Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 25, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΑΥΤΟΥ (26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ


«Ο όσιος Ξενοφών ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μεγάλη υλική περιουσία, αλλά και μεγάλη κατά Θεόν ευσέβεια. Απέστειλε λοιπόν τους δύο υιούς του στην πόλη της Βηρυτού, μία από τις πόλεις της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να μάθουν νομικά. Επειδή όμως το πλοίο που τους μετέφερε ναυάγησε, βγήκε αυτός μαζί με τη γυναίκα του σε αναζήτησή τους. Πράγματι βρήκε τα παιδιά του στα Ιεροσόλυμα, αλλά τα βρήκε ντυμένα το μοναχικό σχήμα, οπότε παρακινήθηκε και ο ίδιος με τη γυναίκα του να ακολουθήσουν και αυτοί τον μοναχικό βίο. Και τόσο πολύ πρόκοψαν στην αρετή, ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά του, ώστε να αξιωθούν να κάνουν και θαύματα. Ευαρέστησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους τον Θεό και εξεδήμησαν προς Αυτόν».

Μόλις χθες, εξ αφορμής της μνήμης του Μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφερθήκαμε στη φράση του, που συνιστά αξίωμα της χριστιανικής ζωής: «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση δηλαδή πάνω στις εντολές του Χριστού, οδηγεί στη θεωρία ως θέα του Θεού και μετοχή σ’ Αυτόν. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να εφαρμόζεται κατά απόλυτο τρόπο, θα λέγαμε, στους σημερινούς αγίους, τον όσιο Ξενοφώντα, τη γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά τους Αρκάδιο και Ιωάννη. Αγωνίστηκαν να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, γι’ αυτό και κέρδισαν τη Βασιλεία του Θεού – μία αλήθεια που τονίζει πολλές φορές η Εκκλησία μας σήμερα, διά γραφίδος του αγίου υμνογράφου Θεοφάνη. «Εν τη οδώ των εντολών σου βαδίζων θερμώς ο σος ικέτης, Δέσποτα, μονάς κατέλαβε καταλλήλους πόθω ζωής της αιωνίου επιλαβόμενος» (Βαδίζοντας με ζήλο την οδό των εντολών σου ο δούλος σου, Δέσποτα, κατάκτησε τις μονές εκείνες που υποσχέθηκες, επειδή αγωνίστηκε με πόθο για την αιώνια ζωή). «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, μακάριε Ξενοφών» (Αγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, μακάριε Ξενοφών). Κι αυτός ο αγώνας του ήταν εκείνος που τον έκανε (όπως βεβαίως και την οικογένειά του) να τιμηθεί με τις πιο λαμπρές αξίες που οδηγούν από την πράξη στη θεωρία. «Φανοτάταις αξίαις τετιμημένος, φωτοφόρω διέπρεψας πολιτεία∙ την πράξιν γαρ επίβασιν θεωρίας ανέδειξας» (Τιμημένος με τις πιο λαμπρές αξίες, διέπρεψες στον γεμάτο φως τρόπο ζωής σου. Διότι την πράξη την ανέδειξες σε σκαλοπάτι για τη θεωρία).

Πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε με έμφαση ότι η όδευση, η πορεία του πιστού πάνω στις εντολές του Χριστού, συνιστά, όπως αναφέραμε,  αξίωμα της χριστιανικής ζωής, διότι ακριβώς πρόκειται περί εντολών του Χριστού, του ίδιου του Θεού δηλαδή. Δεν ανήκει στην επιλογή ενός χριστιανού να τηρήσει ή όχι τις εντολές Εκείνου επομένως, εφόσον θέλει να είναι χριστιανός. Είναι ο μονόδρομος της ζωής του, που τον κάνει πράγματι να είναι αληθινά μαζί με τον Χριστό. Ο Ίδιος ήταν απολύτως σαφής: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Ο μη αγαπών με του λόγους μου ου τηρεί». Και οι εντολές Του, όλοι γνωρίζουμε, συγκεφαλαιώνονται σ’ αυτό που διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη και αγάπη: ο δρόμος του χριστιανού, ο δρόμος της αγιότητας. Ο άγιος υμνογράφος  αυτό μας θυμίζει για τον όσιο Ξενοφώντα και τη συνοδεία του: πορεύτηκαν πάνω στην πίστη και την αγάπη, που φανερωνόταν κυρίως με την ελεημοσύνη τους. «Λάμπων αξιώμασι ψυχής, ελεημοσύνη και πίστει σαυτόν ελάμπρυνας» (Λάμποντας, λάμπρυνες τον εαυτό σου από τα αξιώματα της ψυχής, την ελεημοσύνη και την πίστη). Η φράση «αξιώμασι ψυχής» δεν πρέπει να παρέλθει ασχολίαστη. Ο υμνογράφος εδώ μας αποκαλύπτει ότι τηρώντας κανείς την πίστη και την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, αποκτά αξιώματα, γίνεται αξιωματούχος. Η πίστη και η ελεημοσύνη είναι, μας λέει, τα πραγματικά αξιώματα του ανθρώπου. Όχι αυτά που θαυμάζουν οι πολλοί, τα επίγεια και κοσμικά αξιώματα, αλλά τα ψυχικά και πνευματικά, συνεπώς αυτά που μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να θελήσει και να προσπαθήσει.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως διατυπώνει και κάτι σ’ αυτό που γράφει για την τήρηση των εντολών του Χριστού από τον όσιο Ξενοφώντα, το οποίο είναι εξόχως ενδιαφέρον και επίκαιρο για κάθε εποχή, κυρίως όμως την δική μας. «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, εφ’ ομοίοις τε τρόποις παίδας τους σους ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφών» (Ξαγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, όπως και ρύθμιζες στους όμοιους με σένα τρόπους τα παιδιά σου, μακάριε Ξενοφών). Ο άγιος δηλαδή ένιωθε την ευθύνη του και ως γονιός. Δεν έλεγε ότι  αγωνίζεται μόνον για τον εαυτό του ή, ακόμη χειρότερα, δεν πίστευε ότι η ευθύνη του εξαντλείται στο να καλύψει τις σωματικές, βιοτικές και μορφωτικές  ανάγκες των παιδιών του. Χωρίς να υποβαθμίζει και αυτήν την προσφορά του – είδαμε και στο συναξάρι ότι έστειλε τα παιδιά του στη Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά – η έγνοια και η πρώτιστη φροντίδα του ήταν η ρύθμιση των παιδιών του στις εντολές του Κυρίου: να πιστεύουν σωστά στον Θεό και να αγαπούν τον συνάνθρωπό τους. Πώς όμως; Όχι τόσο με τα λόγια, όσο με το προσωπικό του παράδειγμα. «Επαγρυπνών ο ίδιος στις εντολές». Είναι άλλωστε γνωστό: λόγια χωρίς παράδειγμα είναι λόγια κενά, άσαρκα και ανούσια.  Είναι μία υποκρισία, που το μόνο που καρποφορούν είναι η αντίδραση και η ανυπακοή.

Και κάτι τελευταίο. Φαίνεται το ορθόδοξο φρόνημα του οσίου Ξενοφώντα απαρχής της ζωής του, από τη διάθεσή του να υπηρετεί τους πάντες και να καλύπτει τις ανάγκες τους, εφόσον είχε τα μέσα για κάτι τέτοιο, κυρίως όμως τους μοναχούς, οι οποίοι αποδεικνύονταν φτωχοί. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Ως πάντων οικονόμος προβεβλημένος, την πάντων επιμέλειαν ανεδείξω, τοις χρήζουσι τον πλούτον σου διανέμων, υποδεχόμενος, φιλοφρονούμενος  Μοναζόντων τάγματα, πάτερ όσιε» (Ως γνωστός σε όλους οικονόμος των πάντων, ανέλαβες τη φροντίδα όλων, μοιράζοντας τον πλούτο σου σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, υποδεχόμενος και περιποιούμενος τα τάγματα των μοναχών, πάτε όσιε). Και λέμε ότι στη στάση του απέναντι στους μοναχούς φαινόταν το ορθόδοξο φρόνημά του, διότι στην Εκκλησία μας ένα από τα κριτήρια ορθοδοξίας που έχουμε είναι και το πώς στέκεται κανείς απέναντι  στον μοναχισμό. Αν κανείς δεν δει τον μοναχισμό, την πλήρη δηλαδή αφιέρωση στον Θεό με τις αρετές της υπακοής, της παρθενίας και της ακτημοσύνης, ως τον δρόμο που έχει ευλογηθεί κατεξοχήν από τον Θεό, αφού εκεί δίνονται πολλές προκλήσεις αγιασμού των ανθρώπων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σωστός ορθόδοξος. Η Εκκλησία μας πάντοτε δύο δρόμους πρόβαλε – υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις - για την πορεία του πιστού: τον τίμιο γάμο και την ευλογημένη αφιέρωση στον Θεό διά της μοναχικής ζωής. Κι εννοείται βεβαίως ότι μιλάμε για τον αληθινό μοναχισμό, όπως όταν μιλάμε για τον γάμο, εννοούμε τον τίμιο γάμο που και αυτός ορθά βιούμενος εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού.

Οι Ιεροί Κανόνες για τη συμπροσευχή με αιρετικούς π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Ιεροί Κανόνες για τη συμπροσευχή με αιρετικούς1. Κανών Ι’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
“Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κᾄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὖτος ἀφοριζέσθω”.
2. Κανών ΙΑ΄τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
“Εἴ τις καθῃρημένῳ , κληρικός ὤν, κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καί αὐτός”.
3. Κανών ΜΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
“Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἥ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς, ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω”.
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgo5i2BYp-iX0agLFjjGFw0DBJbAuEpjyRJpu-S6nPHteQvFEH08g6d797ep3YUKrOSFVZgTxWt0exCo6TVJSy5JFQQB2BBVEbyDBEa45QNcAcwe-ONO0-bglHfvPEjORp-RjXRhy9vFp6l/s400/12.jpg
4. Κανών ΞΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
5. Κανών ΟΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
http://www.augoustinos-kantiotis.gr/wp-content/uploads/2010/12/4.-hanuka311.jpg
“Εἴ τις Χριστιανός ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἰερόν ἐθνῶν, ἤ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἤ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω”.
6. Κανών ΣΤ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi6oVcwxqgbS2TLte2Aex4o1JVpMH4GVxfoysyL5OREEKMBupanso8NheiECmJ1yiGycIKU3axPY17P3A8txYi4vkkq7fqGu6GBcv1LPaT9t8lSuEO2FoMK2O1gP7QNEkMp76kkCO6epPD4/s1600/%25CE%25B3%25CE%25B5%25CF%2581%25CE%25BC%25CE%25B1%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CF%258C%25CF%2582+%25CE%25BF%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25BF%25CF%2585%25CE%25BC%25CE%25B5%25CE%25BD%25CE%25B9%25CF%2583%25CE%25BC%25CF%258C%25CF%2582.JPG
“Περί τοῦ μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει”.
7. Κανών Θ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τποικῆς Συνόδου:
“Περί τοῦ μή συγχωρεῖν εἰς τά κοιμητήρια, ἤ εἰς τά λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τούς τῆς Ἐκκλησίας, εὐχῆς ἤ θεραπείας ἕνεκα, ἀλλά τούς τοιούτους, ἐάν ὧσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοοῦντας δέ, καί ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι”.
http://www.agioskosmas.gr/images/AiretikosAgiazeiOrthodoxo.jpg
8. Κανών ΛΒ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
“ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσίν ἀλογίαι μᾶλλον, ἤ εὐλογίαι”.
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjyQ2GAWap7GFf1l85MOQXImGYaz0Q7qxEfaCWwoxy-by9XklnzdIh-2lI8hnAR6XTl10AoP0IdY_dbwzoQiVGSOMSZbxQD7ivzucBni2najBZhksJS3vaH9fpGwi60-tw_tbpjPzHRadpp/s400/XEIROFILHMA.PNG
9. Κανών ΛΓ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
“ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι”.
10. Κανών ΛΔ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου:
“ὅτι οὐ δεῖ πάντα χριστιανόν ἐγκαταλείπειν Μάρτυρας Χριστοῦ, καί ἀπιέναι πρός τούς ψευδομάρτυρας, τοῦτ’ ἐστιν αἱρετικῶν, ἤ αὐτούς πρός τούς προειρημένους, αἱρετικούς γινομένους· οὗτοι γάρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρός αὐτούς”.
http://www.bazilika.biz/images/pictures_galery/201211610173154/201201150043_20120116105016_99.jpg
11. Κανών ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
“ὅτι οὐ δεῖ παρά τῶν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν τά πεμπόμενα ἑορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζει αὐτοῖς”.
12. Κανών Θ’ τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας:
“Ἐρώτησις.
Εἰ ὀφείλει Κληρικός εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἤ ἄλλων αἱρετικῶν; ἠ οὐδέν αὐτόν βλάπτει, ὁπόταν αὐτός ποιῇ τήν εὐχή, ἤγουν τήν προσφοράν;
Ἀπόκρισις.
http://www.oodegr.com/oode/oikoymen/eikones/oikoym_royman2.jpg
Ἐν τῇ θεία ἀναφορᾷ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ πρό τοῦ ἀσπασμοῦ: “Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε”. Οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μή ἄν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν καί ἐκφεύγειν τήν αἵρεσιν”.
Στούς πιό πάνω Κανόνες θά πρέπει νά προστεθοῦν καί οἱ:

13. Κανών Β’ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου:
http://img.pathfinder.gr/clubs/images/7/187707/5.jpg
“Πάντας τούς εἰσιόντας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, καί τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μή κοινωνοῦντας δέ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ ἤ ἀποστρεφομένους τήν μετάληψιν τῆς Εὐχαριστίας, κατά τινά ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἄν ἐμομολοηγσάμενοι καί δείξαντες καρπούς μετανοίας κάι παρακαλέσαντες, τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης. Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδέ ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τούς ἐν ἑτέρᾳ Ἑκκλησίᾳ μή συναγομένους. Εἰ δέ φανείῃ τις τῶν
επισκ΄ποπων,η Πρεσβυτέρων ἤ Διακόνων, ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινω[νω, καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὥς ἄν συγχέοντα τόν κανόντα τῆς Ἐκκλησίας”.
14. Κανών Α’ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (ἐπικυρώνει τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοποικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
15. Κανών Β΄ τῆς ΣΤ’ Οικουμενικῆς Συνόδου, (ἐπικυρώνει τούς Ἀποστολικούς Κανόνες, τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοπικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
16. Κανών Α΄ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (ἐπικυρώνει τούς Ἀποστολικούς Κανόνες, τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοπικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς
Προσεγγίζονας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας
“οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικο[ςι συνεύχεσθαι”
Πρεσβύτερος ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
http://www.synodinresistance.org/Theology_el/images/3A2.jpg

Oι δοκιμασίες κάνουν καλό. Μη φοβηθείς. ( Γεροντας Παϊσιος



Oι δοκιμασίες κάνουν καλό. Μη φοβηθείς. 

Ό Χριστός μας σαράντα μέρες αγωνίσθηκε στην ερημον, αλλά έπειτα Άγγελοι τον υπηρετούσαν. 

Είναι πολύ στοργικός ο Χριστός μας. 

Συχνά, για ωφέλειά μας, επιτρέπει και δυνατή λύπην. Για λίγο νοιώθουμε πώς μας εγκατέλειψε, αλλά μετά επειδή λυπάται, μας αγαπά, μας πνίγει το έλεος Του, ή στοργή Του. 

Μη φοβηθείς ποτέ, μόνον αγάπα τον Χριστό μας. 



Γεροντας Παϊσιος

πηγή

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
 
Κάθε χρόνο λίγο πριν ανοίξει το Τριώδιο, ακούμε στις Εκκλησίες μας το ευαγγελικό ανάγνωσμα του Ζακχαίου. Ο Ζακχαίος ζητούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς. Όπως όλοι μας έτσι κι αυτός σίγουρα θα είχε ακούσει για τον Χριστό, για τον Κύριο. Όμως επιθυμούσε να μάθει περισσότερα. Είχε μια λαχτάρα να Τον συναντήσει, να Τον αντικρύσει, να Τον γνωρίσει προσωπικά.
Ο πόθος του βαθύς, φλόγιζε τα στήθη του. Καμία φιλία, καμία γνωριμία με τόσους αξιωματούχους που είχε λόγω του αξιώματός του δεν τον ικανοποιούσαν. Η κουρασμένη ψυχή του από τις αδικίες που διέπραξε στρέφεται τώρα επίμονα προς τον θείο Διδάσκαλο.
Ο πόθος καίει άσβεστος να συνδεθεί οπωσδήποτε με τον Χριστό. Κι ο πόθος αυτός αναδεικνύει τον μικρόσωμο αυτό άνθρωπο, γίγαντα της αποφασιστικότητας, που θα ξεπεράσει και θα νικήσει κάθε εμπόδιο.
Ποιο είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο, που πρέπει να υπερπηδήσει για να δει τον Χριστό;
Το ανθρώπινο πλήθος που συνοδεύει τον Χριστό εμποδίζει τον μικρόσωμο αρχιτελώνη Ζακχαίο όχι μόνο να συναντήσει αλλά και να δει ακόμα τον Χριστό. Κάποιος άλλος στη θέση του ίσως να απογοητευόταν και να υποχωρούσε.
Η καρδιά όμως του Ζακχαίου δεν γνώριζε εμπόδια. Όπως μάς λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς «προδραμών», έτρεξε δηλαδή από άλλους διαφορετικούς δρόμους μπροστά από το πλήθος. Χωρίς να λογαριάζει τι θα πουν οι άλλοι, που τον έβλεπαν να τρέχει, έναν με μια τέτοια υψηλή κοινωνική θέση. Ούτε λογαριάζει τι θα πουν οι άλλοι βλέποντάς τον να ανεβαίνει στην συκομορέα. Δεν ντρέπεται να ανέβει πάνω σ’ ένα δέντρο για να δει από εκεί τον Χριστό.
Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να αντικρύσει τον Χριστό αλλά και ο ίδιος να γίνει θεατός από τον Χριστό. Όταν ο Χριστός τον πρόσεξε, δεν τον επαίνεσε αμέσως για το ζήλο του, αλλά του ζήτησε να κατέβει κάτω, να πατήσει στο έδαφος αν ήθελε να Τον συναντήσει.
Ευλογημένη η στιγμή αυτή για τον Ζακχαίο. Όταν η καρδιά του ανθρώπου ποθεί να δει, να γνωρίσει, να συνδεθεί με τον Σωτήρα Χριστό, τα πάντα συντρίβονται, εκμηδενίζονται, θεωρούνται σκύβαλα.
Λίγοι είναι οι άνθρωποι όμως που στις ημέρες μας ζούν τέτοιες μεγάλες ώρες στην πνευματική τους ζωή.
Κι αν μέσα τους για ένα διάστημα καίει η φλόγα του πόθου να γνωρίσουν τον Κύριο, κι αν αισθάνονται την ανάγκη να συνδεθούν μαζί του με την μετάνοια, να τον κάνουν μόνιμο ένοικο της ψυχής τους με την θεία Ευχαριστία, να ζήσουν σύμφωνα με τις θείες Του εντολές, γρήγορα κάμπτονται μπροστά στα εμπόδια που παρουσιάζονται.
Πολύς όχλος γύρω τους, τα πλήθη που συνήθως αδιαφορούν στα ουράνια μηνύματα, που ειρωνεύονται, τους σβήνουν κάθε φλόγα, τους κλείνουν τον δρόμο προς τον Κύριο, προς την σωτηρία.
Γιατί; Θα ρωτήσει κάποιος. Γιατί οι ίδιοι μέσα τους, στο βάθος της καρδιάς τους αφήνουν την μικροψυχία να τους υπονομεύει. Εκείνο που τους λείπει είναι η φλογερή πίστη και ο θερμός πόθος να συνδεθούν με τον Κύριο του ουρανού και να ζήσουν σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές Του και γι’ αυτό δεν διαθέτουν αποφασιστικότητα. Δεν έχουν την δύναμη, δεν έχουν την τόλμη να τρέξουν μπροστά από τον όχλο και να ανέβουν σε κάποιο δέντρο.
Το τι «θα πει ο κόσμος», το πώς «θα με κρίνουν οι γύρω μου», το «δεν μπορώ να πάω αντίθετα στο ρεύμα», όλα αυτά και πολλά άλλα κρατούν μακριά από τον Χριστό τόσους και τόσους σύγχρονους Ζακχαίους. Άνθρωποι που αδίκησαν, που πλούτισαν άνομα, άνθρωποι που καταπάτησαν την τιμή της οικογένειάς τους, που έζησαν μια ζωή ασωτίας και θα ήθελαν να συνδεθούν μέσω των ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας με τον Κύριο, δεν κάνουν το αποφασιστικό εκείνο βήμα, δεν ανεβαίνουν σε μια «συκομορέα», για να μην θεωρηθούν «ἀποσυνάγωγοι», για να μην ακούσουν την ειρωνεία των συναδέλφων τους, των συγγενών τους.
Και μένουν έτσι αποξενωμένοι από τον Χριστό, μακριά από την Εκκλησία του. Λίγοι είναι εκείνοι που ακολουθούν τον Ζακχαίο στην πορεία του. Μια πορεία που περιφρονεί τα πάντα και πετυχαίνει τον σκοπό της.
Όπως για τον αρχιτελώνη Ζακχαίο έτσι και γι’ αυτούς τα εμπόδια αντί να γίνουν λίθοι προσκόμματος, μεταβάλλονται σε πέτρινα σκαλοπάτια πάνω στα οποία θα πατήσουν για να ανυψωθούν στην πραγματοποίηση του ιδανικού τους. Είναι τόσο βαθύς ο πόθος τους να γνωρίσουν τον Κύριο, να συνδεθούν μαζί Του, που κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να τους κλείσει τον δρόμο. Να σταματήσουν για τον όχλο; Μα ο όχλος αυτός είναι μακριά από τον Θεό, είναι τυφλοί μπροστά στο θείο φως. Αυτούς λοιπόν θα ακούσουν και για χάρη τους θα μείνουν ακόμα μακριά από την Εκκλησία και τα Μυστήριά της; Όχι, βέβαια. Θα τρέξουν, θα κοπιάσουν, θα ανεβούν πάνω σ’ ένα δέντρο, με παρρησία θα ομολογήσουν ότι αλλάζουν ζωή, ότι εγκαταλείπουν τον δρόμο της αδικίας και της ασωτίας, έστω κι αν τους ειρωνευθούν.
Αυτοί είναι που αναζητούν την πραγματική ειρήνη, την γαλήνη της συνείδησης τους, την εκπλήρωση του πόθου τους και αφού είναι πεπεισμένοι ότι κοντά στον Κύριο και Θεό τους αυτά εκπληρώνονται, θα φθάσουν οπωσδήποτε στο θείο λιμάνι.
Η πορεία αυτή είναι δύσκολη. Τα εμπόδια πολλά, ορατά και αόρατα. Όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στο τέρμα αυτής της πορείας, μας αναμένουν τα ουράνια δώρα της Βασιλείας των Ουρανών.
Ας κρατήσουμε φυλαγμένη μέσα στην καρδιά μας την ιστορία του Ζακχαίου. Ας έχουμε στο μυαλό μας πως ο Χριστός ζητά να μας γνωρίσει και ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τίποτα να σταθεί εμπόδια σ’ αυτή τη συνάντηση. Αρκεί να αναγνωρίσουμε και να διαπιστώσουμε τα λάθη και τις παρεκτροπές μας. Να αποτινάξουμε τη νάρκη που μάς εμποδίζει στην προσπάθεια για ενάρετη ζωή. Το κλειδί της ευτυχίας είναι στα χέρια μας. Ας ακούσουμε τη φωνή της καρδιάς μας. Ο Ιησούς Χριστός και το Ευαγγέλιό Του είναι η λύτρωση. Αυτός ζητάει να συναντήσει τον άνθρωπο, τον καθένα μας. Ζητάει να λούσει τη ζωή μας, τις επιδιώξεις μας, τις οικογένειές μας με τη χάρη Του. Ας ανταποκριθούμε σ’ αυτή την θεϊκή εκζήτηση. Ας μη διστάσουμε. Αξίζει να χαρίσουμε στον εαυτό μας την απόλαυση αυτή. Αμήν.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ: Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΝΕΣΤΡΑΣ

5Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 λιβαναταίοι. Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. 

Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του Οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία. Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν. Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικές εργασίες, μα ήταν και ο μόνος που έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.

Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη. Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν. Χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γέρο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, που δουλεύανε όλη την ημέρα χειρονακτικά.

Στεναχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, που θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό. Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:

–Άγιε μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι (= και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.

Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος. Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος:

–Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντακισχιλίων! 

Άγιος Δωρόθεος: Περί μνησικακίας

Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες. Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά.Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία; Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας. 
 
Ἄς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του. Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει. Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2]. 
 
Καί σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε. Αὐτός πού ἀνάβει φωτιά, στήν ἀρχή ἔχει λίγη θράκα. Θράκα εἶναι ὁ πικρός λόγος τοῦ ἀδελφοῦ πού τόν λύπησε. Δές, ἡ θράκα ἔχει λίγη δύναμη. Γιατί, τί εἶναι μιά λεξούλα τοῦ ἀδελφοῦ σου; Ἄν τήν ὑποφέρεις ἔσβησες τή θράκα. Ἄν ὅμως ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Καί ἐγώ μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω. Ἄν δέν ἤθελε νά μέ στενοχωρήσει, δέν θά μοῦ τό ’λεγε. Καί, πιστέψτε με, θά τόν κανονίσω ἐγώ!’ Νά, ἔτσι βάζεις μικρά ξυλαράκια ἤ κάποιο ἄλλο προσάναμμα, ὅπως ἀκριβῶς κάνει αὐτός πού θέλει ν’ ἀνάψει φωτιά, καί γεμίζεις τόν τόπο μέ καπνό, πού εἶναι ἡ ταραχή. Ταραχή εἶναι ὁ ἀναβρασμός ἐμπαθῶν καί ἀτάκτων σκέψεων, πού ξεσηκώνουν τήν καρδιά καί τήν κάνουν ἐπιθετική κατά τοῦ πλησίον. Αὐτή δέ ἡ ἐπιθετική διάθεση κατά τοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς στενοχώρησε, πολλές φορές παίρνει καί χαρακτήρα ἀπειλητικό, γιατί γίνεται καί ἐκδικητική, ὅπως ἀκριβῶς εἶπε καί ὁ ἀββᾶς Μάρκος: ‘Ἡ κακία πού γίνεται δεκτή μέ τό λογισμό, κάνει τήν καρδιά θυμώδη καί ἀπειλητική, ἐνῶ ὅταν πολεμηθεῖ μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα προκαλεῖ μετάνοια καί συντριβή’[3].
 
Γιατί ἄν ὑπέφερες τόν ἀσήμαντο λόγο τοῦ ἀδελφοῦ σου, θά ἔσβηνες,ὅπως εἶπα, καί αὐτή τή λίγη θράκα, πρίν ξεσηκωθεῖ ἡ ταραχή. Ὅμως καί αὐτή, ἄν θέλεις, μπορεῖς εὔκολα νά τή σβήσεις, ὅσο εἶναι καιρός, μέ τή σιωπή, μέ τήν προσευχή, μέ μιά μετάνοια ὁλόκαρδη. Ἄν ὅμως παραμείνεις βγάζοντας καπνό, μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀποθρασύνεις καί ξεσηκώνεις τήν καρδιά σου στριφογυρίζοντας στό νοῦ σου: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω καί ἐγώ’. Ἀπ’ ὅλο αὐτό τό βράσιμο καί τή διαμάχη τῶν λογισμῶν, μέ τούς ὁποίους ἡ καρδιά ἀνάβει καί ξεσηκώνεται μέ ἐμπάθεια, ἀνάβει τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Γιατί θυμός εἶναι τό ξάναμμα τοῦ αἵματος, πού βρίσκεται γύρω ἀπ’ τήν καρδιά, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος[4]. Νά, ἔτσι ἀνάβει ὁ θυμός, ἔτσι βρισκόμαστε στήν κατάσταση πού τήν λέμε ὀξυχολία. Ἄν λοιπόν θέλεις μπορεῖς νά τόν σβήσεις καί αὐτόν, πρίν φέρει τήν ὀργή. Ἄν ὅμως συνεχίσεις νά ταράζεις καί νά ταράζεσαι, μοιάζεις σάν κι αὐτόν πού ρίχνει ξύλα στή φωτιά καί μεγαλώνει τή φλόγα. Καί ἔτσι γίνονται τά ἀναμμένα κάρβουνα, πού εἶναι ἡ ὀργή.
 
Καί αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ὅταν τόν ρώτησαν τί σημαίνει ἡ φράση: ὅπου δέν ὑπάρχει θυμός, σταματάει ἡ διαμάχη. Γιατί, ἄν στήν ἀρχή τῆς ταραχῆς, μόλις ἀρχίσει, ὅπως εἴπαμε, νά βγάζει καπνό καί νά πετάει μερικές σπίθες, προλάβει κανείς καί κατηγορήσει τόν ἑαυτόν του καί βάλει μετάνοια, πρίν ἀκόμα ξεσηκωθεῖ ἡ ταραχή καί γίνει θυμός, τότε μένει εἰρηνικός. Πάλι ἀφοῦ ἀνάψει ὁ θυμός, ἄν δέν ἡσυχάσει, ἀλλά ἀφήσει στήν ψυχή του τήν ταραχή καί τήν ἐκδικητικότητα, μοιάζει, ὅπως εἴπαμε, μ’ αὐτόν πού ρίχνει ξύλα στή φωτιά καί παραμένει ξαναμμένος μέχρι νά φτιάξει μεγάλα κάρβουνα. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν ἡ θράκα γίνεται κάρβουνα, πού ἀποθηκεύονται καί μένουν πολλά χρόνια χωρίς νά καταστρέφονται, καί ἄν τούς ρίξει κανείς νερό, δέν σαπίζουν, ἔτσι καί ἡ ὀργή. Ἄν μείνει πολύ καιρό στήν ψυχή γίνεται μνησικακία. Καί τότε, ἄν κανείς δέν χύσει τό αἷμα του, δέν ἀπαλλάσσεται ἀπ’ αὐτή. Νά λοιπόν, σᾶς εἶπα τή διαφορά, καταλάβατε. Ἀκούσατε τί εἶναι ἡ πρώτη ταραχή, τί ὁ θυμός, τί ἡ ὀργή, καί τί ἡ μνησικακία. Βλέπετε πῶς ἀπό μιά κουβέντα φτάνουμε σέ τόσο μεγάλο κακό; Γιατί ἄν ἀπό τήν ἀρχή κατηγοροῦσε τόν ἑαυτόν του καί ὑπέμενε τό λόγο τοῦ ἀδελφοῦ του καί δέν κοίταζε νά πάρει ἐκδίκηση καί, ἀντί γιά ἕνα λόγο, νά πεῖ δύο ἤ πέντε λόγους καί ν’ ἀνταποδώσει κακό ἀντί κακοῦ, θά γλύτωνε ἀπ’ ὅλα αὐτά τά κακά. Γι’ αὐτό πάντοτε σᾶς λέω: ὅσο ἀκόμα εἶναι στήν ἀρχή τά πάθη, κόψτε τα, πρίν δυναμώσουν ἐναντίον σας καί σᾶς ταλαιπωρήσουν. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα νά βγάζεις μικρό χορταράκι καί ἄλλο νά ξεριζώνεις μεγάλο δέντρο.
 
Δέν παραξενεύομαι γιά τίποτα ἄλλο, παρά μόνο γιά τό ὅτι δέν καταλαβαίνουμε τί ψάλλουμε. Καθημερινά ψάλλουμε καί καταριόμαστε ἔτσι τούς ἑαυτούς μας, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. Δέν ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξέρουμε τί ψάλλουμε; Πάντοτε βέβαια λέμε: ‘Ἄν σ’ αὐτούς πού μοῦ ἀνταπέδωσαν ἀντί τῶν εὐεργεσιῶν θλίψεις, ἔκανα καί ἐγώ τό ἴδιο, τότε ἄς πέσω ἔρημος καί ἀβοήθητος στά χέρια τῶν ἐχθρῶν μου’ (Ψαλ. 7,5). Τί σημαίνει ὅμως νά πέσω; Ὅσο κανείς στέκεται ὄρθιος ἔχει τή δύναμη νά ἀμυνθεῖ κατά τῶν ἐχθρῶν του, κτυπάει, κτυπιέται, νικάει, νικιέται. Γιατί ἀκόμα εἶναι ὄρθιος. Ἄν ὅμως πέσει, πῶς μπορεῖ νά συνεχίσει τήν πάλη μέ τόν ἐχθρό, ἀφοῦ βρίσκεται πεσμένος καταγῆς; Καί καταριόμαστε τούς ἑαυτούς μας,ὄχι μόνο νά πέσουμε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν μας, ἀλλά νά πέσουμε καί ἀβοήθητοι. Τί σημαίνει νά πέσει κανείς ἀβοήθητος στά χέρια τῶν ἐχθρῶν του; Εἴπαμε ὅτι νά πέσει κανείς σημαίνει ὅτι δέν ἔχει πιά τή δύναμη ν’ ἀντισταθεῖ, σημαίνει ὅτι βρίσκεται πεσμένος καταγῆς. Τό δέ ἔρημος καί ἀβοήθητος σημαίνει, νά μήν ἔχει ποτέ τίποτα καλό, πού νά τοῦ δώσει τή δύναμη νά σηκωθεῖ. Γιατί ἐκεῖνος πού σηκώνεται, μπορεῖ πάλι νά φροντίσει τόν ἑαυτόν του καί ὅποια στιγμή χρειαστεῖ, νά ξαναπαλαίψει μέ τόν ἐχθρό.
 
Μετά λέμε: ‘Ἄς καταδιώξει τότε ὁ ἐχθρός τήν ψυχή μου καί ἄς μέ συλλάβει αἰχμάλωτο’. Ὄχι μόνο νά μᾶς καταδιώξει, ἀλλά καί νά μᾶς συλλάβει, ὥστε νά εἴμαστε αἰχμάλωτοι σ’ αὐτόν πάντα, νά μᾶς νικάει, καί σέ καθετί νά μᾶς καταβάλλει, ἄν ἀνταποδίδουμε τό κακό σ’ ὅσους μᾶς ἐκδικοῦνται. Καί δέν εὐχόμαστε μόνον αὐτό, ἀλλά καί νά ποδοπατήσει τή ζωή μας (Ψαλ. 7,6). Τί εἶναι ἡ ζωή μας; Ἡ ζωή μας εἶναι οἱ ἀρετές. Καί παρακαλοῦμε νά ποδοπατηθεῖ ἡ ζωή μας στό χῶμα, γιά νά γίνουμε ἐντελῶς χωμάτινοι, ἔχοντας στραμμένο ὅλο τό λογισμό μας στή γῆ. ‘Καί τή δόξα μας ἄς τή θάψει βαθιά στό χῶμα’. Τί ἄλλο εἶναι ἡ δόξα μας, παρά ἡ γνώση πού γεννιέται στήν ψυχή πού τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές; Αὐτό λοιπόν λέμε.Δηλαδή νά μᾶς δοξάσει, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Φιλ. 3,19) μέσα στήν αἰσχύνη μας. Νά ποδοπατήσει στό χῶμα τή ζωή μας καί νά κάνει τή ζωή μας καί τή δόξα μας γήϊνα, ὥστε τίποτα νά μήν λογιαζόμαστε, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα νά σκεπτόμαστε πάντα σωματικά, πάντα σαρκικά σάν αὐτούς γιά τούς ὁποίους λέει ὁ Θεός: ‘Δέν θά παραμείνει γιά πολύ τό πνεῦμα μου σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους ἐπειδή φρονοῦν καί ζοῦν σαρκικά’(Γεν. 6,3). 
 
Ἔτσι λοιπόν ψέλνοντας ὅλα αὐτά, καταριόμαστε τούς ἑαυτούς μας, ἄν ἀποδίδουμε κακό ἀντί γιά κακό. Καί ὅμως πόσα κακά ἀντί κακῶν ἀποδίδουμε καί δέν μᾶς ἐνδιαφέρει καθόλου, ἀλλά ἀδιαφοροῦμε.
 
Συμβαίνει δέ πολλές φορές ν’ ἀποδίδει κανείς κακό ἀντί γιά κακό ὄχι μόνο μέ πράξη, ἀλλά καί μέ λόγο καί μέ τή στάση του. Καί παρουσιάζεται ἐξωτερικά ὅτι δέν ἀνταπέδωσε μέ πράξη τό κακό, ἀλλά βλέπει ὅτι τό ἀνταπέδωσε μέ λόγο ἤ, ὅπως εἶπα, μέ τή συμπεριφορά του. Γιατί πολλές φορές κάνει κανείς ἕνα μορφασμό ἤ μιά κίνηση ἤ ρίχνει ἕνα βλέμμα καί ταράσσει τόν ἀδελφό του. Γιατί μπορεῖ κανείς καί μ’ ἕνα βλέμμα καί μέ μιά κίνηση νά πληγώσει τόν ἀδελφό του. Καί εἶναι καί αὐτό ἀνταπόδωση κακοῦ ἀντί κακοῦ. Ἄλλος προσπαθεῖ νά μήν ἀνταποδώσει τό κακό οὔτε μέ πράξη, οὔτε μέ λόγο, οὔτε μέ μορφασμό ἤ μέ κίνηση. Λυπᾶται ὅμως στήν ψυχή του γιά τόν ἀδελφό του καί στενοχωριέται μαζί του. Βλέπετε πόση διαφορά καταστάσεων! Ἄλλος πάλι δέν τρέφει καμιά λύπη γιά τόν ἀδελφό του. Ἄν ὅμως ἀκούσει ὅτι κάποτε κάποιος τόν στενοχώρησε ἤ γόγγυσε ἐναντίον του ἤ τόν ἔβρισε, εὐχαριστιέται πού τ’ ἀκούει καί βρίσκεται καί αὐτός στήν κατάσταση ν’ ἀποδίδει κακό ἀντί γιά κακό μέσα στήν καρδιά του. Ἄλλος οὔτε κακία κρατάει, οὔτε χαίρεται ὅταν ἀκούει κακολογία γιÕ αὐτόν πού τόν ἔθλιψε, ἀλλά στενοχωριέται βαθιά ἄν ἐκεῖνος λυπηθεῖ. Δέν αἰσθάνεται ὅμως εὐχάριστα ἄν τοῦ συμβεῖ κάτι καλό, ἀλλά ἄν τόν δεῖ νά δοξάζεται ἤ ν’ ἀναπαύεται, στενοχωριέται. Καί εἶναι καί αὐτό ἕνα εἶδος μνησικακίας, ἐλαφρότερο, ὅμως πραγματικό. Πρέπει δέ νά χαίρεται κανείς γιά τά καλά τοῦ ἀδελφοῦ του καί νά κάνει τά πάντα γιά νά τόν ἐξυπηρετήσει καί μέ καθετί νά φροντίζει νά τόν τιμάει καί νά τόν ἀναπαύει.
 
Στήν ἀρχή τοῦ λόγου εἴπαμε ὅτι πολλές φορές συμβαίνει νά βάλει κάποιος μετάνοια στόν ἀδελφό του καί μετά τή μετάνοια νά παραμένει ἀκόμα λυπημένος μαζί του.Τότε λέμε ὅτι, βάζοντας μετάνοια, τήν μέν ὀργή θεράπευσε μ’ αὐτή τή μετάνοια, ἐναντίον ὅμως τῆς μνησικακίας δέν ἀγωνίστηκε ἀκόμα. Ὑπάρχει δέ καί ἄλλος πού ἄν συμβεῖ νά στενοχωρηθεῖ μέ κάποιον καί βάλουν μετάνοια καί συγχωρεθοῦν εἰρηνεύει ἀπέναντί του καί δέν βαστάει στήν καρδιά του καμία κακή ἀνάμνηση γιά αὐτόν. Ἄν ὅμως συμβεῖ, μετά ἀπό μερικές ἡμέρες, νά τοῦ πεῖ κάτι πού νά τόν στενοχωρήσει, ἀρχίζει νά ξαναθυμᾶται καί τά πρῶτα καί ν’ ἀναστατώνεται, ὄχι μόνο γιά τά δεύτερα, ἀλλά καί γιά τά πρῶτα. Αὐτός μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού ἔχει πληγή καί βάζει ἔμπλαστρο. Καί προσωρινά μέ τό ἔμπλαστρο τήν ἐπουλώνει. Εἶναι ὅμως ἀκόμα τό μέρος εὐαίσθητο καί ὁποιαδήποτε στιγμή τοῦ ρίξει κανείς μιά πέτρα, πληγώνεται πιό εὔκολα ἀπ’ ὅλο τό ἄλλο σῶμα καί ἀρχίζει ἀμέσως νά αἱμορραγεῖ. Ἔτσι παθαίνει καί αὐτός. Εἶχε πληγή καί τῆς ἔβαλε ἐπάνω ἔμπλαστρο, πού εἶναι ἡ μετάνοια. Καί προσωρινά μέν θεράπευσε τήν πληγή ἀκριβῶς ὅπως καί ὁ πρῶτος, δηλαδή θεράπευσε τήν ὀργή, καί ἄρχισε νά φροντίζει καί γιά τή μνησικακία προσπαθώντας νά μήν κρατήσει καμιά κακή ἐνθύμηση στήν καρδιά του. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐπούλωση τοῦ τραύματος. Δέν τό ἐξαφάνισε ὅμως μέχρι τώρα ἐντελῶς, ἀλλά ἀκόμα ἔχει τό ἔλλειμμα τῆς μνησικακίας, πού εἶναι ἡ οὐλή ἀπ’ ὅπου εὔκολα ξανανοίγει ὅλο τό τραῦμα, ὅταν δεχτεῖ μικρό κτύπημα. Πρέπει λοιπόν ν’ ἀγωνιστεῖ, γιά νά ἐξαφανίσει ἐντελῶς τήν οὐλή, ὥστε καί νά ξαναβγάλει τρίχες τό μέρος ἐκεῖνο καί νά μήν μείνει καμιά ἀσχήμια, οὔτε νά γίνεται καθόλου ἀντιληπτό ὅτι βρισκόταν σ’ ἐκεῖνο τό μέρος τραῦμα.
 
Πῶς ὅμως μπορεῖ νά τό κατορθώσει κανείς αὐτό; Μέ τό νά προσεύχεται μ’ ὅλη του τήν καρδιά γι’ αὐτόν πού τόν λύπησε καί νά λέει: ‘Θέε μου, βοήθησε τόν ἀδελφό μου καί μέ τίς εὐχές του καί μένα’. Καί βρίσκεται στή θέση νά προσεύχεται γιά τόν ἀδελφό του -πράγμα πού ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπάθειας- καί νά ταπεινώνεται ζητώντας βοήθεια μέ τίς εὐχές του. Ὅπου δέ ὑπάρχει συμπάθεια, ἀγάπη καί ταπείνωση,πῶς μπορεῖ νά ὑπερισχύσει θυμός ἤ μνησικακία ἤ κάποιο ἄλλο πάθος; Καθώς εἶπε καί ὁ ἀββάς Ζωσιμᾶς: ‘Καί ἄν ἀκόμα ξεσηκώσει ὅλα τά σύνεργα τῆς κακίας του ὁ διάβολος μέ ὅλα τά δαιμόνιά του, ὅλες οἱ πονηρίες του ἀχρηστεύονται καί συντρίβονται ἀπό τήν ταπείνωση, πού φέρνει ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ’ [5]. Λέει δέ κάποιος ἄλλος Γέροντας: ‘Αὐτός πού προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς του, δέν ἔχει μέσα του μνησικακία’ [6]. 
 
Κατανοῆστε καλά ὅ, τι ἀκοῦτε καί κάνετέ τα πράξη. Γιατί πραγματικά, ἄν πρακτικά δέν τά ἐφαρμόσετε, μέ τά λόγια δέν μπορεῖτε αὐτά νά τά μάθετε. Ποιός ἄνθρωπος πού θέλει νά μάθει μιά τέχνη, τή μαθαίνει μόνο μέ τά λόγια; Ὁπωσδήποτε πρῶτα φτιάχνει καί χαλάει καί ξαναφτιάχνει καί ξαναχαλάει και ἔτσι, κοπιάζοντας λίγο καί ὑπομένοντας, μαθαίνει τήν τέχνη, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πού βλέπει τήν προαίρεση καί τόν κόπο του καί τόν δυναμώνει στό ἔργο. Καί ἐμεῖς θέλουμε νά μάθουμε τήν μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς τέχνες[7], χωρίς νά καταπιαστοῦμε μέ ἔργα; Πῶς εἶναι δυνατόν; Ἄς προσέξουμε τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί μου, καί ἄς δουλέψουμε μέ πολλή ἐπιμέλεια, ὅσο ἔχουμε ἀκόμα καιρό. Ὁ Θεός νά δώσει νά θυμόμαστε καί νά φυλᾶμε ἐκεῖνα πού ἀκοῦμε, γιά νά μήν μᾶς ἐπιβαρύνουν τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
 
Σημειώσεις:
 
1) Εἴ τις θυμοῦ κεκράτηκεν, οὗτος δαιμόνων κeκράτηκεν, εἰ δέ τις τούτῳ τῷ πάθει δεδούλωται, οὗτος μοναδικοῦ βίου ἐστί παντελῶς ἀλλότριος, καί ξένος τῶν ὁδῶν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν· εἴπερ αὐτός ὁ Κύριος ἡμῶν λέγεται διδάσκειν τούς πραεῖς τάς ὁδούς αὐτοῦ· διό καί δυσθήρατος γίνεται τῶν ἀναχωρούντων ὁ νοῦς, εἰς τό τῆς πραότητος φεύγων πεδίον οὐδεμίαν γάρ τῶν ἀρετῶν σχεδόν οὕτω δεδοίκασιν οἱ δαίμονες, ὡς πραΰτητα·ταύτην γάρ καί Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐκέκτητο, πραΰς παρά πάντας τούς ἀνθρώπους κληθείς. Καί ὁ ἅγιος δέ Δαυΐδ ἀξίαν ταύτην τῆς τοῦ Θεοῦ μνήμης ἀπεφθέγξατο εἶναι· ‘Μνήσθητι Κύριε’, λέγων, ‘τοῦ Δαυΐδ καί πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ’. Ἀλλά καί αὐτός ὁ Σωτήρ μιμητάς ἡμᾶς ἐκέλευσε γενέσθαι τῆς ἐκείνου πραότητος· ‘Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ’ λέγων, ’ὅτι, πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῷν‘. Εἰ δέ τις βρωμάτων μέν, καί πομάτων, ἀπέχοιτο, θυμόν δέ λογισμοῖς πονηροῖς ἐρεθίζει, οὗτος ἔοικε ποντοπορούσῃ νηΐ, καί ἐχούσῃ δαίμονα κυβερνήτην, διό προσεκτέον ὅση δύναμις, τῷ ἡμετέρῳ κυνί, καί διδακτέον αὐτόν, τούς λύκους μόνους διαφθείρειν, καί μή τά πρόβατα κατεσθίειν, πᾶσαν ἐνδεικνύμενον πραότητα πρός πάντας ἀνθρώπους>. 
(Εὐάγριος P.G.79. 1216BC).
 
2) Μ. Βασ. P.G. 31,369.
 
3) P.G. 65, 908A.
 
4) Μ. Βασ. P.G. 30, 424A.
Μ. Βασ. P.G. 31, 356C.
Γρ. Νύσ. P.G. 44, 160D.
Γρηγ. Ναζ. P.G. 37, 948.
Εὐάγρ. P.G. 40, 1273.
Γρηγ. Νύσ. P.G. 46, 56.
Ἰωάν. Κλιμ. P.G. 88, 836D.
 
5) Ἐν παντί ἁμαρτήματι ἐταπείνωσεν ἡμᾶς ὁ διάβολος, καί ὀφείλομεν εὐγνώμονες γενέσθαι τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· οἱ γάρ εὐγνώμονες γενόμενοι τῆς αὐτῶν ταπεινώσεως συντρίβουσι τόν διάβολον. Καί καθώς εἶπον οἱ ἅγιοι Πατέρες· ἐάν κατενεχθῇ ἡ ταπείνωσις εἰς τόν ᾅδην, εἰς τόν οὐρανόν ἀνάγεται· καί ἐάν ὑψωθῇ ἡ ὑπερηφανία ἕως τοῦ οὐρανοῦ, κατάγεται εἰς τόν ᾅδην· τίς πείθει ποτέ τεταπεινωμένον πλέξαι λογισμούς κατά τινος, ἤ κἄν ἀνέξεσθαι μέμψασθαί τινα, ἤ βάλλειν ἐπάνω ἄλλου αἰτίαν; πᾶν γάρ ὁτιοῦν πάθῃ ὁ ταπεινός ἤ ἀκούσει, ἀφορμήν λαμβάνει εἰς τό καταμέμφεσθαι καί ὑβρίζειν ἑαυτόν· καί ἐμέμνητο τοῦ ἀββᾶ Μωϋσέως ὅτε ἐξέβαλλον αὐτόν οἱ κληρικοί τοῦ ἱερατείου, εἰπόντες αὐτῷ·Ὕπαγε ἔξω, Αἰθίοψ. Καί ἤρξατο ἑαυτόν ἐπιπλήττειν καί λέγειν· Σποδόδερμε, μελανέ, καλῶς σοι ἐποίησαν· μή ὤν ἄνθρωπος ἔρχῃ εἰς τό μέσον τῶν ἀνθρώπων· καί καλῶς σοι ἐποίησαν>.
(Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς P.G. 78, 1688A)
 
6) P.G. 40, 1277D.
 
7) <Ἀλλ’ ἔστω τις μήτε κακός, καί ἀρετῆς ἥκων εἰς τό ἀκρότατον· οὐχ ὁρῶ, τίνα λαβών ἐπιστήμην, ἤ ποίᾳ δυνάμει πιστεύσας, ταύτην ἄν θαρροίη τήν προστασίαν·τῷ ὄντι γάρ αὕτη μοι φαίνεται τέχνη τις εἶναι τεχνῶν, καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, ἄνθρωπον ἄγειν, τό πολυτροπώτατον ζῶον καί ποικιλώτατον. Γνοίη δ’ ἄν τις τῇ τῶν σωμάτων θεραπείᾳ, τήν τῶν ψυχῶν ἰατρείαν ἀντεξετάσαι· καί ὅσῳ μέν ἐργώδης ἐκείνη καταμαθών, ὅσω δέ ἡ καθ’ ἡμᾶς ἐργωδεστέρα προσεξετάσας, καί τῇ φύσει τῆς ὕλης, καί τῇ δυνάμει τῆς ἐπιστήμης, καί τῷ τέλει τῆς ἐνεργείας τιμιωτέρα>.
(Γρηγ. Θεολ. P.G. 35, 425A,
Πρβλ. καί Εὐαγρ. P.G. 79, 748-49).

Ηγούμενος Παρθένιος: ''Η απιστία είναι εμπόδιο για ένα θαύμα''.


Του Αιμίλιου Πολυγένη

Για το προσκύνημα των τιμίων δώρων μίλησε ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Αγίου Παύλου Γέροντας Παρθένιος, ο οποίος έκανε λόγο για ένα ιστορικό γεγονός στην Αγία Ρωσία.
"Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό, γιατί τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία, όλα γίνονται εκ Θεού. Το γεγονός ότι βρεθήκαμε στην Ρωσία, μας δίνει μεγάλη χαρά. Ο Θεός έδωσε να μεταφέρουμε τα τίμια δώρα των Μάγων προς ευλογία του Ρωσικού λαού", ανέφερε στην αρχή ο Γέροντας Παρθένιος.
Σχολιάζοντας διάφορα δημοσιεύματα που αμφισβητούσαν την γνησιότητα των τιμίων δώρων, ο Ηγούμενος τόνισε ότι "δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την αυθεντικότητα των δώρων. Θα ήταν αδύνατο να διατηρηθούν ανθρωπίνως, αλλά η πρόνοια του Θεού τα διέσωσε για το καλό της Εκκλησίας. Εμείς πάντως δεν αισθανόμαστε καμία ανάγκη να πιστοποιήσουμε την αυθεντικότητα τους."

Ερωτηθείς ο Ηγούμενος Παρθένιος αν έχουν πραγματοποιηθεί θαύματα σε πιστούς που προσκύνησαν τα τίμια δώρα, μεταξύ άλλων σημείωσε: "Δεν γνωρίζουμε πως εργάζεται η χάρις του Θεού, αλλά και πότε θα κάνει ένα θαύμα. Πρέπει να ξέρετε ότι ένα θαύμα δεν ειναι πάντα ορατό. Πολλά θαύματα δεν τα βλέπουμε, γιατί η απιστία μας τα εμποδίζει."
"Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται πολλές φορές ένα θαύμα που γίνεται δίπλα τους. Εμείς όταν αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ρωσία, ανησυχούσαμε για τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατούσαν για τους πιστούς. Ο Πατριάρχης Κύριλλος όμως μας διαβεβαίωσε ότι ο ρωσικός λαός γνωρίζει από κρύο και χιόνι και δεν θα υπάρχει κανένα εμπόδιο. Τότε και εγώ προσωπικά και οι πατέρες νιώσαμε μια ανακούφιση."
"Όμως το θαύμα έγινε! Στην Αγία Πετρούπολη για 8 ημέρες τίποτα δεν θύμιζε χειμώνα, είχε κρύο με ήλιο και οι πιστοί δεν αντιμετώπισαν καμία δυσκολία. Επίσης όταν φτάσαμε στο Μινσκ ο καιρός όπως είδατε ήταν ηλιόλουστος. Αυτό δεν είναι θαύμα του Θεού; Είναι εκείνο που ανέφερεα νωρίτερα ότι θαύματα γίνονται καθημερινά, αρκεί εμείς να θέλουμε να τα δούμε", πρόσθεσε ο Ηγούμενος Παρθένιος.

Σε έρωτηση αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού υπήρξαν περιστατικά θεραπείας κάποιου πιστού από τα τίμια δώρα, ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Αγίου Παύλου μεταξύ άλλων τόνισε: "Στη Μόσχα μας ενημέρωσαν ότι υπήρξαν περiστατικά. Όμως δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ πόσα έχουν συμβεί, μπορεί όμως στο μέλλον να μάθουμε."
Στη συνέχεια ο Ηγούμενος Παρθένιος αναφέρθηκε σε ένα πρόσφατο θαύμα των τιμίων δώρων, υπογραμμίζοντας ότι "ένας γνωστός της Μονής που νοσηλευόταν τα Χριστούγεννα στο νοσοκομείο με καρκίνο του παχέως εντέρου, ζήτησε από τους πατέρες να προσκύνησει τα τίμια δώρα. Οι πατέρες πήγαν για να τα προσκυνήσει και στη συνέχεια τα τοποθέτησαν στο σημείο που είχε τον καρκίνο. Την επόμενη μέρα όταν ο κύριος αυτός πήγε στην τουαλέτα και έβγαλε κάτι σαν μαύρη ουσία, για το οποίο ενημέρωσε τους γιατρούς. Τότε οι γιατροί του έκαναν τις καθιερωμένες εξετάσεις πριν το προγραμματισμένο χειρουργείο και διαπίστωσαν ότι ο καρκίνος είχε εξαφανιστεί."
Κλείνοντας ο Ηγούμενος Παρθένιος αναφέρθηκε στις ημέρες του προσκυνήματος, υπογραμμίζοντας ότι μετά από καιρό χιλιάδες πιστοί θα μιλούν για τα θαυμαστά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής των τιμίων δώρων στην Ρωσία.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (Ζακχαίου) Ευαγγέλιο: Λ. κ. 19,1-10 Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ π. ΓΕΡΑΣΙΜΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ




Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

                        Εν ολίγοις

            Ο Χριστός κατά τη σημερινή ευαγγελική διήγηση έρχεται στην ιστορική πόλη της Ιεριχούς. Η πόλη αυτή θυμίζει τον κόσμο των ειδώλων και τις ιστορικές περιπέτειες του ιουδαϊκού λαού. Η Ιεριχώ συμβόλιζε τον αντίθεο κόσμο των εθνικών σε σχέση με τα Ιεροσόλυμα που συμβόλιζε τον τόπο της εκπλήρωσης των επαγγελιών του Θεού.
Ο Χριστός πορεύεται προς την Ιεριχώ δηλ. τον κόσμο και τους αμαρτωλούς. Ο Ιησούς κηρύσσοντας δεν απευθύνεται μόνο στους Ιουδαίους και στις Συναγωγές, αλλά επεξέτεινε τη διδασκαλία του και στον κόσμο των εθνικών.
            Εκεί στην Ιεριχώ ο Κύριος συναντά τον αρχιτελώνη Ζακχαίο. Την εποχή του Χριστού οι τελώνες εισέπρατταν υπέρογκους  φόρους, αδικούσαν τους ανθρώπους,  άλλους τους οδηγούσαν στη απόγνωση και δεν τους δέχονταν ως αξιόλογους  μάρτυρες στα δικαστήρια. Κάτι ανάλογο φαίνεται ότι συνέβαινε  και με το Ζακχαίο. Η παρουσία όμως του Χριστού έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τους ανθρώπους. Ο Χριστός πλησίαζε αμαρτωλές γυναίκες και τελώνες όχι για να επαινέσει τα πάθη  και την κακία τους, αλλά για να τους εμπνεύσει τη μετάνοια.
            Ο Χριστός συνεπώς στο πρόσωπο του Ζακχαίου συναντά τον πεπτωκότα κόσμο, τον κόσμο των αμαρτωλών κα συνομιλεί και συντρώγει μ’ αυτούς, που, σημαίνει ότι ο Κύριος διαλέγεται με όλο τον εκπεσμένο κόσμο με σκοπό τη σωτηρία του.
            Ο Χριστός συνάντησε το Ζακχαίο επάνω στη συκομουριά όπου είχε ανέβη, γιατί ήταν μικρόσωμος για να Τον δει. Ο Ζακχαίος όπως είπαμε στη συνείδηση του λαού είναι ο «τύπος» του αμαρτωλού ανθρώπου. Όταν ο Χριστός τον πρόσεξε λέγοντάς του ότι «σήμερα εν τω οικώ σου δει με μείναι» οι Ιουδαίοι «διεγόγγυζον λέγοντες, ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι». Και μόνο ότι ήταν τελώνης ήταν αρκετό για να είναι απορριπτέος εκ μέρους του Θεού και της κοινωνίας.
            Τα πράγματα όμως πήραν μία αντίστροφη μέτρηση η οποία έδειξε, ότι πίσω από ένα «αμαρτωλό» τελωνείο βρίσκονταν ένας ενδιαφέρον άνθρωπος που προσήλκυσε την προσοχή του Χριστού. Ο Ζακχαίος αποκάλυψε μία εικόνα αλλιώτικη απ’ αυτή που είχαν οι συνάνθρωποί του. Παρά την αρνητική αντίληψη που χαρακτήριζε το επάγγελμα του εισπράκτορα των φόρων, εν τούτοις μέσα του είχε αγαθά αισθήματα όπως φάνηκε στη συνέχεια.
            Επίσης έδειξε ότι είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα και ήταν πολύ ταπεινός, αφού άφησε το τελωνείο του και ανέβηκε στη συκομουριά για να τον δει και ν’ ακούσει τη διδασκαλία του. Και αυτός ο χαρακτηριζόμενος ως αμαρτωλός και ασήμαντος θρησκευτικά άνθρωπος καταξιώνεται της μεγάλης τιμής να φιλοξενήσει το Χριστό στο σπίτι του. Ποιος μπορούσε να φανταστεί, ότι σε κάποια στιγμή της ζωής του, στο έσχατο σημείο της πτώσης του εκεί μέσα στο σκοτάδι θα μπορούσε να συντελεστεί το μεγάλο μυστήριο της ζωής, της λύτρωσης και της σωτηρίας; Το  ευαγγέλιο σημειώνει: «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο» καθότι  και αυτός «υιός  Αβραάμ έστιν». Και η συνάντηση Χριστού- ανθρώπου σήμαινε προφανώς μετάνοια, επιστροφή και αλλαγή ζωής και νοοτροπίας.
            Και αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής είναι η αποκατάσταση της αδικίας που είχε διαπράξει όλα αυτά τα χρόνια εις βάρος των συνανθρώπων του. Γι’ αυτό και  απεγκλωβίζεται από τα παράνομα πλούτη που είχε αποκομίσει και ομολογεί: «Κύριε, τα ημίση των υπαρχόντων μου δίδωμι τοις πτωχοίς». Πρόκειται για μία πράξη τολμηρή, θαρραλέα και καθόλου εύκολης υπόθεσης.
Και ακόμη η βαθύτερη αλλαγή του φαίνεται από την ταπείνωσή του με το ν’ αναγνωρίζει τα λάθη του και τις αδικίες που είχε διαπράξει. Ζητά απ’ όλους αυτούς συγγνώμη και αποφασίζει μία γενναία αποκατάσταση, όταν λέγει: «Και εί τινος τι εσυκοφάντησα αποδίδομι τετραπλούν». Η πνευματική του μεταμόρφωση δεν σημαίνει  εγκατάλειψη φίλων και οικείων. Ο Ζακχαίος θα παραμείνει στη μνήμη της Εκκλησίας ως τελώνης, αλλά τελώνης μεταμορφωμένος και μετανοημένος.
            Τελικά όλα αυτά μας οδηγούν στην εξαγγελία του Χριστού ότι «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Ο Ζακχαίος γίνεται κοινωνός του Χριστού, μέλος της βασιλείας του Θεού. Και η σωτήρια αυτή άγγιξε όλα τα μέλη του οίκου του Ζακχαίου.
            Το μέτρο της αληθινής μετάνοιας φαίνεται από το πόσο είναι πρόθυμος ο άνθρωπος να εγκαταλείψει αυτά που τον κρατούν δέσμιο στη γη. Μόνο όποιος βρει κάτι σημαντικότερο απ’ αυτά, καταλαβαίνει τη σχετικότητά τους και τα αποχωρίζεται. Ο Ζακχαίος βρήκε το Χριστό και τη σωτηρία που προσφέρει.
            Πριν από λίγο η Εκκλησία μας θύμισε το κήρυγμα του Κυρίου για τη μετάνοια. Σήμερα εν όψει του Τριωδίου μας προβάλλει ένα παράδειγμα έμπρακτης μετάνοιας για να υπογραμμίσει ότι η αληθινή και στέρεη πίστη μας, τότε μόνο είναι αληθινή όταν συνοδεύεται και από την ορθοπραξία.

Καλή Κυριακή


π. γ. στ.

“ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΕΙΧΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ, ΕΜΑΘΑ ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΩ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΟΥ ΔΙΝΩ ΑΠΟ ΚΕΙ ΤΙΣ ΕΜΑΘΑ”.

PSALTIRIO“ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΕΙΧΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ, ΕΜΑΘΑ ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΩ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΟΥ ΔΙΝΩ ΑΠΟ ΚΕΙ ΤΙΣ ΕΜΑΘΑ”.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ



Οι κανόνες και τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς

Στενοχωρούμαι, όταν λέγω για τον εαυτό μου, αλλά θέλω να το πω. Όταν ήμουν κοντά στους Γέροντές μου, διψούσα τη μελέτη, αλλά δεν μ’ άφηναν, όλο με βάζανε στις δουλειές. Πολλά χρόνια υστερήθηκα τη μελέτη, πού τόσο πολύ μου άρεσε.

Διαβάζοντας το Ψαλτήρι και τούς κανόνες, είχα και ένα μεγάλο κέρδος έμαθα όχι απλώς να διαβάζω, αλλά και τις συμβουλές πού δίνω από κει τις έμαθα. Οι κανόνες, τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς. Σ’ αυτά βρίσκομε τούς τρόπους πού μεταχειρίσθηκαν οι άγιοι, για ν’ αγαπήσουν τον Χριστό και να νικήσουν το κακό. Έχουν ίση αξία με τα βιβλία του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου Έφραίμ κ.λπ. Τούς κανόνες των αγίων έγραψαν ό Θεοφάνης, ό Δαμασκηνός και άλλοι άγιοι. Αυτοί εγκωμίαζαν τον άγιο, του οποίου γνώριζαν τα βιώματα, και έδειχναν τρόπους μετανοίας. Άγιοι ήταν αυτοί οι υμνογράφοι. Έβαζαν μέσα εκεί και τα δικά τους συναισθήματα.

Γι’ αυτό σάς λέγω, τον νου σας στους κανόνες, στα τροπάρια κ.λπ. Δοθείτε με την ψυχή σας σ’ αυτά. Απολαύστε τα. Εντρυφάτε σ’ αυτά. Εύχομαι να τ’ αγαπήσετε κι εσείς, όπως κι εγώ. Αλήθεια σάς λέγω δεν τα χορταίνω, όλα μ’ αρέσουν να τα θυμάμαι, να τα απαγγέλλω, να τα ψάλλω. Από τους κανόνες πήρα πάρα πολλά. Έτσι τα έζησα από μικρός. Εγώ τόσο τ’ αγαπούσα τα τροπάρια, πού με μια δύο φορές πού τα διάβαζα, τα μάθαινα απέξω.

Άλλα δεν είναι σκοπός να τα μάθεις απέξω. Σκοπός είναι να τα κατανοήσεις, να εμβαθύνεις και να ωφεληθείς. Μελετούμε και αποστηθίζομαι τούς κανόνες των αγίων, την Αγία Γραφή και τα βιβλία των Πατέρων, όχι για να βαυκαλιζόμαστε και να αυτοθαυμαζόμαστε λέγοντας πόσα βιβλία διαβάσαμε και πόσα χωρία γνωρίζομε απέξω, ούτε πάλι για να αυξήσαμε τις γνώσεις μας, αλλά για να τα μαθαίνομε και με φόβο Θεού να τα εφαρμόζομε.

Οι Πατέρες γράφουν τα κείμενα τους και τα τροπάρια με το Πνεύμα το Άγιον γι’ αυτό και κάνουν καλλιτεχνήματα. Ή ευχή είναι έργο τους. Κάθε λέξη είναι πελεκημένη. Την τοποθετούν εκεί πού χρειάζεται, ώστε να μην εξέχει. Όπως ό κτίστης, πού θέλει να κτίσει το οικοδόμημα, προσέχει την κάθε πέτρα, που θα τη βάλει, προσέχει το δέσιμο του τοίχου, γιατί αλλιώς θα πέσει, αυτός πού γράφει με την ευχή γράφει με τάξη, με αρμονία, διότι και στην ψυχή του μέσα έχει αυτήν την αρμονία. Όποιος ζει κάτι, το ζει το ενστερνίζεται και αυθόρμητα το γράφει. Σ’ αυτόν πού το διαβάζει, πού το ακούει και καταγίνεται με αυτό, έχει μεγάλη απήχηση.
Υπάρχει, όμως, ένας κίνδυνος. Αν δεν προσέξομε, μπορεί να τ’ ακούμε και να τα ψάλλομε τυπικά, να τα λέμε και να τ’ ακούμε, επειδή πρέπει. Ακούμε πολλές φορές τα ίδια, κουραζόμαστε, δεν μάς αρέσουν και μας έρχεται ή αντίδραση. Μετά καμία ωφέλεια, καμία χαρά. Αρχίζει ή απελπισία και ό διάβολος δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει το κακό. Γι’ αυτό, προσοχή στην κάθε λέξη. Θέλει θείο έρωτα, ενθουσιασμό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ. ΧΑΝΙΑ 2010

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...