Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ἡ ἀφύπνιση τῆς καρδιᾶς μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ

 Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου
imagesCA9TM1X3Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ὡς συνάντηση μὲ τὴ ζῶσα αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, πλήττει ἀποφασιστικὰ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, γιατί φανερώνει τὸν ἅδη τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ἀποκαλύπτει τὴν πνευματικὴ πτώχεια καὶ ἐρήμωση τοῦ νοῦ.
Ἡ ὀδυνηρὴ αὐτὴ ἐμπειρία γεννᾶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀρχίζει νὰ περιβάλλει τὴν καρδιὰ καὶ νὰ ἀλλάζει τὸ φρόνημά του. Ὅπως ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ ὁ Θεῖος φόβος ποὺ τὴν διαδέχεται, δὲν εἶναι ψυχολογικὸ συναίσθημα ἀλλὰ πνευματικὴ κατάσταση, δῶρο τῆς Xάριτος.
Κάθε εἴδους ἐπαφὴ μὲ τὴν αἰωνιότητα, καὶ μάλιστα στὰ ἀρχικὰ στάδια, προξενεῖ φόβο στὴν ψυχή, γιατί ἡ αἰωνιότητα βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου προκαλεῖ τὴ χαρισματικὴ ἀπόγνωση στὸν ἄνθρωπο, χάρη στὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἕλξη τῶν παθῶν καὶ τῶν κτισμάτων.
Ὁμοίως καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, προερχόμενος ἀπὸ ἄνωθεν ἔλλαμψη, βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνανήψει ἀπὸ τὸν μακραίωνα ὕπνο τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἐγκράτεια. Ἐνισχύει τὴν καρδιά του, ὥστε μὲ σταθερὴ βούληση νὰ προτιμᾶ «τὰ μὴ βλεπόμενα» καὶ «αἰώνια» ἀντὶ τῶν «βλεπομένων» καὶ «πρόσκαιρων». Ἀκριβῶς στὴν προτίμηση αὐτή ἔγκειται τὸ νόημα καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου».
Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος τὴ σοφὴ αὐτὴ στάση πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ χαρίσματά Του συνάπτει, κατὰ κάποιον τρόπο, μαζί Του μία πνευματικὴ διαθήκη. Προκρίνει ἀποφασιστικὰ νὰ μὴν παραδοθεῖ στὴ φθορὰ καὶ στὸν αἰώνιο θάνατο ποὺ τὸν κυκλώνουν, ἀλλὰ νὰ ἐκζητήσει διὰ παντὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Ὑψίστου, φιλοτιμούμενος νὰ ἐκπληρώσει «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Γιὰ τὴν ἀγαθὴ αὐτὴ προαίρεσή του ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναζωπυρώνει τὴν καρδιά του.
Μὲ τὸν ἐσωτερικὸ φωτισμὸ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ γνώση τῆς ἀληθινῆς καταστάσεώς του. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του, ὅπως τὸν βλέπει ὁ Θεός. Πείθεται ὅτι γύρω του βασιλεύει τὸ ἀπαράδεκτο κράτος τοῦ θανάτου καὶ ὅτι μέσα του ἑδρεύει τὸ σκότος τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἄγνοιας, σὲ βαθμὸ μάλιστα ποὺ προκαλεῖ μαρτυρικὴ βάσανο στὸ πνεῦμα του.
Ἀνακαλύπτει βαθμηδὸν τὴν κρυφὴ δολιότητα καὶ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ποὺ ἐμφωλεύουν στὴν καρδιά του καὶ τρέμει γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς αἰώνιας ἀπώλειάς του. Ἂν καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀτενίσει κατὰ πρόσωπο τὴν πηγὴ τοῦ Φωτός, ὡστόσο γίνεται ἱκανὸς νὰ ἀποτιμήσει τὸ κατάντημά του.
Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι δὲν ἀπελπίζεται γιὰ τὴν αἴσθηση τῆς ἀθλιότητάς του, γιατί δὲν τὴν ἀποκόμισε μὲ τὴ βοήθεια κάποιας ψυχολογικῆς μεθόδου, ἀλλὰ εἶναι πολύτιμος καρπὸς τῆς ἐνέργειας τῆς Χάριτος. Ἀπεναντίας, ἐμπνέεται νὰ ἐκχύσει τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του στὴν προσευχὴ καὶ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν κάθαρση καὶ τὴ θεραπεία του.
Ἀπὸ τὰ πρῶτα στάδια τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεραπείας της ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου συλλαμβάνει μερικὲς ἀλήθειες. Διαισθάνεται τὸ ἄμετρο μεγαλεῖο τῆς εὐαγγελικῆς κλήσεως καὶ τὸ ἀνέφικτο ὕψος τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ποὺ νομοθετοῦν τὴν ὁδό Του.
Συνειδητοποιεῖ ἐξίσου σαφῶς τὸ μέγεθος τῆς ρυπαρότητάς του. Συνέχεται ἀπὸ φόβο μήπως παραβεῖ τὰ Θεία προστάγματα καὶ κατανοεῖ ὅτι ἡ σταύρωση εἶναι ἀναπόφευκτη γιὰ νὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία. Τὸ ὕψος τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καὶ τὰ παθήματα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν πραγμάτωσή του αὐξάνουν τὸν φόβο. Καρδιὰ καὶ νοῦς κυριεύονται ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα νὰ μὴν ἀποδειχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.
Ὅπως ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν τελειότητα τῆς ἀγάπης Του «διὰ παθημάτων», ἔτσι καὶ ὁ μαθητής Του, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν Οὐράνια Βασιλεία, πρέπει νὰ ὑπομείνει θλίψεις καὶ παθήματα, γιὰ νὰ ἐξαγνίσει τὴν καρδιά του. Καθὼς ὅμως τὰ μετέρχεται μὲ καρτερία, ἔρχεται σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀστάθειας τῆς φύσεώς του. Ἀποδεικνύεται ἀνίκανος νὰ ἀγαπήσει μὲ σταθερότητα τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς».
Γνωρίζει τότε ἐμπειρικὰ τὴν ἀσθένειά του καὶ βεβαιώνεται ὅτι «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης», γιατί δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ στὸ ἴδιο μέτρο ἀγάπης. Ἡ θλιβερὴ αὐτὴ διαπίστωση ἐντείνει τὸν Θεῖο φόβο ποὺ συντρίβει καὶ ταπεινώνει τὴν καρδιά, ὥστε νὰ γίνει εὔθετη γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ποικιλοτρόπως στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀρχικά τοῦ δίδει τὴ σύνεση νὰ προτιμᾶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ τὴν ἔμπνευση νὰ τὰ ἀναζητεῖ. Στὴ συνέχεια τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἐπίγνωση τῶν μέτρων τῆς ἀσθενικῆς φύσεώς του, ὥστε νὰ μάθει νὰ διαφυλάττει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ κενοδοξία ἀφανίζει τὸν τόπο τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι συνεπῶς ἀπαραίτητος, γιὰ νὰ διδάξει τὸν ἄνθρωπο «μὴ ὑπερφρονεῖν παρ’ ὁ δεῖ φρονεῖν», ἀλλὰ μὲ ταπείνωση νὰ διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά του.
Τελικά, ὅταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πληθύνει στὴν καρδιά, τότε ὁ Θεῖος φόβος γίνεται προστατευτικός. Μεταδίδει τὸ τέλειο φρόνημα τῆς ταπεινώσεως, τὴ βαθειὰ αἴσθηση τῆς ἀναξιότητας τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ, Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη δὲν παύει τότε νὰ αὐξάνει τὸ πλήρωμα τῆς Θείας ἀγάπης, ὡσότου ἐπιτελεσθεῖ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου: «Ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνα».
Κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ἔχει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ τὴν ἀγάπη. Ἔτσι συναγωνίζεται τὰ Χερουβίμ, τὰ ὁποῖα τρέμουν καὶ φρίττουν, ἀλλὰ καὶ ἀγαποῦν τὸν Κύριο μὲ ὅλο τους τὸ εἶναι. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς αἰσθήσεις ὀφείλουν νὰ συνοδεύουν τὸν ἄνθρωπο καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ὥστε νὰ κατορθώσει νὰ διαφυλάξει ἐκείνη τὴν καρδιὰ τὴν ὁποία ἀναγνωρίζει ὁ Θεός, καὶ στὴν ὁποία ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ κάποιον τρόπο φυσικὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν γεύθηκε τὴ Θεία Χάρη, γιατί δὲν γνωρίζει τὸ μέγεθος τῆς ταπεινώσεως, τῆς πραότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου. Ὡστόσο, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ ἁρπαγοῦν στὴ φωτοφόρο ἀπειρότητα τοῦ Οὐρανοῦ, καὶ ἐπιστρέψει ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πανηγύρι τῆς Θείας ἀγάπης στὴν καθημερινὴ πραγματικότητα, εἰσβάλλει ἐκ νέου ὁ φόβος μὲ τὴ σκέψη: θὰ ἐπιστρέψει ἄραγε ποτὲ ὁ Ἀπελθών;
Στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει φόβο, γιατί δὲν εἶναι οἰκεῖος μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὅμως γνωρίσει τὸ μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας Του, τότε τρέμει καὶ συντρίβεται γιὰ τὸ κενὸ ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἡ ἀποχώρησή Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ τέλειος φόβος τῶν δικαίων. Καίτοι οἱ Ἅγιοι μετὰ τὴν ἁρπαγή τους καὶ τὴν ὅραση τοῦ Θείου Φωτὸς ἐλευθερώνονται ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, παρ’ ὅλα αὐτὰ διατηροῦν τὴ σύνεσή τους, ὥστε καὶ τότε νὰ μὴν ἔχουν ὑπερβολικὴ παρρησία καὶ ἔτσι νὰ φυλάγουν ἀταλάντευτη τὴν παράστασή τους ἐνώπιόν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἡ ταπείνωση τοῦ τέλειου φόβου κατασφαλίζει τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποθησαυρίζει στὴν καρδιὰ τὴν πνευματικὴ γνώση.
Ὁ ἅγιος φόβος διακατέχει τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ καθ’ ὅλη τὴν πορεία του πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο. Σὲ κάθε βαθμίδα τῆς πνευματικῆς ἀναβάσεως ὁ φόβος αὐτὸς προηγεῖται τῆς ἀγάπης καὶ ἀκολουθεῖ πάντοτε ὡς ἀκόμη πιὸ βαθειὰ ταπείνωση. Ὅταν τελικὰ ὁ ἄνθρωπος ἀξιωθεῖ νὰ κατοπτεύσει τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, τότε ἐμφορεῖται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ διπλὸ καὶ ὑγιὲς αἴσθημα τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγάπης. Αἰσθάνεται φόβο, γιατί ὁ Κύριος εἶναι ὁ Δημιουργὸς καὶ ἡ ἁγιωσύνη Του ἀνέφικτη. Αἰσθάνεται ἀγάπη, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι πολυέλεος Πατέρας ποὺ συγκαταβαίνει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς δόξας Του νὰ κατοικήσει στὴν καρδιά του. Ἡ τέλεια ὅμως αὐτὴ ἀγάπη, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ μεγάλος μαθητὴς τῆς ἀγάπης Ἰωάννης, διώχνει τὸν ἀτελῆ ἐκεῖνο φόβο, ποὺ «κόλασιν ἔχει».
Βλέπουμε, ἑπομένως, ὅτι ὁ Θεῖος φόβος ἀφυπνίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καλλιεργεῖ καὶ τὴν τελειοποιεῖ μὲ τὴ Θεία ἀγάπη, γιὰ νὰ καταστεῖ ἱκανὴ νὰ δεχθεῖ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ τῆς γνώσεως καὶ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς ἀναγεννημένη καρδιὰ ὁ ἄνθρωπος «ματαιοῦται ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτοῦ» καὶ ἀποδεικνύεται ἀδόκιμος γιὰ τὴν ἀπόκτηση σοφίας.
Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ εὐχάριστη διάθεση τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἁγνὰ ἐλατήρια, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τὸν συμβουλεύει νὰ καλλιεργεῖ πάντοτε τὴ σύνεση, κατὰ τὸ ρῆμα Του: «Δουλεύσατε τῷ Κυρίω ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιάσθε Αὐτῷ ἐν τρὸμῳ». Βαδίζοντας σοφὰ πάνω στὴ γῆ μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, κάθε μέρα ἐπιτελεῖ ἁγιωσύνη καὶ λαμβάνει τὴν κληρονομιὰ τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀδιάσειστη ὑπόσχεσή Του: «Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ Ὄνομά Σου, Κύριε».
Ἀκόμη καὶ κατὰ τὶς μεγάλες στιγμὲς τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐξάρσεως ἀπὸ τὴ Χάρη Του, ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται νὰ περιορίζει μὲ διάκριση τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ περιφρουρώντας ταπεινὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Βαδίζει ἔτσι μέσα στὴν εὐδοκία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ μολύνεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τόλμη. «Ἐπὶ τινα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;» λέει ὁ Κύριος. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ σύνεση κατὰ τὶς μεγαλειώδεις στιγμὲς τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, συμβουλεύει τὰ ἑξῆς: «Μὴ παρρησιάζου, κἄν καθαρότητα κέκτησαι· ταπεινοφροσύνη δὲ μᾶλλον πολλὴ πρόσελθε, καὶ πλέον παρρησιασθήση». Δυστυχῶς, τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποβαίνουν ἐπικίνδυνο ὅπλο, ὅταν ὑπερισχύσουν στὸν ἄνθρωπο ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ὑπερηφάνεια.

Ἀπό τό βιβλίο: «Ὁ κρυπτός της καρδίας ἄνθρωπος»,
ἔκδ. Ι. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ, Ἀγγλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου