Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2013

Οι Επτά Οικουμενικές Σύνοδοι


450px-First_Council_of_Nicea-stavropoleos_church
Α΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε δύο μήνες και δώδεκα ημέρες και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Συγκλήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο στις 20 Μαΐου του 325 και έλαβαν μέρος 318 επίσκοποι. Εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλησής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος κατεδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διεκήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα. Τέλος αποκρούστηκε η αγαμία των κληρικών.

Β΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα στην Κωνσταντινούπολη το 381 και συμμετείχαν 150 ορθόδοξοι επίσκοποι και 36 Μακεδονιανοί. Κατεδίκασε τους οπαδούς του Μακεδονίου, οι οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος («πνευματομάχοι») και, για ακόμη μια φορά, τον Άρειο, και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως (Σύμβολο Νίκαιας – Κωνσταντινουπόλεως).

Γ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Κατεδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Παρ’ όλα αυτά η σύνοδος διεκήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».

Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του Αυγούστα Πουλχερία, το 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού, η οποία με πρωτεργάτη τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απερρόφησε πλήρως την ανθρωπίνη. Το μεγαλύτερο μέρος των πιστών υιοθέτησε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και απεδοκίμασε τις απόψεις του Μονοφυσιτισμού. Ένα άλλο μέρος πιστών, οι οπαδοί του Μονοφυσιτισμού, δεν αναγνώρισαν αυτές τις αποφάσεις και απεκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί ονομάστηκαν Προχαλκηδόνιοι ή Αντιχαλκηδόνιοι.

Ε΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου. Την συγκάλεσαν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της  Αγίας Τριάδας και του Ιησού Χριστού και κατεδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους συγγραφείς (Ευάγριο, Δίδυμο, Ωριγένη κ.ά.).

ΣΤ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 680 μέχρι το 681 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο και παραβρέθηκαν από 150 έως 289 επίσκοποι. Επιβεβαίωσε την πλήρη και αληθινή ενανθρώπηση του Ιησού έναντι της αντίθετης διδασκαλίας των Μονοθελητών. Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε ότι ο Χριστός έχει Θεία και Ανθρώπινη θέληση. Υπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, υπάρχουν και δύο φυσικές θελήσεις και δύο φυσικές ενέργειες, η θεία και η ανθρώπινη, που ενεργούσαν «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως, αχωρίστως, ασυγχύτως», χωρίς να επικρατεί αντιπαλότητα μεταξύ τους.

Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος
Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ το 691 στο ανακτορικό δωμάτιο του Τρούλλου, από όπου έλκει και την ονομασία «Εν Τρούλλω Σύνοδος». Συμμετείχαν 211 επίσκοποι και το έργο της ήταν συμπληρωματικό αυτού των Ε΄ και ΣΤ’ Συνόδων. Συστηματοποίησε και ολοκλήρωσε το έργο των δύο προηγουμένων Συνόδων και γι’ αυτό, αν και Οικουμενική, ονομάσθηκε «Πενθέκτη», ως τμήμα εκείνων, και δεν αριθμήθηκε ως ξεχωριστή Οικουμενική Σύνοδος.

Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ’ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία, στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άϋλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτές απεικονίζουν και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτές φτιαγμένες.

Των επτά Οικουμενικών Συνόδων «μνήμην ποιούμεθα» και εορτάζομεν:
Α΄ Οικουμενικής Συνόδου: 28 Μαΐου
Β΄ Οικουμενικής Συνόδου: 22 Μαΐου
Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου: 9 Σεπτεμβρίου
Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: 13 Ιουλίου
Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου: 25 Ιουλίου
ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου: 14 Σεπτεμβρίου
Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου: 14 Οκτωβρίου

«Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου»





O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν.Μ’αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή. Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του….. Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του. Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι….. Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.»Έλα παιδί μου, τι θέλεις;» τον ρώτησε στα τούρκικα… Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του…»Κάλως όρισες» του είπε ελληνικά. «Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα» ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.  Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε. Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες. Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας. Οι γονείς του μ´αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί, Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ´όλο το σπίτι ευωδία. Όλα αυτά έμενα μ´ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη. Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ´ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ. Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.«Όχι εσύ παιδί μου» μου είπε χαμηλόφωνα. «Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος» Τον κοίταξα με παράπονο..» «Τότε να βαπτιστώ» του απάντησα. Λίγο αργότερα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουν ενήλικος κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο. Κι εγώ περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία. Πριν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τούτο εδώ το χωριό. Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημένη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω από το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια. Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά νιώθω μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι. Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω από το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πω σε κάποιον. Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ´ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο. Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς. Τα ανασήκωσα μ’ενα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα από κάτω ένα μεταλλικό κουτί. «Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός» σκέφτηκα. Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλι και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν. «Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε από αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμο θησαυρό τους για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια». Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και γω. Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος από την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω. Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία. Πέρασαν χρόνια από τότε. Οι γονείς μου φύγανε από τη ζωή. Τ’ αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό. Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας. Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπει γυναίκα στο σπίτι μου. Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν. Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε. Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν. «Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου» Προσευχόμουν συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου. Έβγαλα την εικόνα από το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε. «Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει», σκέφτηκα και κάθισα από το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω. Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος. Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο από τα χέρια του γέροντα. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του. Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά. Αποχαιρετήστηκαν δακρυσμένοι. Πριν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι «Πάρτο παιδί μου, του είπε. Έχει χώμα από τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του... 

π. Σάββας Αγιορείτης – Αόρατος Πόλεμος

«Το Διάταγμα του Μεδιολάνου» Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ.κ. Δανιήλ


mediolanon

Κατά το έτος που διανύουμε 2013 συμπληρώνονται 1.700 χρόνια από την έκδοση του Διατάγματος του Μεδιολάνου που υπέγραψαν το 313 μ.Χ. οι συναύγουστοι Κωνσταντίνος και Λικίνιος για την κατάπαυση των διωγμών κατά των Χριστιανών και την ελεύθερη άσκηση της λατρείας τους κατά την πίστη τους. 
Συμμετέχοντες στην επέτειο δημοσιεύουμε το Διάταγμα που σώζεται στην λατινική γλώσσα από τον λατίνο ιστορικό Λακτάντιο (240-347μ.Χ.) στο έργο του «De Mortibus Persecutorum» (Ο θάνατος των διωκτών) (MPL 7, 267) και στην ελληνική γλώσσα από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβειο Παμφίλου (265-340μ.Χ.), επίσκοπο Καισαρείας της Παλαιστίνης στο ε  Κεφάλαιο του 10ου βιβλίου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του (P.G. τ. 20 στ. 880-885). 
Παραθέτουμε το κείμενο του Διατάγματος από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου και την μεταφορά του στην τρέχουσα γλώσσα για να γίνουν κατανοητά τα νοήματά του και από εκείνους που δεν γνωρίζουν τα αρχαία ελληνικά.
Η μετάφραση έγινε από τον Δρ. Θεολογίας Κωνσταντίνο Σιαμάκη και δημοσιεύεται στην μελέτη «εξωχριστιανικές Μαρτυρίες για τον Ιησού Χριστό» (έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 141-149) που έλαβε υπ’ όψιν του και το κείμενο στη λατινική του Λακταντίου.      
Α  ΚΕΙΜΕΝΟ
1. Ήδη μεν πάλαι σκοπούντες την ελευθερίαν της θρησκείας ουκ αρνητέαν, είναι, αλλ’ ενός εκάστου τη διανοία και βουλήσει εξουσίαν δοτέον του τα θεία πράγματα τημελείν κατά την αυτού προαίρεσιν, έκαστον κεκελεύκειμεν, τοις τε Χριστιανοίς, της αιρέσεως και της θρησκείας της εαυτών την πίστιν φυλλάτειν.
2. Αλλ’ επειδή πολλαί και διάφοροι αιρέσεις εν εκείνη τη αντιγραφή, εν η τοις αυτοίς συνεχωρήθη η τοιαύτη εξουσία, εδόκουν προστεθείσθαι σαφώς, τυχόν ίσως τινές αυτών μετ’ ολίγον από της τοιαύτης παραφυλάξεως ανεκρούοντο. 
 
3. Οπότε ευτυχώς εγώ Κωνσταντίνος ο Αύγουστος καγώ Λικίνιος ο Αύγουστος, εν τη Μεδιολάνω εληλύθειμεν, και πάντα, όσα προς το λυσιτέλες και το χρήσιμον τω κοινώ διέφερεν, εν ζητήσει έσχομεν, ταύτα μεταξύ των λοιπών άτινα εδόκει εν πολλοίς άπασιν επωφελή είναι, μάλλον δε εν πρώτοις διατάξαι εδογματίσαμεν, οις η προς το θείον αιδώς τε και το σέβας ενείχετο, τούτ’ εστιν,  όπως δώμεν και τοις Χριστιανοίς και πάσιν ελευθέραν αίρεσιν του ακολουθείν τη θρησκεία η δ’ αν βουληθώσιν• όπως, ο τι ποτέ εστι θειότητος και ουρανίου πράγματος, ημίν και πάσι τοις υπό την ημετέραν εξουσίαν διάγουσιν ευμενές είναι δυνηθή.
4. Τοίνυν ταύτην την βούλησιν την ημετέραν υγιεινώ και ορθοτάτω λογισμώ εδογματίσαμεν,  όπως μηδενί παντελώς εξουσία αρνητέα η του ακολουθείν και αιρείσθαι την των Χριστιανών παραφύλαξιν η θρησκείαν, εκάστω τε εξουσία δοθείη του διδόναι εαυτού την διάνοιαν εν εκείνη τη θρησκεία, ην αυτός εαυτώ αρμόζειν νομίζη, όπως ημίν δυνηθή το θείον εν πάσι την έθιμον σπουδήν και καλοκαγαθίαν παρέχειν.
5. Άτινα ούτως αρέσκειν ημίν αντιγράψαι ακόλουθον ην, ίν’ αφαιρεθεισών παντελώς των αιρέσεων, αίτινες τοις προτέροις ημών γράμμασι τοις προς την σην καθοσίωσιν αποσταλείσι περί των Χριστιανών ενείχοντο, { και άτινα πάνη σκαιά και της ημετέρας πραότητος αλλότρια είναι εδόκει, ταύτα υφαιρεθή,} και νυν ελευθέρως τε και απλώς έκαστος των την αυτήν προαίρεσιν εσχηκότων του φυλάττειν την των Χριστιανών θρησκείαν, άνευ τινός οχλήσεως, τούτο αυτό παραφυλλάτοι.
6. Άτινα τη ση επιμελεία πληρέστατα δηλώσαι εδογματίσαμεν, όπως ειδείης ημάς ελευθέραν και απολελυμένην εξουσίαν του τημελείν την εαυτών θρησκείαν τοις αυτοίς Χριστιανοίς δεδωκέναι.
7. Όπερ επειδή απολελυμένως αυτοίς υφ’ ημών δεδωρήσθαι, θεωρεί η ση καθοσίωσις, και ετέροις δεδόσθαι εξουσίαν τοις βουλομένοις του μετέρχεσθαι την παρατήρησιν και θρησκείαν εαυτών• όπερ ακολούθως τη ησυχία των ημετέρων καιρών γίνεσθαι φανερόν εστιν, όπως εξουσίαν έκαστος έχη του αιρείσθαι και τημελείν οποίον δ’ αν βούληται Θείον. Τούτο δε υφ’ ημών γέγονεν, όπως μηδεμιά τιμή μηδέ θρησκεία τινί μεμειώσθαί τι υφ’ ημών δοκοίη.
8.Και τούτο δε προς τοις λοιποίς εις το πρόσωπον των Χριστιανών δογματίζομεν, ίνα τους τόπους αυτών, εις ους το πρότερον συνέρχεσθαι έθος ην αυτοίς, περί ων και τοις πρότερον δοθείσι προ την σην καθοσίωσιν γράμμασι τύπος έτερος ην ωρισμένος τω προτέρω χρόνω, ίν’ ει τινες η παρά του ταμείου του ημετέρου η παρά τινος ετέρου φαίνοιντο ηγορακότες, ει τούτους, τοις αυτοίς Χριστιανοίς άνευ αργυρίου και άνευ τινός απαιτήσεως της τιμής υπερτεθείσης, δίχα πάσης αμελείας και αμφιβολίας αποκαταστήσωσι, και ει τινες κατά δώρον τυγχάνουσιν ειληφότες, τους αυτούς τόπους, όπως ει τοις αυτοίς Χριστιανοίς την τάχιστην αποκαταστήσωσιν ούτως.
9. Η οι ηγορακότες τους αυτούς τόπους, η οι κατά δωρεάν ειληφότες αιτώσί τι παρά της ημετέρας καλοκαγαθίας προσέλθωσιν τω επί τόπων επάρχω δικάζοντι, όπως και αυτών δια της ημετέρας χρηστότητος πρόνοια γένηται. Άτινα πάντα τω σωματίω των Χριστιανών παρ’ αυτά δια της σης σπουδής άνευ τινός παρολκής παραδίδοσθαι δεήσει.
10. Και επειδή οι αυτοί Χριστιανοί ου μόνον εκείνους, εις ους συνέρχεσθαι έθος είχον, αλλά και ετέρους τόπους εσχηκέναι γινώσκονται, διαφέροντας ου προς έκαστον αυτών, αλλά προς το δίκαιον του αυτών σώματος, τούτ’ εστι των Χριστιανών, ταύτα πάντα επί τω νόμω ον προειρήκαμεν, δίχα παντελούς τινος αμφισβητήσεως τοις αυτοίς Χριστιανοίς, τούτ’ εστι τω σώματι αυτών και τη συνόδω, εκάστω αυτών αποκαταστήναι κελεύσεις• του προειρημένου λογισμού δηλαδή φυλαχθέντος, όπως αυτοί οίτινες τους αυτούς άνευ τιμής, καθώς προειρήκαμεν, αποκαθιστώσι, το αζήμιον το εαυτών παρά της ημετέρας καλοκαγαθίας ελπίζοιεν.
11. Εν οις πάσι τω προειρημένω σώματι των Χριστιανών την σπουδήν δυνατώτατα παρασχείν οφείλεις, όπως το ημέτερον κέλευσμα την ταχίστην παραπληρωθή, όπως και εν τούτω δια της ημετέρας χρηστότητος πρόνοια γένηται της κοινής και δημοσίας ησυχίας.
12. Τούτω γαρ τω λογισμώ, καθώς και προείρηται, η θεία σπουδή περί ημάς, ης εν πολλοίς ήδη πράγμασιν απεπειράθημεν, δια παντός του χρόνου βεβαίως διαμείναι.
13. Ίνα δε ταύτης της ημετέρας νομοθεσίας και της καλοκαγαθίας όρος προς γνώσιν πάντων ενεχθήναι δυνηθή, ταύτα τα υφ’ ημών γραφέντα, πανταχού προθείναι και εις γνώσιν πάντων αγαγείν ακόλουθόν εστιν, όπως ταύτης της ημετέρας καλοκαγαθίας η νομοθεσία μηδένα λαθείν δυνηθή. (P.G. Migne 20, 881-885).
* * * * *
Β  ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
 
1. Επειδή από παλιά κιόλας σκεφτόμασταν ότι δεν πρέπει ν’ αρνούμαστε την ελευθερία της θρησκείας, αλλά πρέπει να δοθή εξουσία στην σκέψι και στη βούλησι του καθενός να επιμελήται τα θεία πράγματα όπως ο ίδιος θέλει, είχαμε διατάξει και για τους Χριστιανούς να μπορούν να τηρούν την πίστι της επιλογής των και της θρησκείας των.  
2. επειδή όμως στο κείμενο εκείνο, με το οποίο τους δόθηκε η ελευθερία αυτή, αποδείχτηκε σαφώς ότι είχαν προστεθή πολλές και διαφορετικές απόψεις, γι’ αυτό ίσως μετά από λίγο μερικοί παρεμποδίζονταν από τον τρόπο ζωής εκείνο.
3. Όταν από καλή τύχη εγώ ο Αύγουστος Κωνσταντίνος κι εγώ ο Αύγουστος Λικίνιος συναντηθήκαμε στο Μεδιολάνο και συζητήσαμε όλα όσα αφωρούσαν στην ωφέλεια και τη χρησιμότητα του κοινού, ανάμεσα στ’ άλλα που μας φαίνονταν ότι θα είναι πολύ ωφέλιμα σε όλους, κρίναμε ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα σ’ εκείνα στα οποία περιλαμβανόταν η ευλάβεια και το σέβας προς το θείο, δηλαδή να δώσουμε και στους Χριστιανούς και σ’ όλους ελεύθερη επιλογή του ν’ ακολουθούν όποια θρησκεία θελήσουν, ώστε, ο, τι θείο και ουράνιο πράγμα υπάρχει τέλος πάντων, να καταστή δυνατόν να είναι ευμενές σ’ εμάς και σ’ όλους όσοι διατελούν κάτω από την εξουσία μας.
4. Με υγιές λοιπόν και ορθότατο σκεπτικό θεσπίσαμε τη βούλησι αυτή• σε κανέναν απολύτως να μην αρνούμαστε την εξουσία να επιλέγη και ν’ ακολοθή τον τρόπο ζωής η θρησκεία των Χριστιανών, και να δοθή στον καθένα η εξουσία να δίνη τη διάνοιά του στη θρησκεία εκείνη την οποία ο ίδιος νομίζει ότι του ταιριάζει• για να μπορεί το θείο να μας προσφέρη σε όλα τη συνηθισμένη φροντίδα και καλοκαγαθία του.
5. και ήταν φυσικό ν’ αποφασίσουμε να τα γράψουμε αυτά, ώστε, αφού αφαιρεθούν εντελώς οι επιλογές, που περιέχονται μέσα στα κατά το παρελθόν σταλμένα προς την αφοσίωσί σου γράμματά μας τα σχετικά με τους Χριστιανούς, {και όσα φαίνονταιν ότι είναι πολύ σκαιά και ξένα  προς την πραότητά μας, αυτά ν’ αφαιρεθούν}, στο εξής ο καθένας απ’ αυτούς που κάνουν την ίδια επιλογή, να έχουν δηλαδή τη θρησκεία των Χριστιανών, να κάνη αυτό ακριβώς ελευθέρως και απλώς, χωρίς καμμιά ενόχλησι.
6. κρίναμε δε ότι αυτά πρέπει να τα δήλωσουμε πληρέστατα στην επιμέλειά σου, για να ξέρης ότι εμείς δώσαμε στους Χριστιανούς ελεύθερη κι απόλυτη την εξουσία ν’ ασκούν τη θρησκεία τους.
7. επειδή η αφοσίωσί σου βλέπει ότι αυτό ακριβώς το χαρίσαμε σ’ αυτούς εξ ολοκλήρου, «κατανοεί» ότι η εξουσία ν’ ασκούν τον τρόπο ζωής και την θρησκεία {τους} που θέλουν δόθηκε και σ’ άλλους, πράγμα που είναι φανερό ότι γίνεται, για να ηρεμήσουν οι καιροί μας • για να έχη ο καθένας την εξουσία να επιλέγη και ν’ ακολουθή  όποια «θρησκεία» θέλει. κι αυτό το κάναμε, για να μη νομισθή από καμμιά τιμή και θρησκεία ότι εμείς τη μειώσαμε σε κάτι.
8. Θεσπίζουμε δε ειδικά για τους Χριστιανούς εκτός από τα άλλα και τούτο• τους χώρους των, όπου πρώτα συνήθιζον να συναθροίζωνται, για τους οποίους και στα γράμματα που έχουν σταλή {παλιότερα} προς την αφοσίωσί σου υπήρξε κατά το παρελθόν άλλη διατύπωσι, αν μερικοί φαίνωνται ότι τους αγόρασαν η από το δικό μας ταμείο η από κάποιο άλλο, να τους επιστρέψουν στους ίδιους Χριστιανούς χωρίς χρήματα και χωρίς καμμιά απαίτησι του αντιτίμου των, αφού απορριφθή κάθε αμέλεια και αμφισβήτησι• κι αν μερικοί έτυχε να πάρουν τέτοιους χώρους σα δώρο, τα ταχύτερο να τους επιστρέψουν στους ίδιους τους Χριστιανούς.
9. έτσι ώστε, αν αυτοί που τους αγόρασαν η εκείνοι που τους πήραν σα δωρεά ζητούν κάτι από την καλοκαγαθία μας, να προσέλθουν στον τοπικό δικαστικό έπαρχο, για να ληφθή και γι’ αυτούς πρόνοια από την δική μας επιείκεια. όλοι αυτοί οι χώροι πρέπει να παραδοθούν πάραυτα στο σώμα των Χριστιανών με τη φροντίδα σου χωρίς καμμία χρονοτριβή.
10. κι επειδή έγινε γνωστό ότι οι ίδιοι Χριστιανοί είχαν όχι μόνο τους χώρους εκείνους, όπου συνήθιζαν να συναθροίζωνται, αλλά και άλλους που ανήκαν όχο στον καθένα απ’ αυτούς αλλά στην ιδιοκτησία του σώματός των, δηλαδή των Χριστιανών, όλους αυτούς τους χώρους σύμφωνα με τον προειρημένο νόμο, χωρίς καμμία απολύτως αμφισβήτησι, θα διατάξης να τους επιστρέψουν στους ίδιους τους Χριστιανούς, δηλαδή στο σώμα και στη σύνοδό τους• και να τηρηθή φυσικά η προειρημένη τακτική• αυτοί δηλαδή που θα τους επιστρέψουν χωρίς αντίτιμο, όπως είπαμε προηγουμένως, να μπορούν να ελπίζουν την αποζημίωσί τους εκ μέρους της καλοκαγαθίας μας.
11. σ’ όλ’ αυτά οφείλεις να προσφέρης στο προειρημένο σώμα των Χριστιανών τη φροντίδα σου με πολλή δύναμι, για να εφαρμοσθή η διαταγή μας το ταχύτερο, ώστε και στο θέμα αυτό χάρι στην επιείκειά μας να ληφθή πρόνοια για την κοινή και δημόσια ηρεμία. 
 
12. διότι, όπως λέχθηκε και παραπάνω, μ’ αυτό το σκεπτικό «θέλουμε» η θεία φροντίδα που μας περιβάλλει, της οποίας πείρα λάβαμε ήδη σε πολλές καταστάσεις, να μας μείνη σίγουρη για πάντα.
13. Για να καταστή δε δυνατόν η διατύπωσι αυτής της νομοθεσίας μας και καλοκαγαθίας να έρθη εις γνώσι όλων,  είναι ευνόητο ότι, πριν από το δικό σου διάταγμα, θα δημοσιεύσεις παντού και θα φέρης εις γνώσι όλων αυτό το γράμμα μας, ώστε να μην καταστή δυνατόν να μείνη κρυμμένη από κανέναν η νομοθεσία της καλοκαγαθίας μας αυτής.
* * * * *
Γ  ΣΧΟΛΙΑ
1. Τα διατάγματα των αυτοκρατόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εστέλλοντο σ’ όλους τους κατά τόπους Διοικητές των Επαρχιών στους οποίους ανετίθετο η τήρηση τους.
2. Από τις παραγράφους 1 και 2, που αποτελούν το πρόλογο του Διατάγματος συνάγεται, ότι το Διάταγμα εκδόθηκε για να αποσαφηνίσει και παγιώσει την βούληση των Αυγούστων που είχε εκφρασθεί σε προηγούμενο κοινό διάταγμα, που δεν ετηρείτο πιστά από τους κατά τόπους Διοικητές των περιοχών ως προς την ελευθερία που έπρεπε να απολαμβάνουν και οι Χριστιανοί, να πιστεύουν και να λατρεύουν το Θεό όπως επιθυμούσαν.
3. Στην παράγραφο 3 οι συναύγουστοι αναλαμβάνουν κατά προτεραιότητα να ρυθμίσουν τα θρησκευτικά ζητήματα της αυτοκρατορίας, επειδή πίστευαν ότι η θρησκευτικότητα αποβαίνει εις όφελος και αυτών που την ασκούν και γενικώτερα της κοινωνίας.
4. Στις παραγράφους 4 και 7 θεσπίζεται η ανεξιθρησκεία. Στην αυτοκρατορία όλες οι θρησκείες γίνονται ανεκτές.
5. Από τις παραγράφους 5 και 6 καταφαίνεται, ότι αλλοιώθηκαν η παρερμηνεύθηκαν η νοθεύθηκαν οι προηγούμενες διαταγές των συναυγούστων. 
6. Στις παραγράφους 8,9,10 επιστρέφονται οι χώροι λατρείας που αφαιρέθηκαν από τους Χριστιανούς και ρυθμίζονται περιουσιακά τους ζητήματα.
7. Στις παραγράφους 11,12,13, δίδονται οδηγίες για τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν οι κατά τόπους Διοικητές για την εφαρμογή του Διατάγματος.

Νεανικά ζητήματα.Ὄρθιοι! Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος


πηγή


 Ὄρθιοι!

Δὲν ξέρω ἂν ἔχετε ἀναρωτηθεῖ παιδιά, γιατί ἀπὸ ὅλα τὰ ἔμβια ὄντα, μόνον ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ὄρθια στάση. Στέκεται δηλαδὴ καὶ κινεῖται πάντοτε ὄρθιος. Ἐξ ἄλλου ἀπὸ τὴ στάση αὐτή, πῆρε καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ αὐτό: «Ἄνθρωπος»!
Μὲ τὴν ὄρθιά του στάση ὁ ἄνθρωπος δὲν βλέπει μονίμως τὴ γῆ, ἀλλὰ μπορεῖ καὶ βλέπει τὰ ψηλά, τὰ ἄνω, τὸν οὐρανό. Κι αὐτὸ γιατί, ἀφοῦ διαθέτει καὶ λογική, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει μονίμως στραμμένο τὸ ἐνδιαφέρον του στὰ κάτω, τὰ χαμερπῆ, οὔτε καὶ νὰ προσηλώνεται στὰ γήινα, τὰ φθαρτά, τὰ μάταια καὶ τὰ τιποτένια, ἀλλὰ στὰ μεγάλα, τὰ ἀθάνατα, τὰ οὐράνια, τὰ αἰώνια.
 Βλέπετε ἡ λογικὴ συνοδεύει τὴν ὄρθια στάση, γιὰ νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ τὰ διαθέτει, μονάχα ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, σαφῶς προσανατολισμένος πρὸς τὸν Θεό, τὴν πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ καὶ κάθε μεγαλείου.
Τονίζει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Γιατί σʼ ἐσένα ἔπλασε τὸ σῶμα ὄρθιο, ἐνῶ στὰ ζῶα τὸ ἔπλασε νὰ βλέπει πρὸς τὰ κάτω; Εἶναι γιὰ νὰ σὲ διδάσκει καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴ διάπλασή σου νὰ μὴ ἔχεις κανένα κοινὸ μὲ τὴ γῆ, οὔτε νὰ προσκολλᾶσαι στὰ πράγματα τῆς παρούσας ζωῆς». Τί εὐλογία, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο!
 * * *
Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἕνα ἰδιάζον, θὰ λέγαμε, θαῦμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ μὲ τὴ συγκύπτουσα γυναίκα. Δέστε πῶς τὸ περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: Κάποιο Σάββατο ὁ Χριστὸς δίδασκε σὲ μία συναγωγή.
Κι ἐκεῖ, ἦταν μία γυναίκα, ἡ ὁποία εἶχε πνεῦμα (= δαιμόνιο) ἀσθένειας γιὰ 18 χρόνια, κι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἦταν κυρτωμένη καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ σηκώσει τὸ σῶμα της! Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Χριστός, ἀπευθύνθηκε σʼ αὐτὴ καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα ἔχεις ἐλευθερωθεῖ ἀπʼ τὴν ἀσθένειά σου». Κι ἔθεσε πάνω της τὰ χέρια κι ἀμέσως τὸ σῶμα της ἐπανῆλθε στὴν ὄρθια στάση καὶ δόξαζε τὸν Θεό! Ὅταν ὅμως ὁ ἀρχισυνάγωγος εἶδε αὐτὸ τὸ θαῦμα, ἀπευθυνόμενος στὸν κόσμο, τοὺς εἶπε μὲ ἀγανάκτηση, νὰ ἔρχονται νὰ θεραπεύονται τὶς ὑπόλοιπες ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας καὶ ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου!
Ὁ Χριστὸς τότε τοῦ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Ὑποκριτή! Καθένας ἀπὸ σᾶς τὸ Σάββατο δὲν λύνει τὸ βόδι του ἢ τὸν ὄνο του ἀπὸ τὴ φάτνη καὶ τὰ ὁδηγεῖ ἔξω καὶ τὰ ποτίζει; Κι αὐτή, ποὺ εἶναι κόρη τοῦ Ἀβραάμ, καὶ ὁ Σατανᾶς τὴν εἶχε δεμένη ἐπὶ 18 χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθεῖ ἀπʼ τὰ δεσμὰ αὐτὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;».
Ὅταν δὲ ἔλεγε αὐτά, καταλήγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, καταντροπιάζονταν ὅλοι οἱ ἀντίθετοι τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὅλος ὁ λαὸς ἔχαιρε γιὰ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ἔργα, ποὺ γίνονταν ἀπʼ Αὐτόν. Λοιπόν, τί βλέπουμε ἀπʼ αὐτὸ τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ;
Πῶς πραγματικὰ ὁ Θεὸς θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι πάντοτε ὄρθιος. Αὐτὸς ποὺ δὲν θέλει νὰ εἴμαστε ὄρθιοι εἶναι βέβαια ὁ Σατανᾶς! Ναί, ἐκεῖνος ἦταν ποὺ μὲ τὸ δαιμονικό του πνεῦμα, ἔκανε τὴ γυναίκα αὐτὴ γιὰ 18 ὁλόκληρα χρόνια νὰ μὴ εἶναι ὄρθια, ἀλλὰ πάντοτε κυρτωμένη καὶ νὰ βλέπει μονάχα πρὸς τὰ κάτω, καὶ γιʼ αὐτὸ ἦταν ἀσθενής, τόσο πολύ, ποὺ προσέλκυσε τὴν θαυματουργικὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἔδωσε πάλι τὴν ὑγεία της, δηλαδὴ τὴν ὄρθια στάση! Μὲ ἄλλα λόγια ἡ ὄρθια στάση, εἶναι ἡ στάση ποὺ μᾶς πρέπει, ἐνῶ ἡ κυρτωμένη καὶ ἡ πρὸς τὰ κάτω, ὅπως ἀκριβῶς αὐτὴ τῶν ζώων, εἶναι δεῖγμα ἀσθένειας καὶ μάλιστα δαιμονικῆς!

* * * 
Στʼ ἀλήθεια ἡ ἁμαρτία αὐτὸ καὶ μόνο κάνει… Μᾶς ἐμποδίζει τὴν ὄρθιά μας στάση, ἀλλὰ καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὰ ἄνω! Μᾶς κυρτώνει μὲ τὰ φοβερά της φορτία, ποὺ ἐναποθέτει στὶς πλάτες μας! Μᾶς πιέζει ἀνυπόφορα νὰ βλέπουμε πρὸς τὰ κάτω!
Ἔχετε δεῖ ἕνα ναρκομανή ἢ ἕνα ἀλκοολικό; Τί φοβερὸ νὰ μὴ ἔχουν ἄλλη στάση ἀπʼ τῆς συγκύπτουσας! Ἀλλʼ εἶναι ἴδια ἡ στάση ποὺ ἔχει ὁ καθένας μας, κατάφορτος καθὼς εἶναι, ἀπʼ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη του!
Δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔχετε προσέξει… Ὅλες οἱ νέες ἐξουσίες, ὅποιες κι ἂν εἶναι αὐτές, ὅπως κι ἂν λέγονται, ὅλους, μὰ περισσότερο τούς νέους, δὲν τοὺς θέλουν μὲ ὄρθιο τὸ κεφάλι! Τοὺς θέλουν νὰ τὸ ἔχουν μονίμως σκυμμένο, ὑπο- ταγμένο!
Γιατί τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὅλες τους… Ὅλες οἱ Ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις μας, δὲν κάνουν τίποτʼ ἄλλο ἀπʼ τὸ νὰ καλλιεργοῦν τὴν ὄρθια στάση καὶ μονάχα αὐτή! Κι ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸν χορό.
 Ὅλοι οἱ δημοτικοί μας χοροὶ χορεύονται χωρὶς οἱ χορευτὲς νὰ σκύβουν τὸ κεφάλι. Καὶ τί σύμπτωση! Οἱ δημοτικοί μας αὐτοὶ χοροί, ὅπως καὶ ὅλες οἱ Ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις μας, δὲν εἶναι καθόλου τῆς μόδας, σνομπάρονται ἀπʼ τὰ ΜΜΕ, καὶ πολεμοῦνται ἀνελέητα ἀπʼ τὶς «νέες ἐξουσίες»!
Γιʼ αὐτό… Ὄχι σὲ ὅ,τι μᾶς θέλει σκυμμένους! Ὄχι στοὺς «νέους» δαιμονικοὺς ὑποταγμοὺς τῆς ἐποχῆς μας! Ὄχι σὲ κάθε δουλικὸ πάθος καὶ τὴν ἁμαρτία!

 * * * 
Ἀλλὰ θὰ πεῖτε: Κι ὅταν ὑποκλινόμαστε στὸν Θεό; Κι ὅταν γονατίζουμε στὴν προσευχή; Μὰ αὐτό, δὲν εἶναι τίποτʼ ἄλλο, παρὰ τὸ κατʼ ἐξοχὴν ἀγαθὸ, ποὺ ἀπορρέει ἀπʼ τὴν ὄρθια στάση μας. Ναί! Γιατί τότε, εἴμαστε ὄντως ἄνθρωποι, ποὺ βλέπουμε ψηλὰ καὶ χρησιμοποιοῦμε τὴ λογική μας, καὶ καταλαβαίνουμε καλά, πολὺ καλά, ὅτι ὑπάρχει καὶ ὁ Δημιουργός, στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε καὶ στὸν ὁποῖο ἀποβλέπουμε, καὶ σʼ Αὐτὸν ὄχι μόνο τὸ κεφάλι, ἀλλὰ καὶ τὰ γόνατα κλίνουμε! Καὶ τί παράξενο…
Ὅσο τὰ κλίνουμε, τόσο ἀνυψωνόμαστε! Ὅσο τὰ κλίνουμε, τόσο ἀνορθώνουμε τὴν ἀξιοπρέπειά μας! Ὅσο τὰ κλίνουμε, τόσο ξεφεύγουμε ἀπʼ τὰ γήινα! Ὅσο τὰ κλίνουμε, τόσο ξεφορ- τωνόμαστε τὰ βάρη τῆς ἁμαρτίας!
* * * 
Τελικά, καλοί μου φίλοι, ἡ ὄρθια στάση, εἶναι τὸ κατʼ ἐξοχὴν χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας καὶ προσωπικότητας, αὐτῆς ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν αἰωνιότητα, αὐτῆς ποὺ παντοιοτρόπως κάποιοι θέλουν νὰ καταργήσουν…

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1963, 15 Φεβρουαρίου 2013

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ*


Ἠλία Λιαμῆ
Δρ. Θεολογίας, συγγραφέα

Σὲ ἐποχὲς σὰν τὴ δική μας, σὲ ἐποχὲς κρίσης, ὅπως συνηθίζουμε νὰ λέμε, ὅλα τείνουν νὰ γίνονται σὲ ὑπερθετικὸ βαθμό. Οἱ ἀπαισιόδοξες ἀναλύσεις περιγράφουν τὴν ἀπόλυτη καταστροφή, ἐνῷ οἱ αἰσιόδοξες ὡραιοποιοῦν σὲ τέτοιο βαθμὸ τὶς δυσκολίες, ὥστε νὰ νομίζει κανείς, πὼς τὰ πάντα δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἄσχημο ὄνειρο. Παράλληλα καὶ οἱ ἀντιδράσεις κινοῦνται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο, ἐκεῖνο τοῦ πανικοῦ, ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κρύβουν τὰ χρήματά τους κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι, στὸ ἄλλο· ἐκεῖνο τῆς ἀπόλυτης ἀνεμελιᾶς, σὰν ἂν μὴν ἔχει ἀλλάξει τίποτα.
Ἀνεξάρτητα πάντως ἀπὸ τὸ ποιὸ ἄκρο ἕλκει τὸν καθέναν ἀπό μας, ἡ δική μας, ἡ Ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα μιᾶς κατὰ τὰ φαινόμενα πανευρωπαϊκῆς, ἴσως καὶ παγκόσμιας κρίσης συνοδεύεται ἀπὸ πολὺν θυμό, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἀπὸ μεγάλη ἀπαξίωση θεσμῶν καὶ προσώπων. Ἀπελπισμένοι καὶ ὑπεραισιόδοξοι κατὰ βάθος συμφωνοῦν σὲ ἕνα πράγμα:
Δὲν ζοῦμε στὴν πατρίδα ποὺ θὰ θέλαμε.
Εἴτε βυθιστοῦμε πιὸ πολύ, εἴτε ἐπαληθευτοῦν τὰ πιὸ αἰσιόδοξα σενάρια γιὰ μία λιγότερο ἐπώδυνη ἔξοδο ἀπὸ τὴ στενωπό, ἕνα παραπονεμένο ὄνειρο γιὰ μία ἄλλη ποιότητα ἐθνικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου θὰ συνεχίσει νὰ πλανᾶται.  Αὐτὰ πού μᾶς πικραίνουν εἶναι πολλὰ καὶ ὁ καθένας, ἂν τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία, θὰ εἶχε ὁπωσδήποτε νὰ καταθέσει τὴν δική του προσωπικὴ διαπίστωση. Αὐτὸ ὅμως ποὺ φαίνεται νὰ βαραίνει ὅλους εἶναι μία γενικευμένη καχυποψία. Καχυποψία, ὄχι μόνον ἀπέναντι στὰ προγράμματα καὶ τὰ ὁράματα, στὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀναλύσεις, ἔνθεν κἀκεῖθεν. Καχυποψία –κι αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερο- ἀπέναντι στὸν διπλανό μας, τὸν καθημερινὸ συνάνθρωπό μας, τὸν ὁποιονδήποτε ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μαζί μας, εἴτε σὲ οἰκονομικό, εἴτε σὲ κοινωνικὸ ἐπίπεδο. Πίσω ἀπὸ κάθε δοσοληψία κρύβεται ἡ ὑποψία ἄνομου πλουτισμοῦ, πίσω ἀπὸ κάθε συναναστροφὴ κρύβεται ἡ ὑποψία μιᾶς εἰς βάρος μας ἰδιοτέλειας. Δὲν ἐμπιστευόμαστε κανένα καὶ τίποτα. Καὶ ἡ ρίζα αὐτῆς τῆς στάσης –δυστυχῶς- πηγάζει ἀπὸ μία συνειδητὴ ἢ ὑποσυνείδητη γνώση, βασισμένη στὴν αὐτοπαρατήρηση: μὲ τὸν χρόνο, ὅλο καὶ μειώνεται ἡ συλλογικότητα καὶ ἡ κοινωνικὴ διάσταση τῶν πράξεών μας. Μὲ ἄλλα λόγια, μέρα μὲ τὴ μέρα αἰσθανόμαστε πὼς τὸ μόνο πού μᾶς ἀφορᾶ εἶναι ἡ ἀτομική μας, ἢ ἔστω τοῦ στενοῦ κοινωνικοῦ μας κύκλου ἀνέλιξη καὶ τακτοποίηση. Κάνοντάς τους ὅμως ὅλους ἀνταγωνιστές, ὑπέστημεν τὶς ἀντίστοιχες συνέπειες: Δεχόμαστε τὴν ἀκριβῶς ἀνάλογη συμπεριφορὰ ἢ ζοῦμε διαρκῶς μὲ τὴν ὑποψία πὼς θὰ τὴν ὑποστοῦμε. Ἡ καρδιά μας καὶ μοιραῖα ἡ ματιά μας ἔχουν στενέψει τραγικά. Δὲν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖα ἡ θλιβερὴ διαπίστωση πὼς ὡς λαὸς ὑπολειπόμεθα τραγικὰ στὴ συμμετοχή μας σὲ πρωτοβουλίες καὶ θεσμοὺς ἐθελοντισμοῦ καὶ κοινωνικῆς δράσης.
Βεβαίως δὲν πρόκειται μόνο περὶ προσωπικῶν μας ἐντυπώσεων. Ὄντως βαλλόμεθα διαρκῶς ἀπὸ ἀρνητικὰ πρότυπα καὶ ἀρνητικὲς ἐνέργειες ἐκείνων ποὺ βρέθηκαν νὰ καλοῦν μὲ κούφια λόγια σὲ κούφια ὁράματα. Μεγαλοσχήμονες σὲ δημόσιες θέσεις, μὲ συσσωρεμένη ἀσυνέπεια λόγων καὶ ἔργων, κατέληξαν νὰ εἰσπράττουν περιφρόνηση, στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων καὶ μέχρι χειροδικία ὀργῆς στὴ χειρότερη. Παρόλα αὐτά, λίγο μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ αἰτία τοῦ συμπτώματος. Καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀποσιώπηση-ἴσως καὶ σταδιακὴ ἀδρανοποίηση- μιᾶς βασικῆς ἀρχῆς:
Τὸ μυαλὸ καὶ κυρίως ἡ καρδιὰ ἀπεχθάνεται τὶς ἀσάρκωτες ἰδέες καὶ τὰ ἀφηρημένα ὁράματα. Ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας μᾶς διδάσκει πὼς οἱ μεγαλύτερες πνευματικὲς κατακτήσεις, εἴτε σὲ πολιτικό, εἴτε σὲ φιλοσοφικό, εἴτε καὶ σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο,  παρέμειναν ἐναργεῖς, ὅσο ποτίστηκαν καὶ συνέχισαν νὰ ποτίζονται μὲ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα, τὴν συνέπεια λόγων καὶ ἔργων, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν θυσία. Ὅσο αὐτὰ ἀτονοῦν, ἀκόμη καὶ οἱ εὐγενέστερες πνευματικὲς συλλήψεις καταλήγουν θλιβερὰ ἰδεολογήματα, ντυμένα μὲ ξύλινη γλώσσα.
Τὰ ἐπίπεδά τῆς  σημερινῆς περιβόητης κρίσης εἶναι πολλά. Φαίνεται ὅμως πὼς πρόκειται κυρίως γιὰ κρίση παιδαγωγίας μέσῳ τοῦ παραδείγματος. Ὡς κοινωνία δὲν στερούμεθα οὔτε σχεδίων, οὔτε ὁραμάτων, οὔτε καλῶν προθέσεων. Τὸ δράμα μας εἶναι, πώς, οὔτε νὰ πιαστοῦμε ἀπὸ κάτι ζωντανὸ ἔχουμε, ἀλλὰ καὶ φαντάζουμε πολὺ ἀνεπαρκεῖς, ὥστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ προσφερθοῦμε ὡς στήριγμα γιὰ ἄλλους. Μπορεῖ μὲ μεγάλη εὐκολία -καὶ ἐν πολλοῖς δικαίως- νὰ βάλλουμε ἐναντίον τῶν ἐπωνύμων, πολιτικῶν καὶ ἄλλων, γιὰ τὴν πλήρη ἀσυνέπειά τους, δὲν εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ ἀναλάβουμε εὐθύνες ζωντανῆς παιδαγωγίας στὸν μικρὸ ἢ μεγαλύτερο κύκλο τῆς καθημερινότητάς μας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἐκπαιδευτήκαμε ἀπὸ ἕνα σύστημα νὰ μεταθέτουμε εὔκολα εὐθύνες στοὺς κρατοῦντες καὶ τοὺς ὑψηλὰ ἱσταμένους. Οἱ κάθε εἴδους ἐξουσίες στὸν τόπο μας ἐπεδίωξαν μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς καὶ εὐχαριστήσεως νὰ ἀναχθοῦν σὲ  μικροὺς θεοὺς τῆς καθημερινότητάς μας. Συνηθίσαμε τὴν κολακεία τους, κυρίως σὲ περιόδους ἐκλογῶν καὶ καλομάθαμε στὴ συστηματικὴ ἐκπαίδευση ἀποφυγῆς κάθε αὐτοκριτικῆς καὶ ἀνάληψης εὐθύνης. Καὶ  ἂν -ἐνίοτε- τοὺς  ἐπικρίναμε, κατὰ βάθος ὅμως συγχωρούσαμε, ἴσως καὶ ἐπικροτούσαμε μέσῳ τῆς ταύτισής μας μαζί του, ἀλλὰ καὶ μέσῳ τῆς  μίμησής τους σὲ πρακτικὲς καὶ τρόπο σκέψης. Σταδιακὰ λοιπὸν χρεοκοπήσαμε, ὄχι μόνο οἰκονομικά, ἀλλὰ κυρίως ἠθικά. Τὸ μέτρο τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ χάθηκε. Καὶ αὐτό, διότι τὰ πρόσωπα, στῶν ὁποίων ὁ ἦθος μετριόταν ἡ ποιότητα τῶν δικῶν μας ἐπιλογῶν ἐξαφανίστηκαν.
Ἡ χρεοκοπία αὐτὴ ἀποκαλύφτηκε σὲ ὅλο τὸ τραγικό της μεγαλεῖο στὴν παιδεία τῆς νέας γενιᾶς, καὶ ἰδιαίτερα στὶς ἡλικίες ἐκεῖνες, ὅπου ἡ ἀπομυθοποίηση καὶ ἡ κατάρρευση τῶν προτύπων πονοῦν καὶ ματώνουν. Διατηρήσαμε ἀκόμη τὴν ἀπέχθειά μας στὸν σωματικὸ βιασμό, ἔπαψε ὅμως νὰ μᾶς σοκάρει ὁ βιασμὸς πάνω σὲ νέες ψυχὲς γεμάτες ἁγνὰ ἰδανικά, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ὁ κυνισμὸς καὶ ἡ ἀναξιοκρατία τῆς χτύπησε τὴν πόρτα. Βαφτίσαμε εὔκολα τὶς καταλήψεις, τὴν αὐθάδεια καὶ τὴν ἀπειθαρχία ὡς κατάντημα τῆς νέας γενιᾶς, ἀντὶ νὰ τὰ ἀφουγκραστοῦμε ὡς κραυγὲς ἀπελπισίας στὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ ἕνα, ἔστω καὶ ἕνα πρόσωπο ὑπεράνω τῶν συνθηκῶν, ποὺ θὰ ἔδινε λόγο γιὰ ἀγώνα καὶ ἐλπίδα.
Θὰ ἦταν ὅμως λάθος τραγικὸ νὰ περιοριστοῦμε μόνο στὴν ἀξιολόγηση τῆς  παιδαγωγίας τῆς νέας γενιᾶς. Ἐμεῖς, ὅλοι μας, ἄσχετα ἂν τὸ ὁμολογοῦμε φωναχτὰ ἢ ὄχι, πόσες φορὲς δὲν κουνήσαμε μὲ ἀπόγνωση τὸ κεφάλι, ψιθυρίζοντας τὸ «ἔτσι κάνουν ὅλοι». Ἡ ματιά μας, τὴν ὥρα τῶν μεγάλων διλημμάτων- καὶ φτάνουν πάντοτε τὰ μεγάλα διλήμματα-δὲν βρῆκε κάπου νὰ σταθεῖ γιὰ νὰ πεῖ τὸ μεγάλο ΟΧΙ, ἀλλὰ καὶ κανένα βλέμμα δὲν σταμάτησε πάνω μας, ὅταν ὁ διπλανὸς ἀναζήτησε κάπου νὰ πιαστεῖ, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ξεπεσμὸς τοῦ χτύπησε τὴν πόρτα.
Καὶ τώρα; Μεγαλώσαμε μὲ τὰ συνθήματα τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὡς χώρα ἡρώων. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι πάντα ἐδῶ, τὸ εἶδος ὅμως τοῦ ἥρωα ἄλλαξε. Ὅσο τὸ παρελθὸν ζήτησε τὸν ἀπροσκύνητο στὶς πλαγιὲς τοῦ Σουλίου καὶ τῆς Πίνδου, τὸ παρὸν ζητάει τὸν ἀπροσκύνητο στὴν ἀσυνέπεια, στὰ εὔκολα λόγια καὶ τοὺς χάρτινους ἡγέτες. Ὅσο εἶχε ἀνάγκη ἡ ἱστορία κάποτε τὰ μπαρουτοκαπνισμένα μπαϊράκια, σήμερα ἔχει ἀνάγκη τὸ φιλότιμο καὶ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη. Ὄχι μὲ ὀργή, ἀλλὰ μὲ νηφάλια σκέψη οἱ μικροὶ ἡγετίσκοι καὶ οἱ αὐτάρεσκες αὐλὲς περιμένουν τὴν ἀπομυθοποίησή τους. Δὲν κινδυνεύουν ἀπὸ τὶς ἐκρήξεις μας. Ξέρουν νὰ τὶς διαχειριστοῦν. Κινδυνεύουν ἀπὸ τὴν μετατόπιση τοῦ κέντρου βάρους τῆς ὕπαρξής μας ἀπὸ τὴν κενότητά τους στὸν πυρήνα τῆς πολύτιμης ψυχῆς μας καὶ σὲ ὅσα θεόδοτα κρύβει, ποὺ περιμένουν νὰ βγοῦν στὸ φῶς καὶ νὰ ποτίσουν μὲ στοχασμό, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξη μία νέα κοινωνία, ἀληθινὰ νέα, μὲ δρόμους ἀνοιχτοὺς ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ φθαρτά,  στὰ αἰώνια.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ε΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡ. 2011 

αφορισμός!… π.Ηλίας Υφαντής

αφορισμός!...
Ο Χριστός είχε χορτάσει τους πεινασμένους. Είχε γαληνέψει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Αλλά και απαλλάξει τους ανθρώπους απ’ τη φουρτούνα των ασθενειών. Και πολλών άλλων προβλημάτων…
Δεν μπορούσε όμως ν’ απαλλάξει τους γραμματείς και τους φαρισαίους απ’ τη φουρτούνα της υποκρισίας τους και της διαστροφής τους.
Αφού τυφλωμένοι απ’ το φθόνο και το μίσος, δεν άφηναν τις ψυχές τους να τις γαληνέψει η δροσιά της διδασκαλίας του και να τις ποτίσει η πλημμύρα των θαυμάτων του.
Αλλά προσπαθούσαν, με κάθε τρόπο, να στοιχειοθετήσουν κατηγορίες εναντίον του, για να τον θανατώσουν, επικαλούμενοι στενοκέφαλες ραβινικές διατάξεις:
-Γιατί, του έλεγαν, οι μαθητές σου τρώνε με άπλυτα χέρια;
-Επειδή, τους αποκρινόταν, για τις ανθρώπινες αθλιότητες δεν φταίνε τα βρώμικα χέρια, αλλά οι βρώμικες καρδιές: Απ’ τις οποίες πηγάζουν τα μίση, οι φθόνοι, οι φόνοι και όλα τα’ άλλα πάθη, που δηλητηριάζουν τη ζωή και την κοινωνία.
Κι, αφού δεν έβρισκε άκρη στις μικρονοϊκές αντιρρήσεις και αντιδράσεις τους, τράβηξε προς τα μέρη της Τύρου και της Σιδώνας.
Αλλά, να, που, κι απ’ τα μέρη εκείνα άρχισε να τον «καταδιώκει» μια γυναίκα, φωνάζοντας ξωπίσω του:
-Ιησού, γιε του Δαβίδ, ελέησέ με και γιάτρεψε τη θυγατέρα μου, που τη βασανίζουν τα δαιμόνια και υποφέρει.
Αλλά ο Χριστός δεν φαινόταν διατεθειμένος να τη σπλαχνιστεί. Σε σημείο, ώστε οι μαθητές τους αναγκάστηκαν να επέμβουν:
-Επιτέλους, του είπαν, κάνε της τη χάρη, για να σταματήσει να φωνάζει.
-Η δική μου αποστολή, τους είπε, είναι να φροντίσω για τα πλανεμένα πρόβατα του Ισραήλ.
Αλλά η γυναίκα τους πρόλαβε και, γονατίζοντας μπροστά του, του είπε:
-Κύριε, βοήθησέ με!
Και όμως ο Χριστός έδειξε να γίνεται ακόμη σκληρότερος και ιδιαίτερα προσβλητικός:
-Δεν είναι σωστό, της είπε, να δίνουμε το ψωμί των παιδιών στα σκυλιά.
Μα η γυναίκα, αντί ν’ αγανακτήσει, άρπαξε την προσβολή και τη χρησιμοποίησε, προκειμένου να νικήσει την αρνητική του στάση:
-Και τα σκυλιά, του είπε, τρέφονται απ’ τα ψίχουλα, που πέφτουν απ’ το τραπέζι του αφεντικού τους.
Και ο Χριστός, αφοπλισμένος απ’ την ακατάβλητη πίστη της γυναίκας της είπε:
-Γυναίκα, ανίκητη η πίστη σου! Ας γίνει αυτό, που θέλεις.
Και θεραπεύτηκε η θυγατέρα της απ’ τη στιγμή εκείνη.
Τη θέληση του ανθρώπου, έλεγαν οι αρχαίοι, ούτε ο Θεός δεν μπορεί να τη νικήσει.
Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν είναι διεστραμμένη. Όπως συνέβαινε και με τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Αλλά και όπως συμβαίνει με τους γραμματείς και τους φαρισαίους όλων των εποχών. Και βέβαια και με τους σημερινούς. Των οποίων η θέληση έχει ταυτιστεί με τη θέληση του Διαβόλου…
Και είμαστε αναγκασμένοι, στο σημείο αυτό, να το επαναλάβουμε για μια ακόμη φορά, μήπως και το εμπεδώσουν κάποιοι, που θέλουν να λέγονται «ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί»:
Η Λέσχη Μπίλντεμπεργκ, στην οποία ανήκουν, μεταξύ πολλών άλλων, ο Παπανδρέου, ο Σαμαράς, ο Παπακωνσταντίνου, ο Αβραμόπουλος, η Ντόρα, η Διαμαντοπούλου, κλπ, έχει θεό της το Σατανά. Όπως και η Τριμερής, στην οποία ανήκει ο Παπαδήμος, αλλά και η Λέσχη της Ρώμης (=παγκόσμια κυβέρνηση), στην οποία, όπως λέγεται, ανήκει ο Στουρνάρας.
Τα όσα λέγονται στις συνεδριάσεις τους καλύπτονται με απόλυτη μυστικότητα.
Γιατί υποτίθεται ότι τα ανθρωποειδή αυτά αποτελούν την παγκόσμια ελίτ. Και μπορούν ν’ αποφασίζουν, ερήμην ημών, πριν από μας, για μας….
Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τους μεγαλύτερους ηλίθιους και αλητήριους κακούργους και προδότες. Οι οποίοι ασφαλώς δεν αποφασίζουν τα καλύτερα για τους λαούς, τους οποίους, υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν, αλλά, τα χειρότερα και τα χείριστα.
Γεγονός που το ζούμε στις μέρες μας σε όλη του την τραγικότητα.
Και ασφαλώς είναι αβυθομέτρητη και ουρανομήκης αφέλεια να πιστεύουν κάποιοι ότι μπορούν να ελπίζουν στο έλεος και την αλλαγή των μεταλλαγμένων αυτών ανθρωποειδών. 
Γιατί πρόκειται για τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ, για ταριχευμένα, χωρίς σπλάχνα, πτώματα, τα οποία η τρόικα υποχρεώνει να χορεύουν, σύμφωνα με τους ρυθμούς, που της υπαγορεύει ο διάβολος…
Και ποιο είναι το φάρμακο στην προκειμένη περίπτωση;
Ο αφορισμός! Μα λέει το αποστολικό ανάγνωσμα της αυριανής Κυριακής (Β΄ Κορινθίους, στ16-ζ1).
Όχι βέβαια ν’ αφορίσουμε αυτούς. Που ο αφέντης τους ο Διάβολος τους προστατεύει, «ως κόρην οφθαλμού», προκειμένου να πραγματοποιούν τους καταχθόνιους σκοπούς του. Με κίνδυνο να τους ηρωοποιήσουμε, κιόλας. Αλλά να αφορίσουμε τους εαυτούς μας.…
Που σημαίνει, να διαχωρίσουμε τη θέση μας απ’ τις δαιμονικές κομματικές λεγεώνες τους. Και να τους εγκαταλείψουμε. Όπως κάποτε ο Λωτ εγκατέλειψε τα Σόδομα και τα Γόμορα. Χωρίς να κοιτάμε πίσω μας…
Και που να πάμε;
Ακούστε, μας λέει ο Παύλος, τι λέει ο Θεός:
-Φύγετε μακριά απ’ αυτούς! Κι εγώ είμαι έτοιμος να σας υποδεχτώ.
Γιατί είμαι ο πατέρας σας. Κι εσείς είστε παιδιά μου και θυγατέρες μου!….
Ο έχων, λοιπόν, ώτα ακούειν, ακουέτω!
παπα-Ηλίας

Μονοφυσίτης ή Ορθόδοξος; ... Διήγηση από το Λειμωνάριο


Άγγελος Κυρίου ζητά από έναν απλοϊκό γέροντα, που είχε 
κοινωνία με τους Σεβηριανούς, να ξεκαθαρίση την πίστι του, 
προτού πεθάνη.
Μας διηγήθηκε ο αββάς Γεώργιος ο πρεσβύτερος του κοινοβίου των Σχολαρίων ότι ησύχαζε στα Μονίδια ένας γέροντας πολύ φιλόπονος, ήταν όμως αφελής κατά την πίστη και μεταλάμβανε αδιάκριτα όπου έβρισκε. Μια μέρα λοιπόν του φανερώθηκε άγγελος Θεού και του είπε; «Πες μου, γέροντα, αν πεθάνεις, πώς θέλεις να σε ενταφιάσουμε; Όπως οι Αιγύπτιοι μοναχοί ενταφιάζουν, ή όπως οι Ιεροσολυμίτες;» Ο γέροντας τότε του αποκρίθηκε και του είπε: «Δεν ξέρω». Τότε του λέει ο άγγελος: «Σκέψου κι έρχομαι μετά τρεις βδο¬μάδες και μου λες». Πήγε τότε ο γέροντας σε κάποιον άλλο και του διηγήθηκε όσα άκουσε από τον άγγελο. Μόλις λοιπόν το άκουσε ο γέροντας, έμεινε εμβρόντητος από το άκουσμα. τον ατένισε για πολύ και του λέει, παρακινημένος από το Θεό: «Πού μεταλαμβάνεις τα άγια μυστήρια;» Αυτός αποκρίνεται και του λέει: «Όπου βρω». Τότε του λέει ο γέροντας: «Μην κρίνεις πια σωστό να κοινωνήσεις έξω από την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία, η οποία μνημονεύει τις τέσσερις άγιες συνόδους, της Νικαίας των 318 (Θεοφόρων Πατέρων), και της Κωνσταντινουπόλεως των 150 και της Εφέσου την πρώτη των 200 και της Χαλκηδόνος των 630. Κι όταν έρθει ο άγγελος, πες του: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Μετά τρεις βδομάδες λοιπόν ήρθε ο άγγελος και λέει στο γέροντα: «Τί έγινε, γέροντα; Σκέφτηκες;» Τότε ο γέροντας του λέει: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Του λέει ο άγγελος: «Καλά, καλά». Κι ευθύς παράδωσε την ψυχή. Κι όλο αυτό έγινε, για να μη χάσει τους κόπους του ο γέροντας και καταδικαστεί μαζί με τους αιρετικούς.(1)
1. Ιωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον σ. 195-196

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ευαγγέλιο : Μτθ. 15, 21-028 π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας




ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;





Εν ολίγοις





Ο Χριστός σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην περιοχή της Σύρου και Σιδώνας-το σημερινό Λίβανο. Οι περιοχές αυτές ήταν εχθρικές ακόμη μέχρι και σήμερα προς τους Ισραηλίτες. Ο Χριστός καθώς βρισκόταν εκεί, η παρουσία Του έγινε αισθητή από μία γυναίκα ακάθαρτη λόγω φύλου, θρησκείας και εθνικότητας, η οποία βγαίνοντας κι αυτή από τα όρια της συναντήθηκε με τον Χριστό.


Η Χαναναία αυτή γυναίκα ζούσε ένα μεγάλο δράμα. Η κόρη της είχε καταληφθεί από δαιμόνιο. Εκείνο που μας εντυπωσιάζει είναι πως μία αλλόθρησκη γυναίκα τον ονομάζει «Υιόν Δαβίδ», δηλ. αναγνωρίζει μία ιδιότητα την οποία την αρνούταν σ’ Αυτόν οι ομοεθνείς Του. Και άρχισε ένας διάλογος περίεργος μεταξύ του Ιησού και της ειδωλολάτρισσας αυτής γυναίκας, όσο και προκλητικός για όσους δεν γνωρίζουν τα πράγματα σε βάθος.


Η πονεμένη αυτή γυναίκα παρακαλεί το Χριστό για την κόρη της και ο Κύριος δεν της απευθύνει ούτε ένα λόγο, ενώ αυτή τον ακολουθεί κατά πόδας. Οι μαθητές ξαφνιάζονται και του λένε: «απόλυσον αυτήν ότι κράζει όπισθεν ημών». Αλλ’ ο Χριστός δείχνει σαν να μη θέλει ν’ ασχοληθεί μαζί της, γι αυτό και λέει: « ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Με τον τρόπο όμως αυτό αναδεικνύεται η μεγάλη ταπείνωση και πίστη της γυναίκας στη δύναμη του Χριστού.


Η γυναίκα ακούει την απόκριση του Χριστού, αλλά δεν απογοητεύεται, ούτε υποχωρεί, αλλά τον προσεγγίζει περισσότερο. Γονατίζει, προσκυνεί και με μεγαλύτερη ένταση φωνάζει : «Κύριε, βοήθει μοι».


Παρ’ όλα αυτά ο Χριστός κλιμακώνει ακόμη περισσότερο την άρνηση Του και εκτρέπει την αδιαφορία σε προσβολή ,όταν λέγει: «ουκ έστιν καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Η Χαναναία δεν πτοείται από την προσβολή του Χριστού, αλλά παίρνει αφορμή να επαινέσει τους Ιουδαίους και να προσελκύσει το έλεος του Χριστού για την κόρη της. Χρησιμοποιεί με εύστροφο τρόπο τη λέξη «ψιχία» λέγοντας: «και γαρ τα κυνάρια εσθίει από τα ψιχία των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών».


Και ο Κύριος αφήνοντας τη δεηθέν αδιαφορία Του ξεσπάει σ’ ένα εγκώμιο: « ω γύναι μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις. Και από της ώρας εκείνης ιάθη η θυγάτηρ εκείνης».


Μετά απ’ αυτόν τον συγκλονιστικό διάλογο και τη δραματική σκηνή γεννιέται ένα ερώτημα:


-Από πού αντλούσε δύναμη αυτή η Χαναναία γυναίκα για μία τέτοια στάση, σε σημείο που να κάμψει τη σιωπή του Θεού;


Προφανώς από την αγάπη της για την κόρη της που βασανίζονταν από τη δαιμονική κυριαρχία. Έδειχνε αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να πετύχει τη θεραπεία της. Έτσι τη βλέπουμε να τρέχει , να παρακαλεί, να ικετεύει, να ταπεινώνεται. Η δύναμη της αγάπης και της στοργής χαλυβδώνει τον άνθρωπο ώστε κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να λυγήσει την πραγματική αγάπη.


Επίσης ένα άλλο σημείο που μπορούμε να διακρίνουμε στη συμπεριφορά της είναι η αποφασιστικότητα της. Παρά το ότι δεν αποκρίνεται κανείς στο αίτημα της και μάλιστα ακούει και σκληρά και προσβλητικά λόγια, δεν κάνει πίσω. Πλησιάζει τον Χριστό, γονατίζει μπροστά του, παρακαλεί. Ο Κύριος σιωπά. «Κύριε βοήθει μοι». Αυτό ακριβώς το επίπεδο της πίστης επιδιώκει η φαινομενική σιωπή του Χριστού.


Και προχωρεί σ’ ένα ακόμη στάδιο όταν το φορτίο της γυναίκας γίνεται βαρύτερο. Παίρνει μια πιο ευλαβή στάση. Πέφτει με το πρόσωπο στη γη, σ’ αντίθεση με πολλούς από μας που όταν ζητάμε κάτι από τον Θεό το απαιτούμε με ύφος απαιτητικό, σαν να μας το χρωστούσε ο Θεός.


Κι ακόμη κάτι άλλο. Όλη αυτή την αγάπη, την επιμονή, την ταπείνωση, τα συνοδεύει με μία θα λέγαμε πρόσχαρη διάθεση. Και στο αποκορύφωμα της αγωνίας της ακούει το Χριστό να της λέει, ότι δεν είναι σωστό να πάρω το ψωμί των παιδιών και να το ρίξω στα σκυλάκια. Αυτή όμως διαισθάνεται τις διαθέσεις του Χριστού και απαντά μ’ ένα λεπτό χιούμορ: « Ναι, αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του κυρίου τους». Που θα πει: συμφωνώ ότι είμαι ένα σκυλάκι, αλλά μου αναγνωρίζεις , έστω και μία μικρή θέση στον οίκο του Θεού. Άρα δεν είμαι ξένος προς το ενδιαφέρον σου. Δος μου έστω κι ένα ψίχουλο.


Η απάντηση αυτή δείχνει μία πρόσχαρη καρδιά που φωτίζεται από την ελπίδα και που μπορεί να χαμογελά ακόμη και μέσα στο σκοτάδι. Και ο Χριστός την επαινεί για την πίστη της και χαρίζει τη θεραπεία στην θυγατέρα της.


Αξεπέραστο υπόδειγμα για όσους επιθυμούν να κάμψουν τη σιωπή του Θεού, όταν απευθύνουν τα αιτήματα τους και προσκρούουν στη σιωπή Του.


Είναι ανάγκη να θυμόμαστε τη γρανιτένια πίστη αυτής της γυναίκας της Χαναναίας, ν’ αναλογιζόμαστε την αγάπη της, την ανυποχώρητη επιμονή της, την ταπείνωση και την πρόσχαρη διάθεση της ακόμη και μέσα στις δυσκολίες της ζωής.


Μόνο μ’ αυτά τα μέσα μπορούμε να νικήσουμε τη φαινομενική σιωπή του Θεού και ν’ ακούσουμε τον παρήγορο λόγο : « μεγάλη σου η πίστις γενηθήτω σοι ως θέλεις».




π. γ. στ.
πηγή

Άγιοι Μαρκιανός και Πουλχερία οι βασιλείς


Άγιος ΜαρκιανόςΑγία Πουλχερία
Tον Mαρκιανόν Πουλχερίαν συνάμα,
Άζυγας ειπείν ουκ έχω ή συζύγους.
Βιογραφία
Η Αγία Πουλχερία γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 399 μ.Χ. και ήταν θυγατέρα των βασιλέων Αρκαδίου (395- 408 μ.Χ.) και Ευδοκίας και αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (408 - 450 μ.Χ.). Το έτος 414 μ.Χ. η Πουλχερία αναγορεύθηκε Αυγούστα και ανέλαβε την εξουσία του κράτους. Ήταν ευσεβέστατη, πλήρης σωφροσύνης, χρηστότητος και σοφίας.

Όταν, κατά το έτος 429 μ.Χ., ο Πατριάρχης Νεστόριος (428 - 431 μ.Χ.) παρουσίασε τη γνωστή αίρεσή του, επικεφαλής των αντιπάλων του τάχθηκε ο Άγιος Κύριλλος, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας (τιμάται 18 Ιανουαρίου και 9 Ιουνίου). Και ο μεν Θεοδόσιος, έχοντας ήδη αναλάβει την βασιλική αρχή, υποστήριζε τον αιρεσιάρχη Νεστόριο, ωθούμενος από τον Χρυσάφιο, η δε Πουλχερία ήταν με το μέρος του Αγίου Κυρίλλου και κατόρθωσε να πείσει τον αδελφό της να συγκαλέσει την Γ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα, το έτος 431 μ.Χ. και καταδίκασε τους αιρετικούς.

Η Αγία νυμφεύθηκε τον Μαρκιανό, ο οποίος καταγόταν από τη Θράκη και στις 25 Αυγούστου του 450 μ.Χ. διαδέχθηκε στον θρόνο τον αδελφό της Θεοδόσιο Β'. Ωστόσο η πολιτική κατάσταση ήταν ταραγμένη. Είχε ήδη γίνει στο προηγούμενο έτος η ληστρική Σύνοδος της Εφέσου, που εξόρισε τον Πατριάρχη Άγιο Φλαβιανό (τιμάται 16 Φεβρουαρίου) και η Ορθόδοξη Εκκλησία μαστιζόταν από την αίρεση του Ευτυχούς. Οι δύο ευσεβείς βασιλείς συγκάλεσαν τότε στη Χαλκηδόνα, το έτος 451 μ.Χ., την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τις αιρετικές δοξασίες του Ευτυχούς και του Διόσκουρου.

Η Αγία Πουλχερία κοιμήθηκε με ειρήνη στις 10 Σεπτεμβρίου 453 μ.Χ. και ο Άγιος Μαρκιανός το έτος 457 μ.Χ.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...