Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ


ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής
Η ένδοξος Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το θριαμβευτικό πέρας του επί γης σωτηριώδους έργου Του. Η Ενανθρώπησή Του είναι η ευλογημένη αρχή της πραγματώσεως του έργου της σωτηρίας του κόσμου. Η Ανάστασή Του είναι η επιτυχής ολοκλήρωσή του. Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία μας, μόνη Αυτή, σε αντίθεση με τις άλλες χριστιανικές ομάδες, ενστερνίστηκε και ζει έντονα το μυστήριο της θείας οικονομίας χαρακτηρίζεται δε ως η Εκκλησία της Αναστάσεως, διότι εορτάζει συνεχώς, κάθε Κυριακή, και όχι μόνο την εορτή του Πάσχα, το γεγονός της Αναστάσεως του θείου Αρχηγού Της. «Η Ορθοδοξία είναι απ' άκρου εις άκρον κατηυγασμένη από το φως της Αναστάσεως. Η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Χριστού, με το θεολογικόν και λειτουργικόν της περιεχόμενον, σφραγίζει όλην την σκέψιν και όλον τον βίον της Εκκλησίας» (Β. Μουστάκης, Θ.Η.Ε. τομ. 2, στ. 591).
Πολλά είναι τα σωτήρια αποτελέσματα του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού. Η απόδειξη της θεότητός Του (Ρωμ.1,4). Η νίκη κατά του διαβόλου (Α΄Κορ.15,55), η κατάργηση του ’δου και του θανάτου (Ωσηέ13,14), Η απελευθέρωση των πνευμάτων από τα δεσμά του ’δου (Α΄Πετρ.3,18), κλπ. είναι μια σπουδαία σωτηριολογική παράμετρος της Αναστάσεως του Κυρίου είναι η απαρχή της αναστάσεως και ημών των ανθρώπων. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο κύριος και ο χορηγός της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή (Ιωάν.1,4. 5,24,26). Κατά τη διάρκεια της επί γης ζωής Του απέδειξε ότι Αυτός είναι ο διαχειριστής της ζωής ανασταίνοντας από τους νεκρούς την κόρη του Ιάειρου (Ματθ.5,21-42), το γιο της χείρας στην πόλη Ναϊν (Λουκ.7,11-17), το Λάζαρο (Ιωάν. κεφ. 11). Διαβεβαίωσε πως αυτός που θα πιστεύει σε Αυτόν «καν αποθάνει ζήσεται» (Ιωάν.11,25) διότι Αυτός είναι ο « ζωήν διδούς τω κόσμω» (Ιωάν.6, 33).
Ο παλαιός άνθρωπος της αμαρτίας και της φθοράς, ο οποίος προσωποποιήθηκε στους άρχοντες των Ιουδαίων, επιχείρησε να καταργήσει τη ζωή στο πρόσωπο του Χριστού. Η όντως ζωή όμως δεν πεθαίνει, διότι συνυπάρχει με την ανάσταση. « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν.11,25) δήλωσε κατηγορηματικά ο Κύριος. Γι' αυτό και ανέστη θριαμβευτικά εκ νεκρών καταργώντας ταυτόχρονα το θάνατο για τους πιστεύοντας σ' Αυτόν. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν άδου την καθαίρεσιν», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος της Αναστάσεως, ( τροπ. ζ' ωδής του κανόνος του Πάσχα).
Η Ανάσταση του Κυρίου έγινε «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α΄Κορ.15,20).
Σύμφωνα με την παύλειο θεολογία ο αναστάς Χριστός έκαμε την αρχή της αναστάσεως στον εαυτό Του. Κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει μελλοντικά και τα μέλη του σώματός Του, τους πιστούς όλων των εποχών. «Ο εγείρας τον Χριστόν εκ των νεκρών , ζωοποιήση και τα θνητά σώματα υμών δια το ενοικούν αυτού Πνεύμα υμίν» (Ρωμ.8,11). Δια «της φωνής του υιού του Θεού» (Ιωάν.5,25) θα εγερθούν οι νεκροί και θα ζήσουν.
Εάν ο Χριστός δεν θα είχε αναστηθεί θα «ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, όν ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ούκ εγείρονται. Ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται , ουδέ Χριστός εγήρεται, ει δε Χριστός ουκ εγήρεται, ματαία η πίστις υμών, ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών, άρα οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο» (Α΄Κορ.5,15-18). Ο Χριστός όμως αναστήθηκε όντως σε πείσμα των αρνητών Του. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει πανηγυρικά ότι «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.15,20).
Ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της παρακοής του πρώτου ανθρώπου του Αδάμ (Γεν. 3o κεφ.). Ο θάνατος καταργήθηκε με την υπακοή, το πάθος και την ανάσταση του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού ( Φιλιπ.2,8). «Επειδή γαρ δι' ανθρώπου ο θάνατος, και δι' ανθρώπου ανάστασις νεκρών.Ωσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται»(Α' Κορ.15,21-23).
Το μήνυμα της Αναστάσεως του Κυρίου είναι το πιο ελπιδοφόρο ευαγγέλιο στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, διότι χάρη στην Ανάσταση του Χριστού νικήθηκε ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, και έτσι ο άνθρωπος έγινε αθάνατος και αιώνιος! Κατά συνέπεια ο πιστός ζώντας αυτή την μακάρια αλήθεια αποβάλλει το άγχος του θανάτου, το οποίο βασανίζει ανελέητα τον άπιστο. Κατάργηση βέβαια του θανάτου σημαίνει κατάργηση της αμαρτίας, διότι « το δε κέντρον του θανάτου (είναι) η αμαρτία»(Α' Κορ.15,55). Για να καταργηθεί ο θάνατος μέσα σε κάθε άνθρωπο χρειάζεται ο ίδιος να συσταυρωθεί με το Χριστό «ταις του βίου ηδοναίς», για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί μαζί Του (Κολ.3,1). Η Ανάσταση του Χριστού δεν έχει καμιά πρακτική αξία για τον άνθρωπο που δεν έχει αυτή τη διάθεση.
Το απλό βιολογικό συμβεβικός του θανάτου δεν αίρει τα παραπάνω, διότι αυτό πλέον δεν είναι θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη, για να βλαστήσει αυτό κατόπιν, όπως ο σίτος (Ιωάν.12,24), άφθαρτο και αθάνατο (Α΄Κορ.15,42).
Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον μέγιστο θεολόγο του αιώνα μας, την σύγχρονη πατερική μορφή της Σερβικής Ορθοδοξίας, π. Ιουστίνο Πόποβιτς, «κατεδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον, ο Θεός όμως διά της αναστάσεως Του «καταδικάζει» τους ανθρώπους εις αθανασίαν»! ( Ι. Πόποβιτς, ’νθρωπος και Θεάνθρωπος, Αθήναι 1970, σελ. 40).Έτσι δια της ενδόξου Αναστάσεως του Κυρίου μας οι όροι διάβολος, φθορά, θάνατος και άδης ανήκουν στο προχριστιανικό παρελθόν και στο εξωχριστιανικό παρόν. Οι ακτίνες του αναστάσιμου ανέσπερου φωτός φωτίζουν ολόκληρη τη δημιουργία, μέχρι και τα «καταχθόνια», τον κόσμο των πνευμάτων, τα οποία αναμένουν εναγωνίως και τη δική τους, εν Χριστώ, ανάσταση.

Πασχαλινὴ ἐγκύκλιος ὁµιλία +Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος

Ἀγαπητοί µου ἀδελφοί, Χριστὸς ἀνέστη! 

Μὲ ἀναµµένες λαµπάδες καὶ µὲ τὰ πρόσωπα φωτισµένα, ἑορτάζοµε καὶ τοῦτο τὸ ἔτος τὴ θεία ἀνάσταση, πού εἶναι τὸ θαῦµα τῶν θαυµάτων τῆς πίστεώς µας καὶ τὸ µέγιστο ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας. Γιατί ἡ θεία ἀνάσταση εἶναι µαζὶ καὶ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀνερµήνευτο θαῦµα. Ὅταν λέµε ἱστορικὸ γεγονός, ἐννοοῦµε ὅτι συνέβη κάποτε στὴν ἱστορία, πιστοποιήθηκε καὶ βεβαιώθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους, µνηµονεύεται δὲ καὶ µαρτυρεῖται καθὼς ὁποιοδήποτε ἄλλο Ἱστορικὸ γεγονός. Κι ὅταν λέµε θαῦµα, ἐννοοῦµε ὅτι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ κόσµου, δηλαδὴ τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο καὶ τὴ νοητικὴ ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀκριβῶς θαῦµα, δηλαδὴ ἕνα γεγονὸς ποὺ σέ µᾶς µένει ἀνερµήνευτο καὶ ἄρρητο. Ἀνερµήνευτο θὰ πῆ πὼς τὸ µυαλὸ δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἐξήγηση, καὶ ἄρρητο θὰ πῆ ἡ γλώσσα δὲν ἔχει τρόπο νὰ τὸ ἐκφράση. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, καθὼς καὶ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἑρµηνεύεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ κηρύσσεται καὶ δὲν ἐρευνᾶται ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ προσκυνεῖται. 

Οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ ἔγιναν µάρτυρες τῆς ἀναστάσεως, βγῆκαν στὸν κόσµο, ὄχι γιὰ νὰ ἐξηγήσουν πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀλλὰ γιὰ νὰ κηρύξουν ὅτι πάντως ἀναστήθηκε. Μαρτυροῦσαν τὸ γεγονός, χωρὶς νὰ ἑρµηνεύουν τὸ πρᾶγµα, καὶ καλοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστέψουν στὸ κήρυγµα τῆς ἀναστάσεως, ποὺ τὸ σφράγισαν µὲ τὸ αἷµα τους, λέγοντας χωρὶς δισταγµὸ καὶ χωρὶς φόβο σὲ κείνους ποὺ τοὺς δίκαζαν καὶ τοὺς ἀπειλοῦσαν ὅτι «οὐ δυνάµεθα ἡµεῖς ἃ εἴδοµεν καὶ ἠκούσαµεν µὴ λαλεῖν».

Ἡ ἀνάσταση λοιπόν, ἐνῶ ἀποδεικνύεται σὰν ἱστορικὸ γεγονός, ἀλλά δὲν ἑρµηνεύεται σὰν θαῦµα. Σὰν ἱστορικὸ γεγονὸς ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ βάση τοῦ κηρύγµατος καὶ τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία µαρτυρεῖ καὶ ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, γιατί ἱστορικὰ εἶναι ἀδύνατη ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς τὴν ἀνάσταση, ἐπάνω στὴν ὁποία οἱ Ἀπόστολοι µὲ ἕναν τρόπο πολὺ ἁπλὸ καὶ φυσικό, στήριξαν τὴν ἀξιοπιστία τοῦ κηρύγµατος. «Ὅ ἀκηκόαµεν», γράφει εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης «ὅ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὅ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν... ἀπαγγέλλοµεν ὑµῖν, ἵνα καὶ ὑµεῖς κοινωνίαν ἔχητε µεθ’ ἡµῶν». 

Ἡ ἐπικοινωνία καὶ σχέση µὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἴδια, σὰν κοινωνία τῶν πιστῶν καὶ σὰν ἀδελφότητα, δὲν γίνεται καὶ δὲν στέκει χωρὶς τὴν πίστη στὰ ἱστορικὰ γεγονότα τῆς θείας οἰκονοµίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ πιὸ µεγάλο καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ἡ ἀνάσταση̒ γιατί, σύµφωνα µὲ τὸν πολὺ ἁπλό καὶ καθαρὸ συλλογισµὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται κενὸν ἄρα τὸ κήρυγµα ἡµῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑµῶν». Κενὸ καὶ χωρὶς περιεχόµενο εἶναι τὸ κήρυγµα τῶν Ἀποστόλων, κενὴ δὲ καὶ χωρὶς περιεχόµενο εἶναι καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἂν δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. 

Τὸ κήρυγµα λοιπὸν τῶν Ἀποστόλων δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι στὴν Ἐκκλησία «σεσοφισµένος µῦθος», ἕνα δηλαδὴ καλοφτιαγµένο παραµύθι, οὔτε καὶ κάποια φιλοσοφικὴ θεωρία ἡ ἰδεολογία, ἄλλα ἕνα συγκεκριµένο ἱστορικὸ γεγονός, ἡ ἀνάσταση δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ τὸ ποῦµε ἀκόµα πιὸ σωστὰ καὶ µὲ περισσότερη ἀκρίβεια, ἕνα πρόσωπο καὶ ἕνα γεγονός, ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ ἀνάσταση, τὰ δυὸ αὐτὰ στὰ ὁποῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἦλθε στάς Ἀθήνας, συνώψιζε τὸ κήρυγµά του. Γι’ αὐτὸ καὶ κατηγορήθηκε καὶ τὸν εἶπαν σπερµολόγο καὶ ὅτι ἔφερνε στοὺς Ἀθηναίους παράξενες θρησκευτικὲς διδασκαλίες, «ὅτι τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζετο αὐτοῖς». Πρέπει νὰ ποῦµε ἐδῶ πὼς oἱ Ἀθηναῖοι δὲν ἀπίστησαν τόσο στὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ἐγγύηση καὶ ὁ ἀρραβώνας. Καὶ εἶναι, ἀλήθεια, νὰ ἀπορῆ κανεὶς πῶς οἱ πρόγονοί µας, ποὺ λάτρεψαν τὸ ἀνθρώπινο σῶµα στὴν τέλεια καὶ ἰδανική του µορφή, δὲν µπόρεσαν νὰ ἀνακαλύψουν µέσα στὸ κήρυγµα τοῦ Ἀποστόλου γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τὴ δικαίωση καὶ τὴν καταξίωση τοῦ ἀνθρώπινου σώµατος.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὰν ἕνα γεγονὸς ποὺ συνέβη στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο, ἔχει τόσο µεγάλη ἐπίδραση στὴν ἱστορία τοῦ κόσµου, ὥστε χωρὶς αὐτὸ ὄχι µόνο ἡ µεταβολὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας νὰ µένουν ἀνεξήγητα, ἀλλά καὶ ἡ ἄλλη ἀναντίρρητη µεταβολὴ ποὺ ἔγινε στὸν κόσµο. Ἐπάνω σ’ αὐτὰ τὰ δύο, ὅταν ἐπιχειρῆ νὰ τὰ ἐξηγήση, προσκρούει καὶ θρυµµατίζεται ἡ ὀρθολογιζόµενη ἀνθρώπινη σκέψη καὶ ἡ ἐπιστηµονικὴ ἔρευνα, ποὺ προκαταβολικὰ ἀρνοῦνται τὸ θαῦµα. 

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σὰν ἱστορικὸ γεγονὸς ἔχει τὰ τεκµήρια του, ποὺ εἶναι τῆς ἴδιας ἀποδεικτικῆς ἀξίας, ὅπως καὶ τὰ τεκµήρια κάθε ἄλλου γεγονότος τῆς ἱστορίας, σὲ κείµενα, σὲ µνηµεῖα καὶ σὲ ἀποτελέσµατα γιὰ τὸ βίο τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα µετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκµηρίοις», ἐπὶ σαράντα ἡµέρες ποὺ ἐµφανιζότανε στοὺς Ἀποστόλους, καὶ δεχότανε νὰ τὸν ψηλαφήσουν, καὶ µιλοῦσε µαζί τους, καὶ ἔτρωγε µαζί τους, καὶ ὡδοιποροῦσε µαζί τους, καὶ τοὺς ἐδίδασκε, ὥστε ἐκεῖνοι νὰ αἰσθάνωνται τόσο ζωντανὴ τὴν παρουσία του καὶ νὰ καίωνται οἱ καρδιές τους. Ποιὸς εἶδε, ποιὸς ἄκουσε ποτὲ ἕνας πεθαµένος ἄνθρωπος νὰ ἔχη τόση ἐπιρροὴ στοὺς ζωντανούς, νὰ ὁπλίζη µὲ τόση σοφία καὶ δύναµη δώδεκα ἀγράµµατους καὶ δειλοὺς ἀνθρώπους: «Μεγίστη γὰρ ὄντως», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, «µεγίστη τῆς ἀναστάσεως ἀπόδειξις τὸ τὸν σφαγέντα Χριστὸν τοσαύτην µετὰ θάνατον ἐπιδείξασθαι δύναµιν, ὡς τοὺς ζῶντας ἀνθρώπους πεῖσαι καὶ πατρίδος καὶ οἰκίας καὶ φίλων καὶ συγγενῶν καὶ αὐτῆς ὑπεριδεῖν τῆς ζωῆς ὑπὲρ τῆς εἰς αὐτὸν ὁµολογίας, καὶ µάστιγας καὶ κινδύνους καὶ θάνατον ἀντὶ τῶν παρόντων ἡδέων ἑλέσθαι. Ταῦτα γὰρ οὐχὶ νεκροῦ τινος, οὐδὲ ἐπὶ τῷ τάφῳ µείναντος, ἀλλ’ ἀναστάντος καὶ ζῶντος ἦν τὰ κατορθώµατα». Ἡ πιὸ µεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως εἶναι λοιπὸν ἡ µεταστροφὴ τῶν ψαράδων σὲ Ἀποστόλους, καὶ µάλιστα τοῦ Σαύλου, ποὺ πρὶν ἦταν διώκτης καὶ πορθητὴς τῆς Ἐκκλησίας κι ὕστερα, ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸν ἀναστάντα καὶ δὲν ἔγινε ἀπειθής «τῆ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ», ἐβάστασε τὸ ὄνοµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων».

Οἱ Ἀπόστολοι, ὕστερα ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή, «µεγάλῃ δυνάµει ἀπεδίδουν τὸ µαρτύριον τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ τὸ σηµεῖο ποὺ ἡ ἀνάσταση διασκελίζει τὰ ὅρια τοῦ φυσικοῦ κόσµου καὶ παύει νὰ εἶναι µόνο ἕνα ἱστορικὸ γεγονός• εἰσέρχεται στὸν ὑπερφυσικὸ χῶρο τῆς πίστεως καὶ εἶναι τὸ θαῦµα τῶν θαυµάτων. Ὁ λόγος τώρα γιὰ τὴν ἀνάσταση δὲν εἶναι ἱστορία, ἀλλά µαρτυρία, δὲν εἶναι µνήµη, ἀλλά δύναµη• δὲν εἶναι γνώση, ἀλλά ζωή. Ὄχι πὼς ἡ ἀνάσταση εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦ κόσµου, ποὺ ἁπλώθηκε κι ἔγινε τὸ θαῦµα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ ἀνάσταση εἶναι τὸ θαῦµα τοῦ Θεοῦ, ποὺ χαµήλωσε κι ἔγινε τὸ γεγονὸς τοῦ κόσµου. Ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ προβαίνει στὸν κόσµο καὶ µπαίνει στὴν ἱστορία, νικᾶ τὸ θάνατο καὶ ἀνασταίνει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἀνάσταση σὰν θαῦµα δὲν εἶναι τώρα τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπερβαίνει µόνο τὴν ἀνθρώπινη νοητικὴ ἀντίληψη, ἀλλὰ εἶναι ἡ πνευµατικὴ πραγµατικότητα καὶ δύναµη µέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἐξαιτίας της οἱ πιστοὶ εἶναι πιὰ αἰχµάλωτοι καὶ δέσµιοι στὴν ἀθανασία, καθὼς ὁ Ἴδιος ὁ ἀναστάς τὸ βεβαιώνει• «οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται. Ἰσάγγελοι γὰρ εἰσι καὶ υἱοὶ εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες». Νὰ πῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος µιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ δύναµη τῆς ἀναστάσεως• «...τὰ πάντα ἡγοῦµαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω... τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναµιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ». Νὰ καὶ ἕνας σύγχρονός µας ὁµολογητὴς πῶς µαρτυράει γιὰ τὴ δύναµη τῆς ἀναστάσεως µέσα στὸν ἄνθρωπο. «Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τὸν Θεὸν εἰς θάνατον, ὁ Θεὸς ὅµως διὰ τῆς ἀναστάσεώς του καταδικάζει τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ὄχι µόνο σὰν ἱστορικὸ γεγονὸς στὴ χρονικὴ διάσταση τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ σὰν θαῦµα, ποὺ ἐπαναλαµβάνεται καὶ βιώνεται µέσα στοὺς πιστούς, εἶναι ἡ ἀνακαινιστικὴ καὶ ζωοποιὸς δύναµη τῆς Ἐκκλησίας, τὸ πάντα νέο µήνυµα τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ἀδιάκοπος ὕµνος τῆς θείας λατρείας. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ µία διαρκῆ στάση λατρείας καὶ σὲ µία συνεχῆ ὑµνωδία µπροστὰ στὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως» εἶναι ἡ µαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ τῶν Δικαίων, ἡ δικαίωση τοῦ ἀγώνα των καὶ ἡ καταξίωση τοῦ µαρτυρίου των, ποὺ εἶναι µαρτύριο αἵµατος καὶ µαρτύριο συνειδήσεως. Οἱ Ἀπόστολοι πρὸς τὸ βράδυ τῆς «µιᾶς σαββάτων» ἐβεβαίωναν ὅτι «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως»• ὁ κόσµος πίστεψε στὸ θαῦµα καὶ πείσθηκε γιὰ τὸ γεγονός, καὶ µέσα στὴν πίστη καὶ τὴν πεποίθηση αὐτὴ ξαναγεννήθηκε. «Χριστὸς ἀνέστη!» ἀναβοᾶ ἡ Ἐκκλησία, καὶ οἱ αἰῶνες ἀντιβοοῦν «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!».

Τὸ ἀνέσπερο φῶς, ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη τῆς θείας ἀναστάσεως, νὰ εἶναι µαζὶ µὲ ὅλους σας, ἀδελφοί. Ἀµήν.

Ἱερὸ Ἐπισκοπεῖο τῆς Κοζάνης 
στίς 22 Ἀπριλίου 1979 
(†) Ὁ Σερβίων καὶ Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

Ἡ κρυψώνα τῆς ἐλευθερίας +Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος




Τήν Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, ἀρχίζουμε τήν ἀκολουθία μέ ἕνα λίγο παράξενο τροπάριο. Ἕνα τροπάριο, ὄχι πένθιμο, ἀλλά χαρμόσυνο. Ὄχι θρῆνο, ἀλλά δοξολογία! «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν...». Δηλαδή: Ὁ Θεός φανερώθηκε σέ μᾶς! Ἦρθε στήν γῆ! Καί μᾶς ἔδειξε ὅτι εἶναι: ὁ Ἕνας καί ὁ Μόνος Ἀληθινός Κύριος. Καί τόν δοξάζομε, ὡς Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς!

Ὅμως, τό τροπάριο δέν ταιριάζει μέ τήν ταφή τοῦ Χριστοῦ. Γιατί, τότε, ὁ Χριστός προτίμησε νά κρυφτῆ! Προτίμησε νά κρύψει, ὄχι μόνο τήν Θεία Του φύση -τήν Θεότητά Του-, ἀλλά καί τήν ἀνθρώπινη φύση Του! Καί τί κρυψώνα διάλεξε; Ἕνα τάφο! Καί ἄφησε, νά Τόν σκεπάσει ὁλόκληρο, ἡ νύχτα τοῦ θανάτου!
 
* * *

Γιατί, Κύριε, τέτοιο «κρυφτό»; Γιατί τέτοια πρόκληση στήν λογική μας; Ποιός μπορεῖ τώρα, βλέποντάς Σε «νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον», νά σέ δοξάσει «Θεό Ἀληθινό καί Κύριο τῆς Δόξης»; Ποιός μπορεῖ νά πιστέψει, ὅτι Αὐτός, πού τώρα ἑτοιμάζουμε νά κηδέψουμε, εἶναι ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος, ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Κύριος καί κυβερνήτης τοῦ κόσμου;

Καί ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, μᾶς κρατάει τά μάτια ἀνοιχτά! Καί μᾶς ζητεῖ, νά βλέπωμε, ὅτι ΚΑΙ στόν Σταυρό ΚΑΙ στόν Τάφο, ὁ Χριστός δέν ἔπαψε, οὔτε στιγμή, νά εἶναι Σύνθρονος καί Ὁμοούσιος μέ τόν Θεό Πατέρα.

Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς, ἀλλάξαμε τήν ἐπιγραφή, πού ἔβαλαν πάνω στόν Σταυρό Του οἱ σταυρωτές Του! Ἐκεῖνοι ἔγραψαν: «Ἰησοῦς Ναζωραῖος, Βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων»! Καί ἐμεῖς τό διορθώσαμε. Καί γράφομε: «Ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης»! Γιατί ὁ Τάφος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό πιό φωτεινό μέρος τοῦ κόσμου. Πηγή Θείου Φωτός! «Παραδείσου ὡραιότερος ὄντως». Γιατί; Διότι μέσα σ’ αὐτόν κρύφτηκε ὁ Χριστός· γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν φθορά.
 
* * *

Ὁ Χριστός, ὑπακούοντας μέχρι θανάτου στό θέλημα τοῦ Πατέρα Του, ταπεινώνεται, ἐξευτελίζεται, βασανίζεται, πεθαίνει. Καί ἐνῶ θά μποροῦσε, νά κάμει μιά θεαματική ἐπίδειξη τῆς θεϊκῆς Του δύναμης, «κρύβει» ἑκούσια τήν Θεία Του δόξα· μέσα σέ ἕνα τάφο!

Αὐτό ὅμως, τό ἑκούσιο κρύψιμό Του, (ὅπως παρατηρεῖ ὁ κορυφαῖος σύγχρονος θεολόγος ὁ ἀείμνηστος Γεώργιος Φλωρόφσκι) ὁδηγεῖ σέ κάποιες τραγικές ἀποκαλύψεις:

• Ξεσκεπάζει τό μῖσος καί τήν τύφλωση τοῦ κόσμου.

• Ξεσκεπάζει τήν ἠλιθιότητα τῆς ἀνθρώπινης κακίας.

• Ξεσκεπάζει τήν παγωνιά τῶν καρδιῶν μας.

• Καί πάνω ἀπό ὅλα, ξεσκεπάζει τό μεγάλο ψέμα τῆς δῆθεν «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς δείχνει, πόσο νυχτωμένος εἶναι ἐκεῖνος, πού νομίζει, ὅτι –ξεγράφοντας τόν Θεό ἀπό τήν ζωή του– γίνεται τάχα «αὐτόνομος» καί δῆθεν «ἐλεύθερος»!

Ὁ Χριστός ἔρχεται σήμερα, νά μᾶς χαρίσει τήν ὕψιστη καί τέλεια ἐλευθερία: τήν ἐλευθερία ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου! Ποιός δέν λαχταράει μιά τέτοια ἐλευθερία; Ποιός δέν νιώθει, μπροστά στόν θάνατο, φόβο καί τρόμο; Ποιός δέν καταλαβαίνει ὅτι, μπροστά στόν θάνατο, ψευτοπαλληκαριές δέν περνᾶνε!
 
* * *

Ὁ Χριστός ἦταν ὁ μόνος, πού μποροῦσε νά βλέπει τόν θάνατο... ἀφ’ ὑψηλοῦ! Ὅμως, ἀπό ὑπακοή στόν Πατέρα Του, καί γιά χάρη μας, κατέβηκε ὁ Ἴδιος «νά τά βάλει» μέ τόν θάνατο! Νά παλέψει μαζί του! Ἔζησε ὅλη τήν ἀγωνία τοῦ θανάτου στήν μεγαλύτερή της φρίκη! Ἵδρωσε ἱδρῶτα-αἷμα! Καί δείλιασε, σάν ἄνθρωπος!

Ἀλλά, ἐνῶ εἶχε τήν ἐλευθερία, νά εἰπῆ στόν Πατέρα Του ἕνα «ὄχι», τελικά ἔφτυσε τό παραμύθι τῆς ἀνθρώπινης «ἐλευθερίας». Καί ὑπόταξε τελείως τό θέλημά Του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα Του! Δέχθηκε ἑκούσια, νά πεθάνει γιά μᾶς! Καί ἔτσι ἐπάτησε γιά χάρη μας τόν θάνατο· «θανάτῳ θάνατον πατήσας»!

Ἔτσι μᾶς δίδαξε ὅτι: ἀληθινά ἐλεύθερος, εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος πού ξέρει νά λέει συνειδητά στόν Θεό: «γενηθήτω τό θέλημά Σου»! Αὐτή εἶναι ἡ ὕψιστη ἀνθρώπινη ἐλευθερία! Αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἄσκηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Καί μόνο αὐτή, νικάει τόν θάνατο!

Ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως




 



Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες.

Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).

Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη... Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».

Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πὼς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἰδίᾳ τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

 
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας
 
Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».

Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος,
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκῦλα (=λάφυρα).

Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων.

Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι του τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.

Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ».

Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ’ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης..., σ. 327).

Άγιος Καλλίνικος, Επίσκοπος Τσερνίκας Ρουμανίας ( † 1868)

Τη 11η  του αυτού μηνός μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών
Καλλινίκου επισκόπου Τσερνίκας Ρουμανίας ( † 1868).
Γεννήθηκε στο Βουκουρέστι στις 7 Οκτωβρίου 1787. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Οι γονείς του ήταν ιδιαίτερα ευσεβείς. Η μητέρα του τελείωσε τον βίο της ως μοναχή. Μοναχός ήταν και ένας μεγαλύτερος αδελφός του.
Το 1807 εισήλθε στη μονή Τσερνίκα, για να μονάση. Το επόμενο έτος έλαβε το μοναχικό σχήμα και ωνομάσθηκε Καλλίνικος. Το ίδιο έτος χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1813 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1815 χειροθετήθηκε πνευματικός. Το 1817 μετέβη στο Άγιον Όρος με τον Γέροντά του Ποιμένα, ο οποίος έμεινε μόνιμα εκεί. Η παραμονή του στο Άγιον Όρος τον επηρέασε σημαντικά στην κατοπινή του πνευματική ζωή και στον προσωπικό, μυστικό, μεγάλο ασκητικό αγώνα. Το 1818 κατεστάθη ηγούμενος της Τσερνίκα και υπήρξε φωτεινό παράδειγμα για όλη την φιλόθεη αδελφότητα, την οποία διαποίμανε θεάρεστα επί 32 έτη. Οι μοναχοί της μονής έφθασαν τους 350.
kalltsern1
Το 1850 εκλέχθηκε επίσκοπος Ρίμνικ και εργάσθηκε πολύμοχθα και διαφορότροπα με επιτυχία για την πνευματική ανύψωσι της επισκοπής. Στην σκήτη της επαρχίας του Φρασινέι εισήγαγε τους μοναχικούς θεσμούς του Αγίου Όρους. Το 1867 αποσύρθηκε στη μονή της μετανοίας του, για να ησυχάση και να προσευχηθή περισσότερο, προετοιμαζόμενος για την αναχώρησί του από τη γη. Αναπαύθηκε οσιακά στις 11 Απριλίου του 1868, η οποία είναι και ημερομηνία της μνήμης του. Τάφηκε στον ναό του Αγίου Γεωργίου, που είχε κτίσει ο ίδιος, με την παρουσία χιλιάδων πιστών. Ο άγιος ήταν κοσμημένος με τα χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας. Πολλά θαύματα τελεί μέχρι σήμερα.
Η επίσημη αναγνώρισι της αγιότητάς του έγινε από την Εκκλησία της Ρουμανίας στις 21 Οκτωβρίου 1955. Εκλεκτός βιογράφος του είναι ο μαθητής του αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Μπαλντοβίν.
Η μνήμη του τιμάται στις 11 Απριλίου.

Η εις Άδου Κάθοδος «Ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»

Η εις Άδου Κάθοδος
«Ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
(Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).

Κατά το  Άγιο και Μέγα Σάββατο, η  Εκκλησία μνημονεύει την εις  Άδου κάθοδο του Κυρίου μας  Ιησού Χριστού.  Ότι δηλαδή, κατά τις τρεις ημέρες μετά τον θάνατό Του και μέχρι της αναστάσεώς Του, ο Κύριος κατήλθε στον Άδη, στον τόπο, όπου ευρίσκονταν φυλακισμένες οι ψυχές των ανθρώπων, κήρυξε και, στη συνέχεια, με θεϊκή εξουσία ανέστησε και ελευθέρωσε τις ψυχές και κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τα ταμεία του ζοφερού αυτού τόπου.  Η προσδοκία του διαβόλου ήταν, ότι τελικά θα μπορούσε να κρατήσει ένα μέρος της δημιουργίας του Θεού υπό την εξουσία του. Αυτός ήταν ο  Άδης.
Ο  Άδης δεν είναι τόπος, αλλά τρόπος ζωής των πνευμάτων. Είναι δε ως τρόπος και κατάσταση ζωής αντίθετος του Παραδείσου.  Εάν στον Παράδεισο ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος επειδή ζει με τον Θεό, στον  Άδη ζει δυστυχισμένος επειδή ζει με τούς διαβόλους. Στον  Άδη κατέρχονταν όλοι οι ζώντες.  Εκεί δεν μπορούσαν να αινούν πια τον Θεό, να ελπίζουν στην δικαιοσύνη Του, στην πιστότητά Του. Πρόκειται για μία ολοκληρωτική εγκατάλειψη.
Σ’  αυτό τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας, κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τούς αιωνίους αιχμαλώτους, οι οποίοι ευρίσκονταν εκεί παρά την θέλησή τους. Αυτό δε αποτελούσε την δύναμη και την χαρά του διαβόλου, ότι είχε την δύναμη, μπορούσε, να εμποδίσει τούς δικαίους να ζήσουν με τον Θεό. Αυτή την αδικία επισημαίνει ο  Απόστολος Παύλος όταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).
Ο Άδης δεν ταυτίζεται με την κόλαση.  Ο  Ιησούς Χριστός κατέβηκε στον Άδη, ο καταδικασμένος πηγαίνει στην κόλαση. Οι θύρες του  Άδη, όπου κατέβηκε ο  Ιησούς Χριστός, άνοιξαν, για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ, όταν ο κολασμένος κατεβαίνει στην κόλαση, η πόρτα της κλείνει πίσω του αιωνίως και δεν θα ανοίξει ποτέ.  Ο  Άδης και η κόλασις είναι το βασίλειο του θανάτου και, χωρίς τον  Ιησού Χριστό, δεν θα υπήρχε στον κόσμο παρά μια μόνο κόλασις και ένας μόνο θάνατος, ο θάνατος με την απεριόριστη δύναμή του.
Εάν υπάρχει «δεύτερος θάνατος» (᾿Αποκ. κα´ 8), ξεχωριστός από τον πρώτο, είναι επειδή ο Ιησούς Χριστός συνέτριψε με τό θάνατό Του «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (῾Εβρ. β´ 14-15). Την κάθοδο του  Ιησού Χριστού στον Άδη εορτάζει και πανηγυρίζει η  Εκκλησία του Χριστού κατά το  Άγιο και Μέγα Σάββατο.«Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον». Η θεολογία της  Εκκλησίας μας φωτίζει επαρκώς το θέμα αυτό, το οποίο αφορά όλους μας.
Η κάθοδος του Χριστού στον  Άδη είναι ένα άρθρο πίστεως, και είναι πράγματι ένα βέβαιο δεδομένο της Καινής Διαθήκης.  Ο χριστολογικός κανόνας του  Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου είναι ύμνος, τραγούδι για τον νεκρωμένο Θεο. Εάν «ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν ᾿Ιησοῦν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πράξ. β´ 24), είναι επειδή τον βύθισε αρχικά στον Άδη, αλλά χωρίς ποτέ να τον εγκαταλείψει εκεί. Εάν ο Χριστός, στο Μυστήριο τῆς Αναλήψεως, «ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν», είναι επειδή «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς».
Επρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος, για να μπορέσει ο Χριστός να «πληρώσῃ τὰ πάντα» καί νά βασιλεύσει ὡς Κύριος στό Σύμπαν. ῾Η χριστιανική πίστη ομολογεί, ότι ο  Ιησούς Χριστός είναι Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή Του από τούς νεκρούς. «῞Ινα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς», ψάλλουμε την λαμπρά και φωταυγή νύκτα του Μεγάλου Σαββάτου. Το τίμημα της ταφής του Κυρίου για τον άνθρωπο ήταν η αφθαρσία και η καινοποίηση της φύσεώς του.
Όπως η φθορά υπήρξε το τίμημα της αμαρτίας, ως νέκρωση και χωρισμός από τον Θεό, έτσι η ανακαίνιση και η αφθαρσία υπήρξαν ο ειδικός καρπός της θείας ενανθρωπήσεως.  Ο Χριστός με τον θάνατο και την ταφή Του αφαίρεσε τα ράκη της φθοράς, τα οποία είχαν στοιβαχθεί σ’ αυτήν από την παράβαση του  Αδάμ και έσβηναν την ομορφιά της· και με το αίμα Του έπλυνε το πλάσμα Του από το μίασμα της αρχαίας παρακοής, αφάνισε την δυσωδία του θανάτου, την οποία απέπνεε το πτώμα της αμαρτίας, ανακούφισε το γένος των ανθρώπων, από το βάρος της αποστασίας του και έκαμε ν’ αστράψει και πάλι η φύσις, να ζωντανέψουν οι θεοειδείς χαρακτήρες, να λάμψει και πάλι η αρχέγονος ομορφιά της, ενδεδυμένη την άφθαρτη δόξα του Θεού.
Αυτό το υπέρτατο λυτρωτικό αγαθό, την αφθαρσία δηλαδή και την αθανασία, το οποίο κορυφώνεται στην ένδοξη Ανάσταση του Χριστού, ψάλλει με ρίγη ιεράς συγκινήσεως και ανεκλάλητης χαράς η  Ορθοδοξία.  Η κάθοδος του  Ιησού Χριστού στον Άδη υπήρξε θεοπρεπής και ένδοξος.  Ο Κύριος πραγματοποίησε δύο καθόδους. Κατήλθε από ψηλά από τον ουρανό στην γη, το πρώτο. Και κατήλθε με ταπείνωση και πτωχεία. Δεύτερον, κατήλθε από την γη στα βασίλεια του  Άδη.  Εκεί όμως κατέβηκε παντοκρατορικά, με όλη την«ἄστεκτη» δυναστεία Του, εξουσιαστικώς. Τον είδαν οι δαίμονες και τρόμαξαν. Τον είδαν οι δίκαιοι και αναπήδησαν με χαρά και αγαλλίαση.
Ο Άγιος  Επιφάνιος,  Επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου, στον θεολογικώτατο λόγο του «Τῷ ἀγίῳ και μεγάλῳ Σαββάτῳ» περιγράφει αυτόν τον θεοπρεπέστατο τρόπο της καθόδου του Χριστού στον  Αδη· «Χθὲς (ἐννοεῖ τήν Μεγ. Παρασκευή) συνέβαινον τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐρραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ῞ᾼδου ραπίζει οἰκητήριον. Χθὲς ἐδεσμεῖτο, σήμερον ἀλύτοις δεσμοῖς καταδεσμεῖ τὸν τύραννον. Χθὲς κατεδικάζετο, σήμερον τοῖς καταδίκοις ἐλευθερίαν χαρίζεται. Χθὲς ὑπουργοὶ τοῦ Πιλάτου αὐτῷ ἐνέπαιζον, σήμερον οἱ πυλωροὶ τοῦ ῞ᾼδου ἰδόντες αὐτὸν ἔφριξαν... ῾
Ο χθὲς τοίνυν οἰκονομικῶς τὰς λεγεῶνας τῶν ᾿Αγγέλων παραιτούμενοςϜ σήμερον θεοπρεπῶς ὁμοῦ τε καὶ πολεμικῶς, καὶ δεσποτικῶς κάτεισι κάτω τοῦ ῞ᾼδου καὶ θανάτου  ῾Ως γοῦν τὰ παντόθυρα, καὶ ἀνήλια, καὶ ἀνέσπερα τοῦ ῞ᾼδου δεσμωτήρια καὶ οἰκητήρια ἡ θεόδημος τοῦ Δεσπότου κατέλαβεν αἰγληφόρος παρουσία, προφθάνει πάντας Γαβριήλ ἀρχιστράτηγος καὶ βοᾶ τό ῎Αρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν. 
Καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι. ῞Αμα αἱ ἀγγελικαί δυνάμεις ἐβόησαν, ἅμα αἱ πύλαι ἐπάρθησαν, καὶ αἱ ἁλύσεις ἐλύθησαν, ἅμα οἱ μοχλοὶ κατεκλάσθησαν, ἅμα τὰ κλεῖθρα ἐξέπεσαν, ἅμα τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου ἐδονήθησαν, ἅμα αἱ ἐνάντιαι δυνάμεις εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, ἔφριξαν, ἐσαλεύθησαν, κατεπλάγησαν, ἐταράχθησαν, ἠλλοιώθησαν, ἐθροήθησαν, ἔστησαν ὁμοῦ καὶ ἐξέστησαν, ἠπόρησαν ὁμοῦ καὶ ἐτρόμαξαν.
᾿Εκεῖ γὰρ τότε διέκοψε Χριστός ἐν ἐκστάσει κεφαλὰς δυναστῶν». «᾿Εδεήθημεν Θεοῦ σαρκουμένου καί νεκρουμένου», θεολογεῖ ἡ ποικίλη μοῦσα τῆς δικῆς μας αὐλῆς, τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε. Αὐτός μᾶς ζύμωσε μέ τήν θεότητά Του, μᾶς ἐνέδυσε τήν θεία εὐπρέπεια, μᾶς λάμπρυνε μέ τήν τριαδική δόξα Του, μᾶς χάρισε τήν ἀνάστασι καί τήν ζωή.«῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος ὄντως καὶ παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστὲ ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως». ΑΜΗΝ.

Μεγάλη Παρασκευή: Κάθε τέτοια νύχτα στα μνήματα...

Μεγάλη Παρασκευή: Κάθε τέτοια νύχτα στα μνήματα... Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
φωτογραφία από Περιφορά Επιταφίου κάπου στο κέντρο της Αθήνας

Μεγάλη Παρασκευή: Κάθε τέτοια νύχτα στα μνήματα...
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Κάποτε πλησίασε τον νομπελίστα ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη, ένας ξένος διαπρεπής συνομιλητής, «πειράζων αυτόν και λέγων»: «Μα πιστεύετε σοβαρά ότι είστε πραγματικά απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή;».

Απαντά ο Σεφέρης: «Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε Ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα, και ένιωσε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου».

Το απόσπασμα περιέχεται στο βιβλίο της Μερόπης Σπυροπούλου, «Οικογένεια ώρα μηδέν», εκδ. «Αρχονταρίκι», σελ.131.
★ ✞ ✞ ✞ ☾ ☆⋰⋱★⋰⋱✞ ✞ ✞ ☾ . ✟ . ♒ ☆ ✞ ✞ ✞ ★ 

π.Παντ.Κρούσκος: «Κάθε τέτοια νύχτα, όπως και αύριο στα μνήματα, ίσαμε την νύχτα της ανάστασης, δεν φεύγουν από το μυαλό μου, όλοι οι κεκοιμημένοι μας. Τους αισθάνομαι μέσα από μνήμες πασχαλινές και αναμνήσεις συγκινητικές, να συμπορεύονται πλάι μας, σε κάθε κίνηση μας εντός και εκτός ναού. Είναι η μέρα πού το φως έλλαμψε στο αιώνιο σκοτάδι, στον άδη και ο λαός πού κάθονταν στο σκότος και την σκιά θανάτου είδε φώς μέγα. Σε μιά άλλη ζωή και γι αυτό κοντύτερα στον νεκρό Χριστό, στον τελευταίο νεκρό, αφού μετά τον θάνατο Του, κενώθηκαν οι τάφοι. Και ηγέρθησαν οι δίκαιοι και γύριζαν στην πόλη και φανερώθηκαν σε πολλούς. Ο Θεός να τους αναπαύει όλους στην αναστάσιμη χαρά και πανήγυρη της βασιλείας Του!»

Καλή Ανάσταση όπου Γης!
Σοφία Ντρέκου / Αέναη επΑνάσταση

ΒΙΝΤΕΟ: Music Vangelis - 12 O'Clock (1975 Heaven and Hell album) Αναπαράσταση από τα Άγια Πάθη με σκηνές από την ταινία «Jesus of Nazareth» (1977) του Franco Zeffirelli.

Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης...


 Μετά το Χριστός Ανέστη το βράδυ της  Ανάστασης, ο ιερέας επιστρέφει στην κεντρική πύλη της Εκκλησίας, την προς Ανατολάς, όπου τη βρίσκει  κλεισμένη.  Πίσω από την θύρα βρίσκεται συνήθως αναγνώστης ή επίτροπος ή πιστός και ακολουθεί η εξής στιχομυθία.

ἱερεὺς: Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
ἀναγνώστης: Τίς (ποιός)ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
ἀναγνώστης: Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.

Στη συνέχει ανοίγει οι θύρες και εισέρχεται ο ιερέας με την ανάσταση και τους πιστούς για να τελέσει την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία. 

Οι κλεισμένες θύρες που ανοίγουν, σε μερικές ενορίες με  βίαιη είσοδο από τον ιερέα, συμβολίζουν τις  πύλες του Άδη που συντρίφθηκαν με την Ανάσταση του Κυρίου όπως φαίνεται στην εικόνα της εις Αδου Κάθοδο. 


Την έκφραση ο Βασιλεύς της Δόξης την βάζουμε εμείς ο Ορθόδοξοι στην εικόνα της Σταύρωσης του Κυρίου ως επιγραφή επάνω του σταυρού αντί της επιγραφή Ι.Ν.Β.Ι που χρησιμοποιουν οι Καθολικοί.

Τα παραπάνω λόγια είναι παρμένα από τον 23 ψαλμό του Δαβίδ τα οποία παραθέτουμε.

   
Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν. Τίς αναβήσεται εις το όρος του Κυρίου, ή τίς στήσεται εν τόπω αγίω αυτού; Αθώος χερσί και καθαρός τη καρδία, ός ούκ έλαβεν επί ματαίω την ψυχήν αυτού και ούκ ώμοσεν επί δόλω τω πλησίον αυτού. Ούτος λήψεται ευλογίαν παρά Κυρίου και ελεημοσύνην παρά Θεού σωτήρος αυτού. Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον, ζητούντων το πρόσωπον του Θεού Ιακώβ. 'Αρατε πύλας οι άρχοντες υμών· και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. Τίς έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω. 'Αρατε πύλας οι άρχοντες υμών· και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. Τίς έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Κύριος των δυνάμεων αυτός έστιν ο βασιλεύς της δόξης.

Δύο είδη ανθρώπων υπάρχουν στην Γη

Αυτοί που είναι με τον Εσταυρωμένο και αυτοί που ειναι με τους σταυρωτές.
Ο δρόμος της αρετής ή της κακίας στον μύθο του Ηρακλέους.
Της Τιμής ή της ατιμίας.
Του Μόχθου ή της αρπαχτής.
Της Πατρίδας ή της πάρτης.
Όταν λοιπόν βρεθούμε στο δίλημμα της Θυσίας ή της προδοσίας, μία είναι η επιλογή:
Αυτός που ακολουθεί τον Εσταυρωμένο, αξίζει αιώνια Τιμή. Αυτός που ακολουθεί τους σταυρωτές, αξίζει τριάντα αργύρια.


Καλή Ανάσταση.

Ο Τάφος του Χριστού

Tο Μέγα Σάββατο η Εκκλησία στρέφει  την προσοχή της στον Τάφο του Κυρίου μας. Καμία ημέρα του λειτουργι­κού έτους δεν παρουσιάζει πιο σύνθετο χαρακτήρα από το Μέγα Σάββατο, καθώς η η­μέρα αυτή μετέχει ταυτοχρόνως και της θλίψεως των Παθών και της χαράς της Αναστάσεως. Η Εορτή του Πάσχα, που πλησιάζει ό­λο και περισσότερο, κατακτά τελικά το με­γαλύτερο κομμάτι του Μεγάλου Σαββάτου.
He is Risen
                Ας σταθούμε μερικές στιγμές δίπλα στον Τάφο του Κυρίου μας. Δύο αποσπάσματα από την Καινή Διαθήκη θα μας βοηθήσουν να πάρουμε το μήνυμα του Μεγάλου Σαββάτου. Το πρώτο μάς το δίνει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Κατακολουθήσασαι δε αι γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι αυτώ εκ της Γαλιλαίας, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού, υποστρέψασαι δε ητοίμασαν αρώματα και μύρα, και το μεν Σάββατον ησύχα­σαν κατά την εντολήν…». Στη ζωή κάθε μα­θητή του Ιησού υπάρχουν περίοδοι που ο Διδάσκαλος φαίνεται να έχει αποσυρθεί και να απουσιάζει. Είναι κατά κάποιο τρόπο στον τάφο. Οι γυναίκες της Γαλιλαίας μας υ­ποδεικνύουν ποια θα πρέπει να είναι η στά­ση μας αυτές τις στιγμές: είδαν τον τάφο, ή­ξεραν που ήταν ο Ιησούς. Και εμείς, ακόμη κι όταν ο Ιησούς μοιάζει να μην απαντά, α­κόμη κι αν παραμένει αόρατος, δεν θα πρέ­πει να αμφιβάλλουμε ότι είναι εδώ. Το βλέμμα μας πρέπει να παραμένει καρφω­μένο, αν όχι επάνω Του, τουλάχιστον προς τη δική Του κατεύθυνση. Οι γυναίκες δεν μένουν άπρακτες. Δεν λένε: «Τώρα πια δεν γίνεται τίποτε». Ετοίμασαν αρώματα για να αλείψουν το Σώμα Του. Συνεχίζουν να το τιμούν, ακόμη και τώρα που κείται χωρίς ζωή. Παρομοίως και κατά τις περιόδους που ο Ιησούς σιωπά και κρύβεται, ας μη σταματάμε να Τον έχουμε στο κέντρο της λατρείας μας. Ας ετοιμάσουμε μύρα -μύρα αγάπης και καλών έργων- για να προσφέ­ρουμε ήδη από τώρα στον Φίλο που δεν βλέπουμε αλλά όταν και πάλι μας χαρίσει την παρουσία Του, γιατί το ξέρουμε ότι αυ­τό θα συμβεί. Στις ετοιμασίες των γυναικών δεν υπάρχει ίχνος εκνευρισμού· τηρούν την αργία του Σαββάτου, ξεκουράζονται. Η πε­ρίοδος που ο Ιησούς είναι στον τάφο, είναι η μυστική, κρυμμένη περίοδος της ζωής μας κοντά Του, μαζί Του, ο χρόνος της ανα­μονής και της σιωπής. Το Μέγα Σάββατο εί­ναι η γιορτή των μυστικών Του φίλων που ο κόσμος αγνοεί και που εκείνοι δεν θέλουν να γίνουν γνωστοί, παρά μόνο στον Ίδιο.
Η ειρήνη του Μεγάλου Σαββάτου είναι στραμμένη προς το μεγάλο γεγονός του πρωινού της Κυριακής, προς τη δύναμη και τη χαρά της Αναστάσεως. Αλλά αυτή η ειρήνη πρέπει να διατηρηθεί: αυτές ακρι­βώς οι εξωτερικές προετοιμασίες για το Πάσχα εισβάλλουν και εμποδίζουν πολ­λούς από τους πιστούς να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα της ησυχίας και της σιωπής.
Ας διαβάσουμε επίσης για άλλη μια φο­ρά τα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Ρωμαίους: «Συνετάφημεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον… Ούτω και ημείς λογίζεσθε εαυτούς νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία ζώντας δε τω Θεώ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». (Ρωμ. 6:4, 11) Αν μπορούσα να πειστώ ότι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό, έχω ταφεί μαζί με Αυτόν, η πνευματική μου ζωή θα γινόταν τόσο πιο απλή και τόσο πιο εύκολη. Σε κά­θε πειρασμό, σε καθετί που εκτρέπει την προσοχή μου από το ένα και μοναδικό «ού εστί χρεία» θα απαντούσα. «Τί να το κάνω; Έχω πεθάνει. Είμαι στον τάφο του Διδα­σκάλου μου.» Αντί να συζητώ και να μάχο­μαι με τη ζωή, θα είχα τοποθετηθεί εξαρχής α­πό την άλλη πλευρά (εννοείται ότι πρόκει­ται για τις αμαρτωλές επιθυμίες) και νεκρός για τον κόσμο της αμαρτίας, θα ζούσα πια μονίμως «εν Χριστώ». Πρόκειται εδώ για μια πνευματική τακτική τού να «συνθάπτομαι» με τον Κύριό μου, τακτική αποτελε­σματική και προσιτή υπό όλες τις συνθήκες.
(Lev Gillet, Πασχαλινή κατάνυξη, εκδ. Ακρίτας, σ.97-100)
πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...