. Ὁ Ἅγιος ἀπάντησε ὅτι εἶχε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γραμμένο μέσα στήν καρδιά του κι ὅτι ὁμολογοῦσε μέ τά χείλη Ἐκεῖνον ποὺ πάντα ἔφερε μέσα στήν καρδιά του. Ὅταν τά ἄγρια θηρία εἶχαν καταβροχθίσει τόν Ἅγιο, ἡ καρδιά του, μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διατηρήθηκε ἀνέπαφη ἀνάμεσα στά κόκαλά του. Οἱ ἄπιστοι τή βρῆκαν καί τότε θυμήθηκαν ὅσα εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος. Ἔτσι, ἔκοψαν τήν καρδιά ἐκείνη στά δύο, θέλοντας νά μάθουν ἄν ἦταν ἀληθινό ὅ,τι τούς εἶχε λεχθεῖ. Στό ἐσωτερικό τῶν δύο κομματιῶν τῆς καρδίας βρῆκαν μίαν ἐπιγραφή γραμμένη μέ χρυσά γράμματα: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν θεοφόρος καί στό ὄνομα καί στήν πράξη, ἔχοντας πάντα καί φέροντας μέσα στήν καρδιά του τό Θεό μας Χριστό, μέ τό ὄνομά Του γραμμένο μέ τό λογισμό τοῦ νοῦ σάν μέ κάλαμο».


Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν μαθητής τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί εἶχε τό προνόμιο, ὄντας παιδί, νά δεῖ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό προσωπικά. Ἦταν τό εὐλογημένο ἐκεῖνο παιδί, γιά τό ὁποῖο λέγεται στό Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος τό ἔβαλε στό μέσο τῶν Ἀποστόλων, ποὺ συζητοῦσαν γιά πρωτεῖα, τό πῆρε στήν ἀγκαλιά του καί εἶπε: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτόν ὡς τό παιδίον τοῦτο, οὗτος ἐστίν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν»(3).


Σίγουρα ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος διδάχτηκε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ἅγιο Εὐαγγελιστή καί τήν ἐφάρμοζε κατά τήν περίοδο ἐκείνη τῆς ἀκμῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι Χριστιανοί. Τήν ἐποχή ἐκείνη ὅλοι οἱ Χριστιανοί μάθαιναν τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, πρῶτα γιά τή μεγάλη σημασία τῆς ἴδιας τῆς προσευχῆς, ὅπως καί γιά τό ὅτι σπάνιζαν τότε καί ἦταν πανάκριβα τά χειρόγραφα ἱερά βιβλία, γιατί λίγοι ἦταν οἱ γραμματισμένοι (οἱ πιό πολλοί ἀπό τούς Ἀποστόλους ἦταν ἀγράμματοι) καί γιατί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἦταν εὔκολη, πρόσφερε ἱκανοποίηση καί ἐπενεργοῦσε μέ μιὰ πολύ εἰδική ἐνέργεια καί δύναμη.


Στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία διαβάζουμε τό πιό κάτω ἐπεισόδιο: Κάποιος στρατιώτης, γέννημα τῆς Καρχηδόνας, ποὺ ὀνομαζόταν Νεωκόρος, ὑπηρετοῦσε στή φρουρά τῆς Ἱερουσαλήμ στά χρόνια ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὑπέστη θεληματικά τά πάθη καί θανατώθηκε γιά ν' ἀπολυτρώσει τό ἀνθρώπινο γένος. Σάν εἶδε ὁ Νεωκόρος τά θαύματα ποὺ τελέσθηκαν στό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, πίστεψε σ' Αὐτόν καί βαφτίστηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους. Ὅταν τελείωσε τή θητεία του, ὁ Νεωκόρος πῆγε πίσω στήν Καρχηδόνα καί μοιράστηκε τό θησαυρό τῆς πίστης μέ ὁλόκληρη τήν οἰκογένειά του. Ἀνάμεσα σ' ἐκείνους ποὺ δέχτηκαν τό Χριστιανισμό ἦταν καί ὁ Καλλίστρατος, ὁ ἐγγονός τοῦ Νεωκόρου. Σάν ἔφτασε στήν κατάλληλη ἡλικία ὁ Καλλίστρατος πῆγε στό στρατό. Τό στρατιωτικό ἀπόσπασμα στό ὁποῖο τοποθετήθηκε τό ἀποτελοῦσαν εἰδωλολάτρες. Παρακολούθησαν τόν Καλλίστρατο καί πρόσεξαν πὼς αὐτός δέ λάτρευε τά εἴδωλα, ἀλλά ἀφιέρωνε πολλήν ὥρα στήν προσευχή τή νύκτα μέσα σέ μοναξιά. Κάποτε κρυφάκουσαν, ἐνῶ ἐκεῖνος προσευχόταν, καί τόν ἄκουσαν νά ἐπαναλαμβάνει ἀδιάκοπα τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτό τόν κατήγγειλαν στό διοικητή τους. Ὁ ἅγιος Καλλίστρατος, ποὺ ὁμολογοῦσε τό Χριστό ὄντας μόνος στό σκοτάδι τῆς νύχτας, Τόν ὁμολόγησε δημοσίως στό φῶς τῆς ἡμέρας καί ἐπισφράγισε τήν ὁμολογία του μέ τό αἷμα του»(4).


Διδαχή γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἐμφανίζεται στούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς τοῦ τετάρτου αἰώνα, ὅπως εἶναι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας ὁ Ἀσκητής. Κάποιος συγγραφέας τοῦ πέμπτου αἰώνα, ὁ ἅγιος Ἠσύχιος ὁ Ἱεροσολύμων, παραπονιέται ἀπό τότε κιόλας ὅτι ἡ ἄσκηση σ' αὐτή τήν προσευχή ἔχει πολύ παρακμάσει ἀνάμεσα στούς μοναχούς. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρακμή αὐτή ὅλο καί μεγάλωνε. Γι' αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες προσπάθησαν μέ τά γραφτά τους νά ἐνθαρρύνουν τήν ἄσκηση στήν προσευχή αὐτή. Ὁ τελευταῖος συγγραφέας, ποὺ ἔγραψε γι' αὐτή τήν προσευχή, ἦταν ὁ μακάριος γέροντας ἱερομόναχος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ(5). Δέν ἔγραψε τίς ὁδηγίες ὁ γέροντας ὁ ἴδιος μέ τό ὄνομα του, αὐτές καταγράφτηκαν ἀπό τά λόγια του ἀπό ἕναν ἀπό τούς μοναχούς ποὺ καθοδηγοῦσε εἶναι, ὅμως, γραμμένες μέ ἀξιοσημείωτα κατανυκτικό ὕφος. Τώρα ἡ ἄσκηση στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἔχει σχεδόν ἐγκαταλειφθεῖ ἀπό τούς μοναχούς καί τίς μοναχές. Ὁ ἅγιος Ἠσύχιος ἀποδίδει τήν ἀμέλεια αὐτή στήν ἀκηδία. Πρέπει νά παραδεχτεῖ κανείς πὼς ἡ κρίση αὐτή εἶναι δίκαιη.


Ἡ ἀγαθοεργός δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ ἐμπεριέχεται στό ἴδιο τό θεῖο ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μολονότι στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχει πλούσια μαρτυρία, ποὺ ἀποδείχνει τό μεγαλεῖο τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις ἡ σπουδαιότητα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐξηγήθηκε μέ ἰδιαίτερη ἀκρίβεια ἀπό τόν ἅγιο Ἀπόστολο Πέτρο μπροστά στό ἑβραϊκό συνέδριο, ὅταν ἐρωτήθηκε «ἐν ποίᾳ δυνάμει ἤ ἐν ποίῳ ὀνόματι» εἶχε θεραπεύσει κάποιον ἄνθρωπο χωλό ἐκ γενετῆς. «Τότε Πέτρος, πλησθεὶς Πνεύματος Ἁγίου, εἶπε πρός αὐτούς, ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καί πρεσβύτεροι τοῦ Ἰσραήλ, εἰ ἡμεῖς σήμερον ἀνακρινόμεθα ἐπί εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσωσται, γνωστόν ἔστω πάσιν ὑμῖν καί παντί τῷ λαῶ Ἰσραήλ ὅτι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὅν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ὅν ὁ Θεός ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής. Οὗτος ἐστίν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ' ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλήν γωνίας. Καί οὐκ ἐστίν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία, οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστίν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾦ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4,8-12). Ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ Ἀποστόλου τό στόμα, ἡ γλώσσα καί ἡ φωνή ἦταν ἁπλῶς τοῦ Πνεύματος τά ὄργανα.


Ἕνα ἄλλο σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, δίνει μία παρόμοια μαρτυρία. «Πᾶς γάρ», λέγει, «ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. 10,13). «Χριστός Ἰησοῦς... ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ. Διό καί ὁ Θεός αὐτόν ὑπερύψωσε καί ἐχαρίσατο αὐτῶ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ, πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθόνιων» (Φιλ. 2,5-10).


Βλέποντας μακριά στό μέλλον, ὁ Δαυίδ, ἕνας πρόγονος τοῦ Ἰησοῦ κατά σάρκα, ἔψαλλε τή μεγαλωσύνη τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καί ζωηρά περιέγραψε τήν ἐπενέργεια καί τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, τόν ἀγώνα ποὺ γίνεται μέ τό ὄνομα αὐτό σάν μέσο ἐνάντια στίς πηγές τῆς ἁμαρτίας, τή δύναμη τοῦ νά σώζει ἐκείνους ποὺ προσεύχονται μέ αὐτό τό ὄνομα ἀπό τήν αἰχμαλωσία στά πάθη καί τούς δαίμονες καί τό θρίαμβο ἐκείνων ποὺ κερδίζουν πνευματική νίκη μέ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Ἄς ἀκούσουμε τί λέει ὁ θεόπνευστος Δαυίδ: «Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστόν τό ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ! Ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. Ἐκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον ἕνεκα τῶν ἔχθρων σου τοῦ καταλῦσαι ἐχθρόν καί ἐκδικητήν» (Ψαλμ. 8,2-3). Ἀκριβῶς! Ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ξεπερνᾶ τήν ἀντίληψη τῶν λογικῶν πλασμάτων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ. Τὴν μεγαλοπρέπειά του τή συλλαμβάνει μ' ἕνα τρόπο ἀκατανόητο ἡ παιδιάστικη ἁπλότητα καί πίστη. Μ' αὐτό τό ἀνιδιοτελές πνεῦμα πρέπει νά προσεγγίσουμε τήν προσευχή στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καί μ' αὐτὴ νά συνεχίσουμε. Ἡ ἐμμονή μας καί ἡ προσοχή μας στήν προσευχή πρέπει νά μοιάζει μέ τήν ἀδιάκοπη προσπάθεια τοῦ παιδιοῦ ὅταν ἀναζητᾶ τά στήθη τῆς μάνας του. Τότε ἡ προσευχή στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ θά στεφθεῖ μέ πλήρη ἐπιτυχία, οἱ ἀόρατοι ἐχθροί θά νικηθοῦν καί «ὁ ἐχθρός καί ἐκδικητής» τελικά θά συντριβεῖ. Ὁ «ἐχθρός» ὀνομάζεται «ἐκδικητής», γιατί προσπαθεῖ ἀπό ἐκείνους ποὺ προσεύχονται (ἰδιαίτερα ἀπ' ὅσους προσεύχονται κάπου-κάπου κι ὄχι ἀδιάλειπτα) νά τούς πάρει, ὕστερα ἀπό τήν προσευχή, ὅ,τι ἀπόχτησαν στή διάρκεια τῆς προσευχῆς. Γιά νά κερδηθεῖ μία ἀποφασιστική νίκη, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καί ἡ συνεχής ἐγρήγορση.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Ἅγιος Νεῖλος Σόρσκυ, Κεφ. 2.

2. Σωτήρας - στά ἑβραϊκά «Ἰησοῦς» (Ματθ. 1,21).

3. Ματθ. 18,3-4. Πρβλ. Μάρκ. 9,36 καί Μηναῖο, 20 Δεκεμβρίου.

4. Μηναῖο, 27 Σεπτεμβρίου.

5. Ὁ Μπριαντσιανίνωφ ἔγραψε τά πιό πάνω μισόν αἰώνα πρίν τήν ἀνακήρυξη τοῦ ἁγίου Σεραφείμ σέ Ἅγιο.

Συναξαριστής της 14ης Νοεμβρίου 2012


Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος



Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαίας, ἀπ᾿ ὅπου καὶ ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Πέτρο.

Τὸν κάλεσε μαθητή Του ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καὶ κατόπιν ὁ Φίλιππος ἔφερε στὸν Κύριο τὸ Ναθαναήλ.

Παραθέτουμε ὁρισμένα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὰ ὁποῖα ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ μάθει περισσότερα γιὰ τὸ Φίλιππο, σχετικά με τὴ ζωή του κοντὰ στὸ Χριστό: Ματθ. ι´ -3, Μαρκ. γ´ -18, Λουκ. στ´ -14, Ἰω. α´ 44-49, Ἰω. ιΒ´ 20-23, Πράξ. α´ 13.

Ἀξίζει, ὅμως, νὰ ἀναφέρουμε ἕνα διάλογο ποὺ εἶχε ὁ Φίλιππος μὲ τὸν Κύριο, ὅπου δίνει ἀφορμὴ στὸν Κύριο νὰ φανερώσει ὁ ἴδιος ὅτι εἶναι ὁμοούσιος με τὸν Πατέρα Θεό. Εἶπε λοιπὸν ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν». Κύριε, ἀποκάλυψέ μας, δεῖξε μας τὸν Πατέρα, καὶ αὐτὸ μᾶς ἀρκεῖ. Καὶ ὁ Κύριος μεταξὺ ἄλλων τοῦ ἀπάντησε: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἑμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα». Δὲν πιστεύεις, Φίλιππε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀχώριστα συνδεδεμένος μὲ τὸν Πατέρα, ὥστε ἐγὼ νὰ εἶμαι καὶ νὰ μένω μέσα στὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας νὰ εἶναι καὶ νὰ μένει μέσα μου; Εἶμαι δὲ τόσο πολὺ ἑνωμένος, ὥστε αὐτὰ ποὺ σᾶς διδάσκω δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου ποὺ μένει μέσα μου, αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα.

Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Φίλιππος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Πάρθους καὶ πέθανε μαρτυρικὰ στὴν Ἱεράπολη τῆς Συρίας.



Ἀπολυτίκιον 
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν έλλαμψιν, του Παρακλήτου, εισδεξάμενος, πυρός εν είδει, παγκοσμίως ως αστήρ ανατέταλκας, και της αγνοίας τον ζόφον διέλυσας, τη θεία αίγλη Απόστολε Φίλιππε. Όθεν πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ δεόμεθα, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ήχος γ'.
Απόστολε Άγιε Φίλιππε, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεω ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταίς ψυχαίς ημών.

Κοντάκιον 
Ήχος πλ. δ'. Ὡς ἀπαρχάς.
Ὁ μαθητής καἰ φίλος σου, καὶ μιμητής τοῦ πάθους σου, τῇ οἰκουμένῃ Θεόν σὲ ἐκήρυξεν, ὁ θεηγόρος Φίλιππος, Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, ἐξ ἐχθρῶν παρανόμων, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διά τῆς Θεοτόκου συντήρησον Πολυέλεε.

Ὁ Ἅγιος Στάχυς ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως

Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου καὶ στὴ βιογραφία τοῦ πιὸ πάνω ἀποστόλου Φιλίππου, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, ὁ συνοδεύων αὐτὸν ἀπόστολος Βαρθολομαῖος, ἔκανε τὸν Στάχυν ἐπίσκοπο Ἱεραπόλεως. Σ᾿ ἄλλους ὅμως Συναξαριστές, τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ Θαυματουργός

Δεινὸς θεολόγος καὶ διαπρεπέστατος ῥήτορας καὶ φιλόσοφος ὁ Γρηγόριος, δὲν γνωρίζουμε τὸ χρόνο καὶ τὸν τόπο τῆς γέννησής του.

(Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅμως, στὸ ἁγιολόγιό του, ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε τὸ 1296 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Συγκλητικὸ καὶ τὴν εὐσεβέστατη Καλλονή).

Ξέρουμε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 14ου αἰῶνα ἦταν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἀποσύρθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν ἡσυχότερης ζωῆς, καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ἠθική του τελειοποίηση καὶ σὲ διάφορες μελέτες.

Ὅταν ὅμως ξέσπασε ἡ περίφημη διχόνοια γιὰ τοὺς ἁγιορεῖτες Ἡσυχαστές, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπετέθη ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, ὁ Γρηγόριος πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀναδείχτηκε ὁ ὀρθόδοξος ἡγέτης στὴ μεγάλη ἐκείνη θεολογικὴ πάλη. Τὸ ζητούμενο τῆς πάλης αὐτῆς ἦταν κυρίως τὸ μεθεκτικὸν ἢ ἀμέθεκτον τῆς θείας οὐσίας.

Ὁ Γρηγόριος, ὁπλισμένος μὲ μεγάλη πολυμάθεια καὶ ἰσχυρὴ κριτικὴ γιὰ θέματα ἁγίων Γραφῶν, διέκρινε μεταξὺ θείας οὐσίας ἀμεθέκτου καὶ θείας ἐνεργείας μεθεκτῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ στήριξε σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐπικύρωσε τὴν ἑρμηνεία του μὲ τέσσερις Συνόδους. Στὴν τελευταία, ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1351, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς.

Ἀλλ᾿ ὁ Γρηγόριος ἔγραψε πολλὰ καὶ διάφορα θεολογικὰ ἔργα, περίπου 60. Ἀργότερα ὁ Πατριάρχης Ἰσίδωρος, τὸν ἐξέλεξε ἀρχικὰ ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω ὅμως τῶν τότε ζητημάτων, ἀποχώρησε πρόσκαιρα στὴ Λῆμνο, ἀλλὰ κατόπιν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του.

Πέθανε τὸ 1360 καὶ τιμήθηκε ἀμέσως σὰν Ἅγιος.

Ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, ἔγραψε τὸ 1376 ἐγκωμιαστικὸ λόγο στὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, μαζὶ καὶ ἀκολουθία. Καὶ ὅρισε τὴν ἐκκλησιαστικὴ μνήμη του στὴ Β´ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς ὁ Β´ ὁ νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Αὐτὸς ἦταν διάκονος καὶ χαρτοφύλακας τῆς Ἁγίας Σοφίας, κατὰ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο, ἐκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τὸ 665 καὶ διαδέχτηκε τὸν Πέτρο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μέχρι τὸ 668, τὸν ὁποῖο θεάρεστα κυβέρνησε καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ (Παρισινὸς Κώδικας 259).

(Ἡ μνήμη του, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, τοποθετεῖται καὶ τὴν 15η Νοεμβρίου).

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος Νεομάρτυρας

Γεννήθηκε στὴν Ὕδρα καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Μιχαήλ, ἡ δὲ μητέρα του Μαρίνα. Δεκαοκτὼ χρονῶν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ὕδρα καὶ πῆγε στὴ Ῥόδο, κοντὰ στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα Χασᾶν Καπετάν.

Ἐκεῖ ὁ Κωνσταντῖνος παρασύρθηκε καὶ ἐξισλαμίστηκε, μὲ τὸ ὄνομα Χασᾶν, καὶ γιὰ τρία χρόνια ἀπολάμβανε μεγάλες τιμές. Ἀργότερα ὅμως, συναισθάνθηκε τὸ ὀλίσθημά του καὶ ἄρχισε νὰ μετανοεῖ.

Ἔκανε ἐλεημοσύνες καὶ ἔκλαψε πικρά. Τελικά, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει.

Βρῆκε λοιπὸν κάποιο πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ ζήτησε τὴν εὐχή του νὰ μαρτυρήσει.

Ὁ πνευματικός του ὅμως τὸν ἀπέτρεψε, διότι φοβήθηκε τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔκανε ὑπακοή, ἐγκατέλειψε τὴν Ῥόδο καὶ πῆγε στὴν πόλη Κρίμι, κατόπιν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Στὴν Μονὴ Ἰβήρων, προετοιμάστηκε γιὰ τὸ μαρτύριο καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐχὴ τῶν πατέρων ἦλθε στὴ Ῥόδο. Ἐκεῖ, παρουσιάστηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ μὲ θάῤῥος ὁμολόγησε τὸν Χριστό.

Τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν φρικτά. Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 14 Νοεμβρίου 1800.

Σήμερα, στὴ γενέτειρά του τὴν Ὕδρα, ὑπάρχει λαμπρότατος Ναὸς στὸ ὄνομά του, ὅπου βρίσκεται καὶ τὸ ἱερό του λείψανο.

Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων ὁ Νεομάρτυρας, ἐν Κρήτῃ

Καταγόταν ἀπὸ τὶς Σπέτσες καὶ μαρτύρησε στὴν Κρήτη τὸ 1848.

Ὁ Ἅγιος Dubritius (Οὐαλλός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...