Όπως διαβάσαμε στο Ποντίκι, το Υπουργείο Παιδείας μελετά την επιμήκυνση του Σχολικού Έτους, καθώς σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας, Κ. Αρβανιτόπουλο «περισσεύουν οι αργίες».
«Οι μαθητές πρέπει να μάθουν περισσότερα και καλύτερα. Γι’ αυτό χρειάζεται πέραν της εμβάθυνσης του μαθήματος, η επιμήκυνση του σχολικού έτους.
Τα δημοτικά μας κάνουν μάθημα 170 ημέρες και τα γυμνάσια και λύκεια 150.
Πιστεύω ότι περισσεύουν οι αργίες. Άλλωστε, ιδιαίτερα στο Λύκειο, περισσότερες ημέρες στο σχολείο σημαίνει λιγότερες ώρες στο φροντιστήριο» αναφέρει μιλώντας στο Πρώτο Θέμα ο υπουργός Παιδείας.
Σύμφωνα με πληροφορίες μας, ο Αρβανιτόπουλος μελετά τον περιορισμό των διακοπών των
Χριστουγέννων και Πάσχα, την κατάργηση των εορτών των Τριών Ιεραρχών, της Καθαράς Δευτέρας και των Εθνικών Εορτών. Οι λόγοι πίσω από αυτή τη πολιτική, είναι βαθύτεροι και εντάσσονται στην αντεθνική πολιτική της Συγκυβέρνησης που έτσι και αλλιώς μας θέλει μειονότητα στην Χώρα μας.
Αν ο Κος Αρβανιτόπουλος ενδιαφέρεται για την πρόοδο των παιδιών μας, τότε ας βελτιώσει τα σχολικά βιβλία, ας φροντίσει να υπάρχουν εκπαιδευτικοί έγκαιρα με την έναρξη της σχολικής χρονιάς και να μην μας μιλάει για λευκή βδομάδα για να βοηθήσει τον Τουρισμό.
Η ουσία είναι ότι θέλουν να εξοβελίσουν τις Χριστιανικές Αργίες και τις Εθνικές Εορτές στα πλαίσια των μασονικών εντολών που έχουν δεχθεί.
Και το σχέδιο Αρβανιτόπουλου εντάσσεται σε ένα γενικότερο σχεδιασμό που περιλαμβάνει απελευθέρωση απολύσεων, κατάργηση γενικά των αργιών περιλαμβανομένης και Κυριακής ως αργίας.
Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 29, 2014
Δεισιδαιμονίες, προλήψεις και πλάνες: Επιστροφή στο μεσαίωνα!
Οι κάθε είδους προλήψεις και δεισιδαιμονίες, τα όποια είδωλα, είναι εντελώς ασυμβίβαστα και αντίθετα με την χριστιανική πίστη και συνάμα προσβάλουν την ελευθερία του ανθρώπου. Η βαθύτερη αιτία των προλήψεων είναι η έλλειψη πίστης και εμπιστοσύνης στον αληθινό Θεό. Κι εδώ συμβαίνει το παράδοξο:Μερικοί άνθρωποι την πίστη στον Θεό την θεωρούν «οπισθοδρόμηση», την εμπιστοσύνη στην πάνσοφη πρόνοια Του την περιφρονούν. Και από την άλλη υποδουλώνονται σε πράγματα άλογα και γελοία, σε πέταλα και κρεμμύδια, σε κατακάθια του καφέ και σε τραπουλόχαρτα!!!Είναι ποτέ δυνατόν, τα κατακάθια του καφέ στο φλιτζάνι να απεικονίσουν το μέλλον; Είναι ποτέ δυνατόν, οι κινήσεις των άστρων να προσδιορίζουν την ζωή μας; Είναι ποτέ δυνατόν, η ημέρα γεννήσεως κάθε ανθρώπου να τον κατατάσσει σε ζώδιο-αστερισμό, και να ισχύουν για εκατομμύρια ανθρώπους του ίδιου ζωδίου οι ίδιες οδηγίες που δίνουν οι «ειδικοί αστρολόγοι» στα ωροσκόπια; Είναι ποτέ δυνατόν, κάθε τραπουλόχαρτο να παίρνει αυθαίρετα νόημα και να ορίζει την ζωή μας;
Με ποια λογική ο αριθμός 13 ή η μέρα Τρίτη φέρνει κακό; Με ποια λογική το πέταλο φέρνει γούρι; Και πού την βρήκε το πέταλο την ιδιότητα να απομακρύνει τα δεινά, την «κακοτυχία»; Τα χαϊμαλιά, οι χάντρες, τα «μάτια» έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τον Σταυρό;
Είναι δυνατόν για κάθε κακό ή αναποδιά που μας συμβαίνει να φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι;
Δεν πήγε καλά ο αρραβώνας; Του έκαναν μάγια.
Δεν πήγαν καλά οι δουλειές; Τον γλωσσόφαγαν.
Έχει πονοκέφαλο; Τον μάτιασαν.
Αλλά ας πούμε ότι πράγματι έχουμε απανωτές αναποδιές. Πού θα τρέξουμε; Στις «ξεματιάστρες» ή στον Ιερέα και στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας;
Μεγάλος κίνδυνος είναι επίσης τα όνειρα. Η Εκκλησία μας συμβουλεύει να απορρίπτουμε τα όνειρα –ή τουλάχιστον να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί, καθώς σπανίως ο Θεός «μιλάει» μέσα από όνειρα. Η πίστη στα όνειρα όχι μόνο δεν ωφελεί καθόλου αλλά κρύβει τεράστιους πνευματικούς κινδύνους. Και όμως όχι μόνο πολλοί επιρρεπείς στις προλήψεις ανατρέχουν σε ονειροκρίτες, αλλά πολλοί είναι αυτοί που επιδιώκουν να ονειρευτούν(!!) π.χ. ποιόν θα παντρευτούν βάζοντας κάτω από το μαξιλάρι τους κουφέτα από γάμο ή ένα κομμάτι φανουρόπιτα…
Η ποικιλία όμως των προλήψεων είναι ανεξάντλητη.
Με ποια λογική δυο αδέρφια δεν μπορούν να παντρευτούν μέσα στον ίδιο χρόνο; Ή αδέρφια γεννημένα κατά τον ίδιο μήνα άλλου έτους, δεν «κάνει» να παρευρεθεί ο ένας στον γάμο του άλλου;
Με ποια λογική δεν «κάνει» να παντρευτούμε μήνα Μάιο ή σε δίσεκτο έτος;
Με ποια λογική αυτοί που θα παραλάβουν τον κουμπάρο πρέπει να γυρίσουν από άλλο δρόμο για να μην χαλάσει» ο γάμος; Με ποια λογική δεν κάνει το νιόπαντρο ζευγάρι να φυτέψει δέντρα κατά τον πρώτο χρόνο του γάμου τους; Γιατί η νύφη δεν πρέπει να σκουπίσει το σπίτι της την πρώτη εβδομάδα μετά τον γάμο της. Γιατί λέμε ότι «χαλάει» το προξενιό αν μπούμε από μια είσοδο και βγούμε από μια άλλη;
Αλλά και για την τεκνογονία πόσες προλήψεις υπάρχουν: π.χ. αν ακούσει η μητέρα να λαλεί κουκουβάγια θα γεννήσει κορίτσι, αν ακούσει μπούφο, θα γεννήσει αγόρι. Την όγδοη ημέρα αντί να έρθει ο Ιερέας και να δίνεται το όνομα του παιδιού, πολλές μητέρες φτιάχνουν γλυκά για να γλυκάνουν τις «μοίρες», να’ χει το παιδί καλή μοίρα.
Και πολλοί δυστυχώς αντί να εφοδιάζουν τα παιδιά τους με το πανίσχυρο όπλο του σταυρού, τα εμπιστεύονται στις πράσινες, μπλε και κόκκινες χάντρες και στα ειδωλολατρικά φυλακτά.
Άλλες προλήψεις, που αποτελούν αληθινή βλασφημία του Θεού: Η παρουσία ενός Κληρικού, ειδικά το πρωί, είναι για αρκετούς κακός οιωνός! Πολλοί είναι αυτοί που απαγορεύουν στον Ιερέα να επισκεφθεί έναν ασθενή στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, λόγω της πρόληψης που επικρατεί ότι η παρουσία του Κληρικού θα προκαλέσει τον θάνατο του! Αυτά όμως αποτελούν πλάνη και ασέβεια του ανθρώπου προς τον Θεό και τον λειτουργό Του…
Δεν είναι επίσης λίγες οι φορές που οι χριστιανοί ζητούν παράλογα πράγματα από τους Ιερείς, π.χ. τη ζώνη, την άγια ζέση, το άγιο μύρο και πολλά άλλα. Το χειρότερο είναι ότι ζητούν όλα αυτά γιατί έτσι τους συμβούλεψε κάποιος μάγος!…
Και έπεται συνέχεια: το αλάτι μην χυθεί κάτω, ούτε καφές ή λάδι, το κρασί δεν πειράζει. Προς Θεού μη σπάσει καθρέπτης και αν υπάρχει τζάκι και τρίζουν τα ξύλα…αλλοίμονο! Βουίζει το δεξί αυτί; Είναι για καλό. Αν βουίζει το αριστερό είναι για κακό… Τρεμοπαίζει το μάτι; Φαγωμάρα στην μύτη ή στο χέρι; Ο λόξυγκας; Καθένα έχει την «ερμηνεία» του. Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε και τη μαύρη γάτα…
Πραγματικά δεν έχουν τέλος οι προλήψεις. Οι περισσότερες συνδέονται με το τέλος της επίγειας ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κάποια μέρα, είτε σε βαθύ γήρας είτε σε νεότερη ηλικία, θα έλθει αντιμέτωπος «με την φοβεράν ώραν του θανάτου». Κανείς όμως δεν γνωρίζει ποια θα είναι αυτή η ώρα, παρά μόνον ο Θεός, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το μόνο που μας προτρέπει είναι να είμαστε άγρυπνοι και έτοιμοι: «Γρηγορείτε!». Τη φιλάνθρωπη αυτή προτροπή οι άνθρωποι λησμονούν ή αγνοούν και προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από μύριες προλήψεις. Π.χ. όταν ο ασθενής ξεψυχήσει, σε πολλά χωριά τρέχουν να χύσουν όλα τα νερά από δοχεία και άλλα σκεύη γιατί το νερό αυτό θεωρείται πεθαμένο. Μόλις βγαίνει ο νεκρός από την πόρτα σπάνε ένα πιάτο, ένα σκεύος για να «σπάσει» το κακό και να μείνει εκεί. Άλλοι πάλι τοποθετούν στον τάφο διάφορα τρόφιμα για να φάει ο νεκρός! Πολλοί είναι αυτοί που γυρίζουν από άλλο δρόμο για να μην δευτερώσει το κακό. Άλλοι πάλι δεν τρώνε κρέας για σαράντα μέρες. Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι οι πενθούντες δεν εκκλησιάζονται, γιατί τάχα απαγορεύεται! Έτσι υπάρχουν άνθρωποι που για χρόνια ολόκληρα δεν εκκλησιάζονται, δεν συμμετέχουν στα ιερά Μυστήρια και αποκόπτονται από την Εκκλησία. Στερούν τον εαυτό τους από την παρηγοριά και την ελπίδα που δίνει μόνο η Εκκλησία, απομονώνονται, φθείρουν την υγεία τους και παραδίδονται σε σκέψεις απελπισίας. Ζουν όπως οι άθεοι, «οι μη έχοντες ελπίδα» και η ζωή τους μεταβάλλεται σε τραγωδία…
Ο λόγος του Αποστόλου Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρος: «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων» (Α΄ Ιωάν. 5, 21)
Στοιχεία από το βιβλίο «Δεισιδαιμονίες και προλήψεις», έκδοση της Ιεράς Μονής Σαγματά
Γιατί μερικοί αποφεύγουν να παντρευτούν Μάιο μήνα ή έτος που είναι δίσεκτο;
Δεν είναι ανάγκη καν να σημειώσει κανείς ότι τέτοιου είδους προλήψεις βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την χριστιανική πίστη. Για τον πιστό δεν υπάρχουν μέρες καλές και κακές, ή μήνες ευνοϊκοί και αποφράδες, που μπορούν να επηρεάσουν καλώς ή δυσμενώς την συζυγική του ζωή. Όλες οι ημέρες και οι νύκτες ανήκουν στον Κύριο του ουρανού και της γης, που "αποστέλλει το φως και πορεύεται" και που "διεχώρισε αναμέσον του φωτός και αναμέσον του σκότους", όπως διδάσκει η Αγία Γραφή και επαναλαμβάνουν οι ευχές της Εκκλησίας. Και οι χριστιανοί μπορούν να έλθουν σε γάμο κατά το θέλημα του Κυρίου, σε οποιαδήποτε ημέρα, μη παρατηρώντας "ημέρας και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς" (Γαλάτ. δ' 10). Εντελώς διαφορετικό σκοπό και χαρακτήρα έχει η απαγόρευσις της Εκκλησίας για την τέλεσι γάμων κατά τις περιόδους των νηστειών.
(+)Ι.Μ. Φουντούλη, «Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας»
Λάμπρος Σκόντζος, Ἀναφορά στό βίο καί τό ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
Ἀναφορά στό βίο καί τό ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν φωτεινῶν ὁροσήμων τοῦ παγκοσμίου πολιτισμοῦ.
Τοῦ Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητοῦ.
Ἡ ἑλληνικὴ παιδεία καὶ ὁ πολιτισμὸς ἔχουν τὴ δική τους ἑορτή. Στὶς 30 Ἰανουαρίου ἑορτάζουν μαζὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία μας τὴ μνήμη τριῶν ξεχωριστῶν προσωπικοτήτων τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, τῶν ἰσάριθμων Ἱεραρχῶν, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Τιμώντας ἐκείνους, τιμοῦμε μαζὶ ὅλα τὰ εὐγενῆ ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα καὶ τὸν πολιτισμό, διότι αὐτοὶ τὰ βίωσαν καὶ τὰ καλλιέργησαν στὸ ἔπακρο καὶ γι’ αὐτὸ δικαίως καθιερώθηκαν προστάτες τους.
Ὁ Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας τὸ 330. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καὶ Ἐμμέλεια, μαζὶ μὲ τὴ γιαγιά του Μακρίνα, φρόντισαν νὰ γεμίσουν τὴν ψυχή του μὲ εὐσέβεια καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Σπούδασε στὶς πιὸ ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς ἐποχῆς του, μὲ ἀποκορύφωμα τὶς φιλοσοφικὲς σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν.
Ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τὸ φίλο του Γρηγόριο τὸ Ναζιανζηνό, σπούδασε τέσσερα χρόνια (351- 355) φιλοσοφία, νομικά, ρητορική, γεωμετρία, ἀστρονομία, μουσικὴ καὶ ἰατρική. Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του καὶ ἐργάστηκε ὡς δικηγόρος καὶ δάσκαλος τῆς ρητορικῆς. Παράλληλα ἐπισκέφτηκε διάφορα ὀνομαστὰ μοναστικὰ κέντρα προκειμένου νὰ γνωρίσει τὴν μοναχικὴ ζωή. Τὸ 360 ἀποσύρθηκε μαζὶ μὲ τὸ φίλο του Γρηγόριο σὲ ἐρημικὴ τοποθεσία, κοντὰ στὸνἼρη ποταμὸ τοῦ Πόντου, ὅπου μόνασε ὣς τὸ 363 μελετώντας καὶ συγγράφοντας. Τὸ 363 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴν Καισαρεία, ἀναπτύσσοντας τεράστια φιλανθρωπικὴ δράση. Τὸ 370 ἐκλέχτηκε ἀρχιεπίσκοπος Καισάρειας τῆς Καππαδοκίας. Τότε ἀρχίζει ἕνα καταπληκτικὸ κοινωνικὸ ἔργο. Ἵδρυσε τὴν περίφημη «Βασιλειάδα», ἕνα τεράστιο συγκρότημα εὐποιΐας, τὸ ὁποῖο περιελάμβανε νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, πτωχοκομεῖο, ἐπαγγελματικὲς σχολές, κ.λ.π. Μέσα σὲ αὐτὸ ἔβρισκαν καταφύγιο καὶ βοήθεια χιλιάδες ἄνθρωποι. Κατὰ τὸν φοβερὸ λιμὸ τοῦ 367 – 368 ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο θάνατο ὅλους τοὺς φτωχοὺς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Καισάρειας. Ταυτόχρονα ἀνέπτυξε τεράστια ποιμαντικὴ καὶ συγγραφικὴ δράση. Ὑπῆρξε δεινὸς θεολόγος, μέγας συγγραφέας, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργο εἶναι μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Ἐξαιτίας τοῦ φιλάσθενου ὀργανισμοῦ του καὶ τοῦ ἀφάνταστου κόπου τοῦ ἔργου του πέθανε νέος 49 ἐτῶν στὶς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 378. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 379 μὲ πρωτοφανεῖς ἐκδηλώσεις σεβασμοῦ καὶ τιμῆς ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ φίλους. Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἡμέρα αὐτὴ τιμᾶ τὴν μνήμη του.
Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Γρηγόριος καὶ ἡ μητέρα του Νόννα, εὔποροι ὄντες, ἔδωσαν μεγάλη μόρφωση μὰ καὶ εὐσέβεια στὸ παιδί τους. Φοίτησε στὶς ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς Καισάρειας τῆς Καππαδοκίας, τῆς Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης, τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ὅπως ἀναφέραμε, ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν Βασίλειο. Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του γύρισε στὴν Ναζιανζὸ καὶ προτίμησε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Μόνασε γιὰ ἕνα χρόνο μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο στὸνἼρη ποταμὸ τοῦ Πόντου καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Σασίμων. Τὸ 379 σύνοδος ἐπισκόπων τῆς Ἀντιόχειας ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ὁ Γρηγόριος στὴν Κωνσταντινούπολη προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἡ ἀρειανικὴ λαίλαπα στὴν Βασιλεύουσα. Μὲ ὁρμητήριο ἕνα μικρὸ ναὸ κήρυττε στὰ πλήθη καὶ σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα κατόρθωσε νὰ ἀναχαιτίσει τὴν αἵρεση. Τὸ 380 ἀναδείχτηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινούπολης χωρὶς οὐσιαστικὰ νὰ τὸ ἐπιθυμεῖ. Ὅταν κάποιοι ἀμφισβήτησαν τὴν ἐκλογή του γιὰ τυπικοὺς λόγους παραιτήθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Καππαδοκία, ζώντας τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μὲ προσευχή, ἄσκηση, φιλανθρωπία καὶ ἡσυχία. Συνέγραψε τεράστιο θεολογικὸ καὶ ποιητικὸ ἔργο. Πέθανε στὶς 25 Ἰανουαρίου τοῦ 390. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία τὴ μνήμη του.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 354. Ὁ πατέρας του ἦταν εἰδωλολάτρης, τὸν ὁποῖο μετέστρεψε στὸν Χριστιανισμὸ ἡ σύζυγός του καὶ μητέρα τοῦ Ἰωάννη ὑπέροχη Ἀνθοῦσα. Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὴν ἐγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στὸν ὀνομαστὸ εἰδωλολάτρη Λιβάνιο ὥστε νὰ συμπληρώσει τὶς σπουδές του στὴ ρητορικὴ καὶ στὴ φιλοσοφία. Ἡ ἐπίδοσή του ἦταν τέτοια ὥστε ὁ Λιβάνιος τὸν προόριζε γιὰ διάδοχό του στὴ Σχολή! Ἀμέσως μετὰ σπούδασε Θεολογία στὴν ὀνομαστὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Ἀντιόχειας. Ἄσκησε γιὰ λίγο χρόνο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ρήτορα, στὸ ὁποῖο σημείωσε μεγάλη ἐπιτυχία. Ὅμως πολὺ γρήγορα ἐγκατέλειψε τὴν κοσμικὴ δόξα, τὸ προσοδοφόρο ἐπάγγελμα καὶ τὶς ἰαχὲς τοῦ πλήθους καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς ἐκκλησίας. Τὸ 380 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ 385 πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια. Γιὰ δεκατρία ὁλόκληρα χρόνια ἐργάστηκε δραστήρια καὶ ἀναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου καὶ κοινωνικοῦ ἐργάτη. Πλῆθος ἀναξιοπαθούντων ἔβρισκαν κοντά του πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ στήριξη. Τὸ 398 ὁδηγήθηκε παρὰ τὴ θέλησή του νὰ ἀναλάβει τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Βασιλεύουσας ἀνέλαβε ἕναν τιτάνιο ἀγώνα κατὰ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἀκολασίας ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει στὴν πλούσια πρωτεύουσα τοῦ κράτους. Ξεκίνησε τὸ ξεκαθάρισμα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔφτασε μέχρι τὰ ἀνάκτορα καὶ ἰδιαίτερα στηλίτευσε τὴν διεφθαρμένη αὐτοκράτειρα Εὐδοξία. Ἦρθε σὲ ρήξη μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ χρήματος καὶ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας. Ὅλοι αὐτοὶ κατόρθωσαν ἀκόμα καὶ μὲ ἀπόφαση ψευδοσυνόδου ( Ἱέρειας τοῦ 407) νὰ ἐξοριστεῖ δυὸ φορὲς στὸν Πόντο. Στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407 δὲν ἄντεξε τὶς κακουχίες καὶ πέθανε καθ’ ὁδὸν στὰ βάθη τῆς Ἀρμενίας.
Τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη ὑπῆρξε τεράστιο. Τὸ συγγραφικό του ἔργο κολοσσιαῖο. Ἡ κοινωνική του προσφορὰ ἀνεκτίμητη. Ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ προσέδωσε τὸν τίτλο Χρυσόστομος, διότι ὑπῆρξε πραγματικὰ ὁ μεγαλύτερος Πατέρας ρήτορας, τὸ γλυκόλαλο ἀηδόνι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παρατηρεῖ σύγχρονος στοχαστής.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 13 Νοεμβρίου.
Ἡ τριάδα τῶν κορυφαίων αὐτῶν ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔχει καθιερωθεῖ στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ὡς οἱ φωτεινὲς ἐκεῖνες προσωπικότητες οἱ ὁποῖες ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ. Εἶναι οἱ ἐκπρόσωποι μιᾶς πλειάδας φωτόμορφων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο διέσωσαν ὅ,τι πολύτιμο εἶχε δημιουργήσει ἡ ἀνθρώπινη διάνοια ὣς τότε, κυρίως τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ φωτός, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης τῆς ἀπαράμιλλης διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, συνέθεσαν τὸν νέο πολιτισμὸ τοῦ κόσμου, τὸν ἑλληνοχριστιανικό.
Οἱ τρεῖς ἱεράρχες ἔχουν καθιερωθεῖ ὡς οἱ προστάτες τῶν γραμμάτων καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἀπὸ τὸν 10ο κιόλας αἰώνα ἀπὸ τὸν φωτισμένο ἐπίσκοπο Εὐχαΐτων Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἐκεῖνος εἶχε βάλει τέλος στὴν ἱερὴ διαμάχη στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ ποιός ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες ὑπῆρξε ὁ πιὸ σπουδαῖος. Τέτοια ἦταν ἡ ἐπίδραση τῶν μεγάλων αὐτῶν προσωπικοτήτων στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν! Ἔτσι ἀπὸ τότε στὴν ἱερὴ κοινὴ μνήμη τους (30 Ἰανουαρίου) μαζὶ μὲ αὐτοὺς τιμῶνται τὰ γράμματα καὶ ἑορτάζουν οἱ παράγοντες τῆς παιδείας, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενοι.
Οἱ ὑπέροχες φωτεινὲς αὐτὲς προσωπικότητες ἀποτελοῦν τὴν ἠχηρὴ ἀπάντηση σὲ ὅσους εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε ἀπὸ σκόπιμη ἐμπάθεια συκοφαντοῦν τὸν Χριστιανισμὸ ὡς δῆθεν σκοταδιστικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο κατάστρεψε τὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ καὶ ὁδήγησε τὴν ἀνθρωπότητα στὸ σκοτεινὸ μεσαίωνα. Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες, καὶ τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπῆρξαν φορεῖς ὑψηλῆς μορφωτικῆς στάθμης. Ὁ Μέγας Βασίλειος κατεῖχε ὅλη σχεδὸν τὴ γνώση τῆς ἐποχῆς του, ἦταν θεολόγος, φιλόλογος, ἰατρός, γεωμέτρης, φυσιοδίφης, νομικός, ρήτορας, μουσικὸς κ.λ.π. Ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξε μέγας θεολόγος, ἀπαράμιλλος ποιητὴς ἀρχαϊκῶν στίχων, ρήτορας καὶ φιλόσοφος. Χάρη στὴν κολοσσιαία μόρφωσή του διετέλεσε καθηγητὴς τῶν ὀνομαστῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν τῶν Ἀθηνῶν! Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπῆρξε ὀνομαστὸς ρήτορας, νομικός, θεολόγος, ἄριστος φιλόλογος καὶ ἀπαράμιλλος χειριστὴς τοῦ λόγου, γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε καὶ Χρυσόστομος. Ὁ ὀνομαστὸς ἐθνικὸς δάσκαλός του Λιβάνιος εἶχε πεῖ μὲ πίκρα πὼς τὸν ὑπέροχο αὐτὸ μαθητή του τὸν κέρδισε ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἔτσι ὁ ἐθνισμὸς ἔχασε μία σπάνια πνευματικὴ προσωπικότητα!
Ἡ συγκεκριμένη ἱστορικὴ περίοδος ποὺ ἔζησαν ἦταν ἐποχὴ μεταβατική, ἔντονων πνευματικῶν συγκρούσεων. Ὁ ἀρχαῖος κόσμος ἔδυε κάτω ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα καὶ μία νέα πραγματικότητα ἔπαιρνε τὴ θέση του στὸ πνευματικὸ στερέωμα, ὁ Χριστιανισμός. Αὐτὴ ἡ μετάβαση δὲν ἔγινε χωρὶς συγκρούσεις καὶ τριβές. Ὁ θνήσκων ἐθνισμὸς ἀνθίστατο μὲ ὅσες δυνάμεις τοῦ εἶχαν ἀπομείνει. Ἡ θλιβερὴ περίπτωση τοῦ ψευτορομαντικοῦ Ἰουλιανοῦ (361-363) νὰ νεκραναστήσει τὴν εἰδωλολατρία μὲ τὴ βία καὶ τοὺς διωγμοὺς κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, χωρὶς φυσικὰ ἀποτέλεσμα, ἀποτελεῖ μία φανερὴ πτυχὴ τῆς ταραγμένης ἐκείνης ἐποχῆς. Οἱ ἐν λόγῳ πατέρες ὅμως ὄχι μόνο εἶδαν τήν, χωρὶς πισωγύρισμα, ροὴ τῶν ἱστορικῶν πραγμάτων ἀλλὰ συνέβαλαν θετικὰ σ’ αὐτό. Παράλληλα κράτησαν συνετὴ στάση μπροστὰ στὶς βαρβαρότητες τοῦ ἐθνισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Γρηγορίου πρὸς τὸν φίλο του καὶ πρώην συμμαθητή του Ἰουλιανό. Προέτρεπε τὸν φανατικὸ αὐτοκράτορα νὰ μελετήσει καλλίτερα τὸν ἑλληνισμὸ ὥστε νὰ διδαχθεῖ μέσα ἀπὸ αὐτὸν ὅτι δὲν δικαιολογοῦνται διωγμοὶ καὶ κακουργίες στὸ ὄνομα αὐτοῦ. «Τὸ ἑλληνίζειν ἐστὶ πολυσή μαντον», τόνιζε ὁ σοφὸς ἱεράρχης. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ θηριώδης αὐτοκράτορας ἄρχισε νὰ ἀλλάζει στάση κατὰ τῶν Χρισιανῶν.
Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες δὲν ἦταν μόνο θιασῶτες τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ ἀκάματοι ἐργάτες τοῦ ἔργου. Μιὰ σύντομη ματιὰ στὸ βίο τους, μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὸ πολύπλευρο ποιμαντικό, κοινωνικὸ καὶ πνευματικό τους ἔργο. Ὅπως προαναφέραμε ἡ περίφημη καὶ μοναδικὴ «Βασιλειάδα» τοῦ Μ. Βασιλείου στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, οἱ τιτάνιοι ἀγῶνες κατὰ τῶν ἀρειανῶν τῆς Κωνσταντινούπολης τοῦ Γρηγορίου καὶ τὸ θαυμαστὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου στὴν Ἀντιόχεια καὶ μετὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶναι κάποιες ἀπὸ τὶς δραστηριότητές τους. Παράλληλα μᾶς ἄφησαν ἕνα ἀπέραντο συγγραφικὸ ἔργο, στὸ ὁποῖο διασώζεται ὄχι μόνο ὁ μοναδικὸς ἑλληνικὸς λόγος ἀλλὰ καὶ ὅ,τι καλὸ εἶχε δημιουργήσει ἡ ἀρχαιότητα. Ἀναφέρω γιὰ παράδειγμα τοὺς 17.000 ποιητικοὺς στίχους τοῦ Γρηγορίου οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐφάμιλλοι τῶν ἔργων τῶν μεγάλων ποιητῶν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας. Ἀναφέρω ἀκόμα καὶ τὶς προτροπὲς τοῦ Βασιλείου ὥστε νὰ ὠφεληθοῦν οἱ νέοι μελετώντας ἐπιλεκτικὰ τοὺςἝλληνες σοφοὺς καὶ συγγραφεῖς.
Οἱ μεγάλοι αὐτοὶ πατέρες δὲν καλλιέργησαν στὰ πρόσωπά τους μόνο τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρετή. Τὰ ἱερὰ συναξάριά τους ἀναφέρονται μὲ λεπτομέρειες στὴν καλλιέργεια καὶ τὴ βίωση τῶν ἀρετῶν στὴν καθημερινή τους ζωή. Παροιμιώδης ὑπῆρξε, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀκτημοσύνη τοῦ Βασιλείου, ἡ γλυκύτητα καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτήρα τοῦ Γρηγορίου καὶ ἡ συμπόνια πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς τοῦ Χρυσοστόμου. Τὰ γνήσια ἀνθρώπινα πρότυπα, ποὺ σκιαγραφοῦσαν στὰ συγγράμματά τους, μιμοῦνταν πρῶτοι αὐτοί.
Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μεγάλοι «φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος» πρέπει νὰ εἶναι καὶ στὶς ἀσέληνες σκοτεινὲς μέρες μας φωτεινὰ ὁρόσημα καὶ πνευματικοὶ δεῖκτες τόσο ὅλων τῶν παραγόντων τῆς παιδείας ὅσο καὶ ὅλων τῶν σκεπτόμενων ἀνθρώπων. Ὁ πνευματικὸς ἀποπροσανατολισμὸς καὶ ἡ πολιτιστικὴ πενία τῆς ἐποχῆς μας ἐπιβάλλει νὰ στραφοῦμε στὶς καθάριες πνευματικὲς πηγὲς τῶν προγόνων μας, νὰ ἐνστερνιστοῦμε τὶς διαχρονικὲς ἰδέες τους ὅπως αὐτὲς καλλιεργήθηκαν μέσα στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ πνευματικὸ τέλμα ποὺ μᾶς ἐγκλώβισε ἡ σύγχρονη ἀπολυτοποίηση τῆς τεχνολογίας σὲ βάρος τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ.
Μητρόπολη Σπάρτης
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ + ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
Δυο ομιλίαι του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ
30-1-1960
ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
http://www.youtube.com/watch?v=J60kqy2UQSc
_
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ
Κῆπος πνευματικὸς εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας. Μέσα σ᾿ αὐτὸν ἀναπνέομε τὸ ἄρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Στὸν ἀνθῶνα αὐτὸν τὸν πνευματικὸν ὑπάρχουν τρία λουλούδια ποὺ ἔχουν εὐωδίαν ἀθάνατον. Λουλούδια πνευματικά, λουλούδια πίστεως καὶ ἀρετῆς, λουλούδια ἀθάνατα, λουλούδια ποὺ δὲν θὰ τὰ μαράνῃ ὁ χρόνος. Καὶ τὰ λουλούδια αὐτὰ εἶνε οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι. Τὸ ἕνα λουλούδι εἶνε ὁ ἅγιος Βασίλειος, τὸ ἄλλο λουλούδι εἶνε ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τὸ τρίτο λουλούδι εἶνε ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἔχουν γίνει θέμα ὁμιλιῶν. Ἐκ διαφόρων ἐπόψεων ἐξετάζουν τὸν βίον τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς ῥήτορας. Καὶ εἶνε πράγματι ῥήτορες. Ἂν διαβάσῃς τὸ Χρυσόστομο, δὲν σοῦ κάνει καρδιὰ νὰ διαβάσῃς τὸν Δημοσθένη. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς φιλοσόφους. Καὶ εἶνε φιλόσοφοι. Ἂν διαβάσῃς τὸν Γρηγόριον τὸν Ναζιανζηνό, δὲν σοῦ κάνει καρδιὰ νὰ διαβάσῃς Πλάτωνα. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς κοινωνιολόγους, ἄλλοι ὡς προστάτας τῶν γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς συνδυαστάς· ὅτι συνεδύασαν τὰ δύο μεγάλα ῥεύματα, τὸν χριστιανισμὸν καὶ τὸν ἑλληνισμόν, καὶ ἐδημιούργησαν τὴν ἑλληνοχριστιανικὴν ἀγωγὴν καὶ πολιτείαν. Καὶ ἄλλοι κατ᾿ ἄλλους τρόπους ἐξετάζουν τοὺς ἁγίους.
Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν θὰ τοὺς πάρω τοὺς ἁγίους οὔτε ὡς ῥήτορας, οὔτε ὡς φιλοσόφους, οὔτε ὡς κοινωνιολόγους, οὔτε ὡς συνδυαστὰς τῶν δύο ῥευμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ θὰ τοὺς πάρω ὡς ἀγωνιστάς. Διότι πιστεύω ὅτι ἡ ζωὴ αὐτή, ἡ ζωὴ ἡ χριστιανική, δὲν εἶνε ἁπλῶς ῥητορεία, δὲν εἶνε φιλολογία, δὲν εἶνε λογοτεχνία, δὲν εἶνε κοινωνιολογία, δὲν εἶνε ἀνάκλιντρα φιλοσοφικά, ἀλλὰ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶνε ἀγών, μάχη καὶ πόλεμος. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπῆρξαν ἀγωνισταί, πρότυπα ἀγωνιστῶν.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἔχουν γίνει θέμα ὁμιλιῶν. Ἐκ διαφόρων ἐπόψεων ἐξετάζουν τὸν βίον τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς ῥήτορας. Καὶ εἶνε πράγματι ῥήτορες. Ἂν διαβάσῃς τὸ Χρυσόστομο, δὲν σοῦ κάνει καρδιὰ νὰ διαβάσῃς τὸν Δημοσθένη. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς φιλοσόφους. Καὶ εἶνε φιλόσοφοι. Ἂν διαβάσῃς τὸν Γρηγόριον τὸν Ναζιανζηνό, δὲν σοῦ κάνει καρδιὰ νὰ διαβάσῃς Πλάτωνα. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς κοινωνιολόγους, ἄλλοι ὡς προστάτας τῶν γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν. Ἄλλοι τοὺς παρουσιάζουν ὡς συνδυαστάς· ὅτι συνεδύασαν τὰ δύο μεγάλα ῥεύματα, τὸν χριστιανισμὸν καὶ τὸν ἑλληνισμόν, καὶ ἐδημιούργησαν τὴν ἑλληνοχριστιανικὴν ἀγωγὴν καὶ πολιτείαν. Καὶ ἄλλοι κατ᾿ ἄλλους τρόπους ἐξετάζουν τοὺς ἁγίους.
Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν θὰ τοὺς πάρω τοὺς ἁγίους οὔτε ὡς ῥήτορας, οὔτε ὡς φιλοσόφους, οὔτε ὡς κοινωνιολόγους, οὔτε ὡς συνδυαστὰς τῶν δύο ῥευμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ θὰ τοὺς πάρω ὡς ἀγωνιστάς. Διότι πιστεύω ὅτι ἡ ζωὴ αὐτή, ἡ ζωὴ ἡ χριστιανική, δὲν εἶνε ἁπλῶς ῥητορεία, δὲν εἶνε φιλολογία, δὲν εἶνε λογοτεχνία, δὲν εἶνε κοινωνιολογία, δὲν εἶνε ἀνάκλιντρα φιλοσοφικά, ἀλλὰ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶνε ἀγών, μάχη καὶ πόλεμος. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὑπῆρξαν ἀγωνισταί, πρότυπα ἀγωνιστῶν.
* * *
Ἐπικρατεῖ μιὰ ἰδέα, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἦταν μιὰ χρυσῆ ἐποχή· ἐπικρατεῖ μιὰ ἰδέα, ὅτι ὅπως ἦταν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἦταν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς. Λάθος. Καὶ ἡ ἐποχὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἦταν μιὰ κοινωνία ποὺ παρουσίαζε ἐλαττώματα, κακίες, πάθη, ἐγκλήματα, σκάνδαλα, πλάνας, αἱρέσεις φοβεράς. Μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἔζησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι. Δὲν παρεσύρθησαν ἀπὸ τὰ ῥεύματα τῆς ἐποχῆς. Ἐδῶ εἶνε τὸ μεγαλεῖον τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Δὲν παρεσύρθησαν ἀπὸ τὰ σύγχρονα ῥεύματα. Ἀλλὰ ἀντεστάθησαν ἐναντίον τοῦ ῥεύματος τῆς ἐποχῆς των. Ἐπολέμησαν ἀνδρείως καὶ γενναίως, καὶ εἶνε πλέον τὰ πρότυπα τῶν ἀγωνιστῶν τῆς χριστιανικῆς παρατάξεως.
Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν ἁγίων αὐτῶν ἀγωνιστῶν θὰ κάνω μία ἀνθολογία. Θὰ παρουσιάσω μερικὰ στιγμιότυπα τῆς ἁγίας των ζωῆς ὡς ἀγωνιστῶν, ὡς τιμίων στρατιωτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ ὁποῖα θὰ προβάλω ἐνώπιόν σας ὡς παραδείγματα, διὰ νὰ μιμηθοῦμε καὶ ἡμεῖς ἀναλόγως τὴν ζωὴν τῶν τριῶν τούτων ἀγωνιστῶν.
Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν ἁγίων αὐτῶν ἀγωνιστῶν θὰ κάνω μία ἀνθολογία. Θὰ παρουσιάσω μερικὰ στιγμιότυπα τῆς ἁγίας των ζωῆς ὡς ἀγωνιστῶν, ὡς τιμίων στρατιωτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ ὁποῖα θὰ προβάλω ἐνώπιόν σας ὡς παραδείγματα, διὰ νὰ μιμηθοῦμε καὶ ἡμεῖς ἀναλόγως τὴν ζωὴν τῶν τριῶν τούτων ἀγωνιστῶν.
1. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Δάκρυα μᾶς ἔρχονται στὰ μάτια ἂν σκεφτοῦμε, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Μέγας Βασίλειος. Καὶ μόνον ἡ πατρίδα του μᾶς φέρει τὸ δάκρυ. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐγεννήθη στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.
Καισάρεια! Πόλις ἑλληνική. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Πόλις τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἡρώων. Ὅσοι στρατιῶται μας αἰχμάλωτοι τοῦ μεγάλου θηρίου, ἐπῆγαν ἐκεῖ, ἐδάκρυσαν ὅταν εἶδαν ἐκεῖ τὰ βουνὰ τῆς Καισαρείας τρυπημένα· σπήλαια, καὶ χιλιάδες ἀσκηταὶ ἀσκήτευαν εἰς τὰ πέριξ βουνὰ τῆς Καισαρείας. Μέχρι τὸ 1923 ἦταν ἑλληνικὴ ἡ πόλις.
Ἐκεῖ ἦταν ὁ λόφος ποὺ ἔκτισε τὴν περίφημο Βασιλειάδα του, τὸ φιλανθρωπικὸν συγκρότημα, ὁ ἅγιος Βασίλειος. Ἐκεῖ αἱ σχολαὶ, ἐκεῖ τὰ μοναστήρια, ἐκεῖ τὰ ἐκπαιδευτήρια, ἐκεῖ οἱ σύλλογοι, ἐκεῖ ἐκκλησιές. Τώρα; Βρωμερὰ πόδια πατοῦν τὰ ἅγια αὐτὰ ἐδάφη. Τζαμιὰ καὶ «Ἀλλὰχ» ἀκούονται ἐπάνω ἀπὸ τοὺς μιναρέδες τῆς Καισαρείας. Καισάρεια γιὰ μᾶς σήμερα; Μιὰ ἀνάμνησις. Τί ἔμεινε; Μερικὰ καντήλια, μερικὲς εἰκόνες, μερικὰ εὐαγγέλια καλλιτεχνικὰ πού εἶνε στὸ Ἐθνικὸ Μουσεῖο, κ᾿ ἕνα μικρὸ χωριουδάκι ἔξω ἀπὸ τὴν Κοζάνη μὲ διακόσα σπίτια διαλαλεῖ τὴν ποτὲ δόξαν τῆς Καισαρείας.
Μᾶς ἐτιμώρησε ὁ Θεός. Γιατὶ ὅταν πατήσαμε στὴ Σμύρνη πέρα, ἐμολύναμε τὰ φαράγγια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μὲ τὶς φρικτὲς βλασφημίες, ποὺ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔφριττον. Δὲν μᾶς ἐνίκησαν οἱ Τοῦρκοι· μᾶς ἐσάρωσε ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀνομία καὶ ἡ διαίρεσις. Καὶ τώρα κλαίομεν ὡς «ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος» (Ψαλμ. 136,1).
Στὴν Καισάρεια λοιπὸν ἐγεννήθη ὁ Βασίλειος. Ἦτο εὐφυέστατος, καὶ οἱ γονεῖς του τὸν ἐβοήθησαν νὰ μάθῃ γράμματα. Εἶχε πολλοὺς δασκάλους. Σὲ κάποια ἐπιστολὴ τοὺς ἀναφέρει ὅλους καὶ τοὺς εὐγνωμονεῖ· καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὴ γραμματική, καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὸ συντακτικό, καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὴ ῥητορική, τὴ γεωμετρία, τὴν ἰατρική… Ἀλλά ἕνας ὅμως ἦτο ὁ σπουδαιότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς δασκάλους καὶ καθηγητάς, ὁ ὁποῖος ἐπέδρασε τεραστίως ἐπάνω στὴν ψυχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ ἐζύμωσε τὸ ζυμάρι αὐτό, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἐλησμόνησε ποτέ μέχρις ὅτου ἐξέπνευσε· ἦταν ἡ γιαγιά του ἡ ἀγράμματος. Τὸ ὄνομά της Μακρίνα. Ἦταν κόρη μάρτυρος καὶ μαθήτρια Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ. Τὴν πίστι μου, λέγει, τὴν ἐδιδάχθηκα ἀπὸ τὴν Μακρίνα τὴ γιαγιά μου, ποὺ μὲ κρατοῦσε στὰ γόνατά της καὶ ἔπαιρνε τὰ δάχτυλά μου καὶ μὲ μάθαινε νὰ κάνω τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Μεγάλη ἡ ἀποστολὴ τῆς γιαγιᾶς μέσα στὴν οἰκογένεια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει τὴ γιαγιὰ τοῦ Τιμοθέου· «Τιμόθεε παιδί μου, θαυμάζω τὴν «ἀνυπόκριτη πίστι» σου, τὴν πίστι σου τὴν ἁγνή, τὴν φλογερή, ἡ ὁποία ἐρρίζωσε πρῶτα στὴν καρδιὰ τῆς γιαγιᾶς σου, «ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ» (Β΄ Τιμ. 1,5).
Μέσα σὲ τέτοιο χριστιανικὸ σπίτι ἀνετράφη ὁ μικρὸς Βασίλειος. Ἔκανε ῥίζες. Μεγάλο πρᾶγμα οἱ ῥίζες! Ἔπιασε τὸ δέντρο ῥίζες; μὴ τὸ φοβᾶσαι· ἔχει τὸ σπίτι θεμέλια; μὴ τὸ φοβᾶσαι. Καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει ῥίζες, δὲν πά᾿ νὰ ᾿ρθοῦν ὅλοι οἱ διάβολοι; δὲν τὸ ξερριζώνεις αὐτὸ ποὺ ἐφύτευσε μέσ᾿ στὴν καρδιὰ ἡ γιαγιά. Τέτοια θεμέλια εἶχε.
Ὅταν ἔγινε εκοσι ἐτῶν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καισάρεια καὶ πῆγε στὴν Ἀθήνα. Ἀθήνα…· καταστροφὴ τῆς νεότητος! Μόνο μιὰ μικρὰ κοινότης Χριστιανῶν ὑπῆρχε στὴν Ἀθήνα. Λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁ φίλος του· «Αἱ Ἀθῆναι ἦσαν διὰ τοὺς ἄλλους βλαβεραί, καταστρεπτικαί, ἀλλὰ γιὰ μένα ἦσαν χρυσαῖ. Χρυσαῖ, γιατὶ δὲν βρῆκα κανένα θησαυρό, καμμιὰ φλέβα χρυσοῦ· ἀλλὰ γιατὶ βρῆκα κάτι ἀνώτερο ἀπὸ χρυσό. Βρῆκα φίλον ἀνεκτίμητον. Βρῆκα τὸν Βασίλειον».
Ἀλλὰ Καὶ πράγματι δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα στὴ γῆ ἀπὸ φίλον πιστόν. Φίλος κραταιὰ ἀσπίς, φίλος πύργος ἀκαθαίρετος. Τέτοιον φίλον ἀπέκτησε μέσα στὴν Ἀθήνα. Καὶ συνδεθήκανε καὶ οἱ δύο, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος, μὲ ἄρρηκτον φιλίαν. Καὶ ἡ φιλία αὐτὴ ἦταν ἐκείνη ποὺ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῆς πόλεως. «Πῶς νὰ ξεχάσω», λέγει σὲ μιὰ ἐπιστολὴ ὁ Γρηγόριος, «πῶς νὰ ξεχάσω τὶς ὄμορφες ἡμέρες ποὺ ζήσαμε μέσα στὴν Ἀθήνα οἱ δύο φίλοι;». Στὴν Ἀθήνα εἶχαν μαζευτῆ ὅλα τὰ πλουσιόπαιδα ἀπ᾿ ὅλη τὴν Ἀνατολή, ὅλα τὰ πλούσια παιδιὰ στρατηγῶν, πατρικίων, ὑπάτων κ.λπ.. Ἐρχόταν στὴν Ἀθήνα, καὶ τοὺς στέλνανε οἱ γονεῖς τὸ χρυσὸ μὲ τὸ καντάρι, καὶ τὸ ξωδεύανε δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Καὶ εἶχαν μαζευτῆ εκει ὅλα τὰ διεφθαρμένα γύναια. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ μείνανε κρίνα ἐν μέσῳ ἀκανθῶν ἦταν αὐτοὶ οἱ δύο. Ὅλοι τοὺς ἐθαύμαζαν. Ἄλλος καυχόταν γιατὶ ἔχει πατέρα στρατηγό, ἄλλος γιατὶ ἔχει πατέρα ὕπατο, ἄλλος γιατὶ ἔχει πατέρα πλούσιο. «Ὁ καθένας καυχόταν γιὰ τοὺς γονεῖς του, γιὰ τὴ δόξα του. Ἡμεῖς ὅμως οἱ δύο εχαμε καύχημα ἕνα καὶ μόνο· τὸ ὅτι ἐγεννήθημεν Χριστιανοί». Ἦταν ὑποδείγματα κι ὅλοι τοὺς θαύμαζαν. Ἔμψυχα ἀγάλματα ἀρετῆς ἐν μέσῳ τῆς διαφθορᾶς τῆς πόλεως ἐκείνης. Πολλοὺς δρόμους εἶχε ἡ Ἀθήνα, αὐτοὶ ὅμως δύο δρόμους ἤξεραν· ἕναν ποὺ πήγαινε στὸ σχολεῖο, καὶ τὸν ἄλλο ποὺ πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Μέσα λοιπὸν στὴν Ἀθήνα ἔμειναν ἀκέραιοι καὶ ἀμόλυντοι.
Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος πῆγε στὴν Καισάρεια. Ὅταν πῆγε στὴν Καισάρεια ἐπεκράτει ὁ ἀρειανισμός ―ἀρειανὸς ἦταν καὶ διος ὁ αὐτοκράτωρ―, ἡ φοβερὰ αὐτὴ αἵρεσις ποὺ κατεβίβαζε τὸ Χριστὸ ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ τὸν ἔρριπτε κάτω στὴ γῆ καὶ τὸν ἔκανε ἕνα κοινὸ ἄνθρωπο. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε τὸν Μόδεστον καὶ τοῦ λέγει· Θὰ πᾷς στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ θὰ κάνῃς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους κι ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία νὰ γονατίσῃ στὴν αἵρεσι καὶ νὰ ὑπογράψουν ὅλοι. Πῆρε τὸ χαρτὶ ὁ Μόδεστος κι ἄρχισε νὰ περιοδεύῃ τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ νὰ πηγαίνῃ εἰς διαφόρους πόλεις καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ μὲ ἀπειλὰς νὰ ὑπογράψουν τὴ δήλωσι, ὅτι εἶνε ἀρειανοί. Ὅλοι ὑπέγραφαν. Ἔφθασε στὴν Καισάρεια. Πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. ―Τί ζητεῖς; ―Μιὰ ὑπογραφή. ―Δὲν γίνεται. Ὁ ἐμὸς βασιλεὺς μοῦ τὸ ἀπαγορεύει νὰ βάλω μιὰ τέτοια ὑπογραφή. ―Δὲν φοβᾶσαι τὸν αὐτοκράτορα; ―Τί θὰ μοῦ κάνῃ; ―Θὰ σοῦ δημεύσῃ τὴν περιουσία, ἢ ἐξορία, ἢ θάνατο! Ἐμειδίασε ὁ Μέγας Βασίλειος. ―Ἔχεις τίποτε ἄλλο χειρότερο; Δήμευσι περιουσίας; Ἕνα ῥάσο καὶ λίγα βιβλία. Ἐξορία; «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1)· ὅπου νὰ πάω, ἐξόριστος εἶμαι. Θάνατος; Γιὰ μένα ὁ θάνατος εἶνε εὐεργεσία, χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις. Ἄκουε ὁ Μόδεστος καὶ παραξενεύετο. ―Ἂν μοῦ ζητοῦσες, λέγει [ὁ Βασίλειος\, ὑλικὰ πράγματα, θὰ σοῦ τά ᾿δινα. Ἀλλὰ ὑπογραφὴ ὄχι. Δὲν ὑποχωρῶ…
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀντίστασις τὴν ὁποία ἔφερε ὁ Μέγας Βασίλειος· καὶ μέσα στὴν Ἀθήνα ὅταν ἦταν φοιτητής, καὶ στὴν Καισάρεια, καὶ μπροστὰ στὸν Μόδεστο καὶ στὸν αὐτοκράτορα. Κι ἄλλα σημεῖα ἀντιστάσεως ἔχει. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὸν Μέγαν Βασίλειον κι ἂς δοῦμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιστάσεως ποὺ διέκρινε τὸν Γρηγόριον τὸν Θεολόγο, τὸν φίλον του.
Καισάρεια! Πόλις ἑλληνική. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Πόλις τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἡρώων. Ὅσοι στρατιῶται μας αἰχμάλωτοι τοῦ μεγάλου θηρίου, ἐπῆγαν ἐκεῖ, ἐδάκρυσαν ὅταν εἶδαν ἐκεῖ τὰ βουνὰ τῆς Καισαρείας τρυπημένα· σπήλαια, καὶ χιλιάδες ἀσκηταὶ ἀσκήτευαν εἰς τὰ πέριξ βουνὰ τῆς Καισαρείας. Μέχρι τὸ 1923 ἦταν ἑλληνικὴ ἡ πόλις.
Ἐκεῖ ἦταν ὁ λόφος ποὺ ἔκτισε τὴν περίφημο Βασιλειάδα του, τὸ φιλανθρωπικὸν συγκρότημα, ὁ ἅγιος Βασίλειος. Ἐκεῖ αἱ σχολαὶ, ἐκεῖ τὰ μοναστήρια, ἐκεῖ τὰ ἐκπαιδευτήρια, ἐκεῖ οἱ σύλλογοι, ἐκεῖ ἐκκλησιές. Τώρα; Βρωμερὰ πόδια πατοῦν τὰ ἅγια αὐτὰ ἐδάφη. Τζαμιὰ καὶ «Ἀλλὰχ» ἀκούονται ἐπάνω ἀπὸ τοὺς μιναρέδες τῆς Καισαρείας. Καισάρεια γιὰ μᾶς σήμερα; Μιὰ ἀνάμνησις. Τί ἔμεινε; Μερικὰ καντήλια, μερικὲς εἰκόνες, μερικὰ εὐαγγέλια καλλιτεχνικὰ πού εἶνε στὸ Ἐθνικὸ Μουσεῖο, κ᾿ ἕνα μικρὸ χωριουδάκι ἔξω ἀπὸ τὴν Κοζάνη μὲ διακόσα σπίτια διαλαλεῖ τὴν ποτὲ δόξαν τῆς Καισαρείας.
Μᾶς ἐτιμώρησε ὁ Θεός. Γιατὶ ὅταν πατήσαμε στὴ Σμύρνη πέρα, ἐμολύναμε τὰ φαράγγια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μὲ τὶς φρικτὲς βλασφημίες, ποὺ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔφριττον. Δὲν μᾶς ἐνίκησαν οἱ Τοῦρκοι· μᾶς ἐσάρωσε ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀνομία καὶ ἡ διαίρεσις. Καὶ τώρα κλαίομεν ὡς «ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος» (Ψαλμ. 136,1).
Στὴν Καισάρεια λοιπὸν ἐγεννήθη ὁ Βασίλειος. Ἦτο εὐφυέστατος, καὶ οἱ γονεῖς του τὸν ἐβοήθησαν νὰ μάθῃ γράμματα. Εἶχε πολλοὺς δασκάλους. Σὲ κάποια ἐπιστολὴ τοὺς ἀναφέρει ὅλους καὶ τοὺς εὐγνωμονεῖ· καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὴ γραμματική, καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὸ συντακτικό, καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐδίδαξε τὴ ῥητορική, τὴ γεωμετρία, τὴν ἰατρική… Ἀλλά ἕνας ὅμως ἦτο ὁ σπουδαιότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς δασκάλους καὶ καθηγητάς, ὁ ὁποῖος ἐπέδρασε τεραστίως ἐπάνω στὴν ψυχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ ἐζύμωσε τὸ ζυμάρι αὐτό, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἐλησμόνησε ποτέ μέχρις ὅτου ἐξέπνευσε· ἦταν ἡ γιαγιά του ἡ ἀγράμματος. Τὸ ὄνομά της Μακρίνα. Ἦταν κόρη μάρτυρος καὶ μαθήτρια Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ. Τὴν πίστι μου, λέγει, τὴν ἐδιδάχθηκα ἀπὸ τὴν Μακρίνα τὴ γιαγιά μου, ποὺ μὲ κρατοῦσε στὰ γόνατά της καὶ ἔπαιρνε τὰ δάχτυλά μου καὶ μὲ μάθαινε νὰ κάνω τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Μεγάλη ἡ ἀποστολὴ τῆς γιαγιᾶς μέσα στὴν οἰκογένεια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει τὴ γιαγιὰ τοῦ Τιμοθέου· «Τιμόθεε παιδί μου, θαυμάζω τὴν «ἀνυπόκριτη πίστι» σου, τὴν πίστι σου τὴν ἁγνή, τὴν φλογερή, ἡ ὁποία ἐρρίζωσε πρῶτα στὴν καρδιὰ τῆς γιαγιᾶς σου, «ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ» (Β΄ Τιμ. 1,5).
Μέσα σὲ τέτοιο χριστιανικὸ σπίτι ἀνετράφη ὁ μικρὸς Βασίλειος. Ἔκανε ῥίζες. Μεγάλο πρᾶγμα οἱ ῥίζες! Ἔπιασε τὸ δέντρο ῥίζες; μὴ τὸ φοβᾶσαι· ἔχει τὸ σπίτι θεμέλια; μὴ τὸ φοβᾶσαι. Καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει ῥίζες, δὲν πά᾿ νὰ ᾿ρθοῦν ὅλοι οἱ διάβολοι; δὲν τὸ ξερριζώνεις αὐτὸ ποὺ ἐφύτευσε μέσ᾿ στὴν καρδιὰ ἡ γιαγιά. Τέτοια θεμέλια εἶχε.
Ὅταν ἔγινε εκοσι ἐτῶν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καισάρεια καὶ πῆγε στὴν Ἀθήνα. Ἀθήνα…· καταστροφὴ τῆς νεότητος! Μόνο μιὰ μικρὰ κοινότης Χριστιανῶν ὑπῆρχε στὴν Ἀθήνα. Λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁ φίλος του· «Αἱ Ἀθῆναι ἦσαν διὰ τοὺς ἄλλους βλαβεραί, καταστρεπτικαί, ἀλλὰ γιὰ μένα ἦσαν χρυσαῖ. Χρυσαῖ, γιατὶ δὲν βρῆκα κανένα θησαυρό, καμμιὰ φλέβα χρυσοῦ· ἀλλὰ γιατὶ βρῆκα κάτι ἀνώτερο ἀπὸ χρυσό. Βρῆκα φίλον ἀνεκτίμητον. Βρῆκα τὸν Βασίλειον».
Ἀλλὰ Καὶ πράγματι δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα στὴ γῆ ἀπὸ φίλον πιστόν. Φίλος κραταιὰ ἀσπίς, φίλος πύργος ἀκαθαίρετος. Τέτοιον φίλον ἀπέκτησε μέσα στὴν Ἀθήνα. Καὶ συνδεθήκανε καὶ οἱ δύο, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος, μὲ ἄρρηκτον φιλίαν. Καὶ ἡ φιλία αὐτὴ ἦταν ἐκείνη ποὺ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῆς πόλεως. «Πῶς νὰ ξεχάσω», λέγει σὲ μιὰ ἐπιστολὴ ὁ Γρηγόριος, «πῶς νὰ ξεχάσω τὶς ὄμορφες ἡμέρες ποὺ ζήσαμε μέσα στὴν Ἀθήνα οἱ δύο φίλοι;». Στὴν Ἀθήνα εἶχαν μαζευτῆ ὅλα τὰ πλουσιόπαιδα ἀπ᾿ ὅλη τὴν Ἀνατολή, ὅλα τὰ πλούσια παιδιὰ στρατηγῶν, πατρικίων, ὑπάτων κ.λπ.. Ἐρχόταν στὴν Ἀθήνα, καὶ τοὺς στέλνανε οἱ γονεῖς τὸ χρυσὸ μὲ τὸ καντάρι, καὶ τὸ ξωδεύανε δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Καὶ εἶχαν μαζευτῆ εκει ὅλα τὰ διεφθαρμένα γύναια. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ μείνανε κρίνα ἐν μέσῳ ἀκανθῶν ἦταν αὐτοὶ οἱ δύο. Ὅλοι τοὺς ἐθαύμαζαν. Ἄλλος καυχόταν γιατὶ ἔχει πατέρα στρατηγό, ἄλλος γιατὶ ἔχει πατέρα ὕπατο, ἄλλος γιατὶ ἔχει πατέρα πλούσιο. «Ὁ καθένας καυχόταν γιὰ τοὺς γονεῖς του, γιὰ τὴ δόξα του. Ἡμεῖς ὅμως οἱ δύο εχαμε καύχημα ἕνα καὶ μόνο· τὸ ὅτι ἐγεννήθημεν Χριστιανοί». Ἦταν ὑποδείγματα κι ὅλοι τοὺς θαύμαζαν. Ἔμψυχα ἀγάλματα ἀρετῆς ἐν μέσῳ τῆς διαφθορᾶς τῆς πόλεως ἐκείνης. Πολλοὺς δρόμους εἶχε ἡ Ἀθήνα, αὐτοὶ ὅμως δύο δρόμους ἤξεραν· ἕναν ποὺ πήγαινε στὸ σχολεῖο, καὶ τὸν ἄλλο ποὺ πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Μέσα λοιπὸν στὴν Ἀθήνα ἔμειναν ἀκέραιοι καὶ ἀμόλυντοι.
Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος πῆγε στὴν Καισάρεια. Ὅταν πῆγε στὴν Καισάρεια ἐπεκράτει ὁ ἀρειανισμός ―ἀρειανὸς ἦταν καὶ διος ὁ αὐτοκράτωρ―, ἡ φοβερὰ αὐτὴ αἵρεσις ποὺ κατεβίβαζε τὸ Χριστὸ ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ τὸν ἔρριπτε κάτω στὴ γῆ καὶ τὸν ἔκανε ἕνα κοινὸ ἄνθρωπο. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε τὸν Μόδεστον καὶ τοῦ λέγει· Θὰ πᾷς στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ θὰ κάνῃς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους κι ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία νὰ γονατίσῃ στὴν αἵρεσι καὶ νὰ ὑπογράψουν ὅλοι. Πῆρε τὸ χαρτὶ ὁ Μόδεστος κι ἄρχισε νὰ περιοδεύῃ τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ νὰ πηγαίνῃ εἰς διαφόρους πόλεις καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ μὲ ἀπειλὰς νὰ ὑπογράψουν τὴ δήλωσι, ὅτι εἶνε ἀρειανοί. Ὅλοι ὑπέγραφαν. Ἔφθασε στὴν Καισάρεια. Πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. ―Τί ζητεῖς; ―Μιὰ ὑπογραφή. ―Δὲν γίνεται. Ὁ ἐμὸς βασιλεὺς μοῦ τὸ ἀπαγορεύει νὰ βάλω μιὰ τέτοια ὑπογραφή. ―Δὲν φοβᾶσαι τὸν αὐτοκράτορα; ―Τί θὰ μοῦ κάνῃ; ―Θὰ σοῦ δημεύσῃ τὴν περιουσία, ἢ ἐξορία, ἢ θάνατο! Ἐμειδίασε ὁ Μέγας Βασίλειος. ―Ἔχεις τίποτε ἄλλο χειρότερο; Δήμευσι περιουσίας; Ἕνα ῥάσο καὶ λίγα βιβλία. Ἐξορία; «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1)· ὅπου νὰ πάω, ἐξόριστος εἶμαι. Θάνατος; Γιὰ μένα ὁ θάνατος εἶνε εὐεργεσία, χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις. Ἄκουε ὁ Μόδεστος καὶ παραξενεύετο. ―Ἂν μοῦ ζητοῦσες, λέγει [ὁ Βασίλειος\, ὑλικὰ πράγματα, θὰ σοῦ τά ᾿δινα. Ἀλλὰ ὑπογραφὴ ὄχι. Δὲν ὑποχωρῶ…
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀντίστασις τὴν ὁποία ἔφερε ὁ Μέγας Βασίλειος· καὶ μέσα στὴν Ἀθήνα ὅταν ἦταν φοιτητής, καὶ στὴν Καισάρεια, καὶ μπροστὰ στὸν Μόδεστο καὶ στὸν αὐτοκράτορα. Κι ἄλλα σημεῖα ἀντιστάσεως ἔχει. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὸν Μέγαν Βασίλειον κι ἂς δοῦμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιστάσεως ποὺ διέκρινε τὸν Γρηγόριον τὸν Θεολόγο, τὸν φίλον του.
2. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Πρῶτα – πρῶτα τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιστάσεως τὸ βλέπουμε μέσα στὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰ κακὰ παραδείγματα. Δίπλα του, μέσα στὸ σχολεῖο ποὺ ἐσπούδαζε, εἶχε τὸν Ἰουλιανὸν τὸν Παραβάτην. Καὶ ὅμως ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου δὲν ἐπηρεάσθη ὁ Γρηγόριος, ἀλλὰ ἐπολέμησε ἐναντίον τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου.
Κατόπιν πῆγε στὸ χωριό του Ἀριανζό, ἔγινε πρεσβύτερος. Ὡς πρεσβύτερος ἐκλήθη στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἐπεκράτει ὁ ἀρειανισμός. Οἱ ἀρειανοὶ οἱ αἱρετικοὶ πήρανε ὅλες τὶς ἐκκλησίες καὶ ἀφήσανε μόνο μιὰ ἐκκλησία, μικρὴ πολλὴ μικρή, στὴν ἄκρη τῆς πόλεως· ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἐκεῖ ἐξεφώνησε τοὺς περιφήμους λόγους του περὶ ἁγίας Τριάδος. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνομα Θεολόγος.
Κατ᾿ ἀρχὰς δὲν τοῦ ᾿διναν σημασία, ἀλλὰ κατόπιν ἄρχισε νὰ σείῃ μὲ τὰ κηρύγματα ὁλόκληρον τὴν πόλιν. Οἱ ἀρειανοὶ ἐφρύαξαν· ἐλύσσαξαν, ἐλύσσαξαν ἐναντίον του. Μιὰ μέρα, τὸ Πάσχα, μπήκανε μὲ ῥόπαλα, μὲ ξύλα καὶ λιθάρια κι ἄρχισαν νὰ λιθοβολοῦν τὸ ἐκκλησίασμα· καὶ τραυμάτισαν θανάσιμα τὸν Γρηγόριον. Σχεδὸν ἡμιθανὴς ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ δρᾶμα αὐτὸ τῆς νυκτὸς τοῦ Πάσχα, ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν.
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τῆς ἐποχῆς του.
Ἀλλὰ ἂς ἔλθουμε στὸ Χρυσόστομο.
Κατόπιν πῆγε στὸ χωριό του Ἀριανζό, ἔγινε πρεσβύτερος. Ὡς πρεσβύτερος ἐκλήθη στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἐπεκράτει ὁ ἀρειανισμός. Οἱ ἀρειανοὶ οἱ αἱρετικοὶ πήρανε ὅλες τὶς ἐκκλησίες καὶ ἀφήσανε μόνο μιὰ ἐκκλησία, μικρὴ πολλὴ μικρή, στὴν ἄκρη τῆς πόλεως· ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἐκεῖ ἐξεφώνησε τοὺς περιφήμους λόγους του περὶ ἁγίας Τριάδος. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνομα Θεολόγος.
Κατ᾿ ἀρχὰς δὲν τοῦ ᾿διναν σημασία, ἀλλὰ κατόπιν ἄρχισε νὰ σείῃ μὲ τὰ κηρύγματα ὁλόκληρον τὴν πόλιν. Οἱ ἀρειανοὶ ἐφρύαξαν· ἐλύσσαξαν, ἐλύσσαξαν ἐναντίον του. Μιὰ μέρα, τὸ Πάσχα, μπήκανε μὲ ῥόπαλα, μὲ ξύλα καὶ λιθάρια κι ἄρχισαν νὰ λιθοβολοῦν τὸ ἐκκλησίασμα· καὶ τραυμάτισαν θανάσιμα τὸν Γρηγόριον. Σχεδὸν ἡμιθανὴς ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ δρᾶμα αὐτὸ τῆς νυκτὸς τοῦ Πάσχα, ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν.
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τῆς ἐποχῆς του.
Ἀλλὰ ἂς ἔλθουμε στὸ Χρυσόστομο.
3. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Ὁλόκληρος ἡ ζωή του εἶνε μιὰ ἐπανάστασις, ὁλόκληρος ἡ ζωή του εἶνε μία μάχη. Στὰ συγγράμματά του, στὶς ὁμιλίες, χρησιμοποιεῖ τὶς λέξεις μάχη, πόλεμος, ὅπλα, ἀγών. Λέγει κάπου· Ἔρχομαι ἀπὸ μάχη! Κι ὅταν τὸν ἀκούει κανείς, νομίζει ὅτι ἦταν στὸν πόλεμο· ἀλλὰ πόλεμος ἐδῶ εἶνε ὁ πνευματικός, ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν. Ἠγωνίσθη.
α΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρικῶν τελετῶν καὶ διασκεδάσεων.Κάθε μέρα γλεντούσανε μέσα στὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εχανε τὰ ἱπποδρόμια καὶ τὰ θέατρα καὶ τοὺς φαύλους χορούς. Ἦταν ἐναντίον τῶν θεάτρων. Κανείς ἄλλος ἱεροκήρυκας δὲν ἐπολέμησε τὰ θέατρα, δὲν ἐπολέμησε τὰ ἱπποδρόμια καὶ τοὺς χοροὺς ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
β΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν πλουσίων. Ἦσαν πλούσιοι ποὺ εἶχαν κρεβάτια φτειαγμένα ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀσήμι. Φρικτὴ ἡ κατάστασις. Ἀναστέναζε ὁ Χρυσόστομος. Ἔλεγε στοὺς πλουσίους· Ὅποιος δὲν βοηθάει τὸ φτωχό, κλέβει τὸ Θεό· εἶνε ἱερόσυλος.
γ΄. Ἐναντίον τῆς πολυτελείας. Ἦταν κάτι κυρίες, ποὺ ἦταν μέσα στὰ ἀνάκτορα καὶ κάθε μέρα φοροῦσαν καινούργιες ἐνδυμασίες. Μέσα στὰ μεταξωτὰ καὶ στὰ χρυσᾶ.
δ΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου. Τί ἦταν ὁ Εὐτρόπιος; Ἀξία μηδέν. Κι αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε καμμιά προσωπικὴ ἀξία, ἕνα πρωΐ, πρωθυπουργὸς τῆς χώρας! Τρίβανε τὰ μάτια τους ὁ κόσμος ὅλος. Πῶς ἔγινε; Ὁ λαὸς δὲν τὸν ἐξέλεξε, ἀπὸ τὶς κάλπες δὲν βγῆκε. Τί συνέβη; Ἦταν ὁ εὐνοούμενος τῆς αἰσχρᾶς καὶ ἀνηθίκου βασιλίσσης Εὐδοξίας. Αὐτὴ τὸν ἐξέλεξε καὶ τὸν ἔθεσε πρωθυπουργό. Ποιός τολμοῦσε νὰ διαμαρτυρηθῇ; Ἡ ἀστυνομία δική του, ὁ στρατὸς δικός του, τὰ πάντα δικά του. Τύπος δὲν ὑπῆρχε. Ἕνας μόνον ὑπῆρχε, ἀρκοῦσε αὐτός.
Μόλις ἔγινε ὕπατος, πρωθυπουργός, ἀνέπτυξε μιὰ δραστηριότητα ἁρπαγῆς καὶ πλεονεξίας. Δὲν ἄφησε σπιτάκι χήρας καὶ ὀρφανοῦ. Τὸ ὑπόγειό του ἦταν γεμᾶτο χρυσάφι. Τοῦ φώναξε ὁ Χρυσόστομος· Ὁ δρόμος ποὺ πῆρες εἶνε καταστρεπτικός… Τίποτε αὐτός. Εἶχε μεθύσει. Δὲν μεθάει ὁ ἄνθρωπος μόνον ἀπὸ κρασί· αὐτὸ εἶνε τὸ ὀλιγώτερο. Μεθάει ἀπὸ τρία πράγματα ὁ ἄνθρωπος· «Οὐαὶ οἱ μεθύοντες ἄνευ οίνου». Μεθάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ χρῆμα, μεθάει ἀπὸ τὰς ἡδονὰς καὶ διασκεδάσεις, μεθάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ δόξα. Μεθύσια τρομερά, ἐγκληματικὰ μεθύσια. Ὁ ἄλλος ξεμεθάει, αὐτοὶ δὲν ξεμεθᾶνε. Εἶχε μεθύσει ὁ Εὐτρόπιος ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀπὸ τὰς ἡδονάς, ἀπὸ τὴ δόξα. Ἐπάνω στὴ δόξα του καὶ τὴν ἀκμή του τίποτε δὲν ὑπολόγιζε.
Ἦταν ἕνα ἱερὸ ἔθιμο, ποὺ τὸ ἐνέκρινεν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Καὶ ἔλεγε τὸ ἔθιμο αὐτό, ὁ νόμος αὐτός· Ὅποιος καταδιώκεται ἀπὸ τὴν ἀστυνομία καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προφθάσῃ καὶ μπῇ μέσα σὲ ἐκκλησία, δὲν ἔχει δικαίωμα κανείς νὰ τὸν πειράξῃ. Ὅλη ἡ ἐξουσία σταματᾷ. Τὸ ἄσυλο τῶν ἐκκλησιῶν. Εἶχε διαφόρους ἐχθροὺς ὁ Εὐτρόπιος. Τοὺς κυνηγοῦσε καὶ πήγαιναν ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Πῆγε τότε στὸ Χρυσόστομο καὶ τοῦ λέγει· ―Θὰ μοῦ κάνῃς μιὰ χάρι· θὰ μοῦ καταργήσῃς τὸ ἄσυλο τῶν ἐκκλησιῶν, νά ᾿χω τὸ δικαίωμα νὰ μπαίνω μέσα σὰν γεράκι καὶ νὰ ἁρπάζω τὰ ὀρνίθια. ―Αὐτὸ δὲν γίνεται, τοῦ λέει. ―Θὰ σὲ ἐξορίσω. ―Κάνε ὅ,τι θέλεις· τὸ ἄσυλο [δὲν καταργεῖται\. Ἐφ᾿ ὅσον ἐγὼ εἶμαι πατέρας, θὰ στέκωμαι ἐκεῖ μπροστὰ νὰ ὑποστηρίζω τὰ παιδιά μου. Θὰ προτιμήσω νὰ πατήσουν ἐπάνω στὸ πτῶμα μου οἱ στρατιῶτες σου καὶ οἱ ἀστυνομικοί σου, παρὰ νὰ παραδώσω τὰ παιδιά μου.
Μιὰ μέρα ἐκήρυττε ὁ Χρυσόστομος στὸ ναό. Βοὴ μεγάλη [ἀκούστηκε\, θόρυβος, κόσμος, ὀχλοβοή, κυνηγητό… Σταματάει τὸ κήρυγμα ὁ Χρυσόστομος. Τί νὰ δῇ; Τρέχει κάποιος ἱδρωμένος, ἐλεεινός, τρισάθλιος. Μπαίνει βιαστικά, πατάει τὸ κατώφλι τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἀγκαλιάζει τὶς κολῶνες. Ποιός ἦταν; Ἦταν ὁ Εὐτρόπιος, ὁ ὕπατος, ὁ πρωθυπουργὸς ὁ διος. Αὐτός, ποὺ ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὸ ἄσυλον, ἔγινε κίνημα καὶ τὸν κατέβασαν ἄλλοι στρατηγοὶ ἀπὸ τὸ θρόνο· καὶ γιὰ νὰ σωθῇ, νὰ μὴ τὸν πιάσουνε, ἔτρεξε καὶ μπῆκε στὸ ναὸ γῆς Ἁγίας Σοφίας. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Χρυσόστομος, ἔκανε τὸ σταυρό του. Ἀπ᾿ ἔξω ὄχλος πολὺς φώναζε· Νὰ μᾶς τὸν δώσῃς, νὰ τὸν κάνουμε χίλια κομμάτια. Μᾶς κατέστρεψε, μᾶς διέλυσε… Τοῦ Εὐτροπίου ἔτρεμαν τὰ σαγόνια του.
Ἀνέβηκε τότε ὁ Χρυσόστομος ἐπάνω στὸν ἄμβωνα καὶ ἐξεφώνησε τὸν περίφημον, τὸν ἀριστουργηματικόν, λόγον Εἰς πρὸς Εὐτρόπιον. Εἶπε τότε· «“Ματαιότης ματαιοτήτων…” (Ἐκκλ. 1,2). Ἐλᾶτε, πλούσιοι, ἐλᾶτε βασιλιᾶδες, ἐλᾶτε νὰ δῆτε αὐτόν· ποῦ ἦταν χθές, ποῦ ἦταν πρὸ μιᾶς ὥρας, καὶ ποῦ εὑρίσκεται τώρα…».
Δὲν τοὺς τὸν παρέδωσε.
ε΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου, τοῦ εὐνοουμένου τῆς αὐτοκρατείρας Εὐδοξίας, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε ἀκόμη καὶ μὲ τὴν αὐτοκράτειρα. Καὶ στὴν πάλη τοῦ ἁγίου ἀνδρὸς καὶ αὐτοκρατείρας ἐνίκησε ἡ γυναίκα, νίκην αἰσχρὰν διὰ τὸ γυναικεῖον γένος. Ἡ αὐτοκράτειρα ἦταν μία ἀγράμματος καὶ ἀστοιχείωτος καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Βυζαντίου. Ἀλλὰ εἶχε ἕνα μεγάλο προσόν, ποὺ εἶνε τὸ δόλωμα τῶν ἀνοήτων· εἶχε τὸ προσὸν τῆς ὡραιότητος. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὴν ὡραιότητα ἐκρύπτετο ὅλη ἡ ἄβυσσος καὶ ὅλη ἡ κόλασις. Κατώρθωσε νὰ κάνῃ παιχνίδι τὸν Ἀρκάδιον· τὸν ἔπαιζε ὅπως ἤθελε. Ἀνέβαζε καὶ κατέβαζε τοὺς πάντας. Καὶ νόμισε, ὅτι θὰ παίξῃ καὶ τὸν Χρυσόστομον. Τί συνέβη· οἱ κυρίες τῶν τιμῶν κολάκευαν τὴ βασίλισσα καὶ λέγανε· Τέτοια βασίλισσα, τόσο ὡραία, τέτοια καλλονὴ δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο. Εἶνε κρῖμα. Πρέπει νὰ σοῦ φτειάξουμε τὸ ἄγαλμα… Κάνανε ἔρανο, μαζέψανε ὅλο τὸ ἀσήμι, τὸ χύσανε, καὶ φτειάξανε ἕνα ἄγαλμα τῆς βασιλίσσης. Καὶ τὸ στήσανε ὄχι στὴν πλατεῖα ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία. Καὶ ὡρίσανε ἡμέρα νὰ μαζευτοῦν καὶ νὰ κάνουν τελετή. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Χρυσόστομος ἐξηγέρθη. Ἀφώρισε τοὺς διοργανωτὰς τῆς τελετῆς, ὑπάτους καὶ στρατηγούς, ὡς βεβηλοῦντας τὸ ἱερόν, καὶ ἠπείλησε ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος δὲν σηκώσῃ τὸ ἄγαλμα, τὸ βδέλυγμα ἐρημώσεως, θὰ σηκώσῃ ἐπανάστασι. Ὅταν μάθανε στὰ ἀνάκτορα ὅτι δὲν ἀστειεύεται, ἐταράχθησαν. Σύσκεψις ἔκτακτος. Τότε ἄρχισε ὁ μακρὸς ἐκεῖνος ἀγών· καὶ ὄργανα τοῦ ἀγῶνος ἦσαν καὶ ἐπίσκοποι ἀνάξιοι. Δύο φορὲς ἐξωρίσθη. Τὴ δεύτερη φορὰ ἔγινε σεισμὸς μέγας, ποὺ συνεκλόνισε τὰ πάντα ὅταν ἔφευγε. Ἔφυγε, προχώρησε στὰ βαθειά, πέρα μέχρι τὴν Ἀρμενία. Κατάκοπος, ἐξηντλημένος, πονεμένος, διωγμένος ὁ μέγας μάρτυς τοῦ καθήκοντος, ὁ βασιλεὺς τῶν ἱεροκηρύκων, ποὺ ἰσάξιον δὲν ἐγνώρισαν οἱ αἰῶνες, ἐπὶ τέλους ἕνα βράδι, [τὴν ὥρα\ ποὺ ἐβασίλευε ὁ ἥλιος, σ᾿ ἕνα μικρὸ χωριὸ ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, στὰ Κόμανα τῆς Ἀρμενίας, ξάπλωσε μέσα στὸ ναΐσκο νὰ κοιμηθῇ. Τὴ νύχτα εἶδε ὅραμα. Παρουσιάστηκε ὁ ἅγιος Βασιλίσκος καὶ τοῦ εἶπε· «Ἀδελφὲ Ἰωάννη, θάρσει. Αὔριον θὰ εμεθα μαζί. Ἀπόψε μόνο εἶσαι κάτω στὴ Γῆ». Ὅλη τὴ νύχτα εἶχε ἀγωνία. Τὸ πρωῒ σηκώθηκε, μοίρασε τὰ ῥοῦχα στοὺς στρατιώτας ποὺ τὸν συνώδευαν, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ τρεῖς φορὲς εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, καὶ μετὰ εἶπε κάτι λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Καὶ παρέδωκε τὴν ἁγίαν του ψυχήν. Ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἔπεσε πάνω στὸ καθῆκον.
α΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρικῶν τελετῶν καὶ διασκεδάσεων.Κάθε μέρα γλεντούσανε μέσα στὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εχανε τὰ ἱπποδρόμια καὶ τὰ θέατρα καὶ τοὺς φαύλους χορούς. Ἦταν ἐναντίον τῶν θεάτρων. Κανείς ἄλλος ἱεροκήρυκας δὲν ἐπολέμησε τὰ θέατρα, δὲν ἐπολέμησε τὰ ἱπποδρόμια καὶ τοὺς χοροὺς ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
β΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν πλουσίων. Ἦσαν πλούσιοι ποὺ εἶχαν κρεβάτια φτειαγμένα ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀσήμι. Φρικτὴ ἡ κατάστασις. Ἀναστέναζε ὁ Χρυσόστομος. Ἔλεγε στοὺς πλουσίους· Ὅποιος δὲν βοηθάει τὸ φτωχό, κλέβει τὸ Θεό· εἶνε ἱερόσυλος.
γ΄. Ἐναντίον τῆς πολυτελείας. Ἦταν κάτι κυρίες, ποὺ ἦταν μέσα στὰ ἀνάκτορα καὶ κάθε μέρα φοροῦσαν καινούργιες ἐνδυμασίες. Μέσα στὰ μεταξωτὰ καὶ στὰ χρυσᾶ.
δ΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου. Τί ἦταν ὁ Εὐτρόπιος; Ἀξία μηδέν. Κι αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε καμμιά προσωπικὴ ἀξία, ἕνα πρωΐ, πρωθυπουργὸς τῆς χώρας! Τρίβανε τὰ μάτια τους ὁ κόσμος ὅλος. Πῶς ἔγινε; Ὁ λαὸς δὲν τὸν ἐξέλεξε, ἀπὸ τὶς κάλπες δὲν βγῆκε. Τί συνέβη; Ἦταν ὁ εὐνοούμενος τῆς αἰσχρᾶς καὶ ἀνηθίκου βασιλίσσης Εὐδοξίας. Αὐτὴ τὸν ἐξέλεξε καὶ τὸν ἔθεσε πρωθυπουργό. Ποιός τολμοῦσε νὰ διαμαρτυρηθῇ; Ἡ ἀστυνομία δική του, ὁ στρατὸς δικός του, τὰ πάντα δικά του. Τύπος δὲν ὑπῆρχε. Ἕνας μόνον ὑπῆρχε, ἀρκοῦσε αὐτός.
Μόλις ἔγινε ὕπατος, πρωθυπουργός, ἀνέπτυξε μιὰ δραστηριότητα ἁρπαγῆς καὶ πλεονεξίας. Δὲν ἄφησε σπιτάκι χήρας καὶ ὀρφανοῦ. Τὸ ὑπόγειό του ἦταν γεμᾶτο χρυσάφι. Τοῦ φώναξε ὁ Χρυσόστομος· Ὁ δρόμος ποὺ πῆρες εἶνε καταστρεπτικός… Τίποτε αὐτός. Εἶχε μεθύσει. Δὲν μεθάει ὁ ἄνθρωπος μόνον ἀπὸ κρασί· αὐτὸ εἶνε τὸ ὀλιγώτερο. Μεθάει ἀπὸ τρία πράγματα ὁ ἄνθρωπος· «Οὐαὶ οἱ μεθύοντες ἄνευ οίνου». Μεθάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ χρῆμα, μεθάει ἀπὸ τὰς ἡδονὰς καὶ διασκεδάσεις, μεθάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ δόξα. Μεθύσια τρομερά, ἐγκληματικὰ μεθύσια. Ὁ ἄλλος ξεμεθάει, αὐτοὶ δὲν ξεμεθᾶνε. Εἶχε μεθύσει ὁ Εὐτρόπιος ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀπὸ τὰς ἡδονάς, ἀπὸ τὴ δόξα. Ἐπάνω στὴ δόξα του καὶ τὴν ἀκμή του τίποτε δὲν ὑπολόγιζε.
Ἦταν ἕνα ἱερὸ ἔθιμο, ποὺ τὸ ἐνέκρινεν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Καὶ ἔλεγε τὸ ἔθιμο αὐτό, ὁ νόμος αὐτός· Ὅποιος καταδιώκεται ἀπὸ τὴν ἀστυνομία καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προφθάσῃ καὶ μπῇ μέσα σὲ ἐκκλησία, δὲν ἔχει δικαίωμα κανείς νὰ τὸν πειράξῃ. Ὅλη ἡ ἐξουσία σταματᾷ. Τὸ ἄσυλο τῶν ἐκκλησιῶν. Εἶχε διαφόρους ἐχθροὺς ὁ Εὐτρόπιος. Τοὺς κυνηγοῦσε καὶ πήγαιναν ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Πῆγε τότε στὸ Χρυσόστομο καὶ τοῦ λέγει· ―Θὰ μοῦ κάνῃς μιὰ χάρι· θὰ μοῦ καταργήσῃς τὸ ἄσυλο τῶν ἐκκλησιῶν, νά ᾿χω τὸ δικαίωμα νὰ μπαίνω μέσα σὰν γεράκι καὶ νὰ ἁρπάζω τὰ ὀρνίθια. ―Αὐτὸ δὲν γίνεται, τοῦ λέει. ―Θὰ σὲ ἐξορίσω. ―Κάνε ὅ,τι θέλεις· τὸ ἄσυλο [δὲν καταργεῖται\. Ἐφ᾿ ὅσον ἐγὼ εἶμαι πατέρας, θὰ στέκωμαι ἐκεῖ μπροστὰ νὰ ὑποστηρίζω τὰ παιδιά μου. Θὰ προτιμήσω νὰ πατήσουν ἐπάνω στὸ πτῶμα μου οἱ στρατιῶτες σου καὶ οἱ ἀστυνομικοί σου, παρὰ νὰ παραδώσω τὰ παιδιά μου.
Μιὰ μέρα ἐκήρυττε ὁ Χρυσόστομος στὸ ναό. Βοὴ μεγάλη [ἀκούστηκε\, θόρυβος, κόσμος, ὀχλοβοή, κυνηγητό… Σταματάει τὸ κήρυγμα ὁ Χρυσόστομος. Τί νὰ δῇ; Τρέχει κάποιος ἱδρωμένος, ἐλεεινός, τρισάθλιος. Μπαίνει βιαστικά, πατάει τὸ κατώφλι τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἀγκαλιάζει τὶς κολῶνες. Ποιός ἦταν; Ἦταν ὁ Εὐτρόπιος, ὁ ὕπατος, ὁ πρωθυπουργὸς ὁ διος. Αὐτός, ποὺ ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὸ ἄσυλον, ἔγινε κίνημα καὶ τὸν κατέβασαν ἄλλοι στρατηγοὶ ἀπὸ τὸ θρόνο· καὶ γιὰ νὰ σωθῇ, νὰ μὴ τὸν πιάσουνε, ἔτρεξε καὶ μπῆκε στὸ ναὸ γῆς Ἁγίας Σοφίας. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Χρυσόστομος, ἔκανε τὸ σταυρό του. Ἀπ᾿ ἔξω ὄχλος πολὺς φώναζε· Νὰ μᾶς τὸν δώσῃς, νὰ τὸν κάνουμε χίλια κομμάτια. Μᾶς κατέστρεψε, μᾶς διέλυσε… Τοῦ Εὐτροπίου ἔτρεμαν τὰ σαγόνια του.
Ἀνέβηκε τότε ὁ Χρυσόστομος ἐπάνω στὸν ἄμβωνα καὶ ἐξεφώνησε τὸν περίφημον, τὸν ἀριστουργηματικόν, λόγον Εἰς πρὸς Εὐτρόπιον. Εἶπε τότε· «“Ματαιότης ματαιοτήτων…” (Ἐκκλ. 1,2). Ἐλᾶτε, πλούσιοι, ἐλᾶτε βασιλιᾶδες, ἐλᾶτε νὰ δῆτε αὐτόν· ποῦ ἦταν χθές, ποῦ ἦταν πρὸ μιᾶς ὥρας, καὶ ποῦ εὑρίσκεται τώρα…».
Δὲν τοὺς τὸν παρέδωσε.
ε΄. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου, τοῦ εὐνοουμένου τῆς αὐτοκρατείρας Εὐδοξίας, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε ἀκόμη καὶ μὲ τὴν αὐτοκράτειρα. Καὶ στὴν πάλη τοῦ ἁγίου ἀνδρὸς καὶ αὐτοκρατείρας ἐνίκησε ἡ γυναίκα, νίκην αἰσχρὰν διὰ τὸ γυναικεῖον γένος. Ἡ αὐτοκράτειρα ἦταν μία ἀγράμματος καὶ ἀστοιχείωτος καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Βυζαντίου. Ἀλλὰ εἶχε ἕνα μεγάλο προσόν, ποὺ εἶνε τὸ δόλωμα τῶν ἀνοήτων· εἶχε τὸ προσὸν τῆς ὡραιότητος. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὴν ὡραιότητα ἐκρύπτετο ὅλη ἡ ἄβυσσος καὶ ὅλη ἡ κόλασις. Κατώρθωσε νὰ κάνῃ παιχνίδι τὸν Ἀρκάδιον· τὸν ἔπαιζε ὅπως ἤθελε. Ἀνέβαζε καὶ κατέβαζε τοὺς πάντας. Καὶ νόμισε, ὅτι θὰ παίξῃ καὶ τὸν Χρυσόστομον. Τί συνέβη· οἱ κυρίες τῶν τιμῶν κολάκευαν τὴ βασίλισσα καὶ λέγανε· Τέτοια βασίλισσα, τόσο ὡραία, τέτοια καλλονὴ δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο. Εἶνε κρῖμα. Πρέπει νὰ σοῦ φτειάξουμε τὸ ἄγαλμα… Κάνανε ἔρανο, μαζέψανε ὅλο τὸ ἀσήμι, τὸ χύσανε, καὶ φτειάξανε ἕνα ἄγαλμα τῆς βασιλίσσης. Καὶ τὸ στήσανε ὄχι στὴν πλατεῖα ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία. Καὶ ὡρίσανε ἡμέρα νὰ μαζευτοῦν καὶ νὰ κάνουν τελετή. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Χρυσόστομος ἐξηγέρθη. Ἀφώρισε τοὺς διοργανωτὰς τῆς τελετῆς, ὑπάτους καὶ στρατηγούς, ὡς βεβηλοῦντας τὸ ἱερόν, καὶ ἠπείλησε ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος δὲν σηκώσῃ τὸ ἄγαλμα, τὸ βδέλυγμα ἐρημώσεως, θὰ σηκώσῃ ἐπανάστασι. Ὅταν μάθανε στὰ ἀνάκτορα ὅτι δὲν ἀστειεύεται, ἐταράχθησαν. Σύσκεψις ἔκτακτος. Τότε ἄρχισε ὁ μακρὸς ἐκεῖνος ἀγών· καὶ ὄργανα τοῦ ἀγῶνος ἦσαν καὶ ἐπίσκοποι ἀνάξιοι. Δύο φορὲς ἐξωρίσθη. Τὴ δεύτερη φορὰ ἔγινε σεισμὸς μέγας, ποὺ συνεκλόνισε τὰ πάντα ὅταν ἔφευγε. Ἔφυγε, προχώρησε στὰ βαθειά, πέρα μέχρι τὴν Ἀρμενία. Κατάκοπος, ἐξηντλημένος, πονεμένος, διωγμένος ὁ μέγας μάρτυς τοῦ καθήκοντος, ὁ βασιλεὺς τῶν ἱεροκηρύκων, ποὺ ἰσάξιον δὲν ἐγνώρισαν οἱ αἰῶνες, ἐπὶ τέλους ἕνα βράδι, [τὴν ὥρα\ ποὺ ἐβασίλευε ὁ ἥλιος, σ᾿ ἕνα μικρὸ χωριὸ ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, στὰ Κόμανα τῆς Ἀρμενίας, ξάπλωσε μέσα στὸ ναΐσκο νὰ κοιμηθῇ. Τὴ νύχτα εἶδε ὅραμα. Παρουσιάστηκε ὁ ἅγιος Βασιλίσκος καὶ τοῦ εἶπε· «Ἀδελφὲ Ἰωάννη, θάρσει. Αὔριον θὰ εμεθα μαζί. Ἀπόψε μόνο εἶσαι κάτω στὴ Γῆ». Ὅλη τὴ νύχτα εἶχε ἀγωνία. Τὸ πρωῒ σηκώθηκε, μοίρασε τὰ ῥοῦχα στοὺς στρατιώτας ποὺ τὸν συνώδευαν, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ τρεῖς φορὲς εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, καὶ μετὰ εἶπε κάτι λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Καὶ παρέδωκε τὴν ἁγίαν του ψυχήν. Ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἔπεσε πάνω στὸ καθῆκον.
* * *
Ἀγαπητοί! Μιὰ σταχυολογία, κάτι ἐλάχιστα, εἶπα ἀπὸ τὴν ἀγωνιστικὴν ζωὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Καὶ τὸ ἔκανα ὑπείκων εἰς τὸν ἀπόστολον Παῦλον, λέγοντα· «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Ἑβρ. 13,7). Πρέπει νὰ τοὺς θυμούμεθα, πρέπει νὰ ἀναπολοῦμε τὴ ζωή τους, πρέπει νὰ μιμούμεθα τὸν βίον τους. Καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἀντεστάθησαν στὴν ἐποχήν τους. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἀντισταθοῦμε στὴν ἐποχή μας.
Ἀγαπητοὶ μου! Ἐδῶ στὴ γῆ ποὺ εὑρισκόμεθα, στὴ φλούδα αὐτὴ τῆς γῆς, δὲν μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς νὰ ζήσωμεν λίγα χρόνια καὶ νὰ κάνωμεν τὰ κέφια τοῦ διαβόλου. Δὲν μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς ἐδῶ στὸν κόσμο νὰ κάνωμε τὰ κέφια τῆς σάρκας, τῶν ἐπιθυμιῶν μας. Μᾶς ἔφερε νὰ κάνωμε τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Λέμε στὴν προσευχήν μας· «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου…» (Ματθ. 6,10). «Τὸ θέλημά σου»· ὄχι τὸ θέλημα τοῦ ἄλφα, βῆτα, καὶ γάμμα· «τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Πρέπει πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ συνεπῶς, ὅταν παρουσιάζεται περίπτωσις ποὺ τὸ θέλημα τοῦ κόσμου, τὸ θέλημα τῆς σάρκας, τὸ θέλημα τῆς γειτονιᾶς εἶνε ἀντίθετο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡμεῖς νὰ ἐκλέξωμεν ἀσυζητητὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Περιπτώσεις:
Ἀγαπητοὶ μου! Ἐδῶ στὴ γῆ ποὺ εὑρισκόμεθα, στὴ φλούδα αὐτὴ τῆς γῆς, δὲν μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς νὰ ζήσωμεν λίγα χρόνια καὶ νὰ κάνωμεν τὰ κέφια τοῦ διαβόλου. Δὲν μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς ἐδῶ στὸν κόσμο νὰ κάνωμε τὰ κέφια τῆς σάρκας, τῶν ἐπιθυμιῶν μας. Μᾶς ἔφερε νὰ κάνωμε τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Λέμε στὴν προσευχήν μας· «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου…» (Ματθ. 6,10). «Τὸ θέλημά σου»· ὄχι τὸ θέλημα τοῦ ἄλφα, βῆτα, καὶ γάμμα· «τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Πρέπει πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ συνεπῶς, ὅταν παρουσιάζεται περίπτωσις ποὺ τὸ θέλημα τοῦ κόσμου, τὸ θέλημα τῆς σάρκας, τὸ θέλημα τῆς γειτονιᾶς εἶνε ἀντίθετο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡμεῖς νὰ ἐκλέξωμεν ἀσυζητητὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Περιπτώσεις:
α΄. Μυστήριον μέγα ὁ γάμος. Ἡ γυναίκα πρέπει νὰ ὑπακούῃ στὸν ἄνδρα μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου σημείου. Ἐὰν ὁ ἄνδρας δώσῃ διαταγὴ νὰ μὴ πατάῃ στὴν ἐκκλησία, νὰ μὴ κάνῃ τὴν προσευχή της, νὰ μὴν ἐξομολογῆται, νὰ μὴ πηγαίνῃ σὲ θρησκευτικὲς συγκεντρώσεις· ἐὰν ―ἀκόμη χειρότερα― ὁ ἄνδρας ζητήσῃ πράγματα ἀντίθετα πρὸς τὸ σαφὲς θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ γυναίκα ἔχει δυὸ ἀγάπες μπροστά της· τὴν ἀγάπη τοῦ ἄνδρα, καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τί θὰ διαλέξῃ; Νῦν κρίσις γυναικός ἐστι, νῦν κρίσις τοῦ γάμου. Θὰ προτιμήσῃ τὴν ἀγάπη τοῦ ἄνδρα; ἔπαυσε νὰ εἶνε Χριστιανή. Θὰ προτιμήσῃ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; χίλια στεφάνια πλέκουν οἱ ἄγγελοι. Νὰ πῇ στὸν ἄνδρα· Σύζυγε, σὲ πῆρα νὰ σ᾿ ἔχω σύντροφο στὴ ζωὴ· δὲν σὲ πῆρα νὰ μὲ κολάσῃς. Ἀλλὰ λένε· Ἂν δὲν κάνῃς τὰ θελήματα τοῦ ἀνδρός, φεύγει. Φεύγει; σὺ νὰ μὴ γίνεσαι αἰτία. Ἔφυγε; ὥρα καλή του. Προτιμότερο χωρισμένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα, παρὰ χωρισμένη ἀπὸ τὸ Θεό. Ἔχει μύρια μέσα καὶ τέχνες ἡ γυναίκα νὰ ὑποτάξῃ τὸν ἄνδρα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ μπορέση; ἂς φύγῃ.
β΄. Ἂν πάλι ὁ ἄνδρας βρεθῇ σὲ μιὰ γυναῖκα ποὺ ἔχει ἀξιώσεις ἐντελῶς ἀντιχριστιανικές, δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ὅλας τὰς ἐπιθυμίας τῆς γυναικὸς ποὺ ἀντιστρατεύονται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς γυναικός, νὰ κρατήσῃ τὴν κυριαρχίαν μέσα στὸ σπίτι.
γ΄. Εἶσαι παιδί; ὑπακοὴ στοὺς γονεῖς. Ἐὰν ὅμως βρεθοῦν γονεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ συμβουλεύσουν πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, τότε τὸ παιδὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπακούσῃ στοὺς γονεῖς. Εἶνε ἐλεύθερον πλέον νὰ χαράξῃ τὴν γραμμήν του, τὴ γραμμὴ τοῦ καθήκοντος, τὴν γραμμὴν τῆς ἀρετῆς, τὴν γραμμὴν τῆς πίστεως, καὶ ν’ ἀντισταθῇ στὸ θέλημα τοῦ πατρός.
δ΄. Εἶσαι στρατιώτης; ὑπακοὴ στὴν πατρίδα, ὑπακοὴ στοὺς ἀξιωματικοὺς μέχρι ἑνὸς σημείου. Βλασφήμησε μπροστά σου ὁ ἀξιωματικὸς τὰ θεῖα καὶ τὰ ἱερά; νὰ ἀντισταθῇς σ’ αὐτὸν τὸν διο· καὶ νά ᾿χῃς τὸ θάρρος νὰ πῇς, ὅτι ἐδῶ μέσα στὸ στρατὸ δὲν ἦρθα νὰ σταυρώνωμεν τὸ Χριστό, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπίζωμεν τὴν πίστιν καὶ τὴν ἠθικήν.
ε΄. Εἶσαι ὑπάλληλος; ὑπακοὴ μέχρις ἑνὸς σημείου. Θὰ ἀντισταθῇς στὸν προϊστάμενό σου, ἂν ζητήσῃ πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ.
Χριστιανοί μου! Τελειώνω μὲ ἕνα παράδειγμα. Βρέθηκα μιὰ μέρα κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἁλιάκμονα ἔξω ἀπὸ τὴν Κοζάνη, ποὺ ἔχει τὶς πηγές του ψηλὰ στὰ βουνὰ τῆς Σαμαρίνας. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνας ψαρᾶς ψάρευε. Σὲ μιὰ στιγμὴ μοῦ λέγει· ―Μπορεῖς νὰ διακρίνῃς τὰ ζωντανὰ ψάρια ἀπὸ τὰ ψόφια; Λέγω· ―Νὰ τὰ δῶ πρῶτα. ―Ὄχι, λέει, ἔτσι. Ἐγὼ ἀπὸ μακριὰ τὰ καταλαβαίνω. Καὶ συνέχισε· Τὰ ψόφια ψάρια τὰ παίρνει τὸ ῥεῦμα καὶ τὰ πετάει κάτω στὴ Θεσσαλονίκη, κάτω στὸν κόλπο. Τὰ ζωντανὰ τὰ ψάρια, ὅσο ὁρμητικὸ νὰ εἶνε τὸ ῥεῦμα, δὲν πᾶνε πρὸς τὰ κάτω. Πᾶνε κόντρα στὸ ῥεῦμα, ἀντίθετα στὸ ῥεῦμα. Πηδᾶνε βράχια, καταρράχτες, κάνουν ἅλματα μεγάλα καὶ φθάνουν μέχρι τὴ Σαμαρίνα, τὴν Πίνδο. Τὰ ψόφια ψάρια δὲν ἔχουν δύναμι· τὰ παρασύρει τὸ ῥεῦμα.
Τί είμεθα, ἀγαπητοὶ μου, νεκροὶ ἢ ζωντανοὶ Χριστιανοί; Ἂν νεκροί, θὰ μᾶς παρασύρῃ τὸ ῥεῦμα τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ μᾶς ῥίψῃ μέσα στὴν ἄβυσσο. Ἂν ὅμως ζωντανοί, δὲν θὰ μᾶς παρασύρῃ τὸ ῥεῦμα τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ ὑλισμοῦ κ.λπ., ἀλλὰ θὰ πᾶμε κόντρα. Κόντρα μὲ ὅλα τὰ ῥεύματα. Κόντρα καὶ πάλι κόντρα. Ἀντίστασι στὰ ῥεύματα τῆς ἐποχῆς. Οἱ δὲ Τρεῖς Ἱεράρχαι, τὰ πρότυπα τῶν ἀγωνιστῶν, εθε νὰ μᾶς εὐλογοῦν στὸν ἀγῶνα μας αὐτόν. Ἀμήν.
β΄. Ἂν πάλι ὁ ἄνδρας βρεθῇ σὲ μιὰ γυναῖκα ποὺ ἔχει ἀξιώσεις ἐντελῶς ἀντιχριστιανικές, δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ὅλας τὰς ἐπιθυμίας τῆς γυναικὸς ποὺ ἀντιστρατεύονται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς γυναικός, νὰ κρατήσῃ τὴν κυριαρχίαν μέσα στὸ σπίτι.
γ΄. Εἶσαι παιδί; ὑπακοὴ στοὺς γονεῖς. Ἐὰν ὅμως βρεθοῦν γονεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ συμβουλεύσουν πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, τότε τὸ παιδὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπακούσῃ στοὺς γονεῖς. Εἶνε ἐλεύθερον πλέον νὰ χαράξῃ τὴν γραμμήν του, τὴ γραμμὴ τοῦ καθήκοντος, τὴν γραμμὴν τῆς ἀρετῆς, τὴν γραμμὴν τῆς πίστεως, καὶ ν’ ἀντισταθῇ στὸ θέλημα τοῦ πατρός.
δ΄. Εἶσαι στρατιώτης; ὑπακοὴ στὴν πατρίδα, ὑπακοὴ στοὺς ἀξιωματικοὺς μέχρι ἑνὸς σημείου. Βλασφήμησε μπροστά σου ὁ ἀξιωματικὸς τὰ θεῖα καὶ τὰ ἱερά; νὰ ἀντισταθῇς σ’ αὐτὸν τὸν διο· καὶ νά ᾿χῃς τὸ θάρρος νὰ πῇς, ὅτι ἐδῶ μέσα στὸ στρατὸ δὲν ἦρθα νὰ σταυρώνωμεν τὸ Χριστό, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπίζωμεν τὴν πίστιν καὶ τὴν ἠθικήν.
ε΄. Εἶσαι ὑπάλληλος; ὑπακοὴ μέχρις ἑνὸς σημείου. Θὰ ἀντισταθῇς στὸν προϊστάμενό σου, ἂν ζητήσῃ πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ.
Χριστιανοί μου! Τελειώνω μὲ ἕνα παράδειγμα. Βρέθηκα μιὰ μέρα κοντὰ στὸν ποταμὸ Ἁλιάκμονα ἔξω ἀπὸ τὴν Κοζάνη, ποὺ ἔχει τὶς πηγές του ψηλὰ στὰ βουνὰ τῆς Σαμαρίνας. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνας ψαρᾶς ψάρευε. Σὲ μιὰ στιγμὴ μοῦ λέγει· ―Μπορεῖς νὰ διακρίνῃς τὰ ζωντανὰ ψάρια ἀπὸ τὰ ψόφια; Λέγω· ―Νὰ τὰ δῶ πρῶτα. ―Ὄχι, λέει, ἔτσι. Ἐγὼ ἀπὸ μακριὰ τὰ καταλαβαίνω. Καὶ συνέχισε· Τὰ ψόφια ψάρια τὰ παίρνει τὸ ῥεῦμα καὶ τὰ πετάει κάτω στὴ Θεσσαλονίκη, κάτω στὸν κόλπο. Τὰ ζωντανὰ τὰ ψάρια, ὅσο ὁρμητικὸ νὰ εἶνε τὸ ῥεῦμα, δὲν πᾶνε πρὸς τὰ κάτω. Πᾶνε κόντρα στὸ ῥεῦμα, ἀντίθετα στὸ ῥεῦμα. Πηδᾶνε βράχια, καταρράχτες, κάνουν ἅλματα μεγάλα καὶ φθάνουν μέχρι τὴ Σαμαρίνα, τὴν Πίνδο. Τὰ ψόφια ψάρια δὲν ἔχουν δύναμι· τὰ παρασύρει τὸ ῥεῦμα.
Τί είμεθα, ἀγαπητοὶ μου, νεκροὶ ἢ ζωντανοὶ Χριστιανοί; Ἂν νεκροί, θὰ μᾶς παρασύρῃ τὸ ῥεῦμα τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ μᾶς ῥίψῃ μέσα στὴν ἄβυσσο. Ἂν ὅμως ζωντανοί, δὲν θὰ μᾶς παρασύρῃ τὸ ῥεῦμα τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ ὑλισμοῦ κ.λπ., ἀλλὰ θὰ πᾶμε κόντρα. Κόντρα μὲ ὅλα τὰ ῥεύματα. Κόντρα καὶ πάλι κόντρα. Ἀντίστασι στὰ ῥεύματα τῆς ἐποχῆς. Οἱ δὲ Τρεῖς Ἱεράρχαι, τὰ πρότυπα τῶν ἀγωνιστῶν, εθε νὰ μᾶς εὐλογοῦν στὸν ἀγῶνα μας αὐτόν. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης στην αίθουσα των «Tριών Iεραρχών» Aθηνών προ του 1967)
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης στην αίθουσα των «Tριών Iεραρχών» Aθηνών προ του 1967)
ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΕΝ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ...
ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΕΝ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ.
Ο ΣΕΒ. ΥΔΡΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΟΡΤΑΣΕΙ, ΤΕΛΙΚΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, ΜΕ ΛΙΓΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ, ΣΕ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΟΥ.
Ο ΣΕΒ. ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΟΡΤΑΣΕΙ!
ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ -ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΑΦΙΑ- ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ.
ΤΟ ΠΙΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ!
ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΙΕΡΙΣΣΟΥ κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΣΕΒ. ΙΕΡΙΣΣΟΥ ΣΥΝΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΑΓΡΙΑ ΤΟΝ ΣΕΒ. ΣΥΡΟΥ ΣΤΑ ΠΟΛΥΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΣΕΒ. ΙΕΡΙΣΣΟΥ ΣΥΝΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΑΓΡΙΑ ΤΟΝ ΣΕΒ. ΣΥΡΟΥ ΣΤΑ ΠΟΛΥΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ.
«Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος!»

Οταν ἤμουν μαθητής εἶχα διαβάσει τήν ἑξῆς ἱστοριούλα.
Σ’ ἕνα ξερονήσι ὑπῆρχε ἕνας φάρος καί σ’ αὐτόν τόν φάρο φαροφύλακας ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πτωχός, οἰκογενειάρχης, πού ἔπαιρνε ἀσφαλῶς τό μισθουδάκι του, ἀλλά ψάρευε κιόλας καί τόν κόπο τῆς ἐργασίας του τόν μετέφερε ἐκεῖ, σ’ ἕνα κοντινό νησί. Πήγαινε τακτικά. Πολλές φορές, ὅμως, ἀργοῦσε νά ἐπιστρέψει. Καμιά φορά τό χρῆμα παρασέρνει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει νά παραστρατήσει. Πήγαινε κάθε τόσο σέ κάποιο καπηλειό κι ἐκεῖ ξόδευε τά χρήματά του. Ἡ γυναίκα καί τό μικρό του παιδί τόν περίμεναν στό σπίτι μέ ἀνησυχία πολλές φορές.
Ἡ γυναίκα ἦταν πιστή. Καί συχνά προσευχόταν μέ τόν γιό της καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά προστατεύει τόν σύζυγό της καί νά τόν σώσει ἀπό τό πάθος κι ἀπ’ τό ξεστράτισμά του αὐτό, ἀλλά χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα.
Ἦταν μιά χειμωνιάτικη νύχτα. Κι ἐκεῖνος ἄργησε νά ’ρθεῖ. Τό χιόνι ἔπεφτε πυκνό. Ἡ ἀνεμοθύελλα μαινόταν. Καί ἡ ἀνησυχία τῆς μάνας καί τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ἦταν μεγάλη. Ὁ πατέρας δέν φαινόταν. Ἔκαναν τήν προσευχή τους μάνα καί παιδί καί πῆγαν νά κοιμηθοῦν. Μά ἡ μάνα δέν ἔκλεισε μάτι. Οὔτε καί τό μικρό παιδί.
Ξέρετε ἐσεῖς τά δράματα τέτοιων οἰκογενειῶν πού οἱ ἄνδρες μεθοῦν καί χαρτοπαίζουν καί ξεστρατίζουν.
Ὅμως τό μικρό παιδί εἶχε μιά ἀγωνία. Κρυφά, χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ ἡ μάνα του, ἅρπαξε τό κλεφτοφάναρο τῆς θυέλλης, τόν φανό, τόν ἄναψε σιγά-σιγά καί κατηφόρισε πρός τό μονοπάτι ἐκεῖνο πού θά περνοῦσε ὁ πατέρας.
Προχώρησε καί ὑψώνοντας τό φανάρι φώναζε δυνατά:
– Πατέρα!… Πατέρα!… Ἔλα! Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος.
Νόμισε τό παιδάκι πώς ἀπό μακριά ἄκουσε τόν παφλασμό τῆς βάρκας καί σκέφτηκε πώς ὁ πατέρας του ἦταν κάπου ἐκεῖ κοντά.
Δέν ἔπεσε ἔξω. Μεθυσμένος καί ναρκωμένος ἀπ’ τό μεθύσι ὁ πατέρας σάν νά ξύπνησε. Σάν νά ἄκουσε τήν φωνή τοῦ παιδιοῦ του. Γύρισε τά κουπιά του καί στράφηκε πρός τό μέρος πού εἶδε τό φῶς καί ἄκουσε τήν φωνή. Προχώρησε. Ἔφθασε στήν ἄκρη, ἔδεσε τήν βάρκα καί τρεκλίζοντας ἄρχισε νά περπατάει. Τό χιόνι εἶχε κλείσει τό μονοπάτι. Κι ἐκεῖ πού προχωροῦσε, σκόνταψε πάνω σέ κάτι. Ἦταν τό νεκρό παιδί του, τό δικό του παιδί πού ἀπό τό κρύο καί τήν παγωνιά ἔπεσε λιπόθυμο καί ξεψύχησε.
Ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ τόν ξύπνησε ἀπό τό μεθύσι. Τό φορτώθηκε στίς πλάτες κι ἀνέβηκε στό σπίτι. Τίς τραγικές σκηνές πού ἐπακολούθησαν μπορεῖτε νά τίς ἀντιληφθεῖτε. Τραγικός ὁ πατέρας. Τραγική καί ἡ μάνα. Μπροστά στό νεκρό παιδί ὁ πατέρας ἔδωσε μιά ὑπόσχεση.
– Παιδί μου, εἶπε, ὁ θάνατός σου μοῦ ἄνοιξε τόν δρόμο. Ἀπό σήμερα καί πέρα δέν θά ξαναβάλω πιοτό στό στόμα καί οὔτε θά ξαναπάω στόν δρόμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό σήμερα καί πέρα θά γίνω ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Εἰλικρινῶς μετανόησε καί ἡ αἰτία τῆς μετανοίας του ἦταν ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ του.
Ἕνα περιστατικό πού δέν λέει καί πολλά πράγματα μπροστά στό μεγάλο, τό συγκλονιστικό γεγονός πού ἕνα ἄλλο φανάρι, ὄχι ἕνα παιδί ἀλλά ἕνας Θεάνθρωπος ἄναψε πάνω στόν Γολγοθᾶ καί φώναξε ἀπό τήν κορυφή στά πέρατα τοῦ κόσμου:
– Παιδιά μου! Ἄνθρωποι! Ἀδέλφια μου, ἐλᾶτε! Ἀπό δῶ εἶναι ὁ δρόμος.
Καί ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέδωσε τήν τελευταία Του πνοή καί μᾶς καλεῖ ὅλους στόν δρόμο τόν χριστιανικό. Ἑνωμένοι κάτω ἀπό τούς θόλους τῶν ἱερῶν μας ναῶν. Ἑνωμένοι μέ τήν πίστη. Ἑνωμένοι μέ τήν ἀγάπη. Ἑνωμένοι μέ τήν ἀπόφαση νά περπατήσουμε τόν δρόμο ἐκεῖνο πού χάραξε ὁ Χριστός. Γιατί Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».
Πηγή: (†) Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου, Ἡ Δύναμη τῆς καρδιᾶς, Ἐκδόσεις Ο.Χ.Α. ΛΥΔΙΑ.
Ἡ νύχτα τῶν Ἰμίων ἔφερε τήν νύχτα τῶν Μνημονίων
Γράφει ὁ Δρ. Kωνσταντῖνος Βαρδάκας
Τόσα χρόνια μετά ἀπό τήν τραγωδία τῶν Ἰμίων ποιός μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι γνωρίζει τήν πλήρη ἀλήθεια γιά τό τί συνέβη ἐκείνη τή μοιραία γιά τούς τρεῖς ἀξιωματικούς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καί γιά τή χώρα νύχτα; Πόσοι μποροῦν μέ βεβαιότητα νά ὑποστηρίξουν ὅτι ἔχουν ἀπόλυτα πειστεῖ ἀπό τήν ἀλήθεια ποῦ ἔχει παρουσιαστεῖ κατά καιρούς; Καί ὅμως πέρα ἀπό τά γεωπολιτικά, τίς γκρίζες ζῶνες καί τά ὑποθαλάσσια ἐνεργειακά κοιτάσματα τῆς περιοχῆς πού εἶναι μιά ἁπτή πραγματικότητα στίς ἡμέρες μᾶς ψηλαφᾶμε καί μία ἄλλη διάσταση πού δρομολογήθηκε ἐκείνη τήν κρίσιμη νύχτα καί ἔφερε μετέπειτα ἀνεξέλεγκτες καταστάσεις.
Δυστυχῶς ἐκείνη ἡ νύχτα δρομολόγησε τήν "μεγάλη νύχτα τῶν λαμογιῶν τῶν στρατιωτικῶν ἐξοπλισμών". Κάποιοι ἀποφάσισαν νά τρέξουν στό γκράν-πρί τῆς μίζας τῶν ἐξοπλισμῶν καί νά παίξουν κορῶνα γράμμα τήν ἀσφάλεια τῆς Ἑλλάδας σέ κρίσιμες ἐποχές. Ἡ ἐνίσχυση τῆς ἀποτρεπτικῆς ἱκανότητας τῆς χώρας θεωρεῖται εὔλογη ἀνάγκη καί μεγίστη προτεραιότητα. Ἐκεῖνες τίς στιγμές πού τό αἴσθημα τοῦ Ἕλληνα πληγώθηκε καί ὁ Ἐθνικός συναισθηματικός του χῶρος κατέρρευσε μέ τόν θάνατο τῶν τριῶν παλληκαριῶν τό βράδυ τῶν ΙΜΙΩΝ κάποιοι ξεκινοῦσαν τό marketing τῆς....
κούρσας τῶν ἐξοπλισμῶν τῆς μίζας.
Σοῦ λέει ὁ Ἕλληνας δέν εὐχαριστήθηκε "μέ τό εὐχαριστῶ πού εἴπαμε στούς Ἀμερικάνους" γί' αὐτό θά τόν "πνίξουμε" στά ἐξοπλιστικά προγράμματα γιά νά αἰσθάνεται ἀσφαλής! Γιά αὐτούς ἡ νύχτα τῶν ΙΜΙΩΝ καί ὁ Θάνατος τῶν Ἡρώων μᾶς ἦταν ἡ καλύτερή τους εὐκαιρία καί ἡ ἀπαρχή τοῦ ἄκρατου πλουτισμοῦ τους.
Ἀναρωτιοῦνται ἄν στά ΙΜΙΑ ὑπῆρξε προδοσία; Μά ἡ προδοσία φτάνει μέχρι τίς ἡμέρες μας. Ἄλλωστε τήν διαβάζουμε στήν καθημερινή εἰδησεογραφία. Δέν ἔχουν τελειωμό οἱ λίστες μίζας! Βρῆκαν κι ἄλλες οἱ ἀνακριτές.
Λίστα μέ ὕποπτα ἐμβάσματα πού ἀφοροῦν τήν περίοδο 2001 ἕως τό 2010 κατάσχεσαν οἱ ἀνακριτές τῆς ὑπόθεσης τῶν ἐξοπλιστικῶν προγραμμάτων σέ ἕφοδο πού ἔκαναν στό γραφεῖο προσωρινά κρατούμενου στήν ὑπόθεση. Σύμφωνα μέ πληροφορίες οἱ ἀνακριτές πού χειρίζονται τήν ὑπόθεση γιά τήν προμήθεια τῶν αὐτοκινούμενων πυροβόλων τοῦ στρατοῦ ἀπό γερμανική ἐταιρία, ἔχουν πλέον στήν διάθεσή τους λίστα πού βρέθηκε στό γραφεῖο ἤδη προφυλακισμένου κατηγορούμενου ἡ ὁποία περιέχει κινήσεις τραπεζικῶν λογαριασμῶν ἀπό τό 2001 ὡς τό 2010.
Ἀπό τά στοιχεῖα τῆς λίστας φαίνεται νά ἀποκαλύπτονται ἐμβάσματα πού πιθανότατα σχετίζονται μέ τήν διερευνώμενη ὑπόθεση καί φαίνεται νά ἔχουν σταλεῖ πρός ἄγνωστες ὡς σήμερα ἑταιρεῖες. Οἱ δικαστικοί λειτουργοί φέρονται ἤδη νά ἔχουν ξεκινήσει τίς διαδικασίες προκειμένου νά ἀξιολογήσουν τό σημαντικό ὑλικό πού κατέσχεσαν ἀλλά καί νά ἐντοπίσουν τά στοιχεῖα τῶν ἐπίμαχων ἑταιρειῶν. (http://www.onalert.gr/28.01.2014)
Σήμερα ἀποτυπώνεται τό ψηφιδωτό της προδοσίας μέ τίς διαδρομές τοῦ μαύρου χρήματος τῆς "ξεπλυμένης μίζας" μέσω ὑπεράκτιων ἑταιρειῶν. Σήμερα ὁ Λαός καλεῖται νά πληρώσει μέ τό ὑστέρημα τοῦ τά κλεμμένα τῶν πάσης φύσεως λαμογιῶν. Σήμερα τίθεται καί ἕνα κορυφαῖο ἐρώτημα γιατί περιμέναμε νά ἔρθει ἡ ὥρα τῶν μνημονίων γιά νά ἀνοίξουν οἱ ὄζουσες ὑποθέσεις τῶν ἐξοπλιστικῶν προγραμμάτων ὅπως καί ἄλλες; Οἱ ἀπαντήσεις δίνονται μέσα ἀπό τήν ὀδύνη τῶν ἡμερῶν πού βιώνουμε καί ποικίλουν.
Ἡ θεατρική αὐλαία τῶν δῆθεν ἀξιολογήσεων, τῶν δῆθεν συμβούλων , τῶν βαρέων ὑπογραφῶν πού ἔπεσαν ΑΝΟΙΞΕ καί φιγουράρουν πλέον τά καλοπληρωμένα ¨σαπάκια¨ πού ἀγοράσθηκαν ἀπό τόν ἀνυποψίαστο Ἕλληνα φορολογούμενο γιά νά ἐνισχύσουν τήν Ἀμυντική Θωράκιση τῆς χώρας! Εἶναι ἡ ἀπληστία τῶν πράξεων αὐτῶν μόνο κακούργημα; Ἤ ἡ διακινδύνευση τῆς Ἐθνικῆς Ἄμυνας ἀποτελεῖ Ἐσχάτη Προδοσία; Τήν στιγμή πού σέ ὅλα αὐτά τά χρόνια το ΑΙΓΑΙΟ ἔπαιρνε φωτιά ἀπό τήν θρασύτητα τῶν γειτόνων.
Ἡ νύχτα τῶν ΙΜΙΩΝ ἔφερε τήν νύχτα τῶν ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ. Μήπως ἡ νύκτα τῶν ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ φέρει ἄλλου εἴδους ΙΜΙΑ; Ὅτι καί νά φέρει τά κακά στήν πατρίδα μᾶς ἦρθαν βαθειά νύχτα δίχως ξαστεριά. Ὅμως νύχτα θά φύγουν μέ ξαστεριά γιά νά ξημερώσει στήν χώρα ΛΕΥΤΕΡΙΑ.
Ο καλός Σαμαρείτης (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

«Αυτός είναι ο αγαπημένος μου και ο πλησίον μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, λέει η νύμφη (Άσμα 5,16). Γιατί, αφού περιέγραψε σ’ αυτές όλα τα γνωρίσματα, με τα οποία ήταν δυνατό να φανερώσει αυτόν που επιθυμούσε, τότε χρησιμοποιεί τη δεικτική αντωνυμία, λέγοντας:Αυτός είναι εκείνος τον οποίο επιθυμώ. Αυτός, με το να γίνει, όταν γεννήθηκε για μας από την φυλή του Ιούδα (Εβραίους 7,14), έγινε ο πλησίον για εκείνον, ο οποίος περιέπεσε στους ληστές και του οποίου θεράπευσε τις πληγές με λάδι και κρασί και με επιδέσμους και τον έβαλε πάνω στο δικό του υποζύγιο και τον ανέπαυσε στο πανδοχείο. Και όταν έδωσε στον πανδοχέα τα δύο δηνάρια για την περιποίησή του, υποσχέθηκε να καταβάλει κατά την επιστροφή του και επί πλέον ποσό, για την εργασία που του ανέθεσε (Λουκάς 10, 30-35).
Είναι βέβαια φανερό σε τι αποβλέπει η κάθε μία από αυτές τις λεπτομέρειες. Γιατί ο νομικός που ρωτούσε πειραχτικά τον Κύριο και ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους και με υπερηφάνεια να αρνείται την ισοτιμία προς τους υπόλοιπους, λέγοντας·‘’Και ποιος είναι ο πλησίον μου;’’, έλαβε την κατάλληλη απάντηση (Λουκάς 10,25-29). Με την αφορμή αυτή ο Υιός και Λόγος του Θεού παρουσιάζει όλο το φιλάνθρωπο σχέδιο της σωτηρίας με μορφή διήγησης. Διηγείται δηλαδή την έκπτωση του ανθρώπου από τον παράδεισο, την ενέδρα των ληστών, την αφαίρεση του άφθαρτου ενδύματος, τα τραύματα που προκάλεσε η αμαρτία, και την επέκταση του θανάτου μέχρι το μισό της ανθρώπινης φύσης, δεδομένου ότι η ψυχή παρέμεινε αθάνατη. Διηγείται ακόμη ο Κύριος ότιτο πέρασμα του Νόμου με τα πρόσωπα του ιερέα και του Λευίτη μπροστά από τον πληγωμένο από τους ληστές, ήταν ανώφελο, επειδή δεν θεράπευσε τις πληγές του.‘’Γιατί είναι αδύνατο να καθαρίζουν τις αμαρτίες οι θυσίες τράγων και ταύρων’’(Εβραίους 9, 12-13), αλλά τις καθαρίζει εκείνος που φόρεσε όλη την ανθρώπινη φύση, όπως ήταν αρχικά δημιουργημένη, και στην οποία βρισκόταν καθένα από τα έθνη, και των Ιουδαίων και των Σαμαρειτών και των ειδωλολατρών και όλων γενικά των ανθρώπων. Εκείνος, με το σώμα του, που είναι το υποζύγιο, φτάνοντας στον τόπο, όπου υπέφερε ο άνθρωπος, και τις πληγές του καθαρίζει και τον ίδιο ξεκουράζει βάζοντάς τον πάνω στο δικό του ζώο και του προσφέρει διαμονή τη δική του φιλανθρωπία, με την οποία αναπαύονται όλοι οι κουρασμένοι και φορτωμένοι (Ματθαίος 11,28).
Και όποιος φθάσει σ’ Αυτόν, δέχεται μέσα του οπωσδήποτε αυτόν στον οποίο έφθασε, γιατί ο Λόγος έτσι λέγει ότι ‘’Εκείνος μένει σ’ εμένα και εγώ μένω σ’ αυτόν’’ (Ιωάννης 6,56).Αυτός λοιπόν που τον δέχεται στο κατάλυμά του, φιλοξενεί μέσα του τον αχώρητον,από τον οποίο δέχεται τα δύο νομίσματα (Λουκάς 10,35). Το ένα από αυτά είναι η αγάπη προς τον Θεό, που εκδηλώνεται με όλη τη δύναμη της ψυχής, και το άλλο η αγάπη προς τον πλησίον, η οποία είναι όμοια με την αγάπη στον εαυτό του, όπως απάντησε και ο νομικός (Λουκάς 10,27).
Επειδή όμως δεν δικαιώνονται ενώπιον του Θεού οι ακροατές του Νόμου αλλά θα ανακηρυχτούν ενάρετοι οι τηρητές του Νόμου, γι’ αυτό είναι ανάγκη όχι μόνο να δεχτεί κανείς αυτά τα δύο νομίσματα, και εννοώ την πίστη προς τον Θεό και την καλή συνείδηση στους συνανθρώπους, αλλά να συνεισφέρει και αυτός κάτι με έργα για την εκπλήρωση των εντολών. Για αυτό λέει ο Κύριος προς τον ξενοδόχο, ότι κάθε τι που θα κάμει για τη θεραπεία του αρρώστου, θα το πληρωθεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του ανάλογα με την επιμέλεια, την οποία θα επιδείξει.
Εκείνος λοιπόν, που με την τόση του φιλανθρωπία έγινε πλησίον μας, εκείνος που έγινε αδελφός μας, καθώς προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα, αυτός είναι που αναγγέλλει ο λόγος της νύμφης στις κοπέλες της Ιερουσαλήμ, λέγοντας σ’ αυτές ότι αυτός είναι ο αδελφός μου και αυτός είναι ο πλησίον μου. Αυτόν μακάρι να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε και εμείς δια μέσου των χαρακτηριστικών που αναφέραμε, για να πετύχουμε τη σωτηρία της ψυχής μας με τη χειραγωγία του Αγίου Πνεύματος».
(Απόσπασμα από την «Μυστική Θεολογία», του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, υπό πατρός Π. Μπρούσαλη, σελ. 641-647).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Η Ευαγγελική Περικοπή της Κυριακής της Σαμαρείτιδος αναφέρεται στο διάλογο που είχε ο Ιησούς Χριστός με μια Σαμαρείτιδα γυναίκα, η οποία ...
-
H EKKΛHΣIΑ MΑΣ , προσεύχεται διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου·...
-
Ανθρώπινο βλαστοκύτταρο (φωτ. wikipedia) Δεν θα υπερβάλαμε πιθανόν αν ισχυριζόμασταν τα ηθικά ζητήματα τα οποία εγείρει η έρευνα τ...
-
ΕΥΧΗ ΕΠΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΠΙΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ Μητροπολίτου Ν.Ιωνίας και Φιλαφελφείας ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Ουράνιος Άρτος, ο τη...
-
Μια νέα υβριστική σελίδα για την Ορθοδοξία και τον Μοναχισμό εμφανίστηκε στο FACEBOOK ------ http://www.facebook.com/ GerontasMaipr...
-
Κάθε εκκλησιαστική περίοδο του όλου ενιαυτού της Χρηστότητος Κυρίου, είναι γεμάτη από ευλογίες. Ευλογίες ουράνιες, που καταυγάζουν και κα...
-
Σήμερα, λοιπόν, το «Μέτωπο της Λογικής» διοργανώνει συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, με το σύνθημα «ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ», ενάντια στην κυβέρνηση που...
-
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
ΕΙΝΑΙ ΑΤΙΜΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΝΑ ΑΦΗΝΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΑ ''ούτε η φύση δεν σας διδάσκει, ότι ο άνδρας μεν αν αφήνει μακρ...
-
Επτά μικρούς, μα συγκλονιστικούς λόγους είπε ο Χριστός επάνω στον Σταυρό, δίνοντας στους ανθρώπους κάθε εποχής τη δυνατότητα να κάνουν νέε...



